Στην υπόθεση 270/82,
Estel NV, επιχείρηση ολλανδικού δικαίου με έδρα το Nijmegen (Κάτω Χώρες), εκπροσωπούμενη από τον ολλανδό δικηγόρο Βρυξελλών Τ. R. Ottervanger, 66, avenue de Cortenberg, καθώς και τους δικηγόρους Άμστερνταμ Salomonson και Kleyn, De Lairessestraat 139, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Ε. Α. Arendt, 34 Β, rue Philippe-II,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Rolf Wägen-baur, νομικό σύμβουλο στη νομική της υπηρεσία, επικουρούμενο από τον Thomas van Rijn, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 13ης Αυγούστου 1982, περί επιβολής προστίμου στην προσφεύγουσα (ΕΕ C 222, σ. 3),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, Κ. Bahlmann, Ρ. Pescatore, Α. O'Keeffe και G. Bosco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: Η. Α. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Το νομικό πλαίσιο της διαφοράς και τα πραγματικά περιστατικά
Α — Νομικό πλαύσιο
Λόγω υπάρξεως έκδηλης κρίσεως στην αγορά του χάλυβα, κατά την έννοια του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η Επιτροπή εξέδωσε τη γενική απόφαση 2794/80, της 31ης Οκτωβρίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/010 σ. 50), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 3333/80 (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/002, σ. 7), περί καθορισμού ενός συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβος για τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβος, για την περίοδο από την 1η Οκτωβρίου 1980 μέχρι την 31η Ιουνίου 1981. Δεδομένου ότι περί τα μέσα του έτους 1981η ευρωπαϊκή βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα εξακολουθούσε να βρίσκεται σε περίοδο έκδηλης κρίσης, η Επιτροπή με την απόφαση 1831/81, της 24ης Ιουνίου 1981 (ΕΕ L 180, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 1832/81, της 3ης Ιουλίου 1981 (ΕΕ L 184, σ. 1), με την απόφαση 2804/81, της 23ης Σεπτεμβρίου 1981 (ΕΕ L 278, σ. 1) και με την απόφαση 533/82, της 3ης Μαρτίου 1982 (ΕΕ L 65, σ. 6), θέσπισε νέο σύστημα ποσοστώσεων της παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, με βάση και πάλι τα άρθρα 47 και 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και για την περίοδο από 1η Ιουλίου 1981 μέχρι 30 Ιουνίου 1982.
Το άρθρο 4 της αποφάσεως 1831/81 θεσπίζει ένα νέο σύστημα ποσοστώσεων της παραγωγής για τα παράγωγα προϊόντα της κατηγορίας Ι (ρόλοι και φύλλα ελασμα-τοποιηθέντα εν θερμώ σε σειρές ειδικών ελάστρων), όπως ορίζονται στο άρθρο 1 της εν λόγω αποφάσεως, για τα ακόλουθα δηλαδή προϊόντα:
κατηγορία Ια
—
φαρδιές ταινίες θερμής ελάσεως για άμεση χρήση ή για εξαγωγή,
—
φαρδιές ταινίες θερμής ελάσεως για επανέλαση ή για άλλου είδους κατεργασία σε επιχειρήσεις της Κοινότητας,
—
λαμαρίνες μέσου πάχους και χονδρές λαμαρίνες πάχους 3 mm και άνω, λαμβανόμενες διά κοπής των φαρδιών ταινιών θερμής ελάσεως,
—
φύλλα και ταινίες θερμής ελάσεως για την κατασκευή σωλήνων πλάτους κάτω των 600 mm,
—
λαμαρίνες ψυχρής ελάσεως πάχους 3 mm και άνω (σε φύλλα ή σε ρόλους)·
κατηγορία Ιβ
—
λαμαρίνες ψυχρής ελάσεως σε φύλλα ή σε ρόλους πάχους κάτω των 3 mm,
—
λαμαρίνες θερμής ελάσεως σε φύλλα πάχους κάτω των 3 mm,
—
λαμαρίνες ψυχρής ή θερμής ελάσεως για την κατασκευή παραγώγων προϊόντων των κατηγοριών Ιγ και Ιδ σε άλλες επιχειρήσεις της Κοινότητας·
κατηγορία Ιγ
—
λαμαρίνες γαλβανισμένες εν θερμώ σε φύλλα ή σε ρόλους,
—
λαμαρίνες γαλβανισμένες για την κατασκευή προϊόντων της κατηγορίας Ιδ, σε άλλες επιχειρήσεις της Κοινότητας·
κατηγορία Ιδ
—
έτερα επενδεδυμένα πλατέα προϊόντα.
Το άρθρο 5 της αποφάσεως προβλέπει ότι η Επιτροπή καθορίζει ανά τρίμηνο, για κάθε επιχείρηση, τις ποσοστώσεις παραγωγής και το τμήμα των ποσοστώσεων αυτών που είναι δυνατό να διατεθεί στην Κοινή Αγορά, βάσει των παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως και αφού εφαρμόσει στις παραγωγές και στις ποσότητες αυτές ορισμένα ποσοστά μειώσεως.
Οι παραγωγές αναφοράς των παράγωγων προϊόντων των κατηγοριών Ια, 16, Ιγ και Ιδ των επιχειρήσεων που παράγουν ρόλους και ταινίες ελασματοποιηθείσες σε ειδικά έλαστρα υπολογίζονται, σύμφωνα με το άρθρο 6 της αποφάσεως 1831/81, βάσει της παραγωγής αναφοράς της κατηγορίας Ι. Η τελευταία υπολογίζεται βάσει του αριθμητικού μέσου όρου δύο ποσών: το πρώτο ποσό είναι ο αριθμητικός μέσος όρος της παραγωγής τριών περιόδων, δηλαδή του έτους 1974, των δώδεκα ημερολογιακών μηνών, που δεν είναι κατ' ανάγκη συνεχόμενοι, της περιόδου μεταξύ Ιουλίου 1977 και Ιουνίου 1980 κατά τη διάρκεια των οποίων το άθροισμα της παραγωγής των τεσσάρων ομάδων ελασματοποιηθέντων προϊόντων Ι έως IV, όπως καθορίζονται στο άρθρο 2 της αποφάσεως 2794/80, ήταν το υψηλότερο και της περιόδου 12 μηνών από τον Ιούλιο του 1979 έως τον Ιούνιο του 1980. Το δεύτερο ποσό είναι μια ετήσια τιμή αναφοράς που απορρέει από τις ποσοστώσεις παραγωγής που έχουν χορηγηθεί στα πλαίσια της αποφάσεως 2794/80 κατά το τέταρτο τρίμηνο του 1981 και το πρώτο τρίμηνο του 1981 και υπολογίζεται σύμφωνα με μια ιδιαίτερη μέθοδο, οι λεπτομέρειες της οποίας καθορίζονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο 6.
Οι παραγωγές αναφοράς των κατηγοριών Ια, 16, Ιγ και Ιδ υπολογίζονται ως εξής: η παραγωγή κάθε καηγορίας κατά τη διάρκεια των δώδεκα καλύτερων μηνών μετατρέπεται σε βάρος ρόλων βάσει ορισμένων συντελεστών μετατροπής. Από τη διαίρεση των αποτελεσμάτων αυτών με την παραγωγή ρόλων και φύλλων ελασματοποιηθέντων σε ειδικά έλαστρα κατά την ίδια περίοδο των δώδεκα καλύτερων μηνών προκύπτουν συντελεστές βάσει των οποίων εξάγονται από την παραγωγή αναφοράς, η οποία καθορίζεται για τα προϊόντα της κατηγορίας Ι σύμφωνα με τον υπολογισμό της παραγράφου 1 του άρθρου 6, οι παραγωγές αναφοράς για τα παράγωγα προϊόντα εκφραζόμενες σε βάρος ρόλων. Αυτές οι παραγωγές αναφοράς εκφράζονται κατόπιν σε βάρος παράγωγων προϊόντων βάσει των συντελεστών μετατροπής.
Το άρθρο 8 προβλέπει ότι οι ποσότητες αναφοράς οι οποίες χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό του τμήματος των ποσοστώσεων που είναι δυνατόν να διατεθεί στην Κοινή Αγορά από κάθε επιχείρηση προκύπτουν από την εφαρμογή επί των παραγωγών αναφοράς της επιχειρήσεως αυτής του επί τοις εκατό ποσοστού των παραδόσεων της στην Κοινή Αγορά σε σχέση με τη συνολική της παραγωγή κατά την περίοδο των δώδεκα καλύτερων μηνών.
Σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, η Επιτροπή καθορίζει ανά τρίμηνο τα ποσοστά μειώσεως για τον καθορισμό των ποσοστώσεων παραγωγής καθώς και του τμήματος των ποσοστώσεων αυτών που είναι δυνατόν να διατεθεί στην Κοινή Αγορά. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 9, η Επιτροπή ανακοινώνει σε κάθε επιχείρηση την παραγωγή και τις ποσότητες αναφοράς, καθώς και τις ποσοστώσεις της παραγωγής της και το τμήμα των ποσοστώσεων που είναι δυνατόν να διατεθεί στην Κοινή Αγορά.
Το άρθρο 10 της αποφάσεως 1831/81, το οποίο ήταν εντελώς νέο, προβλέπει μία διαδικασία αναπροσαρμογής των ποσοστώσεων για τα προϊόντα της κατηγορίας ία τα οποία χρησιμοποιούνται σε κατάσταση θερμής ελάσεως για την παραγωγή στην Κοινότητα συγκολλημένων σωλήνων διαμέτρου μικρότερης ή ίσης προς 406,4 mm· η Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεως της επιχειρήσεως που συνοδεύεται από την απόδειξη χρησιμοποιήσεως προς το σκοπό αυτό, προσαρμόζει την ποσόστωση και επιτρέπει τις ανάλογες παραδόσεις.
Το άρθρο 11 της αποφάσεως προβλέπει εξάλλου, στην παράγραφο 4, ότι οι επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα, αφού προηγουμένως κάνουν σχετική δήλωση στην Επιτροπή, να προβούν με άλλες επιχειρήσεις, κατά τους δύο πρώτους μήνες κάθε τριμήνου, σε ανταλλαγές ή πωλήσεις ποσοστώσεων ή τμημάτων των ποσοστώσεων που αφορούν το τρέχον τρίμηνο.
Το άρθρο 12 ορίζει ότι επιβάλλεται πρόστιμο, το οποίο ανέρχεται, κατά κανόνα, σε 75 ECU ανά τόνο υπερβάσεως, στις επιχειρήσεις που υπερβαίνουν τις ποσοστώσεις παραγωγής τους ή το τμήμα των ποσοστώσεων αυτών που είναι δυνατόν να διατεθεί στην Κοινή Αγορά.
Κατ' εφαρμογή της προαναφερθείσης αποφάσεως η Επιτροπή, με έγγραφο της 29ης Ιουλίου 1981, ανακοίνωσε στην Estel τις ποσοστώσεις παραγωγής της και το τμήμα των ποσοστώσεων αυτών που είναι δυνατόν να διατεθεί στην Κοινή Αγορά (στο εξής «ποσοστώσεις παραδόσεως») για το τρίτο τρίμηνο του έτους 1981. Για τις κατηγορίες Ια και 16 οι ποσοστώσεις αυτές καθορίστηκαν ως εξής:
Ποσοστώσεις παραγωγής
Ποσοστώσεις παραδόσεως
Κατηγορία Ια
472 167 τόνοι
295 980 τόνοι
Κατηγορία I6
409 695 τόνοι
203 220 τόνοι
Επειδή η ανακοίνωση αυτή είχε προσωρινό χαρακτήρα, η Επιτροπή καθόρισε τις «οριστικές» ποσοστώσεις για την Estel μετά τις ανταλλαγές και τις αγορές ως εξής:
Ποσοστώσεις παραγωγής
Ποσοστώσεις παραδόσεως
Κατηγορία Ια
454 101 τόνοι
301 029 τόνοι
Κατηγορία I6
411 105 τόνοι
197 393 τόνοι
Με έγγραφο της 24ης Νοεμβρίου 1981 η Estel ζήτησε από την Επιτροπή να αναπροσαρμόσει, δυνάμει του άρθρου 10 της αποφάσεως 1831/81, την ποσόστωση παραγωγής της που καθορίστηκε για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια, αυξάνοντάς την σε 76811 τόνους. Σε απάντηση τηλετυπήματος της Επιτροπής, της 1ης Δεκεμβρίου 1981, η Estel αιτιολόγησε το αίτημά της με έγγραφο της 16ης Δεκεμ6ρίου 1981 που απηύθυνε στην Επιτροπή. Με έγγραφο της 3ης Φεβρουαρίου 1982, η Επιτροπή αναπροσάρμοσε την ποσόστωση κατά 66263 τόνους. Κατά συνέπεια οι συνολικές ποσοστώσεις που χορηγήθηκαν στην Estel για το τρίτο τρίμηνο του 1981 ήταν οι ακόλουθες (λαμβανομένων υπόψη και των ανταλλαγών και αγορών ποσοστώσεων που πραγματοποιήθηκαν με άλλες επιχειρήσεις):
Ποσόστωση παραγωγής
Ποσόστωση παραδόσεως
Κατηγορία Ια
574 082 τόνοι
382 243 τόνοι
Κατηγορία I6
428 932 τόνοι
197 214 τόνοι
Στις 26 Μαρτίου 1982 η Επιτροπή πληροφόρησε την Estel ότι είχε υπερβεί την ποσόστωση παραγωγής της καθώς και το τμήμα της ποσοστώσεως που ήταν δυνατόν να διατεθεί στην Κοινή Αγορά για το τρίτο τρίμηνο 1981 ως εξής:
Ποσόστωση παραγωγής
Ποσόστωση παραδόσεως
Κατηγορία Ια
35 889 τόνοι
24 277 τόνοι
Κατηγορία I6
13 842 τόνοι
2 373 τόνοι
Σύμφωνα με την Επιτροπή, η Estel δεν τήρησε τις διατάξεις της αποφάσεως 1831/81 και κατά συνέπεια μπορούσε να της επιβληθεί το πρόστιμο που προβλέπεται στο άρθρο 12 της εν λόγω αποφάσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η Επιτροπή κάλεσε την Estel να της υποβάλει τις παρατηρήσεις της σχετικά με τις διαπιστώσεις αυτές εντός προθεσμίας οκτώ ημερών ή να ζητήσει ακρόαση από υπάλληλο της Επιτροπής. Με έγγραφο της 9ης Απριλίου 1982 και κατά τη διάρκεια της ακροάσεως της 4ης Ιουνίου 1982 η Estel, χωρίς καταρχήν να αμφισβητήσει την υπέρβαση των ποσοστώσεων, παρέσχε λεπτομερείς εξηγήσεις ως προς τις αιτιάσεις της Επιτροπής, κυρίως σε ό,τι αφορά την έκταση και την εκτίμηση των λόγων υπερβάσεως, το ζήτημα δηλαδή του κατά πόσο θα μπορούσε να της προσαφθεί αιτίαση και το γεγονός ότι της είχε επιβληθεί διπλή κύρωση.
Στις 13 Αυγούστου 1982, η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη ατομική απόφαση με τις οριστικές ποσότητες υπερβάσεως, με την οποία επέβαλε στην Estel πρόστιμο 3655590 ECU κατ' εφαρμογή του άρθρου 12 της αποφάσεως 1831/81.
Η επιχείρηση Estel άσκησε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 36, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, την παρούσα προσφυγή, η οποία πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30 Σεπτεμβρίου 1982 και με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της 13ης Αυγούστου 1982 με την οποία η Επιτροπή της επέβαλε πρόστιμο για υπέρβαση των ποσοστώσεων παραγωγής και παραδόσεως για το πρώτο τρίμηνο του 1981.
II — Διαδικασία και αιτήματα
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Κάλεσε, ωστόσο, την Estel και την Επιτροπή να απαντήσουν γραπτώς, πριν από τις 15 Σεπτεμβρίου 1983, σε ένα ερώτημα.
Οι απαντήσεις της Επιτροπής, της 14ης Σεπτεμβρίου 1983 και της Estel, της 15ης Σεπτεμβρίου 1983, παρατίθενται κατωτέρω.
Με διάταξη της 13ης Ιουλίου 1983, το Δικαστήριο ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο τέταρτο τμήμα.
Η προσφεύγονο ζητεί από το Δικαστήριο
«1.
ως κύριο αίτημα, να ακυρώσει, εν όλω ή τουλάχιστον εν μέρει, την απόφαση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 13ης Αυγούστου 1982, που απευθυνόταν στην Estel NV,
επικουρικώς, να μειώσει το πρόστιμο που επέβαλε η επίδικη απόφαση σε ποσό μηδενικό ή στο ποσό που το Δικαστήριο θα κρίνει προσήκον,
2.
να λάβει όλα τα άλλα μέτρα που το Δικαστήριο θα κρίνει αναγκαία,
3.
να καταδικάσει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα».
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο
«1.
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη,
2.
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα».
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Η προσφεύγονοοί υποστηρίζει, με τον πρώτο ισχυρισμό που προβάλλει στην προσφυγή της, ότι η Επιτροπή εσφαλμένα της καταλόγισε έμμεσα υπέρβαση κατά 10548 τόνους της ποσοστώσεως (παραγωγής και παραδόσεως) για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια — σε ό,τι αφορά τα προϊόντα που οι αγοραστές χρησιμοποίησαν για την παραγωγή ορισμένου τύπου σωλήνων — και της επέβαλε πρόστιμο για την υπέρβαση αυτή. Η Επιτροπή θα έπρεπε μάλλον να λάβει υπόψη της την καλή πίστη της Estel κατά την εκτίμηση της μεθόδου υπολογισμού των αναπροσαρμογών που γίνονται βάσει του άρθρου 10 της αποφάσεως 1831/81. Η Estel υπενθυμίζει ότι σύμφωνα με τη γενική απόφαση 2794/80 οι σωλήνες και ορισμένα από τα προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τους — ιδίως οι ρόλοι και τα φύλλα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή συγκολλημένων σωλήνων — δεν υπόκεινται σε ποσόστωση παραγωγής. Αργότερα διαπιστώθηκε ότι οι εξελίξεις της αγοράς δεν δικαιολογούσαν πλέον μια τέτοια γενική απόκλιση για τα υλικά που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή συγκολλημένων σωλήνων.
Ωστόσο, η Estel είχε προτείνει στον Eurofer την επεξεργασία ειδικής ρυθμίσεως που να επιτρέπει την υπέρβαση της ποσοστώσεως για τα υλικά που παραδίδει η Estel ή άλλοι παραγωγοί στις θυγατρικές τους εταιρείες για την παραγωγή μικρών σωλήνων, ακριβώς επειδή υπήρχε σημαντική ζήτηση των μικρών αυτών σωλήνων, που χρησιμοποιούνται κυρίως στον ενεργειακό τομέα. Η Estel παραδίδει σχεδόν αποκλειστικά σε θυγατρικές επιχειρήσεις, οι οποίες βρίσκονται σε απευθείας ανταγωνισμό με παραγωγούς μη συγκολλημένων σωλήνων που κατασκευάζονται με βάση υλικά που δεν υπόκεινται σε σύστημα ποσοστώσεων. Η πρόταση της Estel υιοθετήθηκε στα πλαίσια του Eurofer, αν και κάπως τροποποιημένη, η δε Επιτροπή επανέλαβε την απόφαση αυτή του Eurofer στο άρθρο 10 της αποφάσεως 1831/81.
Το πρόβλημα είναι πώς θα έπρεπε να «αναπροσαρμοστεί η ποσόστωση» σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη. Μια διαφωνία ως προς τη μέθοδο αναπροσαρμογής μεταξύ αφενός μεν Estel και Eurofer, αφετέρου δε Επιτροπής, ανέκυψε μόλις κατά το τέλος του 1981, γεγονός που εξηγεί την υπέρβαση της παραγωγής κατά 10548 τόνους. Η Estel έλαβε ως βάση υπολογισμού του ποσού της αναπροσαρμογής τις ατομικές παραδόσεις κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου, καθώς και κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, προς τους παραγωγούς μικρών σωλήνων, οι οποίοι πωλούν πράγματι μεγαλύτερες ποσότητες, ενώ η Επιτροπή στήριξε τον υπολογισμό της στο σύνολο των παραδόσεων κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου και αναπροσάρμοσε την ποσόστωση με βάση το σύνολο των παραδόσεων κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, συμπεριλαμβανομένων και των παραδόσεων προϊόντων για τα οποία δεν υπάρχει μεγαλύτερη ζήτηση.
Η μέθοδος αυτή αντιβαίνει προς το σύστημα των ποσοστώσεων, διότι η Επιτροπή κάνει τους υπολογισμούς της σαν να υπήρχε μια ειδική υποποσόστωση για τα υλικά που προορίζονται για την παραγωγή μικρών σωλήνων. Στηριζόμενη στο σύνολο των παραδόσεων, η Επιτροπή δεν λαμβάνει υπόψη της το γεγονός ότι σκοπός του άρθρου 10 είναι κυρίως να καταστήσει δυνατή την αναπροσαρμογή μόνο σε ατομικές περιπτώσεις. Πράγματι, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, πρέπει να υποβληθεί αίτηση για το συγκεκριμένο αγοραστή που έχει τη δυνατότητα να πωλήσει μεγαλύτερες ποσότητες μικρών σωλήνων και πρέπει να αποδειχτεί ότι ο αγοραστής αυτός χρησιμοποίησε τα υλικά για την κατασκευή μικρών σωλήνων. Δεν υπάρχει «ποσόστωση για τους σωλήνες» αλλά μία μόνο ποσόστωση για όλα τα προϊόντα της κατηγορίας Ια και οι επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιήσουν κάθε τόνο της ποσοστώσεως παραγωγής για κάθε προϊόν ή αγοραστή της αντίστοιχης κατηγορίας.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το μόνο σημαντικό ζήτημα για να καθοριστεί αν η ποσόστωση πρέπει να αναπροσαρμοστεί σύμφωνα με το άρθρο 10 είναι αν η Estel παραδίδει σ' ένα συγκεκριμένο πελάτη ποσότητα μεγαλύτερη από το τμήμα της ποσοστώσεως της παραγωγής που του αναλογεί. Εφόσον αυτό γίνει δεκτό, η ποσόστωση πρέπει να αναπροσαρμόζεται κατά πελάτη, διότι η παράδοση υλικού που προορίζεται για την παραγωγή μικρών σωλήνων υπόκειται σε ειδική ρύθμιση. Η άποψη της Επιτροπής φαίνεται παράλογη, ιδίως στην περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί αίτηση αναπροσαρμογής για ορισμένους αγοραστές και δεν μπορεί να προσκομιστεί απόδειξη και εφόσον οι εν λόγω αγοραστές έχουν εντούτοις ληφθεί υπόψη για τον περιορισμό της αναπροσαρμογής. Η συνέπεια θα ήταν ότι από τη στιγμή που θα υποβαλλόταν μια αίτηση, το τμήμα της ποσοστώσεως που αφορά τους σωλήνες δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί παρά μόνο για την κατασκευή σωλήνων.
Σύμφωνα με την προσφεύγουσα, η διαφορά των μεθόδων υπολογισμού κατέληξε, στην παρούσα περίπτωση, στους ακόλουθους αριθμούς:
Μέθοδος υπολογισμού της Estel
Μέθοδος υπολογισμού της Επιτροπής
(α)
Παραδόσεις κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς:
99 087 τόνοι
115 032 τόνοι
(6)
Παραγωγή αναφοράς μείον 31 %:
68 371 τόνοι
80 507 τόνοι
(γ)
Παραδόσεις κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου:
145 182 τόνοι
146 770 τόνοι
(δ)
Αναπροσαρμογή ((γ) μείον (6)):
76 811 τόνοι
66 263 τόνοι
Στη μέθοδο υπολογισμού της Estel τα (α) και (6) κυμαίνονται ανάλογα με τους αγοραστές που περιλαμβάνονται στο (γ) στους οποίους η ζήτηση μικρών σωλήνων είναι μεγαλύτερη, ενώ στη μέθοδο υπολογισμού της Επιτροπής τα (α) και (6) αποτελούν σταθερές.
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε, ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει, μέχρι τη λήψη του τηλετυπήματος της Επιτροπής, την 1η Δεκεμβρίου 1981, ότι η τελευταία δεν λάμβανε υπόψη τους ατο- μικούς αγοραστές για να εγκρίνει ή μη την αναπροσαρμογή, αλλά χρησιμοποιούσε ίσως μια άλλη μέθοδο υπολογισμού. Εξάλλου, υποστηρίζει ότι η ίδια η Επιτροπή δια- μόρφωσε οριστική γνώμη σχετικά με το πρό- βλήμα αυτό μόλις κατά τα μέσα Νοεμβρίου 1981, γεγονός που προκύπτει από την ανταλλαγή επιστολών μεταξύ Eurofer και Επιτροπής. Επομένως, αν και η Estel και ο Eurofer συντάχτηκαν από τις αρχές του 1982 με την άποψη της Επιτροπής, η τελευταία έπρεπε να λάβει υπόψη της, κατά τον καθορισμό του προστίμου ότι η Estel μπορούσε και δικαιούνταν να εφαρμόσει καλόπίστα τη δική της μέθοδο υπολογισμού ; κατά την έναρξη και κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου του 1981.
Με το δεύτερο ισχυρισμό της, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι εσφαλμένα η Επιτροπή της προσάπτει, με την προσβαλλόμενη απόφαση της, υπέρβαση κατά 18525 τόνους της ποσοστώσεως παραγωγής και παραδόσεως για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια και ειδικότερα για εκείνα που παραδίδονται προς επανέλαση και της επέβαλε πρόστιμο για το λόγο αυτό. Επρόκειτο για παραδόσεις προς άλλες επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα οι οποίες δεν υπόκεινται στο «εκούσιο» σύστημα ποσοστώσεων που υιοθέτησαν οι επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα στα πλαίσια του Eurofer. Οι ποσοστώσεις του Eurofer για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια δεν συμπίπτουν ακριβώς, για κάθε επιχείρηση, με εκείνες που χορηγεί η Επιτροπή σε μια επιχείρηση για τα ίδια προϊόντα, μεταξύ άλλων επειδή ο Eurofer δεν λαμβάνει υπόψη τις παραδόσεις προς επανέλαση, οπότε οι ποσοστώσεις της Επιτροπής ανακατανέμονται στα πλαίσια του Eurofer. Οι επιχειρήσεις που ανήκουν στον Eurofer είναι υποχρεωμένες να δηλώσουν στη γραμματεία του, πριν από κάθε τρίμηνο, τις προβλεπόμενες παραδόσεις τους προς επανέ-λαση. Σύμφωνα με τις προβλέψεις αυτές γίνεται η οριστική αναπροσαρμογή των ποσοστώσεων της Επιτροπής, όπως προκύπτει από έγγραφο της Επιτροπής προς τον Eurofer, της 8ης Ιουλίου 1982, που επισυνάπτεται στην προσφυγή. Επομένως, οι υποχρεωτικές αυτές δοσοληψίες ενσωματώνονται στις οριστικές ποσοστώσεις που χορηγεί η Επιτροπή.
Σύμφωνα με το σύστημα αυτό η Estel ήταν υποχρεωμένη να δηλώσει στον Eurofer, πριν από το τρίτο τρίμηνο του 1981, τις προβλεπόμενες παραδόσεις της προς επανέ-λαση. Επειδή όμως επρόκειτο για ένα νέο σύστημα, η Estel δεν ήταν σίγουρη για τη σημασία και τις επιπτώσεις των προβλέψεων αυτών ούτε γνώριζε κατά την εποχή εκείνη ότι οι προβλέψεις αυτές τη δέσμευαν και ότι η οριστική ποσόστωση της παραγωγής θα καθοριζόταν βάσει αυτών των προβλέψεων. Έτσι, αν και είχε δηλώσει ότι πρόβλεπε να παραδώσει 50000 τόνους, η Estel συμφώνησε για συμπληρωματικές παραδόσεις προς επανέλαση, έτσι ώστε οι οριστικές παραδόσεις προς επανέλαση υπερέβησαν τις προβλέψεις κατά 18525 τόνους, και δεν μπόρεσε να καλύψει τη διαφορά αυτή με αγορές ή με ανταλλαγές ποσοστώσεων με άλλες επιχειρήσεις. Η δήλωση της Επιτροπής κατά την ακρόαση της 4ης Ιουνίου 1982 ότι το σύστημα του Eurofer δεν την αφορούσε έρχεται σε αντίφαση με την αρχή της συνεργασίας που υπήρχε και εξακολουθεί να υπάρχει μεταξύ της Επιτροπής και του Eurofer. Η Estel, λοιπόν, ισχυρίζεται ότι αν δεν είχε παραχωρήσει 26000 τόνους περίπου βάσει της ρυθμίσεως του Eurofer, δεν θα είχε υπερβεί την ποσόστωση παραγωγής της. Εξάλλου, οι παραδόσεις προς επανέλαση εντάσσονται πλήρως στο πλαίσιο της αναδιαρθρώσεως της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, οι παραδόσεις δε αυτές δεν δημιουργούν καμία αναστάτωση στην αγορά.
Με τον τρίτο ισχυρισμό της η προσφεύγουσα διατείνεται ότι εσφαλμένα η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της κατά τον καθορισμό του προστίμου το γεγονός ότι οι υπερβάσεις των ποσοστώσεων παραγωγής για τα προϊόντα των κατηγοριών Ια και 16 οφείλονταν στα ειδικά προβλήματα που συνδέονταν με τις παραδόσεις στην αγορά της Βόρειας Αμερικής. Λόγω του γεγονότος αυτού, το μέρος της ευθύνης της Estel και η βαρύτητα της παραβάσεως δικαιολογούσαν μικρότερο πρόστιμο. Στις αρχές του 1981η Estel συνήψε με αγοραστές από τη Βόρεια Αμερική συμβάσεις παραδόσεως για 500000 τόνους προϊόντων των κατηγοριών Ια και 16, οι μισοί από τους οποίους προορίζονταν για πελάτες εγκατεστημένους στην περιοχή των μεγάλων λιμνών, η πρόσβαση προς την οποία είναι δυνατή μόνο κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και του φθινόπώρου, για λόγους κλιματολογικούς. Η Estel δεν μπορούσε να περιμένει, πριν συνάψει τις συμβάσεις αυτές, την ανακοίνωση των οριστικών ποσοστώσεων για το τρίτο τρίμηνο του 1981. Επιχείρησε να ανταλλάξει και να αγοράσει επαρκείς ποσοστώσεις, αλλά το κατόρθωσε μόνο εν μέρει, έτσι ώστε παρέμενε μία υπέρβαση των ποσοστώσεων για τα προϊόντα των κατηγοριών Ια και 16 για το τρίτο τρίμηνο.
Η προσφεύγουσα παρατηρεί σχετικά ότι το ζήτημα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο διαιτησίας στο πλαίσιο του Eurofer, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η μείωση του προστίμου που της είχε επιβάλει ο Eurofer κατά 25 ECU ανά τόνο, «λαμβανομένης υπόψη της καλής πίστεως της Estel και των εξαιρετικών περιστάσεων».
Η προσφεύγουσα πιστεύει ότι η Επιτροπή έπρεπε να ενεργήσει κατά τον ίδιο τρόπο. Αν δεν ήθελε να μειώσει τις κατά 10548 τόνους και 18525 τόνους υπερβάσεις (βλ. πρώτο και δεύτερο ισχυρισμό), θα μπορούσε να θεωρήσει ότι το σύνολο των υπερβάσεων των ποσοστώσεων της παραγωγής — δηλαδή 44571 τόνοι μείον η υπέρβαση των ποσοστώσεων παραδόσεως (19951 τόνοι) ίσον 24800 τόνοι — οφείλονται στα σχετικά με τις εξαγωγές προβλήματα και να καθορίσει την ποινή σύμφωνα με τη διαπίστωση αυτή.
Με τον τέταρτο ισχυρισμό της η προσφεύγουσα διατείνεται ότι εσφαλμένα η Επιτροπή χρησιμοποίησε μέθοδο υπολογισμού του προστίμου η οποία καταλήγει σε διπλή κύρωση, κατά παράβαση του άρθρου 12 της αποφάσεως 1831/81 ή, τουλάχιστον, του άρθρου 58, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου. Η Επιτροπή υπολόγισε το πρόστιμο για κάθε κατηγορία των προϊόντων χωριστά τόσο βάσει του ποσού της μεγαλύτερης υπερβάσεως όσο και βάσει του 20 ο/ο της ποσότητας της άλλης υπερβάσεως. Στην πραγματικότητα, η μεγαλύτερη υπέρβαση είναι η υπέρβαση των ποσοστώσεων παραγωγής η οποία περικλείει τη (μικρότερη) υπέρβαση των ποσοστώσεων παραδόσεως, πρόκειται δηλαδή για μία μόνο παράβαση.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει την άποψη ότι σκοπός της γενικής αποφάσεως δεν ήταν ποτέ να επιβάλει σωρευτικές κυρώσεις για τις υπερβάσεις των ποσοστώσεων παραγωγής και των ποσοστώσεων παρα-δόσως. Τόσο κατά την αιτιολογία και το κείμενο του άρθρου 12, όσο και κατά το πνεύμα του, πρόστιμο επιβάλλεται μόνο για τη μεγαλύτερη υπέρβαση. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώθηκε από υπαλλήλους της Επιτροπής, έστω και αν δεν υπήρξε αντίδραση του αντιπροέδρου της Επιτροπής, κυρίου Davignon σε αντίστοιχο αίτημα του Eurofer.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, τέλος, ότι η σώρευση των κυρώσεων είναι αντίθετη προς τις γενικές αρχές του ποινικού δικαίου καθώς και τις αρχές της επιμελούς διαχειρίσεως, της δικαιοσύνης και της επιείκειας, και μάλιστα όταν πρόκειται, όπως στην παρούσα περίπτωση, για παράβαση νέας αποφάσεως και ποσοστώσεων που υπολογίστηκαν βάσει αυτής και ανακοινώθηκαν καθυστερημένα.
Με τον πέμπτο ισχυρισμό της η προσφεύγουσα διατείνεται, επικουρικά, ότι η Επιτροπή εσφαλμένα αρνήθηκε, κατά τον καθορισμό του ποσού του προστίμου, να λάβει υπόψη της τις περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η υπέρβαση των ποσοστώσεων, το μέρος της ευθύνης που φέρει η Estel και τη βαρύτητα της παραβάσεως.
Τέλος, με τον έκτο ισχυρισμό της η προσφεύγουσα υποστηρίζει, επίσης επικουρικά, ότι η Επιτροπή παρέβη ουσιώδη τύπο, εφόσον δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφαση στα σημεία που συνιστούν τους τέσσερις κύριους ισχυρισμούς της προσφυγής. Δεν ενδιαφέρθηκε επαρκώς, από νομική άποψη, για τις ειδικές συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι υπερβάσεις των ποσοστώσεων και για τις εξηγήσεις που έδωσε η Estel κατά την ανταλλαγή επιστολών και την ακρόαση.
Την άποψη αυτή ενισχύει έκθεση του καθηγητή Tiedemann (του Πανεπιστημίου του Freiburg, Γερμανία) που επισυνάπτει στην απάντηση της η προσφεύγουσα.
Η Επιτροπή, προβάλλοντας την άποψη ότι το σύνολο των ισχυρισμών που προέβαλε η προσφεύγουσα αφορούν τον τρόπο με τον οποίο έκανε εφαρμογή του άρθρου 12 της αποφάσεως 1831/81, αντιτάσσει, με τις γενικές της παρατηρήσεις, το επιχείρημα ότι το κείμενο του άρθρου αυτού την υποχρεώνει να επιβάλλει πρόστιμα σε όλες τις επιχειρήσεις κατά τρόπο αντικειμενικό και αυτόματο, έτσι ώστε το ποσό των προστίμων να ποικίλλει, κατά κανόνα, μόνο ανάλογα με το βαθμό της υπερβάσεως της ποσοστώσεως. Στο σύστημα αυτό δεν έχουν θέση υποκειμενικές εκτιμήσεις που αναφέρονται στην ειδική κατάσταση της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως. Η αυστηρότητα του συστήματος δικαιολογείται από την ανάγκη να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του συστήματος των ποσοστώσεων, δεδομένης της σοβαρότητας της καταστάσεως στην οποία βρίσκεται η βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα. Μόνο η αυστηρή και αυτόματη εφαρμογή του άρ9ρου 12 αποκλείει τη δημιουργία διακρίσεων. Έτσι, η Επιτροπή μέχρι σήμερα δεν επέβαλε ποτέ πρόστιμα μικρότερα από 75 ECU ανά τόνο υπερβάσεως της ποσοστώσεως στην Κοινή Αγορά.
Επικουρικά, η Επιτροπή απαντά σε κάδε ισχυρισμό. Ως προς τον πρώτο ισχυρισμό, υποστηρίζει ότι η Estel υιοθέτησε πράγματι την ερμηνεία που είχε δώσει η Επιτροπή στο άρθρο 10 της αποφάσεως 1831/81 και που της είχε ανακοινώσει με το έγγραφό της της 3ης Φεβρουαρίου 1982. Το έγγραφο αυτό πρέπει να θεωρηθεί ως ατομική απόφαση, εφόσον δε δεν προσβλήθηκε με προσφυγή ακυρώσεως, δεν μπορεί να προσβληθεί κατά τρόπο έμμεσο στα πλαίσια προσφυγής που στρέφεται κατά της επίδικης αποφάσεως.
Ως προς τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας ότι υπερέβη την ποσόστωση παραγωγής της καλόπιστα, δεδομένου ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα της διαφορετικής ερμηνείας που έδωσε στο άρθρο 10, η Επιτροπή παρατηρεί ότι το γεγονός αυτό δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά την εφαρμογή του άρθρου 12, διότι το άρθρο αυτό προβλέπει ποινή που επιβάλλεται κατά τρόπο αντικειμενικό σε περίπτωση υπερβάσεως και δεν αφήνει στην Επιτροπή καμία ελευθερία εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό της βαρύτητας της κυρώσεως. Εξάλλου, ούτε ο βαθμός ενοχής ούτε η σοβαρότητα της παραβάσεως λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του προστίμου.
Για την περίπτωση που το Δικαστήριο θα κατέληγε σε διαφορετική ερμηνεία του άρθρου 12, η Επιτροπή υποστηρίζει, επικουρικά, ότι μπορεί να καταλογιστεί στην Estel ότι εσκεμμένα υπερέβη την ποσόστωση της και ότι πρέπει να φέρει τον κίνδυνο της ερμηνείας που η ίδια έδωσε στο άρθρο 10 της αποφάσεως 1831/81. Η Estel μπορούσε να ζητήσει από την Επιτροπή, δηλαδή την αρχή που είχε εκδώσει την απόφαση, την ακριβή ερμηνεία του άρθρου 10 ευθύς μετά την έκδοση της αποφάσεως, όπως έπραξαν άλλες επιχειρήσεις.
Ως προς το δεύτερο ισχυρισμό η Επιτροπή αντιτάσσει επίσης το επιχείρημα ότι το άρθρο 12 της αποφάσεως 1831/81 δεν της επιτρέπει να λαμβάνει υπόψη, κατά τον καθορισμό του προστίμου, υποκειμενικές περιστάσεις που αφορούν την επιχείρηση. Κατά συνέπεια, η Estel δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι βρισκόταν σε αβεβαιότητα ως προς την ακριβή σημασία και τις συνέπειες των προβλέψεων σχετικά με τις παραδόσεις προς τις επιχειρήσεις επανελάσεως.
Σε περίπτωση που το Δικαστήριο θα κατέληγε σε διαφορετική ερμηνεία του άρθρου 12, η Επιτροπή υποστηρίζει, επικουρικά, ότι μπορεί πράγματι να καταλογιστεί στην Estel η υπέρβαση των εν λόγω ποσοστώσεων, η οποία δεν δικαιολογείται από το γεγονός της νέας ρυθμίσεως του Eurofer στον τομέα των ανταλλαγών ποσοστώσεων. Πρόκειται, πράγματι, για μια εσωτερική ρύθμιση του Eurofer, με την οποία η Επιτροπή δεν έχει καμία σχέση, όπως εξάλλου αναγνώρισε κατά την ακροαματική διαδικασία και η ίδια η Estel.
Τέλος, η Επιτροπή αμφισβητεί ότι οι παραδόσεις προς επιχειρήσεις επανελάσεως δεν διακυβεύουν την ισορροπία της αγοράς και ότι είναι κανονικές στο πλαίσιο της αναδιαρθρώσεως, διότι τα προϊόντα που παρέδωσε η Estel, καθ' υπέρβαση της ποσοστώσεως της, θα τα παρέδιδε, σε αντίθετη περίπτωση, μία άλλη επιχείρηση, η οποία θα είχε έτσι τη δυνατότητα να κάνει καλύτερη χρήση της παραγωγικής της ικανότητας.
Ως προς τον τρίτο ισχυρισμό, η Επιτροπή επαναλαμβάνει την άποψη της σύμφωνα με την οποία το άρθρο 12 δεν επιτρέπει να ληφθεί υπόψη η ειδική κατάσταση μιας επιχειρήσεως. Επικουρικά, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Estel θα μπορούσε να αποφύγει τις υπερβάσεις που προκάλεσαν οι παραδόσεις της στην αμερικανική αγορά, μειώνοντας τις παραδόσεις της προς άλλους πελάτες. Για την αδυναμία ανταλλαγής ή αγοράς ποσοστώσεων για την κάλυψη των υπερβάσεων αυτών ευθύνεται η ίδια η Estel.
Ως προς τον τέταρτο ισχυρισμό της Estel, η Επιτροπή διατείνεται ότι η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του συστήματος της σωρεύσεως των προστίμων είναι απαράδεκτη, καθόσον στρέφεται κατά της αποφάσεως 1831/81 στο σύνολό της.
Η ένσταση αυτή θα ήταν παραδεκτή μόνο εφόσον η ατομική απόφαση στηριζόταν στους κανόνες των οποίων προβάλλεται το παράνομο, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση στο άρθρο 12 της αποφάσεως 1831/81. Η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας κατά του άρθρου αυτού θα ήταν επίσης απαράδεκτη, διότι στην ουσία δεν θα αφορούσε μόνο το σύστημα της σωρεύσεως των προστίμων, αλλά και τη νομιμότητα του συστήματος καθορισμού τόσο των ποσοστώσεων παραγωγής όσο και του τμήματος των ποσοστώσεων αυτών που μπορεί να διατεθεί στην Κοινή Αγορά. Αυτό θα σήμαινε, στην πραγματικότητα, την υπονόμευση του συστήματος του άρθρου 5. Πάντως, η νομιμότητα του άρθρου 5 δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο θα έκρινε παραδεκτή την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας, η Επιτροπή υποστηρίζει, επικουρικά, ότι η ένσταση αυτή είναι αβάσιμη. Το άρθρο 12 δεν είναι ασυμβίβαστο με το άρθρο 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, ούτε με τις γενικές αρχές του ποινικού δικαίου ούτε με τις αρχές της σύνεσης, της λογικής και της επιείκειας. Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι υπερβάσεις των ποσοστώσεων της παραγωγής καθώς και του τμήματος των ποσοστώσεων αυτών που μπορεί να διατεθεί στην Κοινή Αγορά συνιστούν δύο διαφορετικές πράξεις που δεν συμπίπτουν αναγκαστικά. Καθεμία από τις δύο αυτές υπερβάσεις υπόκειται χωριστά σε κύρωση και οι δύο υπερβάσεις σε συνδυασμό συνιστούν σοβαρότερη παράβαση, για την οποία πρέπει να επιβληθεί ως κύρωση μεγαλύτερο πρόστιμο. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το άρθρο 12 δεν επιβάλλει διπλή κύρωση για την ίδια παράβαση, αλλά προβλέπει σώρευση προστίμων για δύο χωριστές παραβάσεις.
Ως προς τον πέμπτο ισχυρισμό της Estel, η Επιτροπή τον έθιξε ήδη στις γενικές της εισαγωγικές παρατηρήσεις.
Ως προς τον ισχυρισμό ότι η απόφασή της ήταν ανεπαρκώς αιτιολογημένη, η Επιτροπή διατείνεται ότι δεν υπήρχε ανάγκη για ακριβέστερη αιτιολογία, δεδομένου ότι επρόκειτο για εφαρμογή κατά τρόπο αυστηρό και αυτόματο του άρθρου 12 της αποφάσεως 1831/81, το οποίο δεν της παρέχει καμία ελευθερία εκτιμήσεως ως προς τις υποκειμενικές καταστάσεις.
Στο υπόμνημα απαντήσεως της, η προσφεύγουσα απορρίπτει, στις γενικές της παρατηρήσεις, την ερμηνεία που δίνει η Επιτροπή στο άρθρο 12 της αποφάσεως 1831/81 ως ανακριβή και απαράδεκτη. Η προσφεύγουσα αφενός μεν επιμένει ότι η Επιτροπή απομακρύνθηκε ήδη από την ερμηνεία που δίνει στο άρθρο αυτό, επιβάλλοντας στην Estel ποινή μικρότερη από 75 ECU ανά τόνο υπερβάσεως, και συγκεκριμένα πρόστιμο 15 ECU ανά τόνο, επί του μικρότερου ποσού της υπερβάσεως. Η προσφεύγουσα αφετέρου αμφισβητεί ότι το άρθρο 12 είναι σαφές και ότι ο όρος «κατά κανόνα» σημαίνει ένα αυστηρό αυτοματισμό που δεν αφήνει στην Επιτροπή καμία διακριτική εξουσία. Στην υπόθεση 85/79 (Valsabbia, απόφαση της 18. 3. 1980, Jurispr. σ. 983), η ίδια η Επιτροπή είχε υποστηρίξει διαφορετική άποψη, και συγκεκριμένα ότι οι λέξεις «κατά κανόνα» σημαίνουν ότι η Επιτροπή μπορούσε πάντως να λάβει υπόψη της τις ατομικές περιστάσεις.
Η προσφεύγουσα παραπέμπει επίσης στην άποψη που διατύπωσε ο καθηγητής Tiedemann στην έκθεση του, σύμφωνα με την οποία το άρθρο 12 δεν αποκλείει μια ορισμένη «εξατομίκευση», λόγω της ίδιας της διατυπώσεως της διατάξεως, σύμφωνα με την οποία το πρόστιμο ανέρχεται μόνο «κατά κανόνα» σε 75 ECU. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τη χρήση του ρήματος «μπορώ» στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου αυτού αντί του ρήματος «οφείλω». Αν η Επιτροπή ήθελε να θεσπίσει ένα νέο σύστημα αυτόματων κυρώσεων ευρύτερης εκτάσεως, έπρεπε να το διατυπώσει κατά τρόπο σαφή στο κείμενο της αποφάσεως.
Εξάλλου, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η άποψη της Επιτροπής είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Πράγματι, η Επιτροπή παρέβη τη διάταξη του άρθρου 36, παράγραφος 1, το οποίο επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να δώσει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να αναπτύξει τις παρατηρήσεις του πριν του επιβάλει πρόστιμο. Αυτό το «δικαίωμα ακροάσεως» συνιστά μια πλευρά της θεμελιώδους αρχής του δικαιώματος για μια «δίκαιη διαδικασία» και αποτελεί ουσιώδη τυπική προϋπόθεση. Αν και η απόφαση βεβαιώνει ότι εξετάστηκαν οι παρατηρήσεις της Estel, η Επιτροπή δεν τις έλαβε καθόλου υπόψη της και μάλιστα δηλώνει τώρα ότι δεν ήταν σε θέση να το πράξει λόγω της διατυπώσεως του άρθρου 12. 'Ετσι, το δικαίωμα ακροάσεως της Estel περιορίστηκε σε κενό τύπο.
Εξάλλου το άρθρο 36, παράγραφος 2, προβλέπει ότι οι χρηματικές κυρώσεις που επιβάλλει η Επιτροπή μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής πλήρους δικαιοδοσίας, έτσι ώστε το Δικαστήριο να διαθέτει απόλυτη ελευθερία εκτιμήσεως όλων των πραγματικών και νομικών δεδομένων που οδήγησαν στην επιβολή της κυρώσεως. Επομένως, το σύστημα που υποστηρίζει η Επιτροπή καταλήγει σε έλεγχο της νομιμότητας μόνο βάσει των λόγων που απαριθμεί το άρθρο 33 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, πράγμα που είναι αντίθετο με το άρθρο 36.
Πάντως, η Επιτροπή δεν μπορεί να συνάγει από τη Συνθήκη ΕΚΑΧ, ιδίως από το άρθρο 58, ούτε την αρμοδιότητα ούτε την υποχρέωση να μη λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες ατομικές περιστάσεις.
Εξάλλου, η Επιτροπή παραβίασε ταυτόχρονα ορισμένες άγραφες γενικές αρχές του δικαίου, όπως τις αρχές «nullum crimen, nulla poena sine lege» και «nulla poena sine culpa», την αρχή της αναλογικότητας και την «αρχή της ισότητας». Το γεγονός ότι οι αρχές αυτές στηρίζονται στο δίκαιο των κρατών μελών και στο κοινοτικό δίκαιο αποδεικνύεται από την έκθεση του καθηγητή Tiedemann Kat από ένα άρθρο του καθηγητή Jescheck. Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει επίσης αναγνωρίσει ότι ένα λάθος μπορεί πάντως να επηρεάσει το μέγεθος της ποινής. Αντίθετα, η αντίληψη του «αντικειμενικού» και «αυτόματου» προστίμου είναι αντίθετη προς το δίκαιο των περισσότερων κρατών μελών, όπως επίσης αποδεικνύεται από την έκθεση Tiedemann.
Επανερχόμενη στον πρώτο ισχυρισμό της, η προσφεύγουσα επικαλείται το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου 1981η Επιτροπή δεν είχε ακόμα αποφανθεί για τον τρόπο με τον οποίο θα γινόταν η αναπροσαρμογή των ποσοστώσεων σύμφωνα με το άρθρο 10. Η μέθοδος της Estel ήταν εύλογη και μπορούσε να υποστηριχθεί από κάθε άποψη, η Estel δε δεν είχε συνείδηση ότι απαγορευόταν η υπέρβαση των ποσοστώσεων. Εξάλλου, μετά τη δημοσίευση των ποσοστώσεων, δεν απέμεναν παρά μόνο δύο μήνες από το τρίτο τρίμηνο για την επίλυση πολυάριθμων προβλημάτων. Κρίνοντας επί του ποσού του προστίμου, το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη ότι, έστω και αν η Estel είναι ένοχος παραβάσεως δεν 5α πρέπει, ωστόσο, να της αποδοθεί ολόκληρη η ευθύνη για την παράβαση αυτή.
Ως προς το δεύτερο ισχυρισμό, η προσφεύγουσα αναφέρει ότι θεωρούσε ότι οι προβλέψεις που της είχαν ζητηθεί είχαν ενδεικτικό χαρακτήρα και ότι μπορούσαν ακόμα να συμπληρωθούν κατά τη διάρκεια του τριμήνου. Όταν οι προβλέψεις αποδείχτηκαν τελικά δεσμευτικές, η υπέρβαση δημιούργησε προβλήματα, επειδή η Επιτροπή δεν θέλησε να δεχτεί τη «μεταφορά» τους στο τέταρτο τρίμηνο.
Σε ό,τι αφορά τον τέταρτο ισχυρισμό, η προσφεύγουσα προσθέτει ότι κατά τη γνώμη της το σύστημα των κυρώσεων που υποστηρίζει η Επιτροπή υποχρεώνει τις επιχειρήσεις οι οποίες μπορούν να πωλήσουν μια ορισμένη επιπλέον ποσότητα στην Κοινή Αγορά να μειώσουν τις εξαγωγές τους κατά αντίστοιχη ποσότητα, γεγονός που είναι αντίθετο προς την απόφαση 1831/81, σύμφωνα με την οποία οι εξαγωγές είναι ελεύθερες.
Σε ό,τι αφορά την αιτιολογία της αποφάσεως, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι δεν είναι μόνο ανεπαρκής, αλλά επίσης και ασαφής και αντιφατική, γεγονός που καθιστά την απόφαση παράνομη. Υπό τις συνθήκες αυτές υπάρχει παράβαση του κοινοτικού δικαίου ανεξάρτητα από το ζήτημα αν η Επιτροπή είχε αρμοδιότητα και υποχρέωση να επιβάλει κύρωση κατά τρόπο αυτόματο.
Η Επιτροπή στο υπόμνημα ανταπαντήσεως της επιμένει, σε ό,τι αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, στο ότι η αναπροσαρμογή των ποσοστώσεων βάσει του άρθρου 10 της αποφάσεως 1831/81 ήταν δική της αρμοδιότητα και ότι δεν επιτρεπόταν στις επιχειρήσεις να αυξήσουν με δική τους πρωτοβουλία τις ποσοστώσεις που τους είχαν χορηγηθεί. Τονίζει κατόπιν, επικουρικά, ότι άλλες επιχειρήσεις την είχαν ρωτήσει για τη μέθοδο υπολογισμού που εφαρμόζει και ότι τις ενημέρωσε σχετικά κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου· ως απόδειξη του ισχυρισμού αυτού προτείνει να εξεταστεί ως μάρτυρας ο υπάλληλος της Rössig. Η Επιτροπή εξάλλου, με έγγραφο της της 10ης Νοεμβρίου 1981, ενημέρωσε τον Eurofer για τη μέθοδο υπολογισμού αναφερόμενη στις προφορικές πληροφορίες που είχε παράσχει προηγουμένως. Τέλος, η Επιτροπή αμφισβητεί ότι μπορεί να υποστηριχθεί η μέθοδος υπολογισμού της Estel, και ακόμη περισσότερο ότι είναι η πιο εύλογη. Αποτέλεσμά της θα ήταν όχι μόνο να δημιουργήσει συμπληρωματικές δυνατότητες για παραδόσεις προς παραγωγούς σωλήνων, χωρίς να υπάρχει ανάγκη, αλλά επίσης για την αύξηση της ποσοστώσεως για παραγωγή και παραδόσεις που προορίζονται για άλλους σκοπούς. Τέλος η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1982, η οποία αναπροσάρμοσε τις ποσοστώσεις της Estel, βάσει του άρθρου 10, δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί ούτε απευθείας ούτε με την προβολή της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας.
Ως προς το δεύτερο ισχυρισμό, η Επιτροπή παραδέχεται ότι πράγματι είχε δηλώσει ότι ήταν διατεθειμένη να λάβει υπόψη, κατά την εφαρμογή του άρθρου 11, εδάφιο 4, σε ό,τι αφορά την ανταλλαγή ή την πώληση ποσοστώσεων, το αποτέλεσμα ενός διακανονισμού στο πλαίσιο του Eurofer. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να λάβει υπόψη της την ενδεχόμενη παρεξήγηση που προκάλεσε μια επιχείρηση ή τη διαφωνία στους κόλπους του Eurofer ως προς τον εσωτερικό του διακανονισμό. Πάντως, η Estel είχε πολλές δυνατότητες για να αποφύγει την υπέρβαση των ποσοστώσεων κατά το τρίτο τρίμηνο του 1981.
Ως προς τον τέταρτο ισχυρισμό που προ-έοαλε η Estel, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η επιβολή προστίμου για υπέρβαση ποσοστώσεων πρέπει να εξεταστεί σε στενή σχέση με το σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής. Η εκτίμηση των συμφερόντων των επιχειρήσεων η οποία εκφράζεται με τον καθορισμό των ποσοστώσεων είναι κατ' ανάγκη αποφασιστική επίσης για την εκτίμηση των συμφερόντων που προστατεύει το άρθρο 12, εδάφιο 1. Η κρίση στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα απαιτεί την αλληλεγγύη όλων των επιχειρήσεων και κατά συνέπεια απαιτεί από όλες τις επιχειρήσεις την τήρηση των ποσοστώσεων τους.
Εξάλλου, από την άποψη του μεγέθους του, θα ήταν δύσκολο να θεωρηθεί το πρόστιμο που προβλέπει το άρθρο 12 ως «ποινική» κύρωση. Το ποσό των 75 ECU δεν αντιστοιχεί στην αξία της αντικανονικής παραγωγής. Εντάσσεται, ωστόσο, στην ίδια τάξη μεγέθους με το μέρος των γενικών εξόδων που αντιστοιχεί σε κάθε πρόσθετο τόνο που παράγεται καθ' υπέρβαση των ποσοστώσεων. Το πρόστιμο αυτό μπορεί, λοιπόν, να συγκριθεί με ένα τέλος το οποίο εξουδετερώνει το υπολογιζόμενο κατ' αποκοπή οικονομικό πλεονέκτημα που παρέχει σε μια επιχείρηση η υπέρβαση των ποσοστώσεων.
Έχοντας υπόψη το γεγονός ότι η Επιτροπή επέβαλε στην Estel πρόστιμο 15 ECU ανά τόνο για την υπέρβαση της ποσοστώσεως παραδόσεως, η Επιτροπή παρατηρεί ότι πρόκειται για χωριστή παράβαση και ότι, μειώνοντας το κανονικό πρόστιμο, έλαβε υπόψη της την ταυτόχρονη διάπραξη των δυο παραβάσεων και όχι τις υποκειμενικές συνθήκες της επιχειρήσεως. Αναφέρει, εξάλλου, ότι από τη διατύπωση του άρθρου 12 προκύπτει ότι επιβάλλει πρόστιμα και όχι ότι έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει πρόστιμα.
Σε ό,τι αφορά τον πέμπτο ισχυρισμό, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις της από άποψη διαδικασίας και ότι θα ήταν χρήσιμη μια γραπτή και προφορική συζήτηση, έστω και αν δεν είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη στοιχεία που να αφορούν τη θέση της Estel. Απορρίπτει, όμως, το επιχείρημα της Estel σύμφωνα με το οποίο αυτός ο τρόπος ενέργειας παραβιάζει το δικαίωμα ακροάσεως που εγγυάται το άρθρο 36, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Απορρίπτει, επίσης, τον ισχυρισμό της Estel σύμφωνα με τον οποίο το άρθρο 12, εδάφιο 1, της αποφάσεως 1831/81 επιδιώκει κατά κάποιο τρόπο να περιορίσει την αρμοδιότητα πλήρους δικαιοδοσίας που έχει το Δικαστήριο. Ως προς το άρθρο 58, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΚΑΧ η Επιτροπή αναφέρει ότι της παρέχει την απαιτούμενη αρμοδιότητα να απομακρυνθεί από διατάξεις της Συνθήκης που αναφέρονται σε κανονικές καταστάσεις, για να λάβει υπόψη της τις ανάγκες μιας έκδηλης κρίσεως. Τέλος, υπάρχει μία ακόμα διάταξη της αποφάσεως 1831/81η οποία, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, παρέχει τη δυνατότητα να ληφθούν υπόψη οι εξαιρετικές δυσκολίες μιας επιχειρήσεως, το άρθρο δηλαδή 14.
Εξάλλου, η Επιτροπή επαναλαμβάνει ότι δεν υπάρχει παράβαση των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου που αναφέρει η Estel και ότι οι επικρίσεις της Estel στα σημεία αυτά είναι αβάσιμες. Το άρθρο 12 δεν αποτελεί διάταξη αόριστη και ασαφή για την οποία θα μπορούσαν να υπάρξουν διαφορετικές ερμηνείες. Δεν μπορεί, λοιπόν, να γίνει λόγος στην περίπτωση αυτή για εφαρμογή της αρχής «in dubio pro reo». Σε ό,τι αφορά το επιχείρημα «nullum crimen sine lege», συλλογιστική που αναπτύσσει η Estel παραβλέπει τα στοιχεία της διαφοράς. Η Estel περιέπεσε σε λάθος σε ό,τι αφορά όχι τον αξιόποινο χαρακτήρα της συμπεριφοράς της, αλλά τη δυνατότητα της Επιτροπής να απαλείψει εκ των υστέρων τον αξιόποινο αυτό χαρακτήρα αναπροσαρμόζοντας τις ποσοστώσεις.
Ως προς τις ανεπαρκείς αιτιολογίες της ατομικής αποφάσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει την άποψη ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, αρκεί να μνημονευθούν «τα κυριότερα νομικά και πραγματικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται και τα οποία είναι αναγκαία για να καταστήσουν κατανοητό το συλλογισμό που οδήγησε την Επιτροπή στη διαμόρφωση της θέσεώς της» (απόφαση της 4. 7. 1963, υπόθεση 24/62, Jurispr. σ. 143), χωρίς να χρειάζεται συζήτηση των αντιρρήσεων που μπορούν να διατυπωθούν κατά των αιτιολογιών αυτών.
IV — Απαντήσεις στο ερώτημα που υπέβαλε το Δικαστήριο
Το Δικαστήριο κάλεσε την Estel και την Επιτροπή να απαντήσουν στο ερώτημα αν για την παραγωγή για την οποία επιβλήθηκαν τα πρόστιμα που αναφέρονται στο παράρτημα 10 του δικογράφου της προσφυγής επιβλήθηκε επίσης από την Επιτροπή πρόστιμο για παράβαση της αποφάσεως 1831/82.
Η Estel απάντησε καταφατικά στο ερώτημα αυτό. Ως προς τις εξαγωγές για τις οποίες γίνεται λόγος στην τρίτη αιτίαση πρόσθεσε ότι η Επιτροπή, ακολουθώντας το παράδειγμα των διαιτητών του Eurofer, επέβαλε πρόστιμο για το σύνολο των υπερβάσεων των ποσοστώσεων παραγωγής από τις οποίες αφαίρεσε το σύνολο των υπερβάσεων των ποσοστώσεων παραδόσεως. Η διαφορά μεταξύ των δύο υπερβάσεων οφειλόταν στις παραδόσεις για εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Προσφέρθηκε να προσκομίσει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι παραδόσεις προς τις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν τουλάχιστον ίσες προς τη διαφορά αυτή. Η ποσοτική διαφορά μεταξύ των υπερβάσεων των ποσοστώσεων παραδόσεως και των ποσοστώσεων παραγωγής για την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο στις κατηγορίες Ια και Ιβ είναι ίση με 24800 τόνους, ενώ οι διαιτητές του Eurofer επέβαλαν πρόστιμο για 23623 τόνους (προς 25 ECU ανά τόνο). Η διαφορά μεταξύ των δύο αριθμών εξηγείται από το γεγονός ότι ο Eurofer χρησιμοποιεί διαφορετική μέθοδο υπολογισμού.
Η Επιτροπή απάντησε ότι η παραγωγή που έλα6ε υπόψη για τον υπολογισμό των επίδικων προστίμων περιλαμβάνει την επιπλέον παραγωγή που υπολόγισε το διαιτητικό δικαστήριο του Eurofer και η οποία αναφέρεται στο έγγραφο με τον τίτλο «Enclosure 3», το οποίο επισυνάπτεται στο παράρτημα 10 του δικογράφου της προσφυγής. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχει στη διάθεση της, η Επιτροπή υποθέτει ότι ο Eurofer δεν επέβαλλε πρόστιμα για παραγωγή που υπερέβαινε εκείνη για την οποία η Επιτροπή επέβαλλε πρόστιμα.
V — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 19ης Οκτωβρίου 1983, η Estel, εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο T. R. Ottervanger, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους R. Wägenbaur και J. Bourgeois, μέλη της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενους από το δικηγόρο Ρ. V. F. Bos, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 30ής Νοεμβρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30 Σεπτεμβρίου 1982, η εταιρεία Estel NV (στο εξής: Estel), με έδρα το Nijmegen, άσκησε, δυνάμει των άρθρων 33 και 36, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 13ης Αυγούστου 1982, η οποία της επέβαλε πρόστιμο 3655590 ECU, δηλαδή 9520472 ολλανδικών φιορινιών (HFL).
2
Στην επίδικη απόφαση αναφέρεται ως αιτιολογία το γεγονός ότι κατά το τρίτο τρίμηνο του 1981η Estel υπερέβη κατά 30909 τόνους την ποσόστωση παραγωγής για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια και κατά 13842 τόνους για τα προϊόντα της κατηγορίας 16, καθώς και κατά 19951 τόνους το μέρος της ποσοστώσεως παραγωγής για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια που μπορεί να παραδοθεί μέσα στην κοινή αγορά, ποσοστώσεις που της είχαν χορηγηθεί στο πλαίσιο του συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής που θέσπισε η απόφαση 1831/81/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 1981 (ΕΕ L 180, σ. 1).
3
Υπενθυμίζεται ότι η εν λόγω απόφαση θέσπισε, βάσει του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, σύστημα ποσοστώσεων της παραγωγής χάλυβα για τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα. Το άρθρο 5 της αποφάσεως αυτής προβλέπει ότι η Επιτροπή καθορίζει ανά τρίμηνο, για κάθε επιχείρηση, τις ποσοστώσεις παραγωγής και το τμήμα των ποσοστώσεων αυτών που μπορεί να παραδοθεί μέσα στην κοινή αγορά, βάσει των παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς και εφαρμόζοντας στις παραγωγές και ποσότητες αυτές ορισμένα ποσοστά μειώσεως. Το άρθρο 12, παράγραφος 1, της ίδιας αποφάσεως προβλέπει ότι στις επιχειρήσεις που υπερβαίνουν τις ποσοστώσεις παραγωγής τους ή το τμήμα των ποσοστώσεων αυτών που μπορεί να παραδοθεί μέσα στην κοινή αγορά επιβάλλεται πρόστιμο που ανέρχεται, κατά κανόνα, σε 75 ECU ανά τόνο υπερβάσεως η παράγραφος 2 ορίζει ότι «στην περίπτωση που η παραγωγή μιας επιχειρήσεως υπερβαίνει την ποσόστωση της κατά 10 % ή περισσότερο, ή στην περίπτωση που μία επιχείρηση έχει ήδη υπερβεί κατά τη διάρκεια προηγούμενου τριμήνου την ή τις ποσοστώσεις της, τα πρόστιμα ανά τόνο δύνανται να διπλασιασθούν. Οι ίδιοι κανόνες ισχύουν και για την υπέρβαση των ποσοτήτων που είναι δυνατόν να διατεθούν στην κοινή αγορά».
4
Κατ' εφαρμογή της αποφάσεως 1831/81, η Επιτροπή ανακοίνωσε στην Estel, με έγγραφο της 29ης Ιουλίου 1981, τις ποσοστώσεις παραγωγής της και το μέρος των ποσοστώσεων αυτών που θα μπορούσε να παραδοθεί μέσα στην κοινή αγορά για το τρίτο τρίμηνο του έτους 1981. Με έγγραφο της 24ης Νοεμβρίου 1981, η Estel ζήτησε από την Επιτροπή να αναπροσαρμόσει, δυνάμει του άρθρου 10 της αποφάσεως 1831/81, την ποσόστωση παραγωγής που της είχε καθορίσει για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια, αυξάνοντας την σε 76811 τόνους. Η Επιτροπή, όμως, χορήγησε στην Estel, με έγγραφο της 3ης Φεβρουαρίου 1982, αύξηση 66263 μόνο τόνων, που κατέληγε σε διαφορά 10548 τόνων. Στις 13 Αυγούστου 1982, η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη απόφαση, με την οποία καθόρισε αριθμητικά το οριστικό ύψος της υπερβάσεως των ποσοστώσεων και επέβαλε στην Estel πρόστιμο 3655590 ECU, κατ' εφαρμογή του άρθρου 12 της γενικής αποφάσεως.
5
Με την παρούσα προσφυγή, η προσφεύγουσα ζητεί, ως κύριο αίτημα, την ολική ή μερική ακύρωση της επίδικης αποφάσεως που καθορίζει το πρόστιμο και, επικουρικώς, τη μείωση του προστίμου σε ποσό μηδενικό ή στο ποσό που το Δικαστήριο θα κρίνει προσήκον. Προς στήριξη του αιτήματος αυτού, προβάλλει έλλειψη πταίσματος και συνδρομή ειδικών περιστάσεων, παραβίαση των γενικών αρχών του δικαίου και ανεπαρκή αιτιολογία.
Επί της συνδρομής ειδικών περιστάσεων
6
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι λόγω των ειδικών περιστάσεων που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έπρεπε να της επιβληθεί κανένα πρόστιμο ή, τουλάχιστον, το ποσό του προστίμου έπρεπε να είναι μειωμένο. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται σχετικά, κατά κύριο λόγο, ότι αδίκως η Επιτροπή διατύπωσε έμμεσα εναντίον της αιτιάσεις σε δύο μεμονωμένες περιπτώσεις υπερβάσεως των ποσοστώσεων και, επικουρικά, ότι αρνήθηκε, κατά τον καθορισμό του ποσού του προστίμου, να λάβει υπόψη της τις περιστάσεις που οδήγησαν στην υπέρβαση των ποσοστώσεων, το βαθμό ευθύνης της και τη βαρύτητα της παραβάσεως που είχε διαπράξει σε μια τρίτη μεμονωμένη περίπτωση, η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης κατά κύριο λόγο ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της τις ειδικές περιστάσεις της υπερβάσεως, καθώς και το μειωμένο βαθμό ευθύνης της Estel και τη βαρύτητα της παραβάσεως.
7
Οι προαναφερθείσες μεμονωμένες περιπτώσεις αναφέρονται σε υπέρβαση της ποσοστώσεως για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια ως προς τα προϊόντα που χρησιμοποιούν οι αγοραστές για την κατασκευή μικρών σωλήνων (σημείο 1 κατωτέρω), σε υπέρβαση της ποσοστώσεως για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια ως προς τα προϊόντα που παραδίδονται προς επανέλαση (σημείο 2 κατωτέρω) και σε υπέρβαση της ποσοστώσεως για τα προϊόντα των κατηγοριών Ια και 16 που προορίζονται για παραδόσεις στην αγορά της Βόρειας Αμερικής (σημείο 3 κατωτέρω).
1. Προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή μικρών σωλήνων
8
Με τον πρώτο ισχυρισμό της, που αφορά υπέρβαση κατά 10548 τόνους, η προσφεύγουσα αναφέρεται στο άρθρο 10 της γενικής αποφάσεως 1831/81, που έχει ως εξής:
«Όσον αφορά τα προϊόντα της κατηγορίας Ια, τα οποία χρησιμοποιούνται σε κατάσταση θερμής ελάσεως για την παραγωγή στην Κοινότητα συγκολλημένων σωλήνων διαμέτρου μικρότερης ή ίσης προς 406,4 mm, η Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεως της επιχειρήσεως, συνοδευομένης από την απόδειξη χρησιμοποιήσεως προς το σκοπό αυτόν, προσαρμόζει την ποσόστωση και επιτρέπει τις ανάλογες παραδόσεις.»
9
Ως προς τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιείται για την αναπροσαρμογή της ποσοστώσεως, στην οποία αναφέρεται το ανωτέρω άρθρο, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι μπορούσε καλόπιστα να πιστεύει, κατά την έναρξη και κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου του 1981, ότι η Επιτροπή θα χρησιμοποιούσε την ίδια μέθοδο που είχε χρησιμοποιήσει η ίδια και ότι δεν γνώριζε, ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει, μέχρις ότου έλαβε ένα τηλετύπημα της Επιτροπής την 1η Δεκεμβρίου 1981, ότι η τελευταία θα χρησιμοποιούσε διαφορετική μέθοδο, λιγότερο ευνοϊκή για την Estel. Εξάλλου, υποστηρίζει ότι η ίδια η Επιτροπή δεν διαμόρφωσε οριστική γνώμη για τη μέθοδο που έπρεπε να χρησιμοποιηθεί παρά μόνο κατά τα μέσα Νοεμβρίου 1981 και ότι δεν ενημέρωσε σχετικά την Estel παρά μόνο με το έγγραφο της 3ης Φεβρουαρίου 1982. Επομένως, η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚΑΧ καθώς και πολλές γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, όπως τις αρχές της νομιμότητας («nullum crimen sine lege»), της αναλογίας και της ισότητας.
10
Η Επιτροπή αντιτάσσει το επιχείρημα ότι κατά τον καθορισμό του προστίμου δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε υποκειμενικά στοιχεία, όπως η δήθεν καλή πίστη της Estel, ούτε οι ειδικές περιστάσεις, ούτε ο 6αθμός ευθύνης, ούτε η 6αρύτητα της παραβάσεως, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 12 της γενικής αποφάσεως, το πρόστιμο έχει αυστηρό και αυτόματο χαρακτήρα, έτσι ώστε η Επιτροπή να το επιβάλλει μόνο ανάλογα με το μέγεθος της υπερβάσεως, χωρίς να έχει καμία ευχέρεια εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό του ύψους της κυρώσεως. Επικουρικώς, υποστηρίζει ότι η Estel συνειδητά ανέλαβε τον κίνδυνο δημιουργίας πλεονάσματος της παραγωγής και ότι για να το αποφύγει μπορούσε να ζητήσει από την Επιτροπή την ακριβή ερμηνεία του άρθρου 10, όπως έπραξαν άλλες επιχειρήσεις. Εξάλλου, η Επιτροπή ανακοίνωσε στον Eurofer — ιδιωτική ένωση των ευρωπαϊκών οργανώσεων και επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα που έχει ως σκοπό τη συνεργασία μεταξύ των μελών της και την υπεράσπιση των συμφερόντων τους, ιδίως έναντι της Επιτροπής — τη μέθοδο υπολογισμού, με έγγραφο της 10ης Νοεμβρίου 1981, αναφερόμενη στις προγενέστερες συνομιλίες. Επιπλέον, η Estel αναγνώρισε τελικά την ακρίβεια της μεθόδου της Επιτροπής και δεν αμφισβήτησε τις ποσοστώσεις.
11
Πρέπει, πρώτον, να γίνει δεκτό ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής, της 29ης Ιουλίου 1981 και της 3ης Φεβρουαρίου 1982, κατέστησαν οριστικές, εφόσον δεν προσβλήθηκαν εντός των προθεσμιών που τάσσει η Συνθήκη. 'Οπως δε προκύπτει από πάγια νομολογία, οι προσφεύγοντες δεν μπορούν στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως ατομικής αποφάσεως να επικαλεστούν με ένσταση τον παράνομο χαρακτήρα άλλης ατομικής αποφάσεως η οποία απευθυνόταν προς αυτούς και έχει καταστεί οριστική. Η προσφυγή, επομένως, περιορίζεται στους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα που στρέφονται άμεσα κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
12
Ως προς τον δήθεν αυτόματο χαρακτήρα του προστίμου, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα και μάλιστα την υποχρέωση να κλιμακώνει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το ποσό των προστίμων ανάλογα με τις περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η παράβαση και με τη βαρύτητα της. Όπως όμως είχε ήδη την ευκαιρία να κρίνει το Δικαστήριο στην απόφαση του της 10ης Νοεμβρίου 1983 (Thyssen, 188/82, που δεν έχει ακόμα δημοσιευτεί στη Συλλογή) σχετικά με το άρθρο 9 της αποφάσεως 2794/80, αν και το πρόστιμο πρέπει, κανονικά, να καθορίζεται σε ποσό 75 ECU ανά τόνο υπερβάσεως, μπορεί να δικαιολογηθεί, λόγω των περιστάσεων υπό τις οποίες έγινε η παράβαση και τη βαρύτητα της, η απόκλιση από το συντελεστή που αποτελεί τον κανόνα και η επιβολή μειωμένου προστίμου. Στην προκειμένη περίπτωση, οι ειδικές περιστάσεις δικαιολογούν τέτοια απόκλιση.
13
Πράγματι, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η προσφυγή αναφέρεται στο πρώτο τρίμηνο, για το οποίο είχε εφαρμογή το — εντελώς νέο — άρθρο 10 της αποφάσεως 31/81, ότι από το κείμενο της διατάξεως αυτής δεν προκύπτει καμία ένδειξη ως προς τη μέθοδο υπολογισμού της αναπροσαρμογής της ποσοστώσεως και ότι οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να ζητήσουν αναπροσαρμογή της ποσοστώσεως και έγκριση των σχετικών παραδόσεων παρά μόνο μετά την πραγματοποίηση των παραδόσεων, οπότε η Επιτροπή αναπροσαρμόζει ενδεχομένως την ποσόστωση μετά το τέλος του αντίστοιχου τριμήνου, όπως έπραξε στην προκειμένη περίπτωση.
14
Κατά συνέπεια, οι επιχειρήσεις μπορούσαν να έχουν αμφιβολίες, κατά τη διάρκεια της αντίστοιχης περιόδου, ως προς τη μέθοδο υπολογισμού της αναπροσαρμογής, αν και η μέθοδος που χρησιμοποίησε η προσφεύγουσα δεν επιβαλλόταν.
15
Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να ανακοινώσει η ίδια στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις τη μέθοδο υπολογισμού που σχεδίαζε να εφαρμόσει, και τούτο από την αρχή του αντίστοιχου τριμήνου. Δεδομένου ότι δεν το έπραξε, συνέβαλε στην επικράτηση αβεβαιότητας ως προς την ορθή μέθοδο υπολογισμού. Αν και η Estel μπορούσε να αποφύγει την υπέρβαση της ποσοστώσεως ζητώντας από την Επιτροπή να της γνωστοποιήσει τη μέθοδο υπολογισμού, είναι προφανές ότι η Επιτροπή φέρει την ευθύνη της καλής διαχειρίσεως του συστήματος των ποσοστώσεων της παραγωγής χάλυβα.
16
Πρέπει, επομένως, να αναγνωριστεί υπέρ της προσφεύγουσας η ύπαρξη καταστάσεως που δικαιολογεί εκτίμηση διαφορετική από εκείνη της Επιτροπής ως προς τη βαρύτητα της παραβάσεως και τον καθορισμό του ποσού του προστίμου για την υπέρβαση αυτή.
2. Προϊόντα πον παραδίδονται προς επανέλαοη
17
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η υπέρβαση των ποσοστώσεων για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια που παραδίδονται προς επανέλαση οφειλόταν στο γεγονός ότι οι προβλέψεις της Estel για τις παραδόσεις προς επανέλαση κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου του 1981 ήταν μικρότερες από εκείνες που πράγματι ήταν υποχρεωμένη να πραγματοποιήσει η Estel στο πλαίσιο των συμφωνιών που είχαν συναφθεί στους κόλπους του Eurofer και στο ότι δεν μπόρεσε να καλύψει τη διαφορά με αγορά ή ανταλλαγή ποσοστώσεων. Δεδομένου ότι επρόκειτο για νέο σύστημα του Eurofer, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι οι προβλέψεις δεσμεύουν τις επιχειρήσεις και χρησιμοποιούνται ως βάση για τον καθορισμό της οριστικής ποσοστώσεως παραγωγής από την Επιτροπή. Η Επιτροπή ήταν λοιπόν υποχρεωμένη να λάβει υπόψη της, κατά τον καθορισμό του προστίμου, την πλάνη της Estel και το γεγονός ότι υπάρχει κάποια αλληλεξάρτηση μεταξύ του συστήματος του Eurofer και του κοινοτικού συστήματος.
18
Η Επιτροπή αντιτάσσει στον ισχυρισμό αυτό το επιχείρημα ότι το σύστημα των προβλέψεων αποτελεί εσωτερική πράξη του Eurofer επί της οποίας δεν έχει καμία επιρροή· δεν ήταν υποχρεωμένη να λάβει υπόψη της την ενδεχόμενη παρανόηση μιας επιχειρήσεως ως προς τη σημασία του συστήματος αυτού. Εξάλλου, η Estel είχε στη διάθεση της ορισμένο αριθμό δυνατοτήτων που της επέτρεπαν να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπείχε στο πλαίσιο του κοινοτικού συστήματος των ποσοστώσεων, όπως για παράδειγμα, να μεταφέρει μια παραγγελία σε άλλον προμηθευτή ή να ανταλλάξει ή να αγοράσει μια ποσόστωση ή να παραδώσει το τμήμα της παραγγελίας που υπερβαίνει την ποσόστωση κατά τη διάρκεια του επόμενου τριμήνου, ή ακόμα να παραδώσει μικρότερες ποσότητες στους μη κανονικούς πελάτες της.
19
Όπως διαπιστώνεται, η υπέρβαση της ποσοστώσεως από την Estel οφείλεται, όπως ορθά υποστήριξε η Επιτροπή, στις εσωτερικές συμφωνίες του Eurofer και στην αβεβαιότητα της Estel ως προς τη σημασία των εν λόγω συμφωνιών. Οι ποσοστώσεις της Estel είχαν καθοριστεί κατά τρόπο απόλυτα σαφή από την Επιτροπή, έτσι ώστε η Estel δεν μπορούσε να έχει αμφιβολίες ως προς τις υποχρεώσεις της από άποψη κοινοτικού δικαίου. Επομένως, η ενδεχόμενη πλάνη της Estel ως προς τον όγκο των συναλλαγών για τις οποίες είχε αναλάβει υποχρεώσεις με τις συμφωνίες του Eurofer, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δικαιολογήσει την παράβαση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από το κοινοτικό σύστημα ποσοστώσεων της παραγωγής ούτε αποτελεί γεγονός που δικαιολογεί μείωση του προστίμου.
20
Το συμπληρωματικό επιχείρημα της Estel ότι η υπέρβαση εντάσσεται στο πλαίσιο της αναδιαρθρώσεως της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα και δεν διαταράσσει την αγορά, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, όταν πρόκειται για σύστημα που στηρίζεται, με στόχο την αντιμετώπιση της έκδηλης κρίσεως στην αγορά χάλυβα, στη χορήγηση αυστηρώς καθορισμένων ποσοστώσεων παραγωγής στις επιμέρους επιχειρήσεις.
21
Ο ισχυρισμός λοιπόν αυτός πρέπει να απορριφθεί.
3. Παραδόθεις στην αγορά νης Βόρειας Αμερικής
22
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι κακώς η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της, κατά τον καθορισμό του προστίμου, το γεγονός ότι η υπέρβαση της ποσοστώσεως παραγωγής σε σχέση με τις παραδόσεις στην αγορά της Βόρειας Αμερικής προκύπτει από ειδικά προβλήματα που συνδέονται με τις εξαγωγές στην εν λόγω αγορά και ότι κατά τη σύναψη των αντίστοιχων συμβάσεων δεν μπορούσε να προβλεφθεί η παράταση του συστήματος των ποσοστώσεων παραγωγής πέραν της 30ής Ιουνίου 1981, καθώς και ο ειδικός του χαρακτήρας. Πράγματι, οι σχετικές παραδόσεις στην περιοχή των Μεγάλων Λιμνών δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν παρά μόνο το καλοκαίρι, διότι το κλίμα στην περιοχή αυτή είναι τέτοιο, ώστε κατά το υπόλοιπο έτος να μην είναι προσιτοί οι αγοραστές. Εξάλλου, η Estel δεν μπόρεσε να αγοράσει ή να ανταλλάξει αρκετές ποσοστώσεις ώστε να αποφύγει την υπέρβαση.
23
Πρέπει, πρώτον, να αναγνωριστεί ότι η υπέρβαση ποσοστώσεων παραγωγής που οφείλεται σε σημαντικές παραδόσεις έξω από την Κοινότητα δεν μπορεί να δικαιολογήσει επιβολή μικρότερου προστίμου από την περίπτωση υπερβάσεως που οφείλεται σε παραδόσεις μέσα στην ίδια την Κοινότητα. Πάντως, η ευθύνη χειρισμού των υποθέσεων, καθώς και των κινδύνων που προκύπτουν, εναπόκειται στις ίδιες τις επιχειρήσεις, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να λάβουν υπόψη τους, κατά το σχεδιασμό των δραστηριοτήτων τους, όλες τις σχετικές περιστάσεις, όπως, για παράδειγμα, τα ενδεχόμενα προβλήματα μεταφοράς σε συνάρτηση με το κλίμα της χώρας προορισμού. Οι εξωτερικές αυτές περιστάσεις όμως δεν μπορούν να απαλλάξουν την προσφεύγουσα από την ευθύνη της να τηρήσει τις ποσοστώσεις. Πράγματι, το σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής, που αποβλέπει στην υπερπήδηση της έκδηλης κρίσεως στην αγορά χάλυβα, θα διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο αν οι επιχειρήσεις, επικαλούμενες τέτοιες εξωτερικές περιστάσεις, μπορούσαν να απαλλαγούν από τους περιορισμούς και να υπερβούν κατά βούληση την ποσόστωση παραγωγής που τους έχει χορηγηθεί.
24
Ο ισχυρισμός λοιπόν αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Επί του ζητήματος της «διπλής κυρώσεως»
25
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η μέθοδος υπολογισμού του προστίμου που χρησιμοποίησε η Επιτροπή καταλήγει στο να επιβληθεί στην Estel διπλή κύρωση για υπέρβαση 3930 τόνων. Πράγματι, η Επιτροπή επέβαλε χωριστή κύρωση για την υπέρβαση των ποσοστώσεων παραγωγής και χωριστή για το μέρος των ποσοστώσεων αυτών που μπορούσαν να παραδοθούν μέσα στην κοινή αγορά, δηλαδή όχι μόνο για τη μεγαλύτερη υπέρβαση, αλλά και για τη μικρότερη υπέρβαση, η οποία περιέχεται ήδη στη μεγαλύτερη υπέρβαση. Αυτή όμως η σώρευση των κυρώσεων είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 12 της αποφάσεως 1831/81. Στην περίπτωση που κριθεί ότι η σώρευση αυτή δεν αντιβαίνει προς το εν λόγω άρθρο, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι αντιβαίνει προς το άρθρο 58, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, καθώς και σε πολλές γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, ιδίως τις αρχές της χρηστής διαχειρίσεως, της δικαιοσύνης και της επιείκειας.
26
Η Επιτροπή αντιτάσσει το επιχείρημα ότι το άρθρο 12 δεν προβλέπει διπλό πρόστιμο για μια ενιαία παράβαση, αλλά δύο διακεκριμένα πρόστιμα για δύο χωριστές παραβάσεις και ότι, κατά συνέπεια, δεν είναι ασυμβίβαστο με το άρθρο 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ καθώς και με τις γενικές αρχές του δικαίου. Ως προς την ενδεχόμενη έλλειψη νομιμότητας του άρθρου 12, η Επιτροπή προβάλλει κατά του εν λόγω ισχυρισμού ένσταση απαραδέκτου, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός στρέφεται κατά της αποφάσεως 1831/81 στο σύνολό της και ιδίως κατά του άρθρου 5.
27
Πρέπει να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 5, σε συνδυασμό με το άρθρο 12 της ίδιας αποφάσεως, επιβάλλει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις δύο διακεκριμένες υποχρεώσεις, δηλαδή τόσο την υποχρέωση τηρήσεως των ποσοστώσεων παραγωγής όσο και την υποχρέωση της μη υπερβάσεως του μέρους των ποσοστώσεων αυτών που μπορούν να παραδοθούν μέσα στην κοινή αγορά. Πράγματι, ενώ σκοπός του περιορισμού των παραδόσεων μέσα στην κοινή αγορά είναι η αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως στο εσωτερικό της εν λόγω αγοράς, ο περιορισμός της συνολικής παραγωγής των επιχειρήσεων έχει, κυρίως, ως σκοπό να αποτραπεί η υπερπαραγωγή, η οποία, λόγω της κρίσεως, δεν θα μπορούσε να διατεθεί ούτε μέσω των εξαγωγών. Είναι επομένως προφανές ότι οι δύο περιορισμοί αποβλέπουν στην προστασία δύο διακεκριμένων συμφερόντων της Κοινότητας όπως επιβεβαιώνεται και στο σημείο 5 των αιτιολογικών σκέψεων της ίδιας αποφάσεως.
28
Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η επιχείρηση που παραβιάζει τις ανωτέρω υποχρεώσεις, υπερβαίνοντας ταυτόχρονα και τη μία και την άλλη ποσόστωση, διαπράττει με την ενέργεια αυτή δύο διακεκριμένες παραβάσεις της εν λόγω αποφάσεως. Επομένως, η Επιτροπή, υπό τις περιστάσεις αυτές, μπορεί να της επιβάλει δύο πρόστιμα υπολογιζόμενα χωριστά.
29
Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας που αναφέρεται σε μια δήθεν διπλή κύρωση είναι αβάσιμος και, υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν είναι πλέον αναγκαίο να εξεταστεί το ζήτημα του απαραδέκτου της προσφυγής σε ό,τι αφορά την έλλειψη νομιμότητας του άρθρου 12.
30
Ο ισχυρισμός λοιπόν αυτός πρέπει επίσης να απορριφθεί.
Επί της ανεπαρκούς αιτιολογίας
31
Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, ο ισχυρισμός για ανεπαρκή αιτιολογία συγχέεται με τους επί της ουσίας ισχυρισμούς που εξέτασε το Δικαστήριο.
Επί του ποσού του προστίμου
32
Σύμφωνα με την ανωτέρω σκέψη 16, πρέπει να μειωθεί το πρόστιμο που επέβαλε η Επιτροπή αποκλειστικά σε ό,τι αφορά μια υπέρβαση κατά 10548 τόνους των ποσοστώσεων παραγωγής για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια. Προς το σκοπό αυτό, το συνολικό πρόστιμο πρέπει να καθοριστεί σε 3260040 ECU.
Επί των δικαστικών εξόδων
33
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, το Δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει τα δικαστικά έξοδα, ολικώς ή μερικώς, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων ή εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι.
34
Δεδομένου ότι τόσο η προσφεύγουσα όσο και η Επιτροπή ηττήθησαν μερικώς, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Μειώνει το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα σε 3260040 ECU ή 8490318 ολλανδικά φιορίνια.
2)
Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Koopmans
Bahlmann
Pescatore
O'Keeffe
Bosco
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 29 Φεβρουαρίου 1984.
Ο γραμματέας
κ.α.α.
J. Α. Pompe
Βοηθός γραμματέας
Ο πρόεδρος του τέταρτου τμήματος
Τ. Koopmans
Full & Egal Universal Law Academy