Στην υπόθεση 297/82,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Østre Landsret (τέταρτο τμήμα) προς το Δικαστήριο κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
De samvirkende danske Landboforeninger,
προσφεύγουσα,
και
Ministeriet for Skatter og Afgifter,
καθού,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του τίτλου II της συνθήκης σχετικά με τη γεωργία, ιδίως των άρθρων 39 και 40, καθώς και των νομικών πράξεων που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή της, προκειμένου να μπορέσει να αποφανθεί για το αν συνάδει με το κοινοτικό δίκαιο ο νόμος 541 της 28ης Δεκεμβρίου 1979, ο οποίος θεσπίζει υπέρ του δημοσίου έγγειο φόρο επί των γεωργικών γαιών,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Υ. Galmot, πρόεδρο τμήματος, Mackenzie Stuart, Ο. Due, U. Everling και Κ. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Ρ. VerLoren van Themaat
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την παρούσα
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικό
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ έχουν συνοπτικώς ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Α — Τα πραγματικά περιοτατικά
1.
Το Νοέμβριο 1979, η δανική κυβέρνηση αποφάσισε να εφαρμόσει μία «συνολική λύση, εκτεινόμενη σε πολλά χρόνια» ως προς την οικονομική της πολιτική.
Οι βασικές γραμμές αυτού του σχεδίου καθορίστηκαν σε μία δήλωση που δημοσιεύτηκε στις 3 Δεκεμβρίου 1979.
Στη δήλωση αυτή υπογραμμιζόταν ότι ήταν απαραίτητο να καταβληθεί προσπάθεια προκειμένου να επιτευχθεί προοδευτική μείωση του ελλείματος του ισοζυγίου πληρωμών κα9ώς και βελτίωση της καταστάσεως στον τομέα της απασχολήσεως.
Το σχέδιο αυτό καθόριζε, εξάλλου, ως στόχο την επιβράδυνση της εξελίξεως των εισοδημάτων ως προς όλες τις κοινωνικές ομάδες και τη δίκαιη κατανομή των επιβαρύνσεων που επιβάλλονται στο λαό.
2.
Τα μέτρα που προτάθηκαν με τη δήλωση αυτή εφαρμόστηκαν, στο μεγαλύτερο μέρος τους υπό τη μορφή νόμων κατά τη διάρκεια του Δεκεμβρίου 1979 (πάγωμα των τιμών, των περιθωρίων κέρδους, των αμοιβών, των μερισμάτων, των μισθωμάτων ..., όριο που πρέπει να οριστεί στην αύξηση των μισθών). Συγχρόνως, τροποποιήθηκε ένας αριθμός νόμων προκειμένου να εξασφαλιστεί η σωστή κατανομή της απαιτούμενης προσπάθειας (φόρος επί των περιουσιών, έκπτωση των επαγγελματικών δαπανών).
3.
Η υποτίμηση της δανικής κορόνας αποτελούσε ουσιώδες στοιχείο αυτού του γενικού σχεδίου. Κατά συνέπεια, από τις 30 Νοεμβρίου 1979, έγινε αυτή η υποτίμηση κατά 4,76 % σε σχέση προς τα άλλα νομίσματα του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος.
Η δανική κυβέρνηση επεδίωκε να πετύχει μία αντιστοιχία μεταξύ της κεντρικής τιμής της δανικής κορόνας και της γεωργικής τιμής μετατρεψιμότητας σε σχέση προς το ECU που αποκαλείται αντιπροσωπευτική τιμή ή ακόμη «πράσινη τιμή», προκειμένου να αποφευχθεί η θέσπιση νομισματικών εξισωτικών ποσών.
Σ' αυτή την αλληλουχία το Συμβούλιο, ενεργώντας ύστερα από αίτηση της δανικής κυβερνήσεως, προέβη στις 3 Δεκεμβρίου 1979, με τον κανονισμό 2717/79 του Συμβουλίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/027, σ. 60), της 5ης Δεκεμβρίου 1979, σε υποτίμηση κατά 4,63 % της αντιπροσωπευτικής τιμής της δανικής κορόνας σε σχέση με την ευρωπαϊκή λογιστική μονάδα, δηλαδή σε μία «πράσινη» υποτίμηση.
Στην αιτιολογία αυτού του κανονισμού αναφέρεται, ιδίως, ότι το μέτρο αυτό προορίζεται να εμποδίσει την εισαγωγή νομισματικών εξισωτικών ποσών στη Δανία.
4.
Ως προς τη δανική γεωργία η υποτίμηση αυτή θα έπρεπε κανονικά να έχει ως αποτέλεσμα σημαντική αύξηση των εισοδημάτων (800 εκατομμύρια κορονων το 1980, πριν από την εφαρμογή του φόρου εισοδήματος).
5.
Γιο να αντισταθμιστεί αυτή η αύξηση εισοδημάτων η κυβέρνηση, στα πλαίσια του ανωτέρω συνολικού σχεδίου, κατέθεσε στις 4 Δεκεμβρίου 1979 σχέδιο νόμου σχετικά με τον έγγειο φόρο επί των γεωργικών ιδιοκτησιών.
Από την αιτιολογία αυτού του σχεδίου νόμου συνάγεται ότι αυτό έχει ως στόχο «να εξασφαλιστεί ώστε η επιβράδυνση της ανόδου των εισοδημάτων, ως στοιχείο της συνολικής λύσεως, να αφορά όλες τις κοινωνικές ομάδες» και ότι θεσπίζεται μόνο για το έτος 1980.
Ο νόμος ψηφίστηκε από το Folketing (Κοινοβούλιο) στις 21 Δεκεμβρίου 1979, κυρώθηκε στις 28 Δεκεμβρίου 1979 και εκδόθηκε ως νόμος 541.
6.
Ο φόρος αυτός, που ίσχυσε μόνο κατά το 1980, είχε την ακόλουθη φορολογική βάση: η έγγειος αξία καθορίζεται βάσει γενικής εκτιμήσεως της εμπορικής αξίας της γης και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το μέγεθος ή η φύση της γεωργικής παραγωγής που πράγματι επιτυγχάνεται.
Αυτός ο νόμος περί εγγείου φόρου συνεπήγετο για τους γαιοκτήμονες μία προσωρινή αύξηση προς όφελος του κράτους της εγγείου φόρου που υφίστατο ήδη προς όφελος των δήμων.
Β — Η διαδικασία
1.
Αφού η υπόθεση υποβλήθηκε στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στις 21 Δεκεμβρίου 1979 από το Landbrugsrådet (Δανικό Γεωργικό Συμβούλιο), και αφού η Επιτροπή απάντησε με έγγραφο της 13ης Ιουνίου 1980 ότι είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο νόμος περί εγγείου φόρου δεν ήταν ασυμβίβαστος με το κοινοτικό δίκαιο, η υπόθεση ήρθε ενώπιον του Østre Landsret από την Ένωση Δανών Γεωργών, η οποία ενεργεί ως εντολοδόχος τριών ιδιοκτητών γεωργικών εκμεταλλεύσεων που αμφισβητούν το κύρος του φόρου.
Η προσφεύγουσα στην κυρία δίκη υποστήριξε ενώπιον του δανικού δικαστηρίου ότι ο νόμος περί του κρατικού εγγείου φόρου επί των γεωργικών ιδιοκτησιών έπρεπε να θεωρηθεί ως αντίθετος προς το πνεύμα και τους όρους εφαρμογής της συνθήκης ΕΟΚ και της κοινής γεωργικής πολιτικής κατά το μέτρο που είχε ως αντικείμενο και ως αποτέλεσμα την εξουδετέρωση των αποτελεσμάτων μιας νομικής πράξεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ότι ο σκοπός της υποτιμήσεως ήταν η αύξηση των γεωργικών εισοδημάτων στη Δανία και ότι ο στόχος αυτός εξουδετερώθηκε μ' αυτό το νόμο.
2.
Με απόφαση που εξέδωσε στις 19 Νοεμβρίου 1982 το τέταρτο τμήμα του Østre Landsret ανέβαλε τη δίκη και αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Η συνθήκη ΕΟΚ, ιδίως το δεύτερο μέρος, τίτλος II που αναφέρεται στη γεωργία — συγκεκριμένως δε, τα άρθρα 39 και 40 — καθώς και οι εκδοθείσες κατ' εφαρμογή της συνθήκης αυτής νομικές πράξεις έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται στην εκ μέρους κράτους μέλους προσωρινή αύξηση της φορολογίας της αξίας της γεωργικής ιδιοκτησίας, όταν το μέτρο αυτό συνδέεται άμεσα με την εκ μέρους του Συμβουλίου υποτίμηση του “πράσινου νομίσματος” του κράτους μέλους και όταν η αύξηση της φορολογίας έχει ως σκοπό να μεταβιβάσει υπέρ του Δημοσίου ένα σημαντικό μέρος της λόγω της υποτιμήσεως αυξήσεως των εισοδημάτων των γεωργών που συνδέεται με την υποτίμηση ως σταθμού προς μία γενικότερη οικονομική λύση που αφορά την πλειονότητα των κοινωνικών ομάδων;»
Η απόφαση περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Νοεμβρίου 1982.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της EOK κατατέθηκαν γραπτές παρατηρήσεις από την Ένωση Δανών Γεωργών, ενεργούσα ως εντολοδόχος του Svend Aage Pedersen, Knud Harbo και Peder Grønbaek, γεωργών, εκπροσωπούμενη από τον Allan Philip, δικηγόρο, από τη δανική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Laurids Mikaelsen, νομικό σύμβουλο και από το δανό υπουργό φορολογίας, εκπροσωπούμενο από τον Η. C. Vinten, δικηγόρο, αναπληρούντα τον Gregers Larsen, δικηγόρο, από τη γαλλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Jean-Paul Costes, μέλος της γενικής γραμματείας της Διυπουργικής Επιτροπής για Θέματα Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας, από την κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Marcello Conti, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεως στο Λουξεμβούργο την Ιταλική Πρεσβεία, και από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Hans Peter Hartvig, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας το Δικαστήριο αποφάσισε με διάταξη της 18ης Μαΐου 1983 να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο πέμπτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Α — Παρατηρήσείς της Ενώσεως Δανών Γεωργών
Αφού συνόψισε, αφενός, τα ουσιώδη της απόψεως της και, αφετέρου, την κοινοτική ρύθμιση στον τομέα της γεωργίας (άρθρα 38, 39 και 40 της συνθήκης, μηχανισμοί καθορισμού των τιμών και των παρεμβάσεων στις κοινές οργανώσεις αγοράς, στους τομείς των σιτηρών, του χοιρείου κρέατος, του βοείου κρέατος, του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, καθώς και τις επιπτώσεις των νομισματικών ζητημάτων στις κοινές οργανώσεις γεωργικών αγορών — Ευρωπαϊκό Ταμείο Νομισματικής Συνεργασίας, έννοια της κεντρικής τιμής σε σχέση με το ECU, μηχανισμός των νομισματικών εξισωτικών ποσών), η προσφεύγουσα στην κυρία δίκη ανέπτυξε τις ακόλουθες παρατηρήσεις.
1.
Παραδέχεται ότι το δικαίωμα επιβολής φόρων ανήκει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Πάντως, τονίζει ότι αφότου η αρμοδιότητα, σχετικά με τη διαχείριση του ουσιώδους μέρους των γεωργικών ζητημάτων μεταβιβάστηκε στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, το ζήτημα, εν προκειμένω, έγκειται στον καθορισμό της αρμοδιότητας των κρατών μελών και της αρμοδιότητας της Κοινότητας και ότι η αρμοδιότητα των κρατών μελών πρέπει να ασκείται γενικά, και ιδίως όσον αφορά το δημοσιονομικό τομέα, κατά τρόπο που τα αποτελέσματα των κοινοτικών νομικών πράξεων να μην αποδυναμώνονται και μάλιστα να μην εκμηδενίζονται τελείως από τις αποφάσεις των κρατών μελών.
2.
Η Ένωση Δανών Γεωργών υποστηρίζει ότι οι περιστάσεις που έδωσαν αφορμή για την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου, της 10ης Μαρτίου 1981 (Irish Creamery Milk Suppliers Association κατά Ιρλανδίας, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 36 και 71/80, Συλλογή 1981, σ. 735) είναι τελείως διαφορετικές από τις περιστάσεις της προκειμένης υποθέσεως, όπου πρόκειται για ένα φόρο σε βάρος της γεωργίας, του οποίου η σαφέστατη πρόθεση ήταν, αρχικά, να εξαφανίσει πλήρως και, αργότερα, να αποδυναμώσει ως προς τα ουσιώδη σημεία τα αποτελέσματα που πράγματι επιδιώκονταν με μία νομική πράξη του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, την οποία εξέδωσε ενεργώντας μέσα στο πλαίσιο των εξουσιών που του έχουν αναγνωριστεί με τα άρθρα 39 και επ. της συνθήκης.
Πρόκειται, συνεπώς, για μία προσπάθεια εκ μέρους της δανικής κυβέρνησης να αποδυναμώσει μία αρμοδιότητα που μεταβιβάστηκε στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και για το λόγο αυτό η δανική κυβέρνηση υπερέβη τα όρια της αρμοδιότητάς της θεσπίζοντας το αμφισβητούμενο φορολογικό μέτρο.
Δεν είναι, πράγματι, δυνατό να γίνει δεκτό, κατ' αναλογία ότι ένας φορολογικός νόμος που θεσπίζει ένα κράτος μέλος μετά από τον καθορισμό των γεωργικών τιμών από την Κοινότητα, μπορεί να εξαφανίσει ή τροποποιήσει τις επιπτώσεις του καθορισμού αυτών των τιμών για τους γεωργούς.
3.
Η προσφεύγουσα στην κυρία δίκη τονίζει ότι ακόμη και αν δεν είναι δυνατό να καταδειχθεί ότι ο έγγειος αυτός φόρος είχε επιπτώσεις στην παραγωγή, είναι βέβαιο ότι ο φόρος αυτός που επέφερε το 1980 μείωση κατά 10 % των γεωργικών εισοδημάτων, είχε συνέπειες στην παραγωγή αυτού του κράτους μέλους και στη λειτουργία των κοινών οργανώσεων γεωργικών αγορών. Ένας τέτοιος φόρος θίγει, πράγματι, τις οικονομικές δυνατότητες των γεωργών, την αξιοποίηση των εισοδημάτων τους και των συναγωνιστικών τους ικανοτήτων και τον εντοπισμό της παραγωγής μέσα στην κοινή αγορά. Η μείωση των γεωργικών εισοδημάτων πρέπει να θεωρηθεί ότι θίγει τους σκοπούς των οργανώσεων αγοράς και της λειτουργίας τους. Ο φόρος που επιβλήθηκε, έστω και για ένα μόνο έτος, είχε δυσμενή αποτελέσματα στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων των γεωργών και, ιδίως, επέφερε μείωση του ύψους των «επενδύσεων λειτουργίας» στη δανική γεωργία.
4.
Η προσφεύγουσα στην κυρία δίκη υποστηρίζει, κατά τέταρτο λόγο, ότι ελλείψει «πράσινης» υποτίμησης, παράλληλης προς τη νομισματική υποτίμηση θεσπίστηκαν νομισματικά εξισωτικά ποσά, πράγμα που σημαίνει, για μία χώρα όπως η Δανία, μέγα εξαγωγέα γεωργικών πρϊόντων και μικρό εισαγωγέα, καθαρές εισπράξεις σημαντικές για τον κοινοτικό προϋπολογισμό.
Συγχρόνως η υποτίμηση συνεπήχθη αύξηση των κοινών γεωργικών τιμών και των επιστροφών λόγω εξαγωγής που υπολογίζονται σε δανικές κορόνες, δηλαδή βελτίωση των συνθηκών στη γεωργία, που μεταφράζεται σε μία αύξηση των τιμών των τροφίμων για το δανό καταναλωτή.
Η Ένωση Δανών Γεωργών συνάγει από τα ανωτέρω ότι η δανική γεωργία, μετά από την υποτίμηση της «πράσινης κορόνας» και τη θέσπιση του φόρου επί των γεωργικών γαιών ξαναβρέθηκε περίπου στην ίδια κατάσταση όπως πριν από την υποτίμηση και ότι ο καταναλωτής αναγκάστηκε να πληρώσει υψηλότερες τιμές για τα είδη διατροφής, οι δε εισπράξεις της Ευρωπαϊκής Κοινότητας μειώθηκαν.
Ο μόνος ωφελημένος από αυτήν την υποτίμηση είναι το δανικό δημόσιο. Η ανωτέρω Ένωση συνάγει το συμπέρασμα ότι το δανικό κράτος μετέβαλλε τα αποτελέσματα ενός από τα νομικά μέσα, που χρησιμοποιεί η Κοινότητα για να προωθήσει τους σκοπούς της γεωργικής πολιτικής, κατά τρόπο απαράδεκτο και ότι η απόφαση του είναι ελαττωματική λόγω αναρμοδιότητας και καταχρήσεως εξουσίας.
5.
Η προσφεύγουσα στην κυρία δίκη υποστηρίζει, κατά πέμπτο λόγο, ότι ακόμη και αν ο στόχος του κανονισμού 2717/79 του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1979, όπως συνάγεται από τις αιτιολογικές σκέψεις, ήταν να αποφευχθεί η θέσπιση εξισωτικών νομισματικών ποσών στη Δανία, δεν είναι δυνατό να επρόκειτο παρά για ένα δευτερεύοντα στόχο που μπορεί να γίνει αποδεκτός μόνο αν υποτεθεί ότι μετά από πλήρη έρευνα των διαφόρων στόχων που καθορίζονται στο άρθρο 39 της συνθήκης το Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να προχωρήσει στην «πράσινη» υποτίμηση με όλες τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, τους γεωργούς και τους δανούς καταναλωτές.
Κατά συνέπεια, η Δανική Ένωση παρατηρεί ότι δεν αποδείχθηκε ότι το Συμβούλιο είχε πληροφορηθεί για το ότι η «πράσινη» υποτίμηση θα ακολουθείτο από ένα φόρο προς όφελος του δανικού δημοσίου, που θα εξουδετέρωνε το όφελος που θα είχε η δανική γεωργία από αυτήν την υποτίμηση με περαιτέρω συνέπεια το ότι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και οι καταναλωτές θα βρίσκονταν, αντιστοίχως, αντιμέτωποι με λιγότερο υψηλά έσοδα και με υψηλότερες τιμές καταναλωτού.
6.
Κατά έκτο λόγο, η προσφεύγουσα στην κυρία δίκη αποκρούει έντονα την επιχειρηματολογία της δανικής κυβερνήσεως, κατά την οποία ο επίδικος φόρος αποτελεί μία φάση μέσα στο πλαίσιο μιας γενικής οικονομικής λύσεως, στην οποία κλήθηκαν να συμμετάσχουν το σύνολο των κοινωνικών ομάδων, περιλαμβανομένης και της γεωργίας.
Σχετικώς, η αναρμοδιότητα που καθιστά ελαττωματική την απόφαση της δανικής κυβερνήσεως δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από μία τέτοια περίσταση, όπως καταφαίνεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου (Ρ. J. Van der Hulst's Zonen κατά Produktschap voor Siergewassen, υπόθ. 51/74, Sml. 1975, σ. 79' Rewe Zentral AG κατά Bundesmonopolverwaltung für Branntwein, υπόθ. 120/78, Smi. 1979, σ. 649).
7.
Κατά έβδομο λόγο, η Ένωση Δανών Γεωργών υποστηρίζει ότι πρέπει να υφίσταται νέα σχέση αντιστοιχίας μεταξύ της παρεμβάσεως του κράτους και του σκοπού αυτής της παρεμβάσεως και ότι αν ένα κράτος έχει την επιλογή μεταξύ περισσοτέρων τύπων παρεμβάσεως πρέπει να επιλέγει τη λύση που είναι η λιγότερο δεσμευτική όσον αφορά τα εμπόδια που είναι δυνατό να δημιουργήσει στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, όπως δέχτηκε και το Δικαστήριο στην απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1982 (Walter Rau κατά P.v.b.A. De Smedt, 261/81, Συλλογή 1982, σ. 3961).
Η αρχή αυτή, το πεδίο εφαρμογής της οποίας δεν μπορεί να περιοριστεί στην εφαρμογή των άρθρων 30 και 36 της συνθήκης συνιστά ένα ουσιώδες στοιχείο της κοινοτικής έννομης τάξης. Συνεπώς, η συμφωνία των επίδικων φορολογικών διατάξεων με το κοινοτικό δίκαιο εξαρτάται από την ύπαρξη ανάγκης που καθιστά απαραίτητη, χάριν της ενισχύσεως της δανικής οικονομίας, τη θέσπιση ενός μέτρου που θίγει τα αποτελέσματα που παράγονται από μία κοινοτική νομική πράξη.
Επιπλέον, για να είναι σύμφωνο με το κοινοτικό δίκαιο αυτό το μέτρο πρέπει να βρίσκεται σε αυστηρή αναλογία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ο οποίος δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω ενεργειών λιγότερο αρνητικών για την κοινοτική έννομη τάξη.
Πράγματι, η Ένωση Δανών Γεωργών υποστηρίζει ότι σε καμία στιγμή της διαδικασίας η δανική κυβέρνηση δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι συγκεντρώνονταν αυτές οι προϋποθέσεις. Αντιθέτως, μάλιστα, ο φόρος επί των γεωργικών ιδιοκτησιών δεν συνιστά παρά ένα πολύ μετριοπαθές μέρος του συνόλου του αντιμετωπιζόμενου σχεδίου, θα ήταν δε δυνατό, για να επιτευχθεί ο νόμιμος στόχος που επιδιώκει ο φορολογικός νόμος, να εφαρμοστούν άλλες μέθοδοι από τη φορολογική επιβάρυνση, το αντικείμενο της οποίας καθορίστηκε προφανώς από την πρόθεση να στερηθεί των αποτελεσμάτων της μία κοινοτική νομική πράξη. Επιπλέον, η επέμβαση αυτή, σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό της ίσης κατανομής της προσπάθειας, είναι δυσανάλογη, εφόσον οι δανοί γεωργοί θίγηκαν συγχρόνως από το σύνολο των άλλων μέτρων που αποτελούν μέρος του σφαιρικού οικονομικού σχεδίου και επήλθε ήδη βλάβη ως προς αυτούς.
8.
Η προσφεύγουσα στην κυρία δίκη προβάλλει, κατά όγδοο λόγο, ότι η πρωτοβουλία για την «πράσινη» υποτίμηση, προήλθε ακριβώς από τη Δανία, η οποία θεωρούσε ότι η υποτίμηση αυτή βρισκόταν σε συμφωνία με τη δανική πολιτική στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, δεδομένου ότι η θέση της δανικής κυβερνήσεως ήταν πάντοτε υπέρ της συμφωνίας μεταξύ της κεντρικής τιμής και της «πράσινης» τιμής.
Συνεπώς, η στάση της δανικής κυβερνήσεως χαρακτηρίζεται από αντιφατικότητες στην αιτιολογία, επειδή η υποτίμηση που ζήτησε, δημιούργησε ακριβώς την κατάσταση που επιδιωκόταν να αποφευχθεί, δηλαδή να προκύψουν συμπληρωματικά εισοδήματα για τη γεωργία.
Η Ένωση Δανών Γεωργών αναρωτιέται, στη συνέχεια, αν ο σκοπός αυτής της ενέργειας δεν ήταν η ανάκτηση αυτών των νέων πηγών εισοδήματος, επιβαρύνοντας τους γεωργούς, οι οποίες θα απέφεραν στο δανικό δημόσιο πρόσθετα εισοδήματα, προορισμένα να καλύψουν ένα μέρος του σημαντικού ελλείματος του κρατικού προϋπολογισμού.
9.
Η προσφεύγουσα στην κυρία δίκη σημειώνει, κατά ένατο λόγο, ότι σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, της συνθήκης τα κράτη μέλη απέχουν από κάθε μέτρο που δύναται να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών της παρούσας συνθήκης και, ιδίως, εν προκειμένω, το άρθρο 39.
Η δανική κυβέρνηση παρανόμως δεν έλαβε υπόψη αυτές τις διατάξεις θεσπίζοντας ένα φόρο επί των γεωργικών γαιών. Η εν λόγω Ένωση υποστηρίζει ότι παρόλο που οι φορολογικοί νόμοι βρίσκονται ουσιωδώς στο πεδίο της αρμοδιότητας που επιφυλάσσεται στα κράτη μέλη, δεν πρέπει όμως γι' αυτό το λόγο, όπως έγινε με το δανικό φορολογικό νόμο, να έχουν ως στόχο την πλήρη ή μερική εξουδετέρωση των αποτελεσμάτων μίας κοινοτικής νομικής πράξεως θίγοντας τους στόχους της και την εφαρμογή της. Αυτό δέχτηκε το Δικαστήριο στην απόφαση της 25ης Μαΐου 1977, Cucchi κατά Avez, υποθ. 77/76, Sml. 1977, σ. 987.
Συνεπώς, ακόμη και αν η δανική κυβέρνηση αποφάσισε να θεσπίσει έναν έγγειο φόρο προκειμένου να αποφευχθεί επιβολή φορολογίας στη γεωργική παραγωγή, η οποία θα υπέκειτο ακόμη περισσότερο στον έλεγχο του Δικαστηρίου, εντούτοις, λαμβανομένης υπόψη της δομής της δανικής γεωργίας, ο έγγειος αυτός φόρος είχε έμμεσα τα αποτελέσματα ενός φόρου επί της παραγωγής, εξουδετερώνοντας τα ουσιώδη στοιχεία των επιπτώσεων της «πράσινης» υποτιμήσεως, η οποία έγινε από το Συμβούλιο και, έτσι, ο φόρος αυτός είχε ως συνέπεια, την εξουδετέρωση ενός στόχου που επεδίωκε το Συμβούλιο.
Συνεπώς, μία τέτοια προσβολή μιας κοινοτικής νομικής πράξεως, ακόμα και αν παρουσιάζεται «μεταμφιεσμένη» με το ένδυμα αρμοδιότητας που παραμένει στα κράτη, συνιστά κατάχρηση εξουσίας και «καταστρατήγηση του νόμου».
10.
Η Ένωση Δανών Γεωργών υποστηρίζει, κατά δέκατο λόγο, ότι είναι ανακριδές να προβάλλεται, όπως κάνει η δανική κυβέρνηση, ότι το ερώτημα που υποβλήθηκε στην κρίση του Δικαστηρίου, έχει ήδη λυθεί με τις προαναφερόμενες υποθέσεις 36/80 Kat 71/80 της 10ης Μαρτίου 1981. Τονίζει δε ότι ακόμη και αν, εν προκειμένω, ο δανικός έγγειος φόρος δεν είχε άμεσες επιπτώσεις στο σχηματισμό των τιμών ή της λειτουργίας των αγορών, προσέβαλε αυτήν την ίδια τη νομοθετική δραστηριότητα της Κοινότητας και, συνεπώς, χωρίς να υπάρχει λόγος να ερευνηθεί αν είχε ή όχι επιπτώσεις στους μηχανισμούς της αγοράς, πρέπει να θεωρηθεί ως αντίθετος προς το κοινοτικό δίκαιο.
11.
Τέλος η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη αμφισβητεί το εύστοχο της επιχειρηματολογίας που αναπτύσσει στο έγγραφο της 13ης Ιουνίου 1980 το μέλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που είναι επιφορτισμένο με τις γεωργικές υποθέσεις, κατά το οποίο έγγραφο ο επίδικος έγγειος φόρος δεν είχε καμία επίπτωση στα διάφορα στοιχεία που αναφέρονται στη λειτουργία της κοινής γεωργικής πολιτικής, δεν εμπόδισε την εξέλιξη των τιμών βάσει της προσφοράς και της ζητήσεως και δεν είχε καμία επίπτωση στους μηχανισμούς των κοινών οργανώσεως αγοράς.
Στο έγγραφο αυτό πρόκειται για μία αντίληψη πάρα πολύ στενή της γεωργικής πολιτικής που παραγνωρίζει τους υπέρτερους στόχους που εξαγγέλλονται στο άρθρο 39 της συνθήκης, από τους οποίους διαπνέεται ο κανονισμός του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1979.
Η Ένωση Δανών Γεωργών σημειώνει ακόμα ότι είναι αδιάφορο για την επίλυση του νομικού ζητήματος ότι ο έγγειος νόμος δεν είχε παρά προσωρινή εφαρμογή και ότι, εξάλλου, τα εκ του φόρου έσοδα δεν πιστώθηκαν υπέρ της δανικής γεωργίας.
Β — Οι παρατηρήθείς της δανικής κυδερνήοεως και του δανού υπουργού φορολογίας, καθού οτηυ κυρία δίκη
Μετά από μία ανάλυση του πως ανέκυψε η υπόθεση και μετά από εξέταση του κανονιστικού πλαισίου, μέσα στο οποίο τοποθετείται ο επίδικος έγγειος φόρος η δανική κυβέρνηση ανέπτυξε τις ακόλουθες παρατηρήσεις.
1.
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
—
Η δανική κυβέρνηση σημειώνει, κατά πρώτον, ότι δεν αμφισβητείται στην προκειμένη υπόθεση το δικαίωμα των κρατών μελών να επιβάλλουν φόρο στις ακίνητες ιδιοκτησίες και, ιδίως, στις γεωργικές ιδιοκτησίες.
—
Κατά δεύτερο λόγο, εκθέτει ότι το προδικαστικό ερώτημα είναι ασαφές, ιδίως όσον αφορά, τη φύση των κανόνων του κοινοτικού δικαίου, την ερμηνεία των οποίων ζητεί το Landsret.
—
Κατά τρίτο λόγο, θεωρεί ότι πρέπει να υπογραμμιστεί ότι από αυτό το ίδιο το κείμενο της περί παραπομπής αποφάσεως συνάγεται ότι οι διάδικοι συμφωνούν ότι ο φόρος δεν θίγει το σχηματισμό των τιμών, την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, τις ποσότητες των προϊόντων στην αγορά και ότι δεν έχει τα αποτελέσματα δασμού ή επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος.
—
Η δανική κυβέρνηση συνάγει από τα ανωτέρω ότι τα άρθρα 30 και επ., καθώς και τα άρθρα 9 και επ. της συνθήκης δεν αποτελούν αντικείμενο του προδικαστικού ερωτήματος, το οποίο δεν αφορά παρά το ζήτημα, αν ο εν λόγω έγγειος φόρος, αυτός καθαυτός, δεν συμβιβάζεται με το μέρος της συνθήκης ΕΟΚ που αναφέρεται στη γεωργία, ιδίως, τα άρθρα 39 και επ., καθώς και με τις κανονιστικές πράξεις του παραγώγου δικαίου που θεσπίστηκαν στον τομέα της γεωργίας.
2.
Οι παρατηρήσεις επί της ουσίας
1.
Η δανική κυβέρνηση υποστηρίζει, κατά πρώτο λόγο, ότι καμία από τις διατάξεις της συνθήκης σχετικά με τη γεωργία, ιδίως, τα άρθρα 39, 40 και 41 δεν καθιστά δυνατό να συναχθεί ότι τα κράτη μέλη δεν είναι αρμόδια να αποφασίσουν μέχρι ποιο μέτρο μπορούν να επιβαρύνουν τις γεωργικές ιδιοκτησίες ή ότι οι γεωργοί, αντιθέτως προς τις άλλες κοινωνικές ομάδες, δεν πρέπει να υποστούν μεταβολές ως προς τις οικονομικές τους δυνατότητες.
Αντιθέτως, το άρθρο 39, παράγραφος 2, στοιχείο γ), ορίζει ότι «η γεωργία αποτελεί έναν τομέα στενά συνδεδεμένο με το σύνολο της οικονομίας».
2.
Κατά δεύτερο λόγο, η δανική κυβέρνηση θεωρεί περιττό να εξετάσει την κατάσταση κάθε μίας από τις οργανώσεις αγοράς καθόσον, όπως ειπώθηκε πιο πάνω, οι διάδικοι συμφωνούν ότι ο κρατικός έγγειος φόρος δεν έχει κατά κανένα τρόπο επίδραση στο σχηματισμό των τιμών ή στις λοιπές σχέσεις της αγοράς.
3.
Κατά τρίτο λόγο, η δανική κυβέρνηση θεωρεί ότι επιβεβαιώνεται η θέση της με την απόφαση που εκδόθηκε στις προαναφερόμενες υποθέσεις 36 και 71/80, Irish Creamery (ιδίως η σκέψη 13). Κατά τη γνώμη της, οι σκέψεις που καθοδήγησαν το Δικαστήριο στις υποθέσεις αυτές μπορούν, a fortiori, να απολήξουν στα ίδια συμπεράσματα και στην παρούσα υπόθεση, στην οποία πρόκειται για έναν έγγειο φόρο και όχι για μία φορολογική επιβάρυνση της αξίας ορισμένων γεωργικών προϊόντων.
Η εφαρμογή και εν προκειμένω της ανωτέρω λύσεως επιβάλλεται πολύ περισσότερο καθόσον πρόκειται επίσης, στις υποθέσεις Irish Creamery, για μία ρύθμιση που αποσκοπούσε στην εξάλειψη, μέσω φορολογήσεως, των πλεονεκτημάτων που είχαν πετύχει οι γεωργοί χάρη στις οργανώσεις αγοράς, καθόσον οι αμφισβητούμενες επιβαρύνσεις συνιστούσαν ένα στοιχείο μιας γενικής πολιτικής εισοδημάτων και καθόσον είχε επίσης υποστηριχθεί ότι τα κράτη μέλη, από τη στιγμή που θεσπίστηκαν κοινοί κανόνες σε έναν ορισμένο γεωργικό τομέα, υποχρεούνται να απέχουν από κάθε μέτρο που θα μπορούσε να θίξει αυτήν την οργάνωση.
4.
Η δανική κυβέρνηση υποστηρίζει, κατά τέταρτο λόγο, ότι δεν είναι δυνατό να συναχθεί από την πραγματική σχέση της ταυτόχρονης υποτιμήσεως την «πράσινης» κορόνας και της θεσπίσεως του εγγείου φόρου ότι με το φόρο αυτό δεν ελήφθη υπόψη το κοινοτικό δίκαιο.
Αφού αναφέρθηκε στο μηχανισμό των νομισματικών εξισωτικών ποσών, η δανική κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι κατά τη γνώμη της ένα τέτοιο σύστημα δεν είναι ευκταίο, αυτό καθεαυτό. Συνεπώς, η Δανία επιχείρησε πάντοτε σταθερά να επιδιώξει την αντιστοιχία της κεντρικής τιμής της δανικής κορόνας με τη γεωργική τιμή μετατροπής έναντι του ECU συμμορφούμενη αυστηρά με την αρχή, στην οποία στηρίζεται η κοινή γεωργική πολιτική.
Είναι, συνεπώς, τελείως ανακριβές να υποστηρίζεται, όπως κάνουν οι προσφεύγοντες στην κυρία δίκη, ότι ο κανονισμός του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1979, θεσπίστηκε για να εξασφαλισθούν πιο υψηλά εισοδήματα στους γεωργούς, ενώ, όπως συνάγεται από το προοίμιό του, ο μοναδικός στόχος αυτού του κανονισμού ήταν να αποφευχθεί η θέσπιση εξισωτικών νομισματικών ποσών στη Δανία.
Συνεπώς, το αντικείμενο αυτού του κανονισμού δεν εθίγει κατά τίποτε από τον προσωρινό έγγειο φόρο.
Η δανική κυβέρνηση προσθέτει ότι τόσο η υποτίμηση όσο και η θέσπιση του εγγείου φόρου αποτελούσαν μέτρα δικαιλογημένα, αυτά καθεαυτά, και ότι δεν είναι δυνατό να αποδοθεί νομική σημασία στο γεγονός ότι θεσπίστηκαν ταυτόχρονα.
Εν συμπεράσματι, η δανική κυβέρνηση προτείνει στο Δικαστήριο να δώσει στο προδικαστικό ερώτημα την ακόλουθη απάντηση: «Οι κανόνες του κοινοτικού δικαίου και, ιδίως, οι διατάξεις της συνθήκης σχετικά με τη γεωργία δεν εμποδίζουν ένα κράτος μέλος να θεσπίσει ένα φόρο, όπως αυτός που προβλέπεται στο νόμο 541, της 28ης Δεκεμβρίου 1979, ακόμα και αν αυτός ο φόρος, ως στοιχείο ενός γενικού οικονομικού προγράμματος, θεσπίστηκε σε άμεση σχέση με μία υποτίμηση του «πράσινου» νομίσματος που έγινε από το Συμβούλιο, ακόμη δε και αν αυτός ο φόρος έχει ως αντικείμενο, να αφαιρεθεί από τους γεωργούς ένα σημαντικό μέρος της αυξήσεως των εισοδημάτων που προέρχονται από την υποτίμηση.»
Γ — Οι παρατηρήσεις της γαλλικής κυβερνήσεως
Η γαλλική κυβέρνηση ανέπτυξε παρατηρήσεις που κατ' ουσίαν συμπίπτουν με τις παρατηρήσεις της δανικής κυβερνήσεως.
Κατά την άποψη της γαλλικής κυβερνήσεως η λύση που πρέπει να δεχτεί το Δικαστήριο τοποθετείται σε ένα πλαίσιο σχετικά απλό, του οποίου είναι δυνατό να χαραχθούν τα όρια ως εξής: η δημιουργία της κοινής γεωργικής πολιτικής δεν συνεπάγεται για την Κοινότητα αποκλειστική νομοθετική εξουσία, παρόλο που οι αρμοδιότητες που έχουν διατηρηθεί από τα κράτη μέλη δεν δίνουν δικαίωμα, προς όφελος αυτών των κρατών, να εξουδετερώνουν τις αποφάσεις του Συμβουλίου.
1.
Όσον αφορά τα όρια της εξουσίας που έχει ανατεθεί στα κοινοτικά όργανα η γαλλική κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η όλη οικονομία της συνθήκης βασίζεται σε μία μετάθεση αρμοδιοτήτων των κρατών μελών, ότι δεν υπάρχει τεκμήριο κοινοτικής αρμοδιότητας και ότι η αρμοδιότητα αυτή δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια που έχουν θέσει συμβατικώς τα κράτη μέλη.
Κατά τη γαλλική κυβέρνηση πρέπει να ισχύει το ίδιο στο πλαίσιο των κοινών πολιτικών όσον αφορά τους τομείς που συνδέονται με αυτές τις πολιτικές και δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο κοινής ρυθμίσεως και, συνεπώς, πρέπει να διέπονται από τις εθνικές διατάξεις.
Εν προκειμένω, είναι σαφές ότι η αρμοδιότητα στον τομέα του εγγείου φόρου εξακολουθεί να ασκείται από τα κράτη μέλη και δεν υφίσταται κανένα νομικό έρεισμα για να απαγορευθεί σε ένα κράτος μέλος, να θεσπίζει φόρους επί της αξίας των γεωργικών γαιών σε περίπτωση που δεν υφίσταται ρητή ρύθμιση ή κατάλληλη εναρμόνιση.
2.
Όσον αφορά τα όρια των αρμοδιοτήτων που διατηρούν τα κράτη μέλη, η γαλλική κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί, μέσω των εθνικών αρμοδιοτήτων που του απομένουν, να εξουδετερώνει τις αποφάσεις που λαμβάνονται επί κοινοτικού επιπέδου και να θέτει, έτσι, σε κίνδυνο τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής. Τα όρια αυτών των αρμοδιοτήτων πρέπει να καθορίζονται σε συνάρτηση, αφενός, με τη φύση του εθνικού μέτρου, για το οποίο πρόκειται και, αφετέρου, με το πλαίσιο, μέσα στο οποίο εντάσσεται.
—
Όοον αφορά το χαρακτήρα της επίοικης φορολογικής επιβαρύνσως πρόκειται για κρατικό έγγειο φόρο επί των γεωργικών γαιών, δηλαδή για άμεση εισφορά, που υπολογίζεται με τις ίδιες βάσεις, όπως και οι άλλοι έγγειοι φόροι και που εφαρμόζεται γενικώς και αδιακρίτως ως προς το σύνολο των γεωργικών γαιών. Από την απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Μαρτίου 1981, υποθ. 36 και 71/80, που αναφέρονται ανωτέρω, συνάγεται ότι τα δύο καθοριστικά κριτήρια για το επιτρεπτό ενός εθνικού φορολογικού μέτρου είναι, αφενός, η φύση του μέτρου (ο γενικός του χαρακτήρας) και, αφετέρου, τα αποτελέσματά του (μη μεταβολή της διαρθρώσεως της γεωργικής παραγωγής).
Εφαρμοζόμενο στον έγγειο φόρο που θέσπισε η Δανία τα δύο αυτά κριτήρια επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι το επίδικο μέτρο επιτρέπεται.
—
Όσον αφορά το πλούσιο, στο οποίο εντάσσεται το επίδικο φορολογικό μέτρο. Είναι σαφές, εν προκειμένω, ότι το μέτρο αυτό εντάσσεται στο πλαίσιο ενός προγράμματος γενικής οικονομικής πολιτικής, ότι η γεωργία συνιστά έναν τομέα που συνδέεται στενότατα με το σύνολο της οικονομίας και ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο, «η κοινή γεωργική πολιτική δεν αποβλέπει, συνεπώς, να εξαιρέσει τους γεωργούς από τα αποτελέσματα της εθνικής πολιτικής επί των εισοδημάτων».
Καταφαίνεται, έτσι, σαφώς ότι το επίδικο φορολογικό μέτρο δεν είχε ως στόχο την εξουδετέρωση των κοινοτικών μέτρων περί υποτιμήσεως της «πράσινης» κορόνας αλλά εντάσσεται σε ένα γενικό φορολογικό πλαίσιο, που αφορά όλες τις κοινωνικές ομάδες.
Για τους λόγους αυτούς η γαλλική κυβέρνηση είναι της γνώμης ότι στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση: «Οι κοινοτικές ρυθμίσεις που θεσπίστηκαν στο πλαίσιο των κοινών πολιτικών δεν μπορούν να αποτελέσουν εμπόδιο στην ευχέρεια, για τα κράτη μέλη, να θεσπίζουν μέτρα, ιδίως φορολογικά, που εντάσσονται στο πλαίσιο μιας γενικής οικονομικής πολιτικής.»
Α — Οι παρατηρήσεις της κυβερνήαεως της Ιταλικής Δημοκρατίας
Η Ιταλική Δημοκρατία θεωρεί και αυτή ότι στο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση για λόγους πολύ παραπλήσιους προς τους λόγους που εξέθεσε η δανική και η γαλλική κυβέρνηση.
1.
Εκτός από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από ορισμένες πολύ ακριβείς κοινοτικές διατάξεις, η κυριαρχία των κρατών μελών στο φορολογικό τομέα πρέπει να γίνεται σεβαστή, τα κράτη δε αυτά είναι αρμόδια να θεσπίζουν εσωτερικούς φόρους, είτε άμεσους είτε έμμεσους, είτε αφορούν την επιβάρυνση των γεωργικών προϊόντων είτε την επιβάρυνση των εισοδημάτων των γεωργών.
Η κοινή γεωργική πολιτική και οι κοινές οργανώσεις αγοράς δεν αποτελούν εμπόδιο για τη θέσπιση εθνικών μέτρων επί των εισοδημάτων που αποβλέπουν στην κατανομή των φορολογικών βαρών μεταξύ των διαφόρων τμημάτων του ενεργού πληθυσμού, περιλαμβανομένων και των γεωργών.
2.
Η διατύπωση του άρθρου 39 της συνθήκης δεν μπορεί να οδηγήσει σε κανένα άλλο συμπέρασμα εφόσον τονίζει ότι στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής η άνοδος του ατομικού εισοδήματος του γεωργού πρέπει να είναι το αποτέλεσμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που αποσκοπούν στην αύξηση της παραγωγικότητας στη γεωργία.
3.
Η ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου, της 10ης Μαρτίου 1981, επιρρωνύει αυτή τη θέση, τη στιγμή ιδίως που οι άμεσοι φόροι εισοδήματος ή ιδιοκτησίας είναι, από τη φύση τους, ουδέτεροι, κατά την έννοια ότι δεν μπορούν ποτέ να προκαλέσουν στρεβλώσεις στο σχηματισμό των τιμών των προϊόντων, στον εφοδιασμό της αγοράς, ή, κατά πιο γενικό τρόπο, στη διάρθρωση της γενικής παραγωγής.
4.
Η ιταλική κυβέρνηση προσθέτει ότι το δανικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσία, αν οι αποφάσεις περί υποτιμήσεως των «πράσινων» νομισμάτων μπορούν να θεωρηθούν ότι αποσκοπούν να διασφαλίσουν μία αύξηση των καθαρών εισοδημάτων των γεωργών και αν, κατά συνέπεια, ένα εθνικό φορολογικό μέτρο που μεταβιβάζει, εν όλω ή εν μέρει, την αύξηση αυτή των εισοδημάτων στο εθνικό δημόσιο, μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν συμβιβάζεται με τις κοινοτικές αποφάσεις.
Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική, εφόσον τα μέτρα που καθορίζουν ή τροποποιούν τις αντιπροσωπευτικές τιμές των διαφόρων νομισμάτων στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής θεσπίζονται χάριν του υπέρτερου συμφέροντος της καλής λειτουργίας των κοινών οργανώσεων αγοράς και όχι για να προστατευθούν τα ατομικά συμφέροντα των επιχειρηματιών στον τομέα αυτό.
Έτσι, λαμβανομένης υπόψη της αιτιολογίας του κανονισμού 2717/79 και της νομολογίας του Δικαστηρίου (απόφαση της 8ης Ιουνίου 1977, Merkur Außenhandel GmbH κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υποθ. 97/76, Smi. 1977, σ. 1063), καθίσταται φανερό ότι ο κανονισμός 2717/79 δεν χορήγησε στους γεωργούς ένα δικαίωμα απαραβίαστο για αύξηση των εισοδημάτων τους και δεν απέβλεψε να θέσει την αύξηση αυτή των εισοδημάτων «έξω από το χώρο των νόμιμων επιπτώσεων από τα εθνικά φορολογικά μέτρα» αποβλέποντας στην πραγματοποίηση μιας ίσης κατανομής των επιβαρύνσεων σε όλες τις κοινωνικές ομάδες.
5.
Κατά την ιταλική κυβέρνηση είναι περιττή η εξέταση των σχετικών με τη συγκυρία στόχων που επιδιώκονται, εν προκειμένω, από το δανό νομοθέτη.
Πράγματι, αν γίνει δεκτό ότι τα πρόσθετα εισοδήματα, που προκλήθηκαν από τα μέτρα υποτιμήσεως του «πράσινου» νομίσματος εμπίπτουν στο πεδίο της νόμιμης ασκήσεως της φορολογικής εξουσίας των κρατών μελών, η διαπίστωση αυτή αρκεί για να αναγνωριστεί πλήρης αρμοδιότητα στο κράτος μέλος, εφόσον, βεβαίως, δεν υφίσταται αλληλοεξάρτηση με τους μηχανισμούς της κοινής γεωργικής πολιτικής, σύμφωνα με τις αρχές που διατύπωσε το Δικαστήριο στην ανωτέρω απόφαση του της 10ης Μαρτίου 1981.
Είναι επίσης περιττό να εξεταστεί αν το επίδικο φορολογικό μέτρο είναι μεμονωμένο ή αν θεσπίστηκε στο πλαίσιο ενός συνόλου μέτρων οικονομικής πολιτικής που αφορά και άλλες κατηγορίες εκτός από τους γεωργούς.
Πράγματι, τα μέτρα που αφορούν την άμεση επιβάρυνση των εισοδημάτων είναι πάντοτε, από τη φύση τους, μέσα πραγματοποιήσεως εθνικής πολιτικής επί των εισοδημάτων, με την οποία επιδιώκεται η κατανομή των οικονομικών βαρών μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών κατηγοριών κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
6.
Η ιταλική κυβέρνηση προσθέτει, επιπλέον, ότι η παρεμβολή του εν λόγω νόμου μέσα σε ένα μεσοπρόθεσμο σφαιρικό πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής καθιστά ακόμη σαφέστερα φανερή την αδυναμία για τον εθνικό νομοθέτη, να θεωρήσει ως απαραβίαστα τα επιπλέον εισοδήματα των γεωργών που συνεπήχθη η υποτίμηση του «πράσινου» νομίσματος. Αυτός δεν είναι ο σκοπός που επιδιώκεται με την κοινή γεωργική πολιτική, η οποία δεν αποβλέπει στο να εξαιρεθούν τα γεωργικά εισοδήματα από το γενικό οικονομικό πλαίσιο και δεν έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα να στερήσει τα κράτη μέλη από την εξουσία φορολογήσεως αυτών των εισοδημάτων ή των επιπλέον εισοδημάτων.
Εν συμπεράσματι, η ιταλική κυβέρνηση είναι της γνώμης ότι στο ερώτημα που υπέβαλε ο εθνικός δικαστής πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση: «Κανένας κανόνας της συνθήκης ή του παραγώγου δικαίου δεν αποτελεί εμπόδιο για τα κράτη μέλη, να θεσπίζουν μέτρα φορολογήσεως των εισοδημάτων των γεωργών, ούτε ακόμη και στην περίπτωση που πρόκειται για επιπλέον εισοδήματα, που προκλήθηκαν από τη θέση σε ισχύ μέτρων περί υποτιμήσεως του “πράσινου” νομίσματος.»
Ε — Παρατηρηθείς της Επιτροπής
Αφού αναφέρθηκε στο σύστημα τιμών των κοινών οργανώσεων αγοράς και στους αγρονομισματικούς κανόνες, όπως υφίσταντο κατά τη στιγμή της θεσπίσεως και της εφαρμογής του επίδικου φόρου στη Δανία, η Επιτροπή προέβη σε ανάλυση των νομικών διατάξεων και της νομολογίας σχετικά με τη σχέση μεταξύ εθνικών φορολογιών και κοινής γεωργικής πολιτικής για να καταλήξει στα ακόλουθα συμπεράσματα:
—
Κατά γενικό τρόπο, ένας εθνικός φόρος ή μία εθνική φορολογική επιβάρυνση δεν συμβιβάζεται με τις διατάξεις της συνθήκης σχετικά με τη γεωργία και, ιδίως, με τις διατάξεις σχετικά με τις κοινές οργανώσεις αγοράς, όταν μία τέτοια επιβάρυνση είναι αντίθετη με τους στόχους της κοινής γεωργικής πολιτικής και/ή παρεμποδίζει τη λειτουργία των μηχανισμών που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη αυτών των στόχων.
—
Για να καθοριστεί αν ένας φόρος ή ένα τέλος δεν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να γίνει συγκεκριμένη εξέταση της φύσεως, του σκοπού και των αποτελεσμάτων του εθνικού μέτρου ενόψει των διατάξεων της κοινής γεωργικής πολιτικής.
—
Ο κίνδυνος να μη συμβιβάζεται ένα εθνικό μέτρο με το κοινοτικό δίκαιο μετριάζεται χωρίς αμφιβολία όταν πρόκειται για έγγειους φόρους παρά όταν πρόκειται για φορολόγηση των γεωργικών προϊόντων.
1.
Όσον αφορά τις παρατηρήσεις της ακριβώς σε σχέση με την απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα η Επιτροπή έκανε μία σειρά εισαγωγικών παρατηρήσεων που επιβεβαιώνει την ανάλυση που έκαναν η δανική, η γαλλική και η ιταλική κυβέρνηση.
2.
Πάντως, η Επιτροπή θεωρεί ότι το ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο αφορά ένα ιδιαίτερο πρόβλημα, που δεν φαίνεται να έχει μέχρι τώρα υποβληθεί στο Δικαστήριο. Πράγματι, πρόκειται για την περίπτωση, κατά την οποία ένα κράτος προβαίνει αμέσως μετά από μία υποτίμηση της «πράσινης» τιμής συναλλάγματος του νομίσματος του που έγινε από το Συμβούλιο και σε σχέση μ' αυτήν την υποτίμηση σε προσωρινή αύξηση του εγγείου φόρου επί των γεωργικών ιδιοκτησιών με σκοπό να ανακτήσει προς όφελος του δημοσίου ένα σημαντικό μέρος της αυξήσεως των γεωργικών εισοδημάτων που προκλήθηκε από την υποτίμηση στο πλαίσιο ενός γενικού οικονομικού προγράμματος που αφορά το μεγαλύτερο μέρος των κοινωνικών ομάδων.
α)
Η Επιτροπή θεωρεί ότι, κατά γενικό τρόπο, μία τέτοια προσωρινή αύξηση του εγγείου φόρου, που επέρχεται στο πλαίσιο μιας γενικής οικονομικής λύσεως, δεν είναι αυτή καθεαυτή, ασυμβίβαστη με την κοινή γεωργική πολιτική.
6)
Κατά δεύτερο λόγο, σημειώνει ότι από τη διάταξη περί παραπομπής συνάγεται ότι το προϊόν του φόρου εισέρρευσε στο δημόσιο ταμείο χωρίς να καθοριστεί ακριθώς ο τρόπος διαθέσεως του, οι δε διάδικοι συμφωνούν ότι ο φόρος δεν είχε επιπτώσεις στο σχηματισμό των τιμών, στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ούτε στην ποσότητα των προσφερόμενων αγαθών στην αγορά ούτε ότι είχε αποτελέσματα δασμού ή επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος.
Έτσι, δεν υφίστανται εν προκειμένω τα περισσότερα από τα στοιχεία που θα μπορούσαν να προκαλέσουν αμφιβολίες ως προς το αν συμφωνεί ο εθνικός αυτός φόρος με την κοινή γεωργική πολιτική.
3.
Στο επιχείρημα, το οποίο προέβαλε η προσφεύγουσα στην κυρία δίκη και το οποίο αντλεί από το ότι ο εθνικός νόμος αποβλέπει στην εκμηδένιση των αποτελεσμάτων μιας πράξεως των Κοινοτήτων, η Επιτροπή απαντά ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για εξουδετέρωση παρά μόνο αν θεωρηθεί ότι οι γεωργοί στερήθηκαν κατά το μάλλον ή ήττον από ένα ενδεχόμενο πλεονέκτημα που απορρέει από την υποτίμηση της «πράσινης» τιμής, δηλαδή της αυξήσεως σε δανικές κορόνες των τιμών που καθορίζονται από την Κοινότητα.
Αυτό δε συμβαίνει ως προς τον επίδικο έγγειο φόρο, ο οποίος δεν έχει ως αποτέλεσμα παρά τη μερική απορρόφηση του οφέλους που απεκόμισαν οι γεωργοί από την πώληση των προϊόντων τους αφού οι νόμοι της αγοράς και το σύστημα των κοινών τιμών έπαιξαν το ρόλο τους.
4.
Κατά τη γνώμη της Επιτροπής το καθοριστικό ζήτημα είναι, συνεπώς, αν η αφαίρεση ενός τέτοιου ενδεχόμενου καθαρού πλεονεκτήματος, στη δεδομένη κατάσταση, δεν συμβιβάζεται με τις διατάξεις σχετικά με την κοινή γεωργική πολιτική.
—
Η Επιτροπή θεωρεί, βεβαίως, ότι ο σκοπός της κοινής γεωργικής πολιτικής, που είναι, ιδίως, η εξασφάλιση δικαίου επιπέδου ζωής του γεωργικού πληθυσμού, φαίνεται να αντιτίθεται στο να είναι τα κράτη μέλη, μέσω των εθνικών φορολογιών, τελείως ελεύθερα να περικόπτουν τα πλεονεκτήματα των γεωργών που απορρέουν, ιδίως, από το σύστημα των τιμών στο πλαίσιο των κοινών οργανώσεων αγοράς. Η απεριόριστη αυτή ελευθερία θα περιόριζε σημαντικότατα τη σημασία του κοινού συστήματος τιμών για τους παραγωγούς.
—
Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θεσπίζουν μέτρα επιβολής ειδικών φόρων ή αυξήσεως των υφιστάμενων φόρων που θα είχαν ρητώς ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την απορρόφηση της αυξήσεως των εισοδημάτων των γεωργών που απορρέει από μία απόφαση της Κοινότητας.
—
Πάντως, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ανάληψη ενός μέρους των εισοδημάτων των γεωργών, όπως αυτό που αποτελεί το αντικείμενο της υποθέσεως στην κυρία δίκη, δεν είναι ασυμβίβαστη με την κοινή γεωργική πολιτική.
Πράγματι, οι κοινές οργανώσεις αγοράς δεν έχουν ως σκοπό να εξασφαλίσουν στους γεωργούς μία καθαρή τιμή που είναι ανεξάρτητη από κάθε φορολογική επιβάρυνση που επιβάλλεται από τις εθνικές αρχές ούτε, πολύ περισσότερο, να τους εξασφαλιστεί ένα καθορισμένο καθαρό εισόδημα.
Οι κανονισμοί του Συμβουλίου σχετικά με την προσαρμογή των «πράσινων» τιμών συναλλάγματος δεν έχουν επίσης ως σκοπό την προστασία των συμφερόντων των γεωργών.
'Ετσι, η αιτιολόγηση του κανονισμού του Συμβουλίου 2717/79, με την ευχή να αποφευχθεί η θέσπιση εξισωτικών ποσών στη Δανία, είναι απόλυτα σύμφωνη με την πραγματικότητα.
Το συμπέρασμα αυτό δεν αντιβαίνει προς την απόφαση του Δικαστηρίου, της 25ης Μάιου 1977 (Cucchi κατά Avez, υποθ. 77/76, ανωτέρω), εφόσον ο έγγειος φόρος, όπως αυτός που αποτελεί το αντικείμενο της υποθέσεως στην κυρία δίκη, δεν έχει ακριβώς καμία επίπτωση στο μηχανισμό σχηματισμού των τιμών.
Εξάλλου, κατά την Επιτροπή, διάφορα χαρακτηριστικά του επίδικου φόρου επιτρέπουν την υπόθεση ότι πρέπει να θεωρηθεί ως σύμφωνος με την κοινή γεωργική πολιτική: ο προσωρινός του χαρακτήρας, το γεγονός ότι δεν υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ του ύψους του φόρου και της αυξήσεως του εισοδήματος κάθε παραγωγού, που προκύπτει από την υποτίμηση... Αντιθέτως, η αύξηση ενός εγγείου φόρου επί των γεωργικών γαιών μπορεί να μη συμβιβάζεται με την κοινή γεωργική πολιτική αν η έκταση του και η διάρκεια του συνεπάγονται μεταβολές στη διάρθρωση της γεωργικής παραγωγής ή προκαλούν στρεβλώσεις σε ορισμένες αγορές.
Όμως, επειδή αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί στο ερώτημα που υπέβαλε ο εθνικός δικαστής η εξής απάντηση: «Μία προσωρινή αύξηση του εγγείου φόρου επί των γεωργικών γαιών που έχει ως αποτέλεσμα την ανάληψη υπέρ του δημοσίου, στο πλαίσιο μιας γενικής οικονομικής λύσεως που αφορά το μεγαλύτερο μέρος των ομάδων του πληθυσμού, ενός σημαντικού μέρους της αυξήσεως των γεωργικών εισοδημάτων που επήλθε συνεπεία μεταβολής της τιμής συναλλάγματος που χρησιμοποιείται για την εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής δεν είναι, καταρχήν, ασυμβίβαστη ούτε με τις διατάξεις της συνθήκης ΕΟΚ σχετικά με τη γεωργική πολιτική ούτε με τις διατάξεις σχετικά με τις κοινές οργανώσεις αγοράς. Πρέπει, εντούτοις, να θεωρηθεί ότι δεν συμβιβάζεται η αύξηση αυτού του εγγείου φόρου με τις ανωτέρω διατάξεις αν η αύξηση αυτή έχει ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της λειτουργίας των μηχανισμών που προβλέπονται στο πλαίσιο των κοινών οργανώσεων αγοράς και αν συνεπάγεται, ιδίως στη διάρθρωση της γεωργικής παραγωγής, μεταβολές ικανές να προκαλέσουν στρέβλωση στις αγορές.»
ΙΙΙ — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 6ης Ιουλίου 1983 αγόρευσαν η De samvirkende danske Landboforeninger, εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο Α. Philip, το δανικό υπουργείο φορολογίας και η δανική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενοι από τον Gregers Larsen, η γαλλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Β. Botte, η ιταλική κυβέρνηση εκπροσωπούμενη από τον Μ. Conti και η Επιτροπή εκπροσωπούμενη από τον Η. Ρ. Hartvig.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Οκτωβρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1982, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Νοεμβρίου 1982, το Østre Landsret υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα, με το οποίο ζητεί να του δοθούν κριτήρια ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που του είναι απαραίτητα για να αποφανθεί αν συνάδει με το δίκαιο αυτό ένα δανικό φορολογικό μέτρο, με το οποίο αυξάνεται προσωρινά υπέρ του δημοσίου ο έγγειος φόρος που ήδη υφίσταται υπέρ της τοπικής αυτοδιοικήσεως.
2
Το επίδικο φορολογικό μέτρο εντάσσεται στο ακόλουθο πλαίσιο: περί τα τέλη του 1979η δανική κυβέρνηση υιοθέτησε ένα πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής, το οποίο, προκειμένου να μειωθεί το έλλειμα ισοζυγίου πληρωμών και να βελτιωθεί η κατάσταση στην απασχόληση, προέβλεπε, ιδίως, επιβράδυνση της αυξήσεως των εισοδημάτων για όλες τις κοινωνικές ομάδες, καθώς και δίκαιη κατανομή των βαρών που επιβάλλονται κατ' αυτό τον τρόπο στον πληθυσμό. Επειδή η υποτίμηση της δανικής κορόνας αποτελούσε ουσιώδες στοιχείο αυτού του προγράμματος, στις 30 Νοεμβρίου 1979 πραγματοποιήθηκε η εν λόγω υποτίμηση κατά, 4,76 % σε σχέση με τα άλλα νομίσματα του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος. Πάντως, επειδή η δανική κυβέρνηση επιδίωκε να πετύχει αντιστοιχία μεταξύ της κεντρικής τιμής της δανικής κορόνας και της γεωργικής τιμής μετατρεψιμότητας σε σχέση προς το ECU προκειμένου να αποφευχθεί η θέσπιση νομισματικών εξισωτικών ποσών, το Συμβούλιο, ενεργώντας κατόπιν αιτήσεως της εν λόγω κυβερνήσεως, προέβη στις 3 Δεκεμβρίου 1979 σε υποτίμηση κατά 4,63 % της αντιπροσωπευτικής τιμής της δανικής κορόνας σε σχέση με την ευρωπαϊκή λογιστική μονάδα, που ισχύει για το γεωργικό τομέα (κανονισμός 2717/79 του Συμβουλίου, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/027, σ. 60).
3
Λόγω της υποτιμήσεως αυτής αυξήθηκαν οι γεωργικές τιμές που εκφράζονται σε δανικές κορόνες, πράγμα που κανονικά έπρεπε να είχε ως συνέπεια σημαντική αύξηση των εισοδημάτων προς όφελος της δανικής γεωργίας. Για να αντισταθμιστεί αυτή η αύξηση των εισοδημάτων, που θεωρήθηκε αντίθετη προς τις διατάξεις του ως άνω προγράμματος, η δανική κυβέρνηση κατέθεσε στις 4 Δεκεμβρίου 1979 νομοσχέδιο περί εγγείου φόρου επί των γεωργικών ιδιοκτησιών. Ο νόμος ψηφίστηκε από το Folketing (Βουλή) στις 21 Δεκεμβρίου 1979, κυρώθηκε στις 28 Δεκεμβρίου 1979 και εκδόθηκε ως νόμος 541.
4
Ο φόρος αυτός, που ίσχυσε μόνο κατά το 1980, είχε ως φορολογική βάση την έγγειο αξία που καθορίζεται βάσει γενικής εκτιμήσεως της εμπορικής αξίας της γης και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το μέγεθος ή η φύση της γεωργικής παραγωγής που πράγματι επιτυγχάνεται.
5
Η Ένωση Δανών Γεωργών, De samvirkende danske Landboforeninger η οποία ενεργεί ως εντολοδόχος τριών ιδιοκτητών γεωργικών εκμεταλλεύσεων που αμφισβητούν το κύρος αυτού του φόρου, έφερε την υπόθεση ενώπιον του Østre Landsret, υποστηρίζοντας ενώπιόν του ότι ο νόμος περί κρατικού εγγείου φόρου επί των γεωργικών ιδιοκτησιών πρέπει να θεωρηθεί ως αντίθετος προς το πνεύμα και τους όρους εφαρμογής της συνθήκης ΕΟΚ και της κοινής γεωργικής πολιτικής, κατά το μέτρο που έχει ως αντικείμενο και ως αποτέλεσμα, αφενός την εξουδετέρωση των αποτελεσμάτων νομικής πράξεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αφετέρου δε την εκμηδένιση του στόχου της υποτιμήσεως που συνίστατο στην αύξηση των εισοδημάτων των δανών γεωργών.
6
Το Østre Landsret ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Η συνθήκη ΕΟΚ, ιδίως το δεύτερο μέρος, τίτλος II, που αναφέρεται στη γεωργία — συγκεκριμένα δε τα άρθρα 39 και 40 — καθώς και οι εκδοθείσες κατ' εφαρμογή της συνθήκης αυτής νομικές πράξεις έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται στην εκ μέρους κράτους μέλους προσωρινή αύξηση της φορολογίας της αξίας της γεωργικής ιδιοκτησίας, όταν το μέτρο αυτό συνδέεται άμεσα με την εκ μέρους του Συμβουλίου υποτίμηση του «πράσινου νομίσματος» του κράτους μέλους και όταν η αύξηση της φορολογίας έχει ως σκοπό να μεταβιβάσει υπέρ του δημοσίου ένα σημαντικό μέρος της αυξήσεως των εισοδημάτων των γεωργών που συνδέεται με την υποτίμηση ως σταθμού προς γενικότερη οικονομική λύση που αφορά την πλειονότητα των κοινωνικών ομάδων;»
7
Από την εξέταση της παραπεμπτικής αποφάσεως προκύπτει ότι το προϊόν του φόρου εισέρευσε στο δημόσιο ταμείο χωρίς να διατεθεί για συγκεκριμένο σκοπό, θεωρούν δε βέβαιο οι διάδικοι ότι ο επίδικος φόρος δεν είχε επιπτώσεις ούτε στο σχηματισμό των τιμών ούτε στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ούτε ακόμη στην ποσότητα των προϊόντων που διατίθενται στην αγορά και ότι δεν είχε αποτελέσματα δασμού ή επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος. Απ' αυτό συνάγεται ότι η κρίση περί του αν συμβιβάζεται το επίδικο φορολογικό μέτρο με το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να γίνει αναφορικά μόνο, αφενός προς τα άρθρα 39 ώς 43 της συνθήκης, αφετέρου δε προς τις κοινές γενικές αρχές που διέπουν τις οργανώσεις αγοράς.
8
Πάντως, καίτοι οι διάδικοι στην κυρία δίκη εκφράζουν αποκλίνουσες απόψεις ως προς τους ακριβείς λόγους που ώθησαν τη δανική κυβέρνηση να θεσπίσει το επίδικο φορολογικό μέτρο και ως προς τα συγκεκριμένα αποτελέσματα του μέτρου αυτού, συμφωνούν ως προς το ότι το μέτρο αυτό εμπίπτει στην εισοδηματική πολιτική, η οποία αποβλέπει στην κατανομή των φορολογικών βαρών μεταξύ των διαφόρων τμημάτων του ενεργού πληθυσμού. Όπως ορθώς υποστηρίζει η δανική, η γαλλική και η ιταλική κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή και όπως, εξάλλου, το Δικαστήριο δέχθηκε με την απόφαση του της 10ης Μαρτίου 1981 (Irish Creamery Milk Suppliers Association κ.λ., υποθ. 36 και 71/80, Συλλογή 1981, σ. 735), οι κοινές οργανώσεις αγοράς δεν αντιτίθενται κατ' αρχήν σε τέτοια εθνική πολιτική. Κατά το άρθρο 39, παράγραφος 2, στοιχείο γ), της συνθήκης, κατά την εκπόνηση της κοινής γεωργικής πολιτικής λαμβάνεται υπόψη «το γεγονός ότι στα κράτη μέλη η γεωργία αποτελεί έναν τομέα στενά συνδεδεμένο με το σύνολο της οικονομίας». Η κοινή γεωργική πολιτική δεν αποβλέπει, συνεπώς, να εξαιρέσει τους γεωργούς από τα αποτελέσματα της εθνικής εισοδηματικής πολιτικής. Εξάλλου, ο καθορισμός των κοινών τιμών στο πλαίσιο των κοινών οργανώσεων αγοράς δεν αποβλέπει στην εξασφάλιση για τους γεωργούς μιας καθαρής τιμής ανεξάρτητα από κάθε φορολογική επιβάρυνση που επιβάλλεται από τις εθνικές αρχές, απ' αυτό δε το ίδιο κείμενο του άρθρου 39, παράγραφος 1, στοιχείο 6), καταδεικνύεται ότι η αύξηση του ατομικού εισοδήματος των εργαζομένων στη γεωργία θεωρείται πρωτίστως ως το αποτέλεσμα των διαρθρωτικών μέτρων που αναφέρονται στο στοιχείο α).
9
Κατά την προσφεύγουσα, εντούτοις, στην κυρία δίκη, οι ιδιαίτερες περιστάσεις, υπό τις οποίες θεσπίστηκε το εν λόγω εθνικό μέτρο, το καθιστούν ασυμβίβαστο με το κοινοτικό δίκαιο. Πράγματι, μειώνοντας τα εισοδήματα των δανών γεωργών, ο φόρος που θεσπίστηκε με το νόμο 541 είχε ως αντικείμενο δεδηλωμένο την εξουδετέρωση και μόνο του αποτελέσματος που επιδιωκόταν με μια κοινοτική πράξη, εν προκειμένω με τον κανονισμό του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1979, με τον οποίο υποτιμήθηκε η δανική κορόνα σε σχέση με τη λογιστική ευρωπαϊκή μονάδα προκειμένου να αυξηθούν τα εισοδήματα των εν λόγω γεωργών. Το δανικό κοινοβούλιο αντιποιήθηκε έτσι αρμοδιότητα που έχει μεταβιβαστεί στις κοινοτικές αρχές.
10
Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πράγματι, από αυτό το ίδιο το προοίμιό του συνάγεται ότι ο κανονισμός του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1979, θεσπίστηκε όχι για να εξασφαλίσει αυξημένα καθαρά εισοδήματα στους δανούς γεωργούς, αλλά μόνο για να αποφευχθεί η θέσπιση στη Δανία εξισωτικών νομισματικών ποσών. Ο στόχος αυτός δεν επηρεάστηκε κατά τίποτε από τη θέσπιση του επίδικου εγγείου φόρου. Επιπλέον, όπως παρατηρεί ορθώς η Επιτροπή, δεν συντρέχει, πράγματι, εξουδετέρωση του αποτελέσματος του κανονισμού του Συμβουλίου παρά μόνο στην περίπτωση που δεν θα είχε επιτευχθεί η αύξηση των γεωργικών τιμών που εκφράζονται σε δανικές κορόνες και που προκύπτουν από τον κανονισμό αυτό. Όμως, ο έγγειος φόρος που θεσπίστηκε με το νόμο 541 δεν είχε, προφανώς, τέτοιο αποτέλεσμα. Πράγματι, το μόνο αποτέλεσμα του ήταν η απορρόφηση ενός μέρους του εισοδήματος που αποκόμισαν οι γεωργοί από την πώληση των προϊόντων τους και αφού οι νόμοι της αγοράς και το σύστημα των κοινών τιμών είχαν λειτουργήσει κανονικά.
11
Βεβαίως, τα μέτρα που χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή εθνικής εισοδηματικής πολιτικής, που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων, τους γεωργούς είναι ασυμβίβαστα με τη συνθήκη και με τη ρύθμιση περί κοινής οργανώσεως αγοράς, αν τα μέτρα αυτά παρεμποδίζουν τη λειτουργία των μηχανισμών, τους οποίους χρησιμοποιούν οι ενδιαφερόμενοι οργανισμοί για να επιτύχουν τους στόχους τους. Το πραγματικό πρόβλημα που τίθεται από τον επίδικο έγγειο φόρο σε σχέση με αυτή τη ρύθμιση είναι, συνεπώς, το αν ο έγγειος αυτός φόρος είχε τέτοια αποτελέσματα.
12
Όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 10ης Μαρτίου 1981, που προαναφέρθηκε, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν η επιβάρυνση, για την οποία καλείται να αποφανθεί έχει πράγματι ως αποτέλεσμα να παρακωλύεται η ομαλή λειτουργία των μηχανισμών που προβλέπονται στο πλαίσιο των κοινών οργανώσεων αγοράς. Ενόψει της αποφάσεως που πρέπει να εκδώσει σχετικώς ο εθνικός δικαστής είναι, πάντως, δυνατό να διευκρινιστούν ορισμένα σημεία του κοινοτικού δικαίου και να συναχθούν ορισμένα κριτήρια εκτιμήσεως.
13
Οι μηχανισμοί των κοινών οργανώσεων αγοράς έχουν ουσιαστικά ως στόχο την επίτευξη ενός επιπέδου τιμών κατά το στάδιο της παραγωγής και της διαθέσεως από το χονδρεμπόριο λαμβάνοντας υπόψη συγχρόνως τα συμφέροντα του συνόλου της κοινοτικής παραγωγής στον οικείο τομέα, καθώς και τα συμφέροντα των καταναλωτών και εξασφαλίζοντας τον εφοδιασμό χωρίς να προκαλείται πλεονασματική παραγωγή.
14
Οι σκοποί αυτοί μπορούν να διακυβευθούν, κατά κύριο λόγο, από εθνικά φορολογικά μέτρα που ασκούν αισθητή επίδραση, έστω και όχι εκ προθέσεως, στο επίπεδο των τιμών της αγοράς. Εν πάση περιπτώσει, ο κίνδυνος τέτοιων επιπτώσεων στο σχηματισμό των τιμών είναι μικρότερος όταν πρόκειται όχι για επιβάρυνση επί της γεωργικής παραγωγής αλλά για έγγειο φόρο, ο οποίος εφαρμόζεται στο σύνολο των γεωργικών ιδιοκτησιών και του οποίου η φορολογική βάση δεν λαμβάνει υπόψη ούτε τον όγκο ούτε τη φύση της γεωργικής παραγωγής που πραγματικά επιτυγχάνεται.
15
Πρέπει να σημειωθεί, κατά δεύτερο λόγο, ότι όπως υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη και όπως παραδέχθηκε η Επιτροπή, φορολογικά μέτρα που ασκούν έμμεσα ή άμεσα, αισθητή επίδραση στη δομή των γεωργικών εκμεταλλεύσεων και, κατά συνέπεια, στη φύση και το μέγεθος του εφοδιασμού των γεωργικών αγορών, μπορούν ομοίως να διακυβεύσουν τους στόχους που επιδιώκονται με τις κοινές οργανώσεις αγοράς.
16
Σχετικά με αυτό, είναι σαφές ότι ο κίνδυνος παρόμοιων επιπτώσεων στη δομή της γεωργικής παραγωγής εξαρτάται, ιδίως, από το συντελεστή του φόρου, τον προσωρινό ή διαρκή χαρακτήρα του, από το αν πλήττει ή όχι το σύνολο των γεωργικών ιδιοκτησιών, από το αν υφίσταται ή όχι άμεση σχέση μεταξύ του ύψους του φόρου και του εισοδήματος κάθε παραγωγού, από το αν προβλέπεται συγκεκριμένη διάθεση του προϊόντος του φόρου και από το στόχο που επιδιώκεται με τη διάθεση αυτή.
17
Για τους ανωτέρω λόγους, πρέπει να δοθεί στο ερώτημα η απάντηση ότι:
—
Η προσωρινή αύξηση του εγγείου φόρου επί των γεωργικών γαιών που έχει ως σκοπό την αφαίρεση σημαντικού μέρους από την αύξηση των γεωργικών εισοδημάτων, τα οποία απορρέουν από την τροποποίηση της συναλλαγματικής τιμής που χρησιμοποιείται για την εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής, υπέρ του δημοσίου ταμείου, στο πλαίσιο συνολικής οικονομικής λύσεως που θίγει την πλειονότητα των ομάδων του πληθυσμού, δεν είναι, αυτή καθαυτή, ασυμβίβαστη ούτε με τις διατάξεις της συνθήκης ΕΟΚ σχετικά με τη γεωργική πολιτική ούτε με τις διατάξεις σχετικά με τις κοινές οργανώσεις αγοράς, παρόλο που η θέσπιση αυτού του φόρου συνδέεται στενά με την τροποποίηση αυτή της συναλλαγματικής τιμής.
—
Εντούτοις, πρέπει να γίνει δεκτή η ύπαρξη ασυμβιβάστου κατά το μέτρο που η αύξηση αυτή του εγγείου φόρου θα είχε ιδίως ως αποτέλεσμα, είτε λόγω των επιπτώσεων της στο σχηματισμό των τιμών είτε λόγω της τροποποιήσεως της δομής των γεωργικών εκμεταλλεύσεων που θα μπορούσε να συνεπάγεται, να παρακωλύσει τη λειτουργία των μηχανισμών που προβλέπονται στο πλαίσιο των κοινών οργανώσεων αγοράς.
—
Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει αν, και ενδεχομένως σε ποιο βαθμό, ο φόρος, για τον οποίο καλείται να αποφανθεί, είχε πράγματι τέτοια αποτελέσματα.
Επί των δικαστικών εξόδων
Τα έξοδα, στα οποία υποβλήθηκε η γαλλική και η ιταλική κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Østre Landsret, με απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1982, αποφαίνεται:
1)
Η προσωρινή αύξηση του εγγείου φόρου επί των γεωργικών γαιών που έχει ως σκοπό την αφαίρεση σημαντικού μέρους από την αύξηση των γεωργικών εισοδημάτων, τα οποία απορρέουν από την τροποποίηση της συναλλαγματικής τιμής που χρησιμοποιείται για την εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής, υπέρ του δημοσίου ταμείου, στο πλαίσιο συνολικής οικονομικής λύσεως που θίγει την πλειονότητα των ομάδων του πληθυσμού, δεν είναι, αυτή καθαυτή, ασυμβίβαστη ούτε με τις διατάξεις της συνθήκης ΕΟΚ σχετικά με την γεωργική πολιτική ούτε με τις διατάξεις σχετικά με τις κοινές οργανώσεις αγοράς, παρόλο που η θέσπιση αυτού του φόρου συνδέεται στενά με την τροποποίηση αυτή της συναλλαγματικής τιμής.
2)
Εντούτοις, πρέπει να γίνει δεκτή η ύπαρξη ασυμβιβάστου κατά το μέρος που η αύξηση αυτή του εγγείου φόρου θα είχε ιδίως ως αποτέλεσμα, είτε λόγω των επιπτώσεων της στο σχηματισμό των τιμών είτε λόγω της τροποποιήσεως της δομής των γεωργικών εκμεταλλεύσεων που θα μπορούσε να συνεπάγεται, να παρακωλύσει τη λειτουργία των μηχανισμών που προβλέπονται στο πλαίσιο των κοινών οργανώσεων αγοράς.
3)
Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει αν, και ενδεχομένως σε ποιο βαθμό, ο φόρος, για τον οποίο καλείται να αποφανθεί, είχε πράγματι τέτοια αποτελέσματα.
Galmot
Mackenzie Stuart
Due
Everling
Κακούρης
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 26 Οκτωβρίου 1983.
Κατ' εντολή
του γραμματέα
Η. Α. Rühl
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος
Υ. Galmot
Full & Egal Universal Law Academy