Στην υπόθεση 298/82,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesfinanzhof προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου αυτού μεταξύ
Gustav Schickedanz KG, με έδρα το Fürth,
και
Oberfinanzdirektion της Φραγκφούρτης επι του Μαϊν,
η έκδοση προδικαστικής απόφασης ως προς την ερμηνεία και το κύρος του κανονισμού 1074/80 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 1980, περί κατατάξεως εμπορευμάτων στη διάκριση 64.02 Β του κοινού δασμολογίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 201), και ως προς την ερμηνεία της κλάσης 64.02 του κοινού δασμολογίου, σε συνδυασμό με το γενικό κανόνα ερμηνείας 3 για την ερμηνεία της ονοματολογίας του ΚΔ — «αθλητικά υποδήματα»,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, Α. O'Keeffe και G. Bosco, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: S. Rozès
γραμματέας: Ρ. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
Η επιχείρηση Schickedanz εισήγαγε το 1981 υποδήματα γυμναστικής, προελεύσεως Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Ζήτησε από την Oberfinanzdirektion (Ανωτέρα Διεύθυνση Οικονομικών) της Φραγκφούρτης επί του Μάιν την έκδοση γνωμοδότησης για τη δασμολογική κατάταξη εμπορεύματος που χαρακτηρίζεται ως «αθλητικό υπόδημα». Με τη γνωμοδότηση που εκδόθηκε στις 14 Απριλίου 1981, το εμπόρευμα κατατάχθηκε ως «αθλητικό υπόδημα (υπόδημα training) έχον το εξωτερικό πέλμα εκ καουτσούκ και το επάνω μέρος από υφαντική ύλη», στη δασμολογική κλάση 64.02 Β του κοινού δασμολογίου, η οποία υπόκειται σε δασμό 20 %.
Η Schickedanz τότε άσκησε ένσταση ισχυριζόμενη ότι το εμπόρευμα, ως «αθλητικό υπόδημα μετά πέλματος εξωτερικού εκ καουτσούκ και έχον το επάνω μέρος εκ δέρματος», εμπίπτει στη δασμολογική κλάση 64.02 Α του ΚΔ, η οποία υπόκειται σε δασμό 8 ο/ο.
Η επιχειρηματολογία της Schickedanz στηριζόταν στο γεγονός ότι το δέρμα έχει ιδιαίτερη σημασία, υπό την έννοια ότι, για λόγους στερεότητας και αντοχής, προχωρεί βαθιά στην εσωτερική παρυφή του περισφυρίου μέρους (φόντι) και συνδέεται έτσι με το εσωτερικό πέλμα, ενώ το στρώμα από υφαντική ύλη που βρίσκεται κάτω από το δέρμα και χρησιμεύει ως εσωτερική επένδυση του υποδήματος (φόδρα) είναι βραχύτερο. Σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία που παρέσχε η Schickedanz, ο λόγος της αξίας δέρματος/υφαντικής ύλης είναι 80 προς 20. Η Schickedanz θεωρούσε κατά συνέπεια ότι, αν στα επίδικα υποδήματα το φόντι ήταν από υφαντική ύλη και μόνο χωρίς το δέρμα, τα υποδήματα αυτά θα ήσαν ακατάλληλα για τη χρήση για την οποία προορίζονται, δηλαδή ως αθλητικά υποδήματα.
Η Oberfinanzdirektion απέρριψε την ένσταση ως αβάσιμη και η Schickedanz προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Bundesfinanzhof, το οποίο, με Διάταξη της 19ης Οκτωβρίου 1982, αποφάσισε να αναβάλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως και να παραπέμψει στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης, τα ακόλουθα δύο προδικαστικά ερωτήματα:
«α)
Πρέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1074/81 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 1980, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει και τα αθλητικά υποδήματα με εξωτερικά πέλματα από καουτσούκ, το επάνω μέρος των οποίων αποτελείται ολόκληρο από υφαντική ύλη, με την οποία συνδέονται με ραφές στην περιοχή της σκληρής μύτης, της φτέρνας, των καψυλίων, καθώς και στο εξωτερικό και εσωτερικό φόντι, τεμάχια δέρματος, ένα από τα οποία αποτελεί διακοσμητική ταινία και τα οποία καλύπτουν κατά 70 % περίπου τον ιστό υφαντικής ύλης, έχουν αξία μεγαλύτερη από την υφαντική ύλη και έχουν ουσιώδη σημασία για τη χρησιμοποίηση του εμπορεύματος ως αθλητικού υποδήματος, τόσο λόγω της προστασίας και ενίσχυσης που παρέχουν, όσο και λόγω του ειδικού τρόπου σύνδεσης τους με το εσωτερικό πέλμα;
6)
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα: είναι έγκυρος ο κανονισμός 1074/80;
γ)
Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πρώτο ή στο δεύτερο ερώτημα: η δασμολογική κλάση 64.02 του κοινού δασμολογίου, σε συνδυασμό με το γενικό κανόνα ερμηνείας 3, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα αθλητικά υποδήματα που περιγράφονται στο πρώτο ερώτημα πρέπει να καταταγούν στη δασμολογική κλάση 64.02 Β του κοινού δασμολογίου;»
Η δασμολογική κατάταξη των υπό κρίση υποδημάτων που έχουν όλα εξωτερικό πέλμα από καουτσούκ ή από πλαστική ύλη εξαρτάται επομένως από το αν πρέπει να θεωρηθεί ότι το επάνω μέρος είναι από τεχνητή πλαστική ύλη (64.01), από δέρμα (64.02 Α) ή από υφαντική ύλη (64.02 Β).
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι το επάνω μέρος των επίδικων υποδημάτων αποτελείται από ένα υλικό από τρία αλλεπάλληλα στρώματα, δύο στρώματα υφαντικής ύλης που περιβάλλουν ένα ενδιάμεσο στρώμα αφρώδους υλικού. Με το υλικό αυτό συνδέονται με ραφές τεμάχια δέρματος διαφόρων σχημάτων. Τα τεμάχια αυτά επιτελούν μια λειτουργία προστασίας και ενίσχυσης στην περιοχή της σκληρής μύτης (ποντίνι), της φτέρνας (φόρτι), των καψυλίων (κορδονότρυπες), καθώς και στο εξωτερικό και εσωτερικό φόντι. Το υπόδημα φέρει και μιά διακοσμητική ταινία ραμμένη στο πλάι, που είναι επίσης από δέρμα. Η συνολική επιφάνεια του επάνω μέρους που αποτελείται από υφαντική ύλη (μαζί με τη γλώσσα και τα μέρη υφαντικής ύλης που συνδέονται με το εσωτερικό πέλμα) είναι 1105 τετραγωνικά εκατοστά (cm2), ενώ η συνολική επιφάνεια των μερών από δέρμα είναι 751 cm2, από τα οποία τα 98 cm2 είναι η διακοσμητική ταινία. Η υφαντική ύλη και το δέρμα συνδέονται με το εσωτερικό πέλμα ņ£ αυτό που αποκαλείται κάτω άκρη του φοντιού.
Οι δασμολογικές διακρίσεις 64.02 Α και Β περιέχουν την εξής περιγραφή:
«64.02
Υποδήματα, έχοντα το εξωτερι-κόν πέλμα εκ δέρματος φυσικού, τεχνητού ή ανεσχηματισμένου. Υποδήματα (έτερα των της κλάσεως 64.01) μετά πέλματος εξωτερικού εκ καουτσούκ ή εκ τεχνητής πλαστικής ύλης:
Α.
Υποδήματα έχοντα το επάνω μέρος εκ φυσικού δέρματος
Β.
Έτερα.»
Στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1074/80 γίνεται διάκριση μεταξύ αθλητικών υποδημάτων όπου «η υφαντική ύλη είναι εκείνη που δίνει ... στο άνω μέρος των υποδημάτων αυτών τον ουσιώδη χαρακτήρα, δεδομένου ότι η ύλη αυτή δίνει σ' αυτό το μέρος την ευκαμψία και την ελαφρότητα που απαιτούνται για την άσκηση του αθλητισμού, ενώ οι ταινίες ή τα τεμάχια από δέρμα και/ή από υφαντική ύλη επικαλυμμένη από πλαστική ύλη πρέπει να θεωρούνται ως απλά συμπληρώματα ή ενισχύσεις», αφενός, και εκείνων όπου «το άνω μέρος τέτοιων αθλητικών υποδημάτων επικαλύπτεται με ταινίες ή με τεμάχια από δέρμα και/ή από υφαντική ύλη επικαλυμμένη από πλαστική ύλη, κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι ταινίες αυτές ή τα τεμάχια, λόγω της σπουδαιότητας τους, δεν δύνανται πια να θεωρηθούν ως απλά συμπληρώματα ή ενισχύσεις, αλλά ως μία από τις συστατικές ύλες του άνω μέρους των υποδημάτων αυτών» αφετέρου.
Ο εν λόγω κανονισμός ορίζει στο άρθρο 1 :
«Τα αθλητικά υποδήματα (υποδήματα training) έχοντα το εξωτερικό πέλμα εκ καουτσούκ ή εκ τεχνητής πλαστικής ύλης με χονδρές εγκοπές και με το επάνω μέρος από υφαντική ύλη, επί της οποίας είναι ραμμένα, εξωτερικώς, σε διάφορους συνδυασμούς, ταινίες ή τεμάχια από δέρμα και/ή από υφαντική ύλη επικαλυμμένη με πλαστική ύλη που επικαλύπτουν ένα κατά το μάλλον ή ήττον μεγάλο μέρος της επιφανείας, υπάγονται, στο κοινό δασμολόγιο, στη διάκριση:64.02...:
Β.
Έτερα.»
Ο κανονισμός αυτός θεσπίστηκε, αφού η Επιτροπή υπέβαλε στην επιτροπή ονοματολογίας του κοινού δασμολογίου σχέδιο, το οποίο έγινε δεκτό, με κάποιες τροποποιήσεις συντακτικής φύσεως, από την επιτροπή κατά πλειοψηφία, αν και οι εκπρόσωποι δύο κρατών μελών υποστήριξαν πάντως την άποψη ότι τα εν λόγω υποδήματα έπρεπε να καταταγούν στη δασμολογική κλάση 64.02 Α.
Ο γενικός κανόνας ερμηνεία 3γ της ονοματολογίας του ΚΔ ορίζει:
«Εις τας περιπτώσεις κατά τας οποίας η κατά τους κανόνες 3α ή 36 κατάταξις δεν είναι εφικτή, το υπό κατάταξιν εμπόρευμα πρέπει να υπαχθή εις την κατά τάξιν αριθμήσεως τελευταίαν κλάσιν μεταξύ εκείνων αι οποίαι δύνανται εξ ίσου να ληφθούν υπ' όψιν.»
Η διάταξη παραπομπής περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Νοεμβρίου 1982.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η επιχείρηση Schickedanz, εκπροσωπούμενη από τον D. Ehle, δικηγόρο Κολωνίας, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Ch. Bail και Ξ. Γιαταγάνα, μέλη της νομικής της υπηρεσίας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση της γενικής εισαγγελέως, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Με διάταξη της 4ης Μαΐου 1983, το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, αποφάσισε να αναθέσει την εκδίκαση της υπόθεσης στο πρώτο τμήμα.
II — Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
α) Παρατηρήσεις της προσφεύγουσας στην κύρια δίκη
Η εταιρεία Schickedanz ισχυρίζεται, αναφορικά με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, ότι τα χαρακτηριστικά των αθλητικών υποδημάτων στα οποία αναφέρεται ο κανονισμός 1074/80 είνα τα εξής: επάνω μέρος από υφαντική ύλη και ταινίες ή τεμάχια από δέρμα ραμμένα εξωτερικώς. Τα επίδικα αθλητικά υποδήματα, όμως, δεν έχουν τα δύο αυτά χαρακτηριστικά.
Τα ορατά υλικά της εξωτερικής επιφάνειας των επίδικων υποδημάτων δεν είναι από υφαντική ύλη, αλλά αποτελούνται από δύο στοιχεία, αφού το φόντι κατασκευάζεται από δέρμα και υφαντική ύλη. Ο κανονισμός 1074/80 όμως εφαρμόζεται μόνο όταν το επάνω μέρος αποτελείται από υφαντική ύλη.
Κατά την Schickedanz, το γεγονός ότι τα τεμάχια από δέρμα, με την εξαίρεση των πλάγιων διακοσμητικών ταινιών στα πλάγια και των ενισχύσεων των καψυλίων, δεν «ράβονται εξωτερικώς» κατά την κατασκευή του επάνω μέρους του υποδήματος δεν επιτρέπει τη δασμολογική κατάταξη σύμφωνα με τον κανονισμό 1074/80. Τα τεμάχια δέρματος, καθοριστικής σημασίας για την προστασία και την ενίσχυση που παρέχουν, καθώς και για τη στερεότητα και ανθεκτικότητα στη φθορά των αθλητικών υποδημάτων, «ράβονται το ένα επάνω στο άλλο» επάνω στην υφαντική ύλη, την οποία επικαλύπτουν, στην περιοχή της σκληρής μύτης, της φτέρνας, στο εξωτερικό και εσωτερικό φόντι, καθώς και στη θέση της διακοσμητικής ταινίας.
Ο γενικός κανόνας ερμηνείας 3 του κοινού δασμολογίου προβλέπει τρεις ξεχωριστές φάσεις για τη δασμολογική κατάταξη, δηλαδή:
—
τη δασμολογική κατάταξη βάσει της πιο εξειδικευμένης κλάσης·
—
τη δασμολογική κατάταξη βάσει της ύλης ή του είδους που προσδίδει στο εμπόρευμα τον ουσιώδη χαρακτήρα του·
—
στις περιπτώσεις δε που οι προηγούμενοι κανόνες δεν επιτρέπουν την πραγματοποίηση της κατάταξης, τη δασμολογική κατάταξη στην τελευταία κατά τάξη αριθμήσεως κλάση μεταξύ εκείνων που μπορούν εξίσου να ληφθούν υπόψη.
Ο κανονισμός 1074/80 αφορά μόνο την τελευταία από τις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν και επομένως τα επίδικα υποδήματα δεν μπορούν να καταταγούν δασμολογικά βάσει του κανονισμού αυτού. Πράγματι, στα αθλητικά υποδήματα, στα οποία στο επάνω μέρος το δέρμα υπερισχύει από πλευράς εμβαδού (70 ο/ο) και χρησιμοποιείται σε ιδαίτερα ευαίσθητα σημεία του επάνω μαλακού μέρους του υποδήματος, πρέπει να θεωρηθεί ότι το δέρμα προσδίδει τον ουσιώδη χαρακτήρα. Πέρα απ' αυτό, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η εμπορική αξία του χρησιμοποιηθέντος υλικού ως κριτήριο για το είδος που προσδίδει τον ουσιώδη χαρακτήρα.
Όσον αφορά το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, η εταιρεία Schickedanz φρονεί ότι ο κανονισμός 1074/80 τροποποιεί εκ των πραγμάτων το περιεχόμενο του γενικού κανόνα ερμηνείας 3 και ότι στο σημείο αυτό υπήρξε πρόδηλη υπέρβαση των ορίων της αρμοδιότητας που έχει ανατεθεί στην Επιτροπή. Εξάλλου, δεν εξηγείται στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού γιατί, στις περιπτώσεις που το επάνω μέρος των υποδημάτων επικαλύπτεται με ταινίες ή με τεμάχια από δέρμα, είναι αδύνατο να καθοριστεί ποια είναι η συστατική ύλη που προσδίδει στο επάνω μέρος των υποδημάτων αυτών τον ουσιώδη χαρακτήρα του, δεδομένου ότι σπανίως παρουσιάζεται ποσοτική αναλογία 50 προς 50. Η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, που υποχρεώνει τον κοινοτικό νομοθέτη να εκδίδει διατάξεις σαφείς και ακριβείς (απόφαση στην υπόθεση 169/80, Gondrand, Συλλογή 1981, σ. 1931), συνεπάγεται επίσης ότι και οι αιτιολογικές σκέψεις μιας κοινοτικής πράξης πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ακριβή. Τέλος, υπό το φως της πάγιας νομολογίας επί της θεμελιώδους αρχής της ίσης μεταχείρισης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα αθλητικά υποδήματα, για τα οποία χρησιμοποιείται δέρμα σε σημεία που υφίστανται ιδιαίτερη δοκιμασία, προσφέρονται για την άσκηση του αθλητισμού όπως ακριβώς και τα αθλητικά υποδήματα των οποίων το επάνω μέρος κατασκευάζεται κατά 100 ο/ο από δέρμα και ότι επομένως πρέπει να βρίσκονται σε παρόμοια θέση με τα τελευταία αυτά. Κατά την άποψη της εταιρείας Schickedanz, ο κανονισμός 1074/80 είναι, επομένως, ανίσχυρος.
Ως προς το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, η εταιρεία Schickedanz θεωρεί ότι, για τον προσδιορισμό της ύλης που προσδίδει στο εμπόρευμα τον ουσιώδη χαρακτήρα του, έχουν σημασία τα εξής κριτήρια:
—
το επικρατέστερο υλικό από το οποίο αποτελείται το επάνω μέρος του υποδήματος,
—
ο τρόπος χρησιμοποίησης των υλικών,
—
η λειτουργία τους,
—
η αναλογία της αξίας των υλικών και
—
η χρήση για την οποία προορίζεται το εμπόρευμα.
Από τα διάφορα αυτά κριτήρια προκύπτει ότι το δέρμα επικρατεί έναντι της υφαντικής ύλης, αν ληφθεί υπόψη η λειτουργία που του προσδίδει ο κατασκευαστής ή η χρήση για την οποία προορίζεται το αθλητικό υπόδημα. Ειδικότερα, όπως σαφώς προκύπτει από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Prüf- und Forschungsinstitut für Schuhherstellung PFI [Ινστιτούτο ελέγχου και έρευνας της παραγωγής υποδημάτων], το επίδικο υπόδημα, χωρίς τη χρησιμοποίηση των τεμαχίων δέρματος, δεν θα ήταν κατάλληλο «για τη χρήση, για την οποία προορίζεται». Επομένως, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.
6) Παρατηρήσεις της Επιτροπής
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, μολονότι τα τεμάχια δέρματος αντιπροσωπεύουν μεγάλο ποσοστό του εμβαδού και της αξίας των επίδικων υποδημάτων, τα ακόλουθα επιχειρήματα συνηγορούν υπέρ της κατάταξης του εμπορεύματος στην κλάση 64.02 Β του κοινού δασμολογίου.
Πρόκειται για υποδήματα το επάνω μέρος των οποίων είναι ολόκληρο από υφαντική ύλη, και αυτή είναι η ύλη που παίζει καθοριστικό ρόλο για τη χρησιμοποίηση του είδους, εφόσον αυτή εξασφαλίζει στο υπόδημα του τύπου αυτού την ευκαμψία και την ελαφρύτητα που απαιτούνται για την άσκηση του αθλητισμού. Έστω και αν μεγάλο τμήμα της επικαλύπτεται από δέρμα, η υφαντική ύλη δεν αποτελεί απλή εσωτερική επένδυση (φόδρα) ή εσωτερική ενίσχυση που δεν επηρεάζει την κατάταξη, αλλά περιβάλλει, και μάλιστα με περισσότερα από ένα στρώματα, το σύνολο της εσωτερικής και εξωτερικής επιφάνειας του υποδήματος. Και αν ακόμη μπορούσε βάσιμα να υποστηριχτεί ότι τα τεμάχια δέρματος πρέπει να θεωρηθούν ως συστατική ύλη του επάνω μέρους, και πάλι πρέπει, κατά την Επιτροπή, να εφαρμοστούν οι γενικοί κανόνες ερμηνείας 3γ και 5, δεδομένου ότι είναι αδύνατο να καθοριστεί σαφώς ποια είναι η ύλη που δίνει τον ουσιώδη χαρακτήρα.
Σ' αυτά τα τρία επιχειρήματα ουσίας προστίθενται κριτήρια ευκολίας και σκοπιμότητας, δεδομένου ότι στην παγκόσμια αγορά υφίσταται σημαντική ποικιλία υποδημάτων σαν τα επίδικα, η δε κατάταξη του συνόλου των υποδημάτων αυτών στη διάκριση 64.02 Β αντιπροσωπεύει μια επιθυμητή απλοποίηση. Πρέπει εξάλλου να τονιστεί ότι, κατά την εξέταση εκ μέρους της επιτροπής ονοματολογίας του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας του σχεδίου του κεφαλαίου 64 του εναρμονισμένου συστήματος, εγκρίθηκε προσωρινά μια νέα σημείωση 4α, κατά την οποία η υφαντική ύλη είναι εκείνη που προσδίδει στο εμπόρευμα τον ουσιώδη χαρακτήρα του, δεδομένου ότι το επάνω μέρος αποτελείται ολόκληρο από υφαντική ύλη, ενώ το δέρμα επικαλύπτει μέρος μόνο της επιφάνειας. Η σημείωση αυτή ναι μεν δεν έχει ακόμη τεθεί σε ισχύ, πρέπει όμως να γίνει δεκτό ότι πρέπει να αποτελέσει την κατεύθυνση για την εκτίμηση της φύσης του επάνω μέρους του υποδήματος.
Ο κανονισμός 1074/80 αφορά, όπως προκύπτει από το γράμμα του, τα προαναφερθέντα αθλητικά υποδήματα, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τι ποσοστό του εμβαδού και της αξίας αντιπροσωπεύουν τα τεμάχια δέρματος που ράβονται επί της υφαντικής ύλης, ούτε τη λειτουργία που επιτελεί το δέρμα σε σχέση με τη χρήση του υποδήματος, ούτε τον τρόπο σύνδεσης του δέρματος και της υφαντικής ύλης με το εσωτερικό πέλμα. Ούτε συντρέχει γενικά λόγος να ερμηνευθεί ο κανονισμός συσταλτικά, έτσι ώστε να μην καλύπτει τα αθλητικά υποδήματα στα οποία τα μέρη από δέρμα είναι περισσότερα ή έχουν μεγαλύτερη αξία. Εν προκειμένω δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον, στην οριακή περίπτωση που τα τεμάχια από δέρμα που είναι ραμμένα επί της υφαντικής ύλης είναι καθοριστικά, είναι νοητή η κατάταξη στη δασμολογική κλάση 64.02, κατ' εφαρμογή του γενικού κανόνα 36. Τέτοια περίπτωση όμως δεν συντρέχει, έστω και αν τα τεμάχια δέρματος επικαλύπτουν πάνω από 70 % της υφαντικής ύλης ή έχουν αξία μεγαλύτερη από την αξία της υφαντικής ύλης. Αντιθέτως, είναι πολύ πιο σημαντικό να καθοριστεί επίσης σε σχέση με την προβαλλόμενη προστατευτική και ενισχυτική λειτουργία των τεμαχίων δέρματος, ποια είναι η ύλη που προσδίδει στα υποδήματα την ελαστικότητα που απαιτείται για την άσκηση των αθλημάτων και είναι, κατά συνέπεια, καθοριστική για τη χρήση. Και ως προς τα υποδήματα που αποτελούν το αντικείμενο της κύριας δίκης, καθοριστικό δεν είναι το μέρος από δέρμα, αλλά το μέρος από υφαντική ύλη.
Από τα παραπάνω προκύπτει, επομένως, ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς το κύρος του κανονισμού 1074/80. Στηρίζεται στον κανονισμό 97/69 του Συμβουλίου και καταρτίστηκε σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες του άρθρου 3. Συντελεί απλώς στην άρση των αμφιβολιών ως προς την ερμηνεία των δασμολογικών κλάσεων 64.02 Α και Β του κοινού δασμολογίου, σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες ερμηνείας, και ιδίως τον κανόνα 36.
Η Επιτροπή φρονεί, κατά συνέπεια, ότι παρέλκει η απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα.
III — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιουλίου 1983, η εταιρειία Schickedanz, εκπροσωπούμενη από τους Schiller και Nehm, δικηγόρους Κολωνίας, και η Επιτροπή των ΕΚ, εκπροσωπούμενη από τον Bail, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
Η γενική εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις της στη συνεδρίαση της 6ης Οκτωβρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με διάταξη της 19ης Οκτωβρίου, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Νοεμβρίου 1982, το Bundesfinanzhof υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία και το κύρος του κανονισμού 1074/80 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 1980, περί κατατάξεως εμπορευμάτων στη διάκριση 64.02 Β του κοινού δασμολογίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 201), και ως προς την ερμηνεία της κλάσης 64.02 του κοινού δασμολογίου, σε συνδυασμό με το γενικό κανόνα ερμηνείας 3 για την ερμηνεία της ονοματολογίας του ΚΔ — «αθλητικά υποδήματα».
2
Η εταιρεία Gustav Schickedanz, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, εισήγαγε από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας υποδήματα, τα οποία χαρακτήριζε, στην αίτηση για τη χορήγηση δεσμευτικής γνωμοδότησης ως προς τη δασμολογική κατάταξη τους, ως «αθλητικά υποδήματα».
3
Η Oberfinanzdirektion [Ανωτέρα Διεύθυνση Οικονομικών] κατέταξε το εμπόρευμα ως «αθλητικά υποδήματα (υποδήματα training) έχοντα το εξωτερικό πέλμα εκ καουτσούκ και με το επάνω μέρος από υφαντική ύλη» στη δασμολογική διάκριση 64.02 Β, για την οποία επιβάλλεται εισαγωγικός δασμός 20 ο/ο.
4
Η προσφεύγουσα εταιρεία άσκησε τότε ένσταση, ισχυριζόμενη ότι το εμπόρευμα, ως «αθλητικά υποδήματα μετά πέλματος εξωτερικού εκ καουτσούκ και έχοντα το επάνω μέρος εκ δέρματος», ενέπιπτε στη διάκριση 64.02 Α, για την οποία επιβάλλεται δασμός 8 %.
5
Μετά την απόρριψη της ενστάσεως αυτής, η εταιρεία Schickedanz προσέβαλε την απόφαση της Oberfinanzdirektion ενώπιον του Bundesfinanzhof, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«α)
Πρέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1074/81 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 1980, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει και τα αθλητικά υποδήματα με εξωτερικά πέλματα από καουτσούκ, το επάνω μέρος των οποίων αποτελείται ολόκληρο από υφαντική ύλη, με την οποία συνδέονται με ραφές στην περιοχή της σκληρής μύτης, της φτέρνας, των καψυλίων, καθώς και στο εξωτερικό και εσωτερικό φόντι, τεμάχια δέρματος ένα από τα οποία αποτελεί διακοσμητική ταινία και τα οποία καλύπτουν κατά 70 % περίπου τον ιστό της υφαντικής ύλης, έχουν αξία μεγαλύτερη από την υφαντική όλη και έχουν ουσιώδη σημασία για τη χρησιμοποίηση του εμπορεύματος ως αθλητικού υποδήματος, τόσο λόγω της προστασίας και ενίσχυσης που παρέχουν, όσο και λόγω του ειδικού τρόπου σύνδεσης τους με το εσωτερικό πέλμα;
6)
Σε περίπτωση καταφατικής ανάτησης στο πρώτο ερώτημα: είναι έγκυρος ο κανονισμός 1074/80;
γ)
Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πρώτο ή στο δεύτερο ερώτημα: η δασμολογική κλάση 64.02 του κοινού δασμολογίου, σε συνδυασμό με το γενικό κανόνα ερμηνείας 3, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα αθλητικά υποδήματα που περιγράφονται στο πρώτο ερώτημα πρέπει να καταταγούν στη δασμολογική κλάση 64.02 Β του κοινού δασμολογίου;»
6
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, τα επίδικα υποδήματα έχουν πέλματα από καουτσούκ, το δε επάνω μέρος τους αποτελείται από τρία αλλεπάλληλα στρώματα, δηλαδή δύο στρώματα υφαντικής ύλης που περιβάλλουν ένα ενδιάμεσο στρώμα αφρώδους υλικού. Τα τεμάχια δέρματος, τα οποία αναφέρει το εθνικό δικαστήριο, συνδέονται με ραφές με τα στρώματα αυτά στην περιοχή της σκληρής μύτης, της φτέρνας, των καψυλίων, καθώς και στο εξωτερικό και εσωτερικό φόντι. Επικαλύπτουν το 70 % περίπου της υφαντικής ύλης. Κατά το εθνικό δικαστήριο, τα τεμάχια αυτά έχουν μεγαλύτερη αξία από ό,τι το τμήμα από υφαντική ύλη και, λόγω της προστασίας και ενίσχυσης που παρέχουν καθώς και λόγω του ειδικού τρόπου σύνδεσης τους με το εσωτερικό πέλμα, έχουν ουσιώδη σημασία για τη χρήση του εμπορεύματος ως αθλητικού υποδήματος.
7
Η δασμολογική κλάση 64.02 διατυπώνεται ως εξής:
«64.02
Υποδήματα έχοντα το εξωτερικόν πέλμα εκ δέρματος φυσικού, τεχνητού ή ανεσχηματισμένου. Υποδήματα (έτερα των της κλάσεως 64.01) μετά πέλματος εξωτερικού εκ καουτσούκ ή εκ τεχνητής πλαστικής ύλης:
Α.
Υποδήματα έχοντα το επάνω μέρος εκ φυσικού δέρματος
Β.
Έτερα.»
8
Το κριτήριο επομένως για την κατάταξη των επίδικων υποδημάτων στη διάκριση Α ή Β είναι η ύλη από την οποία αποτελείται το επάνω μέρος τους.
9
Στις επεξηγηματικές σημειώσεις του κοινού δασμολογίου περιέχεται η ακόλουθη διευκρίνιση:
«Συμβαίνει ορισμένες φορές το επάνω μέρος των υποδημάτων αυτών να αποτελείται από συνδυασμό φυσικού δέρματος και άλλων υλών. Στην περίπτωση αυτή η κατάταξη πραγματοποιείται κατ' εφαρμογή των κανόνων 3 και 5 για την εφαρμογή του κοινού δασμολογίου εννοείται ότι η κατάταξη αυτή δεν επηρεάζεται από τα εσωτερικά μέρη, όπως φόδρες και εσωτερικές ενισχύσεις».
10.
Ο γενικός κανόνας 3 ορίζει:
«Οσάκις εμπορεύματα είναι επιδεκτικά κατατάξεως εις δύο ή περισσοτέρας κλάσεις,... η κατάταξις ενεργείται ως ακολούθως:
α)
...
6)
Τα εν αναμίξει προϊόντα, τα τεχνουργήματα τα αποτελούμενα εκ διαφόρων υλών ή συγκείμενα εκ συναρμολογήσεως διαφόρων ειδών και τα εμπορεύματα τα παρουσιαζόμενα εις συνδυασμούς, των οποίων η κατάταξις δεν δύναται να γίνη βάσει του κανόνος 3α, πρέπει να κατατάσσωνται συμφώνως προς την ύλην ή το είδος, τα οποία προσδίδουν εις αυτά τον ουσιώδη αυτών χαρακτήρα, οσάκις είναι δυνατόν να επιτευχθή ο τοιούτος καθορισμός.»
11
Κατά το γενικό κανόνα 5, οι ίδιοι κανόνες εφαρμόζονται mutatis mutandis για να προσδιοριστεί η εφαρμοστέα διάκριση εντός της ιδίας κλάσης.
12
Στην περίπτωση που το εξωτερικό στρώμα του επάνω μέρους του υποδήματος αποτελείται ολόκληρο από υφαντική ύλη, με την οποία συνδέονται τεμάχια δέρματος σε διάφορα σημεία, τα δε τεμάχια αυτά επικαλύπτουν μόνο 70 % περίπου της υφαντικής ύλης, αφήνοντας έτσι το υπολειπόμενο μέρος του εξωτερικού στρώματος ακάλυπτο, το Δικαστήριο κρίνει ότι η υφαντική ύλη είναι εκείνη που προσδίδει στο επάνω μέρος τον ουσιώδη χαρακτήρα του. Η μεγαλύτερη εσωτερική αξία που έχουν τα τεμάχια δέρματος σε σχέση με την υφαντική ύλη δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι το δέρμα είναι εκείνο που προσδίδει στο επάνω μέρος του υποδήματος τον ουσιώδη χαρακτήρα του.
13
Το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι τα τεμάχια από δέρμα, λόγω της προστασίας και της ενίσχυσης που παρέχουν, καθώς και λόγω του ειδικού τρόπου σύνδεσης τους με το εσωτερικό πέλμα, έχουν ουσιώδη σημασία για τη χρήση των υποδημάτων ως αθλητικών υποδημάτων. Πρέπει σχετικά να παρατηρηθεί ότι, έστω και αν τα τεμάχια δέρματος έχουν σημασία για τη χρήση των υποδημάτων, το επίδικο εμπόρευμα πρέπει να καταταγεί ανάλογα με την ύλη που προσδίδει στο επάνω μέρος τον ουσιώδη χαρακτήρα του, και όχι ανάλογα με τη χρήση για την οποία προορίζεται.
14
Όπως προκύπτει από τις προηγηθείσες σκέψεις, στο τρίτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το εμπόρευμα που περιγράφεται από το εθνικό δικαστήριο πρέπει να καταταγεί στη διάκριση 64.02 Β.
15
Ενόψει της απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα, τα δύο πρώτα ερωτήματα δεν έχουν πλέον αντικείμενο.
Επί των δικαστικών εξόδων
16
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται' δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων, τα οποία του υπέβαλε το Bundesfinanzhof με διάταξη της 19ης Οκτωβρίου 1982, αποφαίνεται:
Το αθλητικό υποδήματα με εξωτερικά πέλματα από καουτσούκ, το επάνω μέρος των οποίων αποτελείται ολόκληρο από υφαντική ύλη, με το οποίο συνδέονται με ραφές στην περιοχή της σκληρής μύτης, της φτέρνας, των καψυ-λίων, καθώς και στο εξωτερικό και εσωτερικό φόντι, τεμάχια από δέρμα, ένα από τα οποία αποτελεί διακοσμητική ταινία και τα οποία επικαλύπτουν 70 % περίπου της υφαντικής ύλης, έχουν μεγαλύτερη αξία από αυτή και λόγω της προστασίας και ενίσχυσης που παρέχουν, καθώς και λόγω του ειδικού τρόπου σύνδεσης τους με το εσωτερικό πέλμα, έχουν ουσιώδη σημασία για τη χρήση του εμπορεύματος ως αθλητικών υποδημάτων, πρέπει να καταταγούν στη διάκριση 64.02 Β του κοινού δασμολογίου.
Koopmans
O'Keeffe
Bosco
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 5 Απριλίου 1984.
Ο γραμματέας
κ.α.α.
J. Α. Pompe
Βοηθός γραμματέας
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
Τ. Koopmans
Full & Egal Universal Law Academy