Στην υπόθεση 300/82,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht του Düsseldorf προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρ3ρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Gesamthochschule Essen
και
Hauptzollamt Düsseldorf
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1798/75 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουλίου 1975, περί της ατελούς, ως προς τους δασμούς του κοινού δασμολογίου, εισαγωγής αντικειμένων εκπαιδευτικού, επιστημονικού ή μορφωτικού χαρακτήρα (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/002, σ. 87),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους Ρ. Pescatore, πρόεδρο τμήματος, Ο. Due και Κ. Bahlmann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Ρ. VerLoren van Themaat
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Α — Κανονιστικό πλαίοιο
Η διαφορά στην κύρια δίκη έχει ως αντικείμενο τη χορήγηση τελωνειακής ατέλειας για ένα πλαστικό υλικό που εισήχθη στην Κοινότητα, αναφερόμενο ως επιστημονική συσκευή ή όργανο. Ο κανονισμός 1798/75 συνιστά το νόμιμο έρεισμα για την ατελή εισαγωγή τέτοιων συσκευών ή οργάνων.
Με τον εν λόγω κανονισμό σκοπείται η εκ μέρους της Κοινότητας εξασφάλιση της εφαρμογής της Συμφωνίας της Φλωρεντίας που καταρτίστηκε υπό την αιγίδα της Οργανώσεως των Ηνωμένων Εθνών για την Εκπαίδευση, την Επιστήμη και τη Μόρφωση (UNESCO). Σύμφωνα με το άρθρο 1 της συμφωνίας, η οποία άρχισε να ισχύει το 1952,
«τα συμβαλλόμενα κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να μην επιβάλλουν δασμούς ούτε άλλες επιβαρύνσεις κατά ή επ' ευκαιρία της εισαγωγής:
...
6)
στα αντικείμενα ... επιστημονικού χαρακτήρα ... που διαλαμβάνονται στο παράρτημα ... Δ ...»
Το παράρτημα Δ της συμφωνίας περιλαμβάνει, με ορισμένες επιφυλάξεις, «τα επιστημονικά όργανα και συσκευές που προορίζονται αποκλειστικά για την εκπαίδευση ή για καθαρή επιστημονική έρευνα».
Κατά συνέπεια, προς διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των ιδεών και της επιστημονικής έρευνας εντός της Κοινότητας, το Συμβούλιο θέσπισε τον κανονισμό 1798/75, με τον οποίο προβλέπεται η δυνατότητα ατελούς, ως προς τους δασμούς του κοινού δασμολογίου, εισαγωγής στην Κοινότητα ορισμένων αντικειμένων εκπαιδευτικού, επιστημονικού ή μορφωτικού χαρακτήρα. Ενώ όμως κατά το άρθρο 1 του κανονισμού 1798/75 ορισμένα από τα εν λόγω αντικείμενα εισάγονται ατελώς, ως προς τους δασμούς του Κοινού Δασμολογίου, οποιαδήποτε και αν είναι η χρήση για την οποία προορίζονται, κατά δε το άρθρο 2 του ίδιου κανονισμού ορισμένα άλλα αντικείμενα πρέπει να προορίζονται τόσο για δημόσια ή κοινής ωφελείας ιδρύματα ή οργανισμούς, όσο και για ορισμένα άλλα καθ' οιονδήποτε τρόπο αναγνωρισμένα ιδρύματα ή οργανισμούς, για μια τρίτη κατηγορία επιστημονικών οργάνων και συσκευών, που δεν αναφέρονται στα άρθρα 1 και 2 του κανονισμού 1798/75, υφίσταται, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1798/75, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού ΕΟΚ 1027/79, δασμολογική ατέλεια υπό τον όρο ότι τα' αντικείμενα αυτά εισάγονται αποκλειστικά για σκοπούς εκπαιδευτικούς ή καθαρώς επιστημονικής έρευνας. Η διάταξη αυτή αφορά όργανα και συσκευές που
«α)
προορίζονται:
—
είτε για δημόσια ιδρύματα ή ιδρύματα δημοσίας ωφελείας που έχουν σαν κύρια δραστηριότητα την εκπαίδευση ή την επιστημονική έρευνα, καθώς επίσης και για υπηρεσίες που εξαρτώνται από δημόσιο ίδρυμα ή ίδρυμα δημοσίας ωφελείας και έχουν σαν κύρια δραστηριότητα την εκπαίδευση ή την επιστημονική έρευνα,
—
είτε για ιδρύματα ιδιωτικού χαρακτήρα, που έχουν σαν κύρια δραστηριότητα την εκπαίδευση ή την επιστημονική έρευνα και είναι εξουσιοδοτημένα από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να παραλαμβάνουν ατελώς τα αντικείμενα αυτά,
και εφόσον
6)
όργανα ή συσκευές ισοδύναμης επιστημονικής αξίας δεν κατασκευάζονται επί του παρόντος στην Κοινότητα.»
Άρα, για να χορηγηθεί η δασμολογική ατέλεια βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1798/75, ο παραλήπτης οργανισμός ή ίδρυμα οφείλει, επομένως, να αποδείξει ότι πρόκειται για επιστημονικό όργανο ή συσκευή που προορίζεται αποκλειστικά για σκοπούς εκπαιδευτικούς ή καθαρώς επιστημονικής έρευνας.
Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3195/75 της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 1975, περί των διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 1798/75 (Abi. L 316, σ. 17), οι αρμόδιες εθνικές υπηρεσίες αποφαίνονται απευθείας επί της αιτήσεως για χορήγηση ατέλειας σε όλες τις περιπτώσεις, όταν τα στοιχεία που διαθέτουν τους επιτρέπουν να εκτιμήσουν τη φύση των εισαγομένων αντικειμένων, που αναφέρει ο κανονισμός 1798/75, ως οργάνων ή συσκευών επιστημονικού χαρακτήρα. Αν η αρμόδια εθνική υπηρεσία δεν είναι σε θέση να αποφασίσει, η αίτηση για χορήγηση ατέλειας διαβιβάζεται στην Επιτροπή, η οποία, μετά από σχετική έρευνα ομάδας εμπειρογνωμόνων, αποφασίζει αν συντρέχουν ή όχι οι όροι χορηγήσεως ατέλειας για τη συσκευή για την οποία πρόκειται.
Β — Πραγματικά περιστατικά και εάνική διαοικααία
Το Gesamthochschule Essen, προσφεύγον στην κύρια δίκη (εφεξής το προσφεύγον), εισήγαγε στις 8 Μαίου 1978 στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας — αεροδρόμιο του Ντύσσελντορφ — τρία κιβώτια με εμπορεύματα, προελεύσεως Ηνωμένων Πολιτειών, τα οποία περιγράφονται ως «εμπορεύματα από πλαστικό, προορισμένα για τεχνικούς σκοπούς: πλαστικές ράβδοι» και έφεραν την ονομασία «υλικό εξομοιώσεως Α-150». Ζητώντας να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, το προσφεύγον υπέβαλε αίτηση στο τελωνείο, προκειμένου να της χορηγηθεί η δασμολογική ατέλεια για τα εμπορεύματα αυτά. Το τελωνείο όμως απέρριψε την αίτηση και με προσωρινή πράξη επέβαλε εισαγωγικούς δασμούς ύψους 4130,83 γερμανικών μάρκων (DM) (2323,91 DM ως δασμούς και 1806,92 DM ως φόρο κύκλου εργασιών λόγω εισαγωγής). Κατά της επιβολής των δασμών, το προσφεύγον υπέβαλε ένσταση ενώπιον του Hauptzollamt του Ντύσσελντορφ, καθού στην κύρια δίκη (εφεξής το καθού), μετά δε την απόρριψη της ενστάσεως αυτής άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht του Ντύσσελντορφ.
Στο πλαίσιο της δίκης αυτής, το προσφεύγον ισχυρίζεται ότι το εισαχθέν υλικό θα πρέπει να θεωρηθεί ως «επιστημονικό όργανο ή συσκευή» κατά την έννοια του κανονισμού 1798/75, δεδομένου ότι είναι όργανο έρευνας. Συγκεκριμένα, επιτρέπει την απομίμηση του ανθρώπινου μυϊκού ιστού και τη μέτρηση των επιπτώσεων των ακτινοβολιών στον ανθρώπινο οργανισμό. Το υλικό αυτό καθιερώθηκε διεθνώς ως ουσία αναφοράς για τα δοσίμετρα νετρονίων, που χρηοιμοποιούνται στη βιολογία και την ιατρική, μόνο δε η χρησιμοποίηση του καθιστά δυνατή την εκτίμηση και σύγκριση διεθνώς των αποτελεσμάτων των ερευνών που πραγματοποιούνται Επομένως, συνιστά όχι το αντικείμενο, αλλά το όργανο της έρευνας.
Το καθού στην κύρια δίκη αμφισβήτησε ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου ότι το επίδικο υλικό αποτελεί επιστημονικό όργανο ή συσκευή, κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού 1798/75, επειδή δεν είναι τίποτα άλλο παρά το ίδιο το αντικείμενο των μετρήσεων. Συνεπώς, δεν συνιστά το όργανο που χρησιμοποιείται για την έρευνα, αλλά το αντικείμενο της έρευνας και κατά συνέπεια δεν πληροί τους απαιτούμενους όρους, ώστε να είναι δυνατόν να τύχει της ατέλειας που ζητήθηκε, κατά μείζονα λόγο επειδή η ειδική έννοια στην οποία αναφέρεται το άρθρο 3 του κανονισμού 1798/75 πρέπει να ερμηνευτεί στενώς και από διαφορετική τεχνική άποψη απ'ό,τι η γενική έννοια, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 1.
Με διάταξη της 1ης Δεκεμβρίου 1982, το Finanzgericht του Ντύσσελντροφ ανέβαλε την έκδοση της οριστικής αποφάσεως και αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πρέπει ο όρος επιστημονικό όργανο, που χρησιμοποιείται στον κανονισμό ΕΟΚ 1798/75 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουλίου 1975 να ερμηνευτεί υπό ευρύτερη έννοια, ώστε να καλύπτει και τα βοηθητικά επιστημονικά μέσα και τα μέσα για την εκτέλεση επιστημονικών εργασιών, όπως πχ. το υλικό εξομοιώσεως Α-150, το οποίο αποτελείται από πλαστικές ράβδους και προορίζεται για την έρευνα στον τομέα των ακτινοβολιών;»
Η διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Δεκεμβρίου 1982.
Στο διατακτικό της διατάξεως, το Finanzgericht προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει καταφατικά στο ερώτημα που υποβλήθηκε. Σημειώνει δε ότι στον κανονισμό 1798/75 δεν δίδεται ορισμός του όρου επιστημονικό όργανο ή συσκευή επιπλέον, στην καθημερινή γλώσσα, το νόημα του είναι διφορούμενο θεωρεί ότι η ευρεία ερμηνεία του όρου δικαιολογείται τόσο από το ίδιο το κείμενο του εν λόγω κανονισμού, όσο και από το στόχο του, όπως διατυπώνεται με τις αιτιολογικές σκέψεις «να διευκολυνθεί δηλαδή η ελεύθερη ανταλλαγή των ιδεών ... καθώς και η επιστημονική έρευνα εντός της Κοινότητας», γεγονός που απαιτεί κοινά και ομοιόμορφα κριτήρια αναφοράς και μέσα έρευνας. Πράγματι, το υλικό κατασκευάστηκε ειδικά για ερευνητικούς σκοπούς και δεν επιτελεί άλλες, ίδιες λειτουργίες, ώστε αποτελεί όχι αντικείμενο αλλ' υποκείμενο έρευνας. Το Finanzgericht παραθέτει περαιτέρω τη νομολογία του Bundesfinanzhof, το οποίο τάχθηκε υπέρ της ευρείας ερμηνείας του όρου «όργανο», κατά τρόπο που οι περιγραφές των εμπορευμάτων πρέπει να νοούνται σύμφωνα με τη σφαιρική και γενική τους έννοια και όχι συσταλτικά και ότι, επομένως, στον όρο όργανο πρέπει να αποδοθεί η γενική έννοια του «μέσου» που χρησιμοποιείται για την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού. Το Bundesfinanzhof, λοιπόν, αναγνώρισε ότι τα χημικά υψηλής καθαρότητας μονοκρύσταλλο τιτανικό στρόντιο με το οποίο γίνονται οπτικές και ηλεκτρικές μετρήσεις για ερευνητικούς και εκπαιδευτικούς σκοπούς, εμπίπτει στην κατηγορία των επιστημονικών οργάνων κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού 1798/75.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν το προσφεύγον στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενο από τον Regierungsdirektor Wolff, διευθυντή διοικητικών υπηρεσιών της πανεπιστημιακής κλινικής της Εσσης, και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον J. Grunwald, μέλος της νομικής της υπηρεσίας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Με διάταξη της 18ης Μαΐου 1983, το Δικαστήριο ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο δεύτερο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις
Το προσφεύγον στην κύρια οίκη, ζητεί από το Δικαστήριο να απαντήσει καταφατικά στο προδικαστικό ερώτημα. Ως προς το σημείο που αποτέλεσε την αφετηρία της διαφοράς, παρέχει λεπτομερείς εξηγήσεις για τη φύση του επίδικου υλικού και τη χρησιμοποίηση του στην πανεπιστημιακή κλινική της Έσσης. Πρόκειται για ουσία που επινοήθηκε ειδικά για την περιεκτικότητα των ακτινών νετρονίου που χρησιμοποιούνται για θεραπευτικούς σκοπούς και χρησιμεύει στην απομίμηση του ανθρώπινου μυϊκού ιστού προκειμένου να μετρηθούν οι επιπτώσεις των ακτινοβολιών νετρονίου στον ανθρώπινο οργανισμό («συνολική δόση ενέργειας DT»). Σε ολόκληρο τον κόσμο γίνεται κοινά αποδεκτό ως ουσία αναφοράς, χρησιμοποιείται σε όλους τους θαλάμους ιονισμού με νετρόνια που διατίθενται στο εμπόριο και το υιοθέτησαν όλα τα ευρωπαϊκά και αμερικανικά κέντρα θεραπείας με νετρόνια, χωρίς, έτσι, να είναι δυνατή η υποκατάσταση του με οποιοδήποτε άλλο υλικό. Επίσης παρασκευάζεται μόνο για ερευνητικούς σκοπούς που αφορούν τη δοσιμετρία των νετρονίων, χωρίς άλλες δυνατότητες πυρηνικής χρήσεως. Στην Έσση, χρησιμοποιείται στο τμήμα της πυρηνικής ιατρικής για την απομίμηση και μέτρηση της κατανομής των δόσεων νετρονίου στον ανθρώπινο οργανισμό, κατά την εφαρμογή νέων τεχνολογικών ακτινοθεραπείας με τη χρήση ισο-κεντρικού κυκλότρου (άλλωστε αποτελεί τη μοναδική εγκατάσταση του είδους αυτού στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας).
Ως προς το προδικαστικό ερώτημα, το προσφεύγον στην κύρια δίκη αναφέρεται καταρχάς στο κείμενο των αιτιολογικών σκέψεων του κανονισμού 1798/75 που αφορά τη χορήγηση δασμολογικής ατέλειας από απόψεως κοινού δασμολογίου για τα «αντικείμενα ... επιστημονικού χαρακτήρα». Όσον αφορά ειδικότερα τα επιστημονικά όργανα ή συσκευές, η χορήγηση της ατέλειας πρέπει να εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα όργανα ή συσκευές ισοδύναμης επιστημονικής αξίας στην Κοινότητα.
Το προσφεύγον στην κύρια δίκη θέτει πρώτον το ερώτημα, αν ο όρος «επιστημονικά όργανα ή συσκευές» ταυτίζεται με το γενικό όρο «αντικείμενα επιστημονικού χαρακτήρα» και αν τα τελευταία δεν έπρεπε να εκληφθούν υπό στενότερη έννοια, περιλαμβάνοντας μόνο ένα τους μέρος. Η πρώτη εναλλακτική λύση θα συ-νεπήγετο ότι η έννοια «επιστημονικό όργανο ή συσκευή» είναι κατ' ανάγκη πολύ ευρεία, ενώ η δεύτερη ότι μόνο για τα επιστημονικά όργανα ή συσκευές η ατέλεια εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι αυτά δεν είναι διαθέσιμα στην Κοινότητα.
Στη συνέχεια, παρατηρεί ότι, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού 1798/75, ατέλεια υφίσταται ακόμη και για τα συνήθη υλικά εξοπλισμού, όταν παρουσιάζουν ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που δεν διαθέτουν τα υλικά, τα οποία κατασκευάζονται στην Κοινότητα. Από τα ανωτέρω συμπεραίνει ότι, κατά μείζονα λόγο, η ατέλεια πρέπει να υφίσταται υπό τους ίδιους όρους για αντικείμενα επιστημονικού χαρακτήρα.
Τέλος το προσφεύγον στην κύρια δίκη αναφέρεται στην τρέχουσα χρήση του όρου όργανο, στον οποίο τα σχετικά λεξικά (όπως, επί παραδείγματι, το «Meyers Enzyklopädisches Lexikon») αποδίδουν πολύ ευρεία έννοια, δεδομένου ότι το όργανο ορίζεται ως «εξοπλισμός, μέσο (βοηθητικό ή για την εκτέλεση εργασίας) ή συσκευή που καθιστούν εφικτή την εκτέλεση επιστημονικών εργασιών» θέτει συνεπώς, το ερώτημα γιατί το Συμβούλιο δεν έδωσε τον ορισμό των εν λόγω όρων που χρησιμοποιεί στον κανονισμό, αν αληθεύει ότι πρέπει να θεωρηθούν ότι έχουν ιδιαίτερο νόημα διαφορετικό από το συνηθισμένο. Επίσης, το προσφεύγον στην κύρια δίκη αμφισβητεί την ορθότητα μιας πολύ στενής ερμηνείας των επίδικων όρων του κανονισμού που θα οδηγούσε στη δυνατότητα χορήγησης ατέλειας για τα συνήθη υλικά εξοπλισμού που παρουσιάζουν ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όχι όμως για τα «αντικείμενα επιστημονικού χαρακτήρα» που δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των υπό στενότερη έννοια «επιστημονικών οργάνων ή συσκευών».
Κατά συνέπεια, το προσφεύγον στην κύρια δίκη συμπεραίνει ότι το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να αναγνωρίσει είτε ότι οι όροι «αντικείμενα επιστημονικού χαρακτήρα» και «επιστημονικά όργανα ή συσκευές» έχουν ευρύ περιεχόμενο και ταυτίζονται, είτε ότι ο όρος «επιστημονικά όργανα ή συσκευές» πρέπει να ερμηνευτεί υπό στενότερη έννοια απ' ό,τι ο όρος «αντικείμενα επιστημονικού χαρακτήρα», ώστε, σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1798/75, να υφίσταται ατέλεια για όλα τα «αντικείμενα επιστημονικού χαρακτήρα», ακόμα και για εκείνα που δεν ανήκουν στην κατηγορία των «οργάνων». Το Δικαστήριο, πάντως, έχει επίσης τη δυνατότητα να αποφανθεί ότι η ατέλεια πρέπει να χορηγείται όχι μόνο για τα συνήθη υλικά εξοπλισμού που παρουσιάζουν «ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα», που δεν διαθέτουν τα υλικά τα οποία κατασκευάζονται στην Κοινότητα, αλλ' επίσης και για τα «αντικείμενα επιστημονικού χαρακτήρα» που ομοίως παρουσιάζουν τέτοια χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Απ' όλες αυτές τις πιθανές ερμηνείες, κατά τον προσφεύγοντα στην κύρια δίκη, προκύπτει ότι το επίδικο υλικό απολαύει της δασμολογικής ατέλειας είτε ως «αντικείμενο επιστημονικού χαρακτήρα» είτε ως «υλικό επιστημονικού εξοπλισμού».
Επιπλέον, το υλικό αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως αναγκαίο εξάρτημα ενός κύριου οργάνου. Ως στοιχείο που αποτελεί μέρος μιας διαδικασίας μετρήσεως, συνιστά εμπόρευμα με το οποίο και όχι επί του οποίου πραγματοποιούνται έρευνες. Στο μέτρο που μπορεί να θεωρηθεί ως απαραίτητο εξάρτημα ενός κύριου οργάνου, που απαλλάσσεται από δασμούς, απαλλάσσεται και αυτό το ίδιο.
Αντιθέτως, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι συναφείς διατάξεις του κανονισμού 1798/75 δεν είναι δυνατό να ερμηνευτούν υπό αρκετά ευρεία έννοια, ώστε να είναι δυνατή η δασμολογική ατέλεια για ένα υλικό, όπως το επίδικο στην παρούσα υπόθεση. Αναφέρεται στο γεγονός ότι τα αντικείμενα «εκπαιδευτικού, επιστημονικού ή μορφωτικού χαρακτήρα» των πρώτων άρθρων προσδιορίζονται στα παραρτήματα, όπου απαριθμούνται τα διάφορα αντικείμενα ή κατηγορίες αντικειμένων με μνεία των κλάσεων του κοινού δασμολογίου και περιγραφή των εμπορευμάτων, ενώ το εν λόγω σύστημα απαριθμήσεως δεν εφαρμόζεται για τα αντικείμενα του άρθρου 3, το οποίο αφορά επιστημονικά όργανα ή συσκευές που δεν περιλαμβάνει το άρθρο 2 και που εισάγονται αποκλειστικά για σκοπούς εκπαιδευτικούς ή καθαρής επιστημονικής έρευνας, επιπλέον δε πληρούν τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α) και 6) του άρθρου αυτού. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 4, αποκλείονται της ατέλειας «τα συνήθη υλικά εξοπλισμού εκτός αν παρουσιάζουν ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που δεν διαθέτουν τα υλικά τα οποία κατασκευάζονται στην Κοινότητα».
Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι το επίδικο υλικό μπορεί να θεωρηθεί ως «επιστημονικό όργανο ή συσκευή» κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, ή ως «υλικό εξοπλισμού» κατά το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού. Θεωρεί ότι το ζήτημα δεν μπορεί να λυθεί, εκκινώντας από εγκυκλοπαιδικούς ή συστηματικούς ορισμούς ή οριοθετήσεις των εν λόγω όρων.
Απεναντίας, οι εν λόγω όροι προσδιορίζουν κατ' ουσία τεχνικούς εξοπλισμούς που λόγω της δομής και λειτουργίας τους μπορούν να χρησιμοποιηθούν στον τομέα της επιστημονικής έρευνας- πρόκειται δηλαδή για αντικείμενα που κατασκευάζονται μέσω μιας τεχνικής επεξεργασίας ορισμένων υλικών και που σύμφωνα με τη λειτουργία τους συνιστούν κατά κάποιο τρόπο «όργανα» έρευνας. Αλλ' ούτε τα χημικά στοιχεία, ούτε οι χημικές ενώσεις, όπως το επίδικο υλικό, ανταποκρίνονται στα κριτήρια αυτά. Παρόλον ότι τέτοιες ουσίες έχουν ασφαλώς ιδιαίτερες χημικές και φυσικές ιδιότητες, δεν μπορεί να υποστηρίζεται ότι οι διάφορες πρώτες ύλες είναι το αποτέλεσμα μιας τεχνικής κατασκευής ούτε ότι η ύπαρξη τέτοιων ιδιοτήτων είναι δυνατό να εκληφθεί ως επιτέλεση μιας λειτουργίας. Τουλάχιστο, μια ομογενής χημική ουσία, που δεν έχει υποστεί κατεργασία, με τη μορφή ράβδων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως όργανο ή συσκευή κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1798/75.
Η Επιτροπή είναι ακόμη της γνώμης ότι το άρθρο 3, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, δεδομένου ότι αφορά συνήθη υλικά εξοπλισμού, πράγμα που κατ' ανάγκη προϋποθέτει την ύπαρξη αντικειμένων προς εξοπλισμό, δηλαδή των οργάνων και συσκευών, στα οποία αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού. Την ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνει το παράρτημα Δ του Πρωτοκόλλου του Ναϊρόμπι στη Συμφωνία της Φλωρεντίας, όπου απλώς απαριθμούνται, εκτός των καθεαυτών επιστημονικών οργάνων και συσκευών, και ορισμένα ανταλλακτικά, ειδικά στοιχεία ή εξαρτήματα, καθώς και εργαλεία που προορίζονται για ορισμένους σκοπούς.
Η Επιτροπή αποκλείει περαιτέρω το ενδεχόμενο αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 4 του κανονισμού 1798/75, επί των ομογενών ουσιών ή χημικών ενώσεων, όπως η επίδικη, για το λόγο ότι η ατέλεια δασμών του κοινού δασμολογίου συνιστά την εξαίρεση κατά το σύστημα της κοινοτικής τελωνειακής νομοθεσίας, ενώ οι διατάξεις που εισάγουν εξαίρεση δεν μπορούν καταρχήν να έχουν ανάλογη εφαρμογή. Συνεπώς, η Επιτροπή έχει ήδη αποφασίσει, βάσει ομόφωνης γνώμης της Επιτροπής Τελωνειακών Ατελειών που συνεστήθη με το άρθρο 7 του κανονισμού, ότι ακόμη και τα ημικατερ-γασμένα προϊόντα δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η προτεινόμενη από αυτή αρνητική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα δεν σημαίνει ότι δεν έχει επίγνωση της επιστημονικής σημασίας που παρουσιάζουν για την έρευνα ορισμένες χημικές ουσίες. Άλλωστε, για το λόγο αυτό από το 1979 έχει υποβάλει στο Συμβούλιο πρόταση κανονισμού για την υπό ορισμένους όρους επέκταση του καθεστώτος της δασμολογικής ατέλειας λόγω εισαγωγής και στις βιολογικές και χημικές ουσίες.
Για τους ανωτέρω λόγους, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα:
«Ο κανονισμός ΕΟΚ 1798/75 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουλίου 1975, δεν έχει εφαρμογή στο υλικό εξομοιώσεως «Α-150», το οποίο συνίσταται σε πλαστικές ράβδους, προορισμένες για την έρευνα στον τομέα των ακτινοβολιών»
III — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 30ής Ιουνίου 1983, το προσφεύγον στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενο από τον καθηγητή Jürgen Rassow, διευθυντή του τμήματος «πυρηνική ιατρική» της πανεπιστημιακής κλινικής της Έσσης και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον J. Grunwald, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον δρα Martin Oberhofer, Wissenschaftlicher Referent, του Κοινού Κέντρου Ερευνών Ευ-ρατόμ, Ispra, και από τον κ. Naezer, υπό την ιδιότητα του ως εμπειρογνώμονα, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους και απάντησαν στις ερωτήσεις που τους έθεσε το Δικαστήριο.
Η Επιτροπή παρατήρησε ότι ο κανονισμός 918/83 του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τη θέσπιση του κοινοτικού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών (ΕΕ L 105, σ. 1) περιλαμβάνει ειδική διάταξη, μεε την οποία παρέχεται τελωνειακή ατέλεια για την υπό ορισμένους όρους εισαγωγή των βιολογικών ή χημικών ουσιών, εφόσον περιλαμβάνονται σε κατάλογο που θεσπίζεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 143, παράγραφοι 2 και 3, του εν λόγω κανονισμού. Πρόκειται για νέα διάταξη που δεν απαιτούνταν από τη συμφωνία της Φλωρεντίας.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με διάταξη της 20ής Οκτωβρίου 1982, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Δεκεμβρίου 1982, το Finanzgericht του Ντύσσελντορφ υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3 του κανονισμού 1798/75 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουλίου 1975, περί της ατελούς, ως προς τους δασμούς του κοινού δασμολογίου, εισαγωγής αντικειμένων εκπαιδευτικού, επιστημονικού ή μορφωτικού χαρακτήρα (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/002, σ. 87), ο οποίος θεσπίστηκε κατ' εφαρμογή της Συμφωνίας της Φλωρεντίας, Recueil des traités des Nations unies, τόμος 1311952 n° 1734, σσ. 26 επ.).
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο προσφυγής που άσκησε το πανεπιστήμιο της Έσσης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου επιδιώκοντας την ακύρωση της απόφασης του Hauptzollamt του Ντύσσελντορφ, το οποίο αρνήθηκε να χορηγήσει δασμολογική ατέλεια εισαγωγής πλαστικών ράβδων που έφεραν την ονομασία «υλικό εξομοιώσεως Α-150» — προέλευσης Ηνωμένων Πολιτειών και με προορισμό τη χρησιμοποίηση τους από το πανεπιστήμιο προς απομίμηση του ανθρώπινου μυϊκού ιστού, ώστε να καταστεί δυνατή η μέτρηση των επιπτώσεων των ακτινοβολιών στον ανθρώπινο οργανισμό — με την αιτιολογία ότι δεν επρόκειτο για επιστημονικό όργανο ή συσκευή υπό την έννοια του προαναφερθέντος κανονισμού 1798/75.
3
Το προσφεύγον στην κύρια δίκη υποστήριξε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ότι το επίδικο υλικό έπρεπε να θεωρηθεί ως «επιστημονικό όργανο ή συσκευή» υπό την έννοια του προαναφερθέντος κανονισμού, δεδομένου ότι δεν συνιστά το αντικείμενο, αλλά το μέσο για τη διεξαγωγή ερευνών, χρησιμοποιούμενο για τα δοσίμετρα νετρονίων στους τομείς της βιολογίας και της ιατρικής μόνο με τη χρησιμοποίηση του καθίσταται δυνατή η εκτίμηση και σύγκριση διεθνώς των αποτελεσμάτων των διενεργούμενων ερευνών.
4
Επειδή το Hauptzollamt απέκρουσε τον ισχυρισμό αυτό, το Finanzgericht του Ντύσσελντορφ υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Πρέπει ο όρος επιστημονικό όργανο, που αναφέρεται στον κανονισμό ΕΟΚ 1798/75 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουλίου 1975, να ερμηνευτεί υπό ευρύτερη έννοια, ώστε να καλύπτει και τα βοηθητικά επιστημονικά μέσα, καθώς και τα μέσα για την εκτέλεση επιστημονικών εργασιών, όπως πχ. το υλικό εξομοιώσεως Α-150, το οποίο αποτελείται από πλαστικές ράβδους και προορίζεται για την έρευνα στον τομέα των ακτινοβολιών;»
5
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, το επίδικο υλικό χαρακτηρίζεται από σύνθεση, η οποία είναι αποτέλεσμα των πορισμάτων της επιστημονικής έρευνας και το οποίο κατασκευάζεται από μία μόνο επιχείρηση που βρίσκεται εκτός της Κοινότητας. Χάρη στη σύνθεση του προκαλεί, όταν εκτίθεται σε ακτινοβολία, αντιδράσεις παρόμοιες με εκείνες του ανθρώπινου ιστού. Για το λόγο αυτό και στο πλαίσιο των επιστημονικών ερευνητικών προγραμμάτων που πραγματοποιούνται προς όφελος της ανθρώπινης υγείας χρησιμοποιείται ως μέσο για τη μέτρηση των επιπτώσεων των ακτινοβολιών νετρονίου επί του ανθρώπινου ιστού.
6
Η χρησιμοποίηση του εν λόγω υλικού διευκολύνει επίσης την εκτίμηση και σύγκριση διεθνώς των αποτελεσμάτων των επιστημονικών ερευνητικών προγραμμάτων στον τομέα της δοσιμετρίας των νετρονίων.
7
Επομένως, το υποβληθέν ερώτημα αφορά το αν ο όρος επιστημονικό όργανο που αναφέρεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 1798/75 πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει και υλικά, όπως αυτό που αποκαλείται «υλικό εξομοιώσεως Α-150», το οποίο συνίσταται από πλαστικές ράβδους και προορίζεται για την έρευνα στον τομέα των ακτινοβολιών, εφόσον το υλικό αυτό επιτελεί βασική λειτουργία ως απαραίτητο μέσο για τη συναγωγή μακροπρόθεσμα ορισμένων αποτελεσμάτων επιστημονικής έρευνας.
8
Πρέπει να γίνει δεκτό ότι ούτε η συμφωνία της Φλωρεντίας, ούτε ο κανονισμός 1798/75 περιέχουν ορισμό του «επιστημονικού οργάνου» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού. Πρέπει, συνεπώς, ο ορισμός αυτός να αναζητηθεί στο σκοπό αυτής της διατάξεως, όπως προκύπτει από το σύνολο των διατάξεων και των αιτιολογικών σκέψεων του κανονισμού 1798/75.
9
Δεδομένου ότι, σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική σκέψη αυτού του κανονισμού, η δασμολογική ατέλεια παρέχεται για αντικείμενα εκπαιδευτικού, επιστημονικού ή μορφωτικού χαρακτήρα «κατά το δυνατόν», ο όρος «επιστημονικό όργανο» υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1798/75 δεν επιδέχεται συσταλτική ερμηνεία.
10
Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από το κείμενο του προοιμίου της Συμφωνίας της Φλωρεντίας που στηρίζεται στην προϋπόθεση «ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των ιδεών και των γνώσεων και γενικά η κατά το δυνατό ευρύτερη διάδοση των διαφόρων μορφών έκφρασης των πολιτισμών αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις τόσο για την πνευματική πρόοδο όσο και για τη διεθνή κατανόηση» και «ότι ο ανταλλαγές αυτές πραγματοποιούνται ουσιαστικά με βιβλία, δημοσιεύσεις και αντικείμενα εκπαιδευτικού, επιστημονικού ή μορφωτικού χαρακτήρα».
11
Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν είναι δυνατό να συναχθεί κανένα επιχείρημα για συσταλτική ερμηνεία, από το γεγονός ότι το άρθρο 2 του κανονισμού 1798/75 αναφέρει γενικώς τα «αντικείμενα» επιστημονικού χαρακτήρα, τα οποία επαναλαμβάνονται στο παράρτημα II, ενώ το άρθρο 3, παράγραφος 1, αφορά «τα επιστημονικά όργανα και συσκευές» που δεν εμπίπτουν στο άρθρο 2.
12
Πράγματι, το άρθρο 3 περιλαμβάνει δύο πρόσθετα κριτήρια, τα οποία επιτρέπουν τον, κατά τρόπο επαρκώς ακριβή, προσδιορισμό του όρου επιστημονικό όργανο, για το οποίο χορηγείται δασμολογική ατέλεια, δηλαδή το κριτήριο του αποκλειστικού προορισμού οργάνου για την επιστημονική έρευνα και τη διδασκαλία και το κριτήριο ότι το όργανο δεν κατασκευάζεται επί του παρόντος στην Κοινότητα. Ενόψει της διπλής αυτής προϋπόθεσης για τη χορήγηση της ατέλειας, δεν είναι σκόπιμο να ερμηνευτεί η επίμαχη έννοια κατά τρόπο αντίθετο προς το σκοπό του κανονισμού 1798/75, όπως εκτέθηκε παραπάνω.
13
Επιπλέον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 3 του κανονισμού 1798/75 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1027/79 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 223) και ότι υπό τη νέα του διατύπωση το άρθρο 3, παράγραφος 3, καθορίζει κατά γενικό τρόπο την έννοια του επιστημονικού οργάνου ή συσκευής, ακολουθώντας εν μέρει το παράδειγμα του Δικαστηρίου στην απόφαση του της 2ας Φεβρουαρίου 1978 (Universiteitskliniek Utrecht, υπόθεση 72/77, Sig. 1978, σ. 189).
14
Το κείμενο αυτό βέβαια, δεν εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στην κύρια δίκη συνέβησαν πριν από την τροποποίηση του κανονισμού 1798/75, αλλ' ούτε αυτό μπορεί να δικαιολογήσει συσταλτική ερμηνεία.
15
Επίσης ούτε η προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου αποτελεί εμπόδιο για τόσο ευρεία ερμηνεία του όρου επιστημονικό όργανο, ώστε να περιλαμβάνει υλικά κατασκευασμένα με βάση τα επιστημονικά πορίσματα και τα οποία χρησιμεύουν όχι τόσο ως αντικείμενο, αλλά ως μέσο της επιστημονικής έρευνας. Αυτό ισχύει, εν πάση περιπτώσει, για υλικά, όπως τα εν προκειμένω, που δεν είναι δυνατό να αντικατασταθούν εύκολα και που κατά συνέπεια εξυπηρετούν μακροπρόθεσμα την επιστημονική έρευνα.
16
Οι παραπάνω διαπιστώσεις αρκούν για να δοθεί απάντηση στο εθνικό δικαστήριο, χωρίς να απαιτείται να δοθεί με την ευκαιρία αυτή πλήρης ορισμός της έννοιας του επιστημονικού οργάνου.
17
Τέλος, όσον αφορά την άποψη της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία οι χημικές ουσίες δεν μπορούν να υπάγονται στην έννοια του επιστημονικού οργάνου, πρέπει να σημειωθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για οποιαδήποτε χημική ουσία, αλλά για υλικό που χρησιμοποιείται ως μέσο σε συγκεκριμένο επιστημονικό πλαίσιο. Για τον ίδιο λόγο δεν πρέπει περαιτέρω να ληφθεί υπόψη το επιχείρημα της Επιτροπής, σύμφωνα με το οποίο για πρώτη φορά αναφέρονται οι χημικές ουσίες στην πρόσφατη τροποποίηση του κανονισμού 1798/75, και συγκεκριμένα στο άρθρο 60 του κανονισμού 918/83 του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983 (ΕΕ L 105, σ. 1).
18
Επομένως, στο ερώτημα του Finanzgericht του Ντύσσελντορφ προσήκει η απάντηση ότι ο όρος επιστημονικό όργανο, που αναφέρεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 1798/75, πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι μπορεί να περιλαμβάνει επίσης υλικό, όπως αυτό που αποκαλείται «υλικό εξομοιώσεως Α-150», συνίσταται σε πλαστικές ράβδους και προορίζεται για την έρευνα στον τομέα των ακτινοβολιών, εφόσον το υλικό αυτό επιτελεί βασική λειτουργία ως απαραίτητο μέσο για την επίτευξη μακροπρόθεσμα ορισμένων αποτελεσμάτων επιστημονικής έρευνας.
Επί των δικαστικών εξόδων
19
Τα έξοδα, στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει έναντι των διαδίκων της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 20ής Οκτωβρίου 1982 το Finanzgericht του Ντύσσελντορφ αποφαίνεται:
Ο όρος επιστημονικό όργανο, αναφέρεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 1798/75, πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι μπορεί να περιλαμβάνει επίσης υλικό, όπως αυτό που αποκαλείται «υλικό εξομοιώσεως Α-150», συνίσταται σε πλαστικές ράβδους και προορίζεται για την έρευνα στον τομέα των ακτινοβολιών, εφόσον το υλικό αυτό επιτελεί βασική λειτουργία ως απαραίτητο μέσο για την επίτευξη μακροπρόθεσμα ορισμένων αποτελεσμάτων επιστημονικής έρευνας.
Bahlmann
Pescatore
Due
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο, στις 10 Νοεμβρίου 1983.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του δεύτερου τμήματος
Κ. Bahlmann
Full & Egal Universal Law Academy