ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (ΠΡΏΤΟ ΤΜΉΜΑ)
ΤΗΣ 20ΉΣ ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1983 ( 1 )
Horst W. Steinfort
κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Υπάλληλος: προαγωγή»
Υπόθεση 299/82
Στην υπόθεση 299/82,
Horst W. Steinfort, υπάλληλος στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Λουξεμβούργου, εκπροσωπούμενος από τον Vietor Biel, δικηγόρο Λουξεμβούργου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον εν λόγω δικηγόρο, 18 A, rue des Glacis,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το Jörn Pipkorn, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Robert Andersen, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ανακατάταξη του προσφεύγοντος κατ' εφαρμογή της γενικής απόφασης της Επιτροπής της 28ης Ιουλίου 1981 περί επανένταξης, κατόπιν προαγωγής, των αποσπασμένων σε ιδιαίτερο γραφείο υπαλλήλων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, Α. O'Keeffe και G. Bosco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: Α. W. Η. Meij, εισηγητής σε γραφείο δικαστή
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρή ματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Ο προσφεύγων, Horst W. Steinfort, c οποίος γεννήθηκε την 1η Φεβρουαρίου 1920, εισήλθε στην υπηρεσία της Επιτροπής στις 27 Μαρτίου 1961 σε θέση βαθμού Α 4.
Από τις 9 Σεπτεμβρίου 1964 μέχρι και τις 5 Ιουλίου 1967 άσκησε καθήκοντα προϊστάμενου του ιδιαίτερου γραφείου του Margulies, μέλους της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (Ευρατόμ). Κατά την περίοδο αυτή κατείχε θέση βαθμού Α 2. Μετά την αποχώρηση του Margulies τοποθετήθηκε στη γενική διεύθυνση «Έρευνες» Ευρατόμ και από το 1968, ως μόνιμος υπάλληλος με βαθμό Α 3, στη γενική διεύθυνση XIII «Αγορά πληροφοριών και καινοτομία», στο Λουξεμβούργο.
Με έγγραφο της 18ης Φεβρουαρίου 1982, ο προσφεύγων υπέβαλε στον πρόεδρο της Επιτροπής αίτημα, βάσει του άρθρου 90 του κανονισμού, για προαγωγή στο βαθμό Α 2. Σχετικώς στηρίχτηκε σε απόφαση της Επιτροπής, η οποία προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης της της 28ης Ιουλίου 1981 και σύμφωνα με την οποία
«Οι υπάλληλοι της κατηγορίας Α, οι οποίοι προήχθησαν σε θέση διαφορετικής σταδιοδρομίας κατά τη διάρκεια απόσπασης σε ιδιαίτερο γραφείο θα επανενταχθούν στην υπηρεσία τους, όπου τους έχει εξασφαλιστεί η προαγωγή εντός ορισμένης προθεσμίας:
προαγωγή στο βαθμό Α1, Α2 ή A3: 3 μήνες
προαγωγή στο βαθμό Α 5:» (κλπ).
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται στο έγγραφο του ότι ο σκοπός της απόφασης αυτής είναι να αποφευχθεί ένας υπάλληλος, που έχει ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου ιδιαίτερου γραφείου επί ορισμένα έτη, να επανενταχθεί στην αρχική του υπηρεσία σε θέση κατώτερου επιπέδου από τη θέση που κατείχε κατά την απόσπαση του. Ο προσφεύγων αναφέρεται στην περίοδο, κατά την οποία άσκησε σε θέση Α 2 τα καθήκοντα προϊσταμένου ιδιαίτερου γραφείου μέλους της Επιτροπής Ευρατόμ προκειμένου να ζητήσει προαγωγή ως Α 2. Επικουρικώς, επικαλείται την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Πράγματι, όλοι οι προϊστάμενοι ιδιαίτερων γραφείων, οι οποίοι παρέμειναν στις υπηρεσίες της Επιτροπής μετά τη λήξη της απόσπασης τους προήχθησαν σε βαθμό τουλάχιστον ίδιο προς το βαθμό που αντιστοιχεί στη θέση που κατείχαν κατά τη διάρκεια της απόσπασης.
Επειδή η Επιτροπή δεν απάντησε εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ο προσφεύγων, με έγγραφο της 24ης Ιουνίου 1982, υπέβαλε ένσταση κατά της σιωπηρής απόφασης περί απορρίψεως του αιτήματός του.
Με έγγραφο της 9ης Νοεμβρίου 1982 η Επιτροπή απέρριψε την ένσταση. Στο έγγραφο αυτό εξηγεί ότι η απόφαση της 28ης Ιουλίου 1981 αποβλέπει αποκλειστικά στον καθορισμό της ανώτατης προθεσμίας, μετά την παρέλευση της οποίας ο υπάλληλος που κατά τη διάρκεια της απόσπασης του σε ιδιαίτερο γραφείο προάγεται σε θέση διαφορετικής σταδιοδρομίας οφείλει να επιστρέψει στην υπηρεσία, όπου τοποθετείται κατόπιν προαγωγής. Κατά την Επιτροπή, η ερμηνεία που δίνει ο προσφεύγων στην απόφαση της 28ης Ιουλίου 1981 δεν συμβιβάζεται με τον κανονισμό. Το άρθρο 4 του κανονισμού προβλέπει συγκεκριμένα ότι οι διορισμοί ή οι προαγωγές έχουν ως μόνο αντικείμενο την πλήρωση κενής θέσης. Αναγκαία όμως προϋπόθεση, αλλά μη επαρκής, για να μπορέσει ο προσφεύγων να προαχθεί στο βαθμό Α 2 είναι να θέσει υποψηφιότητα για κενή θέση του είδους αυτού.
2.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Δεκεμβρίου 1982, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ'ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
ΙΙ — Αιτήματα των διαδίκων
Ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόρριψη της ένστασης του ·
—
να αναγνωρίσει ότι η Επιτροπή οφείλει να τον προαγάγει στο βαθμό Α 2 από της υποβολής της ένστασης του ·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητείαπό το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ·
—
να αποφασίσει κατά νόμο επί των δικαστικών εξόδων.
ΙΙΙ — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα
Ο προοφενγων διευκρινίζει καταρχάς ότι η απόφαση της Επιτροπής της 28ης Ιουλίου 1981 ουδέποτε δημοσιεύτηκε ή κοινοποιήθηκε στους ενδιαφερομένους, ο ίδιος δε έλαβε γνώση της μόλις στις αρχές του 1982.
Φρονεί ότι η απόφαση αυτή απλώς κωδικοποιεί συνήθη από ετών πρακτική και επομένως δεν περιορίζεται χρονικώς. Αφορά όλες τις αποσπάσεις σε ιδιαίτερα γραφεία, τόσο στο παρελθόν όσο και στο μέλλον. Ο προσφεύγων είχε, κατ' αυτόν, δικαίωμα προαγωγής κατά την επιστροφή του στην κανονική του υπηρεσία το 1967, αλλά την ζητεί μόνο από την ημέρα υποβολής της ένστασης του.
Κατά τον προσφεύγοντα, η διατύπωση της απόφασης και ιδίως οι λέξεις «όπου τους έχει εξασφαλιστεί η προαγωγή» δεν μπορούν να έχουν άλλη έννοια παρά να εγγυώνται στους αποσπασμένους προϊσταμένους ιδιαιτέρων γραφείων την προαγωγή εντός τριμήνου μετά τη λήξη της απόσπασης τους. Ως προς το άρθρο 4 του κανονισμού, το οποίο αναφέρει η Επιτροπή στο απορριπτικού της έγγραφο, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι εναπόκειται στην Επιτροπή να αποκτά τα μέσα για να ανταποκρίνεται στις διαβεβαιώσεις που παρέχει στους υπαλλήλους της.
Εξάλλου, σύμφωνα με το γερμανικό κείμενο του απορριπτικού εγγράφου που απεστάλη στον προσφεύγοντα, η υποψηφιότητα για κενή θέση δεν ήταν «αναγκαία αλλά μη επαρκής προϋπόθεση» για την προαγωγή, αλλά αντίθετα «eine notwendige, aber hinreichende Voraussetzung», όπου η λέξη «μη» έχει παραλειφθεί από το γερμανικό κείμενο. Εν πάση περιπτώσει, ο προσφεύγων υπέβαλε δύο φορές υποψηφιότητα για θέσεις Α 2 αλλά η Επιτροπή δεν έδωσε συνέχεια.
Ο προσφεύγων προβάλλει τους εξής λόγους προς υποστήριξη της προσφυγής του. Επειδή η Επιτροπή, με τη διαβεβαίωση που παρέσχε με την απόφαση της της 28ης Ιουλίου 1981, όφελε να του παράσχει την εν λόγω προαγωγή, η άρνηση της είναι παράνομη. Επιπλέον, η άρνηση αυτή συνιστά άνιση μεταχείριση σε σχέση με άλλους υπαλλήλους αποσπασμένους σε ιδιαίτερα γραφεία, καθώς και κατάχρηση εξουσίας.
Επικουρικώς, στην περίπτωση δηλαδή που η προσφυγή απορριφθεί ως αβάσιμη, η Επιτροπή πρέπει πάντως να καταδικαστεί στο σύνολο των δικαστικών εξόδων, διότι το απορριπτικό έγγραφο, στο οποίο είχε παρεισφρήσει ένα λάθος, ανάγκασε τον προσφεύγοντα στην άσκηση προσφυγής.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η απόφαση της 28ης Ιουλίου 1981 αποβλέπει μόνον στην ταχεία επανένταξη στην υπηρεσία των υπαλλήλων, οι οποίοι είχαν αποσπαστεί σε ιδιαίτερο γραφείο και οι οποίοι στο μεταξύ προήχθησαν. Ως προς το σημείο αυτό, αναφέρεται στο σημείωμα του προέδρου της Επιτροπής και του επιτρόπου O'Kennedy το οποίο χρησίμευσε ως βάση για την απόφαση. Το σημείωμα αυτό διευκρινίζει συγκεκριμένα:
«Στις 20 Ιουνίου 1979 η Επιτροπή αποφάσισε ότι οι μόνιμοι υπάλληλοι Α, οι οποίοι προάγονται, ενώ είναι αποσπασμένοι σε ιδιαίτερο γραφείο, επανεντάσσονται στην υπηρεσία τους εντός ορισμένης προθεσμίας — εντός των 12 επομένων μηνών σε περίπτωση προαγωγής στο βαθμό Α 2, εντός των 6 επομένων μηνών σε περίπτωση προαγωγής στο βαθμό Α 3 και εντός των 3 επομένων μηνών σε περίπτωση προαγωγής στο βαθμό Α 5. Η προθεσμία αυτή δεν τηρείται σε περίπτωση προαγωγών εντός μιας σταδιοδρομίας (Α 5 προς Α 4 και Α 7 προς Α 6).
Δεδομένου ότι η προαγωγή στο βαθμό Α 1, Α2, A3 συνεπάγεται την κατοχή υψηλών υπεύθυνων θέσεων, των οποίων η ταχεία πλήρωση είναι ουσιώδης για την καλή λειτουργία των υπηρεσιών, είναι ευκταίο να συντμηθούν οι προθεσμίες που συμφωνήθηκαν το 1979 και να καθοριστούν σε 3 μήνες για όλους τους υπό εξέταση βαθμούς.»
Η απόφαση την οποία επικαλείται ο προσφεύγων δεν γεννά επομένως υπέρ των υπαλλήλων που είναι αποσπασμένοι σε ιδιαίτερα γραφεία κανένα δικαίωμα προαγωγής. Οιαδήποτε σχετική δέσμευση θα αντέβαινε, άλλωστε, στις διατάξεις του κανονισμού. Επιπλέον, το γεγονός ότι άλλοι υπάλληλοι έχουν προαχθεί κατά τη διάρκεια ή λίγο μετά την απόσπαση τους σε ιδιαίτερο γραφείο δεν μπορεί να συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, καθόσον οι προαγωγές αυτές διενεργήθηκαν σύμφωνα με τους ίδιους αντικειμενικούς κανόνες του κανονισμού.
Κατά την Επιτροπή, η φράση «όπου τους έχει εξασφαλιστεί η προαγωγή», η οποία χρησιμοποιείται στην απόφαση της 28ης Ιουλίου 1981, πρέπει να νοηθεί ως συνώνυμη της φράσης «όπου έλαβαν προαγωγή» ή ακόμη «όπου τους είχε παρασχεθεί η προαγωγή».
Ως προς το απορριπτικό έγγραφο, η Επιτροπή ομολογεί ότι η λέξη «μη» είχε παραλειφθεί στη γερμανική μετάφραση της φράσης «αναγκαία αλλά μη επαρκής προϋπόθεση». Τονίζει όμως ότι η προαγωγή δεν αποτελεί ποτέ δικαίωμα του υπαλλήλου, είτε είναι αποσπασμένος σε ιδιαίτερο γραφείο είτε όχι. Ενόψει των διατάξεων του κανονισμού η υποβολή της υποψηφιότητας δεν μπορεί να οδηγήσει σε αυτόματη προαγωγή.
Η Επιτροπή προσθέτει ακόμη ότι ο προσφεύγων είναι υπάλληλος πολύ υψηλού βαθμού και ως εκ τούτου 9α έπρεπε να είχε την ικανότητα να ερμηνεύσει ορθά την αναφερόμενη απόφαση της 28ης Ιουλίου 1981 και το απορριπτικό έγγραφο της ένστασης.
ΙV — Προφορική διαδικασία
Οι διάδικοι αγόρευσαν στη συνεδρίαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1983.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 6ης Οκτωβρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Δεκεμβρίου 1982, ο Horst W. Steinfort, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησε προσφυγή, με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι ο προσφεύγων έχει δικαίωμα προαγωγής στο βαθμό Α 2.
2
Ο προσφεύγων, ο οποίος εισήλθε στην υπηρεσία της Επιτροπής το 1961 ως κύριος υπάλληλος διοίκησης με βαθμό Α 4, άσκησε τα καθήκοντα προϊσταμένου του ιδιαίτερου γραφείου του Margulies, μέλους της Επιτροπής Ευρατόμ, μεταξύ 1964 και 1967. Μετά τη λήξη της απόσπασης αυτής, κατά τη διάρκεια της οποίας κατείχε θέση βαθμού Α 2, τοποθετήθηκε στη γενική διεύθυνση «Έρευνες» Ευρατόμ και στη συνέχεια, το 1968, αφού προήχθη στο βαθμό A3, στη γενική διεύθυνση XIII της Επιτροπής, «Αγορά πληροφοριών και καινοτομία». Με έγγραφο της 18ης Φεβρουαρίου 1982 ζήτησε από την Επιτροπή να προαχθεί στο βαθμό Α 2, βάσει αποφάσεως που είχε λάβει η Επιτροπή τον Ιούλιο 1981.
3
Επειδή η προσφυγή στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην παραπάνω απόφαση του Ιουλίου 1981, ενδείκνυται να διευκρινιστεί καταρχάς το περιεχόμενό της. Η απόφαση αυτή, η οποία δεν έχει δημοσιευτεί πουθενά, συνάγεται από τα πρακτικά της συνεδρίασης της Επιτροπής της 28ης Ιουλίου 1981. Στα πρακτικά αυτά, υπό τον τίτλο «επανένταξη, κατόπιν προαγωγής, υπαλλήλων αποσπασμένων σε ιδιαίτερο γραφείο», περιέχεται το ακόλουθο κείμενο:
«Η Επιτροπή, κατόπιν προτάσεως του κ. προέδρου και του κ. O'Kennedy, εκδίδει την ακόλουθη απόφαση :
1)
Οι υπάλληλοι της κατηγορίας Α, οι οποίοι προήχθησαν σε θέση διαφορετικής σταδιοδρομίας κατά τη διάρκεια απόσπασης σε ιδιαίτερο γραφείο, θα επανενταχθούν στην υπηρεσία τους, όπου τους έχει εξασφαλιστεί η προαγωγή εντός ορισμένης προθεσμίας:
προαγωγή στο δαθμό Α 1, Α 2 ή Α 3: 3 μήνες·
προαγωγή στο βαθμό Α 5 : κατά τη λήξη της τωρινής θητείας της Επιτροπής.
2)
Για τις προαγωγές εντός μιας σταδιοδρομίας Α 5 ...» κλπ.
4
Κατά τον προσφεύγοντα, η απόφαση αυτή έχει την έννοια ότι οι υπάλληλοι της κατηγορίας Α, οι οποίοι είχαν αποσπαστεί σε ιδιαίτερο γραφείο, έχουν δικαίωμα προαγωγής εντός ορισμένης προθεσμίας μετά την επανένταξη τους στην υπηρεσία, από την οποία προέρχονται· η προθεσμία αυτή είναι τρεις μήνες για την προαγωγή στο βαθμό Α 2. Η ερμηνεία αυτή της απόφασης επιβεβαιώνεται από την παρενθετική φράση «όπου τους έχει εξασφαλιστεί η προαγωγή» και ιδίως από τη λέξη «εξασφαλιστεί», όρος ο οποίος θα ήταν ακατανόητος αν δεν παρείχετο καμία προαγωγή στα πρώην μέλη ιδιαίτερου γραφείου.
5
Κατά την Επιτροπή, η απόφαση δεν αφορά το δικαίωμα προαγωγής των υπαλλήλων που είχαν αποσπαστεί σε ιδιαίτερο γραφείο, αλλά την προθεσμία για την επανένταξη των υπαλλήλων που προήχθησαν κατά τη διάρκεια της απόσπασης τους. Η έννοια αυτή, η οποία προκύπτει ιδίως από την ίδια τη διατύπωση της απόφασης, καθώς και από το γεγονός ότι δεν δημοσιεύτηκε, επειδή είναι καθαρά εσωτερικής φύσης, καθίσταται φανερή από το υπηρεσιακό σημείωμα του προέδρου της Επιτροπής και του O'Kennedy, το οποίο χρησίμευσε ως βάση της απόφασης.
Το σημείωμα αυτό περιέχει μεταξύ άλλων την ακόλουθη φράση :
«Δεδομένου ότι η προαγωγή στο βαθμό Α 1, Α 2 ή Α 3 συνεπάγεται την κατοχή υψηλών υπευθύνων θέσεων, των οποίων η ταχεία πλήρωση είναι ουσιώδης για την καλή λειτουργία των υπηρεσιών, είναι ευκταίο να συντμηθούν οι προθεσμίες που συμφωνήθηκαν το 1979 και να καθορισθούν σε 3 μήνες για όλους τους υπό εξέταση βαθμούς.»
6
Η ερμηνεία που δίνει η Επιτροπή πρέπει να γίνει δεκτή. Η άποψη, την οποία υποστηρίζει ο προσφεύγων 9α είχε πράγματι ως συνέπεια να καταστεί η κύρια φράση του επίδικου κειμένου («οι ... υπάλληλοι ... θα επανενταχθούν στην υπηρεσία τους ... εντός ορισμένης προθεσμίας ...») χωρίς αντικείμενο. Επιπλέον, καθόσον η άποψη αυτή θα ισοδυναμούσε με αναδρομική προαγωγή σε υψηλούς βαθμούς όλων των υπαλλήλων που έχουν αποσπαστεί σε ιδιαίτερο γραφείο μέλους της Επιτροπής, θα παρέκαμπτε τη διαδικασία του κανονισμού που διέπει τις προαγωγές και θα παρέβλεπε τα προβλήματα της αντιστοιχίας κενών θέσεων προς τους βαθμούς αυτούς.
7
Οι υπόλοιπες αιτιάσεις που προβάλλει ο προσφεύγων, όπως αυτές που στηρίζονται σε συμπεριφορά που συνεπάγεται δυσμενή διάκριση και σε κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους της Επιτροπής, δεν είναι επαρκώς σαφείς για να καταστούν αντικείμενο εξέτασης.
8
Κατά συνέπεια, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
9
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Koopmans
O'Keeffe
Bosco
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 20 Οκτωβρίου 1983.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
Τ. Koopmans
( 1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy