Στην υπόθεση 265/82,
Union sidérurgique du Nord et de l'Est de la France «Usinor», εκπροσωπούμενη και επικουρούμενη από τον L. Funck-Brentano, δικηγόρο της Cour de Paris, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Marlyse Neuen-Kauffman, 21, rue Philippe-II,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Étienne Lasnet, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg, Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής της 13ης Αυγούστου 1982 περί επιβολής προστίμου βάσει του άρθρου 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Υ. Galmot, πρόεδρο τμήματος, Mackenzie Stuart, Ο. Due, U. Everling και Κ. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Η Επιτροπή εξέδωσε στις 24 Ιουνίου 1981 την απόφαση 1831/81/ΕΚΑΧ περί εισαγωγής επιτηρήσεως και νέου συστήματος ποσοστώσεων της παραγωγής ορισμένων προϊόντων για τις' επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα (EE L 180, σ.1).
Το άρθρο 10 της απόφασης αυτής προβλέπει τη δυνατότητα προσαρμογής των ποσοστώσεων των προϊόντων της κατηγορίας Ια, που προορίζονται για την κατασκευή σωλήνων μικρής διαμέτρου. Σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις της απόφασης:
«Λόγω της αστάθειας της αγοράς κρίθηκε αναγκαίο να υπαχθούν στο σύστημα ποσοστώσεων οι φαρδιές ταινίες θερμής ελάσεως και οι ταινίες από χάλυβα για την κατασκευή συγκολλημένων σωλήνων μικρής διαμέτρου.
Επειδή στην κατηγορία των σωλήνων αυτών εμπίπτουν και ορισμένοι σωλήνες χρησιμοποιούμενοι κυρίως στον ενεργειακό τομέα, για τους οποίους υπάρχει σημαντική ζήτηση και οι οποίοι δεν είναι δυνατόν να διαχωρισθούν στατιστικά από τους λοιπούς μικρούς συγκολλημένους σωλήνες είναι σκόπιμο να υπάρξει αναπροσαρμογή των ποσοστώσεων κατόπιν αιτήσεως και υποβολής δικαιολογητικών εκ μέρους των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, προκειμένου να καταστεί δυνατή η παραγωγή αυτών των σωλήνων.»
Το άρθρο 10 της απόφασης 1831/81 ορίζει:
«Όσον αφορά τα προϊόντα της κατηγορίας Ια, τα οποία χρησιμοποιούνται σε κατάσταση θερμής ελάσεως για την παραγωγή στην Κοινότητα συγκολλημένων σωλήνων διαμέτρου μικρότερης ή ίσης προς 406,4 mm, η Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεως της επιχειρήσεως, συνοδευομένης από την απόδειξη χρησιμοποιήσεως προς το σκοπό αυτόν, προσαρμόζει την ποσόστωση και επιτρέπει τις ανάλογες παραδόσεις.»
Η Επιτροπή καθόρισε την ποσόστωση της προσφεύγουσας για το τρίτο τρίμηνο 1981, κατ' εφαρμογή της απόφασης 1831/81, με έγγραφο της 29ης Ιουλίου 1981. Η προσφεύγουσα ζήτησε την προσαρμογή της ποσόστωσης αυτής βάσει του άρθρου 10, στις 22 Σεπτεμβρίου 1981. Η Επιτροπή, με απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 1981, προσάρμοσε την ποσόστωση παραγωγής της προσφεύγουσας για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια, για το τρίτο τρίμηνο 1981, αυξάνοντας την ποσόστωση κατά 14132 τόνους.
Η προσφεύγουσα δεν άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης αυτής.
Μεταγενέστερα, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Usinor είχε υπερβεί την ποσόστωση παραγωγής της για το τρίτο τρίμηνο 1981 κατά 8556 τόνους, όσον αφορά τα προϊόντα της προαναφερόμενης κατηγορίας. Η Επιτροπή, αφού παρέσχε στην προσφεύγουσα την ευκαιρία να διατυπώσει της γραπτές παρατηρήσεις της και μετά από ακρόαση των εκπροσώπων της, επέβαλε, με απόφαση της 13ης Αυγούστου 1981, πρόστιμο 4215404 γαλλικών φράγκων (FF) στην προσφεύγουσα λόγω υπερβάσεως ποσοστώσεως.
Η προσφεύγουσα, με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία στις 27 Σεπτεμβρίου 1982, άσκησε προσφυγή πλήρους δικαιοδοσίας κατά της εν λόγω απόφασης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 36, δεύτερη παράγραφος, της συνθήκης ΕΚΑΧ. Η διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά. Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας, χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων, και την ανάθεση της υπόθεσης στο πέμπτο τμήμα.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η προσφεύγουοαςητεί από το Δικαστήριο:
1.
να ακυρώσει την από 13ης Αυγούστου 1982 απόφαση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·
2.
επικουρικώς, να μειώσει το επιβληθέν πρόστιμο σε ένα συμβολικό ποσό·
3.
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπήςητείαπό το Δικαστήριο:
1.
να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
2.
επικουρικώς, να την απορρίψει ως αβάσιμη·
3.
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
ΙΙΙ — Λόγοι ακυρώσεως και επιχειρήματα των διαδίκων
Η προσφεύγουσα εξηγεί ότι παράγει προϊόντα θερμής ελάσεως, τα οποία πωλεί σε επιχειρήσεις που τα μεταποιούν σε σωλήνες. Η κατασκευή των προϊόντων θερμής ελάσεως που προορίζονται για τη χρήση αυτή γίνεται επί παραγγελία, η δε παραγωγή τους ξεκινάει μόνο σε συνάρτηση με την παραγγελία. Εν προκειμένω, η υπέρβαση ποσόστωσης παραγωγής που της προσάπτεται αναφέρεται σε οριστική παραγγελία της εταιρείας Σωληνουρ-γεία Κορίνθου της 13ης Ιουλίου 1981, που έγινε αποδεκτή στις 20 Αυγούστου 1981. Τα συμφωνηθέντα προϊόντα παρήχθησαν το Σεπτέμβριο 1981. Η αποστολή τους έγινε στις 14 και 26 Οκτωβρίου 1981, ημερομηνίες που καθορίστηκαν βάσει του ημερολογιακού πίνακα δρομολογίων του πλοίου.
Αντίθετα προς την προσδοκία της προσφεύγουσας, η Επιτροπή υπολόγισε την προσαρμογή της ποσόστωσης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 10 της απόφασης 1831/81, βασιζόμενη στην αύξηση των παραδόσεων κατά τη διάρκεια του τριμήνου και εφαρμόζοντας στην ποσόστωση παραγωγής την ίδια αύξηση σε τόνους, που διαπίστωσε και για τις παραδόσεις. Η Επιτροπή προέβη έτσι σε εσφαλμένη ερμηνεία του εν λόγω άρθρου, αποδίδοντάς του διαφορετική έννοια από εκείνη που του είχαν αποδώσει οι συναλλασσόμενοι και μάλιστα τα μέλη της Eurofer.
Η Επιτροπή έκανε γνωστή την ερμηνεία της του άρθρου 10 μόνο στις 10 Νοεμβρίου 1981, με έγγραφο προς την Eurofer. Λαμβάνοντας υπόψη την επί μακρό χρονικό διάστημα σιωπή της Επιτροπής, η προσφεύγουσα δικαιολογημένα πίστεψε ότι η διάταξη αυτή θα εφαρμοζόταν σύμφωνα με την ερμηνεία που της είχαν αποδώσει η ίδια, καθώς και τα μέλη της Eurofer. Αφήνοντας να πλανάται αμφιβολία γύρω από τους όρους ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 10 της απόφασης, η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ασφάλειας του δικαίου.
Το άρθρο 10 ορίζει ότι η Επιτροπή: «κατόπιν αιτήσεως της επιχειρήσεως, συνοδευομένης από την απόδειξη χρησιμοποιήσεως (του προϊόντος), προσαρμόζει την ποσόστωση...». Η απόφαση δεν διευκρινίζει τι πρέπει να νοείται με τον όρο «χρησιμοποίηση» και δεν διευκρινίζει περαιτέρω αν η Επιτροπή δικαιούται να προσαρμόζει την ποσόστωση παραγωγής, την ποσόστωση παράδοσης ή και τις δύο. Σε καμιά περίπτωση το κείμενο δεν προσδιορίζει ότι η ποσόστωση παραγωγής πρέπει να προσαρμόζεται σε συνάρτηση με τις παραδόσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια του ίδιου τριμήνου. Δεδομένου ότι η απόφαση σιωπά, η προσφεύγουσα αντελήφθη ότι οι συμπληρωματικές ποσοστώσεις καθορίζονται σε συνάρτηση με τις εκκρεμούσες παραγγελίες, χωρίς να απαιτείται οι σχετικές παραδόσεις να πραγματοποιούνται κατ' ανάγκην εντός του οικείου τριμήνου.
Η ερμηνεία της Επιτροπής είναι αυθαίρετη και απροσδόκητη. Η Επιτροπή δικαιολογεί την ερμηνεία αυτή με την αιτιολογία ότι τα εν λόγω προϊόντα προορίζονται αποκλειστικά για τους παραγωγούς σωλήνων εντός της Κοινότητας και ότι οι ποσότητες παραγωγής συμπίπτουν κατ' ανάγκη με τις ποσότητες παράδοσης. Τούτο είναι μεν ακριβές για ένα μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, όχι όμως κατ' ανάγκη και εντός ενός τριμήνου.
Η ερμηνεία της Επιτροπής αποδεικνύεται εντελώς εξωπραγματική κατά την εφαρμογή της στην πράξη. Σε ένα επιχειρησιακό όμιλο, όπως αυτός της προσφεύγουσας, επτά διαφορετικά εργοστάσια παράγουν προϊόντα για την κατασκευή μικρών σωλήνων και δεν είναι δυνατό να εξασφαλιστεί, σε ορισμένη ημερομηνία στο τέλος του τριμήνου, η ισότητα που η Επιτροπή υποθέτει ότι υφίσταται μεταξύ παραγωγής και παράδοσης.
H μέθοδος εφαρμογής την οποία έχει υιοθετήσει η Επιτροπή δημιουργεί επιπλέον διάκριση μεταξύ των παραγωγών που προέβαιναν σε παραδόσεις από αποθέματα προϊόντων ή από προϊόντα προερχόμενα από άλλες πηγές, η ποσόστωση παραγωγής των οποίων προσαρμόζεται σε συνάρτηση με τις παραδόσεις που πραγματοποιούν και εκείνων που, όπως η προσφεύγουσα, παράγουν ανάλογα με τις παραγγελίες που λαμβάνουν.
Επομένως, η ερμηνεία και η εφαρμογή του άρθρου 10 της απόφασης 1831/81 από την Επιτροπή είναι παράνομες και η ατομική απόφαση της 13ης Αυγούστου 1982 πρέπει να ακυρωθεί.
Η απόφαση της Επιτροπής αντίκειται επίσης στην αρχή της αναλογικότητας. Πράγματι, η χρησιμοποίηση της παραγωγής του τρίτου τριμήνου 1981 είχε εξασφαλιστεί από τις οριστικές παραγγελίες που είχαν γίνει αποδεκτές κατά τη διάρκεια του τριμήνου αυτού. Η υπέρβαση της παραγωγής, σε σύγκριση με τις παραδόσεις του τριμήνου αυτού, αντισταθμίστηκε από αντίστοιχη μείωση της παραγωγής κατά το τέταρτο τρίμηνο. Το γεγονός ότι η παραγωγή του τετάρτου τριμήνου παρέμεινε σε επίπεδα κατώτερα από τη χορηγηθείσα ποσόστωση, σε μέτρο ίσο προς την επίδικη υπέρβαση, αποδεικνύει ότι η υπέρβαση, για την οποία επιβλήθηκε η κύρωση, αποτελεί απλώς μια τυπική παράβαση. Λόγω αυτής της παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, η απόφαση της Επιτροπής πρέπει να ακυρωθεί ή, επικουρικώς, πρέπει να μεταρρυθμιστεί, ενόψει του καθαρά τυπικού χαρακτήρα της παράβασης, το δε επιβληθέν πρόστιμο να περιοριστεί σε ένα συμβολικό ποσό.
Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι η προσφεύγουσα, με την υπό κρίση προσφυγή, κατ' ουσίαν θέτει υπό αμφισβήτηση το νομότυπο της απόφασης της Επιτροπής της 23ης Δεκεμβρίου 1981, με την οποία η Επιτροπή αποφάσισε να προσαρμόσει την ποσόστωση παραγωγής της προσφεύγουσας. Εφόσον η προσφεύγουσα δεν άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης αυτής εντός της νόμιμης προθεσμίας, η νομιμότητα της απόφασης αυτής δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί. Ούτε μπορεί η προσφεύγουσα να επικαλείται το άρθρο 36, τρίτη παράγραφος, της συνθήκης, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει στην προσφεύγουσα να επικαλεστεί μόνο την έλλειψη νομιμότητας των γενικών αποφάσεων και συστάσεων και όχι την έλλειψη νομιμότητας των αποφάσεων και συστάσεων των οποίων υπήρξε αποδέκτης.
Επικουρικώς, η Επιτροπή αμφισβητεί το βάσιμο του λόγου που επικαλείται η προσφεύγουσα, σύμφωνα με τον οποίο προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του άρθρου 10. Η Επιτροπή επισημαίνει την ανάγκη να εξασφαλίζεται με αυστηρότητα η απόδειξη περί του ότι το προϊόν της κατηγορίας Ια προορίζεται για την κατασκευή μικρών σωλήνων. Ο υπολογισμός της προσαρμογής των ποσοστώσεων παραγωγής πρέπει να αναφέρεται στις πραγματικές παραδόσεις και όχι στις παραγγελίες. Το στοιχείο εκείνο που είναι το πλησιέστερο στη χρησιμοποίηση και το λιγότερο αβέβαιο είναι το έγγραφο της παράδοσης. Αντίθετα, η παραγγελία αποτελεί έννοια επισφαλή και αβέβαιη. Η παραγγελία προηγείται της παραγωγής, μπορεί να εκτείνεται σε δύο ή περισσότερα τρίμηνα και μπορεί ακόμη να τροποποιηθεί εν μέρει ή εν όλω μεταγενέστερα.
Ακόμη, κατά τη διάρκεια της έλασης, ο προγραμματισθείς προορισμός (σωλήνες) μπορεί να μεταβληθεί προς άλλο τομέα χρησιμοποίησης. Οι επιχειρήσεις του μεγέθους της Usinor διαθέτουν επαρκή ελαστικότητα, ώστε να προσαρμόζονται στη διάταξη του άρθρου 10 και μπορούν, λόγω των μεγάλων ποσοτήτων που παράγουν, να εξισώσουν την παραγωγή προς την παράδοση.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι εφάρμοσε το άρθρο 10 κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να λειτουργεί όσο το δυνατό αποτελεσματικότερα. Ουδόλως πρόκειται για ανακριβή, εσφαλμένη ή αυθαίρετη ερμηνεία. Οι άλλες επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα, μέλη της Eurofer, πλην της Usinor, οδηγήθηκαν στην προσαρμογή του όγκου της παραγωγής τους προς τις πραγματικές παραδόσεις.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η Usinor εφάρμοσε και επέμεινε να εφαρμόζει το άρθρο 10 κατά τη δική της αντίληψη, φέροντας η ίδια τον κίνδυνο. Αποτέλεσμα της στάσης αυτής είναι ότι υπερέβη την ποσόστωση και ότι για την υπέρβαση αυτή πρέπει να επιβληθεί κύρωση. Η ενδεχόμενη καθυστέρηση της γνωστοποίησης εκ μέρους της Επιτροπής της θέσης της σχετικά με το άρθρο 10 επ' ουδενί λόγω δικαιολογεί την αμελή συμπεριφορά της προσφεύγουσας. Η Επιτροπή αμφισβητεί άλλωστε ότι υπάρχει τέτοια καθυστέρηση. Για το θέμα αυτό έγιναν πολλές επαφές μεταξύ Επιτροπής και εκπροσώπων της Eurofer, στην οποία ανήκει η Usinor, το δε έγγραφο της 10ης Νοεμβρίου 1981 απλώς επιβεβαίωσε και επισημοποίησε τα διαμειφθέντα κατά τις επαφές αυτές.
Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι η μέθοδος εφαρμογής του άρθρου 10 δημιούργησε διακρίσεις μεταξύ παραγωγών. Η σχετική με τα αποθέματα επιχειρηματολογία φαίνεται να ξεκινάει από μια βέβαιη σύγχυση.
Η Επιτροπή αποκρούει κατηγορηματικά την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας, σύμφωνα με την οποία για μια καθαρά τυπική παράβαση επέβαλε πρόστιμο όμοιο με εκείνο που θα άρμοζε σε περίπτωση πραγματικής υπέρβασης της ποσόστωσης. Στο πλαίσιο ενός αντικειμενικού συστήματος, όπως η ρύθμιση των ποσοστώσεων, δεν τίθεται ζήτημα να θεωρηθούν παραβάσεις ως καθαρώς «τυπικές». Μία ποσόστωση είτε έχει είτε δεν έχει ξεπεραστεί. Η θεμελιώδης αρχή των ποσοστώσεων είναι ακριβώς ο τριμηνιαίος χαρακτήρας τους. Είναι αλυσιτελής ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι «από τη χρονική αυτή κλιμάκωση [μεταξύ παραγωγής και παράδοσης], στην οποία βασίστηκε η απόφαση περί επιβολής προστίμου, κανένα κέρδος δεν πορίστηκε η προσφεύγουσα και καμία ζημία δεν υπέστη η Κοινότητα».
Η Επιτροπή εφάρμοσε το γενικό κανόνα, κατά τον οποίο.η υπέρβαση ποσοστώσεων τιμωρείται με πρόστιμο 75 ECU ανά τόνο υπέρβασης. Ο γενικός αυτός κανόνας συνιστά ακριβώς την αρχή στην οποία στηρίζεται το σύστημα. Η αναφορά στη φράση «κατά κανόνα» αφορά μάλλον ειδικές περιπτώσεις, όπως εκείνη της κηρυγμένης πτώχευσης επιχείρησης που υπερέβη την ποσόστωση της. Η ερμηνεία την οποία δίνει εν προκειμένω η Usinor στο άρθρο 10 δεν είναι δυνατό να αποτελέσει λόγο αμβλύνσεως της κύρωσης.
Με την απάντηση της η προσφεύγουσα αποκρούει την ένσταση απαραδέκτου την οποία προέβαλε η Επιτροπή. Τα περιστατικά στην υπό κρίση περίπτωση είναι εντελώς διαφορετικά από εκείνα στα οποία στηρίχτηκε η απόφαση της 31ης Μαρτίου 1965 (υποθ. 21/64, Macchiorlati Dalmas e Figli κατά Ανωτάτης Αρχής, Recueil σ. 228). Εν πάση περιπτώσει, η υπό κρίση προσφυγή είναι προσφυγή πλήρους δικαιοδοσίας, που αφορά κατά πρώτο λόγο την ατομική απόφαση της 13ης Αυγούστου 1982. Παρεμπιπτόντως μόνο η προσφεύγουσα αμφισβήτησε τη νομιμότητα ορισμένων διατάξεων της γενικής απόφασης 1831/81, όπως τις ερμηνεύει η Επιτροπή. Για το λόγο* αυτό, η προσφυγή της είναι παραδεκτή κατ' εφαρμογή του άρθρου 36, τρίτη παράγραφος, της συνθήκης, διότι η απόφαση της 13ης Αυγούστου 1982 βασίζεται στη γενική αυτή απόφαση, της οποίας αποτελεί εφαρμογή (βλ. την αιτιολογική αναφορά, τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 1 της απόφασης της 13ης Αυγούστου 1982). Υπάρχει οπωσδήποτε σχέση μεταξύ των δύο αποφάσεων. Η προσφεύγουσα, αντίθετα, δεν αμφισβητεί την απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 1981.
Επί της ουσίας, η προσφεύγουσα αμφισβητεί την επιχειρηματολογία της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία ο έλεγχος των ποσοστώσεων της παραγωγής ενδιάμέσων προϊόντων μπορεί να γίνει μόνο βάσει των παραδόσεων. Οι ποσοστώσεις αυτές προσαρμόζονται εκ των υστέρων — βάσει των δηλώσεων των επιχειρήσεων — αντίθετα προς ό,τι ισχύει για τα λοιπά προϊόντα. Θεωρεί ότι το κριτήριο των παραδόσεων, το οποίο δέχεται η Επιτροπή, αντιβαίνει στο γράμμα της απόφασης 1831/81 και δεν αποτελεί το αποτελεσματικότερο κριτήριο, παρόλο που είναι το επαχθέστερο. Κατά την άποψη της, το κριτήριο της πώλησης και η υποχρέωση προσκόμισης εγγράφων, που βεβαιώνουν τη χρησιμοποίηση, θα παρείχε στην Επιτροπή ασφαλέστερη εγγύηση ότι το προϊόν της κατηγορίας Ια, που κατασκευάστηκε κατά τη διάρκεια ενός τριμήνου, χρησιμοποιήθηκε όντως από τον αγοραστή για την κατασκευή μικρών συγκολλημένων σωλήνων. Το επιχείρημα της Επιτροπής, ότι ο προγραμματισθείς προορισμός μπορεί να μεταβληθεί κατά τη διάρκεια της έλασης προς άλλη χρησιμοποίηση, ισχύει εξίσου και για την παράδοση. Συνεπώς, είναι ανώφελος ο εξαναγκασμός που αποβλέπει στο να συμπέσει με ακρίβεια η κατασκευή με την παράδοση στο τέλος κάθε τριμήνου.
Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι μια επιχείρηση του μεγέθους της διαθέτει αρκετή ευελιξία, ώστε να προσαρμόζεται στη διάταξη του άρθρου 10. Σχετικά παρέχει λεπτομερείς εξηγήσεις.
Η προσφεύγουσα αποκρούει επίσης την επιχειρηματολογία της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία εφάρμοσε το άρθρο 10 κατά τη δική της αντίληψη φέροντας η ίδια τον κίνδυνο. Η επιχειρηματολογία της Επιτροπής, κατά την οποία η προσφεύγουσα όφειλε να εφαρμόσει την αρχική ποσόστωση ενόσω δεν είχει μεσολαβήσει προσαρμογή της ποσόστωσης της, καταλήγει να καθιστά κενό περιεχομένου το άρθρο 10 της απόφασης 1831/81, εφόσον αυτό θα σήμαινε ότι, ελλείψει ρητής έγκρισης της Επιτροπής, οι επιχειρήσεις οφείλουν να μην παράγουν προϊόντα της κατηγορίας Ια πέραν των ορίων της αρχικής ποσόστωσης παρά τη ζήτηση της αγοράς. Η προσφεύγουσα αμφισβητεί ιδίως ότι οι επιχειρήσεις μέλη της Eurofer είχαν τη δυνατότητα να γνωρίζουν τη θέση της Επιτροπής ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του άρθρου 10 πριν από τη λήξη του τρίτου τριμήνου 1981. Η Usinor βασίστηκε σε δύο διαφορετικές συμπληρωματικές ποσοστώσεις, της παραγωγής και της παράδοσης. Η προσφεύγουσα επεξηγεί την επιχειρηματολογία της που αφορά τη διάκριση μεταξύ παραγωγών που κατέχουν αποθέματα και των παραγωγών που παράγουν επί παραγγελία.
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον καθορισμό προστίμων. Δεν πρέπει το Δικαστήριο να δεχτεί την ερμηνεία που δίνει η Επιτροπή στον όρο «κατά κανόνα» του άρθρου 12 της απόφασης 1831/81, αλλά οφείλει να ασκήσει την δικαιοδοτική του εξουσία και να ακυρώσει ή να μεταρρυθμίσει την επίδικη απόφαση, εκτιμώντας την τυχόν συνδρομή επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών περιστάσεων.
Με την ανταπάντησή της η Επιτροπή επανέρχεται στην ένσταση απαραδέκτου. Αμφισβητεί την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας, επιμένοντας στην ανάγκη τήρησης της τασσόμενης αποσβεστικής προθεσμίας για την κατάθεση προσφυγής ακυρώσεως.
Επί της ουσίας, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το άρθρο 10 εισάγει μια πιο ευέλικτη ρύθμιση στο καθεστώς των ποσοστώσεων, αυτή η ευελιξία όμως δεν επέρχεται αυτομάτως. Μια από τις ουσιώδεις προϋποθέσεις είναι η απόδειξη της χρησιμοποίησης των προϊόντων για την παραγωγή μικρών σωλήνων. Το κριτήριο της πραγματικής παράδοσης εξασφαλίζει τουλάχιστον την αποτελεσματικότητα των ελέγχων. Η Usinor έκανε χρήση της δυνατότητας να εξασφαλίσει κατά το τελευταίο τρίμηνο του 1981 παραδόσεις μεγαλύτερες από τις ποσότητες παραγωγής της, εκτελώντας παραδόσεις από τα αποθέματά της και δεν μπορεί επομένως να προβάλει διάκριση. Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι πρέπει να της προσαφθεί οποιαδήποτε καθυστέρηση στην απόφαση της περί προσαρμογής των ποσοστώσεων. Επισημαίνει ότι καμιά άλλη από τις 21 επιχειρήσεις που εμπίπτουν στην ευεργετική ρύθμιση του άρθρου 10 δεν έθεσε υπό αμφισβήτηση το κριτήριο των πραγματικών παραδόσεων για την προσαρμογή των ποσοστώσεων της. Αναφέρεται τέλος στη σημασία της αυστηρής και αυτόματης επιβολής των προστίμων που προβλέπονται σε περίπτωση υπέρβασης των ποσοστώσεων.
IV — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 22ας Ιουνίου 1983, ο δικηγόρος L. Funck-Brentano, εκπροσωπώντας την Usinor, και ο Ε. Lasnet, εκπροσωπώντας την Επιτροπή, ανέπτυξαν τις προφορικές τους παρατηρήσεις.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιουλίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Σεπτεμβρίου 1982, η εταιρεία Usinor άσκησε, δυνάμει του άρθρου 36, δεύτερη παράγραφος, της συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή πλήρους δικαιοδοσίας κατά της από 13 Αυγούστου 1982 απόφασης της Επιτροπής περί επιβολής προστίμου 4215404 FF στην προσφεύγουσα, λόγω υπέρβασης της ποσόστωσης της παραγωγής της για το τρίτο τρίμηνο του 1981.
2
Η μεταξύ των διαδίκων διαφορά προέκυψε λόγω διαφορετικής ερμηνείας του άρθρου 10 της γενικής απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ της 24ης Ιουνίου 1981«περί εισαγωγής συστήματος επιτηρήσεως και νέου συστήματος ποσοστώσεων της παραγωγής ορισμένων προϊόντων για τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα» (ΕΕ L 180, σ. 1). Το άρθρο 10 της απόφασης αυτής προβλέπει τη δυνατότητα προσαρμογής των ποσοστώσεων παραγωγής των προϊόντων της κατηγορίας Ια, που προορίζονται για την κατασκευή σωλήνων μικρής διαμέτρου. Σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις της απόφασης αυτής, για τους σωλήνες αυτούς υπάρχει σημαντική ζήτηση, κυρίως στον ενεργειακό τομέα. Από στατιστικής πλευράς, όμως, είναι δυσχερής η διάκριση των προϊόντων αυτών από τους λοιπούς μικρούς συγκολλημένους σωλήνες. Κρίθηκε επομένως σκόπιμο να αναπροσαρμόζονται οι ποσοστώσεις των επιχειρήσεων κατόπιν αιτήσεως τους και προσκομίσεως δικαιολογητικών, προκειμένου να τους επιτραπεί η παραγωγή αυτών των σωλήνων. Βάσει αυτών των σκέψεων το άρθρο 10 ορίζει:
«Όσον αφορά τα προϊόντα της κατηγορίας Ια, τα οποία χρησιμοποιούνται σε κατάσταση θερμής ελάσεως για την παραγωγή στην Κοινότητα συγκολλημένων σωλήνων διαμέτρου μικρότερης ή ίσης προς 406,4 mm, η Επιτροπή κατόπιν αιτήσεως της επιχειρήσεως, συνοδευομένης από την απόδειξη χρησιμοποιήσεως προς το σκοπό αυτόν, προσαρμόζει την ποσόστωση και επιτρέπει τις ανάλογες παραδόσεις.»
3
Η προσφεύγουσα ζήτησε να εφαρμοστεί στην περίπτωσή της η διάταξη αυτή, προκειμένου να ανταποκριθεί σε παραγγελία της εταιρείας Σωληνουργεία Κορίνθου, που ελήφθη στις 13 Ιουλίου 1981 και έγινε αποδεκτή στις 20 Αυγούστου 1981. Τα παραγγελθέντα προϊόντα ελάσεως παρήχθησαν το Σεπτέμβριο 1981, δηλαδή κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου του 1981. Η αποστολή πραγματοποιήθηκε στις 14 και 26 Οκτωβρίου 1981, δηλαδή κατά τη διάρκεια του τέταρτου τριμήνου του 1981, σε ημερομηνία που καθορίστηκε βάσει του ημερολογίου δρομολογίων του πλοίου.
4
Η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε ότι η παραγωγή αυτή χρησιμοποιήθηκε για σκοπό από τον οποίο γεννάται δικαίωμα της προσφεύγουσας προς προσαρμογή της ποσόστωσης της, έκρινε όμως ότι η προσαρμογή έπρεπε να γίνει με αύξηση της ποσόστωσης παραγωγής του τριμήνου κατά το οποίο έγινε η παράδοση και όχι του τριμήνου της παραγωγής.
5
Κατά συνέπεια, η ποσόστωση της προσφεύγουσας για το τρίτο τρίμηνο καθορίστηκε, με απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 1981, σε 671852 τόνους για την κτηγορία Ια, λαμβανομένων υπόψη αποκλειστικά των παραδόσεων που έγιναν κατά τη διάρκεια του τριμήνου αυτού. Η προσφεύγουσα δεν άσκησε εμπροθέσμως προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της αποφάσεως αυτής. Δεδομένου ότι η παραγωγή της προσφεύγουσας ανήλθε σε 685950 τόνους, υπήρξε δηλαδή υπέρβαση κατά 8556 τόνους λαμβανομένου υπόψη του περιθωρίου ανεκτής υπέρβασης κατά 3 ο/ο, η Επιτροπή, με την επίδικη απόφαση, επέβαλε στην προσφεύγουσα πρόστιμο υπολογιζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 12 της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ, πολλαπλασιάζοντας τον αριθμό των τόνων υπέρβασης επί 75 ECU.
6
Με την προσφυγή της η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής, της 13ης Αυγούστου 1982, κατά το μέτρο που διαπιστώνεται με το άρθρο της 1, υπέρβαση κατά 8566 τόνους της ποσόστωσης της παραγωγής της για τα προϊόντα κατηγορίας Ια κατά το τρίτο τρίμηνο του 1981 και για το λόγο αυτό της επιβάλλει με το άρθρο 2 πρόστιμο 641700 ECU (δηλαδή 4215404 FF).
7
Προς στήριξη του αιτήματός της, που στρέφεται κατά του άρθρου 1 της προσβαλλόμενης απόφασης, η προσφεύγουσα δεν αρνείται το γεγονός της υπέρβασης της ποσόστωσης, επικαλείται όμως επιχειρήματα με τα οποία κατ'ουσίαν αμφισβητεί τη νομιμότητα της απόφασης της 23ης Δεκεμβρίου 1981, με την οποία η Επιτροπή καθόρισε την ποσόστωση της για το τρίτο τρίμηνο του 1981. Η απόφαση αυτή κατέστη οριστική, εφόσον δεν προσβλήθηκε εντός της προθεσμίας που ορίζει η συνθήκη. Από την πάγια νομολογία προκύπτει, όμως, ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί, επ' ευκαιρία μιας προσφυγής ακυρώσεως, στρεφόμενης κατά ατομικής απόφασης, να επικαλεστεί με ένσταση την έλλειψη νομιμότητας άλλης ατομικής απόφασης, της οποίας υπήρξε αποδέκτης και που κατέστη οριστική. Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί λυσιτελώς την έλλειψη νομιμότητας της προαναφερθείσας απόφασης της Επιτροπής, με την οποία καθορίστηκε η ποσόστωση της για το τρίτο τρίμηνο του 1981, και το ανωτέρω αίτημα πρέπει να απορριφθεί.
8
Όσον αφορά, εξάλλου, το αίτημα που στρέφεται κατά του άρθρου 2 της προσβαλλόμενης απόφασης, διαπιστώνεται ότι, αν η Επιτροπή είχε προσαρμόσει την ποσόστωση για το τρίτο τρίμηνο του 1981 λαμβάνοντας υπόψη και την παραγωγή που αντιστοιχούσε στην παραγγελία της εταιρείας Σωληνουργεία Κορίνθου, η παραγωγή της προσφεύγουσας δεν θα είχε υπερβεί την επιβληθείσα ποσόστωση.
9
Η Επιτροπή, παρά ταύτα, θεώρησε ότι όφειλε να εγκρίνει την προσαρμογή των ποσοστώσεων για το τρίτο τρίμηνο της παράδοσης και όχι της παραγωγής των εν λόγω προϊόντων ελάσεως.
10
Πρέπε σχετικώς να παρατηρηθεί ότι ο σκοπός του άρθρου 10 της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ είναι να επιτρέψει στις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα να παράγουν ορισμένους χάλυβες, που προορίζονται για την κατασκευή σωλήνων μικρής διαμέτρου, χωρίς να διατρέχουν τον κίνδυνο να υπερβούν τις ποσοστώσεις τους και χωρίς να υποχρεωθούν να μειώσουν την παραγωγή τους που προορίζεται για μεταποίηση σε άλλα τελικά προϊόντα. Ο έλεγχος της τήρησης του άρθρου 10 και η χορήγηση συμπληρωματικών ποσοστώσεων γίνονται κατ' ανάγκη μετά την πραγματοποίηση της οικείας παραγωγής. Ετσι, μια επιχείρηση που παράγει επιπλέον της αρχικής της ποσόστωσης πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει στη συνέχεια τη χρησιμοποίηση της συμπληρωματικής της παραγωγής για τους σκοπούς που προβλέπει το άρθρο 10.
11
Από τις παραπάνω σκέψεις προκύπτει ότι η προσαρμογή της ποσόστωσης μιας επιχείρησης, που απέδειξε τη χρησιμοποίηση της παραγωγής της σύμφωνα με τις επιταγές του προαναφερθέντος άρθρου 10, πρέπει να εγκρίνεται για το τρίμηνο κατά το οποίο παρήχθησαν τα προϊόντα ελάσεως, ανεξάρτητα από το τρίμηνο της παράδοσης τους. Η ερμηνεία της Επιτροπής, κατά την οποία η προσαρμογή των ποσοστώσεων γίνεται για το τρίμηνο της παράδοσης, παρήγαγε πράγματι αποτελέσματα που δεν είναι σύμφωνα με τους σκοπούς του άρθρου 10, όπως καταδεικνύουν μάλιστα οι υπό κρίση περιστάσεις. Έτσι, η παραγωγή, που πραγματοποιήθηκε στο τέλος του τριμήνου και που δεν μπορεί να παραδοθεί πριν από την αρχή του επόμενου τριμήνου, δεν μπορεί να θεωρηθεί — σε περίπτωση προσαρμογής — ως υπέρβαση της ποσόστωσης για το λόγο και μόνον ότι η επιχείρηση εξάντλησε την αρχική της ποσόστωση.
12
Κακώς θεώρησε επίσης η Επιτροπή, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι μια επιχείρηση που βρίσκεται στη θέση της προσφεύγουσας οφείλει να δηλώνει την καθ' υπέρβαση παραγωγή ενός τριμήνου μόνο κατά το επόμενο τρίμηνο Μια τέτοια λύση καταλήγει ουσιαστικά στο να προτρέπει την επιχείρηση να παρέχει, κατά παράβαση των εφαρμοστέων διατάξεων, ανακριβείς δηλώσεις προς την Επιτροπή, πράγμα που αποδεικνύει επομένως το άτοπο της ερμηνείας που προτείνει η Επιτροπή.
13
Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο κρίνει ότι η παράβαση που προσάπτεται στην προσφεύγουσα, ότι δηλ. υπερέβη την ποσόστωση που καθορίστηκε για το τρίτο τρίμηνο, είναι καθαρά τυπική και ότι, ασκώντας την εξουσία πλήρους δικαιοδοσίας που διαθέτει δυνάμει του άρθρου 36, δεύτερη παράγραφος, της συνθήκης ΕΚΑΧ, πρέπει να ακυρώσει το πρόστιμο που επέβαλε η Επιτροπή.
14
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο σύμβουλος της προσφεύγουσας ζήτησε την απόδοση του κόστους στο οποίο υποβλήθηκε η πελάτισσα του για τη σύσταση τραπεζικής εγγύησης προς την Επιτροπή για να επιτευχθεί αναστολή εκτελέσεως του προστίμου. Διαπιστώνεται ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε καθυστερημένα και δεν δόθηκε η ευκαιρία στην Επιτροπή να προβάλει λυσιτελώς τα μέσα άμυνάς της ως προς αυτό. Επομένως, το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
15
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Επιτροπή ηττήθηκε κατά το κύριο μέρος των επιχειρημάτων της, πρέπει να της επιβληθεί το σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει το άρθρο 2 της από 13ης Αυγούστου 1982 απόφασης της Επιτροπής, περί επιβολής προστίμου 641700 ECU στην προσφεύγουσα.
2)
Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3)
Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Galmot
Mackenzie Stuart
Due
Everling
Κακούρης
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 19 Οκτωβρίου 1983.
Ο γραμματέας
κ.α.α.
J. Α. Pompe
Βοηθός γραμματέας
Ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος
Υ. Galmot
Full & Egal Universal Law Academy