Στην υπόθεση 290/82,
Désirée Tréfois, πρώην δόκιμη υπάλληλος του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Munsbach (Λουξεμβούργο), εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο Βρυξελλών Georges Vandersanden, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τη δικηγόρο Janine Biver, 2, rue Goethe,
προσφεύγουσα,
κατά
Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον François-Xavier Zwicken, διευθυντή διοικήσεως, επικουρούμενο από το δικηγόρο Λουξεμβούργο Alex Bonn, 22, Côte d'Eich, ο οποίος ορίστηκε και ως αντίκλητος,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως της αποφάσεως του προέδρου του Δικαστηρίου περί μη μονιμοποιήσεως της προσφεύγουσας στο πέρας της περιόδου δοκιμασίας της,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Bahlmann, πρόεδρο τμήματος, Ρ. Pescatore και Ο. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Ρ. VerLoren van Themaat
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά
Η Désirée Tréfois, επικουρική υπάλληλος στη διεύθυνση μεταφράσεως του Δικαστηρίου από 1ης Αυγούστου 1979, έλαβε μέρος τον Ιούνιο του 1981 στον εσωτερικό διαγωνισμό βάσει τίτλων και εξετάσεων CJ 38/80 για την πρόσληψη αναπληρωτού υπαλλήλου γραφείου στη διεύθυνση «τεκμηρίωση και βιβλιοθήκη», τμήμα βιβλιοθήκης. Κατόπιν του διαγωνισμού αυτού ανεγράφη πρώτη στον πίνακα επιτυχόντων.
Η Tréfois διορίστηκε από 1ης Αυγούστου 1981 δόκιμη υπάλληλος στη θέση αυτή, με απόφαση του προέδρου του Δικαστηρίου, της 15ης Σεπτεμβρίου 1981, στο βαθμό C 5, κλιμάκιο 3.
Η Tréfois ανέλαβε στην πράξη τα καθήκοντα της την 1η Οκτωβρίου 1981, ημερομηνία μεταθέσεώς της από το παράρτημα του τμήματος «βιβλιοθήκη», που λειτουργεί στη διεύθυνση μεταφράσεως, στο οποίο υπηρετούσε έως τότε, από το κτίριο Jean Monnet στο μέγαρο του Δικαστηρίου.
Ο προϊστάμενος βιβλιοθήκης κατάρτισε στις 24 Μαρτίου 1982 την έκθεση κρίσης κατά το πέρας της δοκιμασίας της Tréfois. Με την έκθεση αυτή συνιστούσε την απόλυση της μετά τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας της.
Σε ό,τι αφορά την κρίση των κυριοτέρων καθηκόντων που επιτέλεσε κατά τη διάρκεια της περιόδου δοκιμασίας της η έκθεση περιέχει έξι κρίσεις με το χαρακτηρισμό — «ικανοποιητική» και τέσσερις κρίσεις με το χαρακτηρισμό «ανεπαρκής»· καταλογίζει ιδίως εις βάρος της Tréfois, φυσική ανεπάρκεια, συχνές απουσίες, περιορισμένο ενδιαφέρον και ανεπαρκή απόδοση, ως συνέπεια των απουσιών της.
Αιτιολογώντας τις κρίσεις αυτές η έκθεση αναφέρει τα ακόλουθα στοιχεία:
Τα καθήκοντα της ως αποθηκάριου της βιβλιοθήκης συνίστανται κυρίως σε καθημερινές εργασίες μεταφοράς και διευθετήσεως βιβλίων, γεγονός που συνεπάγεται τη συνεχή μεταφορά χειραμαξών από τον ένα όροφο στον άλλο και τη μετακίνηση συχνά πολύτομων βιβλίων.
Ο όγκος των βιβλίων που διακινούνται καθημερινά απαιτεί μια ορισμένη φυσική δύναμη από το πρόσωπο που επιτελεί τις εργασίες αυτές, δύναμη την οποία, κατά τη γνώμη μου, δεν διαθέτει σε επαρκή βαθμό η Tréfois.
Η τακτική παρουσία του προσώπου που εκτελεί χρέη αποθηκάριου είναι απαραίτητη τόσο για να είναι δυνατή η πρόσβαση στην αποθήκη, όσο και για να μην επισωρεύονται τα διακινούμενα βιβλία.
Δυστυχώς, η Tréfois διακρίθηκε για τις συχνές απουσίες της για λόγους οικογενειακούς ή υγείας.
Η εργασία δεν ανταποκρίνεται ακριβώς στις κλίσεις της Tréfois η οποία εξέφρασε την προτίμηση της για τα καθήκοντα της γραμματέα. Έτσι εξηγείται το τόσο περιορισμένο ενδιαφέρον της για την εργασία.
Για λόγους που ανάγονται τόσο στην έλλειψη ενδιαφέροντος για τα καθήκοντα με τα οποία είχε επιφορτιστεί, στην έλλειψη συνεχείας στην εργασία της και στη φυσική της ανεπάρκεια για τα καθήκοντα που συνδέονται με την εν λόγω θέση δεν μπορώ να προτείνω τη μονιμοποίηση της Tréfois.
Δεν αποκλείεται, ωστόσο, να μπορέσει η Tréfois να παράσχει ικανοποιητικές υπηρεσίες σε μια άλλη θέση του Δικαστηρίου για την οποία οι απαιτήσεις θα ήταν μικρότερες και οι οποίες θα αφορούσαν καθή-καντα που ανταποκρίνονται περισσότερο στα ενδιαφέροντα της.
Η έκθεση κοινοποιήθηκε στην Tréfois στις 29 Μαρτίου 1982' την ίδια μέρα εξέθεσε γραπτώς τις αντιρρήσεις της και εξήγησε τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να δεχθεί καμία από τις αρνητικές παρατηρήσεις της εκθέσεως.
Στις 7 Απριλίου 1982 με σημείωμα του διευθυντή διοικήσεως η Tréfois πληροφορήθηκε ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αποφάσισε να μην την μονιμοποιήσει. Η τυπική απόφαση του προέδρου του Δικαστηρίου υπό την ιδιότητα του της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, να θέσει τέλος στην περίοδο της δοκιμασίας της Tréfois χωρίς μονιμοποίηση ελήφθη στις 5 Μαΐου 1982 και της κοινοποιήθηκε στις 7 Μαίου.
Στις 3 Ιουνίου 1982, η Tréfois υπέβαλε ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης κατά της αποφάσεως απολύσεως και της εκθέσεως κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας που την αφορούσε.
Με υπηρεσιακό σημείωμα της 16ης Ιουλίου 1982, κοινοποιήθηκε στην Tréfois υπόμνημα του προέδρου του Δικαστηρίου προς το διευθυντή της διευθύνσεως «βιβλιοθήκη και τεκμηρίωση» και των απαντητικών υπομνημάτων του τελευταίου και του ιεραρχικώς προϊσταμένου της Tréfois. Η Tréfois διατύπωσε τις παρατηρήσεις της σχετικά με τις απόψεις αυτές με υπόμνημα που απεύθυνε στον πρόεδρο στις 29 Ιουλίου 1982.
Η ένσταση της Tréfois απορρίφθηκε με απόφαση του προέδρου του Δικαστηρίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 1982 η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στην Tréfois στις 27 Σεπτεμβρίου 1982.
II — Έγγραφη διαδικασία
Στις 11 Νοεμβρίου 1982 η Tréfois άσκησε την παρούσα προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως του προέδρου περί απορρίψεως της ενστάσεως της, της αποφάσεως περί περατώσεως της περιόδου δοκιμασίας της χωρίς μονιμοποίηση και, εφόσον είναι αναγκαίο, της εκθέσεως κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας που προηγήθηκε της εν λόγω αποφάσεως.
Η έγγραφη διαδικασία διεξήχθηκε κανονικά.
Το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Οι διάδικοι κλήθηκαν να εντοπίσουν τα επιχειρήματα τους κατά την προφορική διαδικασία στο ζήτημα της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει η διοίκηση κατά τη μονιμοποίηση των υπαλλήλων κατά το πέρας της περιόδου δοκιμασίας και τον αντίστοιχο καθορισμό της εξουσίας ελέγχου που διαθέτει το Δικαστήριο. Η προσφεύγουσα κλήθηκε να διευκρινίσει τις αιτιάσεις που διατυπώνει κατά της αποφάσεως του προέδρου του Δικαστηρίου να θέσει τέλος στην περίοδο της δοκιμασίας της χωρίς μονιμοποίηση.
III — Αιτήματα των διαδίκων
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο
—
να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη και κατά συνέπεια να ακυρώσει την απόφαση της 5ης Μαίου 1982, με την οποία τίθεται τέλος στην περίοδο δοκιμασίας της χωρίς μονιμοποίηση καθώς και, εφόσον είναι αναγκαίο, την έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας που προηγήθηκε της εν λόγω αποφάσεως·
—
να ακυρώσει την απόφαση του προέδρου του Δικαστηρίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 1982, περί απορρίψεως της ενστάσεως της·
—
να διατάξει την ακρόαση της προσφεύγουσας και την εξέταση των μαρτύρων που προτείνει στην προσφυγή της, κατ' εφαρμογή του άρθρου 47 του κανονισμού διαδικασίας·
—
να καταδικάσει το καθού στο σύνολο των δικαστικών εξόδων, περιλαμβανομένης και της αμοιβής του συνηγόρου της προσφεύγουσας.
Το Δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο
—
να απορρίψει την προσφυγή
—
να αποφανθεί επί των εξόδων βάσει των εφαρμοστέων διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
IV — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας
Οι όνο διάδικοι διατυπώνουν προκαταρκτικές παρατηρήσεις ως προς το ρόλο της περιόδου δοκιμασίας στη διαδικασία προσλήψεως και ως προς την έκταση του δικαστικού ελέγχου στο θέμα αυτό.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η απόφαση με την οποία τίθεται τέλος στην περίοδο δοκιμασίας της χωρίς μονιμοποίηση καθώς και η ίδια η έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας πάσχουν από παραβίαση ουσιωδών τύπων, ότι η απόφαση του προέδρου του Δικαστηρίου περί απορρίψεως της ενστάσεως της ελήφθη κατόπιν καταστρατηγήσεως της διαδικασίας και ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι όλες αντίθετες προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω φύλου.
Το Δικαστήριο θεωρεί τους λόγους που προβάλλονται προς στήριξη της προσφυγής ως απαράδεκτους και αβάσιμους.
Α — Ως προς το ρόλο της περιόόον της δοκιμασίας και το δικαστικό έλεγχο
Η προσφεύγουσα αναγνωρίζει ότι η μονιμοποίηση ενός υπαλλήλου εξαρτάται από την προηγούμενη επιτυχία της υποχρεωτικής περιόδου δοκιμασίας και ότι η ίδια δεν είχε κανένα κεκτημένο δικαίωμα να μονιμοποιηθεί. Ωστόσο, η άρνηση μονιμοποιήσεως υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Αν και ο έλεγχος του Δικαστηρίου, λόγω της διακριτικής εξουσίας εκτιμήσεως της διοικητικής αρχής, είναι ένας ελάχιστος έλεγχος νομιμότητας (έλεγχος αιτιολογίας, προφανής εσφαλμένη εκτίμηση de jure ή de facto, κατάχρηση εξουσίας), είναι ωστόσο επαρκής για να καταστείλει μια αυθαίρετη ενέργεια εκ μέρους της διοικήσεως. Αυτό συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
Το Δικαστήριο αναφέρει ότι σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης η πρόσληψη ενός υπαλλήλου προϋποθέτει, εκτός από την επιτυχία του στο διαγωνισμό κατά τον οποίο γίνεται δεκτός, την επιτυχία του κατά την υποχρεωτική περίοδο δοκιμασίας. Οι δόκιμοι υπάλληλοι δεν έχουν κανένα κεκτημένο δικαίωμα να προσληφθούν ως μόνιμοι· η έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας ενέχει γι' αυτούς την ίδια σημασία και είναι το ίδιο άδηλη με την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού. Μια αρνητική έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας δεν συνεπάγεται δυνατότητα προσφυγής επί της ουσίας κατά των πορισμάτων της εκθέσεως, τα οποία αποτελούν τη συνισταμένη των κρίσεων των ιεραρχικώς προϊσταμένων, ως προς την εργασία του δοκίμου. Δυνατή είναι μόνο προσφυγή ελέγχου της νομιμότητας που στηρίζεται σε συγκεκριμένους λόγους ακυρότητας και στρέφεται κατά των μεθόδων και των λόγων επί των οποίων στηρίζεται η έκθεση.
Β — Ως προς τον ισχυρισμό περί παραβιάσεως ουσιωδών τύπων
Η προσφεύγουσα προσάπτει στην απόφαση περί περατώσεως της δοκιμασίας της χωρίς μονιμοποίηση ότι πάσχει από εσφαλμένη αιτιολογία και ότι ελήφθη κατόπιν αντικανονικής διαδικασίας κρίσεως.
Το Δικαστήριο θεωρεί απαράδεκτο τον ισχυρισμό αυτό ή αβάσιμο υπό τα διάφορα στοιχεία του.
— Ως προς την αιτίαση της παραβιάσεως της διαδικασίας κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας
Η προοφεύγουσα τονίζει ότι, κατά το άρθρο 34 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η περίοδος δοκιμασίας για υπάλληλο του βαθμού της τερματίζεται έξι μήνες μετά την ημερομηνία διορισμού' εξάλλου, η έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας έπρεπε να συνταχθεί έναν τουλάχιστο μήνα πριν από τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας.
α)
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ιεραρχικώς προϊστάμενος της προσφεύγουσας με δική του πρωτοβουλία και αγνοώντας την αποκλειστική αρμοδιότητα της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, μετέθεσε την ημερομηνία του πέρατος της δοκιμασίας από την 31η Ιανουαρίου στην 31η Μαρτίου 1982. Το γεγονός ότι η προσφεύγουσα ανέλαβε στην πράξη τα καθήκοντα της μόλις την 1η Οκτωβρίου 1981 (και όχι την 1η Αυγούστου) δεν δικαιολογεί τη μετάθεση αυτή: δεν επιτρέπεται να υποστεί η ενδιαφερόμενη τις συνέπειες καθυστερήσεων που οφείλονται στην οργάνωση της υπηρεσίας' για τους δύο πρώτους μήνες της δοκιμασίας έπρεπε να ζητηθεί η γνώμη του διευθυντή της γλωσσικής υπηρεσίας, στον οποίο υπαγόταν τότε το παράρτημα της βιβλιοθήκης, όπου η προσφεύγουσα επιτελούσε τα ίδια ακριβώς καθήκοντα με εκείνα που ανέλαβε κατόπιν μια απλή μετακίνηση των υπηρεσιών χωρίς μεταβολή των καθηκόντων του ενδιαφερομένου υπαλλήλου, δεν δικαιολογεί παράταση της περιόδου δοκιμασίας· εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να γίνει τροποποίηση της ημερομηνίας ενάρξεως της περιόδου δοκιμασίας, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, χωρίς ο υπάλληλος να ενημερωθεί αμέσως για την εν λόγω τροποποίηση της πράξεως προσλήψεως του ως δόκιμου υπαλλήλου.
6)
Κατά το άρθρο 34, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας έπρεπε να καταρτιστεί έναν τουλάχιστον μήνα πριν από τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η εν λόγω έκθεση καταρτίστηκε μόλις στις 24 Μαρτίου 1982 και διαβιβάστηκε στην προσφεύγουσα μόλις στις 29 Μαρτίου, δηλαδή, στην καλύτερη περίπτωση, δύο μόλις ημέρες πριν από το πέρας της δοκιμασίας. Βέβαια, σύμφωνα με πάγια νομολογία, η καθυστέρηση καταρτίσεως της εκθέσεως κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας, αν και συνιστά ανωμαλία σε σχέση με τις ρητές απαιτήσεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, δεν αρκεί για να θέσει υπό αμφισβήτηση το κύρος της εν λόγω εκθέσεως· ωστόσο, ο δόκιμος υπάλληλος πρέπει να έχει στη διάθεση του, μέχρι να ληφθεί η απόφαση απολύσεως, επαρκή χρόνο για να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του και να ζητήσει τη συμπαράσταση συνηγόρου. Είναι εμφανές ότι αυτό δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Εξάλλου, λόγω της καθυστερημένης καταρτίσεως της εκθέσεως, η ίδια η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αναγκάστηκε να παρατείνει την προθεσμία για να αποφασίσει τη μη μονιμοποίηση της προσφεύγουσας.
Η δήλωση ότι οι ενέργειες έγιναν προς το συμφέρον του προσφεύγοντος δεν αρκεί να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των προθεσμιών που ορίζει ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης.
Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η εν λόγω αιτίαση είναι απαράδεκτη και, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμη.
α)
Ως προς την ημερομηνία λήξεως της περιόδου δοκιμασίας, πρέπει να σημειωθεί ότι ενόψει της πραγματικής ενάρξεως των καθηκόντων της προσφεύγουσας η παράταση της περιόδου δοκιμασίας ήταν επιβεβλημένη προς το συμφέρον τόσο του οργάνου όσο και της ίδιας της προσφεύγουσας. Η τελευταία δεν έχει συμφέρον να επικρίνει ένα μέτρο που δεν της προξενεί ζημία. Κατά συνέπεια ο λόγος είναι απαράδεκτος.
6)
Η έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας φέρει πράγματι την ημερομηνία 24 Μαρτίου 1982, ενώ έπρεπε κανονικά να έχει καταρτιστεί το βραδύτερο μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου. Ωστόσο, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου η καθυστέρηση καταρτίσεως της εκθέσεως δεν αρκεί για να θέσει σε αμφισβήτηση το κύρος της, πολύ περισσότερο στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία ο βαθμολογητής θεώρησε σωστό να μην αποφανθεί παρά μετά την πάροδο μιας επαρκούς προθεσμίας που θα του έδινε τη δυνατότητα για μια συνολική κρίση.
Ο ισχυρισμός που προβάλλει η προσφεύγουσα είναι απαράδεκτος διότι δεν προσδιορίστηκε επαρκώς στο εισαγωγικό δικόγράφο της προσφυγής. Ο ισχυρισμός αυτός είναι επίσης αβάσιμος: δεν τάχθηκε προθεσμία στην προσφεύγουσα για να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της δεδομένου ότι δεν πρόκειται για διαδικασία δικαστικής διαφοράς ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης δεν προβλέπει τη συμπαράσταση συνηγόρου.
— Ως προς την αιτίαση της εσφαλμένης αιτιολογίας
Η προσφεύγουσα διαπιστώνει ότι η απόφαση να τερματιστεί η περίοδος δοκιμασίας χωρίς μονιμοποίηση ελήφθη κυρίως με βάση την έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας για να κριθεί η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει επομένως να γίνει αναφορά στην εν λόγω έκθεση. Η έκθεση λοιπόν αυτή διατυπώνει εις βάρος της προσφεύγουσας τρεις αιτιάσεις οι οποίες είναι αβάσιμες και εκτός πραγματικότητας επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται πραγματικής και νομικής αιτιολογίας.
Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι οι κρίσεις του βαθμολογητή επί των οποίων στηρίζονται η έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας και τα πορίσματα της δεν μπορούν να συζητηθούν στο πλαίσιο μιας προσφυγής ελέγχου της νομιμότητας· το ίδιο ισχύει και για την αιτιολογία. Κατά συνέπεια, η διατύπωση του ισχυρισμού αυτού είναι απαράδεκτη· θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά μόνο αν η προσβαλλόμενη πράξη στηριζόταν σε λόγους πραγματικά ανύπαρκτους και αν το σφάλμα της αιτιολογίας ήταν πρόδηλο. Το περιεχόμενο, όμως, του ισχυρισμού δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση αυτή.
— Ως προς την έλλειψη ενδιαφέροντος για τα καθήκοντα της
Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, οι «συχνές απουσίες της» που αναφέρονται στην έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας, ήταν όλες δικαιολογημένες: αφορούσαν περιόδους αδείας ή ασθενείας για τις οποίες υποβλήθηκαν οι δέουσες αιτήσεις και ιατρικά πιστοποιητικά.
Σχετικά με τις απουσίες της από το γραφείο κατά τις ώρες της υπηρεσίας, παρατηρείται ότι δεν καταλογίστηκε στην προσφεύγουσα μη εκπλήρωση των επαγγελματικών της υποχρεώσεων.
Η εκδηλωθείσα υποτιθεμένη προτίμηση της προσφεύγουσας για διαφορετικά καθήκοντα δεν αποδεικύει έλλειψη ενδιαφέροντος για τα καθήκοντα της στη βιβλιοθήκη και δεν στηρίζεται σε κανένα αντικειμενικό στοιχείο κρίσεως. Εν πάση περιπτώσει, μια ενδεχόμενη έλλειψη ενδιαφέροντος δεν συνεπάγεται καθόλου την κακή εκτέλεση των καθηκόντων δεν θα μπορούσε να επηρεάσει την έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας παρά μόνο αν συνεχιζόταν και εκδηλωνόταν με ενέργειες που επηρεάζουν την ποσότητα και την ποιότητα της εργασίας. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί την πραγματικότητα των αιτιάσεων που διατυπώθηκαν εναντίον της αλλά επιχειρεί να δικαιολογήσει τη στάση της·
επιχειρεί να ανατρέψει τις επικρίσεις του βαθμολογητή με το να τις συζητά.
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταφανώς εσφαλμένη αιτιολογία.
— Ως προς την έλλειψη συνεχείας στην εργασία της
Η προσφεύγουσα αναφέρει ότι όλες οι απουσίες της για λόγους οικογενειακούς ή υγείας ήταν δικαιολογημένες· εξάλλου, το Δικαστήριο δεν συμπεραίνει, ούτε πολύ περισσότερο αποδεικνύει ότι είχαν ως συνέπεια μια οποιαδήποτε υποβάθμιση της εργασίας της.
Καθόσον οι διατυπωθείσες αιτιάσεις εις βάρος της προσφεύγουσας αφορούν τις απουσίες της από τη θέση της κατά τις ώρες εργασίας πρέπει, καταρχάς, να διαπιστωθεί ότι δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη, δεδομένου ότι διατυπώθηκαν βάσει μιας διαδικασίας μεταγενέστερης από την κατάρτιση της εκθέσεως κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας· εξάλλου, είναι στην πράξη αβάσιμες: από την ίδια τη φύση των καθηκόντων της η προσφεύγουσα ήταν υποχρεωμένη να απομακρύνεται συχνά από το γραφείο της, κατά τις περιπτώσεις δε αυτές σημείωνε το μέρος στο οποίο ευρί-σκετο προς στιγμή. Η προσφεύγουσα αποδέχεται, σχετικά, απόδειξη με μάρτυρα.
Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί τις διαπιστώσεις που της προσάπτονται, αλλά επιχειρεί να τις δικαιολογήσει. Στην πραγματικότητα, της προσάπτεται κυρίως ότι απουσίαζε συχνά όχι από το γραφείο της, αλλά από την εργασία της.
— Ως προς τη φυσική της ανεπάρκεια για τα καθήκοντα που συνεπάγεται η θέση της
Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η απαίτηση μιας ειδικής φυσικής ικανότητας για την άσκηση των καθηκόντων που συνδέονται με τη θέση της δεν στηρίζεται σε κανένα πραγματικό ή νομικό λόγο. Από νομικής απόψεως, τα απαιτούμενα προσόντα δεν παρουσιάζουν καμία ιδιομορφία1 στην πραγματικότητα, η θέση που κατείχε η προσφεύγουσα δεν απαιτεί καμία ιδιαίτερη φυσική δύναμη και, εν πάση περιπτώσει, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή φέρει ακέραια την ευθύνη της τοποθετήσεως ενός υπαλλήλου, μετά από διαγωνισμό και ικανοποιητική ιατρική εξέταση, σε μια ορισμένη θέση.
Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η αιτίαση αυτή πρέπει να εξεταστεί σε συνδυασμό με τις άλλες: η φυσική ανεπάρκεια της προσφεύγουσας και εξαιτίας των οποίων αυξανόταν ο κανονικός όγκος εργασίας.
Η αμφισβήτηση της προσφεύγουσας που συνίσταται στην απομόνωση των διαφόρων αιτιάσεων υπερβαίνει το πλαίσιο μιας καταφανώς εσφαλμένης αιτιολογίας και είναι, κατά συνέπεια, απαράδεκτη.
Γ — Ως προς τον ισχυρισμό περί στρεολώ-αεως της διαδικασίας
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι οι συμπληρωματικές πληροφορίες που ζήτησε ο πρόεδρος του Δικαστηρίου από το διευθυντή της διευθύνσεως «τεκμηρίωση και βιβλιοθήκη» και από τον προϊστάμενο του τμήματος «βιβλιοθήκη» συνιστά παράνομο τρόπο ενεργείας.
Η κατ' εφαρμογή του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ένσταση, έχει το χαρακτήρα αιτήσεως θεραπείας που απευθύνεται προς την αρχή που εξέδωσε την αμφισβητούμενη απόφαση. Η αρχή αυτή οφείλει να συγκεντρώσει κάθε χρήσιμη και αναγκαία πληροφορία πριν λάβει την απόφαση της η αίτηση συμπληρωματικών πληροφοριών μετά την υποβολή της ενστάσεως είναι απαράδεκτη.
Παρέσχε τη δυνατότητα στους ιεραρχικώς προϊσταμένους της προσφεύγουσας να αποκρούσουν τα επιχειρήματα που διατύπωσε στην ένσταση της, να διευρύνουν την αιτιολογία της αρνητικής του κρίσεως και ακόμα να προβάλουν νέα αιτιολογία. Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου μπόρεσε έτσι να στηρίξει την απόφαση περί απορρίψεως της ενστάσεως σε επιχειρήματα που δεν θα είχε τη δυνατότητα να διατυπώσει αν δεν ελάμβανε χώρα η αντικανονική αυτή διαδικασία η οποία συνιστά καταστρατήγηση της διαδικασίας.
Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση είναι εντελώς σύμφωνη με τις εφαρμοστέες διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Η ένσταση έχει το χαρακτήρα αιτήσεως θεραπείας με την οποία παραπέμπεται η υπόθεση από τον ελλιπώς ενημερωμένο υπάλληλο διοικήσεως στον πληρέστερα ενημερωμένο υπάλληλο διοικήσεως. Η αρχή προς την οποία απευθύνεται η ένσταση έχει το δικαίωμα και ακόμη την υποχρέωση να συγκεντρώσει κάθε χρήσιμη πληροφορία πριν αποφασίσει' το γεγονός ότι ο πρόεδρος του Δικαστηρίου ζήτησε τη διεξαγωγή αποδείξεων σχετικά με τις αντιρρήσεις που διατύπωσε η προσφεύγουσα στην ένσταση της δεν αρκεί για να διατυπωθεί εις 6άρος του η αιτίαση ότι ζήτησε καθυστερημένα τις αναγκαίες και χρήσιμες πληροφορίες.
Εξάλλου, η ένσταση που προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης συνιστά υποχρεωτικό ένδικο μέσο που προηγείται της προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου· πρόκειται, λοιπόν, για μια πρωτοβάθμια διοικητική εξέταση που έχει θεσπιστεί με σκοπό την προετοιμασία και τη διευκόλυνση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας. Η αρχή προς την οποία απευθύνεται η ένσταση οφείλει να λάβει αιτιολογημένη απόφαση και να προβεί, προς το σκοπό αυτό, σε κατ' αντιμωλία εξέταση. Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου δεν παρέβη την υποχρέωση αυτή.
Τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας είναι και από πραγματικής απόψεως αστήρικτα: η προσβαλλόμενη απόφαση περιορίζεται στο να επαναλάβει και να διευκρινίσει τις αιτιάσεις που διατυπώθηκαν στην έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας, τις οποίες είχε πλήρως κατανοήσει η προσφεύγουσα.
Α — Ως προς τον ισχυρισμό περί παραβιάσεως της αρχής της απαγορεύσεως των όιακρίσεων λόγω φύλου
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η μη μονιμοποίηση της οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι οι ιεραρχικώς προϊστάμενοι της ήθελαν να τοποθετήσουν στη θέση που κατείχε άρρενα υπάλληλο· προτείνει, αν κριθεί αναγκαίο, να εξεταστεί σχετικά με το θέμα αυτό μάρτυρας. Οι επικρίσεις που αφορούν τη δήθεν φυσική της ανεπάρκεια εξηγούνται με βάση τις ίδιες σκέψεις. Η εργασία που απαιτεί η εν λόγω θέση δεν είναι ιδιαίτερα κουραστική· στην προκήρυξη κενής θέσεως δεν περιέχεται καμία σχετική ένδειξη. Μάταια επιχειρούν οι ιεραρχικώς προϊστάμενοι να τροποποιήσουν την αιτιολογία τους υποστηρίζοντας ότι η καθυστέρηση κατά την εκτέλεση των εργασιών εξηγεί τα όσα διατυπώνονται σχετικά με τη φυσική ανεπάρκεια της προσφεύγουσας· εν πάση περιπτώσει, μόνο ένας γιατρός θα μπορούσε να διατυπώσει σχετικά έγκυρη γνώμη και όχι ένας ανώτερος υπάλληλος.
Οι συνθήκες υπό τις οποίες πληρώθηκε η θέση που κατείχε πριν η προσφεύγουσα επιβεβαιώνουν τη βούληση των ιεραρχικώς προϊσταμένων της να αντικαταστήσουν την προσφεύγουσα με άρρενα εργαζόμενο και δικαιολογούν το λόγο που αναφέρεται σε διάκριση λόγω φύλου.
Το Δικαστήριο αποκρούει την κατηγορία ότι προέβη σε διάκριση λόγω φύλου. Η αιτίαση που διατυπώνεται στην έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας σχετικά με τη φυσική ανεπάρκεια δεν μπορεί να απομονωθεί από τις άλλες αιτιάσεις που διατυπώνονται κατά της προσφεύγουσας και ιδίως εκείνη που αφορά τις συχνές απουσίες της και την έλλειψη κανονικότητας στην εκτέλεση των καθηκόντων της. Η πρόταση της προσφεύγουσας περί αποδείξεως πρέπει να απορριφθεί.
Εν πάση περιπτώσει, η φυσική ανεπάρκεια που οφείλεται σε αντικειμενικούς λόγους δεν μπορεί να θεμελιώσει αιτίαση για διακρίσεις λόγω φύλου.
V — Προφορική διαδικασία
Η προσφεύγουσα, εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο Vandersanden και το Δικαστήριο, εκπροσωπούμενο από το δικηγόρο Bonn, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους και απάντησαν στα ερωτήματα που υπέβαλε το Δικαστήριο κατά τη συνεδρίαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1983.
Σχετικά με το ζήτημα της εξουσίας εκτιμήσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής και της εκτάσεως του δικαστικού ελέγχου στον τομέα της μονιμοποιήσεως των υπαλλήλων κατά το πέρας της δοικιμα-σίας, η προσφεύγουσα υποστήριξε κυρίως ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διαθέτει διακριτική εξουσία εκτιμήσεως, η απόφαση της, όμως, είναι οριστική και δεν μπορεί να στηριχτεί σε αιτιολογία διαφορετική από εκείνη που προκύπτει από τη σύγκριση μεταξύ της εκθέσεως κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας και των παρατηρήσεων του ενδιαφερομένου υπαλλήλου. Ο δικαστικός έλεγχος της αιτιολογίας επί της οποίας στηρίζεται η διοικητική ενέργεια περιορίζεται στη νομική πλάνη, στα ανακριβή ή ανύπαρκτα πραγματικά περιστατικά, στην καταστρατήγηση της διαδικασίας και την κατάχρηση εξουσίας. Δεδομένου ότι ο έλεγχος της νομιμότητας περιορίζεται στις περιπτώσεις αυτές, ο δικαστής οφείλει να τις εξετάσει κατά τρόπο εξαντλητικό και λεπτομερή για να προσδιορίσει αν η διοικητική αρχή σεβάστηκε τα περιθώρια διακρίσεως που της έχουν παραχωρηθεί και δεν έλαβε αυθαίρετη απόφαση. Το Δικαστήριο δήλωσε ότι συντάσσεται με την ανάλυση αυτή.
Ως προς την ουσία, οι όνο διάδικοι ανέπτυξαν τους λόγους και τα επιχειρήματα που διατύπωσαν κατά την έγγραφη διαδικασία.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 20ής Οκτωβρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Νοεμβρίου 1982, η Desirée Tréfois, πρώην δόκιμος υπάλληλος του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με βαθμό C 5, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της 5ης Μαίου 1982 με την οποία τερματίστηκε η δοκιμασία της χωρίς μονιμοποίηση, της εκθέσεως κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας που προηγήθηκε της εν λόγω αποφάσεως και της αποφάσεως του προέδρου του Δικαστηρίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 1982, περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως της προσφεύγουσας.
2
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η προσφεύγουσα, η οποία καταρχάς είχε προσληφθεί ως επικουρική υπάλληλος και τοποθετηθεί στη διεύθυνση μεταφράσεως του Δικαστηρίου, υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στον εσωτερικό διαγωνισμό βάσει τίτλων και εξετάσεων CJ 38/80 για την πρόσληψη αναπληρωτή υπαλλήλου γραφείου στη διεύθυνση τεκμηριώσεως και βιβλιοθήκης (τμήμα βιβλιοθήκης) και εγγράφηκε πρώτη στον πίνακα επιτυχόντων. Κατόπιν, η προσφεύγουσα διορίστηκε δόκιμη υπάλληλος στη θέση αυτή, με βαθμό C 5, από 1ης Αυγούστου 1981. Στην πραγματικότητα, ανέλαβε τα καθήκοντα της μόλις την 1η Οκτωβρίου 1981.
3
Στις 24 Μαρτίου 1982, ο προϊστάμενος του τμήματος βιβλιοθήκης, υπό την ιδιότητα του ως ιεραρχικώς άμεσου προϊστάμενου της προσφεύγουσας, συνέταξε την έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης. Στη στήλη που αναγράφεται η κρίση για τις ικανότητες, την απόδοση και τη συμπεριφορά στην υπηρεσία — και η οποία περιλαμβάνει τις ενδείξεις: άριστος, πολύ καλός, ικανοποιητικός και ανεπαρκής — ο προϊστάμενος της υπηρεσίας ανέγραψε το χαρακτηρισμό «ικανοποιητική» για τις αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων γνώσεις, την πρωτοβουλία, την οργανωτική αντίληψη, τις σχέσεις στην υπηρεσία, τις σχέσεις με τους τρίτους και την ακρίβεια. Αντίθετα, ανέγραψε το χαρακτηρισμό «ανεπαρκής» για την ικανότητα κρίσεως και την ευχέρεια προσαρμογής, καθώς και «φυσική ανεπάρκεια» για τη συναίσθηση ευθύνης και την αφοσίωση στο καθήκον, προσθέτοντας «συχνές απουσίες» και «περιορισμένο ενδιαφέρον» καθώς και για την ποιότητα εργασίας και την ταχύτητα εκτελέσεως της εργασίας, με το σχόλιο «συνέπεια των απουσιών».
4
Στην αιτιολογία του, μετά από περιγραφή των κυριοτέρων καθηκόντων της προσφεύγουσας, στα οποία περιλαμβάνονται καθημερινές εργασίες μεταφοράς και διευθετήσεως βιβλίων, ο συντάκτης της εκθέσεως παρατηρεί ότι «ο όγκος των βιβλίων που χρησιμοποιούνται καθημερινά απαιτεί ορισμένη φυσική δύναμη εκ μέρους του προσώπου που είναι επιφορτιμένο με τις εργασίες αυτές, την οποία, κατά τη γνώμη μου, η Tréfois δεν διαθέτει σε επαρκή βαθμό». Προσθέτει ότι κατά την άσκηση των καθηκόντων του αποθηκάριου, που απαιτούν τακτική παρουσία κυρίως για να αποφευχθούν οι επισωρεύσεις, η προσφεύγουσα διακρίθηκε «για συχνές απουσίες για λόγους οικογενειακούς ή υγείας» και ότι το «ιδιαίτερα περιορισμένο ενδιαφέρον της για την εργασία» εξηγείται από την προτίμηση που είχε εκδηλώσει η ενδιαφερόμενη για την εργασία της γραμματέως.
5
Συμπεραίνοντας, λόγω της συνδρομής ανυπαρξίας ενδιαφέροντος για τα καθήκοντα της, ελλείψεως συνεχείας στην εκτέλεση της εργασίας και φυσικής ανεπάρκειας της ενδιαφερόμενης για τα καθήκοντα που συνδέονται με τη θέση του αποθηκάριου, ο προϊστάμενος του τμήματος βιβλιοθήκης προτείνει τη μη μονιμοποίηση της προσφεύγουσας.
6
Η έκθεση αυτή κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα η οποία, στις 29 Μαρτίου 1982, διατύπωσε τις παρατηρήσεις της που προσαρτήθηκαν στην έκθεση.
7
Με απόφαση της 5ης Μαΐου 1982, η οποία ελήφθη κατ' εφαρμογή του άρθρου 34 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και 6άσει της εκθέσεως κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, υπό την ιδιότητα του ως αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής έθεσε τέρμα στην περίοδο δοκιμασίας της προσφεύγουσας χωρίς μονιμοποίηση.
8
Στις 3 Ιουνίου 1982, η προσφεύγουσα υπέβαλε ένσταση βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, στην οποία διατύπωσε την άποψη της σχετικά με τις επικρίσεις που διατυπώθηκαν εναντίον της στην έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας.
9
Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, προς τον οποίο απευθυνόταν η ένσταση ζήτησε συμπληρωματικές εξηγήσεις από το διευθυντή της διευθύνσεως βιβλιοθήκης και τεκμηριώσεως και από τον προϊστάμενο της αρμόδιας υπηρεσίας. Με υπηρεσιακό σημείωμα της 8ης Ιουλίου 1982, ο προϊστάμενος της υπηρεσίας διευκρινίζει οτι, κατά την περίοδο της δοκιμασίας, η διάθεση και η αποδοτικότητα της εργασίας της προσφεύγουσας υπέκειντο σε συχνές και απρόβλεπτες αλλαγές, ότι απουσίαζε επι ώρες από την εργασία της χωρίς να αναφέρει πού βρισκόταν, ότι τα βιβλία επισωρεύονταν συστηματικά χωρίς να τοποθετετούνται στη θέση τους και ότι έτσι η διευθέτηση τους απαιτούσε «φυσική προσπάθεια που δύσκολα μπορεί να ζητηθεί από γυναίκα», ότι τα βιβλία τοποθετούνταν στις προθήκες χωρίς κανένα σύστημα, γεγονός που καθιστούσε αδύνατη τη χρησιμοποίηση τους, μέχρι να γίνει, τελικά, η διαλογή και η διευθέτηση τους, και ότι, τέλος, οι σχέσεις της ενδιαφερόμενης ήταν δύσκολες τόσο με τους συναδέλφους της οι οποίοι ήταν συχνά αναγκασμένοι να την αντικαθιστούν, όσο και με τους ανωτέρους της, οι οποίοι δεν ήταν σε θέση να της επιβάλουν τήρηση των εντολών τους. Επανειλημμένες προειδοποιήσεις που της έγιναν αποδείχτηκαν μάταιες Ο προϊστάμενος της υπηρεσίας παρατηρεί ότι δεν ζήτησε την απόλυση της ήδη πριν από τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας της απλώς για να της δώσει την ευκαιρία να διορθωθεί.
10
Ο διευθντής βιβλιοθήκης και τεκμηριώσεως, σε υπηρεσιακό σημείωμα του με την ιοια ημερομηνία, προσθέτει ότι η προσφεύγουσα δεν ήταν καθόλου προσεκτική ιδίως στη διευθέτηση των δελτίων για τα δανεισθέντα βιβλία και στο κλείσιμο των χωρών της βιβλιοθήκης κατά τις ώρες που δεν υπάρχει επίβλεψη.
11
Οι συμπληρωματικές αυτές παρατηρήσεις κοινοποιήθηκαν στις 16 Ιουλίου 1982 στην προσφεύγουσα, η οποία, με υπηρεσιακό σημείωμα της 29ης Ιουλίου 1982 απευθυνόμενο στον πρόεδρο του Δικαστηρίου, ανέπτυξε διά μακρών τις εξηγήσεις της σχετικά με το θέμα αυτό.
12
Έχοντας υπόψη το σύνολο του φακέλου, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, στις 23 Σεπτεμβρίου 1982, έλαβε αιτιολογημένη απόφαση περί απορρίψεως της ενστάσεως της προσφεύγουσας. Στην απόφαση αυτή, αφού αναφέρει τις κρίσεις των ιεραρχικώς προϊσταμένων και τονίζει ότι η έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας περιέχει τέσσερις ενδείξεις με το χαρακτηρισμό «ανεπαρκής» σε σχέση με έξι άλλες, οι οποίες δεν περιέχουν παρά το χαρακτηρισμό «ικανοποιητική», ο πρόεδρος συνοψίζει με την ακόλουθη φράση την αιτιολογία της ληφθείσας αποφάσεως: «συχνές απουσίες από την υπηρεσία για λόγους διαφορετικούς από τις κανονικά χορηγούμενες άδειες, συσσωρευμένες καθυστερήσεις στην εργασία διευθετήσεως, έλλειψη μεθόδου, αδιαφορία στις προειδοποιήσεις και στις ανακλήσεις στην τάξη των ιεραρχικώς προϊσταμένων της».
13
Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει τρεις λόγους που αφορούν την παράβαση ουσιωδών τύπων, τη στρέβλωση της διαδικασίας και την παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω φύλου. Στην πραγματικότητα, οι τρεις αυτοί λόγοι εκφράζουν δύο ειδών επικρίσεις που διατυπώνονται κατά των διαδοχικών αποφάσεων που ελήφθησαν κατά της προσφεύγουσας: αφενός μεν, πλημμέλειες που παρεισέφρησαν στη διαδικασία που κατέληξε στην απόφαση περί μη μονιμοποιήσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας, αφετέρου δε διάφορες αιτιάσεις που αφορούν τις κρίσεις επί των οποίων στηρίζεται η ληφθείσα απόφαση. Με τη σειρά αυτή εξετάζονται κατωτέρω οι αιτιάσεις.
Επί των αιτιάσεων διαδικαστικού και τυπικού χαρακτήρα
14
Η πρώτη αιτίαση της προσφεύγουσας είναι ότι η έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας της δεν καταρτίστηκε εντός της προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 34, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης κατά το οποίο «το αργότερο ένα μήνα πριν από τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας καταρτίζεται έκθεση περί της ικανότητας του ενδιαφερομένου ...».
15
Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω η περίοδος δοκιμασίας της προσφεύγουσας άρχισε στην πραγματικότητα την 1η Οκτωβρίου 1981. Σύμφωνα με το άρθρο 34, παράγραφος 2, η έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας έπρεπε να είχε καταρτιστεί πριν από την 1η Μαρτίου 1982. Στην πραγματικότητα, καταρτίστηκε στις 24 του ίδιου μήνα.
16
Η καθυστέρηση αυτή, ωστόσο, δεν προκαλεί βλάβη στην προσφεύγουσα. Πράγματι, σκοπός της προαναφερθείσας διατάξεως είναι να διασφαλιστεί η δυνατότητα λήψεως της σχετικής με τη μονιμοποίηση αποφάσεως πριν από τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας. Στην περίπτωση της προσφεύγουσας, η απόφαση αυτή ελήφθη στις 5 Μαΐου 1982. Από το γεγονός αυτό, η προσφεύγουσα δεν υπέστη καμία ζημία, δεδομένου ότι διατηρήθηκε στη θέση της και έλαβε κατά την περίοδο αυτή αποδοχές υπό την ιδιότητα του δοκίμου. Είναι, επομένως, προφανές ότι η εν λόγω αιτίαση είναι απορριπτέα.
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας της, στην οποία στηρίζεται η απόφαση περί μη μονιμοποιήσεώς της, συμπληρώθηκε μεταγενέστερα με νέες παρατηρήσεις των ανωτέρων της, οι οποίες σε ορισμένα σημεία συνιστούν «απόκλιση» και διεύρυνση της αιτιολογίας που είχε προηγουμένως διατυπωθεί. Το γεγονός αυτό συνιστά στρέβλωση της διαδικασίας που έχει ως συνέπεια να θίγεται το κύρος της ληφθείσας απόφασης.
17
Αυτή η επιχειρηματολογία προκαλεί τις εξής παρατηρήσεις. Εφόσον η προσφεύγουσα άσκησε το δικαίωμα της να υποβάλει ένσταση κατά της αποφάσεως περί μη μονιμοποιήσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας, είναι φυσικό να ζητήσει η αρμοδία για τους διορισμούς αρχή επεξηγήσεις και συμπληρωματικές πληροφορίες από τους προϊσταμένους των αρμοδίων υπηρεσιών.
18
Για να κριθεί η νομιμότητα των προσβαλλόμενων πράξεων πρέπει να εξεταστεί παράλληλα η απόφαση που ελήφθη βάσει της εκθέσεως κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας και η βεβαιωτική απόφαση που ελήφθη υπό το φως της συμπληρωματικής έρευνας που πραγματοποιήθηκε μετά την ένσταση που υπέβαλε η προσφεύγουσα.
19
Υπογραμμίζεται σχετικά ότι οι απόψεις της προσφεύγουσας ακούστηκαν κανονικά τόσο σχετικά με την ίδια την έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας όσο και σχετικά με τις συμπληρωματικές παρατηρήσεις που διατύπωσαν οι προϊστάμενοι της υπηρεσίας μετά την ένσταση της. Η διαδικασία διεξήχθη κατ' αντιδικία σε όλα τα στάδια της και η προσφεύγουσα είχε την ευκαιρία να αναπτύξει, πριν από την οριστική απόφαση της αρμόδιας αρχής, την άποψη της σχετικά με όλες τις δυσμενείς κρίσεις που διατυπώθηκαν εναντίον της για τη συμπεριφορά της κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας.
20
Η αιτίαση, λοιπόν, που αναφέρεται στην στρέβλωση της διαδικασίας είναι επίσης απορριπτέα.
Επί των αιτιάσεων που αφορούν τις κρίσεις βάσει των οποίων ελήφθη η απόφαση περί μη μονιμοποιήσεως
21
Με τις απόψεις που διατύπωσε κατά τη διοικητική διαδικασία καθώς και στην προσφυγή της, η προσφεύγουσα προσπάθησε να αποκρούσει ορισμένες δυσμενείς κρίσεις που διατύπωσαν οι ανώτεροι της για τη συμπεριφορά και την απόδοση της κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας. Προσπάθησε, ιδίως, να αποκρούσει τη μομφή ότι δεν έδειχνε ενδιαφέρον για τα καθήκοντα της- η κρίση αυτή είναι υποκειμενική και πρέπει να ληφθεί υπόψη μόνο η πραγματική εκτέλεση των καθηκόντων που της είχαν ανατεθεί. Θεωρεί επίσης αδικαιολόγητη τη μομφή περί απουσιών της, υπογραμμίζοντας αφενός μεν ότι οι απουσίες της που οφείλονταν σε λόγους οικογενειακούς ή υγείας καλύπτονταν με κανονικές άδειες, αφετέρου δε, η ίδια η φύση των καθηκόντων της, που περιλαμβάνουν διάφορες ευθύνες, συνεπαγόταν συχνές μετακινήσεις μέσα στο κτίριο του Δικαστηρίου. Θεωρεί, τέλος, αδικαιολόγητη τη μομφή για φυσική ανεπάρκεια, εφόσον κατά την πρόσληψη της η διοίκηση γνώριζε πλήρως τη φύση των καθηκόντων που έπρεπε να επιτελέσει· στις ενέργειες της η διοίκηση αφέθηκε να οδηγηθεί από λόγους υπαγορευόμενους από πνεύμα διακρίσεως εις βάρος των γυναικών για την επιτέλεση ορισμένης φύσεως εργασιών.
22
Για να κριθούν οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να αναφερθούν οι αρχές του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης σχετικά με την πρόσληψη και την περίοδο δοκιμασίας.
23
Σύμφωνα με το άρθρο 27 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, «η πρόσληψη πρέπει να εξασφαλίζει στο όργανο τη συνεργασία υπαλλήλων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας ...». Η εξακρίβωση των προϋποθέσεων αυτών γίνεται με δύο διαδοχικές διαδικασίες, δηλαδή με τον εισαγωγικό διαγωνισμό και τη συμπλήρωση περιόδου δοκιμασίας πριν από τη μονιμοποίηση.
24
Ενώ ο εισαγωγικός διαγωνισμός έχει σκοπό να επιτρέψει την επιλογή των υποψηφίων σύμφωνα με κριτήρια γενικά και κατά πρόβλεψη, σκοπός της περιόδου δοκιμασίας είναι να δώσει τη δυνατότητα στη διοίκηση να σχηματίσει πιο συγκεκριμένη κρίση για τις ικανότητες του υποψηφίου να αναλάβει συγκεκριμένα καθήκοντα, για το πνεύμα με το οποίο εκπληρώνει τα καθήκοντα του και για την υπηρεσιακή του απόδοση. Κατά το πέρας της δοκιμασίας, η διοίκηση πρέπει να είναι σε θέση, χωρίς να δεσμεύεται από τις κρίσεις κατά την πρόσληψη, να εκφέρει κρίση για το αν ο δόκιμος αξίζει να μονιμοποιηθεί στη θέση που αποβλέπει. Η απόφαση αυτή συνεπάγεται σφαιρική εκτίμηση των προσόντων και της συμπεριφοράς του δοκίμου, λαμβανομένων υπόψη τόσο των θετικών όσο και των αρνητικών στοιχείων που ανέκυψαν κατά τη διάρκεια της περιόδου δοκιμασίας.
25
Δεδομένου ότι η απόφαση περί μη μονιμοποιήσεως χαρακτηρίζεται συνήθως, αλλά ανακριβώς, ως «απόλυση» του δοκίμου, πρέπει να υπογραμμιστεί η διαφορετική φύση της αποφάσεως αυτής και της κατά κυριολεξία απολύσεως ενός προσώπου που έχει ήδη μονιμοποιηθεί. Ενώ στην τελευταία αυτή περίπτωση επιβάλλεται λεπτομερής εξέταση των λόγων που δικαιολογούν τη λύση μιας υπάρχουσας σχέσεως απασχολήσεως, στις αποφάσεις περί μονιμοποιήσεως των δοκίμων η εξέταση αναφέρεται στην ύπαρξη ή μη ενός συνόλου θετικών στοιχείων από τα οποία να προκύπτει ότι η μονιμοποίηση του δοκίμου είναι προς το συμφέρον της υπηρεσίας.
26
Υπό το φως των στοιχείων αυτών πρέπει να κριθούν οι λόγοι που έλαβε υπόψη της η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή για να δικαιολογήσει την απόφαση της της 5ης Μαΐου 1982 για τερματισμό, χωρίς μονιμοποίηση, της περιόδου δοκιμασίας της προσφεύγουσας και της αποφάσεως της, της 23ης Σεπτεμβρίου 1982 περί απορρίψεως της ενστάσεως της.
27
Αν και ορισμένες λεπτομέρειες της αιτιολογίας, όπως ο προσδιορισμός των πραγματικών αιτίων απουσίας της προσφεύγουσας, μπορούν να αποτελέσουν θέμα συζητήσεως, ωστόσο τόσο από την έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας, όσο και από τις συμπληρωματικές παρατηρήσεις που διατύπωσαν οι προϊστάμενοι της υπηρεσίας, προβάλλει η εικόνα μιας δοκίμου η οποία, σύμφωνα με μια σφαιρική εκτίμηση, δεν διαθέτει τα προσόντα ικανότητας και απόδοσης που απαιτεί το άρθρο 27 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Οι παρατηρήσεις που διατύπωσε η προσφεύγουσα σε ορισμένα σημεία δεν αρκούν για να θέσουν σε αμφιβολία την ακρίβεια του συνόλου των κρίσεων που διατύπωσαν οι προϊστάμενοι της υπηρεσίας στο πλαίσιο της εξουσίας εκτιμήσεως που τους αναγνωρίζεται.
28
Όσον αφορά τις παρατηρήσεις για την ανεπάρκεια της προσφεύγουσας για ορισμένες σωματικές εργασίες χαρακτηριστικές των καθηκόντων του αποθηκάριου δεν φαίνεται να οφείλονται, παρά την ατυχή διατύπωση που χρησιμοποίησε ο συντάκτης της εκθέσεως κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας, σε προκατάληψη της διοικήσεως κατά του φύλου της προσφεύγουσας, αλλά σε μια ατομική κρίση που προκύπτει από την παρακολούθηση της ενδιαφερόμενης κατά την εκτέλεση των καθημερινών της καθηκόντων. Δεν προκύπτει, επομένως, ότι η διοίκηση παραβίασε την αρχή της ισότητας των ευκαιριών μεταξύ αρρένων και θήλεων εργαζομένων λαμβάνοντας υπόψη της, κατά το πέρας της περιόδου δοκιμασίας που κρίνεται σε όλα της τα σημεία απογοητευτική, και το γεγονός ότι η φυσική κατάσταση της ενδιαφερόμενης δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις των καθηκόντων, τα οποία ζήτησε να αναλάβει.
29
Επομένως, κατά τη διαμόρφωση της κρίσεως της για το αποτέλεσμα της περιόδου δοκιμασίας της προσφεύγουσας, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν υπερέβη τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που πρέπει να της αναγνωριστούν στον τομέα της προσλήψεως και της μονιμοποιήσεως, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι η κρίση αυτή πάσχει από πρόδηλη πλάνη περί τα πράγματα ή ότι περιέχει αιτιολογίες αντίθετες προς την αντικειμενικότητα που επιβάλλεται να επιδεικνύει η διοίκηση κατά τη στάθμιση των ικανοτήτων και των υπηρεσιών των δοκίμων υπαλλήλων της.
30
Κατά συνέπεια, οι λόγοι που αναφέρονται στην κρίση των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζεται η απόφαση περί μη μονιμοποιήσεως είναι επίσης απορριπτέοι.
Επί των δικαστικών εξόδων
31
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
32
Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Bahlmann
Pescatore
Due
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 17 Νοεμβρίου 1983.
Κατ' εντολή του γραμματέα
Η. Α. Rühi
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του δεύτερου τμήματος
Κ. Bahlmann
Full & Egal Universal Law Academy