Στην υπόθεση 278/82,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του τέταρτου τμήματος του Finanzgericht του Αμβούργου προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
1. Rewe-Handelsgesellschaft Nord mbH, Höhndorf,
2. Rewe-Markt Herbert Kureit, Niendorf,
προσφευγουσών στην κύρια δίκη,
και
Hauptzollämter Flensburg, Itzehoe και Lübeck-West,
καθών στην κύρια δίκη,
παρεμβαίνουσα:
Förde-Reederei GmbH, Flensburg,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1544/69 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1969 (όπως τροποποιήθηκε), περί της δασμολογικής μεταχειρίσεως που εφαρμόζεται στα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών (ΕΕ ειδ. έκδ., 02/001, σ. 65), του κανονισμού 1818/75 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουλίου 1975, περί των γεωργικών εισφορών, των εξισωτικών ποσών και λοιπών επιβαρύνσεων κατά την εισαγωγή που εφαρμόζονται επί των γεωργικών προϊόντων και ορισμένων εμπορευμάτων που προκύπτουν από τη μεταποίηση τους και περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών (ΕΕ ειδ. έκδ., 02/002, σ. 95) και της οδηγίας 69/169 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969 (όπως τροποποιήθηκε), περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των σχετικών με τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή, στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών (ΕΕ ειδ. έκδ., 09/001, σ. 17),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους J. Mertens de Wilmars, πρόεδρο, Τ. Koopmans και Y. Galmot, προέδρους τμήματος, P. Pescatore, Mackenzie Stuart, A. O'Keeffe, G. Bosco, O. Due και U. Everling, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: S. Rozès
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
Α — Περιστατικά
1.
Ιστορικό της διαφοράς
Η διάταξη παραπομπής αφορά περιστατικά που πρέπει να συνδυαστούν με άλλες συνθήκες, οι οποίες ώθησαν το ίδιο Finanzgericht να ζητήσει από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως (απόφαση της 7ης Ιουλίου 1981, Rewe-Handelsgesellschaft Nord mbH και Rewe-Markt Steffen, 158/80, Συλλογή σ. 1805). Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο είχε αποφανθεί επί του ζητήματος αν και σε ποιο μέτρο η διάθεση εμπορευμάτων που απαλλάσσονται από δασμούς και φορολογικές επιβαρύνσεις στα «πλοία βουτύρου» και η εισαγωγή των εμπορευμάτων αυτών ατελώς με τις αποσκευές των ταξιδιωτών συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο.
Η εν λόγω υπόθεση, αποκαλούμενη «κρουαζιέρες βουτύρου», αφορούσε διαφορά η οποία εκκρεμούσε ήδη ενώπιον του ίδιου Finanzgericht μεταξύ της εταιρείας χονδρεμπορίου Rewe-Handelsgesellschaft Nord mbH και μιας εταιρείας της λιανικού εμπορίου αφενός, και του κεντρικού τελωνείου του Κιέλου αφετέρου.
Το Finanzgericht του Αμβούργου εξέδωσε στις 13 Ιανουαρίου 1982 απόφαση επί της ανωτέρω κύριας διαφοράς, λαμβανομένου υπόψη του διατακτικού της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
2.
Το πλαίσιο της προκειμένης υποθέσεως
Ενώ το κύριο αντικείμενο της προηγούμενης διαφοράς αποτελούσαν οι «κρουαζιέρες βουτύρου», δηλαδή θαλάσσιες εκδρομές κατά τις οποίες το πλοίο δεν προσέγγιζε ξένη χώρα ή την προσέγγιζε μόνο κατά τρόπο συμβολικό, η προκειμένη περίπτωση αφορά τις αγορές που απαλλάσσονται από δασμούς και φορολογικές επιβαρύνσεις και πραγματοποιούνται σε πλοία που εκτελούν κανονικά δρομολόγια, σε πορθμεία και κατά τη διάρκεια συνδυασμένων ταξιδιών με πλοίο και λεωφορείο.
Προσφεύγουσες στην κύρια δίκη είναι αφενός η εταιρεία Rewe-Handelsgesellschaft Nord mbH, η οποία διεξάγει χονδρεμπόριο, μεταξύ άλλων, ειδών αρωματοπωλείου, καφέ, τε'ί'ου, σπίρτων και προϊόντων διατροφής όπως βουτύρου, τυριού, κρέατος και ζαχαρωδών προϊόντων, καθώς και οινοπνευματωδών ποτών, ζύθου, οίνου και καπνού και, αφετέρου, η εταιρεία Rewe-Markt Herbert Kureit, η οποία εκμεταλλεύεται ένα κατάστημα λιανικού εμπορίου στο Niendorf, στον κόλπο του Lübeck, και η οποία διαθέτει προϊόντα τα οποία προμηθεύεται από την πρώτη προσφεύγουσα, η οποία έχει εξάλλου ως πελάτες κυρίως καταστήματα λιανικού εμπορίου εγκατεστημένα στην περιοχή του Schleswig-Holstein, στις ακτές της Βόρειας Θάλασσας και της Βαλτικής.
Με την προσφυγή τους, η οποία στρέφεται κατά των Hauptzollämter (κεντρικών τελωνείων) του Land (κρατιδίου) Schleswig-Holstein, που είναι αρμόδια για τον τομέα των ακτών της Βόρειας Θάλασσας και της Βαλτικής, ζητείται να καταδικαστούν οι εν λόγω τελωνειακές υπηρεσίες να απόσχουν εντός ορισμένων ορίων από τον εκτελωνισμό ατελώς, κατά παράβαση των ισχυουσών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, εμπορευμάτων τα οποία μεταφέρονται κατά την επιστροφή από θαλάσσιες εκδρομές.
Τα ανωτέρω αρχικά αιτήματα επεκτάθηκαν στις αγορές που πραγματοποιούνται χωρίς δασμούς ή φορολογικές επιβαρύνσεις στα πλοία γραμμής και τα πορθμεία.
Επιπλέον, ετέθη υπόψη του Finanzgericht ότι πλοία εκπλέουν από λιμένες της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με προορισμό τη Δανία, από όπου οι ταξιδιώτες, χωρίς να καταβάλουν στη χώρα αυτή τα τέλη εισόδου επί των εμπορευμάτων τα οποία απέκτησαν ατελώς στο πλοίο, επανέρχονται με λεωφορείο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, όπου επίσης τους παρέχονται δασμολογικές διευκολύνσεις.
Το Finanzgericht διευκρινίζει ότι προτίθεται να επανεξετάσει τη νομολογία του όσον αφορά τη μεταφορά με πορθμεία και ότι αυτό είναι το αντικείμενο των προδικαστικών ερωτημάτων τα οποία υπέβαλε.
Το Finanzgericht εκθέτει τέλος ότι από τις κινήσεις των πορθμείων που πραγματοποιούν σύντομες διαδρομές μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Δανίας και στα οποία είναι δυνατό να γίνουν αγορές χωρίς την καταβολή δασμών και φορολογικών επιβαρύνσεων, καθώς και από τις συνδυασμένες εκδρομές με πλοίο και λεωφορείο, θίγονται κυρίως τα καταστήματα ειδών διατροφής των ακτών της Βόρειας Θάλασσας και της Βαλτικής.
Τέτοιες μέθοδοι έχουν ως αποτέλεσμα να στερούν τις τοπικές εταιρείες χονδρεμπορίου και λιανικού εμπορίου από ένα σημαντικό μέρος της αγοραστικής δυνάμεως των κατοίκων των ακτών της Βόρειας Θάλασσας και της Βαλτικής.
Β — Η κοινοτική ρύθμιση
1.
Ο κανονισμός 1544/69, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3313/81 του Συμβουλίου, της 17ης Νοεμβρίου 1981, παρέχει απαλλαγή από τους δασμούς του κοινού δασμολογίου για τα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών που προέρχονται από τρίτες χώρες, εφόσον πρόκειται για εισαγωγές χωρίς κανένα εμπορικό χαρακτήρα και εντός ορισμένων ορίων όσον αφορά την ποσότητα και την αξία.
2.
Η οδηγία 69/169, όπως συμπληρώθηκε από τη δεύτερη οδηγία της 12ης Ιουνίου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ., 09/001, σ. 30), από την τρίτη οδηγία της 19ης Δεκεμβρίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ., 09/001, σ. 97), από την τέταρτη οδηγία της 19ης Δεκεμβρίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ., 09/001, σ. 100), από την οδηγία 81/933/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Νοεμβρίου 1981 (ΕΕ L 338, σ. 24) και τέλος από την οδηγία 82/443/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1982 (ΕΕ L 206, σ. 35) καθορίζει, πρώτον, στο άρθρο 1, τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που ισχύουν για τα εμπορεύματα τα οποία περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών που προέρχονται από τρίτες χώρες, δεύτερον, στο άρθρο 2, τα όρια από άποψη αξίας των ίδιων απαλλαγών που ισχύουν για τα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών που προέρχονται από κράτη μέλη της Κοινότητας, τρίτον, καθορίζει στο άρθρο 4 τα ποσοτικά όρια όσον αφορά την εισαγωγή με απαλλαγή από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως των εκεί απαριθμούμενων εμπορευμάτων και, τέλος, προβλέπει στο άρθρο 6 ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα όσον αφορά τις πωλήσεις στο λιανικό εμπόριο για να επιτρέψουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και επιφυλάξεις, την απαλλαγή από τους φόρους κύκλου εργασιών για τις παραδόσεις εμπορευμάτων τα οποία περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές ταξιδιωτών που εξέρχονται από κράτος μέλος.
3.
Ο κανονισμός 1818/75 τον Συμβουλίου της 10ης Ιουλίου 1975 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/002, σ. 95) περί των γεωργικών εισφορών, των εξισωτικών ποσών και λοιπών επιβαρύνσεων κατά την εισαγωγή, που εφαρμόζονται επί των γεωργικών προϊόντων και ορισμένων εμπορευμάτων που προκύπτουν από τη μεταποίηση τους και περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών, επεξέτεινε την εφαρμογή του κανονισμού 1544/69 στις εισφορές και λοιπές γεωργικές επιβαρύνσεις και εισήγαγε, στα πλαίσια της κυκλοφορίας ταξιδιωτών μεταξύ δύο κρατών μελών, απαλλαγή από τα εξισωτικά ποσά και τις λοιπές επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή, η οποία είναι αντίστοιχη όσον αφορά τα όρια και τις προϋποθέσεις εφαρμογής προς την απαλλαγή που εισάγεται με το άρθρο 2 της ανωτέρω οδηγίας 69/169/ΕΟΚ.
Γ — Αιαδικαοία και προδικαστικά ερωτήματα
Με διάταξη της 4ης Αυγούστου 1982, το τέταρτο τμήμα του Finanzgericht του Αμβούργου ζήτησε από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των ακολούθων ερωτημάτων:
«1.
Οι κανονισμοί (ΕΟΚ) 1544/69 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1969, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3313/81 του Συμβουλίου, της 17ης Νοεμβρίου 1981, και 1818/75 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουλίου 1975, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2780/78 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1978, καθώς και η οδηγία του Συμβουλίου της 28ης Μαΐου 1969 (69/169/ΕΟΚ), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 81/933/ΕΟΚ της 17ης Νοεμβρίου 1981, πρέπει να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι οι εκάστοτε προβλεπόμενες απαλλαγές από δασμούς, επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων ή προϊόντων που προκύπτουν από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων, φόρους κύκλου εργασιών και ειδικούς φόρους καταναλώσεως, ισχύουν επίσης για εμπορεύματα τα οποία δεν βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών ή δεν βαρύνονται με φόρους κύκλου εργασιών και ειδικούς φόρους καταναλώσεως κράτους μέλους ή τρίτου κράτους και τα οποία αγοράζονται από ταξιδιώτες σε πορθμεία που εξυπηρετούν τη συγκοινωνία μεταξύ κράτους μέλους και τρίτου κράτους;
2.
Οι διατάξεις που αναφέρονται στο πρώτο ερώτημα πρέπει να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι οι εν λόγω απαλλαγές ισχύουν επίσης για εμπορεύματα τα οποία δεν βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών ή δεν βαρύνονται με φόρους κύκλου εργασιών και ειδικούς φόρους καταναλώσεως κράτους μέλους ή τρίτου κράτους και τα οποία αγοράζονται από ταξιδιώτες σε πορθμεία που εξυπηρετούν τη συγκοινωνία μεταξύ κρατών μελών;
3.
Οι διατάξεις που αναφέρονται στο πρώτο ερώτημα πρέπει να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι οι εν λόγω απαλλαγές ισχύουν επίσης για εμπορεύματα τα οποία δεν βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών ή δεν βαρύνονται με φόρους κύκλου εργασιών και ειδικούς φόρους καταναλώσεως κράτους μέλους ή τρίτου κράτους και τα οποία αγοράζονται από ταξιδιώτες σε πλοία, αν το ταξίδι διενεργείται από λιμένα κράτους μέλους σε λιμένα άλλου κράτους μέλους, οι ταξιδιώτες αποβιβάζονται εκεί και κατόπιν, χωρίς να καταβάλουν φόρους στη χώρα αφίξεως, επανέρχονται διά ξηράς στο κράτος μέλος αναχωρήσεως;
Το Finanzgericht, αφού έκρινε ότι η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε το καθού κατά της προσφυγής στην κύρια δίκη ήταν αβάσιμη, υποστηρίζει στη διάταξη περί παραπομπής ότι το νομικό καθεστώς των εμπορευμάτων που αγοράζονται σε πορθμεία ή στα πλαίσια ταξιδιών που συνδυάζουν πλοίο και λεωφορείο είναι αμφίβολο.
Αναφέρει επίσης ότι στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, οι κυβερνήτες πλοίων μπορούν να προμηθεύονται εμπορεύματα ελεύθερα δασμών και φόρων και ότι η άδεια αυτή χορηγείται μεταξύ άλλων στα πλοία τα οποία εκτελούν δρομολόγια προς ξένο λιμένα.
Τέλος, το Finanzgericht συνόδευσε τη διάταξη περί παραπομπής με τις ακόλουθες νομικές εκτιμήσεις:
α)
Ως προς τη συγκοινωνία με πορθμεία μεταξύ τρίτης χώρας και κράτους μέλους
Όσον αφορά τους δασμούς και τις γεωργικές εισφορές, το Finanzgericht θεωρεί ότι, λαμβανομένων υπόψη της διατυπώσεως, του πνεύματος και του σκοπού του κανονισμού 1544/69, οι διατάξεις αυτές μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι είναι δυνατό να γίνει εισαγωγή ατελώς, εντός των ορίων που προβλέπουν οι εν λόγω διατάξεις, μόνο των εμπορευμάτων που αγοράζονται στο έδαφος τρίτης χώρας.
Προς υποστήριξη της ερμηνείας αυτής, το Finanzgericht αναφέρεται στις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1544/69 και στη σχέση που είναι δυνατό να υπάρχει μεταξύ του εν λόγω κανονισμού και της συμφωνίας της Νέας Υόρκης περί του τουρισμού, από την οποία συνάγεται ότι οι απαλλαγές αποσκοπούν στη διευκόλυνση του τουρισμού και όχι στην αγορά εμπορευμάτων ατελώς σε πορθμεία με σκοπό την εισαγωγή τους.
Αφετέρου, το Finanzgericht δέχεται ότι είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι ο κανονισμός 1544/69 έχει ως στόχο όχι να διευκολύνει τον τουρισμό αλλά να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της διοικήσεως τελωνείων, επιτρέποντάς της να εκτελωνίζει ταχέως τα εισαγόμενα εμπορεύματα.
Υπό το πρίσμα αυτό, ο ανωτέρω στόχος δεν θα επιτυγχάνονταν αν ot τελωνειακές αρχές ήταν υποχρεωμένες να καθορίζουν κατά την εισαγωγή την προέλευση των εμπορευμάτων για τα οποία ζητείται η δασμολογική απαλλαγή.
Όσον αφορά τις γεωργικές εισφορές, το Finanzgericht θεωρεί ότι παρόμοιες σκέψεις ισχύουν όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 1 του κανονισμού 1818/75.
Όσον αφορά τους φόρους κύκλου εργασιών, το Finanzgericht θεωρεί ότι όσον αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ, πρέπει να γίνει παραπομπή στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη της η οποία διευκρινίζει ότι κατά γενικό κανόνα, τα εμπορεύματα δεν είναι δυνατό να αποκτηθούν στη χώρα προελεύσεως παρά επιβαρυμένα με φόρους.
Αυτό σημαίνει ότι η οδηγία αφορά τις αγορές που πραγματοποιούνται στη χώρα προελεύσεως και όχι στα πλοία.
δ)
Ως προς την ενδοκοινοτική συγκοινωνία με πορθμεία
Όσον αφορά τις γεωργικές εισφορές, το Finanzgericht θεωρεί ότι για την ερμηνεία του κανονισμού 1818/75 πρέπει να γίνει αναφορά στις σκέψεις που ανέπτυξε σχετικά με τη συγκοινωνία με τρίτες χώρες.
Όσον αφορά τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως, το Finanzgericht συνάγει από τις διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 69/169 ότι καμία δασμολογική διευκόλυνση δεν μπορεί να χορηγηθεί για εμπορεύματα που αποκτήθηκαν ατελώς, αποκλειστικά κατά τη διάρκεια θαλάσσιας εκδρομής.
Επιπλέον, οι αιτιολογικές σκέψεις της εν λόγω οδηγίας συνηγορούν υπέρ της ανωτέρω απόψεως, εφόσον όλοι οι στόχοι που επιδιώκονται με την οδηγία είναι από τη φύση τους ξένοι προς την αξίωση παροχής φορολογικών διευκολύνσεων κατά τη διάρκεια θαλάσσιας εκδρομής μεταξύ κρατών μελών. Εξάλλου, με την εισαγωγή ατελώς δεν αποφεύγεται επίσης η διπλή φορολογία.
Το Finanzgericht δέχεται πάντως ότι αν πρέπει να γίνει προσφυγή στην κατ' αναλογία ερμηνεία της εν λόγω οδηγίας, είναι δυνατό να ισχύσουν για τα εμπορεύματα που αγοράζονται στο πλοίο οι απαλλαγές που προβλέπονται για τους ταξιδιώτες οι οποίοι προέρχονται από τρίτες χώρες.
γ)
Όσον αφορά τις εκδρομές με συνδυασμό πλοίου και λεωφορείου, το Finanzgericht είναι σχεδόν βέβαιο ότι τα εμπορεύματα που αγοράζονται στα πλοία δεν πρέπει να τυγχάνουν καμιάς απαλλαγής κατά την εισαγωγή όταν εκτελωνίστηκαν χωρίς διατυπώσεις με σκοπό τη διέλευση προς άλλο κράτος μέλος. Το άλλο κράτος μέλος δεν πρέπει επίσης να προβαίνει στον εκτελωνισμό των εμπορευμάτων ατελώς.
Η διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Οκτωβρίου 1982.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οι εταιρείες Rewe-Handelsgesellschaft Nord και Rewe-Markt Kureit, εκπροσωπούμενες από τον Gert Meier, προϊστάμενο νομικό σύμβουλο της εταιρείας Rewe-Central AG, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τους Deringer, Tessin, Hermann και Sedemund, δικηγόρους στο Oberlandesgericht της Κολωνίας, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την G. Dagtoglou, Treasury Solicitor's Department, η κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενη από τον Louis J. Dockery, Chief State Solicitor, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Erich Zimmermann.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Πάντως, το Δικαστήριο αποφάσισε να καλέσει την Επιτροπή να προσκομίσει πριν από την προφορική διαδικασία τις πρόσφατες προτάσεις οδηγιών σχετικά με τις δασμολογικές και φορολογικές απαλλαγές που εφαρμόζονται στα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών ή με το καθεστώς των πωλήσεων στα καταστήματα πωλήσεως αφορολόγητων ειδών.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Α — Όσον αφορά το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων
Οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη, αναφερόμενες στη διάταξη του Δικαστηρίου της 28ης Μαρτίου 1980 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 24 και 97/80 R (Recueil σ. 1319), εκφράζουν ορισμένες αμφιβολίες σχετικά με το παραδεκτό της προδικαστικής διαδικασίας.
Θεωρούν ότι στην προαναφερθείσα απόφαση της 7ης Ιουλίου 1981 που εκδόθηκε στη υπόθεση 158/80, το Δικαστήριο αποφάνθηκε χωρίς αμφιλογίες σχετικά με το ασυμβίβαστο των «κρουαζιερών βουτύρου» προς το κοινοτικό δίκαιο, και αυτό όχι μόνο όσον αφορά τη δασμολογική απαλλαγή, αλλά και όσον αφορά την απαλλαγή από τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως. Επομένως, οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη υποστηρίζουν ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι η υποχρέωση λήψεως όλων των μέτρων που συνεπάγεται η εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου ισχύει για όλα τα όργανα κράτους μέλους, όχι μόνο όταν το Δικαστήριο εκδίδει απόφαση βάσει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 169, 170 και 171 της Συνθήκης, αλλά επίσης όταν εκδίδει απόφαση βάσει του άρθρου 177.
Κατά την άποψη των εν λόγω εταιρειών, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αποφάσισε να αγνοήσει ορισμένα ουσιώδη στοιχεία της αποφάσεως του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στην υπόθεση 158/80.
Κατά συνέπεια, επιτρέπεται να υποτεθεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και οι γερμανικές τελωνειακές αρχές δεν θα συμμορφωθούν επίσης προς νέα απόφαση του Δικαστηρίου, όπως αυτή την οποία ζητεί το Finanzgericht του Αμβούργου με τη διάταξη περί παραπομπής της 4ης Αυγούστου 1982, οποιοδήποτε και αν είναι το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής.
Εφόσον τα αιτήματα στην κύρια διαφορά από την οποία προέκυψε η υπόθεση 158/80 είναι όμοια με τα αιτήματα της κύριας διαφοράς στην προκειμένη υπόθεση, το δε παραπέμπον δικαστήριο επιθυμεί να λάβει από το δικαστήριο απόφαση της οποίας το αντικείμενο να αντιστοιχεί, κατά τα ουσιώδη μέρη, προς την απόφαση της 7ης Ιουλίου 1981, η προδικαστική απόφαση που ζητείται με τη διάταξη περί παραπομπής δεν είναι αναγκαία κατά την έννοια του άρθρου 177 της Συνθήκης.
Β — Εισαγωγικές παρατηρήσεις πον όια-τυπώθηκαν στα πλαίσια ορισμένων γραπτών παρατηρήσεων
1.
Εισαγωγικές παρατηρήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου διευκρινίζει κατ' αρχάς ότι θα διατυπώσει παρατηρήσεις μόνο επί των ερωτημάτων 1 και 2 της διατάξεως περί παραπομπής, τα οποία δημιουργούν προβλήματα μεγάλης σημασίας όσον αφορά ιδίως τη διάρθρωση και το κόστος των ενδοκοινοτικών μετακινήσεων.
Δεύτερον, μετά την εξιστόρηση της αναπτύξεως των ειδικών καταστημάτων πωλήσεως αφορολόγητων ειδών στους ταξιδιώτες των πλοίων, αεροπλάνων και αεροολισθητήρων (Hovercraft), η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου διευκρινίζει ότι η τυπική επικύρωση εκείνου το οποίο προηγουμένως αποτελούσε απλώς καθιερωμένο διεθνές έθιμο, πραγματοποιήθηκε με τη διεθνή σύμβαση περί των δασμολογικών διευκολύνσεων υπέρ του τουρισμού (Σύμβαση της Νέας Υόρκης) που υπογράφηκε στις 4 Ιουνίου 1954 και στην οποία συμμετέχουν το σύνολο των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας.
Διευκρινίζει ότι τα πλεονεκτήματα αυτά που παραχωρούνται στους τουρίστες είχαν πάντοτε παραχωρηθεί από τα κράτη μέλη και ότι τέτοια πρακτική είναι εξάλλου σύμφωνη με το άρθρο 234 της Συνθήκης.
Τρίτον, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υπογραμμίζει ότι η κατάργηση της απαλλαγής από το φόρο κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως για τα εμπορεύματα που πωλούνται από τα καταστήματα πωλήσεως αφορολόγητων ειδών στους ταξιδιώτες που μετακινούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας, είτε τα καταστήματα αυτά βρίσκονται στα αεροδρόμια, είτε στα αεροπλάνα είτε στα πλοία, θα είχε σημαντικές οικονομικές και πολιτικές συνέπειες.
Η κατάργηση θα συνεπαγόταν ιδίως σημαντική επιδείνωση της οικονομικής καταστάσεως του συνόλου των επιχειρήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου τις οποίες αφορά η μεταφορά ταξιδιωτών, και αύξηση του ναύλου στις ενδοκοινοτικές συγκοινωνίες, θα είχε βαριές κοινωνικές συνέπειες τόσο για τις επιχειρήσεις μεταφορών όσο και για ορισμένες βιομηχανίες παραγωγής, θα συνεπαγόταν άμεση και σχετικά σημαντική αύξηση του κόστους διαβάσεως της Μάγχης για να αντικατασταθεί αυτή η κύρια πηγή εισοδήματος και, τέλος, θα αποτελούσε άμεση απειλή για την επιβίωση ορισμένων γραμμών και ορισμένων εταιρειών μεταφορών.
Το Ηνωμένο Βασίλειο υπογραμμίζει τέλος ότι τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στην προκειμένη υπόθεση θέτουν το πρόβλημα αν το Συμβούλιο έχει την πρόθεση να θεσπίσει ρύθμιση για την τροποποίηση του καθεστώτος πωλήσεως αφορολόγητων ειδών, υπό τις συνθήκες που εκτέθηκαν ανωτέρω, ή αν τα κράτη μέλη διατηρούν την αυτονομία τους για να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τους δικούς τους κανόνες στον τομέα αυτό.
2.
Εισαγωγικές παρατηρήσεις της κυβερνήσεως της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας
Η Ιρλανδία υπογραμμίζει επίσης τη σημασία του καθεστώτος των καταστημάτων πωλήσεως αφορολόγητων ειδών που υπάρχουν στα πλαίσια των κανονικών δρομολογίων με πορθμεία και τα οποία, στην περίπτωση της Ιρλανδίας, εντάσσονται αποκλειστικά στο πλαίσιο των ενδοκοινοτικών συγκοινωνιών.
Σε παράρτημα των παρατηρήσεών της, η Ιρλανδία εκθέτει ότι η κατάργηση των εν λόγω απαλλαγών θα είχε σοβαρές συνέπειες στη βιομηχανία, στην κατάσταση της απασχολήσεως και στην οικονομική κατάσταση των ενδιαφερόμενων μεταφορέων.
Προβάλλει τέλος ότι επειδή είναι νησιωτικό κράτος, το σύνολο των ενδοκοινοτικών συγκοινωνιών της διενεργείται από τη θάλασσα ή τον αέρα και έτσι, η οικονομική προσφορά των καταστημάτων πωλήσεως αφορολόγητων ειδών στα πλαίσια των δρομολογίων με πορθμεία πρέπει να ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη.
3.
Εισαγωγικές παρατηρήσεις της Επιτροπής
Αφού προέβη στην ανάλυση της αποφάσεως του Δικαστηρίου, της 7ης Ιουλίου 1981, στην υπόθεση 158/80, της αποφάσεως του παραπέμποντος δικαστηρίου της 13ης Ιανουαρίου 1982 και των σκέψεων με τις οποίες το παραπέμπον δικαστήριο συνόδευσε τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο με την παρούσα διάταξη, η Επιτροπή θεώρησε σκόπιμο να εκθέσει κατ' αρχάς τα μέτρα που έλαβε μετά την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 7 Ιουλίου 1981.
Ζήτησε κατ' αρχάς από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών να λάβουν μέχρι την 1η Απριλίου 1982 το αργότερο όλα τα κατάλληλα μέτρα για να καταστήσουν τη διοικητική πρακτική σύμφωνη προς την εν λόγω απόφαση. 'Επειτα, με έγγραφο της 2ας Απριλίου 1982, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης κατά των κρατών μελών και, στις 11 Ιουνίου 1982, τους κοινοποίησε αιτιολογημένες γνώμες. Όλα τα κράτη μέλη δήλωσαν τότε ότι θα ελάμβαναν τα αναγκαία μέτρα ώστε, από την 1η Ιανουαρίου 1983, τα προερχόμενα από τρίτες χώρες εμπορεύματα και τα γεωργικά προϊόντα να μην πωλούνται πλέον στους ταξιδιώτες απαλλαγμένα από δασμούς και γεωργικές εισφορές, στα καταστήματα πωλήσεως αφορολόγητων ειδών των
αεροδρομίων ή σε αεροπλάνα και πλοία που εκτελούν διεθνή δρομολόγια.
Η Επιτροπή κίνησε τέλος κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας περαιτέρω διαδικασία, λόγω της εξακολουθήσεως των «κρουαζιερων βουτύρου» και των εισαγωγών ατελώς των εμπορευμάτων που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών, οι οποίες εισαγωγές πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια των εν λόγω θαλάσσιων εκδρομών.
Η διαδικασία αυτή κατέληξε σε προσφυγή λόγω παραβάσεως, την οποία άσκησε η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης και η οποία πρωτοκολλήθηκε στο Δικαστήριο στις 20 Δεκεμβρίου 1982 (υπόθεση 325/82).
Τέλος, η Επιτροπή θεώρησε σκόπιμο να υπογραμμίσει τη διαφορά μεταξύ της προκειμένης υποθέσεως και της υποθέσεως της αποκαλούμενης «κρουαζιέρες βουτύρου».
Ενώ στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 7ης Ιουλίου 1981 επρόκειτο για θαλάσσιες εκδρομές που δεν περιλάμβαναν στάθμευση στο εξωτερικό ή περιλάμβαναν μόνο συμβολική στάθμευση, η προκειμένη υπόθεση έχει ως αντικείμενο τις απαλλαγμένες από δασμούς και φορολογικές επιβαρύνσεις αγορές, οι οποίες πραγματοποιούνται στα πλοία που εκτελούν κανονικά δρομολόγια, στα πορθμεία και κατά τη διάρκεια συνδυασμένων ταξιδιών με πλοίο και λεωφορείο.
Γ — Παρατηρήσεις επί των καθαυτό προδικαοτικών ερωτημάτων
1. Επί της απαλλαγής από τους δασμούς και τις γεωργικές εισφορές
1.1. Στα πλαίοια τον πρώτον προδικα-οτικον ερωτήματος: η μεταφορά ταξιόιωτών μεταξύ τρίτης χώρας και κράτονς μέλονς
α) Οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη
Θεωρούν ότι το κύριο ζήτημα είναι αν οι ταξιδιώτες που δεν αγόρασαν τα εν λόγω εμπορεύματα ούτε σε κράτος μέλος ούτε σε τρίτη χώρα αλλά σε πορθμείο, μπορούν να επικαλεσθούν τέτοιες δασμολογικές διευκολύνσεις.
Επί του σημείου αυτού, πρέπει κατ' αρχάς να εξετασθεί το ζήτημα του νομικού καθεστώτος των πορθμείων που εκτελούν δρομολόγια μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας.
— Πρώτον, οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη αναφέρονται στην παράγραφο 1 του διατακτικού της ανωτέρω αποφάσεως του Δικαστηρίου της 7ης Ιουλίου 1981 και συνάγουν ότι κατά μείζονα λόγο δεν μπορούν θα θεωρηθούν ως ταξιδιώτες προερχόμενοι από τρίτη χώρα τα πρόσωπα που αγοράζουν τα εμπορεύματα, στα οποία επιθυμούν να εφαρμοστούν δασμολογικές (και εξάλλου φορολογικές) διευκολύνσεις, όχι στην τρίτη χώρα, αλλά μόνο στο πορθμείο.
— Δεύτερον, υπογραμμίζουν ότι όπως ορθά εξέθεσε το ίδιο το Finanzgericht του Αμβούργου, το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1544/69 συνηγορεί και αυτό επίσης υπέρ της ερμηνείας αυτής.
Πράγματι, για τα εμπορεύματα που δηλώνονται ως αποσκευές πρέπει να προσκομίζεται η απόδειξη ότι ο ταξιδιώτης παρέδωσε το δέμα ως αποσκευή στην εταιρεία που τον μετέφερε. Η διάταξη αυτή φαίνεται ότι εκφράζει σαφέστατα την πρόθεση του συντάκτη της να μη χορηγήσει απαλλαγές παρά για τα εμπορεύματα τα οποία, συγχρόνως με τους ταξιδιώτες, προέρχονται από τρίτες χώρες.
— Οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, ελλείψει σαφών διατάξεων παρεκκλίσεως που πρέπει να ερμηνεύονται περιοριστικά σε περίπτωση αμφιβολίας, τα εμπορεύματα που αγοράζονται σε πορθμεία τα οποία εξυπηρετούν τη συγκοινωνία μεταξύ κράτους μέλους (χώρας εισαγωγής) και τρίτης χώρας, υπάγονται χωρίς εξαίρεση στις διατάξεις του κοινού δασμολογίου κατά την εισαγωγή τους στην Κοινότητα.
6) Οι κυβερνήσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή, διατύπωσαν αντίθετες παρατηρήσεις
Οι παρατηρήσεις αυτές, στο κοινό τους μέρος, αναφέρονται πρώτον στην παράγραφο 1 του διατακτικού της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 7ης Ιουλίου 1981, σύμφωνα με την οποία η δασμολογική απαλλαγή που προβλέπεται από τις κοινοτικές διατάξεις εφαρμόζεται μόνο στα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές ταξιδιωτών προερχόμενων από τρίτες χώρες, ανεξάρτητα από την καταγωγή και την προέλευση των εμπορευμάτων και από τις δασμολογικές και φορολογικές επιβαρύνσεις που τους επιβλήθηκαν πριν από την εισαγωγή τους στο κοινοτικό έδαφος.
Εφόσον οι δασμολογικές απαλλαγές στην κυκλοφορία των ταξιδιωτών που προέρχονται από τρίτες χώρες είναι ανεξάρτητες από το φορολογικό καθεστώς των εμπορευμάτων, από την καταγωγή τους και από τις συνθήκες αγοράς τους, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ισχύουν επίσης για τα εμπορεύματα που οι ταξιδιώτες αγόρασαν σε πορθμεία χωρίς δασμολογική ούτε φορολογική επιβάρυνση.
Έτσι, οι αμφιβολίες που εξέφρασε το Finanzgericht δεν φαίνονται βάσιμες.
Δεύτερον, υπέρ της αντίθετης απόψεως δεν συνηγορούν ούτε το πνεύμα και ο σκοπός του κανονισμού 1544/69, ούτε το κείμενο του άρθρου 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, που καθορίζει την έννοια των προσωπικών αποσκευών.
Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τις γεωργικές εισφορές, εφόσον βάσει του άρθρου 1 του κανονισμού 1818/75 του Συμβουλίου, η εφαρμογή του κανονισμού 1544/69 εκτείνεται και επί των γεωργικών εισφορών και λοιπών επιβαρύνσεων κατά την εισαγωγή που προβλέπονται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και, κατά συνέπεια, όσον αφορά την απαλλαγή από τις εν λόγω επιβαρύνσεις, ισχύουν οι ίδιες διατάξεις που διέπουν τις δασμολογικές απαλλαγές.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας διευκρίνισε επιπλέον ότι μία άλλη ερμηνεία του κανονισμού 1544/69 θα ήταν εντελώς αντίθετη προς την ακολουθούμενη μέχρι τώρα πρακτική στη θαλάσσια και εναέρια διεθνή κυκλοφορία των ταξιδιωτών. Η σύμβαση σχετικά με τις δασμολογικές διευκολύνσεις υπέρ του τουρισμού, που υπογράφηκε στις 4 Ιουνίου 1954, δεν ισχύει εν προκειμένω.
Πράγματι, η απαλλαγή από επιβαρύνσεις που ορίζεται στην κοινοτική ρύθμιση είναι λιγότερο στενή από την απαλλαγή που παρέχεται κατ'εφαρμογή των διατάξεων της συμβάσεως, η οποία εφαρμόζεται στα προσωπικά είδη των τουριστών, δηλαδή των προσώπων που ταξιδεύουν προσωρινά και τα οποία εισάγουν από το εξωτερικό τα ταξιδιωτικά τους είδη. Αντίθετα, η κοινοτική ρύθμιση εφαρμόζεται επίσης στα εμπορεύματα που ευρίσκονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών οι οποίοι επιστρέφουν.
Έτσι, ο στόχος του κανονισμού 1544/69, που είναι η διευκόλυνση του εκτελωνισμού των εμπορευμάτων στο πλαίσιο της διακινήσεως ταξιδιωτών μεταξύ τρίτων χωρών και Κοινότητας, δεν θα επιτυγχάνονταν αν έπρεπε να γνωστοποιηθεί η καταγωγή εμπορευμάτων που μπορούν να τύχουν δασμολογικής απαλλαγής.
Όσον αφορά την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, υποστήριξε επίσης ότι η δεύτερη και η τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1544/69 συνηγορούν υπέρ της ερμηνείας αυτής.
Η Επιτροπή προέβαλε την ίδια επιχειρηματολογία, διευκρινίζοντας ότι για το λόγο αυτό δεν μπορεί να συμμερισθεί τις αμφιβολίες που εξέφρασε επί του σημείου αυτού το Finanzgericht του Αμβούργου. Επιπλέον, θεώρησε σκόπιμο να διευκρινίσει ότι οι απαλλαγές μπορούν να βρουν εφαρμογή μόνο αν πρόκειται για αυθεντική κυκλοφορία ταξιδιωτών μεταξύ της Κοινότητας και τρίτης χώρας.
1.2. Ιτα πλαίσια του όεύτερον προδικαστικού ερωτήματος: η ενδοκοινοτική κυκλοφορία ταξιδιωτών
Οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη, οι κυβερνήσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή διατύπωσαν επί του σημείου αυτού παρατηρήσεις οι οποίες συμπίπτουν: όπως το Δικαστήριο έκρινε στην προαναφερθείσα υπόθεση 158/80, η δασμολογική απαλλαγή ισχύει μόνο για εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών οι οποίοι προέρχονται από τρίτες χώρες, σύμφωνα με τον κανονισμό 1544/69 ο οποίος περιλαμβάνει εξαντλητική ρύθμιση του θέματος' τα κράτη μέλη δεν έχουν στον εν λόγω τομέα καμία αρμοδιότητα να χορηγούν απαλλαγές, οι οποίες υπερβαίνουν εκείνες που καθορίζονται από τους κοινοτικούς κανόνες. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει θέση για τις απαλλαγές αυτές στο πλαίσιο της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών.
Επιπλέον, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας πρόσθεσε σχετικά ότι οι γερμανικές διατάξεις προσαρμόστηκαν προς τη νομική αυτή κατάσταση με κανονισμό της 28ης Σεπτεμβρίου 1982, ο οποίος αποκλείει ρητά από τη δασμολογική απαλλαγή τα εμπορεύματα επί των οποίων εν έχουν επιβληθεί δασμοί κατά την είσοδό τους από άλλο κράτος της Κοινότητας ή κατά την είσοδό τους σε γερμανικό λιμένα.
Στο πλαίσιο αυτό επίσης, ο γενικός τελωνειακός κανονισμός τροποποιήθηκε και προβλέπει εφεξής ότι στα πλοία τα οποία δεν σταθμεύουν σε λιμένα τρίτης χώρας δεν είναι δυνατό να διατίθενται εμπορεύματα απαλλαγμένα δασμών, εκτός αν τα εμπορεύματα αυτά προορίζονται για άμεση κατανάλωση στο πλοίο.
Πάντως, τα απαλλαγμένα από φορολογικές επιβαρύνσεις εμπορεύματα που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία και εισάγονται στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών απαλλάσσονται επίσης από φόρους βάσει των τροποποιημένων γερμανικών διατάξεων, αν δεν υπερβαίνουν τα ανώτατα όρια, από άποψη αξίας ή ποσότητας, τα οποία ισχύουν για την κυκλοφορία των ταξιδιωτών που προέρχονται από τρίτες χώρες.
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υπογράμμισε ότι, κατά την άποψη της, όλα τα εμπορεύματα που αποκτώνται από ταξιδιώτες σε πορθμεία τα οποία εκτελούν ενδοκοινοτικές μεταφορές ταξιδιωτών πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στα άρθρα 9 και 10 της Συνθήκης.
Διευκρινίζει ότι, από κοινού με άλλα κράτη μέλη, προέβη σε ερμηνεία του κανονισμού 1544/69 κατ' αυτή την έννοια, επιβάλλοντας τέτοια προϋπόθεση σε όλες τις πωλήσεις αφορολόγητων ειδών στους ταξιδιώτες που διακινούνται μέσα στην Κοινότητα.
Η Επιτροπή θεώρησε σκόπιμο να διευκρινίσει ότι, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του κανονισμού 1544/69, το ζήτημα της πωλήσεως εμπορευμάτων, με δασμολογική απαλλαγή στα πλαίσια της διακινήσεως ταξιδιωτών μεταξύ κρατών μελών δεν πρέπει να τίθεται.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα που υποβλήθηκε εν προκειμένω πρέπει να υποτεθεί ότι τέτοια εμπορεύματα διατίθενται επίσης και αγοράζονται σε πορθμεία, τα οποία εκτελούν δρομολόγια μεταξύ των λιμένων διαφορετικών κρατών μελών.
1.3. Στα πλαίσια τον τρίτον προδικαστικού ερωτήματος: η ενδοκοινοτική κυκλοφορία ταξιδιωτών με σνν-δναομό πλοίον και λεωφορείον
α)
Οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη και η Επιτροπή διατύπωσαν επί του σημείου αυτού παρατηρήσεις οι οποίες συμπίπτουν.
Το ερώτημα αυτό εντάσσεται στο σύνολό του στο ίδιο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και το δεύτερο ερώτημα, με τη μόνη διαφορά ότι οι ταξιδιώτες που πραγματοποιούν διαδρομή μεταξύ κρατών μελών επί πλοίου ή πορθμείου απο6ι6άζονται και επανέρχονται στην πόλη από την οποία αναχώρησαν με λεωφορείο διά ξηράς και ότι ούτε κατά την άφιξη στο λιμένα του άλλου κράτους μέλους ούτε κατά την επιστροφή στο κράτος από όπου αναχώρησαν οι ταξιδιώτες, εισπράττονται δασμοί επί των εμπορευμάτων που αγοράστηκαν ατελώς στο πλοίο.
Συνεπώς, οι προσφεύγουσες και η Επιτροπή παραπέμπουν ως προς το σημείο αυτό στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την πώληση εμπορευμάτων που απαλλάσσονται από δασμούς και γεωργικές εισφορές στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών και θεωρούν ότι στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση, οι απαλλαγές αυτές δεν πρέπει επίσης να γίνουν δεκτές.
Οι προσφεύγουσες τονίζουν το γεγονός ότι η χώρα προορισμού πρέπει να φορολογεί τα εμπορεύματα που αγοράζονται στο πορθμείο και ότι η χώρα προελεύσεως πρέπει εν πάση περιπτώσει να εισπράττει τους δασμούς όταν οι ταξιδιώτες επανέρχονται σε αυτή, η δε χώρα προορισμού προέβη μόνο σε τυπικό έλεγχο, λόγω διελεύσεως των αποσκευών των ταξιδιωτών.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η περίπτωση στην οποία αναφέρεται το εν λόγω ερώτημα παρουσιάζει ομοιότητες με τα περιστατικά της υποθέσεως της αποκαλούμενης «κρουαζιέρες βουτύρου», διότι και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για οργανωμένες εκδρομές σκοπός των οποίων είναι κυρίως να δώσουν στους ταξιδιώτες τη δυνατότητα να αποκτήσουν, χωρίς να καταβάλουν δασμούς και φόρους, εμπορεύματα στα περισσότερα των οποίων επιβάλλονται κανονικά υψηλές επιβαρύνσεις.
Βέβαια, αντίθετα με τους ταξιδιώτες των «κρουαζιερων βουτύρου», οι οποίοι δεν έχουν καμία επαφή με τρίτη χώρα ή άλλο κράτος μέλος παρά μόνο υπό συνθήκες που δεν τους επιτρέπουν να αποβιβαστούν και να προβούν σε αγορές, αυτοί που συμμετέχουν στις εκδρομές που συνδυάζουν πλοίο και λεωφορείο αποβιβάζονται στο λιμένα άλλου κράτους μέλους.
Η Επιτροπή θεωρεί στη συνέχεια ότι είναι δυνατό να αφεθεί ανοικτό το ζήτημα αν οι ταξιδιώτες αυτοί έχουν τη δυνατότητα να προβούν σε αγορές στον εν λόγω λιμένα, δεδομένου ότι το ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο αφορά μόνο τα εμπορεύματα που οι ταξιδιώτες αγόρασαν ατελώς στο πλοίο με το οποίο πραγματοποιείται η εκδρομή.
β)
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας διατύπωσε επί του σημείου αυτού τις ακόλουθες παρατηρήσεις: όπως για τα δύο άλλα ερωτήματα που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο, θεώρησε σκόπιμο να διευκρινίσει προεισαγωγικά ότι τα ερωτήματα που υπέβαλε το Finanzgericht είναι δυνατό να αναφέρονται σε δύο κατηγορίες εμπορευμάτων.
Ως «εμπορεύματα που δεν βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών» πρέπει να θεωρούνται τα προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών για τα οποία δεν έχουν εισπραχθεί οι δασμοί του κοινού δασμολογίου που προβλέπονται για αυτά και τα οποία συνεπώς, από άποψη τελωνειακού δικαίου, δεν βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, της Συνθήκης και των οδηγιών εφαρμογής του.
Τα εν λόγω εμπορεύματα πρέπει να εξομοιωθούν με τα εμπορεύματα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β, του κανονισμού ΕΟΚ 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976 (ΕΕ ειδ. έκδ., 02/003, σ. 3).
Εκτός από τα εμπορεύματα αυτά που δεν έχουν υποβληθεί σε εκτελωνισμό, το ερώτημα του Finanzgericht αφορά τα εμπορεύματα που βρίσκονται βέβαια σε ελεύθερη κυκλοφορία από άποψη τελωνειακού δικαίου, αλλά στα οποία δεν έχουν επιβληθεί φόροι κύκλου εργασιών και ειδικοί φόροι καταναλώσεως σε κράτος μέλος και, επίσης, τα εμπορεύματα που έχουν απαλλαγεί από τους φόρους κράτους μέλους (εμπορεύματα στα οποία δεν έχουν επιβληθεί φορολογικές επιβαρύνσεις).
Για την απάντηση στο ερώτημα, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας διατύπωσε παρατηρήσεις που αναφέρονται συγχρόνως στις απαλλαγές από δασμούς, από φορολογικές επιβαρύνσεις που εισπράττονται κατά την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων, από φόρους κύκλου εργασιών και από ειδικούς φόρους καταναλώσεως.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας είναι της γνώμης ότι υποβάλλοντας το τρίτο ερώτημά του, το παραπέμπον δικαστήριο θεωρεί ότι τα εμπορεύματα που αποκτήθηκαν ατελώς σε πλοίο το οποίο συνδέει τους λιμένες περισσότερων κρατών μελών, εμπορεύματα τα οποία ευρίσκονται στις αποσκευές των ταξιδιωτών που εγκαταλείπουν το πλοίο, εκτελωνίζονται στο λιμένα αφίξεως όχι για να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, αλλά για να υποβληθούν σε διαδικασία διελεύσεως.
Στην περίπτωση αυτή, το κράτος μέλος στο οποίο επιστρέφουν οι ταξιδιώτες διά ξηράς βρίσκεται στην ίδια κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν το κράτος μέλος στο οποίο περατώνεται το ταξίδι με πλοίο, αν τα εμπορεύματα είχαν εκτελωνιστεί εκεί και είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας συνάγει το συμπέρασμα ότι:
— στα εμπορεύματα τα οποία δεν έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους πρέπει να επιβληθούν εκεί δασμοί, δεδομένου ότι δεν μπορεί να τους χορηγηθεί δασμολογική απαλλαγή
— τα εμπορεύματα που έχουν βέβαια τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία αλλά τα οποία έχουν αγοραστεί χωρίς την καταβολή φόρων, δηλαδή όχι υπό τις συνθήκες της
εσωτερικής αγοράς, απαλλάσσονται από τους φόρους στα πλαίσια που ισχύουν για την κυκλοφορία ταξιδιωτών με τις τρίτες χώρες-
— τα εμπορεύματα στο κράτος μέλος επανόδου πρέπει να τύχουν της ίδιας μεταχειρίσεως, αν
εκτελωνίστηκαν στο λιμένα αφίξεως όχι για να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, αλλά με σκοπό τη διέλευση ·
— τα εμπορεύματα που εκτελωνίστηκαν στο λιμένα αφίξεως για να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία πρέπει να τύχουν φορολογικής απαλλαγής στο κράτος μέλος επανόδου, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 2 και 4, παράγραφος 1, στήλη 2, της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ.
Το ίδιο θα ίσχυε έστω και αν κατά τον εκτελωνισμό για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία είχε παραληφθεί η είσπραξη ορισμένων τελών εισόδου. Γενικά, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας είναι της γνώμης ότι το ζήτημα τι χαρακτήρα έχει ο άτυπος εκτελωνισμός στο λιμένα αφίξεως (εκτελωνισμός για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία ή για διέλευση) αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το δε γεγονός ότι τα εμπορεύματα που αγοράστηκαν στο πλοίο μπορούν να παραχωρηθούν χωρίς την καταβολή φόρων σε πρόσωπα που κατοικούν στο κράτος μέλος όπου περατώνεται το ταξίδι με το πλοίο συνηγορεί υπέρ του εκτελωνισμού για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία.
Τέλος, σε μια τέτοια περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα επιβολής των επιβαρύνσεων τρίτης χώρας στα προϊόντα.
2. Ως προς την απαλλαγή από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσες
2.1. ff κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας διατύπωσε παρατηρήσεις που αναφέρονται στα τρία ερωτήματα που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο
Από το γεγονός ότι η οδηγία 69/169/ΕΟΚ θεσπίστηκε από τους Έξι πριν από την ένταξη της Ιρλανδίας, από το κείμενο της τελευταίας αιτιολογικής σκέψεως της δεύτερης οδηγίας του Συμβουλίου (72/230/ΕΟΚ) και από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα στην προαναφερθείσα υπόθεση 158/80, η κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας συνάγει το συμπέρασμα ότι εφόσον τα καταστήματα πωλήσεως αφορολόγητων ειδών στα κανονικά δρομολόγια με πορθμεία δεν έχουν ακόμη αποτελέσει αντικείμενο κοινοτικής ρυθμίσεως, τα κράτη μέλη διατηρούν στον τομέα αυτό διακριτική εξουσία.
Επιπλέον, το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται κατά την άποψη της από τα έξι ακόλουθα επιχειρήματα:
—
πρώτον, την ύπαρξη προγενέστερων διεθνών υποχρεώσεων, που απορρέουν ιδίως από τη σύμβαση της Νέας Υόρκης στην οποία η Ιρλανδία προσχώρησε πριν ενταχθεί στην Κοινότητα'
—
δεύτερον, την εγκατάλειψη της προτάσεως της Επιτροπής, της 22ας Σεπτεμβρίου 1972, για τη θέσπιση τρίτης οδηγίας (περί τροποποιήσεως της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ), η οποία αναφερόταν ρητά στα καταστήματα πωλήσεως αφορολόγητων ειδών στα πορθμεία που εκτελούν κανονικά δρομολόγια, συνεπαγόμενη την κατάρηγησή τους
—
τρίτον, το κείμενο του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 69/169, δεδομένου ότι το τμήμα της φράσεως «με την επιφύλαξη του καθεστώτος που εφαρμόζεται για τις πωλήσεις που πραγματοποιούνται στα καταστήματα αφορολόγητων ειδών των αερολιμένων και για τις πωλήσεις εντός των αεροσκαφών» περιορίζει το πεδίο εφαρμογής του κειμένου αυτού και δέχεται την ύπαρξη, στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας, καθεστώτων απαλλαγών που βασίζονται σε εθνική νομοθεσία. Εφόσον η Κοινότητα δεν περιλάμβανε νησιωτικό κράτος μέλος κατά το χρόνο θεσπίσεως της εν λόγω οδηγίας, είναι δυνατό να υποτεθεί ότι οι συντάκτες του κειμένου αυτού θέλησαν μόνο να αποκλείσουν εξ ορισμού τα καταστήματα πωλήσεως αφορολόγητων ειδών στα πλαίσια των αεροπορικών συγκοινωνιών, έχοντας εν πάση περιπτώσει την πρόθεση να τα αποκλείσουν μελλοντικά στα πλαίσια της εν γένει κυκλοφορίας, συμπεριλαμβανόμενης και της κυκλοφορίας με πορθμεία
—
τέταρτον, το γεγονός ότι οι οδηγίες του Συμβουλίου, που θεσπίστηκαν εν τω μεταξύ, αποτελούν μέτρα εναρμονίσεως που βασίζονται στο άρθρο 99 της Συνθήκης'
—
πέμπτον, το κείμενο της τελευταίας αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας 72/230/ΕΟΚ, σύμφωνα με το οποίο οι οδηγίες εφαρμόζονται στις κανονικές περιπτώσεις ενώ, κατά την άποψη της κυβερνήσεως της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, το καθεστώς των απαλλαγών παρουσιάζει εξαιρετικό χαρακτήρα'
—
τέλος, έκτον, τη μνεία στην τελευταία αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 72/230/ΕΟΚ του σταδιακού χαρακτήρα της ολικής καταργήσεως των φορολογικών απαλλαγών, πράγμα που συνεπάγεται σαφώς τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής και μαρτυρεί την πρόθεση να εξαιρεθεί το καθεστώς των καταστημάτων αφορολόγητων ειδών.
Συνεπώς, η κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας είναι της γνώμης ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι το καθεστώς των απαλλαγών που ισχύει στα κανονικά δρομολόγια με πορθμεία, εκτός από τα οικονομικά πλεονεκτήματά του, συντείνει στο να συνειδητοποιήσουν περισσότερο οι πολίτες της Κοινότητας την πραγματικότητα της κοινής αγοράς, τους προτρέπει να μεταβαίνουν σε άλλα κράτη μέλη και προκαλεί έτσι αμοιβαίο εμπλουτισμό από άποψη πολιτιστικών και ανθρώπινων σχέσεων. Προσθέτει ότι το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει ότι τα καταστήματα πωλήσεως αφορολόγητων ειδών στα τακτικά δρομολόγια με πορθμεία στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε, για το λόγο ότι τα κοινοτικά όργανα δεν κατόρθωσαν ακόμη να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα.
Τέτοια απόφαση θα είχε ως αποτέλεσμα να παρακινήσει τα κοινοτικά όργανα να επιταχύνουν τη διαδικασία εναρμονίσεως στον εν λόγω τομέα, πράγμα που η κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας θεωρεί εξαιρετικά ευκτέο.
2.2. Οι άλλες παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν ενώπιον τον Δικαστηρίου διαφοροποιούνται αναλόγως των ερωτημάτων τα οποία υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο
2.2.1. Στα πλαίσια του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος: η μεταφορά ταξιδιωτών μεταξύ τρίτης χώρας και κράτους μέλους
α)
Οι προσφεύγουσες οτην κύρια δίκη θεωρούν ότι καμία απαλλαγή δεν ισχύει για τα εμπορεύματα που αγοράζονται στα πλαίσια τέτοιας κυκλοφορίας, εφόσον στην έννοια των ταξιδιωτών που προέρχονται από τρίτες χώρες, η οποία περιλαμβάνεται στην οδηγία 69/169/ΕΟΚ, δεν μπορεί να δοθεί διαφορετική ερμηνεία από εκείνη η οποία δίδεται στην ίδια έννοια με τον κανονισμό 1544/69.
Προς υποστήριξη της συλλογιστικής αυτής, οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη προβάλλουν τέσσερα επιχειρήματα:
— Πρώτον, τέτοια ερμηνεία συνάγεται από το σύνολο των στοιχείων που συνθέτουν τη ρύθμιση, όπως εδέχθη το Δικαστήριο με την απόφαση επί της υποθέσεως 158/80.
— Δεύτερον, το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 69/169 διευκρινίζει ότι ο ταξιδιώτης πρέπει να προσκομίσει την απόδειξη, για τα καταγραφόμενα δέματα, ότι κατά την αναχώρηση του αυτά είχαν καταγραφεί ως συνοδευόμενες αποσκευές από την εταιρεία που εξετέλεσε τη μεταφορά του. Από αυτό συνάγεται ότι όσον αφορά τις απαλλαγές, ο κοινοτικός νομοθέτης θεωρεί ότι τα εμπορεύματα για τα οποία ισχύουν απαλλαγές πρέπει εν πάση περιπτώσει να έχουν αγοραστεί σε τρίτη χώρα.
— Τρίτον, η τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας αυτής, εφόσον υπογραμμίζει αφενός ότι πρέπει να χορηγηθεί φορολογική μείωση διότι κατά γενικό κανόνα τα εμπορεύματα, είτε στην τρίτη χώρα είτε σε άλλο κράτος μέλος, είναι δυνατό να αποκτηθούν μόνο επιβαρυμένα με φόρους και, αφετέρου, πρέπει να αποτραπεί η διπλή φορολογία.
Υπό τις συνθήκες όμως της προκειμένης περιπτώσεως, οι ιδιοκτήτες ή εφοπλιστές πορθμείων αποκτούν κατά γενικό κανόνα τα εμπορεύματα χωρίς την καταβολή φόρων, η δε απαλλαγή κατά την εισαγωγή τέτοιων εμπορευμάτων σε κράτος μέλος δεν έχει ως αποτέλεσμα την αποτροπή της διπλής φορολογίας αλλά συνιστά φορολογικό προνόμιο.
Επιπλέον, όσον αφορά τα εμπορεύματα που διατίθενται προς πώληση και τα οποία δεν προέρχονται από την Κοινότητα, τέτοιες απαλλαγές αποτελούν παραβίαση της αρχής της κοινοτικής προτιμήσεως.
— Τέταρτον, βάσει των διατάξεων της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ περί του φόρου προστιθεμένης αξίας, τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση, για κάθε εισαγωγή, να εισπράττουν το φόρο κύκλου εργασιών, εκτός των εξαιρετικών περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 14, πρώτη παράγραφος (περιπτώσεις που είναι άσχετες με την προκειμένη υπόθεση).
'Επειτα, η οδηγία 69/169/ΕΟΚ η οποία αποτελεί ρύθμιση παρεκκλίσεως, πρέπει να ερμηνεύεται στενά, τα δε εμπορεύματα που αγοράζονται σε πορθμεία τα οποία εκτελούν δρομολόγια μεταξύ τρίτης χώρας και κράτους μέλους πρέπει, κατά την εισαγωγή τους στο εν λόγω κράτος μέλος, να υπόκεινται στην καταβολή του φόρου κύκλου εργασιών και των ειδικών φόρων καταναλώσεως.
6)
Οι κυβερνήσείς της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας Kat τον Ηνωμένου Βασιλείον καθώς και η Επιτροπή υπογραμμίζουν αντίθετα ότι οι φορολογικές απαλλαγές που προβλέπονται στην οδηγία 69/169/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε, εφαρμόζονται στα εμπορεύματα στα οποία αναφέρεται η διάταξη του παραπέμποντος δικαστηρίου, τα οποία αγοράζονται από τους ταξιδιώτες σε πορθμεία που εκτελούν δρομολόγια μεταξύ τρίτης χώρας και κράτους μέλους.
Στις παρατηρήσεις τους, οι οποίες συμπίπτουν, διευκρινίζεται ότι το συμπέρασμα αυτό μπορεί να συναχθεί από το άρθρο 1 της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ και από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 158/80 (σκέψη 34).
Κατά συνέπεια, όπως και στην περίπτωση της δασμολογικής απαλλαγής, ο τόπος όπου ο ταξιδιώτης αγόρασε τα εμπορεύματα που περιέχονται στις αποσκευές του είναι χωρίς σημασία για τη χορήγηση φορολογικής απαλλαγής, είτε πρόκειται για αγορές που πραγματοποιήθηκαν στην εν λόγω τρίτη χώρα, είτε στο πορθμείο.
2.2.2. Στα πλαίσια του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος: η ενδοκοινοτική μεταφορά ταξιδιωτών
α)
Οι προσφεύγουσες οτην κύρια δίκη θεωρούν ότι οι απαλλαγές που προβλέπονται από την κοινοτική ρύθμιση όσον αφορά τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως δεν ισχύουν για τα εμπορεύματα στα οποία αναφέρεται η διάταξη περί παραπομπής και τα οποία αποκτώνται στα πλαίσια τέτοιας κυκλοφορίας.
Προς υποστήριξη της απόψεως αυτής προβάλλουν τρία επιχειρήματα:
— Πρώτον, υποστηρίζουν ότι κατ' εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ, η απαλλαγή από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως ισχύει μόνο για εμπορεύματα τα οποία ο ταξιδιώτης που προέρχεται από κράτη μέλη της Κοινότητας απέκτησε σύμφωνα με τους γενικούς όρους φορολογίας της εσωτερικής αγοράς ενός από τα κράτη μέλη.
Πρόκειται για ουσιώδη προϋπόθεση για την εφαρμογή της απαλλαγής, που δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί βάσει απλού διαδικαστικού κανόνα όπως ο κανόνας του άρθρου 2, παράγραφος 4, της οδηγίας.
Επομένως, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι τα εμπορεύματα που αποκτώνται σε πορθμεία αποτελούν μέρος των αποσκευών ταξιδιώτη που προέρχεται από κράτη μέλη της Κοινότητας, επιπλέον δε, τα εμπορεύματα αυτά δεν έχουν αποκτηθεί σύμφωνα με τους γενικούς όρους φορολογίας που ισχύουν στην εσωτερική αγορά κράτους μέλους, αλλά, κατ' εξαίρεση, ατελώς.
— Δεύτερον, οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι ναι μεν υπό ορισμένες προϋποθέσεις το άρθρο 2, παράγραφος 4, της οδηγίας χορηγεί στους ταξιδιώτες που προέρχονται από κράτη μέλη τις απαλλαγές που προβλέπονται στα πλαίσια της κυκλοφορίας με τρίτες χώρες, όταν αυτοί δεν μπορούν να αποδείξουν ότι τα εμπορεύματα αποκτήθηκαν σύμφωνα με τους γενικούς όρους φορολογίας που ισχύουν στην εσωτερική αγορά κράτους μέλους, η διάταξη όμως αυτή δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη εν προκειμένω. Δεν εφαρμόζεται στην κυκλοφορία πορθμείων μεταξύ κρατών μελών, οι δε δύο περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2, παράγραφος 4, δεν έχουν σχέση με την προκειμένη υπόθεση.
— Τρίτον, εφόσον η οδηγία 69/169/ΕΟΚ έχει χαρακτήρα παρεκκλίσεως εν σχέσει προς τις γενικές διατάξεις του κοινού δασμολογίου, πρέπει να ερμηνευθεί στενά.
6)
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας διατύπωσε επί του συγκεκριμένου αυτού σημείου της διατάξεως του παραπέμποντος δικαστηρίου τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
— Πρώτον, πρόκειται για νέο ζήτημα το οποίο δεν επιλύθηκε ούτε με το σημείο 5 ούτε με το σημείο 6 του διατακτικού της αποφάσεως της 7ης Ιουλίου 1981, που το Δικαστήριο εξέδωσε στην υπόθεση 158/80.
— Δεύτερον, τα εμπορεύματα στα οποία δεν έχουν επιβληθεί φόροι και των οποίων η φορολογική απαλλαγή δεν υπόκειται σε ποσοτικά όρια δεν απαλλάσσονται από φόρους στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών, εντός των ορίων από άποψη αξίας που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ, εφόσον δεν έχουν αγοραστεί σύμφωνα με τις γενικές φορολογικές διατάξεις της εσωτερικής αγοράς κράτους μέλους.
— Τρίτον, προκειμένου για εμπορεύματα για τα οποία η φορολογική απαλλαγή υπόκειται σε ποσοτικά όρια (επεξεργασμένα προϊόντα καπνού, οινοπνευματώδη ποτά, αρώματα, καφές, τέιο), τα οποία αποτελούν σημαντικό μέρος του εμπορίου που πραγματοποιείται στα πορθμεία, η κοινοτική ρύθμιση δεν προβλέπει ρητά ότι για να μπορέσουν τα εν λόγω προϊόντα να τύχουν των απαλλαγών στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας πρέπει να έχουν αποκτηθεί υπό τους όρους της εσωτερικής αγοράς κράτους μέλους.
Από το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας συνάγεται πάντως ότι η προϋπόθεση αυτή ισχύει επίσης για τα προϊόντα στα οποία επιβάλλονται υψηλές φορολογικές επιβαρύνσεις.
— Τέταρτον, το γεγονός ότι βάσει των άρθρων 2 και 4 της οδηγίας τα προϊόντα στα οποία δεν έχουν επιβληθεί φόροι δεν μπορούν, στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών, να τύχουν απαλλαγής από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή, δεν σημαίνει ότι οι απαλλαγές που ισχύουν στα πλαίσια της κυκλοφορίας ταξιδιωτών μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών, που προβλέπονται στα άρθρα 1 και 4, παράγραφος 1, στήλη 1, της οδηγίας, δεν είναι δυνατό να εφαρμοστούν στα εν λόγω προϊόντα. Οι πιο περιορισμένες αυτές απαλλαγές χορηγούνται παραδοσιακά τόσο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όσο και στα λοιπά κράτη μέλη, στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών με πορθμεία και αεροπλάνα.
Κατά την άποψη της κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η πρακτική αυτή δεν είναι αντίθετη προς την οδηγία, έστω και αν αυτή δεν αναφέρεται, ρητά στις ενδοκοινοτικές ανταλλαγές εμπορευμάτων στα οποία δεν έχουν επιβληθεί φόροι.
Από την προτελευταία αιτιολογική σκέψη της οδηγίας συνάγεται ότι το Συμβούλιο 9εώρησε ότι, κατά γενικό κανόνα, τα εμπορεύματα που εισάγονται στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών έχουν αποκτηθεί επιβαρυμένα με φόρους στη χώρα προελεύσεως. Οι περιπτώσεις παρεκκλίσεως από τον εν λόγω γενικό κανόνα δεν 9α ήταν δυνατό να αγνοούνται από το Συμβούλιο. Συγκεκριμένα, το άρθρο 6 της οδηγίας, όπως τροποποιή9ηκε, το επιβεβαιώνει, αποκλείοντας ρητά τις πωλήσεις που πραγματοποιούνται στα καταστήματα αφορολόγητων ειδών των αεροδρομίων και εντός των αεροπλάνων από το γενικό σύστημα φορολογικής απαλλαγής, όσον αφορά τη διάθεση εμπορευμάτων σε πρόσωπα που ταξιδεύουν στο εσωτερικό της Κοινότητας.
Η παρέκκλιση αυτή, η οποία έχει έννοια μόνο σε συνδυασμό με περιορισμένη φορολογική απαλλαγή στην χώρα αφίξεως, πρέπει επίσης να ισχύει στην περίπτωση ενδοκοινοτικών δρομολογίων που εκτελούνται από πορθμεία.
Εξάλλου, η εισαγωγή των προϊόντων αυτών σε περιορισμένες ποσότητες χωρίς καταβολή φόρων (υπό διαφορετικό καθεστώς από εκείνο που ισχύει για τις αγορές υπό τους όρους της εσωτερικής αγοράς) δεν αποτελεί μοναδική περίπτωση στο κοινοτικό δίκαιο και μπορεί να παραβληθεί ιδίως με τις εισαγωγές προϊόντων που πραγματοποιούνται στα πλαίσια της κυκλοφορίας ταξιδιωτών από τους υπηκόους κράτους μέλους που ανήκουν στις ένοπλες δυνάμεις του, οι οποίες σταθμεύουν σε άλλο κράτος μέλος (άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας).
Προς υποστήριξη της επιχειρηματολογίας αυτής, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προβάλλει επιπλέον ότι αντίθετα προς τους δασμούς, οι ειδικοί φόροι καταναλώσεως δεν αποτέλεσαν μέχρι σήμερα αντικείμενο αυστηρής κοινοτικής ρυθμίσεως. Έτσι, ούτε η φορολογική διάρθρωση ούτε το ύψος της φορολογίας αποτέλεσαν ουσιαστικά μέχρι σήμερα αντικείμενο εναρμονίσεως.
Συνεπώς, από την άποψη των φόρων καταναλώσεως δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ των εισαγωγών που προέρχονται από τρίτες χώρες και εκείνων που προέρχονται από την Κοινότητα.
Ελλείψει εναρμονίσεως των ειδικών φόρων καταναλώσεως, δεν υπάρχει κανένας αντικειμενικός λόγος να υφίστανται δυσμενέστερη μεταχείριση κατά την εισαγωγή τους τα εμπορεύματα που αγοράζονται στα καταστήματα πωλήσεως αφορολόγητων ειδών και προέρχονται από την Κοινότητα, από τα εμπορεύματα που προέρχονται από τρίτες χώρες.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας αποκρούει επίσης τις επιφυλάξεις που διατύπωσε έναντι της απόψεως αυτής το παραπέμπον δικαστήριο, διευκρινίζοντας ότι ούτε από τις διατάξεις της οδηγίας ούτε από τις αιτιολογικές της σκέψεις είναι δυνατό να συναχθεί ότι μόνο τα εμπορεύματα που αγοράζονται επί του εδάφους και όχι σε πλοίο μπορούν να τύχουν φορολογικής απαλλαγής στα πλαίσια των ενδοκοινοτικών συναλλαγών.
Δεν μπορεί επίσης να συναχθεί από την οδηγία ότι η φορολογική απαλλαγή καταργείται εντελώς όταν, στα πλαίσια των ενδοκοινοτικών συναλλαγών, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαριθμούνται στην οδηγία για τη χορήγηση απαλλαγής σε μεγαλύτερες ποσότητες προϊόντων στα οποία επιβάλλεται πλήρης φορολογική επιβάρυνση.
Τέλος, δεν έχει σημασία, όσον αφορά τη φορολογική απαλλαγή, ότι στα εμπορεύματα που αποκτώνται επί των μέσων μεταφοράς στα πλαίσια των ενδοκοινοτικών συναλαγών έχουν επιβληθεί ή όχι φόροι τρίτης χώρας.
γ)
Η κυβέρνηση τον Ηνωμένου Βασιλείον θεωρεί ότι η απάντηση που θα δοθεί σε αυτό το τμήμα του ερωτήματος του παρα-πέμποντος δικαστηρίου είναι εξαιρετικής σημασίας και ότι οι φορολογικές διευκολύνσεις που παρέχονται στους ταξιδιώτες έχουν αναγνωρισθεί στα πλαίσια του διεθνούς δικαίου πολύ πριν από τη δημιουργία της Κοινότητας.
Συνεπώς, δεν είναι νοητή η κατάργηση αυτών των ήδη καθιερωμένων διευκολύνσεων, ελλείψει ειδικής κοινοτικής ρυθμίσεως που να τηρεί όλες τις εγγυήσεις οι οποίες προβλέπονται από τη Συνθήκη.
Τέτοια ρύθμιση δεν υπάρχει, η δε διατήρηση του καθεστώτος των καταστημάτων πωλήσεως αφορολόγητων ειδών (duty-free shops) αναγνωρίζεται πράγματι ρητά από το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε.
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου στηρίζει την άποψη αυτή, πρώτον, στην εξέταση της γενέσεως της σχετικής κοινοτικής ρυθμίσεως, δεύτερον, στην ανάλυση των διατάξεων της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε, και, τρίτον, στο γεγονός ότι μία τέτοια ερμηνεία των κειμένων δεν είναι αντίθετη προς την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση 158/80.
γ)1. Η γένεση της ρυθμίοεως
γ)1.α) Οι προπαρασκευαστικές εργασίες και οι αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ
— Πρώτον, κατά την άποψη της κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, κατά τη θέσπιση της εν λόγω οδηγίας το εμπόριο αφορολόγητων ειδών αποτελούσε ήδη σημαντική οικονομική δραστηριότητα. Επομένως, εφόσον στις αιτιολογικές σκέψεις και στο ίδιο το κείμενο της οδηγίας δεν διατυπώνεται ρητή βούληση, στόχος της οδηγίας δεν μπορούσε να είναι η κατάργηση του εμπορίου αυτού.
Στην αντίθετη περίπτωση και λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων των άρθρων 190 και 234 της Συνθήκης ΕΟΚ, τέτοια πρόθεση θα έπρεπε να είχε διατυπωθεί σαφώς.
Η τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, αναφερόμενη στο γενικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο τα εμπορεύματα είναι δυνατό να αποκτηθούν στην χώρα προελεύσεως μόνο μετά την επιβολή φόρων, δέχεται σιωπηρά ότι κατά το 1969 υπήρχαν εξαιρετικές περιστάσεις, υπό τις οποίες ορισμένα εμπορεύματα ήταν δυνατό να αποκτηθούν στη χώρα προελεύσεως χωρίς την επιβολή φόρων.
Από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας συνάγεται επίσης ότι ένας άλλος στόχος της ήταν να καταστεί περισσότερο ελεύθερο το σύστημα φορολογίας των εισαγωγών στα πλαίσια της κυκλοφορίας των ταξιδιωτών μεταξύ των κρατών μελών. Μια τέτοια αιτιολογική σκέψη δεν θα είχε νόημα αν οι συντάκτες της οδηγίας είχαν την πρόθεση να καταργήσουν την πρακτική της διαθέσεως αφορολόγητων ειδών στους ταξιδιώτες.
— Δεύτερον, η νομική βάση της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ και των οδηγιών που την τροποποίησαν είναι το άρθρο 99 της Συνθήκης περί εναρμονίσεως των εμμέσων φόρων, συμπεριλαμβανομένων και των φόρων κύκλου εργασιών και των ειδικών φόρων καταναλώσεως. Στο σημείο αυτό υπάρχει διαφορά με τον κανονισμό 1544/69 του Συμβουλίου περί δασμολογικών απαλλαγών, ο οποίος θεσπίστηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 28 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Αν το Δικαστήριο εδέχθη με την απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση 158/80 ότι ο κανονισμός 1544/69 θέτει εξαντλητικούς κοινοτικούς κανόνες στον τομέα στον οποίο εφαρμόζεται, η οδηγία 69/169/ΕΟΚ και οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις της πρέπει αντίθετα να θεωρηθούν ότι αποτελούν ρύθμιση με την οποία επιδιώκεται η εναρμόνιση των φορολογικών νομοθεσιών των κρατών μελών. Το διαφορετικό περιεχόμενο των δύο ανωτέρω άρθρων της Συνθήκης συνάγεται άλλωστε έμμεσα από τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
— Τρίτον, το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρεί ότι παρά τις αμφιβολίες και τις αποκλίσεις απόψεων ως προς την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, στην πραγματικότητα το εν λόγω άρθρο εμποδίζει απλώς τη χορήγηση φορολογικών απαλλαγών για εμπορεύματα στα οποία έχουν ήδη επιβληθεί φόροι και στα οποία εφαρμόζονται οι απαλλαγές που προβλέπονται από την οδηγία.
Μετά την εξέταση του προβλήματος αυτού, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν αναγκαίο να προτείνει συμπληρωματική ρύδμιση, με σκοπό να περιορισθεί ρητά η φορολογική απαλλαγή όσον αφορά τα εμπορεύματα στα οποία εφαρμόστηκαν ήδη οι απαλλαγές που προβλέπονται από την οδηγία.
Το Ηνωμένο Βασίλειο Θεωρεί ότι στο στάδιο εκείνο, οι εν λόγω προτάσεις δεν αφορούσαν τις πωλήσεις που πραγματοποιούνταν στα καταστήματα αφορολόγητων ειδών των αεροδρομίων ή εντός των αεροπλάνων, για τις οποίες η Επιτροπή είχε την πρόθεση να υποβάλει προτάσεις αργότερα.
Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από την πρόταση της Επιτροπής για την θέσπιση δεύτερης οδηγίας, περί τροποποιήσεως της αρχικής οδηγίας (JO C 106 της 23. 10. 1971, σ. 16). Εξάλλου, η θεσπισθείσα οδηγία 72/230/ΕΟΚ, είχε ως στόχο να επιφέρει ορισμένο αριθμό τροποποιήσεων στο άρθρο 6 της αρχικής οδηγίας και, προπάντων, να διατυπώσει την ακόλουθη εισαγωγική επιφύλαξη στη νέα παράγραφο 2 του άρθρου 6: «με την επιφύλαξη του ισχύοντος συστήματος επί των πραγματοποιούμενων πωλήσεων στα καταστήματα αφορολογήτων ειδών των αεροδρομίων και επί των πωλήσεων εντός των αεροπλάνων ...». Το χωρίο αυτό αποτελεί ρητή νομική αναγνώριση του καθεστώτος των πωλήσεων στους ταξιδιώτες στα καταστήματα αφορολόγητων ειδών τα οποία υπήρχαν προηγουμένως στα κράτη μέλη.
γ) 1.6) Οι μεταγενέστερες προτάσεις για τη ρύθμιση του ζητήματος
Μετά τη θέσπιση της οδηγίας 72/230/ΕΟΚ της 12ης Ιουνίου 1972, η Επιτροπή υπέβαλε στις 22 Σεπτεμβρίου 1972 στο Συμβούλιο πρόταση τρίτης οδηγίας (JO C 113 της 28ης Οκτωβρίου 1972, σ. 15) και έπειται, στις 16 Νοεμβρίου 1972, πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου (JO C 134 της 27ης Δεκεμβρίου 1972, σ. 34), οι οποίες περιλάμβαναν διατάξεις σχετικά με τις πωλήσεις αφορολόγητων ειδών στα καταστήματα των αεροδρομίων, στα αεροπλάνα, στα πλοία και στους αεροολισθητήρες.
Έστω και αν οι εν λόγω προτάσεις δεν έγιναν δεκτές, το γεγονός και μόνο ότι η Επιτροπή αντελήφθηκε το 1972 την ανάγκη ειδικής ρυθμίσεως σχετικά με το καθεστώς των καταστημάτων πωλήσεως αφορολόγητων ειδών, αποδεικνύει ότι η οδηγία 69/169/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 72/230, δεν είχε ποτέ ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα να ρυθμίσει το καθεστώς των πωλήσεων αφορολόγητων ειδών στα κράτη μέλη.
γ)1.γ) Οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις της οδηγίας
Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι της γνώμης ότι εφόσον το χωρίο «με την επιφύλαξη του συστήματος ...» διατηρήθηκε στην τρίτη οδηγία (78/1032), της οποίας οι αιτιολογικές σκέψεις δεν αναφέρονται καθόλου στο σύστημα των πωλήσεων αφορολόγητων ειδών, η εν λόγω οδηγία δεν τροποποιεί εν πάση περιπτώσει το σύστημα που ισχύει στα κράτη μέλη.
γ)2. Το κείμενο της οδηγίας 69/169, όπως τροποποιήθηκε
γ)2.α) Η έννοια της εισαγωγικής επιφυλάξεως «με την επιφύλαξη ...» η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας
Το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρεί αναγκαίο να διερευνήσει τον ακριβή στόχο της εν λόγω επιφυλάξεως, ώστε να εξευρεθεί αν η επιφύλαξη αυτή, εκτός του ότι διασφαλίζει το καθεστώς των καταστημάτων πωλήσεως αφορολόγητων ειδών στα αεροδρόμια και των πωλήσεων αφορολόγητων ειδών στα αεροπλάνα, μπορεί επίσης να θεωρηθεί ικανή να καλύψει τις πωλήσεις εμπορευμάτων τα οποία απαλλάσσονται από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως σε ταξιδιώτες, επί των πορθμείων που εκτελούν δρομολόγια μεταξύ δύο κρατών μελών.
Το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρεί ότι είναι σκόπιμο και ανταποκρίνεται στον προφανή στόχο της εν λόγω επιφυλάξεως να ερμηνευθεί η επιφύλαξη υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τα συστήματα των πωλήσεων που πραγματοποιούνται επί του εδάφους, ιδίως στα καταστήματα πωλήσεως αφορολόγητων ειδών των σταθμών των αεροολισθητήρων, καθώς και των πωλήσεων που πραγματοποιούνται σε πορθμεία, στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας.
Σκοπός της οδηγίας είναι πράγματι να εγγυηθεί το γενικό σύστημα των πωλήσεων επί των μέσων μεταφοράς τα οποία εκτελούν διεθνή δρομολόγια.
— Το γεγονός ότι το 1969 και το 1972 δεν υπήρχαν μεταξύ των έξι αρχικών κρατών μελών σταθερά δρομολόγια αεροολισθητήρων ή πορθμείων, που να δίνουν τη δυνατότητα διενέργειας εμπορίου αφορολόγητων ειδών, συνηγορεί υπέρ της απόψεως αυτής.
— Από πρακτική άποψη, δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των διαφόρων συστημάτων των πωλήσεων που πραγματοποιούνται στα καταστήματα αφορολόγητων ειδών, είτε πρόκειται για σταθμούς αεροολισθητήρων, για αεροδρόμια ή για εμπόριο που πραγματοποιείται στα αεροπλάνα και τα πορθμεία.
Το Ηνωμένο Βασίλειο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η διασταλτική ερμηνεία της εν λόγω επιφυλάξεως εκφράζει τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη.
γ)2.6) Οι λοιπές διατάξεις της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε
Το σύvoÅo νου κειμένου της εν λόγω οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε, επι6ε6αιώνει την ερμηνεία σύμφωνα με την οποία δεν υπήρξε ποτέ οποιαδήποτε πρόθεση υποκαταστάσεως των κοινοτικών αυτών διατάξεων στις διατάξεις των κρατών μελών περί των πωλήσεων αφορολόγητων ειδών, όσον αφορά τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως.
Η οδηγία 69/169/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε, στο μέτρο που αφορά τους φόρους κύκλου εργασιών, αποτελεί εξαίρεση από τη βασική αρχή που ορίζεται στην έκτη οδηγία του Συμβουλίου (77/388/ΕΟΚ) περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών όσον αφορά τους φόρους κύκλου εργασιών, σύμφωνα με την οποία, αν παρέχεται κατά την εξαγωγή απαλλαγή από τους φόρους κύκλου εργασιών, αυτοί πρέπει να επιβληθούν κατά την εισαγωγή σε άλλο κράτος μέλος. Αντίθετα, στα πλαίσια του περιορισμένου πεδίου εφαρμογής της, η οδηγία 69/169/ΕΟΚ αναφέρεται βασικά στη φορολογική απαλλαγή κατά την εισαγωγή σε άλλο κράτος μέλος.
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε, πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο αυτό.
Βέβαια, το εν λόγω άρθρο καθιερώνει απαλλαγή από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή των εμπορευμάτων σε άλλο κράτος μέλος μόνον όταν τα εμπορεύματα αυτά έχουν αποκτηθεί υπό τους γενικούς όρους φορολογίας της εσωτερικής αγοράς ενός από τα κράτη μέλη και δεν προβλέπει καμία εξαίρεση όσον αφορά την προϋπόθεση αυτή.
Σκοπός του είναι επομένως να καθορίσει τα όρια όσον αφορά την αξία εμπορευμάτων, τα οποία, εφόσον ήδη έχουν επιβαρυνθεί με φόρους, μπορούν να απαλλαγούν από κάθε μεταγενέστερη φορολογία όταν περιλαμβάνονται στις προσωπικές αποσκευές ταξιδιωτών που μετακινούνται στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας. Πρόκειται επομένως για τομέα εντελώς διαφορετικό από το σύστημα που ισχύει για τις πωλήσεις στα καταστήματα διαθέσεως αφορολόγητων ειδών, είτε αυτά βρίσκονται στο έδαφος κράτους μέλους είτε σε μεταφορικό μέσο που συνδέει δύο κράτη μέλη.
Εξάλλου, στην αρχική του διατύπωση, το εν λόγω άρθρο δεν προβλέπει τέτοια προϋπόθεση.
Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από την ανάλυση του άρθρου 2, παράγραφος 4, της εν λόγω οδηγίας, στην οποία προβαίνει η τρίτη οδηγία της 19ης Δεκεμβρίου 1978 που αφορά δύο ιδιαίτερους τύπους ταξιδιών μεταξύ κρατών μελών.
Όοον αφορά το άρθρο 4, παράγραφος /, της οδηγίας, που θέτει ποσοτικά όρια για ορισμένα
εμπορεύματα, το Ηνωμένο Βασίλειο είναι της γνώμης ότι ο ίδιος στόχος επιδιώκεται συγχρόνως όσον αφορά τα εμπορεύματα των οποίων οι ποσότητες είναι περιορισμένες και τα μη απαριθμούμενα εμπορεύματα, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της διατυπώσεως της παραγράφου 4 του άρθρου 4, η οποία προστέθηκε επίσης με την τρίτη οδηγία του 1978.
Το άρθρο 6, παράγραφος Ι, που απαγορεύει τη χορήγηση απαλλαγών από τους φόρους κύκλου εργασιών σε ταξιδιώτες των οποίων η κατοικία, η συνήθης διαμονή ή το κέντρο της επαγγελματικής δραστηριότητας βρίσκεται σε κράτος μέλος και στους οποίους έχουν ήδη χορηγηθεί φορολογικές απαλλαγές κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων σε άλλο κράτος μέλος κατ' εφαρμογή των άρθρων 2 και 4 της οδηγίας, πρέπει επίσης να εξετασθεί στο πλαίσιο αυτό.
Η απαγόρευση την οποία επιβάλλει η ανωτέρω διάταξη δικαιολογείται από το γεγονός ότι τα εν λόγω εμπορεύματα πρέπει να έχουν ήδη αποκτηθεί υπό τους γενικούς όρους φορολογίας της εσωτερικής αγοράς κράτους μέλους. Έτσι, το άρθρο 6, παράγραφος 1, έχει περιορισμένο πεδίο εφαρμογής, που διακρίνεται από το καθεστώς που διέπει τις πωλήσεις αφορολόγητων ειδών οι οποίες επιτρέπονται από την πρακτική που ακολουθούν τα κράτη μέλη.
Οι άλλες παράγραφοι rov άρθρον 6, εκτός από την εισαγωγική επιφύλαξη της παραγράφου 2, αφορούν μόνο τις πωλήσεις στο στάδιο του λιανικού εμπορίου που είναι συνηθισμένες σε κράτος μέλος, περιέχουν δε διαδικαστικές διατάξεις όσον αφορά τη χορήγηση της φορολογικής απαλλαγής. Αναφέρονται μόνο στα εμπορεύματα για τα οποία δεν ισχύουν οι απαλλαγές του άρθρου 2, παράγραφος 1, ή του άρθρου 4 της οδηγίας.
Συνεπώς, οι εν λόγω παράγραφοι δεν αφορούν την πρακτική των πωλήσεων αφορολόγητων ειδών. Έτσι, η απαγόρευση της απαλλαγής από τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που αναφέρεται στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 6 αφορά μόνο την απαλλαγή από το φόρο προστιθεμένης αξίας για τις συνηθισμένες πωλήσεις στο στάδιο του λιανικού εμπορίου.
Το Ηνωμένο Βασίλειο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, βάσει όλων των ανωτέρω παρατηρήσεων και του στόχου που ομολόγησε ότι επιδίωκε η Επιτροπή όταν είχε προτείνει τις τροποποιήσεις της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ, και παρά το περιεχόμενο της εν λόγω οδηγίας, η πρακτική την οποία εφαρμόζει εμπνέεται από τις διατάξεις της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε.
Εν αναμονή εξαντλητικής κοινοτικής ρυθμίσεως του θέματος, το Ηνωμένο Βασίλειο χορηγεί στους ταξιδιώτες που εισέρχονται στο έδαφός του, αν και προέρχονται απευθείας από άλλο κράτος μέλος, τα κατώτερα όρια που ισχύουν για τρίτες χώρες όσον αφορά τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που προβλέπονται στα άρθρα 1 και 4, παράγραφος 1, πρώτη στήλη της εν λόγω οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε, εκτός αν ο ταξιδιώτης μπορεί να αποδείξει ότι τα εμπορεύματα αυτά για τα οποία ζητείται απαλλαγή έχουν αποκτηθεί υπό τους γενικούς όρους φορολογίας της εσωτερικής αγοράς ενός από τα κράτη μέλη.
Μόνο στην περίπτωση αυτή είναι δυνατό να χορηγηθούν στους ταξιδιώτες οι ανώτερες απαλλαγές που προβλέπονται στα άρθρα 2 και 4, παράγραφος 1, στήλη 2 της οδηγίας.
γ)3. Το περιεχόμενο της αποφάσεως της 7ης Ιουλίου 1981, που εκδόθηκε οτην υπόθεοη 158/80
Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι της γνώμης ότι η ερμηνεία που προτείνει να υιοθετήσει το Δικαστήριο στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι αντίθετη προς την εν λόγω απόφαση.
— Πρώτον, η εισαγωγική επιφύλαξη που περιλαμβάνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας αναγνωρίζει περιορισμένη αρμοδιότητα στα κράτη μέλη για τη χορήγηση απαλλαγών.
— Δεύτερον, το Ηνωμένο Βασίλειο είναι της γνώμης ότι η παράγραφος 6 του διατακτικού της εν λόγω αποφάσεως του Δικαστηρίου δεν σημαίνει ότι οι υπάρχουσες οδηγίες περιλάμβαναν πλήρως εξαντλητική ρύθμιση, υπό την έννοια ότι η αρμοδιότητα κράτους μέλους να χορηγεί απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως πρέπει να αναζητηθεί στις οδηγίες, όπως τροποποιήθηκαν, αποκλειομενης κάθε άλλης πηγής, αλλά ότι η βούληση του Συμβουλίου ήταν μάλλον να καθιερώσει προοδευτικά πλήρες σύστημα απαλλαγών από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως για τα εμπορεύματα που περιλαμβάνονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών.
Μέχρι σήμερα όμως δεν έχει ακόμη καθιερωθεί ένα τέτοιο γενικό σύστημα απαλλαγών, ιδίως δε το σύστημα πωλήσεως αφορολόγητων ειδών δεν διέπεται πάντοτε από κοινοτική ρύθμιση.
Επομένως, εν αναμονή της εισαγωγής τέτοιας ρυθμίσεως, είναι αναγκαίο για ένα κράτος μέλος που επιθυμεί να χορηγήσει απαλλαγές εκτός από εκείνες που προβλέπονται ρητά στις οδηγίες, να λάβει υπόψη τις διατάξεις των εν λόγω οδηγιών και, εν προκειμένω, ιδίως την εισαγωγική επιφύλαξη που περιλαμβάνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας.
— Τρίτον, το Ηνωμένο Βασίλειο υπογραμμίζει ότι έστω και αν το Δικαστήριο δεν διευκρίνισε στην απόφαση του τη σημασία της επιφυλάξεως του άρθρου 6, παράγραφος 2, ο γενικός εισαγγελέας αναφέρθηκε σε αυτή στις προτάσεις του, αποδίδοντάς της ευρύ περιεχόμενο.
Συμπερασματικά, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου είναι της γνώμης ότι η ακριβής απάντηση που πρέπει να δοθεί σε αυτό το τμήμα του ερωτήματος του παρα-πέμποντος δικαστηρίου μπορεί να είναι η ακόλουθη:
«η εισαγωγή εμπορευμάτων με απαλλαγή από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως για τους ταξιδιώτες που διακινούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας, οι οποίοι αγόρασαν τα προϊόντα σε πλοία ή αεροπλάνα και στα καταστήματα πωλήσεως αφορολόγητων ειδών, αποτελεί τομέα που διέπεται ακόμη από τις εθνικές ρυθμίσεις των κρατών μελών, οι οποίες παρουσιάζουν σημαντικό βαθμό ομοιομορφίας ... Επικουρικά, αν τα κράτη μέλη διατηρούν μόνο τις περιορισμένες αρμοδιότητες που τους παρέχουν οι αντίστοιχες οδηγίες να χορηγούν απαλλαγές εκτός από εκείνες που προβλέπονται στις εν λόγω οδηγίες, τότε κράτος μέλος, τηρώντας τους νομισματικούς και ποσοτικούς περιορισμούς που προβλέπονται στα άρθρα 2, παράγραφος 4, και 4, παράγραφος 4, που καλύπτουν ανάλογες εισαγωγές, μπορεί να χορηγεί νόμιμα απαλλαγή που προβλέπεται στην οδηγία».
α) Ως προς το σημείο avrò, η Επιτροπή επαφίεται στην κρίση τον Δικα-στηρίον
δ)1.
Διατυπώνει εισαγωγικά τέσσερις παρατηρήσεις:
— Σύμφωνα με την οδηγία 69/169/ΕΟΚ (άρθρο 2, παράγραφος 1), στα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών που προέρχονται από κράτη μέλη εφαρμόζεται απαλλαγή από το φόρο προστιθεμένης αξίας και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως αν τα εμπορεύματα αυτά πληρούν αφενός τις προϋποθέσεις που ορίζονται στα άρθρα 9 και 10 της Συνθήκης, δηλαδή αν βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών και, αφετέρου, αν έχουν αποκτηθεί σύμφωνα με τις γενικές φορολογικές διατάξεις που διέπουν την εσωτερική αγορά κράτους μέλους.
— Κατά την άποψη του παραπέμποντος δικαστηρίου, οι ανωτέρω προϋποθέσεις δεν πληρούνται εφόσον τα εμπορεύματα που πωλούνται στα πορθμεία είναι είτε εμπορεύματα που προέρχονται από τρίτες χώρες και δεν βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία, είτε εμπορεύματα κοινοτικής προελεύσεως, στα οποία δεν έχει επιβληθεί κανένας φόρος σε ένα από τα κράτη μέλη.
— Το ερώτημα του Finanzgericht θέτει ένα νέο νομικό πρόβλημα, με το οποίο το Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε στην απόφαση που εξέδωσε στην υπό9εση 158/80, απόφαση η οποία αναφέρεται, όσον αφορά την ενδοκοινοτική κυκλοφορία, μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις παρεκκλίσεως του άρθρου 2, παράγραφος 4, της οδηγίας.
Αυτό δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον το ερώτημα του παραπέ-μποντος δικαστηρίου δεν διευκρινίζει ούτε αν το δρομολόγιο διέρχεται από το έδαφος τρίτης χώρας, ούτε αν το πλοίο στάθμευσε σε τμήμα του εδάφους κράτους μέλους όπου δεν εφαρμόστηκαν οι γενικοί όροι φορολογίας.
— Κατά συνέπεια, το ερώτημα στο οποίο πρέπει να απαντήσει το Δικαστήριο για να αποφανθεί ως προς τη νομιμότητα της πωλήσεως ατελώς εμπορευμάτων σε πορθμεία στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας και της εισαγωγής ατελώς των εμπορευμάτων αυτών στο κράτος μέλος προορισμού, είναι αν η οδηγία 69/169/ΕΟΚ καλύπτει ή όχι την απαλλαγή αυτή.
δ)2.
Η Επιτροπή πιστεύει ότι αν αποδειχθεί ότι η επιφύλαξη του άρθρου 6, παράγραφος 2, υπέρ των καταστημάτων πωλήσεως αφορολόγητων ειδών αποτελεί παρέκκλιση από την αρχή της οδηγίας, είναι δυνατό να αντιμετωπιστεί η επέκταση της παρεκκλίσεως αυτής, κατ' αναλογία, στην πώληση αφορολόγητων ειδών στα πορθμεία, γιατί η εν λόγω επιφύλαξη εισήχθη το 1972, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο δεν υπήρχε στην πραγματικότητα κυκλοφορία πορθμείων μεταξύ των κρατών μελών της Κοινότητας των Έξι.
δ)3.
Πάντως, κατά την άποψη της Επιτροπής, το κύριο ερώτημα είναι αν η επιφύλαξη του άρθρου 6, παράγραφος 2, υπέρ των καταστημάτων πωλήσεως αφορολόγητων ειδών περιλαμβάνει ή όχι γενική παρέκκλιση από το σύστημα της οδηγίας.
δ)3.α) Επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή υπέρ της απόψεως κατά την οποία η επιφύλαξη του άρθρου 6, παράγραφος 2, πρέπει να ερμηνευθεί στενά
— Πρώτον, η Επιτροπή προβάλλει ότι εφόσον το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας απαιτεί τα εν λόγω εμπορεύματα να πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 9 και 10 της Συνθήκης, δηλαδή να βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών, πρέπει να γίνει αναφορά στις παρατηρήσεις της σχετικά με τις δασμολογικές απαλλαγές που είναι δυνατό να χορηγούνται στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας.
— Δεύτερον, η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι η οδηγία 69/169/ΕΟΚ αποτελεί παρέκκλιση από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου περί του φόρου προστιθεμένης αξίας. Σύμφωνα με την έκτη οδηγία περί του ΦΠΑ, το θέμα διέπεται από την αρχή της χώρας προορισμού, δηλαδή τα εμπορεύματα, κατά την εξαγωγή τους από κράτος μέλος, απαλλάσσονται από τον εκεί εισπραττόμενο ΦΠΑ και υπόκεινται κατά την εισαγωγή τους σε άλλο κράτος μέλος στον εκεί ισχύοντα ΦΠΑ.
Επομένως, η οδηγία 69/169/ΕΟΚ αποτελεί εξαίρεση από την αρχή αυτή, διότι εισάγει στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών την αρχή της χώρας προελεύσεως όσον αφορά την εφαρμογή των φόρων κύκλου εργασιών.
Πράγματι, τα εμπορεύματα για τα οποία έχουν καταβληθεί οι φόροι που επιβάλλονται σε κράτος μέλος πρέπει να μπορούν να μεταφέρονται χωρίς άλλες διατυπώσεις σε άλλο κράτος μέλος, στις αποσκευές του ταξιδιώτη.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η οδηγία απαγορεύει στο άρθρο 6, παράγραφος 1, να χορηγούνται απαλλαγές για παραδόσεις εμπορευμάτων σε ταξιδιώτες των οποίων η κατοικία 6ρίσκεται σε κράτος μέλος και οι οποίοι απολαύουν του καθεστώτος που προβλέπεται στην οδηγία.
Η εν λόγω απαγόρευση φορολογικής απαλλαγής αποσκοπεί στο να αποφευχθεί στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών να εισάγονται χωρίς την καταβολή φόρων σε άλλο κράτος μέλος εμπορεύματα για τα οποία δεν έχουν καταβληθεί φόροι στο κράτος προελεύσεως.
— Τρίτον, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η εισαγωγική επιφύλαξη του άρθρου 6, παράγραφος 2, υπέρ των πωλήσεων που πραγματοποιούνται στα καταστήματα αφορολόγητων ειδών έγκειται στο γεγονός ότι για τις πωλήσεις αυτές δεν ισχύει η απαγόρευση απαλλαγής από τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως στα πλαίσια της κυκλοφορίας με τρίτες χώρες (άρθρο 6, παράγραφος 2, δεύτερη φράση) και η υποχρέωση τηρήσεως των διατυπώσεων που καθορίζονται στο άρθρο 6, παράγραφος 4 (φορολογική απαλλαγή εκ των υστέρων ή χορήγηση θεωρήσεως από την τελωνειακή αρχή).
Αυτή η έννοια πρέπει να αποδοθεί στην εν λόγω επιφύλαξη. Πάντως, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η διατύπωση της επιφυλάξεως αυτής, ατυχής από εννοιολογική άποψη, μπορεί να οδηγήσει στη σκέψη, όσον αφορά το καθεστώς που ισχύει για τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως (δηλαδή την πλήρη απαγόρευση φορολογικής απαλλαγής κατά την εξαγωγή), ότι, για το λόγο αυτό, απαγορεύεται κάθε φορολογική απαλλαγή για τα καταστήματα αφορολόγητων ειδών, όπως απαγορεύεται και για το υπόλοιπο λιανικό εμπόριο.
— Τέταρτον, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι τέτοια ερμηνεία της επιφυλάξεως του άρθρου 6, παράγραφος 2, συνεπάγεται ότι η απόλυτη απαγόρευση φορολογικής απαλλαγής, στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας, για τα εμπορεύματα που περιλαμβάνονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών και για τα οποία ισχύουν απαλλαγές, ισχύει επίσης για τις πωλήσεις που πραγματοποιούνται στα καταστήματα αφορολόγητων ειδών των αεροδρομίων και στα αεροπλάνα.
Συνεπώς, η διάθεση εμπορευμάτων ατελώς στα καταστήματα αφορολόγητων ειδών, εντός των ορίων από άποψη ποσότητας και τιμής που καθορίζονται στα άρθρα 2 και 4 της οδηγίας, δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ.
Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι τα ανωτέρω άρθρα δεν προβλέπουν καμία παρέκκλιση για την εισαγωγή ατελώς στη χώρα προορισμού αφορολόγητων εμπορευμάτων που περιλαμβάνονται στις αποσκευές των ταξιδιωτών.
— Πέμπτον, η Επιτροπή αναφέρεται στις προτάσεις τρίτης οδηγίας και κανονισμού που υπέβαλε στο Συμβούλιο, στις 22 Σεπτεμβρίου 1972 και στις 6 Νοεμβρίου 1972, οι οποίες αποσκοπούσαν στο να επιτρέψουν την πώληση εμπορευμάτων με απαλλαγή από δασμούς και φορολογικές επιβαρύνσεις μόνο στους ταξιδιώτες που είναι εφοδιασμένοι με διαβατήριο με προορισμό τρίτη χώρα.
Οι προτάσεις αυτές αποσύρθηκαν τελικά μετά από πολλά έτη διαβουλεύσεων που δεν απέδωσαν αποτέλεσμα, κατά τις οποίες τα κράτη μέλη έλαβαν αποκλίνουσες θέσεις.
Συμπερασματικά, η Επιτροπή είναι της γνώμης ως προς το σημείο αυτό ότι μιά τέτοια ερμηνεία της επιφυλάξεως που διατυπώνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας στηρίζεται κυρίως στο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η επιφύλαξη, πλαίσιο που αποτελείται από διατάξεις οι οποίες χορηγούν φορολογικές απαλλαγές κατά την κυκλοφορία των ταξιδιωτών για τα εμπορεύματα που εξάγονται προς τρίτες χώρες και που διακινούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν πρόκειται για εμπορεύματα που καλύπτονται από τις απαλλαγές οι οποίες προβλέπονται στην οδηγία.
Αν η ερμηνεία αυτή γινόταν δεκτή από το Δικαστήριο, και λαμβανομένης υπόψη της διατυπώσεως της παραγράφου 6 του διατακτικού της αποφάσεως της 7ης Ιουλίου 1981 στην υπόθεση 158/80, θα έπρεπε να συναχθεί ότι τα κράτη μέλη δεν είναι αρμόδια να επιτρέπουν, στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας, την πώληση εμπορευμάτων ατελώς, εκτός των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στην οδηγία. Το συμπέρασμα αυτό 9α ίσχυε κατ' ανάγκη και για την πώληση ατελώς εμπορευμάτων στα πορθμεία που εκτελούν δρομολόγια μεταξύ κρατών μελών.
δ)3.6) Επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή υπέρ της ευρείας ερμηνείας του περιεχομένου της εισαγωγικής επιφυλάξεως του άρθρου 6, παράγραφος 2
— Πρώτον, η Επιτροπή προβάλλει ότι μία αυστηρή ερμηνεία, όπως αυτή που εκτέθηκε ανωτέρω, δεν είναι σύμφωνη προς το σκοπό της επιφυλάξεως.
Η δυνατότητα απαλλαγής από τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως έχει, πράγματι, για τα καταστήματα πωλήσεως αφορολόγητων ειδών οικονομική σημασία πολύ μεγαλύτερη από την απαλλαγή από το φόρο προστιθεμένης αξίας.
Συνεπώς, το ειδικό καθεστώς που η επιφύλαξη του άρθρου 6, παράγραφος 2, αποσκοπούσε να εξασφαλίσει στα καταστήματα πωλήσεως αφορολόγητων ειδών θα στερούνταν του ουσιαστικού του περιεχομένου αν για τα καταστήματα αυτά ίσχυε επίσης η απαγόρευση απαλλαγής από τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως.
— Δεύτερον, η ίδια η διατύπωση της εισαγωγικής επιφυλάξεως του άρθρου 6, παράγραφος 2, δεν αντίκειται σε τέτοια ερμηνεία, εφόσον το 1972, χρόνο κατά τον οποίο η εν λόγω διάταξη εισήχθη στην οδηγία, δεν υπήρχε ρύθμιση σχετική με τα συστήματα των πωλήσεων που πραγματοποιούνται στα καταστήματα αφορολόγητων ειδών των αεροδρομίων καθώς και στα αεροπλάνα και κατά συνέπεια επρόκειτο μόνο για το σύστημα που εφαρμοζόταν από κάθε κράτος μέλος.
Κατά το χρόνο εκείνο επίσης η πώληση εμπορευμάτων ατελώς στα καταστήματα αφορολόγητων ειδών αποτελούσε γενικευμένη πρακτική των κρατών μελών.
— Τρίτον, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι στις προτάσεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας στην υπόθεση 158/80 αναγνωρίζεται ευρύτατο περιεχόμενο στην επιφύλαξη του άρθρου 6, παράγραφος 2. Ο γενικός εισαγγελέας έθεσε επιπλέον το ζήτημα αν η εν λόγω επιφύλαξη δεν ήταν δυνατό να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καλύπτει επίσης τη διάθεση εμπορευμάτων ατελώς στους ταξιδιώτες, στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας υπό όλες τις μορφές της.
— Τέλος, η Επιτροπή προβάλλει ότι η κατάργηση των απαλλαγών που παρέχονται στα πλαίσια των καταστημάτων πωλήσεως αφορολόγητων ειδών θα είχε σημαντικότατες οικονομικές συνέπειες και θα αύξανε κατά τρόπο σημαντικό την τιμή των πτήσεων ή των μετακινήσεων με πορθμεία.
Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είναι δυνατό να υποτεθεί ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, θεσπίζοντας την επιφύλαξη του άρθρου 6, παράγραφος 2, είχε την πρόθεση να επικυρώσει την πρακτική που ίσχυε στα κράτη μέλη, μέχρι να θεσπιστεί σχετική κοινοτική ρύθμιση.
Αν το Δικαστήριο κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω επιφύλαξη αποτελεί γενική παρέκκλιση από το σύστημα της οδηγίας, αυτό θα συνεπαγόταν ότι η πώληση ατελώς εμπορευμάτων στα καταστήματα αφορολόγητων ειδών είναι νόμιμη, εντός των ορίων που θέτει η οδηγία (πωλήσεις στα καταστήματα αφορολόγητων ειδών των αεροδρομίων και στα αεροπλάνα). Η συλλογιστική αυτή πρέπει να ακολουθηθεί επίσης στην περίπτωση των πωλήσεων ατελώς στα πορθμεία, στα πλαίσια των απαλλαγών που προβλέπονται από την οδηγία.
2.2.3. Στα πλαίσια του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος: η ενδοκοινοτική κυκλοφορία με συνδυασμό πλοίου και λεωφορείου
α)
Οι παρατηρήσεις των προσφευγουσών στην κύρια δίκη εκτέθηκαν συνοπτικά ανωτέρω στο σημείο Γ) 1.3.α).
6)
Οι παρατηρήσεις της κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας εκτέθηκαν συνοπτικά ανωτέρω στο σημείο Γ) 1.3.6).
γ)
Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα αν, στα πλαίσια ενδοκοινοτικού ταξιδιού με συνδυασμό πλοίου και λεωφορείου, η απαλλαγή, από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο.
— Τέτοια απάντηση πρέπει προφανώς να δοθεί αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, δεν αποτελεί γενική παρέκκλιση από το σύστημα της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ.
Στην περίπτωση αυτή, η απαγόρευση όσον αφορά τα πορθμεία που εκτελούν ενδοκοινοτικά δρομολόγια πρέπει να ισχύει επίσης όσον αφορά τα πλοία που μεταφέρουν ταξιδιώτες, οι οποίοι πραγματοποιούν εκδρομές και συμμετέχουν σε συνδυασμένα ταξίδια με πλοίο και λεωφορείο.
— Έστω και αν το Δικαστήριο έκρινε ότι η επιφύλαξη του άρθρου 6, παράγραφος 2, αποτελεί παρέκκλιση από το γενικό σύστημα της οδηγίας, η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι η εν λόγω επιφύλαξη δεν είναι δυνατό να βρίσκει εφαρμογή στην περίπτωση των συνδυασμένων εκδρομών. Πράγματι, εν αντιθέσει προς τις πωλήσεις χωρίς φορολογικές επιβαρύνσεις στα καταστήματα αφορολόγητων ειδών των αεροδρομίων, στα αεροπλάνα και στα πορθμεία, που παρέχουν στους ταξιδιώτες τη δυνατότητα να αποκτήσουν αφορολόγητα εμπορεύματα με την ευκαιρία μιας πτήσεως ή ενός θαλάσσιου ταξιδιού, οι συνδυασμένες εκδρομές, όπως συνέβαινε με τις «κρουαζιέρες βουτύρου», έχουν κυρίως ως στόχο όχι την πραγματοποίηση ενός ταξιδιού, αλλά να επιτρέψουν, με το χαμηλό κόστος μεταφοράς, την απόκτηση στο πλοίο αφορολόγητων εμπορευμάτων και την εισαγωγή τους στη χώρα αναχωρήσεως χωρίς να πρέπει να καταβληθούν οι εν λόγω φορολογικές επιβαρύνσεις.
Πρόκειται στην περίπτωση αυτή για ενέργεια που αποσκοπεί στην καταστρατήγηση των φορολογικών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου.
Κατά συνέπεια, καμία φορολογική απαλλαγή δεν πρέπει να χορηγείται σε τέτοια περίπτωση.
Α — Απαντήσεις που προτείνεται να δoθoύv από το Δικαοτήριο
1.
Οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη προτείνουν να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα του παραπέμποντος δικαστηρίου:
«Οι κανονισμοί 1544/69 και 1818/75 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουλίου 1975, καθώς και η οδηγία 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, στην τελευταία τους διατύπωση, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι οι αντίστοιχα αναφερόμενες απαλλαγές από τους δασμούς, τις εισφορές κατά την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων ή προϊόντων που προκύπτουν από τη μεταποίηση τους, και τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως δεν ισχύουν για τα εμπορεύματα που αγοράζονται στα πορθμεία και που δεν βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών ή τα οποία δεν επιβαρύνονται με φόρους κύκλου εργασιών ούτε με ειδικούς φόρους καταναλώσεως των κρατών μελών ή τρίτης χώρας, ανεξάρτητα από το αν τα πορθμεία εκτελούν δρομολόγια μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας ή μεταξύ κρατών μελών.»
2.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προτείνει να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο:
1.
Επί του πρώτου ερωτήματος:
«Ο κανονισμός 1544/69 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1969, και η οδηγία 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, στη διατύπωση τους που ίσχυε κατά το χρόνο των περιστατικών, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι οι δασμολογικές και φορολογικές απαλλαγές σχετικά με εμπορεύματα που βρίσκονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών που προέρχονται από τρίτες χώρες ισχύουν επίσης, υπό τις λοιπές προϋποθέσεις, για τα προϊόντα που έχουν αγοραστεί σε πορθμεία τα οποία εκτελούν δρομολόγια μεταφοράς ταξιδιωτών μεταξύ τρίτης χώρας και κράτους μέλους. Δεν έχει σημασία αν στα προϊόντα έχουν ενδεχομένως επιβληθεί ή όχι δασμοί του κοινού δασμολογίου, γεωργικές εισφορές ή επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος του κοινοτικού δικαίου, φόροι κύκλου εργασιών ή επίσης ειδικοί φόροι καταναλώσεως κράτους μέλους ή επιβαρύνσεις τρίτης χώρας, ή αν τα εν λόγω προϊόντα έχουν ή όχι ευνοηθεί κατά την εξαγωγή, στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής.»
2.
Επί των ερωτημάτων 2 και 3 :
«Η οδηγία 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, στη διατύπωση της που ίσχυε κατά το χρόνο των περιστατικών, επιτρέπει τη χορήγηση φορολογικών απαλλαγών για τα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών που προέρχονται από τρίτες χώρες όταν πρόκειται για προϊόντα που έχουν αγοραστεί σε πορθμεία που εκτελούν δρομολόγια μεταξύ κρατών μελών και έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους, αλλά δεν έχουν επιβαρυνθεί με φόρους κύκλου εργασιών ή με ειδικούς φόρους καταναλώσεως κράτους μέλους και τα οποία εισάγονται με τα προσωπικά ταξιδιωτικά είδη. Το ίδιο ισχύει όταν τα προϊόντα εκτελωνίζονται και τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία όχι στο κράτος μέλος όπου βρίσκεται ο τελικός λιμένας του ταξιδιού, αλλά μόνο σε άλλο κράτος μέλος. Δεν έχει σημασία το ότι στα προϊόντα επιβλήθηκαν ή όχι επιβαρύνσεις τρίτης χώρας.»
3.
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βαοιλείου προτείνει να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα που υπέβαλε το παρα-πέμπον δικαστήριο:
Επί του πρώτου ερωτήματος:
«Ο κανονισμός 1544/69 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1969, όπως τροποποιήθηκε
τελευταία με τον κανονισμό ΕΟΚ 3313/81 του Συμβουλίου, της 17ης Νοεμβρίου 1981, και ο κανονισμός ΕΟΚ 1818/75 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουλίου 1975, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό ΕΟΚ 2780/78 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1978, καθώς και η οδηγία 69/169/ΕΟΚ της 28ης Μαΐου 1969, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 81 /933/ΕΟΚ της 17ης Νοεμβρίου 1981, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι οι απαλλαγές τις οποίες προβλέπουν από τους δασμούς, τις γεωργικές εισφορές, τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως ισχύουν επίσης για τα εμπορεύματα που δεν βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών και που δεν υπόκεινται σε φόρους κύκλου εργασιών ούτε σε ειδικούς φόρους καταναλώσεως στα κράτη μέλη ή σε τρίτες χώρες, όταν τα εν λόγω εμπορεύματα έχουν αγοραστεί από ταξιδιώτες σε πορθμεία που εκτελούν τη μεταφορά ταξιδιωτών μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας.»
Επί του δευτέρου ερωτήματος:
«Οι διατάξεις που αναφέρονται στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι τα εμπορεύματα που δεν βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών και τα οποία δεν έχουν αγοραστεί από τους ταξιδιώτες σε πορθμεία που εκτελούν τη μεταφορά ταξιδιωτών μεταξύ κρατών μελών, δεν είναι δυνατό να απαλλαγούν από τους δασμούς και τις φορολογικές επιβαρύνσεις που εισπράττονται κατά την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων. Όταν τα εν λόγω εμπορεύματα βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία, έχει δε καταβληθεί το σύνολο των δασμών και φορολογικών επιβαρύνσεων κατά την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρήσουν την πρακτική που συνίσταται στη χορήγηση απαλλαγών από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως όσον αφορά την εισαγωγή εμπορευμάτων τα οποία πωλούνται σε ταξιδιώτες σε πορθμεία που εκτελούν τη μεταφορά ταξιδιωτών μεταξύ κρατών μελών.»
4.
Η κυβέρνηση νης Αημοκρανίας της Ιρλανδίας προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο:
«Τα καταστήματα πωλήσεως αφορολόγητων ειδών που βρίσκονται σε πορθμεία τα οποία εκτελούν κανονικά δρομολόγια στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε, για τον απλό λόγο ότι τα κοινοτικά όργανα δεν κατόρθωσαν ακόμη να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα.»
5.
Η Επιτροπή προτείνει να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο:
«1.
Οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου σχετικά με τις απαλλαγές που χορηγούνται για τα εμπορεύματα τα οποία περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών (κανονισμός 1544/69 του Συμβουλίου, κανονισμός 1818/75 του Συμβουλίου και οδηγία 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου), πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι οι απαλλαγές από τους δασμούς, τις φορολογικές επιβαρύνσεις που εισπράττονται κατά την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων ή ορισμένων προϊόντων που προκύπτουν από τη μεταποίηση τους και το φόρο κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως ισχύουν επίσης για τα εμπορεύματα που δεν βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών ή για τα οποία δεν έχουν καταβληθεί οι φόροι κύκλου εργασιών και οι ειδικοί φόροι καταναλώσεως που ισχύουν στα κράτη μέλη, και τα οποία έχουν αγοραστεί από ταξιδιώτες σε πορθμεία που εκτελούν δρομολόγια μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας.
2.
Οι διατάξεις που αναφέρονται στο πρώτο ερώτημα πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι στα πλαίσια της κυκλοφορίας ταξιδιωτών μεταξύ των κρατών μελών, δεν επιτρέπεται η πώληση εμπορευμάτων με απαλλαγή από τους δασμούς και τις γεωργικές εισφορές στους ταξιδιώτες που βρίσκονται σε πορθμεία και η εισαγωγή των εμπορευμάτων ατελώς στο κράτος όπου περατώνεται το ταξίδι.
Όσον αφορά τις απαλλαγές από το φόρο προστιθεμένης αξίας και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως και το κατά πόσο συμφωνούν με το κοινοτικό δίκαιο, η απάντηση στο ερώτημα εξαρτάται, κατά την άποψη της Επιτροπής, από την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ, ερμηνεία για την οποία η Επιτροπή επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου.
3.
Όσον αφορά τις εκδρομές με συνδυασμό πλοίου και λεωφορείου, η Επιτροπή παραπέμπει ως προς την απαλλαγή από τους δασμούς και τις γεωργικές εισφορές στις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν επί του δευτέρου ερωτήματος.
Η Επιτροπή απαντά αρνητικά στο ερώτημα αν η απαλλαγή από το φόρο κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο.»
III — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1983, οι εταιρείες Rewe-Handelsgesellschaft Nord mbH και Rewe-Markt Herbert Kureit, εκπροσωπούμενες από τον Gert Meier, προϊστάμενο της νομικής υπηρεσίας της εταιρείας Rewe-Central AG, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον Arved Deringer, επικουρούμενο από τον Frank Olbertz ως εμπειρογνώμονα, η εταιρεία Förde-Reederei GmbH, εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο Walter Seuffert, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την G. Dagtoglou και τον John Laws, η κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενη από τον James O'Riley, η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Gérard Boivineau και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Erich Zimmermann, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
Η γενική εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 9ης Νοεμβρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με διάταξη της 4ης Αυγούστου 1982, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Οκτωβρίου 1982, το Finanzgericht του Αμβούργου υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, διάφορα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1544/69 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1969, όπως τροποποιήθηκε, περί της δασμολογικής μεταχειρίσεως που εφαρμόζεται στα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών (ΕΕ ειδ. έκδ., 02/001, σ. 65), της οδηγίας 69/169 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, όπως τροποποιήθηκε, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των σχετικών με τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή, στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών (ΕΕ ειδ. έκδ., 09/001, σ. 17) και του κανονισμού 1818/75 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουλίου 1975, όπως τροποποιήθηκε, περί των γεωργικών εισφορών, των εξισωτικών ποσών και λοιπών επιβαρύνσεων κατά την εισαγωγή που εφαρμόζονται επί των γεωργικών προϊόντων και ορισμένων εμπορευμάτων που προκύπτουν από τη μεταποίηση τους και περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών (ΕΕ ειδ. έκδ., 02/002, σ. 95).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, μιας εταιρείας χονδρικού εμπορίου και μιας εταιρείας λιανικού εμπορίου, εγκατεστημένων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίαςκαι, αφετέρου, των Hauptzollämter (κεντρικών τελωνείων) του κρατιδίου Schleswig-Holstein, που είναι αρμόδια για τον τομέα των ακτών της Βόρειας Θάλασσας και της Βαλτικής. Με την προσφυγή τους οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη ζητούσαν αρχικά να καταδικαστούν τα εν λόγω κεντρικά τελωνεία να απέχουν από το να εκτελωνίζουν ατελώς τα εμπορεύματα που μεταφέρονται με τις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών κατά την επιστροφή από θαλάσσια ταξίδια.
3
Ενώ αρχικά η διαφορά είχε κυρίως ως αντικείμενο τις αποκαλούμενες «κρουαζιέρες βουτύρου», δηλαδή σύντομα θαλασσινά ταξίδια και εκδρομές κατά τις οποίες το πλοίο δεν προσεγγίζει σε λιμένα ή προσεγγίζει μόνο συμβολικά, κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Finanzgericht επεκτάθηκε στο δασμολογικό και φορολογικό καθεστώς που εφαρμόζεται κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων, τα οποία αγοράζονται με δασμολογική και φορολογική ατέλεια σε πλοία που εκτελούν κανονικά δρομολόγια και σε πορθμεία. Επιπλέον, ετέθη υπόψη του Finanzgericht ότι πλοία εκπλέουν από λιμένες της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με προορισμό τη Δανία, από όπου οι ταξιδιώτες, χωρίς να καταβάλουν στη χώρα αυτή τα τέλη εισόδου για τα εμπορεύματα που απέκτησαν ατελώς στο πλοίο, επανέρχονται με λεωφορείο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, όπου επίσης τους χορηγούνται ατέλειες.
4
Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, οι προσφεύγουσες υποστήριξαν ενώπιον του Finanzgericht ότι αυτές οι σύντομες θαλάσσιες διαδρομές έχουν ως αποτέλεσμα να στερούν από τις τοπικές εμπορικές εταιρείες λιανικού και χονδρικού εμπορίου, προς όφελος των ναυτιλιακών επιχειρήσεων που διοργανώνουν αυτές τις θαλάσσιες εκδρομές, σημαντικό τμήμα της αγοραστικής δύναμης των κατοίκων των ακτών της Βόρειας Θάλασσας και της Βαλτικής.
5
Οι προσφεύγουσες ζήτησαν επίσης από το Finanzgericht να δεχτεί ότι οι οικείες τελωνειακές αρχές είναι υποχρεωμένες να απέχουν από το να εκτελωνίζουν ατελώς εμπορεύματα τα οποία εισάγονται υπό τις συνθήκες που περιγράφονται ανωτέρω.
6
Το Finanzgericht, το οποίο επελήφθη της διαφοράς, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1.
Οι κανονισμοί (ΕΟΚ) 1544/69 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1969, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3313/81 του Συμβουλίου, της 17ης Νοεμβρίου 1981, και 1818/75 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουλίου 1975, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2780/78 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1978, καθώς και η οδηγία του Συμβουλίου της 28ης Μαΐου 1969 (69/169/ΕΟΚ), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 81/933/ΕΟΚ της 17ης Νοεμβρίου 1981, πρέπει να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι οι εκάστοτε προβλεπόμενες απαλλαγές από δασμούς, επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων ή προϊόντων που προκύπτουν από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων, φόρους κύκλου εργασιών και ειδικούς φόρους καταναλώσεως, ισχύουν επίσης για εμπορεύματα τα οποία δεν βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών ή δεν βαρύνονται με φόρους κύκλου εργασιών και ειδικούς φόρους καταναλώσεως κράτους μέλους ή τρίτου κράτους και τα οποία αγοράζονται από ταξιδιώτες σε πορθμεία που εξυπηρετούν τη συγκοινωνία μεταξύ κράτους μέλους και τρίτου κράτους;»
2.
Οι διατάξεις που αναφέρονται στο πρώτο ερώτημα πρέπει να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι οι εν λόγω απαλλαγές ισχύουν επίσης για εμπορεύματα τα οποία δεν βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών ή δεν βαρύνονται με φόρους κύκλου εργασιών και ειδικούς φόρους καταναλώσεως κράτους μέλους ή τρίτου κράτους και τα οποία αγοράζονται από ταξιδιώτες σε πορθμεία που εξυπηρετούν τη συγκοινωνία μεταξύ κρατών μελών;
3.
Οι διατάξεις που αναφέρονται στο πρώτο ερώτημα πρέπει να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι οι εν λόγω απαλλαγές ισχύουν επίσης για εμπορεύματα τα οποία δεν βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών ή δεν βαρύνονται με φόρους κύκλου εργασιών και ειδικούς φόρους καταναλώσεως κράτους μέλους ή τρίτου κράτους και τα οποία αγοράζονται από ταξιδιώτες σε πλοία, αν το ταξίδι διενεργείται από λιμένα κράτους μέλους σε λιμένα άλλου κράτους μέλους, οι ταξιδιώτες αποβιβάζονται εκεί και κατόπιν, χωρίς να καταβάλουν φόρους στη χώρα αφίξεως, επανέρχονται δια ξηράς στο κράτος μέλος αναχωρήσεως;»
Ως προς την εφαρμογή του άρθρου 177
7
Οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη θεωρούν ότι με την απόφαση της 7ης Ιουλίου 1981 (Rewe-Handelsgesellschaft Nord mbH και Rewe-Markt Steffen, 158/80, Συλλογή 1981, σ. 1805), η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το ίδιο Finanzgericht, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ήδη κατά τρόπο που δεν επιδέχεται παρανόηση ότι οι «κρουαζιέρες βουτύρου» είναι ασυμβίβαστες με το κοινοτικό δίκαιο, τόσο από την άποψη των δασμολογικών ατελειών όσο και από την άποψη των απαλλαγών από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως. Προβάλλουν ότι τα αιτήματα στην κύρια δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση είναι όμοια με τα αιτήματα της κύριας δίκης στην παρούσα υπόθεση και ότι το εθνικό δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο την έκδοση αποφάσεως, της οποίας το αντικείμενο αντιστοιχεί κατ' ουσία προς το αντικείμενο της αποφάσεως της 7ης Ιουλίου 1981. Κατά συνέπεια, η προδικαστική απόφαση της οποίας η έκδοση ζητείται με τη διάταξη περί παραπομπής δεν είναι αναγκαία κατά την έννοια του άρθρου 177 της Συνθήκης.
8
Όπως έκρινε ήδη το Δικαστήριο, δεν απόκειται σ' αυτό να αποφανθεί σχετικά με την αναγκαιότητα της αίτησης εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Διότι, στα πλαίσια της κατανομής των δικαιοδοτικών καθηκόντων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου στην οποία προβαίνει το άρθρο 177 της Συνθήκης, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο, που είναι το μόνο που έχει άμεση γνώση των περιστατικών της υποθέσεως καθώς και των επιχειρημάτων των διαδίκων και που οφείλει να αναλάβει την ευθύνη της υπό έκδοση δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει με πλήρη γνώση του πραγματικού αν είναι κρίσιμα τα νομικά ζητήματα που ανέκυψαν στα πλαίσια της διαφοράς της οποίας επελήφθη και αν χρειάζεται η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, για να είναι σε θέση να εκδώσει απόφαση.
9
Πρέπει εν πάση περιπτώσει να επισημανθεί ότι η ανωτέρω απόφαση της 7ης Ιουλίου 1981 αφορούσε τη δασμολογική και φορολογική μεταχείριση εισαγομένων εμπορευμάτων τα οποία αγοράζονταν με την ευκαιρία θαλάσσιων εκδρομών που διοργανώνονταν ειδικά με σκοπό την απόκτηση εμπορευμάτων ατελώς (κρουαζιέρες βουτύρου). Στην προκειμένη περίπτωση αντίθετα, η διάταξη περί παραπομπής αφορά τη δασμολογική και φορολογική μεταχείριση εισαγομένων εμπορευμάτων τα οποία αγοράζονται σε πορθμεία που εκτελούν κανονικά δρομολόγια ή με την ευκαιρία ταξιδιών που συνδυάζουν πλοίο και λεωφορείο.
Ως προς την απάντηση που πρέπει να δοθεί στα διάφορα προδικαστικά ερωτήματα
10
Πρέπει να παρατηρηθεί ότι τα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο αναφέρονται σε τρεις τόπους ατελειών, των οποίων θα μπορούσαν να τύχουν κατά την εισαγωγή τα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των προερχομένων από τρίτη χώρα ή από κράτος μέλος ταξιδιωτών:
1.
δασμολογικές ατέλειες που προβλέπονται στον ανωτέρω κανονισμό 1544/69 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε.
2.
απαλλαγές από γεωργικές εισφορές και λοιπές επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή, οι οποίες εφαρμόζονται στα γεωργικά προϊόντα και σε ορισμένα εμπορεύματα που προκύπτουν από τη μεταποίηση τους και οι οποίες προβλέπονται στον ανωτέρω κανονισμό 1818/75 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουλίου 1975, όπως τροποποιήθηκε.
3.
απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως, οι οποίες προβλέπονται στην ανωτέρω οδηγία 69/169 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, όπως τροποποιήθηκε.
11
Είναι πάντως δυνατό, στα πλαίσια της κυκλοφορίας μεταξύ τρίτων χωρών και κρατών μελών, να δοθεί ενιαία απάντηση στα ερωτήματα που αφορούν τις δασμολογικές ατέλειες και στα ερωτήματα που αφορούν τις απαλλαγές από τις γεωργικές εισφορές και τις λοιπές επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων, στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 1 του κανονισμού 1818/75. Πράγματι, δυνάμει της εν λόγω διατάξεως, η ισχύς του κανονισμού 1544/69 εκτείνεται και επί των γεωργικών εισφορών και των λοιπών επιβαρύνσεων που εισπράττονται κατά την εισαγωγή των εμπορευμάτων τα οποία περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των εισερχομένων στην Κοινότητα ταξιδιωτών.
12
Επίσης, στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας, μπορεί να δοθεί ενιαία απάντηση στα ερωτήματα που αφορούν τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως, αφενός, και, αφετέρου, τις απαλλαγές από τις λοιπές επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων, στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2 του κανονισμού 1818/75. Πράγματι, κατ' εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, για τα γεωργικά προϊόντα και τα προκύπτοντα από τη μεταποίηση τους εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών, οι οποίοι προέρχονται από κράτος μέλος, παρέχεται απαλλαγή από τις επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή που προβλέπονται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής ή στο πλαίσιο των ειδικών καθεστώτων που ισχύουν δυνάμει του άρθρου 235 της Συνθήκης. Τα όρια και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω απαλλαγής συμπίπτουν με τα όρια και τις προϋποθέσεις που τίθενται στην οδηγία 69/169.
12 Επί τον πρώτον ερωτήματος σχετικά με τη θαλάσσια μεταφορά ταξιδιωτών μεταξύ τρίτων χωρών και κρατών μελών
13
Με το ερώτημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσία αν, στο πλαίσιο της κυκλοφορίας ταξιδιωτών μεταξύ τρίτης χώρας και κράτους μέλους, τα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών και τα οποία δεν έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία ή για τα οποία δεν καταβλήθηκαν οι φόροι κύκλου εργασιών ή οι ειδικοί φόροι καταναλώσεως, μπορούν να τύχουν, κατά την εισαγωγή στο εν λόγω κράτος μέλος, των ατελειών που προβλέπονται από τους ανωτέρω κανονισμούς και οδηγίες όσον αφορά τους δασμούς, τις γεωργικές εισφορές και τις λοιπές επιβαρύνεις κατά την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων αφενός, και όσον αφορά τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως αφετέρου.
α) Όσον αφορά την απαλλαγή από τους δασμούς, τις γεωργικές εισφορές και τις λοιπές επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων
14
Ως προς το σημείο αυτό, το Δικαστήριο διαπίστωσε ήδη με την ανωτέρω απόφαση της 7ης Ιουλίου 1981 ότι ο κανονισμός 1544/69 εφαρμόζεται στα εμπορεύματα που περιέχονται στις αποσκευές των προερχομένων από τρίτες χώρες ταξιδιωτών «ασχέτως καταγωγής και προελεύσεως των εμπορευμάτων καθώς και δασμολογικών και φορολογικών επιβαρύνεων που τους επεβλήθησαν προ της εισαγωγής τους στο κοινοτικό έδαφος».
15
Το Finanzgericht, που θεωρεί ότι η διαπίστωση αυτή αφορά μόνο εμπορεύματα προερχόμενα από τρίτες χώρες, υποβάλλει και πάλι ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 1 του κανονισμού 1544/69 και του άρθρου 1 του κανονισμού 1818/75 όσον αφορά τα εμπορεύματα που αγοράζονται σε πορθμεία τα οποία εκτελούν τη μεταφορά ταξιδιωτών μεταξύ τρίτης χώρας και κράτους μέλους, για το λόγο — όπως συνάγεται από τη διάταξη περί παραπομπής — ότι τα πορθμεία μπορούν να προμηθεύονται στην Κοινότητα, ιδίως στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εμπορεύματα στα οποία δεν έχουν επιβληθεί ούτε δασμοί ούτε φόροι καταναλώσεως. Κατά την άποψη του Finanzgericht, το γράμμα, το πνεύμα και ο σκοπός του κανονισμού 1544/69 συνηγορούν υπέρ της ερμηνείας των εν λόγω διατάξεων υπό την έννοια ότι είναι δυνατό να εισαχθούν ατελώς, εντός των ορίων που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές, μόνο τα εμπορεύματα που αγοράζονται στο έδαφος τρίτης χώρας.
16
Πρέπει να υπογραμμιστεί σχετικά, όπως έκρινε ήδη το Δικαστήριο με την ανωτέρω απόφαση της 7ης Ιουλίου 1981, ότι στόχος του κανονισμού 1544/69 είναι να διευκολυνθεί ο εκτελωνισμός των εμπορευμάτων που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των προερχομένων από τρίτες χώρες ταξιδιωτών ο στόχος αυτός δεν θα επιτυγχάνονταν αν οι τελωνειακές αρχές ήταν αναγκασμένες να καθορίζουν κατά την εισαγωγή την προέλευση των εμπορευμάτων για τα οποία ζητείται δασμολογική ατέλεια. Ο συλλογισμός αυτός ισχύει επίσης όσον αφορά την κατάσταση που περιέγραψε εν προκειμένω το εθνικό δικαστήριο, η οποία συνεπώς δεν είναι ικανή να μεταβάλει την απάντηση που εδόθη με την απόφαση της 7ης Ιουλίου 1981.
17
Στο πρώτο αυτό σκέλος του ερωτήματος πρέπει συνεπώς να δοθεί η απάντηση ότι, στο πλαίσιο της θαλάσσιας μεταφοράς ταξιδιωτών μεταξύ τρίτων χωρών και κρατών μελών που πραγματοποιείται με πορθμεία, οι απαλλαγές που προβλέπονται στον κανονισμό 1544/69 (όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3061/78) και στο άρθρο 1 του κανονισμού 1818/75 (όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2780/78) ισχύουν για τα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των προερχομένων από τρίτη χώρα ταξιδιωτών που εισέρχονται στο κοινοτικό έδαφος, ανεξάρτητα από την καταγωγή και την προέλευση των εμπορευμάτων και από τις δασμολογικές και φορολογικές επιβαρύνσεις που έχουν επιβληθεί σ' αυτά πριν από την εισαγωγή τους στο κοινοτικό έδαφος.
β) Όσον αφορά τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως
18
Όσον αφορά το ερώτημα αυτό, το Δικαστήριο απάντησε ήδη με την ανωτέρω απόφαση της 7ης Ιουλίου 1981 ότι η απαλλαγή από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που προβλέπεται στην ανωτέρω οδηγία 69/169 χορηγείται μόνο στους ταξιδιώτες που φθάνουν στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας προερχόμενοι από τρίτη χώρα και ότι, στην περίπτωση αυτή «οι συνθήκες υπό τις οποίες τα εμπορεύματα απεκτήθησαν δεν έχουν σημασία για τη χορήγηση της απαλλαγής».
19
Το Finanzgericht αναφέρεται επίσης στις ανωτέρω περιγραφείσες συνθήκες υπό τις οποίες οι ιδιοκτήτες μπορούν να εφοδιάζουν τα πορθμεία τους, και θεωρεί ότι η απαλλαγή που προβλέπεται στην οδηγία 69/169 αφορά μόνο τα εμπορεύματα που έχουν αποκτηθεί στη χώρα προελεύσεως και όχι σε πορθμείο.
20
Οι ίδιοι λόγοι με εκείνους που εκτέθηκαν πιο πάνω σχετικά με τις δασμολογικές ατέλειες ισχύουν πάντως και για τις φορολογικές απαλλαγές. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν βλέπει κανένα λόγο να μην ισχύσει η απάντηση που εδόθη προηγουμένως στο ερώτημα αυτό και για τα εμπορεύματα που αγοράζονται σε πορ9μείο.
21
Στο δεύτερο αυτό σκέλος του ερωτήματος πρέπει επομένως να δο9εί η απάντηση ότι, στο πλαίσιο της θαλάσσιας μεταφοράς ταξιδιωτών μεταξύ τρίτων χωρών και κρατών μελών που πραγματοποιείται με πορθμεία, η απαλλαγή προβλέπεται στην οδηγία 69/169 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, χορηγείται στους ταξιδιώτες που φθάνουν στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας προερχόμενοι από τρίτη χώρα και ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες αποκτήθηκαν τα εμπορεύματα δεν έχουν σημασία για τη χορήγηση της απαλλαγής.
2. Επί τον δευτέρον ερωτήματος σχετικά με την ενδοκοινοτική κνκλοφορία ταξιδιωτών πον πραγματοποιείται με πορθμεία
22
Με το ερώτημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσία αν, στο πλαίσιο τέτοιας κυκλοφορίας, τα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών και τα οποία δεν έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία ή για τα οποία δεν έχουν καταβληθεί οι φόροι κύκλου εργασιών και οι ειδικοί φόροι καταναλώσεως μπορούν να τύχουν, κατά την εισαγωγή τους στο κράτος προορισμού, των προβλεπομένων απαλλαγών από:
— τους δασμούς'
— τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως
— τις λοιπές επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων, στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2 του κανονισμού 1818/75.
α) Όσον αφορά τις δασμολογικές ατέλειες
23
Όπως υποβλήθηκε το ερώτημα από το εθνικό δικαστήριο, είναι χωρίς αντικείμενο όσον αφορά τα εμπορεύματα που τέθηκαν προηγουμένως σε ελεύθερη κυκλοφορία σύμφωνα με το άρθρο 10 της Συνθήκης, διότι στο πλαίσιο της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας εμπορευμάτων δεν εισπράττεται δασμός.
24
Πάντως, στην περίπτωση που εμπορεύματα τα οποία προέρχονται από τρίτες χώρες και δεν έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία, σύμφωνα με το άρθρο 10 της Συνθήκης, πωλούνται στους ταξιδιώτες κατά την ενδοκοινοτική κυκλοφορία με πορθμεία, πρέπει να υπομνηστεί, όπως το Δικαστήριο έκρινε με την ανωτέρω απόφαση της 7ης Ιουλίου 1981, ότι ο κανονισμός 1544/69 περιλαμβάνει εξαντλητική ρύθμιση σχετικά με την ατέλεια των εμπορευμάτων που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών και ότι η ατέλεια αυτή δεν μπορεί να ισχύει παρά μόνο για τα εμπορεύματα που περιέχονται στις αποσκευές των ταξιδιωτών οι οποίοι προέρχονται από τρίτες χώρες. Ο κανονισμός αυτός δεν καταλείπει έτσι στα κράτη μέλη καμία αρμοδιότητα να χορηγούν, στον τομέα που καλύπτεται από τη ρύθμιση αυτή, ατέλεια που βαίνει πέρα από την προβλεπόμενη στον εν λόγω κανονισμό.
25
Κατά συνέπεια, στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας με πορθμεία, καμία δασμολογική ατέλεια δεν μπορεί να ισχύσει για τα περιεχόμενα στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών εμπορεύματα που δεν έχουν ακόμη τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία, όταν αυτά εισάγονται σε κράτος μέλος.
β) Όσον αφορά τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως αφενός, και, αφετέρου, τις απαλλαγές από τις αναφερόμενες στο άρθρο 2 του κανονισμού 1818/75 λοιπές επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων
26
Δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 69/169, όπως τροποποιήθηκε, απαλλάσσονται του φόρου κύκλου εργασιών και των ειδικών φόρων καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή τα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των προερχομένων από άλλα κράτη μέλη ταξιδιωτών, μέχρι ενός ανωτάτου ορίου αξίας. Η απαλλαγή αυτή πάντως χορηγείται μόνο αν συγκεντρώνονται τρεις προϋποθέσεις: τα οικεία εμπορεύματα πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 9 και 10 της Συνθήκης ΕΟΚ, δηλαδή να βρίσκονται ήδη σε ελεύθερη κυκλοφορία πρέπει να έχουν αποκτηθεί υπό τους γενικούς όρους φορολογίας της εσωτερικής αγοράς ενός των κρατών μελών τέλος, πρέπει να πρόκειται για εισαγωγές που δεν έχουν κανέναν εμπορικό χαρακτήρα.
27
Στις γραπτές παρατηρήσεις τους, ορισμένα κράτη μέλη υποστήριξαν ότι οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 2 της οδηγίας 69/169 δεν βρίσκουν εφαρμογή στο πλαίσιο της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας με πορθμεία, προς το σκοπό δε αυτό προέβαλαν τρία διαφορετικά επιχειρήματα.
28
Πρώτον, οι κυβερνήσεις της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου υποστήριξαν ότι η μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων της οδηγίας 69/169 συνάγεται από την ύπαρξη προγενεστέρων διεθνών υποχρεώσεων και ιδίως από τις διατάξεις της συμβάσεως περί των δασμολογικών διευκολύνσεων υπέρ του τουρισμού, η οποία υπεγράφη στη Νέα Υόρκη στις 4 Ιουνίου 1954 και στην οποία συμμετέχει το σύνολο των κρατών μελών (Recueil des Traités des Nations Unies, τόμος 276, έτος 1957, σ. 231).
29
Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1962 (Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, 10/61, Recueil σ. 1), ότι «η Συνθήκη ΕΟΚ υπερισχύει, στους τομείς τους οποίους ρυθμίζει, των συμβάσεων που συνήφθησαν πριν από την έναρξη της ισχύος της μεταξύ των κρατών μελών». Είναι σαφές ότι το ίδιο αποτέλεσμα πρέπει να αναγνωριστεί στις πράξεις του παράγωγου κοινοτικού δικαίου: κατά συνέπεια, η οδηγία 69/169/ΕΟΚ εγκύρως εξετόπισε, εν πάση περιπτώσει, τις διατάξεις της συμβάσεως της Νέας Υόρκης όσον αφορά τη θαλάσσια κυκλοφορία μεταξύ κρατών μελών.
30
Δεύτερον, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο προέβαλαν ότι τα κράτη μέλη διατηρούν τη διακριτική εξουσία να χορηγούν ατέλειες για εμπορεύματα που διατίθενται σε καταστήματα πωλήσεως αφορολόγητων ειδών ή σε πορθμεία, εφόσον δεν υπάρχει ακόμη σχετική κοινοτική ρύθμιση.
31
Το επιχείρημα αυτό πρέπει επίσης να απορριφθεί. Πράγματι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την ανωτέρω απόφαση της 7ης Ιουλίου 1981, «θεσπίζοντας την οδηγία 69/169 και τη δεύτερη και τρίτη οδηγία της 12ης Ιουνίου 1972 και 10ης Δεκεμβρίου 1978, που τη συμπληρώνουν, το Συμβούλιο απέβλεψε στην προοδευτική θέσπιση πλήρους συστήματος απαλλαγών από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως για τα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών. Δεν απομένει, κατά συνέπεια, στα κράτη μέλη, στον τομέα αυτό, παρά μόνο η περιορισμένη αρμοδιότητα που τους αναγνωρίζεται από τις οδηγίες να χορηγούν απαλλαγές διαφορετικές από τις αναφερόμενες στις οδηγίες». Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η σχετική κοινοτική ρύθμιση είναι εξαντλητική και ότι τα κράτη μέλη διατηρούν μόνο την περιορισμένη αρμοδιότητα που τους αναγνωρίζεται από τις ίδιες τις διατάξεις των εν λόγω οδηγιών.
32
Τρίτον, οι κυβερνήσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, για να αποκλείσουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 της οδηγίας 69/169, επικαλέστηκαν τις διατάξεις του άρθρου β, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της ίδιας οδηγίας, σύμφωνα με τις οποίες «με την επιφύλαξη του καθεστώτος που εφαρμόζεται για τις πωλήσεις που πραγματοποιούνται στα καταστήματα αφορολογήτων ειδών των αερολιμένων και για τις πωλήσεις εντός των αεροσκαφών, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα, όσον αφορά τις πωλήσεις στο στάδιο του λιανικού εμπορίου, ώστε να επιτρέψουν ... τη φορολογική απαλλαγή ή επιστροφή των φόρων κύκλου εργασιών για τις παραδόσεις εμπορευμάτων που μεταφέρονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών, οι οποίοι εξέρχονται από κράτος μέλος ...». Έχουν δε την άποψη ότι οι εν λόγω διατάξεις παρέχουν στα κράτη μέλη την περιορισμένη 6έ6αια αλλά επαρκή αρμοδιότητα να χορηγούν απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως για τα εμπορεύματα που διατίθενται στα καταστήματα πωλήσεως αφορολόγητων ειδών των πορθμείων που εκτελούν κανονικά δρομολόγια μεταξύ κρατών μελών και τα οποία εισάγονται με τις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών.
33
Πρέπει να παρατηρηθεί σχετικά ότι το ανωτέρω άρθρο 6 ρυθμίζει αποκλειστικά τη φορολογική απαλλαγή που χορηγείται για τα εμπορεύματα τα οποία μεταφέρονται με τις αποσκευές των εξερχομενων από κράτος μέλος ταξιδιωτών, η δε επιφύλαξη που περιλαμβάνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, αποσκοπεί μόνο στο να επιτρέψει τη συνέχιση των πωλήσεων αφορολόγητων ειδών στα αεροδρόμια και τα αεροσκάφη για τους ταξιδιώτες που εγκαταλείπουν κράτος μέλος, κατά παρέκκλιση από το γενικό σύστημα φορολογικών απαλλαγών που εισάγεται με τις λοιπές διατάξεις του άρθρου 6.
34
Από το αντικείμενο της διαφοράς της οποίας επελήφθη το παραπέμπον δικαστήριο και από τη διατύπωση του υποβληθέντος ερωτήματος συνάγεται ότι το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί όχι σχετικά με τη νομιμότητα των πωλήσεων αφορολόγητων ειδών οι οποίες επιτρέπονται στους εξερχόμενους από κράτος μέλος ταξιδιώτες, αλλά σχετικά με τη νομιμότητα των απαλλαγών που χορηγούνται, κατ' εφαρμογή των άρθρων 1 μέχρι 5 της οδηγίας 69/169, στους ταξιδιώτες που εισέρχονται σε κράτος μέλος.
35
Επομένως, καμία διάταξη του άρθρου 6 της οδηγίας 69/169 δεν μπορεί να προβληθεί λυσιτελώς εν προκειμένω για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα σχετικά με τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως για τα εμπορεύματα τα οποία περιέχονται στις αποσκευές των εισερχομένων σε κράτος μέλος ταξιδιωτών.
36
Από τα ανωτέρω δεν μπορεί εντούτοις να συναχθεί το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη, ότι δηλαδή, εφόσον τα εν λόγω εμπορεύματα, σύμφωνα με την υπόθεση που διατυπώνεται στο ίδιο το ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου, δεν έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία και δεν έχουν αποκτηθεί υπό τους γενικούς όρους φορολογίας της εσωτερικής αγοράς ενός των κρατών μελών, δεν μπορεί να χορηγηθεί καμία απαλλαγή από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως κατά την εισαγωγή τους.
37
Πράγματι, όσον αφορά την ενδοκοινοτική κυκλοφορία, το άρθρο 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 69/169 όπως διατυπώθηκε με την τρίτη οδηγία 78/1032 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, ορίζει ότι όταν το ταξίδι από ένα κράτος μέλος σε άλλο πραγματοποιείται μέσω του εδάφους τρίτης χώρας ή με αναχώρηση από τμήμα εδάφους άλλου κράτους μέλους όπου οι φόροι στους οποίους αναφέρεται η οδηγία δεν επιβάλλονται στα εμπορεύματα που καταναλίσκονται σ' αυτό, ο ταξιδιώτης πρέπει να μπορεί να αποδείξει ότι τα εμπορεύματα που μεταφέρει στις αποσκευές του αποκτήθηκαν υπό τους γενικούς όρους φορολογίας της εσωτερικής αγοράς ενός των κρατών μελών και δεν απολαύουν επιστροφής φόρων κύκλου εργασιών ή ειδικών φόρων καταναλώσεως. Αν ο ταξιδιώτης δεν μπορεί να προσκομίσει την ανωτέρω απόδειξη, μπορεί εντούτοις να τύχει της (εκφραζόμενης σε αξία) πιο περιορισμένης απαλλαγής που προβλέπεται για την κυκλοφορία ταξιδιωτών μεταξύ τρίτων χωρών και Κοινότητας.
38
Το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας περιλαμβάνει ανάλογες διατάξεις όσον αφορά τις ατέλειες εμπορευμάτων οι οποίες εκφράζονται ποσοτικά.
39
Οι αναφερθείσες διατάξεις και ιδίως τα οριζόμενα στο δεύτερο εδάφιο των ανωτέρω παραγράφων δείχνουν ότι οι περιορισμένες κατά αξία και ποσότητες απαλλαγές που προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, και στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν προορίζονται αποκλειστικά και μόνο για τους ταξιδιώτες που προέρχονται από τρίτες χώρες, αλλά ισχύουν υπό ορισμένες ειδικές προϋποθέσεις και για τους ταξιδιώτες που προέρχονται από κράτη μέλη της Κοινότητας, έστω κι αν δεν αποδεικνύεται ότι συντρέχει η προϋπόθεση από την οποία εξαρτάται η χορήγηση της προτιμησιακής απαλλαγής για την κυκλοφορία ταξιδιωτών μεταξύ κρατών μελών, δηλαδή η απόκτηση των εμπορευμάτων υπό τους γενικούς όρους φορολογίας της εσωτερικής αγοράς κράτους μέλους.
40
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να λογισθεί ότι οι εν λόγω περιορισμένες απαλλαγές πρέπει να ισχύουν και για τα εμπορεύματα που διατίθενται στα καταστήματα πωλήσεως αφορολόγητων ειδών των πορθμείων που εκτελούν κανονικά δρομολόγια μεταξύ κρατών μελών. Αντίθετα, οι πιο εκτεταμένες απαλλαγές που προβλέπονται στα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 1, της οδηγίας μπορούν να χορηγηθούν μόνο όταν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 1.
41
Για όλους τους ανωτέρω λόγους, στο σκέλος αυτό του ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 69/169, όπως τροποποιήθηκε, ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι, στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών, για τα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών και έχουν αποκτηθεί στα καταστήματα πωλήσεως αφορολόγητων ειδών των πορθμείων που εκτελούν κανονικά δρομολόγια μεταξύ κρατών μελών ισχύουν, κατά την εισαγωγή, αφενός, οι απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως και, αφετέρου, η απαλλαγή από τις αναφερόμενες στο άρθρο 2 του κανονισμού 1818/75 λοιπές επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων. Οι απαλλαγές αυτές περιορίζονται, τόσο από άποψη αξίας όσο και από άποψη ποσοτήτων, στις απαλλαγές που χορηγούνται στους προερχόμενους από τρίτη χώρα ταξιδιώτες.
3. Επί τον τρίτον ερωτήματος σχετικά με την ενδοκοινοτική κυκλοφορία ταξιδιωτών με συνδυασμό πορθμείου και Λεωφορείον
42
Η περίπτωση στην οποία αναφέρεται τώρα το εθνικό δικαστήριο αφορά πλοία που συνδέουν λιμένα κράτους μέλους (εν προκειμένω της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας) με λιμένα άλλου κράτους μέλους (εν προκειμένω της Δανίας), στα οποία οι ταξιδιώτες αγοράζουν, με απαλλαγή από τους δασμούς, τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως, εμπορεύματα που δεν βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία και στα οποία δεν έχουν επιβληθεί φόροι κύκλου εργασιών ή ειδικοί φόροι καταναλώσεως. μετά την αποβίβαση τους στο λιμένα του δεύτερου κράτους μέλους, οι ταξιδιώτες επιστρέφουν διά ξηράς στο κράτος μέλος αναχωρήσεως.
43
Με το εν λόγω ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσία αν τα εμπορεύματα που αγοράζονται κατά τις θαλάσσιες αυτές διαδρομές μπορούν να τύχουν, κατά την εισαγωγή τους στο κράτος μέλος αναχωρήσεως και επανόδου, των απαλλαγών που προβλέπονται, αφενός, όσον αφορά τους δασμούς και, αφετέρου, όσον αφορά τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως καθώς και τις λοιπές επιβαρύνσεις γεωργικών προϊόντων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2 του κανονισμού 1818/75.
α) Όσον αφορά τις δασμολογικές ατέλειες
44
Η υπόθεση στην οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο δεν αποτελεί παρά ειδική περίπτωση ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτέθηκαν ανωτέρω στο σημείο 2α, πρέπει να κριθεί ότι δεν μπορεί να χορηγηθεί καμία ατέλεια.
6) Όσον αφορά τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως, αφενός, και από τις αναφερόμενες στο άρθρο 2 του κανονισμού 1818/75 λοιπές επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων, αφετέρου
45
Παρατηρείται σχετικά ότι τόσο από τους στόχους της οδηγίας 69/169 όσο και από τις ίδιες τις διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, προκύπτει ότι οι διευκολύνσεις που η εν λόγω οδηγία προβλέπει όσον αφορά τις φορολογικές απαλλαγές που ισχύουν για τα εμπορεύματα, τα οποία περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας, προορίζονται για τους ταξιδιώτες «που προέρχονται από κράτη μέλη της Κοινότητας», δηλαδή για τους ταξιδιώτες που περνούν από ένα κράτος μέλος σε άλλο αφού είχαν τη δυνατότητα να προβούν πράγματι σε αγορές στο κράτος μέλος αναχωρήσεως.
46
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ταξιδιώτης, κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων, εκείνος που κατά τη διάρκεια θαλάσσιας εκδρομής από λιμένα κράτους μέλους δεν αποβιβάζεται σε άλλο κράτος μέλος ή αποβιβάζεται μόνο κατά τρόπο συμβολικό, χωρίς να παραμένει εκεί επί τόσο χρόνο ώστε να έχει πράγματι τη δυνατότητα να προβεί σε αγορές.
47
Αν συνεπώς, όπως γενικά συμβαίνει, η ενδοκοινοτική κυκλοφορία ταξιδιωτών με συνδυασμό πλοίου και λεωφορείου είναι οργανωμένη κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι ταξιδιώτες να μπορούν πράγματι να προβούν σε αγορές στο κράτος μέλος όπου αποβιβάζονται πριν επιστρέψουν διά ξηράς, μπορεί να θεωρηθεί ότι πρόκειται για πραγματικούς ταξιδιώτες κατά την έννοια της οδηγίας 69/169, όπως τροποποιήθηκε. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτή η ίδια λύση με εκείνη που εκτέθηκε ανωτέρω για την ενδοκοινοτική κυκλοφορία ταξιδιωτών με κανονικά δρομολόγια, δηλαδή η χορήγηση απαλλαγής περιορισμένης κατά αξία και ποσότητες, η οποία αντιστοιχεί στις απαλλαγές που παραχωρούνται στους προερχόμενους από τρίτη χώρα ταξιδιώτες, έστω και αν τα οικεία εμπορεύματα δεν αποκτήθηκαν υπό τους γενικούς όρους φορολογίας της εσωτερικής αγοράς κράτους μέλους.
48
Αντίθετα, αν μια τέτοια συνδυασμένη μεταφορά ταξιδιωτών ήταν κατ' εξαίρεση οργανωμένη κατά τρόπο ώστε οι ταξιδιώτες να μην μπορούν να προοούν σε καμία αγορά κατά την αποβίβαση στο κράτος μέλος διελεύσεως, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν πρόκειται για ταξιδιώτες κατά την έννοια της οδηγίας 69/169, τα δε εμπορεύματα που αγοράζονται κατά τη διάρκεια τέτοιων διαδρομών δεν θα μπορούσαν να τύχουν καμιάς απαλλαγής.
49
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι στο σκέλος αυτό του τρίτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι για τα εμπορεύματα που αγοράζονται με απαλλαγή από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως κατά τη διάρκεια ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών με συνδυασμό πορθμείου και λεωφορείου πρέπει να ισχύουν, καταρχήν, οι περιορισμένες απαλλαγές που χορηγούνται στους προερχόμενους από τρίτες χώρες ταξιδιώτες. Καμία απαλλαγή δεν μπορεί εντούτοις να χορηγηθεί για τα εμπορεύματα αυτά στην περίπτωση που η παραμονή στο κράτος μέλος διελεύσεως έχει καθαρά συμβολικό χαρακτήρα και δεν παρέχει πράγματι τη δυνατότητα πραγματοποιήσεως αγορών.
Επί των δικαστικών εξόδων
50
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η κυβέρνηση της Ιρλανδίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Finanzgericht του Αμβούργου με διάταξη της 4ης Αυγούστου 1982, αποφαίνεται:
Το κοινοτικό δίκαιο σχετικά με τις απαλλαγές από τους δασμούς, τους φόρους κύκλου εργασιών, τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως, τις γεωργικές εισφορές και τις λοιπές επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων, οι οποίες ισχύουν για τα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών, ερμηνεύεται ως εξής:
1.
Στα πλαίσια της θαλάσσιας μεταφοράς ταξιδιωτών με πορθμεία μεταξύ τρίτης χώρας και κράτους μέλους
α)
Όσον αφορά τις απαλλαγές από τους δασμούς, τις γεωργικές εισφορές και τις λοιπές επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων
Οι απαλλαγές που προβλέπονται στον κανονισμό 1544/69 (όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3061/78) και στο άρθρο 1 του κανονισμού 1818/75 (όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2780/78), ισχύουν για τα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των προερχομένων από τρίτη χώρα ταξιδιωτών, ανεξάρτητα από την καταγωγή και την προέλευση των εμπορευμάτων και από τις δασμολογικές και φορολογικές επιβαρύνσεις που έχουν επιβληθεί σ' αυτά πριν από την εισαγωγή τους στο κοινοτικό έδαφος.
β)
Όσον αφορά τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως
Η απαλλαγή που προβλέπεται στην οδηγία 69/169 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, χορηγείται στους ταξιδιώτες που φθάνουν στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας προερχόμενοι από τρίτη χώρα, οι συνθήκες δε υπό τις οποίες αποκτήθηκαν τα εμπορεύματα δεν έχουν σημασία για τη χορήγηση της απαλλαγής.
2.
Στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών που πραγματοποιείται με πορθμεία
α)
Όσον αφορά τις δασμολογικές ατέλειες
Καμία δασμολογική ατέλεια δεν μπορεί να ισχύσει για τα περιεχόμενα στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών εμπορεύματα που δεν έχουν ακόμη τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία, όταν αυτά εισάγονται σε κράτος μέλος.
β)
Όσον αφορά τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως, αφενός, και, αφετέρου, τις απαλλαγές από τις αναφερόμενες στο άρθρο 2 του κανονισμού 1818/75 λοιπές επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων
Η οδηγία 69/169, όπως τροποποιήθηκε, ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι, στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών, για τα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών και έχουν αποκτηθεί στα καταστήματα πωλήσεως αφορολόγητων ειδών των πορθμείων που εκτελούν κανονικά δρομολόγια μεταξύ κρατών μελών ισχύουν, κατά την εισαγωγή, αφενός οι απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως και, αφετέρου, η απαλλαγή από τις αναφερόμενες στο άρθρο 2 του κανονισμού 1818/75 λοιπές επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων. Οι απαλλαγές αυτές περιορίζονται, τόσο από άποψη αξίας όσο και από άποψη ποσοτήτων, στις απαλλαγές που χορηγούνται στους προερχόμενους από τρίτη χώρα ταξιδιώτες.
3.
Στα πλαίσια της συνδυασμένης ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών, κατά την οποία η μεν μετάβαση σε κράτος μέλος πραγματοποιείται με πορθμείο, η δε επάνοδος στο κράτος μέλος προελεύσεως πραγματοποιείται διά ξηράς (λεωφορείο)
α)
Όσον αφορά τις δασμολογικές ατέλειες
Καμία δασμολογική ατέλεια δεν μπορεί να ισχύσει κατά την εισαγωγή των εμπορευμάτων που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών, κατά την επάνοδο διά ξηράς στο κράτος μέλος προελεύσεως.
6)
Όσον αφορά τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως, αφενός, και από τις αναφερόμενες στο άρθρο 2 του κανονισμού 1818/75 λοιπές επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων αφετέρου
Για τα εμπορεύματα που αγοράζονται με απαλλαγή από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως κατά τη διάρκεια ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών με συνδυασμό πορθμείου και λεωφορείου πρέπει να ισχύουν, καταρχήν, οι περιορισμένες απαλλαγές που χορηγούνται στους προερχόμενους από τρίτες χώρες ταξιδιώτες. Καμία απαλλαγή δεν μπορεί εντούτοις να χορηγηθεί για τα εμπορεύματα αυτά στην περίπτωση που η παραμονή στο κράτος μέλος διελεύσεως έχει καθαρά συμβολικό χαρακτήρα και δεν παρέχει πράγματι τη δυνατότητα πραγματοποιήσεως αγορών.
Mertens de Wilmars
Koopmans
Galmot
Pescatore
Mackenzie Stuart
O'Keeffe
Bosco
Due
Everling
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 14 Φεβρουαρίου 1984.
Κατ' εντολή του γραμματέα
Η. Α. Rühl
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος
J. Mertens de Wilmars
Full & Egal Universal Law Academy