Στην υπόθεση 232/82,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Cour du travail της Mons προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία το εν λόγω δικαστήριο ζητεί, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του μεταξύ
Margherita Baccini
και
Office national de ľemploi (ONEM)
την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), και του κανονισμού 574/72, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους U. Everling, πρόεδρο, Mackenzie Stuart και Υ. Galmot, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Ρ. VerLoren van Themaat
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Περιστατικά και διαδικασία
Η ιταλικής ιθαγένειας Baccini εργάστηκε διαδοχικά στην Ιταλία και στο Βέλγιο. Στην τελευταία αυτή χώρα η Baccini λάμβανε επίδομα αναπηρίας.
Μετά την ανακοίνωση προς το Istituto nazionale della previdenza sociale (INPS — Εθνικό Ίδρυμα Κοινωνικής Πρόνοιας) της αποφάσεως του Institut national d'assurance maladie-invalidité (INAMI — Εθνικό Ίδρυμα Ασφαλίσεως Ασθένειας και Αναπηρίας), με την οποία αναγνωρίστηκε η αναπηρία της Baccini, και λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 40, παράγραφος 4 του κανονισμού 1408/71, βάσει του οποίου:
«Η απόφαση που λαμβάνεται από τον φορέα κράτους μέλους ως προς το βαθμό αναπηρίας του αιτούντος δεσμεύει το φορέα οποιουδήποτε άλλου ενδιαφερομένου κράτους μέλους ...»,
το INPS χορήγησε στην ενδιαφερόμενη ιταλική σύνταξη αναπηρίας κατά το σύστημα του αναλογικού επιμερισμού, που προέκυψε από το συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως στην Ιταλία και το Βέλγιο.
Όταν ανέκτησε την ικανότητα της προς εργασία στο Βέλγιο, η Baccini ανέκτησε αυτόματα, δυνάμει της βελγικής νομοθεσίας, το δικαίωμα της επί του επιδόματος ανεργίας, το οποίο και εισέπραξε από 28 Απριλίου μέχρι 4 Ιουνίου 1975 και για δεύτερη φορά από 1η Σεπτεμβρίου 1977.
Πάντως, το γεγονός ότι η ιταλική σύνταξη αναπηρίας εξακολούθησε να καταβάλλεται στην ενδιαφερόμενη συνιστούσε, βάσει του άρθρου 141, εδάφιο 3 του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1963, περί απασχολήσεως και ανεργίας (που τροποποιήθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 1969), νόμιμο τεκμήριο ανικανότητας προς εργασία, το οποίο αποκλείει το δικαίωμα επί επιδόματος ανεργίας. Με απόφαση που έλαβε στις 8 Σεκτεμβρίου 1978 βάσει της διατάξεως αυτής, ο διευθυντής του περιφερειακού γραφείου του Office national de l'emploi (ONEM — Εθνικής Υπηρεσίας Απασχολήσεως) της La Louvière διέταξε τη διακοπή της χορηγήσεως του επιδόματος ανεργίας και την απόδοση των ποσών που έκρινε ότι η ενδιαφερόμενη είχε εισπράξει αντικανονικά.
Η Baccini προσέφυγε κατά της αποφάσεως του διευθυντή του περιφερειακού γραφείου του ONEM ενώπιον του Tribunal du travail του Charleroi και κατ'έφεση ενώπιον του Cour du travail της Mons, το οποίο, με απόφαση της 3ης Απριλίου 1981, υπέβαλε στο Δικαστήριο ουσιαστικά τα εξής ερωτήματα:
—
αφενός μεν αν το άρθρο 51 της συνθήκης ΕΟΚ και ot κανονισμοί 1408/71 και 574/72 έχουν την έννοια ότι συμβιβάζεται με τους σκοπούς της συνθήκης η άρνηση, κατ' εφαρμογή των εθνικών κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, χορηγήσεως επιδόματος ανεργίας σε διακινούμενο εργαζόμενο στο κράτος στο οποίο δεν αναγνωρίζεται πλέον ως ανίκανος προς εργασία, για το λόγο ότι εισπράττει από άλλο κράτος μέλος σύνταξη αναπηρίας που χορηγείται κατόπιν αναλογικού επιμερισμού, βάσει των κοινοτικών κανονισμών,
—
αφετέρου δε αν, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, η κατάσταση αυτή δεν είναι «η ίδια αποτέλεσμα της χορηγήσεως της παροχής αναπηρίας δυνάμει του κανονισμού 1408/71, κατά τρόπο ώστε ο εν λόγω κανονισμός να μην έχει το προστατευτικό αποτέλεσμα που αναφέρεται στο άρθρο 51 της συνθήκης και να είναι αντίθετος προς τους αντικειμενικούς στόχους της».
Με απόφαση της 23ης Μαρτίου 1982 (υπόθεση 79/81, Συλλογή σ. 1063), το Δικαστήριο απάντησε στα προδικαστικά ερωτήματα του Cour du travail της Mons ως εξής:
«Το άρθρο 51 της συνθήκης ΕΟΚ, ο κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος, και ο κανονισμός 574/72, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, έχουν την έννοια ότι, εφόσον κατά τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους η κτήση του δικαιώματος επί του επιδόματος ανεργίας από διακινούμενο εργαζόμενο εξαρτάται από την ικανότητα του προς εργασία, η ικανότης δε αυτή προς εργασία ανεγνωρίσθη από τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους, οι αρχές αυτές δεν δύνανται να αρνηθούν στον ενδιαφερόμενο εργαζόμενο την παροχή του επιδόματος ανεργίας λόγω του ότι λαμβάνει, σε άλλο κράτος μέλος, σύνταξη αναπηρίας που εχορηγήθη σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες κατά το σύστημα του συνυπολογισμού και του κατ' αναλογία επιμερισμού.»
Βάσει της προδικαστικής αυτής αποφάσεως που εξέδωσε το Δικαστήριο, το Cour du travail της Mons, θεωρώντας ότι το Office national de l'emploi δεν επιτρέπεται να εφαρμόσει το άρθρο 141 του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1963 επικαλούμενο το γεγονός ότι η ενδιαφερόμενη λαμβάνει ιταλική σύνταξη αναπηρίας, ακύρωσε στις 3 Σεπτεμβρίου 1982 την επίδικη διοικητική απόφαση για το λόγο ότι κακώς βασιζόταν στη διάταξη αυτή.
Το Cour της Mons κρίνει στη συνέχεια ότι, αφού ακύρωσε μια διοικητική απόφαση, εναπόκειται σ' αυτό να αντικαταστήσει με τη δική του απόφαση εκείνη που είχε αντικανονικά ληφθεί από το αρμόδιο διοικητικό όργανο. Στην αλληλουχία αυτή των ιδεών, το Cour εξέτασε το δικαίωμα της Baccini επί των επιδομάτων ανεργίας βάσει του άρθρου 146 του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1963, το οποίο ορίζει τα εξής:
«1.
Όταν οι εργαζόμενοι τους οποίους αναφέρει το άρθρο 145 (εργαζόμενοι που έχουν δικαίωμα συντάξεως πριν από τα 65 τους χρόνια για τους άνδρες και 60 για τις γυναίκες) λαμβάνουν πράγματι σύνταξη, το ημερήσιο ύψος της οποίας είναι κατώτερο του ημερήσιου ποσού του επιδόματος ανεργίας ... προσαυξημένου κατά 40 °/ο, ... δικαιούνται επίδομα ανεργίας, το ύψος του οποίου είναι ίσο προς τη διαφορά μεταξύ του προαναφερθέντος ποσού και του ημερήσιου ύψους της συντάξεως, χωρίς να μπορεί να υπερβεί το ποσό του επιδόματος ανεργίας...
2.
... με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 142, η παράγραφος 1 εφαρμόζεται και ως προς τον άνεργο που δικαιούται...
1.
...
2.
...
3.
(Β.Δ. 11. 9. 1969, άρθρο 2) επίδομα χορηγούμενο βάσει αλλοδαπού συστήματος ασφαλίσεως κατά ασθένειας — αναπηρίας, λόγω ανικανότητας προς εργασία σε ποσοστό κατώτερο από 50%, η οποία δεν προκλήθηκε από εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια.»
Κατά το Cour της Mons, από τα περιστατικά της υποθέσεως προκύπτει ότι η αιτία της διαφοράς ανευρίσκεται στο γεγονός ότι οι ιταλικές αρχές δεν διέκοψαν την καταβολή της παροχής που είχε χορηγηθεί κατ' αναλογικό επιμερισμό.
Το Cour της Mons θεωρεί ότι, μολονότι δεν έχει αρμοδιότητα να κρίνει κατ' ουσία τη νομιμότητα της αποφάσεως των ιταλικών υπηρεσιών, οφείλει να εξακριβώσει αν η ενδιαφερόμενη βάσιμα επικαλείται το παραπάνω άρ9ρο 146 και, επομένως, να αποφανθεί παρεμπιπτόντως, λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 40, παράγραφος 4 του κανονισμού 1408/71, αν η ιταλική παροχή καταβλήθηκε πράγματι αχρεωστήτως.
Για το σκοπό αυτό, το Cour της Mons, με την ίδια απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 1982, αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Στα πλαίσια της εφαρμογής της ευρωπαϊκής κοινοτικής ρυθμίσεως, η απόφαση “ως προς το βαθμό αναπηρίας του αιτούντος”, η οποία διέπεται ως προς τα ενδεχομένως “πολυεθνικά” αποτελέσματα της από το άρθρο 40, παράγραφος 4 του κανονισμού 1408/71, περιλαμβάνει επίσης και την απόφαση με την οποία διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει αναπηρία σε ημερομηνία μεταγενέστερη από την ημερομηνία κατά την οποία μία απόφαση δέχτηκε την ύπαρξη αναπηρίας; Η απόφαση “ως προς το βαθμό αναπηρίας” αφορά τόσο την απόφαση που δεν δέχεται την ύπαρξη της καταστάσεως αυτής, όσο και την απόφαση που αναγνωρίζει την ύπαρξη αυτή; Η διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 40, παράγραφος 4, η οποία έχει διατύπωση και επικεφαλίδα “γενικές διατάξεις” δεν έχει πεδίο εφαρμογής ευρύτερο από το πεδίο του άρθρου 44 του εκτελεστικού κανονισμού 574/72; Δεν πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 40, παράγραφος 4 κατά λογικό και εύλογο τρόπο ενόψει της θεωρίας της αντίθετης πράξεως ή της “αντιστοιχίας των τύπων” (“parallélisme des formes”) (Auby et Drago, “Traité du Contentieux administratif” 1962, σ. 1058 έως 1081), για να πληρωθούν ενδεχόμενα κενά της κοινοτικής ρυθμίσεως, τα οποία μπορούν να δημιουργούν σχεδόν παράλογες καταστάσεις, όπως η κατάσταση που έχει υποβληθεί στην κρίση του παραπέμποντος δικαστηρίου;»
Η απόφαση περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Σεπτεμβρίου 1982.
Μετά τις περαιτέρω αποδείξεις που ζήτησε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της υποθέσεως 79/81, Baccini κατά ONEM, η ιταλική σύνταξη αναπηρίας ανακλήθηκε με απόφαση των ιταλικών υπηρεσιών της 22ας Μαίου 1981 αναδρομικά από την 1η Φεβρουαρίου 1981. Πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι ο κανονισμός 2793/81, της 17ης Σεπτεμβρίου 1981 (ΕΕ L 275, σ. 1), έθεσε τέρμα στη συμφωνία των όρων σχετικά με το βαθμό αναπηρίας που προβλέπονται από τη βελγική και την ιταλική νομοθεσία.
Σύφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Baccini, εκπροσωπούμενη από τον D. Rossini, μέλος του «Patronato ACLI» στις Βρυξέλλες, κοινωνικής και νομικής υπηρεσίας για τους διακινούμενους εργαζόμενους, το ONEM, εκπροσωπούμενο από τον Léon Goffin, δικηγόρο Βρυξελλών, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Jean Amphoux, επικουρούμενο από τον Francis Herbert, δικηγόρο Βρυξελλών.
Κατόπον εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Σύμφωνα με το άρθρο 95, παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο, με διάταξη της 19ης Ιανουαρίου 1983, αποφάσισε να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο τρίτο τμήμα.
II — Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Κατά την άποψη της Buccini, η οποία αναφέρεται στις προτάσεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας VerLoren van Themaat στην υπόθεση 79/81, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η εφαρμογή των κοινοτικών κανονισμών δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την κατάργηση των δικαιωμάτων που αποκτώνται δυνάμει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους. Επομένως, η εφαρμογή του άρθρου 40, παράγραφος 4 του κανονισμού 1408/71 δεν μπορεί να συνεπάγεται την κατάργηση του δικαιώματος συντάξεως, αν η εθνική νομοθεσία δυνάμει της οποίας καταβάλλεται η εν λόγω σύνταξη εξασφαλίζει τη χορήγηση για μεγαλύτερη περίοδο από την περίοδο που προβλέπει η νομοθεσία άλλου κράτους μέλους.
Κατά την Baccini, πρέπει στην παρούσα υπόθεση να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι κίνδυνοι της αναπηρίας και της ανεργίας επήλθαν στο Βέλγιο και ότι η απόφαση ότι δεν υπάρχει πλέον ανικανότητα προς εγασία έχει ληφθεί από τις βελγικές υπηρεσίες.
Η Baccini θεωρεί ότι η λύση της διαφοράς εξαρτάται τώρα αποκλειστικά από ένα ζήτημα εσωτερικού δικαίου, εναπόκειται δε στο εθνικό δικαστήριο και μόνο να το επιλύσει. Το ζήτημα αυτό αφορά το ύψος των παροχών που πρέπει να εκκαθαριστούν και θέτει το πρόβλημα κατά πόσο τα βελγικά επιδόματα ανεργίας μπορούν να σωρευθούν, συνολικά ή μέσα στα όρια που θέτει το άρθρο 146, παράγραφος 1 του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1963, με την ιταλική σύνταξη αναπηρίας που καταβάλλεται βάσει αναλογικού επιμερισμού.
Το ONEM, αφού υπενθυμίζει τα περιστατικά της διαφοράς, τις διαδικασίες πριν από την πρώτη παραπομπή στο Δικαστήριο και τους λόγους της δεύτερης αυτής προδικαστικής διαδικασίας, τονίζει ότι οι διατάξεις του άρθρου 40 του κανονισμού 1408/71 συνιστούν, σύμφωνα με τη διατύπωση που χρησιμοποίησε το Συμβούλιο, γενικές διατάξεις.
Κατά το ONEM, από το χαρακτηρισμό αυτό προκύπτει κατ' ανάγκη ότι το άρθρο 40, παράγραφος 4 του κανονισμού 1408/71, σύμφωνα με το οποίο «η απόφαση που λαμβάνεται από το φορέα κράτους μέλους ως προς το βαθμό αναπηρίας του αιτούντος δεσμεύει το φορέα οποιουδήποτε άλλου ενδιαφερομένου κράτους μέλους», αφορά κάθε απόφαση ως προς το βαθμό αναπηρίας του διακινούμενου εργαζομένου, είτε είναι θετική είτε είναι αρνητική.
Κατά την άποψη του ONEM, η ερμηνεία αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνεται από δύο στοιχεία: αφενός μεν από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 40, παράγραφος 4, το οποίο δεν διακρίνει μεταξύ του θετικού ή αρνητικού χαρακτήρα της αποφάσεως που λαμβάνουν οι υπηρεσίες του αρμόδιου κράτους, αφετέρου δε από την αρχή της αντιστοιχίας των αρμοδιοτήτων, που καθιέρωσε το γαλλικό Conseil d'État με διάφορες αποφάσεις του, τις οποίες αναφέρουν συγκεκριμένα οι Aubry και Drago στο «Traité du contentieux administratif» (1962, σ. 1058), έργο στο οποίο παραπέμπει το Cour της Mons. Το Conseil d'État έκρινε ότι «όταν μία διάταξη δεν αναφέρει την αρμόδια αρχή που εκδίδει την αντίθετη πράξη ορισμένης πράξεως, δηλαδή την πράξη που τροποποιεί την τελευταία ή θέτει τέλος σ'αυτή, η αρμοδιότητα αυτή πρέπει να παρέχεται στην αρχή η οποία είναι αρμόδια για την έκδοση της αρχικής πράξεως».
Κατά την άποψη του ONEM, δεν υπάρχει κανένας αντικειμενικός λόγος να θεωρηθεί ότι δυνάμει του άρθρου 40, παράγραφος 4 του κανονισμού 1408/71, ο φορέας ενός κράτους μέλους δεν δεσμεύεται από την απόφαση που έλαβε ο αντίστοιχος του φορέας άλλου κράτους μέλους, παρά μόνο αν η απόφαση αυτή έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση της αναπηρίας. Το ONEM προσθέτει ότι αν η ερμηνεία αυτή γινόταν δεκτή, ο διακινούμενος εργαζόμενος θα μπορούσε να σωρεύσει, για την ίδια περίοδο, επίδομα ανεργίας λόγω της ικανότητας του προς εργασία και σύνταξη αναπηρίας λόγω της ανικανότητας του προς εργασία, η οποία στην πραγματικότητα έχει εκλείψει. Τα πλεονεκτήματα αυτά από άποψη κοινωνικής ασφαλίσεως θα οδηγούσαν στο να ευνοείται ο διακινούμενος εργαζόμενος σε σχέση με το μη διακινούμενο εργαζόμενο, πράγμα που θα ήταν αντίθετο με το άρθρο 7 της συνθήκης.
Το ONEM προτείνει στο Δικαστήριο να δώσει στο προδικαστικό ερώτημα την ακόλουθη απάντηση:
«Η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 40, παράγραφος 4 του κανονισμού 1408/71 είναι αδιακρίτως η απόφαση που διαπιστώνει την αναπηρία ή η απόφαση που διαπιστώνει τη λήξη της εν λόγω αναπηρίας.»
Η Επιτροπή, αφού υπενθυμίζει την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση 79/81 και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η δεύτερη αυτή προδικαστική παραπομπή, θεωρεί ότι, πριν απαντηθούν τα ερωτήματα που υπέβαλε το Cour du travail της Mons, πρέπει να γίνουν ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις, αφενός μεν ως προς τις διατάξεις του βελγικού δικαίου που σκοπεύει να εφαρμόσει το Cour της Mons, αφετέρου δε ως προς ορισμένους λόγους της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, τέλος δε ως προς την ενδεχόμενη καταχρηστική προσφυγή στην προδικαστική διαδικασία.
Η Επιτροπή εκφράζει καταρχάς την έκπληξη της για το ότι το Cour της Mons, αφού ακύρωσε την επίδικη διοικητική απόφαση για το λόγο ότι βασιζόταν στο άρθρο 141, εδάφιο 3 του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1963, σκοπεύει να εφαρμόσει το άρθρο 146 του ίδιου διατάγματος.
Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 141, εδάφιο 3, ορίζοντας ότι ο εργαζόμενος θεωρείται ανίκανος προς εργασία όταν λαμβάνει αλλοδαπή παροχή αναπηρίας λόγω ανικανότητας προς εργασία ίσης ή μεγαλύτερης από 50 ο/ο, θεσπίζει μία από τις προϋποθέσεις κτήσεως του δικαιώματος επί των βελγικών επιδομάτων ανεργίας. Αντίθετα, το άρθρο 146 ρυθμίζει τους τρόπους σωρεύσεως των βελγικών επιδομάτων ανεργίας και των αλλοδαπών παροχών αναπηρίας η χορήγηση των οποίων δεν αποτελεί εμπόδιο για την κτήση του δικαιώματος επί των βελγικών επιδομάτων ανεργίας. Αυτό συμβαίνει όταν η ανικανότητα προς εργασία είναι κατώτερη από 50 °/ο.
Κατά την άποψη τις Επιτροπής, εφόσον έχει αποδειχτεί αφενός μεν ότι στην Ιταλία η σύνταξη αναπηρίας δεν χορηγείται παρά μόνο για ανικανότητα προς εργασία μεγαλύτερη από δύο τρίτα, αφετέρου δε ότι η ανικανότητα προς εγασία της Baccini κρίθηκε από τις βελγικές υπηρεσίες μεγαλύτερη από 66 %, το άρθρο 146 του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1963 δεν φαίνεται να έχει εφαρμογή εν προκειμένω.
Κατά την Επιτροπή, το ζήτημα της νομιμότητας της συνεχίσεως της καταβολής της ιταλικής παροχής δεν μπορεί να κριθεί παρά βάσει και ενόψει των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ζήτημα αυτό, το κοινοτικό δίκαιο, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση 79/81, αντίκειται στην κατάργηση του βελγικού επιδόματος. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, το άρθρο 146 του βελγικού βασιλικού διατάγματος φαίνεται ότι δεν έχει εφαρμογή, εφόσον η Baccini δεν δικαιούται να αξιώσει, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, την καταβολή της ιταλικής συντάξεως.
Η Επιτροπή διατυπώνει μια δεύτερη προκαταρκτική παρατήρηση, σύμφωνα με την οποία το γεγονός ότι οι βελγικές αρχές «θεώρησαν ότι όφειλαν» να πληροφορήσουν το INPS ότι η ανικανότητα εργασίας της Baccini είχε λήξει δεν σημαίνει κατ' ανάγκη μια «ευρεία» ερμηνεία του άρθρου 40, παράγραφος 4, αλλά είναι μάλλον απόρροια του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των ενδιαφερόμενων υπηρεσιών των διαφόρων κρατών μελών, που προβλέπεται από τους κοινοτικούς κανονισμούς.
Η τελευταία προκαταρκτική παρατήρηση αναφέρεται στο γεγονός ότι, σύμφωνα με το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, η απόφαση του Δικαστηρίου θα επιτρέψει στο βελγικό δικαστήριο να «κρίνει παρεμπιπτόντως αν οι ιταλικές παροχές καταβλήθηκαν πράγματι αχρεω-στήτως». Αφού το αντικείμενο της προδικαστικής παραπομπής διευκρινίζεται κατ' αυτό τον τρόπο, πρέπει κατά την Επιτροπή να τεθούν δύο ερωτήματα, δηλαδή αφενός μεν αν η εφαρμογή της νομοθεσίας κράτους μέλους μπορεί να αμφισβητηθεί από άποψη κοινοτικού δικαίου ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους και αφετέρου αν το Δικαστήριο, στο πλαίσιο προδικαστικής διαδικασίας, είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της ενδεχόμενης αντιφάσεως μεταξύ εθνικών και κοινοτικών κανόνων, όταν η εφαρμογή του εθνικού δικαίου, που το παραπέμπον δικαστήριο αμφισβητεί έμμεσα, δεν υπάγεται κανονικά στην αρμοδιότητα του. Κατά την Επιτροπή, το Δικαστήριο απάντησε στο πρώτο ερώτημα με τις αποφάσεις Foglia κατά Novello απόφαση της 11ης Μαρτίου 1980, υπόθεση 104/79, Recueil σ. 745, και απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1981, υπόθεση 244/80, Συλλογή σ. 3045) και ειδικότερα με τη σκέψη 24 της αποφάσεως Foglia II. Σε ό,τι αφορά το δεύτερο ερώτημα, η Επιτροπή, αφού παρατηρεί ότι δεν υφίσταται κατά τη γνώμη της, κανένα στοιχείο καταχρηστικής προσφυγής στη διαδικασία του άρθρου 177, όπως η απουσία πραγματικής διαφοράς, που θα μπορούσε να οδηγήσει το Δικαστήριο να μην εκδώσει απόφαση, υπογραμμίζει ότι, με την απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1973 (υπόθεση 54/72, For-VKS, Recueil σ. 193), το Δικαστήριο απάντησε σε ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 95 της συνθήκης το οποίο είχε υποβάλει ιταλικό δικαστήριο σχετικά με γερμανική φορολογική επιβάρυνση.
Σε ό,τι αφορά την απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το Cour της Mons, η Επιτροπή θεωρεί ότι, σύμφωνα με το γράμμα, το πνεύμα και το σκοπό του άρθρου 40, παράγραφος 4, η «απόφαση ως προς το βαθμό αναπηρίας», για την οποία γίνεται λόγος στην εν λόγω διάταξη, αναφέρεται αποκλειστικά στην απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται η αναπηρία που παρέχει δικαίωμα εισπράξεως παροχών.
Το άρθρο 40 του κανονισμού 1408/71 ορίζει τους κανόνες κτήσεως του δικαιώματος και τους τρόπους χορηγήσεως των παροχών αναπηρίας για τους εργαζόμενους που υπάγονται συγχρόνως σε νομοθεσία τύπου «Α» (νομοθεσία που βασίζεται στον κίνδυνο) και σε νομοθεσία τύπου «Β» (νομοθεσία που λαμβάνει υπόψη τη διάρκεια ασφαλίσεως). Κατά την άποψη της Επιτροπής, από το αντικείμενο του άρθρου 40 προκύπτει κατ' ανάγκη ότι η παράγραφος 4 της διατάξεως αυτής αναφέρεται στην απόφαση με την οποία διαπιστώνεται η αναπηρία.
Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το παράρτημα IV του κανονισμού 1408/71, το οποίο αναφέρεται στη συμφωνία των όρων των σχετικών με το βαθμό αναπηρίας που προβλέπονται από τις νομοθεσίες των κρατών μελών και καταρτίστηκε με βάση τα «συστήματα τα εφαρμοζόμενα από τους φορείς των κρατών μελών, οι οποίοι έχουν λάβει την απόφαση που αναγνωρίζει το βαθμό αναπηρίας».
Η ερμηνεία που προτείνει η Επιτροπή επιβεβαιώνεται από τη διαπίστωση ότι το άρθρο 40 του κανονισμού 574/72, το οποίο παραπέμπει ρητώς στο άρθρο 40, παράγραφος 4 του κανονισμού 1408/71 και ρυθμίζει τον καθορισμό του βαθμού αναπηρίας, περιλαμβάνεται στις διατάξεις του κεφαλαίου 111 του τίτλου IV το του κανονισμού 574/72, που αφορούν την υποβολή Kat την εξέταση των αιτήσεων παροχών. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο συντονισμός που θεσπίζεται με τις διατάξεις του κανονισμού 1408/71 αφορά μόνο την περίπτωση κατά την οποία αποκτάται δικαίωμα επί παροχών της ίδιας φύσης σε πολλά κράτη μέλη. Υπό τον περιορισμό αυτό, το άρθρο 40, παράγραφος 4 αποβλέπει στο να επιταχύνει την εκκαθάριση των συντάξεων αναπηρίας, αποφεύγοντας τις διαφορές στην εκτίμηση της αντικειμενικής κατάστασης του ενδιαφερόμενου εργαζομένου.
Κατά την Επιτροπή, από το αντικείμενο της κοινοτικής ρυθμίσεως προκύπτει ότι δεν καλύπτεται από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου η περίπτωση της αποφάσεως που διαπιστώνει τη λήξη της ανικανότητας προς εργασία και συνιστά συνεπώς τη βάση της αποφάσεως με την οποία αναθεωρείται ή καταργείται η χορήγηση παροχών αναπηρίας ή δεν αναγνωρίζεται η απόκτηση δικαιώματος επί παροχής διαφορετικής φύσεως.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η αρχή της «αντιστοιχίας των αρμοδιοτήτων» που καθιερώθηκε τόσο στο βελγικό διοικητικό δίκαιο, όσο και στο γαλλικό διοικητικό δίκαιο, δεν μπορεί να αναιρέσει την ερμηνεία του άρθρου 40, παράγραφος 4 την οποία προτείνει, αφού, σύμφωνα με την αρχή αυτή, το όργανο που είναι αρμόδιο να εκδώσει ορισμένη διοικητική πράξη, είναι αρμόδιο και να τροποποιήσει την πράξη αυτή ή να εκδώσει αντίθετη πράξη, ενώ το προδικαστικό ερώτημα αναφέρεται στα έννομα αποτελέσματα μιας αποφάσεως των βελγικών υπηρεσιών, με την οποία διαπιστώνεται η λήξη της αναπηρίας που οι υπηρεσίες αυτές είχαν προηγουμένως αναγνωρίσει.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι, χωρίς αυτό να έχει επίδραση στις απαντήσεις που πρέπει να δοθούν στο Cour της Mons, ο βελγικός φορέας όφειλε να πληροφορήσει τον ιταλικό φορέα τόσο για την απόφαση με την οποία διαπίστωσε την αναπηρία (άρθρο 40, παράγραφος 4 του κανονισμού 1408/71) όσο και για την απόφαση καταργήσεως της παροχής (άρθρο 49 του κανονισμού 574/72).
Η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να δώσει στα ερωτήματα του Cour της Mons την απάντηση ότι «το άρθρο 40, παράγραφος 4 του κανονισμού 1408/71 πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι αναφέρεται μόνο στην απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται η ύπαρξη αναπηρίας και ότι αποκλείει την απόφαση η οποία αρνείται την ύπαρξη της καταστάσεως αυτής μεταγενέστερα».
III — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 3ης Μαρτίου 1983, το ONEM, εκπροσωπούμενο από τον Léon Goffin, δικηγόρο Βρυξελλών, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Jean Amphoux, επικουρούμενο από τον Francis Herbert, δικηγόρο Βρυξελλών, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά την ίδια συνεδρίαση.
Σκεπτικό
1
Με απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 1982, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 8 του ίδιου μήνα, το Cour du travail της Mons υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), και του κανονισμού 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Baccini, ιταλίδας υπηκόου, και του Office national de l'emploi (ONEM — Εθνικής Υπηρεσίας Απασχολήσεως) του Βελγίου σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1963, περί απασχολήσεως και ανεργίας, όπως τροποποιήθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 1969, οι οποίες αφορούν τον υπολογισμό του ποσού των βελγικών επιδομάτων ανεργίας σε περίπτωση σωρεύσεως των επιδομάτων αυτών με παροχές αναπηρίας που χορηγούνται δυνάμει του συστήματος ασφαλίσεως κατά ασθένειας - αναπηρίας άλλου κράτους μέλους.
3
Τα περιστατικά της διαφοράς αυτής, η οποία έδωσε αφορμή για μια πρώτη προδικαστική παραπομπή από το Cour du travail της Mons, είναι τα εξής: μετά την υπαγωγή της Baccini, το 1973, στο βελγικό σύστημα παροχών αναπηρίας, το INPS (Istituto nazionale della previdenza sociale — Ίδρυμα Κοινωνικής Πρόνοιας), λαμβάνοντας υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 1408/71, τη σχετική απόφαση, την οποία το βελγικό Ίδρυμα Ασφαλίσεως Ασθένειας και Αναπηρίας (Institut national d'assurance maladie-invalidité — INAMI) του κοινοποίησε με τα έντυπα επικοινωνίας που προβλέπονται από τον κανονισμό 574/72, χορήγησε στην ενδιαφερόμενη από την 1η Αυγούστου 1974, κατά το σύστημα του αναλογικού επιμερισμού, ιταλική σύνταξη αναπηρίας, η οποία υπολογίστηκε κατόπιν συνυπολογισμού της ιταλικής και της βελγικής περιόδου ασφαλίσεως.
4
Όταν ανέκτησε την ικανότητα της προς εργασία στο Βέλγιο από 28 Απριλίου μέχρι 4 Ιουνίου 1975 και κατόπιν από την 1η Σεπτεμβρίου 1977, η Baccini απέκτησε στη χώρα αυτή δικαίωμα επί επιδόματος ανεργίας.
5
Επικαλούμενος το γεγονός ότι η ιταλική σύνταξη αναπηρίας εξακολουθούσε να καταβάλλεται στην ενδιαφερόμενη και ότι βάσει του άρ9ου 141, εδάφιο 3 του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1963, όπως είχε τροποποιηθεί, προέκυπτε νόμιμο τεκμήριο ανικανότητας προς εργασία, το οποίο αποκλείει το δικαίωμα επί επιδόματος ανεργίας, ο διευθυντής του περιφερειακού γραφείου του ONEM της La Louvière διέκοψε, στις 8 Δεκεμβρίου 1978, τη χορήγηση του επιδόματος ανεργίας στην Baccini και διέταξε την απόδοση των ποσών που είχε εισπράξει αχρεωστήτως.
6
Το Cour du travail της Mons, ενώπιον του οποίου η Baccini άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως του Tribunal του Charleroi, υπέβαλε στο Δικαστήριο, με απόφαση της 3ης Απριλίου 1981, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 51 της συνθήκης ΕΟΚ και των κανονισμών 1408/71 και 574/72.
7
Με απόφαση της 23ης Μαρτίου 1982 (υπόθεση 79/81, Συλλογή σ. 1063), το Δικαστήριο απάντησε στα προδικστικά αυτά ερωτήματα ως εξής: «Το άρθρο 51 της συνθήκης ΕΟΚ, ο κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος, και ο κανονισμός 574/72, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, έχουν την έννοια ότι, εφόσον κατά την νομοθεσία ενός κράτους μέλους η κτήση του δικαιώματος επί του επιδόματος ανεργίας από διακινούμενο εργαζόμενο εξαρτάται από την ικανότητα του προς εργασία, η ικανότης δε αυτή προς εργασία ανεγνωρίσθη από τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους, οι αρχές αυτές δεν δύνανται να αρνηθούν στον ενδιαφερόμενο εργαζόμενο την παροχή του επιδόματος ανεργίας λόγω του ότι λαμβάνει, σε άλλο κράτος μέλος, σύνταξη αναπηρίας που εχορηγήθη σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες κατά το σύστημα του συνυπολογισμού και του κατ'αναλογία επιμερισμού».
8
Βάσει της προδικαστικής αυτής αποφάσεως το Cour du travail αφενός μεν ακύρωσε την επίδικη διοικητική απόφαση για το λόγο ότι κακώς βασιζόταν στο άρθρο 141, εδάφιο 3 του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1963, αφετέρου δε εξέτασε το δικαίωμα της ενδιαφερόμενης να της επαναχορηγηθούν οι παροχές αναργίας βάσει του άρθρου 146 του ίδιου βασιλικού διατάγματος, το οποίο ορίζει τα εξής:
«1.
Όταν οι εργαζόμενοι τους οποίους αναφέρει το άρθρο 145 ... λαμβάνουν πράγματι σύνταξη, το ημερήσιο ύψος της οποίας είναι κατώτερο του ημερήσιου ποσοό του επιδόματος ανεργίας ... προσαυξημένου κατά 40 ο/ο, ... δικαιούνται επίδομα ανεργίας, το ύψος του οποίου είναι ίσο προς τη διαφορά μεταξύ του προαναφερθέντος ποσού και του ημερήσιου ύψους της συντάξεως, χωρίς να μπορεί να υπερβεί το ποσό του επιδόματος ανεργίας
2.
... με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 142, η παράγραφος 1 εφαρμόζεται και ως προς τον άνεργο που δικαιούται...
1
...
2
...
3.
(Β.Δ. 11. 9. 1969, άρθρο 2) επίδομα χορηγούμενο βάσει αλλοδαπού συστήματος ασφαλίσεως κατά ασθένειας - αναπηρίας, λόγω ανικανότητας προς εργασία σε προσοστό κατώτερο από 50 ο/ο, η οποία δεν προκλήθηκε από εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια.»
9
Το Cour du travail της Mons θεωρεί ότι, για να κρίνει αν το προαναφερόμενο άρθρο 146 έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να εξακριβώσει αν σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 4 του κανονισμού 1408/71η Baccini είχε από το νόμο αξίωση για την καταβολή της ιταλικής παροχής. Για το σκοπό αυτό, το Cour της Mons υποβάλλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Στα πλαίσια της εφαρμογής της ευρωπαϊκής κοινοτικής ρυθμίσεως, η απόφαση “ως προς το βαθμό αναπηρίας του αιτούντος”, η οποία διέπεται ως προς τα ενδεχομένως “πολυεθνικά” αποτελέσματα της από το άρθρο 40, παράγραφος 4 του κανονισμού 1408/71, περιλαμβάνει επίσης και την απόφαση με την οποία διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει αναπηρία σε ημερομηνία μεταγενέστερη από την ημερομηνία κατά την οποία μία απόφαση δέχτηκε την ύπαρξη αναπηρίας; Η απόφαση “ως προς το βαθμό αναπηρίας” αφορά τόσο την απόφαση που δεν δέχεται την ύπαρξη της καταστάσεως αυτής, όσο και την απόφαση που αναγνωρίζει την ύπαρξη αυτή; Η διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 40, παράγραφος 4, η οποία έχει ευρεία διατύπωση και επικεφαλίδα “γενικές διατάξεις”, δεν έχει πεδίο εφαρμογής ευρύτερο από το πεδίο του άρθρου 44 του εκτελεστικού κανονισμού 574/72; Δεν πρέπει να ερμηνευτεί το άρθρο 40, παράγραφος 4 κατά λογικό και εύλογο τρόπο ενόψει της θεωρίας της αντίθετης πράξεως ή της “αντιστοιχίας των τύπων” (“parallélisme des formes”) (Auby et Drago, “Traité du Contentieux administratif”, 1962, σ. 1058, έως 1081), για να πληρωθούν ενδεχόμενα κενά της κοινοτικής ρυθμίσεως, τα οποία μπορούν να δημιουργούν σχεδόν παράλογες καταστάσεις, όπως η κατάσταση που έχει υποβληθεί στην κρίση του παραπέμποντος δικαστηρίου;»
10
Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι η ανικανότητα προς εργασία της Baccini είχε θεωρηθεί μεγαλύτερη από 50 °/ο και ότι, κατά συνέπεια, το ápSpo 146 του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1963 δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω. Από την παρατήρηση αυτή προκύπτει, κατά την Επιτροπή, ότι το προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε με σκοπό, σύμφωνα με τη διατύπωση της αποφάσεως περί παραπομπής, να εξακριβωθεί αν η διάταξη αυτή του εθνικού δικαίου έχει εφαρμογή στην περίπτωση της Baccini, δεν έχει αποφασιστική σημασία για την επίλυση της διαφοράς.
11
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο δεν μπορεί στο πλαίσιο της προδικαστικής διαδικασίας να αποφανθεί ούτε ως προς την εφαρμογή διατάξεων του εθνικού δικαίου ούτε ως προς το λυσιτελές της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Στο πλαίσιο της κατά το άρ9ρο 177 της συνθήκης κατανομής του δικαιοδοτικού έργου μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, πράγματι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει, με πλήρη επίγνωση, τη σημασία των νομικών ζητημάτων που ανακύπτουν από τη διαφορά την οποία εκδικάζει και την αναγκαιότητα της προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως.
12
Κατά το άρθρο 40, παράγραφος 4 του κανονισμού 1408/71, «η απόφαση που λαμβάνεται από το φορέα κράτους μέλους ως προς το βαθμό αναπηρίας του αιτούντως δεσμεύει το φορέα οποιουδήποτε άλλου ενδιαφερομένου κράτους μέλους, υπό τον όρο ότι υπάρχει συμφωνία των όρων των σχετικών προς το βαθμό αναπηρίας μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών αυτών και η συμφωνία αυτή έχει αναγνωρισθεί στο παράρτημα IV». Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 23ης Μαρτίου 1982, το εν λόγω παράρτημα IV, πριν από την έκδοση στις 18 Σεπτεμβρίου 1981 του κανονισμού 2793/81 του Συμβουλίου (ΕΕ L 275, σ. 1), ο οποίος τροποποίησε τον κανονισμό 1408/71, δεχόταν τη συμφωνία των όρων ως προς το βαθμό αναπηρίας μεταξύ της βελγικής και της ιταλικής νομοθεσίας.
13
Για να καθοριστεί η έννοια και η έκταση εφαρμογής της παραγραάφου 4 του άρθρου 40, πρέπει η διάταξη αυτή να ερμηνευτεί μόνο σε σχέση με τους κοινοτικούς κανονισμούς και τα άρθρα 48 και 51 της συνθήκης, που συνιστούν τη βάση, το πλαίσιο και τα όρια των εν λόγω κανονισμών.
14
Από το ίδιο το άρθρο 40 του κανονισμού 1408/71 προκύπτει, πρώτον, ότι η διάταξη αυτή καθορίζει αποκλειστικά τους κανόνες κτήσεως του δικαιώματος επί των παροχών αναπηρίας για τους εργαζόμενους που έχουν υπαχθεί διαδοχικά ή εναλλακτικά σε νομοθεσίες τόπου Α (νομοθεσίες που στηρίζονται στον κίνδυνο) και τόπου Β (νομοθεσίες που λαμβάνουν υπόψη τη διάρκεια της ασφαλίσεως). Το παράρτημα IV του κανονισμού 1408/71, στο οποίο παραπέμπει το προαναφερόμενο άρθρο 40, παράγραφος 4, επιβεβαιώνει με τη διατύπωση του ότι πράγματι μόνο «η απόφαση που αναγνωρίζει το βαθμό αναπηρίας» επιβάλλεται στα άλλα κράτη μέλη και ότι μόνο σ' αυτή αναφέρεται το εν λόγω άρθρο 40, παράγραφος 4.
15
Δεύτερον, η ερμηνεία αυτή του άρθρου 40, παράγραφος 4 επιβεβαιώνεται από την αλληλουχία στην οποία βρίσκεται η διάταξη αυτή και επιβάλλεται από το σκοπό των κοινοτικών κανονισμών.
16
Αφενός, οι διατάξεις του κανονισμού 574/72, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, οι οποίες αφορούν τις παροχές αναπηρίας και περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο III του τίτλου IV του κανονισμού αυτού, καθορίζουν πράγματι αποκλειστικά τους κανόνες υποβολής και εξετάσεως των αιτήσεων παροχών, χωρίς να αναφέρονται στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τερματίζεται η χορήγηση των παροχών αυτών.
17
Αφετέρου, σύμφωνα με τα άρθρα 48 και 51 της συνθήκης, οι κανονισμοί 1408/71 και 574/72 του Συμβουλίου έχουν κυρίως ως σκοπό να αποφεύγεται να χάνει ο διακινούμενος εργαζόμενος, λόγω της διακινήσεως του από ένα κράτος μέλος σε άλλο, τα οφέλη από τις περιόδους απασχολήσεως του και έτσι να βρίσκεται σε μειονεκτικότερη θέση σε σχέση με τη θέση στην οποία θα ήταν αν είχε εργαστεί σε ένα μόνο κράτος μέλος. Για το σκοπό αυτό, οι κανονισμοί αυτοί θέσπισαν ένα σύστημα συνυπολογισμού όλων των περιόδων απασχολήσεως, οι οποίες μπορούν έτσι να ληφθούν υπόψη για την κτήση και τη διατήρηση του δικαιώματος επί παροχών ίδιας φύσεως σε διάφορα κράτη μέλη και για τον υπολογισμό του ποσού των εν λόγω παροχών. Αλλά οι κανονισμοί αυτοί δεν έχουν ως αντικείμενο και δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα να ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι παροχές αυτές μπορούν να καταργηθούν.
18
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι στο ερώτημα που υπέβαλε το Cour du travail της Mons πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 40, παράγραφος 4 του κανονισμού 1408/71 πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι «η απόφαση ως προς το βαθμό αναπηρίας» για την οποία γίνεται λόγος στη διάταξη αυτή αναφέρεται μόνο στην απόφαση με την οποία διαπιστώνεται ο βαθμός αναπηρίας και αποκλείει την απόφαση η οποία αρνείται την ύπαρξη της καταστάσεως αυτής μεταγενέστερα.
Επί των δικαστικών εξόδων
19
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, η οποία υπέβαλε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται.
20
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Cour du travail της Mons με απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 1982, αποφαίνεται:
Το άρθρο 40, παράγραφος 4 του κανονισμού 1408/71 πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι «η απόφαση ως προς το βαθμό αναπηρίας» για την αποία γίνεται λόγος στη διάταξη αυτή αναφέρεται μόνο στην απόφαση με την οποία διαπιστώνεται ο βαθμός αναπηρίας και αποκλείει την απόφαση η οποία αρνείται την ύπαρξη της καταστάσεως αυτής μεταγενέστερα.
Everling
Mackenzie Stuart
Galmot
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 10 Μαρτίου 1983.
Κατ' εντολή του γραμματέως
Η. Α. Riihi
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόδερος του τρίτου τμήματος
U.Everling
Full & Egal Universal Law Academy