Στην υπόθεση 285/82,
η οποία έχει ως αντικείμενο αίτηση του Raad van Beroep του Άμστερνταμ προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία το εν λόγω δικαστήριο ζητεί, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του μεταξύ
W.J. Derks
και
Nieuwe Algemene Bedrijfsvereniging,
την έκδοση προδικαστικής απόφασης ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73) και του κανονισμού 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, Α. O'Keeffe και G. Bosco, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: S. Rozès
γραμματέας: Ρ. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
Το νομοθετικό πλαίσιο
α) Οι ένδικες εθνικές διατάξεις
Στις Κάτω Χώρες, ο «Invaliditeitswet» (IW) (νόμος περί ασφαλίσεως κατά αναπηρίας-γήρατος των μισθωτών) ρύθμιζε, μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1965 την υποχρεωτική ασφάλιση των εργατών κατά των οικονομικών συνεπειών λόγω αναπηρίας και γήρατος. Από την 1η Ιουλίου 1967, ο «Wet op de Arbeidsongeschiktheidsverzekering» (WAO) (νόμος περί ασφαλίσεως κατά της ανικανότητας προς εργασία) αντικατέστησε τον «Invaliditeitswet». Για την τακτοποίηση περιπτώσεων που υπάγονταν στον «Invaliditeitswet» θεσπίστηκε ο «Liquidatiewet Invaliditeitswetten» (νόμος περί καθορισμού των δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν βάσει των νόμων περί ασφαλίσεως κατά αναπηρίας—γήρατος) της 10ης Δεκεμβρίου 1964 (Staatsblad αριθ. 488).
Οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνει το «Liquidatiewet», όπως τροποποιήθηκε, συνοψίζονται ως εξής:
1.
Από την 1η Ιανουαρίου 1965 δεν ήταν πλέον δυνατή η καταβολή εισφορών βάσει του «Invaliditeitswet» (άρθρο 3 του «Liquidatiewet»).
2.
Ενόψει αναπηρίας που επήλθε μετά την 1η Ιουλίου 1967, κανένα δικαίωμα για παροχή δεν μπορούσε πλέον να πηγάζει από τον Invaliditeitswet (άρθρο 10, παράγραφος 1, του Liquidatiewet ).
3.
Οι τρέχουσες συντάξεις αναπηρίας που αποτελούν αντικείμενο προσαύξησης βάσει του «Interimwet Invaliditeitsrente-trekkers» (προσωρινός νόμος περί των δικαιωμάτων των δικαιούχων παροχών αναπηρίας) μετατράπηκαν, δυνάμει του Wet Overgangsregeling Arbeidsongeschiktheidsverzekering (νόμος με μεταβατικές διατάξεις περί ασφαλίσεως κατά της ανικανότητας προς εργασία) σε παροχές βάσει του Wet op de Arbeidsongeschiktheidsverzekering» (άρθρο 10, παράγραφος 1, του «Liquidatiewet» και άρθρο 3 του «Wet Overgangsregeling Arbeidsongeschiktheidsverzekering »).
4.
Οι τρέχουσες παροχές που δεν αποτελούν αντικείμενο προσαύξησης δυνάμει του Interimwet Invaliditeitsrentetrekkers καταβάλλονται δυνάμει των διατάξεων του «Invaliditeitswet» (άρθρο 10, παράγραφος 1, του «Liquidatiewet »).
5.
Δικαιώματα συντάξεως γήρατος δυνάμει του «Invaliditeitswet » αποτελούν αντικείμενο εξαγοράς για τους ασφαλισμένους που ήταν κάτω των 36 ετών την 1η Ιουλίου 1967 ή που ήταν μεγαλύτεροι, αλλά η ετήσια σύνταξη τους γήρατος στο 65ο έτος θα ήταν κατώτερη των 60 ολλανδικών φιορινίων (HFL) (άρθρα 22 και 32, παράγραφος 1, του «Liquidatiewet», και βασιλικό διάταγμα της 26. 6. 1967, Staatsblad αριθ. 367).
Οι άλλοι ασφαλισμένοι που έχουν αποκτήσει δικαιώματα σύνταξης γήρατος δυνάμει του IW, λαμβάνουν, όταν συμπληρώσουν το 65ο έτος, σύνταξη γήρατος δυνάμει του IW ως συμπλήρωμα της σύνταξης τους γήρατος δυνάμει του «Algemene Ouderdomswet» (νόμος περί γενικής ρυθμίσεως του συστήματος της ασφάλισης γήρατος).
Με νόμο της 26ης Μαΐου 1976, ο οποίος τροποποίησε εκ νέου τον «Liquidatiewet Invaliditeitswetten», προσθέτοντας στον «Liquidatiewet» τα άρθρα 32α μέχρι και 32μ, οι συντάξεις αναπηρίας που θα έπρεπε να καταβληθούν από την 1η Ιανουαρίου 1976 ή αργότερα, εξαγοράστηκαν με την καταβολή μιας μόνο παροχής.
β) Οι εν προκειμένω κοινοτικές διατάξεις
1.
Για την εφαρμογή των κανόνων υπολογισμού που αναφέρονται στο άρθρο 46, παράγραφος 2, σε περίπτωση που οι περίοδοι ασφάλισης συμπίπτουν ολικά ή μερικά πρέπει να γίνει παραπομπή στο άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχεία 6 και γ, του κανονισμού 574/72, όπου ορίζεται:
β)
εφόσον περίοδος υποχρεωτικής ασφαλίσεως, που έχει πραγματοποιηθεί κατά τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους, συμπίπτει με περίοδο προαιρετικής ασφαλίσεως ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως που έχει πραγματοποιηθεί κατά τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, λαμβάνεται υπόψη μόνο η περίοδος υποχρεωτικής ασφαλίσεως
γ)
εφόσον περίοδος ασφαλίσεως που έχει πραγματοποιηθεί κατά τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους, και δεν είναι εξομοιούμενη περίοδος, συμπίπτει με εξομοιούμενη περίοδο δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, λαμβάνεται υπόψη μόνο η πρώτη περίοδος ασφαλίσεως.
2.
Η έννοια της περιόδου ασφάλισης ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος ιη, του κανονισμού 1408/71, δηλαδή
«Ως “περίοδοι ασφαλίσεως” νοούνται οι περίοδοι εισφορών ή απασχολήσεως, που καθορίζονται ή αναγνωρίζονται ως περίοδοι ασφαλίσεως από τη νομοθεσία υπό την οποία επραγματοποιήθησαν ή θεωρούνται ότι επραγματοποιήθησαν, καθώς και κάθε εξομοιούμενη προς αυτές περίοδος, κατά το μέτρο που αναγνωρίζεται από τη νομοθεσία αυτή ως ισοδύναμη προς περίοδο ασφαλίσεως.»
3.
Μετά την αντικατάσταση του IW από το WAO, τέθηκε το ερώτημα σύμφωνα με ποιες διαδικασίες πρέπει να μεταφέρονται και να λαμβάνονται υπόψη, μετά την 1η Ιουλίου 1967, οι περίοδοι ασφάλισης που είχαν πραγματοποιηθεί δυνάμει του IW, όσον αφορά τις σχέσεις με τα άλλα κράτη μέλη και τον υπολογισμό των παροχών pro rata temporis. Το ζήτημα αυτό συνδέεται με το γεγονός ότι η εγγραφή των ασφαλισμένων που είχε γίνει δυνάμει του IW παρουσίαζε κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό, βάσει του μητρώου εγγεγραμμένων, να διαπιστωθούν με ακρίβεια οι περίοδοι ασφάλισης που συμπληρώθηκαν.
Σχετικά με το ζήτημα αυτό η εγκύκλιος 315 της 8ης Μαρτίου 1967 του Sociale Verzekeringsraad έδωσε οδηγίες να λαμβάνονται υπόψη και να μεταφέρονται σε αλλοδαπούς φορείς οι περίοδοι ασφάλισης που είχαν συμπληρωθεί πριν από την 1η Ιουλίου 1967, όσον αφορά την εφαρμογή των κανονισμών 3/58 και 4/58. Επί του παρόντος, οι οδηγίες αυτές επανελήφθηκαν ρητά στο παράρτημα V, τμήμα ΣΤ, εδάφιο 4, του κανονισμού 1408/71 για την εφαρμογή των κοινοτικών κανονισμών που ισχύουν σήμερα.
«Εφαρμογή της ολλανδικής νομοθεσίας περί της ασφαλίσεως κατά της ανικα-νότητος προς εργασία
α)
Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού θεωρούνται, επίσης, ως περίοδοι ασφαλίσεως που συνεπληρώθησαν δυνάμει της ολλανδικής νομοθεσίας περί της ασφαλίσεως κατά της ανικα-νότητος προς εργασία, οι περίοδοι έμμισθης εργασίας και οι εξομοιούμενες περίοδοι που συνεπληρώθησαν στις Κάτω Χώρες προ της 1ης Ιουλίου 1967.
β)
Οι περίοδοι που πρέπει να ληφθούν υπόψη σύμφωνα με την περίπτωση α) θεωρούνται ως περίοδοι ασφαλίσεως που συνεπλη ρ ώθησαν υπό νομοθεσία του τύπου που αναφέρεται στο άρθρο 37, παράγραφος 1, του κανονισμού.»
II — Πραγματικά περιστατικά
Ο Derks εργάστηκε ως μισθωτός στις Κάτω Χώρες από τις 7 Ιουνίου 1955 μέχρι την 1η Απριλίου 1971. Από τις 7 Ιουνίου 1955 έχει καταβάλει 500 εβδομαδιαίες εισφορές, στο πλαίσιο του «Invaliditeitswet » και εκ νέου από την 1η Ιουλίου 1967, δηλαδή από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του WAO και μέχρι την 31η Μαρτίου 1971, ημερομηνία κατά την οποία έπαυσε να εργάζεται ως μισθωτός στις Κάτω Χώρες. Σύμφωνα με τις διατάξεις του «Liquidatiewet Invaliditeits-wetten», το δικαίωμα του Derks για σύνταξη γήρατος, σύμφωνα με τον Invaliditeitswet, εξαγοράστηκε από τη Sociale Verzekeringsbank.
O Derks κατέβαλε, επίσης, προαιρετικές εισφορές στη Γερμανία για τα έτη 1957 μέχρι 1966 και για το έτος 1968.
Από τις 7 Οκτωβρίου 1977 χορηγείται στον Derks ολλανδική σύνταξη λόγω ανικανότητας προς εργασία που επήλθε στις 8 Οκτωβρίου 1976. Το καθού στην κύρια δίκη έλαβε υπόψη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, αφενός την ολλανδική περίοδο ασφάλισης από την 1η Ιανουαρίου 1968 μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1968, όχι όμως και την αντίστοιχη γερμανική περίοδο, αφετέρου δε τη γερμανική περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1957 μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1966, όχι όμως και την αντίστοιχη ολλανδική περίοδο.
Το καθού βασίστηκε στις διατάξεις του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 574/72. Σύμφωνα με το καθού, o Derks, κατά την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1957 μέχρι και τις 31 Δεκεμβρίου 1966 είχε ασφαλιστεί προαιρετικά στη Γερμανία, ενώ στις Κάτω Χώρες για το ίδιο διάστημα είχε εξομοιούμενες περιόδους. Για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1968 μέχρι και 31 Δεκεμβρίου 1968, o Derks ήταν ασφαλισμένος προαιρετικά στη Γερμανία, υποχρεωτικά δε στις Κάτω Χώρες.
O Derks άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Raad van Beroep του Άμστερνταμ, το οποίο εξέδωσε διάταξη, με την οποία υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης, τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1.
Κατά την εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, πρέπει να θεωρηθεί η περίοδος εισφορών βάσει του ολλανδικού νόμου περί ασφαλίσεως ανα-πηρίας-γήρατος των εργατών ότι συμπληρώθηκε βάσει νόμου ή νομικής ρυθμίσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος ι, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος ιη, και του άρθρου 94, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού;
2.
Πρέπει να λογισθούν περίοδοι εισφορών βάσει νόμου κατά την έννοια, όπως ειπώθηκε, του άρθρου 1, παράγραφος ι, σε συνδυασμό με την παράγραφο ιη, ως μη εξομοιούμενες περίοδοι κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου ή αντιθέτως ως εξομοιούμενες περίοδοι δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους κατά την έννοια αυτής της διάταξης;
3.
Πρέπει να λογισθούν περίοδοι που τοποθετούνται πριν από την Ιη Ιουλίου 1967, για τις οποίες δεν καταβλήθηκε καμία εισφορά δυνάμει του νόμου περί ασφαλίσεως κατά αναπηρίας-γήρατος των εργατών, αλλά κατά τη διάρκεια των οποίων υπήρξε μισθωτή δραστηριότητα κατά την έννοια του παραρτήματος V, τμήμα ΣΤ, ψηφίο 4α του κανονισμού 1408/71 (όπως ίσχυε κατά το χρόνο που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση) ως μη εξομοιούμενες περίοδοι κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 ή ως εξομοιούμενες περίοδοι δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους κατά την έννοια αυτής της διάταξης;
4.
Σε περίπτωση που εξομοιούμενες περίοδοι υποχρεωτικής ασφαλίσεως δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους συμπίπτουν με προαιρετικές εξομοιούμενες περιόδους ασφαλίσεως, πρέπει να εξεταστεί, στο πλαίσιο του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72, προηγουμένως το ζήτημα αν οι εν λόγω περίοδοι είναι περίοδοι ασφαλίσεως “υποχρεωτικής ή προαιρετικής” (παράγραφος 1, στοιχείο 6) ή αν συνιστούν ή όχι περιόδους “εξομοιούμενες που συμπληρώθηκαν κατά τη νομοθεσία κράτους μέλους” (παράγραφος 1, στοιχείο γ);»
Η απόφαση περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Οκτωβρίου 1982.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις το Nieuwe Algemene Bedrijfsvereniging, εκπροσωπούμενο από τον F.W.M. Keimen, μέλος της νομικής υπηρεσίας (κοινωνική ασφάλιση) του Gemeenschappelijk Administratiekantoor και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J. Amphoux, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τον F. Herbert, δικηγόρο Βρυξελλών.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Το Δικαστήριο αποφάσισε με διάταξη της 23ης Μαρτίου 1983, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, να αναθέσει την υπόθεση στο πρώτο τμήμα.
III — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
1. Παρατηρήσεις που κατέθεσε το ΝΑΒ
Επί του πρώτου ερωτήματος το ΝΑΒ θεωρεί ότι, προκειμένου να προσδιοριστεί το περιεχόμενο της εννοίας «περίοδος ασφάλισης» του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, πρέπει να γίνει παραπομπή σε ό,τι ορίζει το παράρτημα V, τμήμα ΣΤ, ψηφίο 4, αυτού του κανονισμού. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, θεωρούνται ως περίοδοι ασφάλισης που συμπληρώθηκαν υπό το καθεστώς του WAO, οι περίοδοι έμμισθης εργασίας και οι εξομοιούμενες περίοδοι που συμπληρώθηκαν στις Κάτω Χώρες πριν από την 1η Ιουλίου 1967. Οι περίοδοι ασφάλισης που συμπληρώθηκαν δυνάμει του IW δεν λαμβάνονται πλέον υπόψη σύμφωνα με τα κριτήρια που ίσχυαν τότε για την εφαρμογή του εν λόγω νόμου, αλλά, δυνάμει της εγκυκλίου 315 και του παραρτήματος V, τμήμα ΣΤ, εδάφιο 4, του κανονισμού 1408/71. Θεωρούνται ως περίοδοι ασφάλισης όλες οι περίοδοι έμμισθης εργασίας ενώ, κατά τον υπό κρίση χρόνο, οι περίοδοι αυτές απείχαν πολύ από του να θεωρούνται ως περίοδοι ασφάλισης δυνάμει του IW. Συνεπώς, το ΝΑΒ θεωρεί ότι οι περίοδοι που λαμβάνονται κατ' αυτό τον τρόπο υπόψη δεν μπορούν πλέον να χαρακτηρίζονται ως περίοδοι ασφάλισης κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ιη, του κανονισμού 1408/71, αλλά μάλλον ως εξομοιούμενες περίοδοι.
Η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, συνάγεται από την απάντηση που προτείνεται για το πρώτο ερώτημα. Οι περίοδοι έμμισθης εργασίας που συμπληρώθηκαν πριν από την 1η Ιουλίου 1967 πρέπει να θεωρηθούν ως εξομοιούμενες περίοδοι κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 574/72.
Όσον αφορά το τρίτο ερώτημα, δεν είναι δυνατό να γίνει λόγος για περιόδους ασφάλισης δυνάμει του IW παρά μόνο εφόσον, κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων, είχαν καταβληθεί εισφορές. Περίοδος για την οποία δεν καταβλήθηκε καμιά εισφορά, είναι δυνατό να θεωρηθεί ως εξομοιούμενη περίοδος αποκλειστικά, βάσει της ολλανδικής νομοθεσίας.
Επί του τέταρτου ερωτήματος το ΝΑΒ έχει τη γνώμη ότι στο σύνολο των κανόνων που αναφέρονται στο άρ9ρο 15, παράγραφος 1, στοιχεία 6, γ και δ του κανονισμού 574/72, ο όρος «περίοδοι ασφάλισης» υποδηλώνει αποκλειστικά περιόδους που δεν είναι εξομοιούμενες, δηλαδή πραγματικές περιόδους ασφάλισης. Μέσα στην ομάδα των πραγματικών περιόδων ασφάλισης είναι δυνατό να γίνει διάκριση μεταξύ των περιόδων υποχρεωτικής και των περιόδων προαιρετικής ασφάλισης.
Οι εξομοιούμενες περίοδοι δεν είναι πραγματικές περίοδοι ασφάλισης και κατά συνέπεια, στο πλαίσιο του άρθρου 15, δεν είναι δυνατό να γίνει λόγος για εξομοιούμενες περιόδους υποχρεωτικής ασφάλισης και ακόμη λιγότερο να τεθεί το ζήτημα αν η ρύ9μιση του άρ9ρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο 6, υπερισχύει της ρύ9μισης του άρ9ρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ, ή αντίστροφα, δεδομένου ότι αυτά τα άρθρα αφορούν καταστάσεις εντελώς διαφορετικές. Για τους λόγους αυτούς, το ΝΑΒ θεωρεί ότι δεν είναι δυνατό να δοθεί απάντηση στο τέταρτο ερώτημα του Raad van Beroep. Αρκείται στην παρατήρηση ότι μια εξομοιούμενη περίοδος δεν μπορεί ποτέ να ληφθεί υπόψη, όταν υπάρχει πραγματική περίοδος ασφάλισης, ανεξάρτητα από το ζήτημα αν πρόκειται για περίοδο υποχρεωτικής ή για περίοδο προαιρετικής ασφάλισης.
2. Παρατηρήσεις που κατέθεσε η Επιτρπή
Η Επιτροπή αναφέρει ότι από την εξέταση της σχέσης που θεσπίζει το ψηφίο 4 του τμήματος ΣΤ του παραρτήματος V μεταξύ των περιόδων ασφάλισης που έχουν συμπληρωθεί βάσει του IW και των περιόδων ασφάλισης που έχουν συμπληρωθεί βάσει του WAO, προκύπτει ότι η σχέση αυτή διαφέρει από δύο απόψεις από την εν λόγω εξομοίωση των στοιχείων ιη του άρθρου 1 του κανονισμού 1408/71 για τους εξής λόγους:
α)
Οι περίοδοι που συμπληρώθηκαν βάσει του IW δεν είναι πλασματικές περίοδοι, δηλαδή περίοδοι για τις οποίες δεν υφίστατο στην πραγματικότητα ασφάλιση. Είναι αναμφισβήτητο ότι κατά τον υπό κρίση χρόνο ο ενδιαφερόμενος είχε πράγματι συμπληρώσει περιόδους ασφάλισης υπό την τρέχουσα νομοθεσία. Μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1965, ήταν υποχρεωτικά ασφαλισμένος, και, από την 1η Ιανουαρίου 1965 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1966, συνέχισε να είναι ασφαλισμένος, ως μισθωτός.
6)
Οι περίοδοι που συμπληρώνονται δυνάμει του IW δεν εξομοιώνονται από την εθνική νομοθεσία, η οποία εφαρμόζεται επί περιόδων που συμπληρώνονται βάσει του WAO. Η εξομοίωση γίνεται δυνάμει διατάξεως του κανονισμού 1408/71, δηλαδή του παραρτήματος V.
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή φρονεί ότι πρόκειται μάλλον για περιόδους που θεωρούνται ότι συμπληρώθηκαν δυνάμει του WAO. Το παράρτημα V δεν παραπέμπει στις περιόδους ασφάλισης που είναι προγενέστερες της έναρξης ισχύος του WAO, αλλά στις περιόδους, κατά τις οποίες ασκήθηκε έμμισθη εργασία στις Κάτω Χώρες.
Σε περίπτωση σύμπτωσης περιόδων προαιρετικής ασφάλισης με εξομοιούμενες περιόδους υποχρεωτικής ασφάλισης, οι τελευταίες πρέπει να έχουν το προβάδισμα.
Το άρθρο 15, παράγραφος 1, εδάφιο 6, υπερισχύει του άρθρου 15, παράγραφος 1, εδάφιο γ.
Κατά την άποψη της Επιτροπής οι εφαρμοστέες αρχές, όσον αφορά τις περιόδους που συμπίπτουν, είναι οι εξής:
— καταρχήν, αποκλείεται η σύμπτωση περιόδων υποχρεωτικής ασφάλισης που έχουν όντως συμπληρωθεί, δεδομένου ότι εργαζόμενος στον οποίο εφαρμόζεται ο κανονισμός 1408/71 δεν υπόκειται παρά στη νομοθεσία ενός και μόνο κράτους μέλους·
— επομένως, η συμπλήρωση περιόδων υποχρεωτικής ασφάλισης δεν είναι δυνατή παρά μόνο όταν η εν λόγω νομοθεσία λαμβάνει υπόψη τις «εξομοιούμενες» πλασματικές περιόδους, οι οποίες συνυπήρχαν με περίοδο υποχρεωτικής ασφάλισης που συμπληρώθηκε σε άλλο κράτος μέλος'
— όταν όμως η περίοδος υποχρεωτικής ασφάλισης συμπίπτει με περίοδο προαιρετικής ασφάλισης, μόνο η πρώτη λαμβάνεται υπόψη
— αποκλείεται οιαδήποτε σύμπτωση περιόδων υποχρεωτικής ασφάλισης, δεδομένου ότι ο ενδιαφερόμενος οφείλει να ασκήσει δικαίωμα προαιρέσεως (άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71)' επίσης, στην παρούσα υπόθεση, περίοδοι ασφάλισης δεν είναι δυνατό να συμπέσουν παρά σε περίπτωση συνύπαρξης πλασματικών περιόδων και περιόδων που έχουν πράγματι συμπληρωθεί.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, είναι φανερό ότι η περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ, δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο εφόσον συμπέσουν περίοδοι που υπάγονται στο ίδιο σύστημα ασφάλισης.
Όταν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, συμπίπτει πλασματική περίοδος υποχρεωτικής ασφάλισης με περίοδο προαιρετικής ασφάλισης που έχει πράγματι συμπληρωθεί, τότε εφαρμόζεται το άρθρο 15, παράγραφος 1, εδάφιο 6.
Η Επιτροπή, υπό το φως των προηγούμενων σκέψεων, προτείνει, τις εξής απαντήσεις στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν:
Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, η απάντηση στο πρώτο ερώτημα μπορεί να συναχθεί από το παράρτημα V, τμήμα ΣΤ, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι περίοδοι που πραγματοποιήθηκαν υπό το καθεστώς του IW πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τους υπολογισμούς που αναφέρει το άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71.
Σχετικά με το δεύτερο ερώτημα, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι περίοδοι που πραγματοποιήθηκαν βάσει του IW δεν είναι «εξομοιούμενες περίοδοι» κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ιη, του κανονισμού 1408/71 και του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 574/72.
Όσον αφορά το τρίτο ερώτημα, είναι φανερό ότι στην προκειμένη περίπτωση οι περίοδοι, για τις οποίες δεν καταβλήθηκε καμία εισφορά, πρέπει, βάσει του IW, να θεωρηθούν ως πραγματικές και όχι ως εξομοιούμενες περίοδοι' άλλωστε, στο παράρτημα V, τμήμα ΣΤ, στοιχείο 4α, η σχέση μεταξύ των περιόδων που συμπληρώθηκαν βάσει του IW και της ασφάλισης που προβλέπει το WAO βασίζεται όχι στο κριτήριο της ασφάλισης αλλά, αντίθετα, στο κριτήριο της έμμισθης εργασίας.
Το τέταρτο ερώτημα, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, είναι άνευ αντικειμένου κατά το μέτρο που γίνεται δεκτό ότι οι περίοδοι που συμπληρώθηκαν βάσει του IW δεν μπορούν να θεωρούνται ως εξομοιούμενες περίοδοι.
Επιπλέον, η Επιτροπή έχει τη γνώμη ότι σχετικά με την περίπτωση, η οποία αναφέρεται στο ερώτημα, το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο 6, υπερισχύει του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ.
III — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 30ής Ιουνίου 1983, το Nieuwe Algemene Bedrijfsvereniging, εκπροσωπούμενο από τον F. W. Μ. Keimen, μέλος της νομικής υπηρεσίας (κοινωνική ασφάλιση) του Gemeenschappelijk Administratiekantoor και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο J. Amphoux, επικουρούμενο από τον F. Herbert, δικηγόρο Βρυξελλών, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
Η γενική εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Νοεμβρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με διάταξη της 19ης Οκτωβρίου 1982, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Οκτωβρίου 1982, το Raad van Beroep του Άμστερνταμ υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73).
2
Τα ερωτήματα αυτά υποβλήθηκαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του W. Derks και του Nieuwe Algemene Bedrijfsvereniging (εφεξής NAB) ολλανδικού οργανισμού κοινωνικής ασφάλισης.
3
Ο Derks εργάστηκε ως μισθωτός στις Κάτω Χώρες από τις 7 Ιουνίου 1955 μέχρι την 1η Απριλίου 1971. Από τις 7 Ιουνίου 1955, κατέβαλε 500 εβδομαδιαίες εισφορές στο πλαίσιο του «Invaliditeitswet» (νόμου περί ασφάλισης αναπηρίας-γήρατος των εργατών, στο εξής IW) και από την 1η Ιουλίου 1967 μέχρι την 31η Μαρτίου 1971, ημερομηνία που έπαψε να εργάζεται ως μισθωτός στις Κάτω Χώρες, δυνάμει του «Wet op de Arbeidsongeschiktheidsverzekering» (νόμου περί ασφάλισης κατά της ανικανότητας προς εργασία, στο εξής WAO), ο οποίος αντικατέστησε το IW. To IW ανήκει στη νομοθεσία που αποκαλείται του τύπου Β, όπου το ύψος των παροχών δεν είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων ασφάλισης. Το WAO ανήκει στη νομοθεσία τύπου Α, όπου το ύψος των παροχών είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων ασφάλισης.
4
Ο Derks κατέβαλε επίσης προαιρετικές εισφορές στη Γερμανία για τα έτη 1957 μέχρι 1966 και για το έτος 1968. Από την 1η Απριλίου 1971, υπαγόταν πλέον μόνο στο γερμανικό υποχρεωτικό σύστημα ασφάλισης κατά της αναπηρίας.
5
Από την 7η Οκτωβρίου 1977 χορηγήθηκε στον Derks ολλανδική σύνταξη λόγω ανικανότητάς του προς εργασία, η οποία επήλθε στις 8 Οκτωβρίου 1976. Το ΝΑΒ, κατ' εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, έλαβε υπόψη αφενός μεν την περίοδο ολλανδικής ασφάλισης από την 1η Ιανουαρίου μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1968 και όχι την αντίστοιχη γερμανική περίοδο, αφετέρου δε τη γερμανική περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1957 μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1966 και όχι την αντίστοιχη ολλανδική περίοδο.
6
Το ΝΑΒ βασίστηκε στις διατάξεις του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138) περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. Σύμφωνα με την άποψη του, κατά το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 1957 μέχρι και 31ης Δεκεμβρίου 1966, ο Derks ήταν προαιρετικά ασφαλισμένος ση Γερμανία, ενώ στις Κάτω Χώρες για την ίδια περίοδο είχε συμπληρώσει εξομοιούμενες περιόδους. Για την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου μέχρι και 31ης Δεκεμβρίου 1968 ο Derks ήταν προαιρετικά ασφαλισμένος στη Γερμανία, αλλά υποχρεωτικά στις Κάτω Χώρες.
7
Ο Derks άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Raad van Beroep του Αμστερνταμ. Το δικαστήριο αυτό, κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, υπέβαλε τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1.
Κατά την εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου πρέπει να θεωρηθεί η περίοδος εισφορών βάσει του ολλανδικού νόμου περί ασφαλίσεως αναπηρίας-γήρατος των εργατών ότι συμπληρώθηκε βάσει νόμου ή νομικής ρυθμίσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος ι, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος ιη, και του άρθρου 94, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού;
2.
Πρέπει να λογισθούν περίοδοι εισφορών βάσει νόμου κατά την έννοια, όπως ειπώθηκε, του άρθρου 1, παράγραφος ι, σε συνδυασμό με την παράγραφο ιη, ως μη εξομοιούμενες περίοδοι κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού ΕΟΚ 574/72 του Συμβουλίου ή αντιθέτως ως εξομοιούμενες περίοδοι δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους κατά την έννοια αυτής της διάταξης;
3.
Πρέπει να λογισθούν περίοδοι που τοποθετούνται πριν από την 1η Ιουλίου 1967, για τις οποίες δεν καταβλήθηκε καμία εισφορά δυνάμει του νόμου περί ασφαλίσεως κατά αναπηρίας-γήρατος των εργατών, αλλά κατά τη διάρκεια των οποίων υπήρξε μισθωτή δραστηριότητα κατά την έννοια του παραρτήματος V, τμήμα ΣΤ, ψηφίο 4α, του κανονισμού 1408/71 (όπως ίσχυε κατά το χρόνο που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση) ως μη εξομοιουμενες περίοδοι κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού ΕΟΚ 574/72 ή ως εξομοιούμενες περίοδοι δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους κατά την έννοια αυτής της διάταξης;
4.
Σε περίπτωση που εξομοιούμενες περίοδοι υποχρεωτικής ασφαλίσεως δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους συμπίπτουν με προαιρετικές εξομοιούμενες περιόδους ασφαλίσεως πρέπει να εξεταστεί, στο πλαίσιο του άρθρου 15 του κανονισμού ΕΟΚ 574/72, προηγουμένως το ζήτημα αν οι εν λόγω περίοδοι είναι περίοδοι ασφαλίσεως “υποχρεωτικής ή προαιρετικής” (παράγραφος 1, στοιχείο 6) ή αν συνιστούν ή όχι περιόδους “εξομοιούμενες που συμπληρώθηκαν κατά τη νομοθεσία κράτους μέλους” (παράγραφος 1, στοιχείο γ);»
8
Το IW ρυθμίζει την υποχρεωτική ασφάλιση των εργατών κατά των οικονομικών συνεπειών της αναπηρίας και του γήρατος μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1965. Η ασφάλιση αυτή λειτουργούσε επίσης, ως ασφάλιση γήρατος για τους ίδιους εργάτες, ενώ από το 1957 ήταν επικουρική ασφάλιση γήρατος. Από την 1η Ιουλίου 1967, το WAO έχει αντικαταστήσει το IW.
9
Για την τακτοποίηση των περιπτώσεων που υπάγονταν στο IW, ο ολλανδός νομοθέτης θέσπισε, στις 10 Δεκεμβρίου 1964, τον «Liquidatiewet Invaliditeits-wetten» (νόμο περί καθορισμού των δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν δυνάμει των νόμων περί ασφαλίσεως κατά αναπηρίας). Σύμφωνα με το άρθρο 3 αυτού του νόμου, από την 1η Ιανουαρίου 1965 δεν ήταν πλέον δυνατή η καταβολή εισφορών βάσει του IW, οι μισθωτοί, όμως, εξακολουθούσαν να είναι ασφαλισμένοι κατά του κινδύνου αναπηρίας μέχρι την έναρξη ισχύος του WAO, την 1η Ιανουαρίου 1967. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι εισφορές που καταβλήθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1965, εξαγοράστηκαν αργότερα.
10
Μετά την αντικατάσταση του IW από το WAO, τέθηκε το ερώτημα σύμφωνα με ποιες διαδικασίες έπρεπε να μεταφερθούν και να ληφθούν υπόψη, μετά την 1η Ιουλίου 1967, οι περίοδοι ασφάλισης που είχαν συμπληρωθεί δυνάμει του IW, όσον αφορά τις σχέσεις με τα άλλα κράτη μέλη και τον αναλογικό υπολογισμό των συντάξεων. Το πρόβλημα αυτό ανέκυψε λόγω του γεγονότος ότι η εγγραφή των υπαγόμενων σε ασφάλιση δυνάμει του IW προσώπων παρουσίαζε κενά κατά τρόπο που ήταν αδύνατο να ελεγχθούν με ακρίβεια, βάσει του μητρώου εγγεγραμμένων, οι περίοδοι ασφάλισης που είχαν συμπληρωθεί.
11
Για την επίλυση αυτού του προβλήματος, η εγκύκλιος 315 της 8ης Μαρτίου 1967 του Sociale Verzekeringsraad έδωσε οδηγίες ως προς την εφαρμογή των κανονισμών 3/58 και 4/58, ώστε να λαμβάνονται υπόψη και να μεταφέρονται σε αλλοδαπούς φορείς οι περίοδοι ασφάλισης που είχαν συμπληρωθεί πριν από την 1η Ιουλίου 1967. Οι οδηγίες αυτές επαναλήφθηκαν για την εφαρμογή των κοινοτικών κανονισμών που ίσχυαν κατά την υπό κρίση περίοδο στο παράρτημα V, τμήμα ΣΤ, ψηφίο 4, του κανονισμού 1408/71, το οποίο αναφέρει ότι:
«Εφαρμογή της ολλανδικής νομοθεσίας περί της ασφαλίσεως κατά της ανικα-νότητος προς εργασία
α)
Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού θεωρούνται, επίσης, ως περίοδοι ασφαλίσεως που συνεπληρώθησαν δυνάμει της ολλανδικής νομοθεσίας περί της ασφαλίσεως κατά της ανικανότητας προς εργασία, οι περίοδοι έμμισθης εργασίας και οι εξομοιούμενες περίοδοι που συνεπληρώθησαν στις Κάτω Χώρες προ της 1ης Ιουλίου 1967.
β)
Οι περίοδοι που πρέπει να ληφθούν υπόψη σύμφωνα με την περίπτωση α θεωρούνται ως περίοδοι ασφαλίσεως που συνεπληρώθησαν υπό νομοθεσία του τύπου που αναφέρεται στο άρθρο 37, παράγραφος 1, του κανονισμού.»
Επί των τριών πρώτων ερωτημάτων
12
Τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν αφορούν το ζήτημα αν, για την εφαρμογή του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71 και του άρθρου 15 του κανονισμού 574/72, πρέπει να θεωρούνται ως περίοδοι ασφάλισης ή ως περίοδοι εξομοιούμενες με περιόδους ασφάλισης
α)
περίοδοι εργασίας που συμπληρώθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1965 υπό την τότε ισχύουσα ολλανδική νομοθεσία, για τις οποίες καταβλήθηκαν εισφορές δυνάμει αυτής της νομοθεσίας
β)
περίοδοι έμμισθης εργασίας που συμπληρώθηκαν στις Κάτω Χώρες πριν από την 1η Ιουλίου 1967, για τις οποίες δεν καταβλήθηκε καμία εισφορά.
13
Το άρθρο 1, στοιχείο ιη, του κανονισμού 1408/71 διευκρινίζει ότι με τον όρο «περίοδοι ασφαλίσεως» νοούνται οι περίοδοι εισφορών απασχολήσεως που καθορίζονται ή αναγνωρίζονται ως περίοδοι ασφαλίσεως από τη νομοθεσία, υπό την οποία συμπληρώθηκαν ή θεωρούνται ότι συμπληρώθηκαν, καθώς και κάδε εξομοιούμενη περίοδος, κατά το μέτρο που αναγνωρίζεται από τη νομοθεσία αυτή ως ισοδύναμη προς περιόδους ασφαλίσεως.
14
Το άρθρο 1, παράγραφος ι, ορίζει ότι ο όρος «νομοθεσία» προσδιορίζει, για κάθε κράτος μέλος, τους υφιστάμενους ή μελλοντικούς νόμους, κανονιστικές πράξεις, κανονισμούς και κάθε άλλο μέτρο εφαρμογής που αφορούν τους κλάδους και τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2. Το άρθρο 94, παράγραφος 2, ορίζει ότι κάθε περίοδος ασφαλίσεως και, ενδεχομένως, κάθε περίοδος αποσχολήσεως ή κατοικίας, η οποία συμπληρώθηκε υπό τη νομοθεσία κράτους μέλους πριν από την 1η Οκτωβρίου 1972 ή πριν από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του παρόντος κανονισμού στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους, λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων που γεννώνται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού.
15
Το Δικαστήριο έχει ήδη δεχτεί, με την απόφαση της 9ης Ιουνίου 1977 (109/76, Blottner, Jurispr. 1977, σ. 1141), ότι η έκφραση «υφιστάμενοι ή μελλοντικοί» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος ι, δεν πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να αποκλείονται διατάξεις, οι οποίες, αν και ίσχυαν προηγουμένως, είχαν πάψει να ισχύουν όταν θεσπίστηκε ο κανονισμός 1408/71, καθώς και ο κανονισμός εφαρμογής του. Ο σκοπός του άρθρου 51 της Συνθήκης δεν θα επι-τυγχάνετο, αν ο εργαζόμενος έχανε την ιδιότητα του ασφαλισμένου κατά την έννοια των κοινοτικών κανονισμών λόγω του γεγονότος και μόνο ότι κατά την εποχή που θεσπίστηκαν, η εθνική νομοθεσία που ίσχυε κατά το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο εργαζόμενος ήταν ασφαλισμένος, είχε αντικατασταθεί από διαφορετική νομοθεσία. Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι το γεγονός ότι η νομοθεσία που ίσχυε κατά το χρονικό σημείο της καταβολής των εισφορών και της πραγματοποίησης της έμμισθης εργασίας δεν ισχύει πλέον, δεν έχει σημασία όσον αφορά τις απαντήσεις που πρέπει να δοθούν στα ερωτήματα.
16
Από το προαναφερθέν ήδη κείμενο του παραρτήματος V, τμήμα ΣΤ, ψηφίο 4, του κανονισμού προκύπτει ότι οι περίοδοι, τις οποίες αφορούν τα ερωτήματα, πρέπει να λογισθούν ως περίοδοι που συμπληρώθηκαν υπό την ολλανδική νομοθεσία και ως περίοδοι που συμπληρώθηκαν υπό νομοθεσία του τύπου που αναφέρεται στο άρθρο 37, παράγραφος 1 (του λεγόμενου «τύπου Α»). Το γεγονός ότι οι καταβληθείσες εισφορές εξαγοράσθηκαν αργότερα και ότι, για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1965 μέχρι την 1η Ιουλίου 1967, δεν καταβλήθηκε καμία εισφορά, δεν έχει σημασία στην προκειμένη περίπτωση. Δεν έχει, επίσης, σημασία το γεγονός ότι η ισχύουσα πριν από την 1η Ιουλίου 1967 ασφάλιση ήταν ουσιαστικά του τόπου Β.
17
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι περίοδοι, τις οποίες αφορούν τα ερωτήματα, πρέπει να λογισθούν ως περίοδοι ασφάλισης που πράγματι συμπληρώθηκαν υπό την ολλανδική νομοθεσία και όχι ως περίοδοι που δεν καλύπτονται από ασφάλιση και επομένως, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ως εξομοιούμενες προς περιόδους ασφάλισης.
18
Από τις σκέψεις αυτές προκύπτει ότι η απάντηση στα τρία πρώτα ερωτήματα που υπέβαλε το Raad van Beroep στο 'Αμστερνταμ είναι ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71 και του άρθρου 15 του κανονισμού 574/72, πρέπει να λογίζονται ως περίοδοι ασφάλισης και όχι ως εξομοιούμενες περίοδοι
α)
περίοδοι εργασίας που συμπληρώθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1965 υπό την τότε ισχύουσα ολλανδική νομοθεσία, για τις οποίες καταβλήθηκαν εισφορές δυνάμει αυτής της νομοθεσίας
δ)
περίοδοι έμμισθης εργασίας που συμπληρώθηκαν στις Κάτω Χώρες πριν από την 1η Ιουλίου 1967 και για τις οποίες δεν καταβλήθηκε καμία εισφορά.
19
Εν όψει της απάντησης που δόθηκε στα τρία πρώτα ερωτήματα το τέταρτο ερώτημα δεν έχει πλέον αντικείμενο.
Επί των δικαστικών εξόδων
20
Τα έξοδα, στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία αυτή έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Raad van Beroep του Άμστερνταμ με διάταξη της 19ης Οκτωβρίου 1982, αποφαίνεται:
Για την εφαρμογή του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73) και του άρθρου 15 του κανονισμού 574/72 του Συμβουλίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138) πρέπει να λογίζονται ως περίοδοι ασφάλισης και όχι ως εξομοιούμενες περίοδοι:
α)
περίοδοι εργασίας που συμπληρώθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1965 υπό την τότε ισχύουσα ολλανδική νομοθεσία, για τις οποίες καταβλήθηκαν εισφορές δυνάμει αυτής της νομοθεσίας
β)
περίοδοι έμμισθης εργασίας που συμπληρώθηκαν στις Κάτω Χώρες πριν από την 1η Ιουλίου 1967 και για τις οποίες δεν καταβλήθηκε καμία εισφορά.
Koopmans
O'Keeffe
Bosco
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 2 Φεβρουαρίου 1984.
Κατ' εντολή του γραμματέα
H. A. Rühl
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
T. Koopmans
Full & Egal Universal Law Academy