ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 11ης Ιουνίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 235/82 rév.,
Ferriere San Carlo SpA, εκπροσωπούμενη από τον Fabrizzio Massoni, δικηγόρο, 273, avenue Defré, 1180 Βρυξέλλες,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Michel Van Ackere, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής, í
που έχει ως αντικείμενο την αναθεώρηση της απόφασης του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πέμπτο τμήμα), της 30ής Νοεμβρίου 1983, στην υπόθεση 235/82.
1
Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Νοεμβρίου 1985, η εταιρία Ferriere San Carlo υπέβαλε αίτηση, με την οποία ζητεί την αναθεώρηση της αποφάσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 30ής Νοεμβρίου 1983, στην υπόθεση 235/82 ( Συλλογή σ. 3949 ).
2
Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο απέρριψε το κύριο αίτημα της αιτούσας, δηλαδή το αίτημα ακυρώσεως της απόφασης της Επιτροπής, της 13ης Αυγούστου 1982, με την οποία επιβλήθηκε στην αιτούσα πρόστιμο κατ' εφαρμογή του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ καθώς και της απόφασης 2794/80/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 30ής Οκτωβρίου 1980, λόγω υπερβάσεως των ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβα που της είχαν χορηγηθεί για το τέταρτο τρίμηνο του 1980. Το Δικαστήριο απέρριψε εξάλλου και τα επικουρικά αιτήματα της αιτούσας δηλαδή, αφενός, το αίτημα περί μειώσεως του επιβληθέντος προστίμου και, αφετέρου, το αίτημα της παροχής από το Δικαστήριο στην αιτούσα « όρων και προθεσμιών » λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική της κατάσταση και τη συγκυρία στον τομέα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα. Απορρίπτοντας το τελευταίο αυτό αίτημα, το Δικαστήριο έκρινε ότι « το αίτημα αυτό με το οποίο ζητείται στην πραγματικότητα από το Δικαστήριο να δώσει εντολές στην Επιτροπή, η οποία είναι η μόνη αρμόδια να χορηγεί ευκολίες πληρωμής στις επιχειρήσεις, κατά των οποίων επιβάλλονται κυρώσεις, είναι προφανώς απαράδεκτο ».
3
Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται από το Δικαστήριο:
—
να αναθεωρήσει την προαναφερθείσα απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1983 διατάσσοντας την Επιτροπή να γνωστοποιήσει τις διατάξεις επί των οποίων στηρίζεται για να επιβάλλει πρόστιμα και να εφαρμόζει επιτόκια που ποικίλλουν αναλόγως των κρατών μελών·
—
να κρίνει ότι τα ίδια επιτόκια πρέπει να εφαρμόζονται σε όλα τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα εντός της Κοινότητας και δη αναλόγως των επιτοκίων που ισχύουν στην αγορά του ECU·
—
να διατάξει τη δημοσίευση των κανόνων που εφαρμόζονται για τον υπολογισμό των επιτοκίων.
4
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναθεωρήσεως ως απαράδεκτη και να καταδικάσει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα.
5
Η διαδικασία ως προς το παραδεκτό της αιτήσεως εξελίχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 100 του κανονισμού διαδικασίας, οι δε διάδικοι υπέβαλαν έγγραφες παρατηρήσεις. Το Δικαστήριο άκουσε το γενικό εισαγγελέα εν συμβουλίω.
6
Στο πλαίσιο της αιτήσεως αναθεωρήσεως η αιτούσα εταιρία υποστηρίζει ότι ματαίως επιχείρησε να επιτύχει από την Επιτροπή μεγαλύτερες προθεσμίες και χαμηλότερα επιτόκια προκειμένου να καταβάλει το επίδικο κατά την κύρια δίκη πρόστιμο. Μ' αυτήν ακριβώς την ευκαιρία έλαβε γνώση του νέου πραγματικού περιστατικού, ότι δηλαδή η Επιτροπή εφαρμόζει επιτόκια που ποικίλλουν αναλόγως των διαφόρων κρατών μελών. Η αιτούσα εταιρία φρονεί ότι η συμπεριφορά αυτή της Επιτροπής αντιβαίνει στο άρθρο 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί Προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στα άρθρα 2, 3, στοιχείο γ ), 67 και επ. της Συνθήκης ΕΟΚ και στα άρθρα 2, 3, στοιχείο β ), 3, στοιχείο γ ), 3, στοιχείο στ ), 4, στοιχείο β ), και 5 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Εξάλλου, το νέο αυτό περιστατικό επιτρέπει στην αιτούσα να ασκήσει το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναθεωρήσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 98 και επ. του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου.
7
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αίτηση αναθεωρήσεως είναι απαράδεκτη για τέσσερις λόγους:
—
υπεβλήθη μετά τη λήξη της προθεσμίας των τριών μηνών που προβλέπει το άρθρο 98 του κανονισμού διαδικασίας·
—
κατά παράβαση του άρθρου 99 του κανονισμού διαδικασίας δεν αναφέρει τα σημεία στα οποία προσβάλλεται η απόφαση. Εξάλλου η προσβαλλόμενη απόφαση και η αίτηση δεν έχουν το ίδιο αντικείμενο·
—
ακόμα και αν υποτεθεί ότι το προβαλλόμενο νέο περιστατικό αφορά πράγματι την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν θα ήταν ικανό να επηρεάσει καθοριστικά την επίλυση της διαφοράς·
—
κατά την έκδοση της αποφάσεως, και το Δικαστήριο και η αιτούσα γνώριζαν τις προϋποθέσεις που διέπουν τη χορήγηση προθεσμιών καταβολής και τον καθορισμό των σχετικών επιτοκίων.
8
Σύμφωνα με το άρθρο 99, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου η αίτηση περί αναθεωρήσεως πρέπει να αναφέρει τα σημεία στα οποία προσβάλλεται η απόφαση.
9
Η υπό κρίση αίτηση « περί αναθεωρήσεως » δεν αμφισβητεί ούτε τις σκέψεις ούτε το διατακτικό της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 30ής Νοεμβρίου 1983, η οποία φέρεται προσβαλλομένη. Στην πραγματικότητα η αίτηση δεν στρέφεται κατά της εν λόγω αποφάσεως αλλά κατά των μέτρων που έλαβε η Επιτροπή για την εκτέλεση της, ιδίως όσον αφορά τη χορήγηση προθεσμιών καταβολής και τα σχετικά επιτόκια. Στο πλαίσιο αιτήσεως « αναθεωρήσεως » τα αιτήματα αυτού του είδους είναι απαράδεκτα.
10
Υπό τις συνθήκες αυτές η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, παρέλκει δε η εξέταση των άλλων ενστάσεων απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή.
Επί των δικαστικών εξόδων
11
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η αιτούσα ηττήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πέμπτο τμήμα )
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση αναθεωρήσεως ως απαράδεκτη.
2)
Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα.
Everling
Joliét
Galmot
Schockweiler
Moitinho de Almeida
Εκδόθηκε εν συμβουλίω στο Λουξεμβούργο στις 11 Ιουνίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος
U. Everling
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy