Στην υπόθεση 279/82,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Landessozialgericht της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, που εδρεύει στο Έσσεν, προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Leo Jerzak
και
BUNDESKNAPPSCHAFT — VERWALTUNGSSTELLE AACHEN
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73),
TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους U. Everling, πρόεδρο, Υ. Galmot και Κ. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Ρ. VerLoren van Themaat
γραμματέας: Ρ. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Ο Leo Jcrzak, γερμανικής ιθαγενείας, εργάστηκε στα ανθρακωρυχεία στη Γερμανία και στο Βέλγιο από το 1937 μέχρι το 1960. Από το 1961 μέχρι το 1973 ο Jerzak υπήγετο στη Γερμανία στην ασφάλιση των εργατών ορυχείων ως εργαζόμενος στην εξαγωγή οπτάνθρακα.
Επειδή, λόγω της εργασίας του στα ανθρακωρυχεία, ο Jerzak προσβλήθηκε από πνευμονοκονίωση, ο βελγικός οργανισμός ασφαλίσεως κατά ατυχημάτων του χορήγησε σύνταξη λόγω επαγγελματικής ασθένειας σύμφωνα με το άρθρο 57, παράγραφος 1 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, σύμφωνα με το οποίο:
«όταν το θύμα επαγγελματικής ασθενείας ήσκησε δραστηριότητα δυναμένη να προκαλέσει την ασθένεια αυτή υπό τη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, οι παροχές, τις οποίες το θύμα ή οι επιζώντες του δύνανται να διεκδικήσουν, χορηγούνται αποκλειστικά δυνάμει της νομοθεσίας του τελευταίου από αυτά τα κράτη, οι προϋποθέσεις της οποίας συμβαίνει να πληρούνται, αφού ληφθούν υπόψη ενδεχομένως οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3».
Σύμφωνα με το άρθρο 57, παράγραφος 3, εδάφιο γ, του ίδιου κανονισμού, δυνάμει του οποίου:
«το βάρος των εις χρήμα παροχών συμπεριλαμβανομένων και των συντάξεων κατανέμεται μεταξύ των αρμοδίων φορέων των κρατών μελών, στο έδαφος των οποίων το θύμα ήσκησε δραστηριότητα δυναμένη να προκαλέσει την ασθένειαν αυτήν. Η κατανομή αυτή πραγματοποιείται κατά αναλογία της διαρκείας των περιόδων ασφαλίσεως γήρατος που επραγματοποιήθησαν υπό την νομοθεσία καθενός από τα κράτη αυτά, εν σχέσει με τη συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως γήρατος που επραγματοποιήθησαν υπό την νομοθεσία όλων αυτών των κρατών κατά την ημερομηνία ενάρξεως των παροχών»,
το γερμανικό ταμείο αλληλασφαλίσεως των εργαζομένων στα ορυχεία (Bergbau-Berufsgenossenschaft) ανέλαβε σε ποσοστό 50,94 % τις χορηγούμενες παροχές.
Από το 1973 το Bundesknappschaft (Ομοσπονδιακό Ταμείο Ασφαλίσεως Εργατών Ορυχείων) χορηγεί στον Jerzak σύνταξη εργάτη ορυχείων λόγω ανικανότητας προς εργασία. Η σύνταξη αυτή υπολογίστηκε βάσει των διατάξεων του γερμανικού μόνο δικαίου, δεδομένου ότι το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 2 του κανονισμού 1408/71 ήταν λιγότερο ευνοϊκό για τον ενδιαφερόμενο.
Στις 27 Απριλίου 1977, το Bundesknappschaft, λαμβάνοντας υπόψη του το γεγονός ότι μετά την επιδείνωση του βαθμού αναπηρίας του Jerzak το ποσό της βελγικής συντάξεως λόγω επαγγελματικής ασθένειας αυξήθηκε από τις 15 Δεκεμβρίου 1975, αποφάσισε, βάσει του άρθρου 75 του Reichsknappschaftsgesetz (νόμου περί ασφαλίσεως των εργαζομένων στα ορυχεία), στο εξής RKG, να αναστείλει από την ημερομηνία αυτή την καταβολή ενός μέρους της συντάξεως αναπηρίας το οποίο χορηγούνταν σύμφωνα με το γερμανικό καθεστώς που διέπει τους εργαζομένους στα ορυχεία και να διατάξει την επιστροφή των ποσών πού είχαν αχρεωστήτως καταβληθεί.
Για να καθοριστεί όμως, σε περίπτωση σωρεύσεως μιας συντάξεως λόγω ατυχήματος και μιας συντάξεως αναπηρίας, το ποσό κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η παροχή, το άρθρο 75 του RKG προβλέπει ότι πρέπει να εξακριβωθεί αν το άθροισμα των δύο παροχών υπερβαίνει «το ετήσιο εισόδημα εξ εργασίας που χρησιμοποιείται ως βάση υπολογισμού της συντάξεως λόγω ατυχήματος και το 100 % της βάσεως υπολογισμού για τη χορήγηση συντάξεως εργαζομένου σε ορυχεία». Επειδή όμως έκρινε ότι το ετήσιο εισόδημα εξ εργασίας που λαμβάνεται υπόψη στα άλλα κράτη μέλη δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση των υπολογισμών που πραγματοποιούνται στη Γερμανία, το Bundesknappschaft περιορίστηκε να λάβει υπόψη του αποκλειστικά τη βάση υπολογισμού της συντάξεως που καταβάλλεται σύμφωνα με το γερμανικό ασφαλιστικό καθεστώς των εργαζομένων σε ορυχεία.
Στις 12 Μάιου 1977 ο Jerzak υπέβαλε ένσταση, με την οποία ισχυριζόταν ότι επειδή τόσο στο Βέλγιο όσο και στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας το ποσό της συντάξεως λόγω ατυχήματος είναι ανάλογο προς το ετήσιο εισόδημα του εργαζομένου και επειδή το τελευταίο αυτό ήταν μεγαλύτερο από τη βάση υπολογισμού της συντάξεως για εργαζομένους σε ορυχεία, έπρεπε να ληφθεί υπόψη το εισόδημα αυτό. Το Bundesknappschaft απέρριψε την ένσταση αυτή, στις 17 Απριλίου 1978, με την αιτιολογία ιδίως ότι δυνάμει του άρθρου 12 του κανονισμού 1408/71 και των διατάξεων του κανονισμού 574/72, μόνο η προσωπική βάση υπολογισμού είχε σημασία για τους υπολογισμούς που πραγματοποιούνται βάσει του άρθρου 75 του RKG.
Στις 2 Μαΐου 1978, ο Jerzak άσκησε προσφυγή ενώπιον του Sozialgericht του Άαχεν κατά των αποφάσεων της 27ης Απριλίου 1977 και 17ης Απριλίου 1978 του Bundesknappschaft. Εκτός από την ακύρωση των επιδίκων αποφάσεων ο Jerzak ζήτησε, ως κύριο αίτημα, να υποχρεωθεί το Bundesknappschaft να του καταβάλει σύνταξη αναπηρίας χωρίς να προβεί σε εφαρμογή του άρθρου 75 του RKG, τούτο δε σύμφωνα με αποφάσεις του Bundessozialgericht, οι οποίες έχουν εκδοθεί βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου που αναφέρεται στους κανονισμούς 3 και 4 του Συμβουλίου, σύμφωνα με τις οποίες η σύνταξη λόγω ατυχήματος η οποία χορηγείται βάσει ενός αλλοδαπού δικαίου δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την εφαρμογή των περί μη σωρεύσεως διατάξεων του εσωτερικού δικαίου.
Ενώπιον του Sozialgericht το Bundesknappschaft ισχυρίστηκε ότι η υποχρέωση εφαρμογής των εθνικών διατάξεων στον τομέα της αναστολής παροχών προκύπτει από το άρθρο 12 του κανονισμού 1408/71 και από το άρθρο 7, παράγραφος 1 του κανονισμού 574/72. Το Bundesknappschaft υπογράμμισε ότι στα πρακτικά του Συμβουλίου σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 7 του κανονισμού 574/72, υπάρχει η ακόλουθη δήλωση της γερμανικής αντιπροσωπείας:
«Όταν λαμβάνεται υπόψη σύνταξη λόγω ατυχήματος που χορηγείται βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους, επιβάλλεται, για τον προσδιορισμό του ανωτάτου ορίου κατά το γερμανικό δίκαιο, να ληφθεί υπόψη το ετήσιο εισόδημα εξ εργασίας στο οποίο βασίζεται η σύνταξη αυτή. Εφόσον η σύνταξη αυτή λόγω ατυχήματος δεν βασίζεται σε ετήσιο εισόδημα εξ εργασίας το οποίο να μπορεί να υπολογιστεί, κυρίως επειδή το εισόδημα αυτό δεν κατέστη δυνατό να προσαρμοστεί, λαμβάνεται υπόψη προσωρινά μόνο η προσωπική βάση υπολογισμού, προκειμένου να εξευρεθεί το ποσό της αναστολής.»
Το Bundesknappschaft υπογράμμισε εξάλλου ότι οι διατάξεις του παραρτήματος G, μέρος Ι, σημείο Ε του κανονισμού 3, όπως συμπληρώθηκαν με τον κανονισμό 130/63 της 18ης Δεκεμβρίου 1963 (JO της 28. 12. 1963, σ. 2996) δυνάμει των οποίων:
«Σε περίπτωση σωρεύσεως μιας συντάξεως λόγω αναπηρίας ή γήρατος η οποία οφείλεται δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας με τη σύνταξη λόγω ατυχήματος η οποία οφείλεται δυνάμει της νομο9εσίας άλλου κράτους μέλους λόγω εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθενείας, λαμβάνεται υπόψη ως ετήσια αμοιβή εξ εργασίας εκείνη η οποία έπρεπε να ληφθεί υπόψη δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας κατά το χρόνο του ατυχήματος για ένα θύμα ατυχήματος που θα βρισκόταν σε παρόμοια κατάσταση· προς το σκοπό αυτό, πρέπει να εφαρμοστούν οι διατάξεις που ισχύουν στον τόπο κατοικίας του ενδιαφερομένου στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ή, αν κατοικεί εκτός του εδάφους αυτού, οι διατάξεις που ισχύουν στον τόπο που εδρεύει ο αρμόδιος γερμανικός φορέας συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως. Ο καθορισμός ή ο επανυπολο-γισμός του εισοδήματος αυτού εξ εργασίας διέπονται από τις διατάξεις της γερμανικής νομοθεσίας.»
δεν επανελήφθησαν στον κανονισμό 1408/71.
Με απόφαση της 18ης Απριλίου 1979, το Sozialgericht του Άαχεν, αποδεχόμενο τα αιτήματα της προσφυγής που είχαν υποβληθεί επικουρικώς, καταδίκασε το Bundesknappschaft να καταβάλει την παροχή σύμφωνα με το άρθρο 75 του RKG, βάσει ενός ετήσιου εισοδήματος εξ εργασίας το οποίο υπολογίστηκε σύμφωνα με τα διάφορα ποσά της συντάξεως ατυχήματος που είχαν καταβάλει οι βελγικές υπηρεσίες και της μειώσεως της ικανότητος του προσφεύγοντος να κερδίζει τα προς το ζην, σαν να επρόκειτο για το ετήσιο εισόδημα εξ εργασίας που καταβάλλεται βάσει της γερμανικής νομοθεσίας. Ως προς τα λοιπά, το Sozialgericht απέρριψε την προσφυγή.
Ο Jerzak και το Bundesknappschaft άσκησαν έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Landessozialgericht του Έσσεν στις 8 και 20 Ιουνίου 1979 αντιστοίχως.
Ο Jerzak, επαναλαμβάνοντας τα κύρια αιτήματα της προσφυγής που είχε ασκήσει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ζήτησε να καταδικαστεί το καθού σε καταβολή της συντάξεως αναπηρίας βάσει του γερμανικού ασφαλιστικού καθεστώτος για τους εργαζομένους στα ορυχεία και χωρίς να λάβει υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 75 του RKG.
Το Bundesknappschaft ζήτησε να τροποποιηθεί η πρωτόδικη απόφαση, εφόσον η λύση που έδωσε το Sozialgericht δημιουργεί ορισμένες δυσκολίες, οι οποίες αναφέρονται αφενός μεν στο ότι η σύνταξη λόγω ατυχήματος δεν μπορεί να εξομοιω9εί με ένα ετήσιο εισόδημα εξ εργασίας, του οποίου δεν αποτελεί παρά μόνο τα δύο τρίτα, αφετέρου δε στο ότι ο βασικός μισθός της βελγικής ασφαλίσεως κατά ατυχήματος δεν προσαρμόζεται, αντίθετα προς το ετήσιο εισόδημα εξ εργασίας το οποίο λαμβάνεται υπόψη από τη γερμανική ασφάλεια κατά ατυχήματος.
Με διάταξη της 11ης Οκτωβρίου 1982, το Landessozialgericht αποφάσισε να υποβάλει τα ακόλουδα τρία προδικαστικά ερωτήματα:
«I.
α)
Οι νομοθετικές διατάξεις ενός κράτους μέλους περί σωρεύσεως παροχής με άλλη παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως (άρ9ρο 75 του Reichsknappschaftsgesetz) εφαρμόζονται (άρθρο 12, εδάφιο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, ακόμη και
αα)
όταν η παροχή που πρόκειται να υποστεί μείωση προσδιορίζεται κατά την εθνική νομοθεσία (άρθρο 46, παράγραφος 1 του κανονισμού) και
ββ)
όταν η παροχή η οποία λαμβάνεται υπόψη για τη μείωση βαρύνει κατά ορισμένο ποσοστό (άρθρο 57, παράγραφος 3γ του κανονισμού) έναν ασφαλιστικό φορέα της ίδιας χώρας σύμφωνα με τη νομοθεσία της οποίας καταβάλλεται η παροχή που πρόκειται να υποστεί μείωση;
β)
Εξαρτάται η εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά τη σώρευση παροχής με άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως από το ύψος των διαφόρων ποσοστών της παροχής;
γ)
Έχει σημασία αν η αποκλειστική αρμοδιότητα του τελευταίου ασφαλιστικού φορέα κατά την έννοια του άρθρου 57, παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 να χορηγήσει την παροχή αποβαίνει υπέρ ή κατά του ασφαλισμένου;
II.
Εξαρτάται, και αν ναι, μέχρι ποιου σημείου, ο βαθμός της μειώσεως ή της αναστολής της παροχής από το ύψος των διαφόρων ποσοστών της παροχής που λαμβάνονται υπόψη για τη μείωση;
III.
Το γεγονός ότι δεν λαμβάνεται υπόψη ως ανώτατο όριο το ετήσιο εισόδημα εξ εργασίας, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 75 του Reichsknappschaftsgesetz, αντιβαίνει προς τα άρθρα 48-51 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ή προς άλλες διατάξεις ή γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου;»
Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής τα ερωτήματα που υπέβαλε το Landessozialgericht ανέκυψαν από την ακόλουθη προβληματική:
1.
Το άρθρο 75 του RKG αποτελεί κανόνα που αφορά τη σώρευση μόνο των γερμανικών παροχών, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται μόνο στη σώρευση συντάξεως λόγω ατυχήματος με σύνταξη εργαζομένου σε ορυχεία οι οποίες χορηγούνται βάσει της γερμανικής νομοθεσίας. Άλλωστε, τα ανώτατα γερμανικά δικαστήρια έχουν αποκλείσει την εφαρμογή της διατάξεως αυτής σε περιπτώσεις παρόμοιες με αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης.
2.
Αναφερόμενο στην απόφαση του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της υποθέσεως Duffy, (34/69, Slg. 1969, σ. 597), το Landessozialgericht ερωτά αν το άρθρο 12, παράγραφος 2 του κανονισμού 1408/71 επιτρέπει να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής ενός «εσωτερικού» κανόνα περί μη σωρεύσεως σε παρόμοιες παροχές που χορηγούνται σε ένα άλλο κράτος μέλος, έστω και αν οι παροχές που πρέπει να μειωθούν ή που πρέπει να ληφθούν υπόψη δεν έχουν υπολογιστεί βάσει του κανονισμού αυτού, δεδομένου ότι το ποσό της συντάξεως που πρέπει να ληφθεί υπόψη βαρύνει, αναλογικά, το φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως ο οποίος παρέχει την παροχή που πρέπει να μειωθεί, σύμφωνα με το άρθρο 57, παράγραφος 3, στοιχείο γ του κανονισμού 1408/71.
3.
Το παραπέμπον δικαστήριο, το οποίο αναφέρεται στη νομολογία του Bundessozialgericht, ερωτά αν ένα σχετικά ελάχιστο πλεονέκτημα που προκύπτει στην προκειμένη περίπτωση από την εφαρμογή του άρθρου 57 του κανονισμού 1408/71, ιδίως δε από το γεγονός ότι το δικαίωμα επί παροχής λόγω επαγγελματικής ασθένειας δεν εξαρτάται πλέον από την υποχρέωση να αποδειχθεί ότι η ασθένεια οφείλεται σε επικίνδυνη εργασία η οποία πραγματοποιήθηκε σε ένα ή σε άλλο κράτος μέλος, επιτρέπει να επιβληθεί στον ασφαλισμένο μια αισθητή επιβάρυνση που προκύπτει από την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων περί μη σωρεύσεως. Στην ίδια σειρά σκέψεων το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά αν οι γερμανικές αρχές πρέπει να λάβουν υπόψη τη σύνταξη λόγω ατυχήματος στο σύνολό της ή μόνο κατά το μέρος που τους αναλογεί, δυνάμει του άρθρου 57, παράγραφος 3 του κανονισμού 1408/71.
4.
Το παραπέμπον δικαστήριο θεωρεί ότι, επειδή αφενός μεν η προαναφερθείσα δήλωση της γερμανικής αντιπροσωπείας στερείται νομικής σημασίας και αφετέρου οι διατάξεις του παραρτήματος G, μέρος Ι, στοιχείο Ε του κανονισμού 3 δεν επαναλήφθηκαν στον κανονισμό 1408/71, το νομικό κενό που προκύπτει πρέπει να καλυφθεί βάσει των άρθρων 48 και 51 της συνθήκης. Το παραπέμπον δικαστήριο θεωρεί ότι αν δεν ληφθεί υπόψη το μέρος των παροχών που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 57, παράγραφος 3, στοιχείο γ του κανονισμού 1408/71 και δεν εφαρμοστεί κατά συνέπεια το άρθρο 75 του RKG, οι διακινούμενοι εργαζόμενοι θα βρεθούν, κατά τρόπο αδικαιολόγητο, σε πλεονεκτικότερη θέση από τους εργαζομένους που παραμένουν στη χώρα τους.
Η διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Οκτωβρίου 1982.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Manfred Beschel, μέλος της νομικής της υπηρεσίας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο, με διάταξη της 20ής Απριλίου 1983, αποφάσισε να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο τρίτο τμήμα.
II — Περίληψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατέθεσε η Επιτροπή ενώπιον του Δικαστηρίου
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι στην απόφαση ιδίως της 13ης Οκτωβρίου 1977 (R. Manzoni, 112/76, Slg. σ. 1647), το Δικαστήριο διατύπωσε ρητά την αρχή σύμφωνα με την οποία η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, και ιδίως του άρθρου 12, παράγραφος 2 του κανονισμού 1408/71, δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την οποιαδήποτε μείωση ή περιορισμό των δικαιωμάτων που έχουν κτηθεί βάσει της εθνικής και μόνο νομοθεσίας. Η Επιτροπή θεωρεί επίσης ως αδιανόητη, στην προκειμένη περίπτωση, τη μείωση, βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 2 του κανονισμού 1408/71, της συντάξεως εργαζομένου σε ορυχεία η οποία έχει υπολογιστεί βάσει του γερμανικού και μόνο δικαίου.
Η Επιτροπή αναφέρει ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία διατυπώθηκε ιδίως στην απόφαση της 15ης Μαΐου 1974 (Kaufmann, 184/73, Sig. σ. 517), το άρθρο 12, παράγραφος 2 του κανονισμού 1408/71 παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής των «εσωτερικών» κανόνων περί μη σωρεύσεως σε παρόμοιες παροχές που χορηγούνται σε ένα άλλο κράτος μέλος, στην περίπτωση που οι παροχές που χορηγούνται στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος παρέχονται κατ' εφαρμογή της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως. Επομένως, το γεγονός ότι οι ασφαλιστικοί φορείς διαφόρων κρατών μελών συμμετέχουν οικονομικώς στην καταβολή μιας παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως που χορηγείται από ένα μόνο από τα κράτη αυτά δεν αρκεί για να δικαιολογήσει, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2 του προαναφερθέντος κανονισμού, την εφαρμογή των εσωτερικών κανόνων περί μη σωρεύσεως.
Όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις της Επιτροπής, το άρθρο 57 του κανονισμού 1408/71 προβλέπει απλώς μια μέθοδο χρηματοδοτήσεως η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με ζητήματα θεμελιώσεως ή διατηρήσεως δικαιώματος επί παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι στην απόφαση που εξέδωσε στις 21 Οκτωβρίου 1975 (Τ. και S. Petrani, 24/75, Sig. σ. 1149), το Δικαστήριο έκρινε ως ασυμβίβαστη με το άρθρο 51 της συνθήκης τη μείωση μιας παροχής η οποία χορηγούνταν βάσει της εθνικής μόνο νομοθεσίας ενός κράτους μέλους, ενώ η παροχή που έπρεπε να ληφθεί υπόψη είχε υπολογιστεί βάσει του άρθρου 45 του κανονισμού 1408/71.
Η Επιτροπή, η οποία αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Ιουλίου 1981 (G. Celestre και λοιποί, 116, 117, 119, 120 και 121/80, Συλλογή σ. 1737), θεωρεί ότι η κατάσταση στην προκειμένη περίπτωση θα ήταν εντελώς διαφορετική αν ο κανόνας αυτός περί μη σωρεύσεως ήταν ένας «εξωτερικός» κανόνας που θα επέβαλλε να ληφθούν υπόψη οι παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως που καταβάλλονται σε άλλα κράτη μέλη.
Σε ό,τι αφορά τα «αδικαιολόγητα πλεονεκτήματα» τα οποία θα είχε, σύμφωνα με το παραπέμπον δικαστήριο, ο Jerzak σε σχέση με τους εργαζομένους που είναι υπήκοοι της χώρας, οι οποίοι λαμβάνοντας τις ίδιες παροχές βάσει της γερμανικής και μόνο νομοθεσίας δεν μπορούν να αποφύγουν την εφαρμογή του κανόνα αυτού περί μη σωρεύσεως, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, όπως έχει επανειλημμένα υπογραμμίσει το Δικαστήριο, οι ενδεχόμενες αποκλίσεις που υπάρχουν υπέρ των διακινούμενων εργαζομένων δεν είναι αποτέλεσμα της ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, αλλά της ελλείψεως ενός κοινού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως ή της μη εναρμονίσεως των υπαρχόντων εθνικών συστημάτων.
Η Επιτροπή αναφέρει ότι, αν το Δικαστήριο αποδεχθεί την άποψη της, το δεύτερο και τρίτο ερώτημα του Landessozialgericht δεν έχουν πλέον αντικείμενο.
Η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα:
«Το άρθρο 12, παράγραφος 2, εδάφιο 1 του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι αποκλείει τη μείωση ή την αναστολή μιας παροχής η οποία χορηγείται αποκλειστικά βάσει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους, έστω και αν οι παροχές οι οποίες χορηγούνται βάσει της νομοθεσίας ενός άλλου κράτους μέλους έχουν υπολογιστεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 57 του κανονισμού 1408/71 και αν ο αρμόδιος φορέας του πρώτου κράτους μέλους συμβάλλει στη χρηματοδότηση των παροχών αυτών σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθο 57, παράγραφος 3, στοιχείο γ.»
III — Προφορική διαδικασία
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Manfred Beschel, ανέπτυξε προφορικά τις παρατηρήσεις της στη συνεδρίαση της 2ας Ιουνίου 1983.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 30ής Ιουνίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με διάταξη της 11ης Οκτωβρίου 1982, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 19 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, το Landessozialgericht της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73).
2
Τα προδικαστικά αυτά ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Jerzak και του Bundesknappschaft (Ομοσπονδιακού Ταμείου Ασφαλίσεως Εργατών Ορυχείων) σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 75 του Reichsknappschaftsgesetz (νόμου περί ασφαλίσεως εργατών ορυχείων — στο εξής RKG), που ρυθμίζει τη σώρευση συντάξεως που παρέχεται βάσει του γερμανικού συστήματος ασφαλίσεως εργατών ορυχείων με σύνταξη που καταβάλλεται βάσει του γερμανικού συστήματος ασφαλίσεως κατά ατυχημάτων.
3
Ο Jerzak, γερμανικής ιθαγένειας, εργάστηκε σε ανθρακωρυχεία στη Γερμανία και στο Βέλγιο.
4
Επειδή λόγω της εργασίας του στο Βέλγιο προσβλήθηκε από πνευμονοκονίωση, του απονεμήθηκε στη χώρα αυτή σύνταξη λόγω επαγγελματικής ασθένειας, η οποία καταβάλλεται, βάσει της βελγικής νομοθεσίας, από το βελγικό οργανισμό ασφαλίσεως κατά ατυχημάτων και χρηματοδοτείται εν μέρει, σύμφωνα με το άρθρο 57, παράγραφος 3 του κανονισμού 1408/71, από το Bergbau-Berufsgenossenschaft, το γερμανικό Ταμείο Αλληλασφαλίσεως Εργατών Ορυχείων.
5
Από το 1973 το Bundesknappschaft καταβάλλει στον Jerzak σύνταξη εργάτη ορυχείων λόγω ανικανότητας προς εργασία που έχει υπολογιστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του γερμανικού μόνο δικαίου, αφού το ποσό που προέκυπτε από την εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 2 του κανονισμού 1408/71 ήταν λιγότερο ευνοϊκό για τον ενδιαφερόμενο.
6
Το Bundesknappschaft, λαμβάνοντας υπόψη του το γεγονός ότι λόγω της επιδεινώσεως του βαθμού αναπηρίας του Jerzak το ποσό της βελγικής συντάξεως λόγω επαγγελματικής ασθένειας είχε αυξηθεί, αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 75 του RKG, να αναστείλει την καταβολή ενός μέρους της συντάξεως αναπηρίας που χορηγούνταν βάσει του γερμανικού συστήματος ασφαλίσεως εργατών ορυχείων και να διατάξει την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών.
7
Ο ενδιαφερόμενος προσέφυγε κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Sozialgericht του Άαχεν, κατόπιν δε άσκησε έφεση ενώπιον του Landessozialgericht της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, το οποίο ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί των εξής προδικαστικών ερωτημάτων:
«I.
α)
Οι νομοθετικές διατάξεις ενός κράτους μέλους περί σωρεύσεως παροχής με άλλη παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως (άρθρο 75 του Reichsknappschaftsgesetz) εφαρμόζονται (άρθρο 12, εδάφιο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71) ακόμη και
αα)
όταν η παροχή που πρόκειται να υποστεί μείωση προσδιορίζεται κατά την εθνική νομοθεσία (άρθρο 46, παράγραφος 1 του κανονισμού) και
ββ)
όταν η παροχή η οποία λαμβάνεται υπόψη για τη μείωση βαρύνει κατά ορισμένο ποσοστό (άρθρο 57, παράγραφος 3γ) του κανονισμού) έναν ασφαλιστικό φορέα της ίδιας χώρας σύμφωνα με τη νομοθεσία της οποίας καταβάλλεται η παροχή που πρόκειται να υποστεί μείωση ;
6)
Εξαρτάται η εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά τη σώρευση παροχής με άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως από το ύψος των διαφόρων ποσοστών της παροχής;
γ)
Έχει σημασία αν η αποκλειστική αρμοδιότητα του τελευταίου ασφαλιστικού φορέα κατά την έννοια του άρθρου 57, παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 να χορηγήσει την παροχή αποβαίνει υπέρ ή κατά του ασφαλισμένου ;
II.
Εξαρτάται, και αν ναι, μέχρι ποιου σημείου, ο βαθμός της μειώσεως ή της αναστολής της παροχής από το ύψος των διαφόρων ποσοστών της παροχής που λαμβάνονται υπόψη για τη μείωση;
III.
Το γεγονός ότι δεν λαμβάνεται υπόψη ως ανώτατο όριο το ετήσιο εισόδημα εξ εργασίας, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 75 του Reichsknappschaftsgesetz, αντιβαίνει προς τα άρθρα 48-51 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ή προς άλλες διατάξεις ή γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου;»
8
Το πρώτο ερώτημα αναφέρεται ουσιαστικά στο ζήτημα αν το άρθρο 12, παράγραφος 2 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου επιτρέπει την εφαρμογή της εθνικής ρήτρας περί μη σωρεύσεως που αφορά μόνο εθνικές παροχές, όταν η παροχή που πρόκειται να μειωθεί έχει υπολογιστεί βάσει του εσωτερικού και μόνο δικαίου, η δε παροχή που λαμβάνεται υπόψη για τη μείωση και που έχει υπολογιστεί σύμφωνα με τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους βαρύνει τους αρμόδιους φορείς των δύο ενδιαφερομένων κρατών μελών, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 57, παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού.
9
Πρέπει, πρώτον, να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2 του κανονισμού 1408/71 οι ρήτρες περί μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως, που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους για την περίπτωση της σωρεύσεως μιας παροχής με άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως, εφαρμόζονται εις βάρος του δικαιούχου «ακόμη και αν πρόκειται περί παροχών που εκτήθησαν δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους».
10
Ερμηνευόμενο υπό το φως των άρθρων 48 ώς 51 της συνθήκης, τα οποία αποτελούν το έρεισμα, το πλαίσιο και τα όρια των κανονισμών κοινωνικής ασφαλίσεως, το άρθρο 12, παράγραφος 2 του κανονισμού 1408/71 συνιστά το αντιστάθμισμα των ευεργετημάτων που παρέχει το κοινοτικό δίκαιο στους εργαζομένους με τη δυνατότητα που τους δίνει να ζητούν ταυτόχρονη εφαρμογή των νομοθεσιών κοινωνικής ασφαλίσεως περισσοτέρων κρατών μελών σκοπός του είναι να αποτρέψει το ενδεχόμενο να αποκομίσουν από την εφαρμογή αυτή οφέλη που η εθνική νομοθεσία κρίνει μη εύλογα.
11
Ωστόσο, αν και σύμφωνα με πάγια νομολογία μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί στους διακινούμενους εργαζομένους ως αντιστάθμισμα των ευεργετημάτων που αποκομίζουν ως προς την κοινωνική ασφάλιση από τους κοινοτικούς κανονισμούς και τα οποία δεν θα μπορούσαν να επιτύχουν χωρίς τους κανονισμούς αυτούς, δεν θα πραγματωνόταν ο σκοπός των άρθρων 48 ώς 51 της συνθήκης, αν αποτέλεσμα της εφαρμογής των εν λόγω κανονισμών ήταν η άρση ή ο περιορισμός των ευεργετημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως που απολαύουν οι εργαζόμενοι βάσει της νομοθεσίας ενός μόνο κράτους μέλους.
12
Πρέπει επομένως να γίνει δεκτό ότι η εφαρμογή, βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 2 του κανονισμού 1408/71, μιας ρήτρας περί μη σωρεύσεως που αφορά μόνο εθνικές παροχές σε παροχή που καταβάλλεται δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους δεν δικαιολογείται παρά μόνο αν η παροχή που πρόκείται να μειωθεί κτήθηκε χάρη στην εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω κανονισμού.
13
Υπογραμμίζεται σχετικά ότι η γερμανική σύνταξη εργάτη ορυχείων που σκοπεύουν να μειώσουν οι γερμανικές αρχές κτήθηκε αποκλειστικά βάσει του γερμανικού και μόνο δικαίου.
14
Επομένως, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες κτήθηκε και υπολογίστηκε η παροχή που θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη για την πραγματοποίηση της μειώσεως (στην παρούσα υπόθεση, η βελγική σύνταξη λόγω επαγγελματικής ασθένειας) δεν επηρεάζουν την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα.
15
Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η μερική χρηματοδότηση της παροχής, σύμφωνα με το άρθρο 57, παράγραφος 3 του κανονισμού 1408/71, από τους αρμόδιους φορείς δύο κρατών μελών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ευεργέτημα που προκύπτει από την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και που επιτρέπει τη μείωση, βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού, συντάξεως που κτήθηκε σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους. Πράγματι, το άρθρο 57 του κανονισμού 1408/71 θεσπίζει απλώς έναν τρόπο χρηματοδοτήσεως που δεν παρέχει κανένα ιδιαίτερο όφελος στον ενδιαφερόμενο.
16
Κατά συνέπεια, πρέπει να δοθεί ως απάντηση στο πρώτο ερώτημα του Landessozialgericht της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας ότι το άρθρο 12, παράγραφος 2, πρώτη φράση του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι αποκλείει τη μείωση ή αναστολή παροχής που κτήθηκε βάσει της νομοθεσίας ενός μόνο κράτους μέλους, έστω και αν οι παροχές που θα λαμβάνονταν υπόψη για να πραγματοποιηθεί η μείωση και που κτήθηκαν βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους έχουν υπολογιστεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 57 του κανονισμού 1408/71, ο δε αρμόδιος φορέας του πρώτου κράτους μέλους συμβάλλει στη χρηματοδότηση των παροχών αυτών υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 57, παράγραφος 3, στοιχείο γ.
17
Ενόψει της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση στα λοιπά ερωτήματα του Landessozialgericht της Βόρειας Ρηνα-νίας-Βεστφαλίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
18
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφασίσει για τα δικαστικά έξοδα.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 11ης Οκτωβρίου 1982 το Landessozialgericht της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, αποφαίνεται:
Το άρθρο 12, παράγραφος 2, πρώτη φράση του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι αποκλείει τη μείωση ή αναστολή παροχής που κτήθηκε βάσει της νομοθεσίας ενός μόνο κράτους μέλους, έστω και αν οι παροχές που θα λαμβάνονταν υπόψη για να πραγματοποιηθεί η μείωση και που κτήθηκαν βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους έχουν υπολογιστεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 57 του κανονισμού 1408/71, ο δε αρμόδιος φορέας του πρώτου κράτους μέλους συμβάλλει στη χρηματοδότηση των παροχών αυτών υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 57, παράγραφος 3, στοιχείο γ.
Everling
Galmot
Κακούρης
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Σεπτεμβρίου 1983.
Κατ' εντολή
του γραμματέα
J. Biancarelli
Εισηγητής
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
U. Everling
Full & Egal Universal Law Academy