Στην υπόθεση 313/82,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Burgerlijke Rechtbank van Eerste Aanleg (Πρωτοδικείο) του Hasselt προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στα πλαίσια της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
NV Tiel-Utrecht Schadeverzekering, με έδρα την Ουτρέχτη,
και
Gemeenschappelijk Motorwaarborgfonds, με έδρα τις Βρυξέλλες,
η έκδοση προδικαστικής απόφασης ως προς την ερμηνεία του άρθρου 93 του κανονισμού 1408/71/ΕΟΚ της 14ης Ιουνίου 1971 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73) περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, G. Bosco και Α. O'Keeffe, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Ρ. VerLoren van Themaat
γραμματέας: Ρ. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Σε αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη στο Hamont-Achel (Βέλγιο) στις 20 Αυγούστου 1977, η ολλανδή υπήκοος Van Horne, σύζυγος Kėnis, κάτοικος Budei (Κάτω Χώρες), υπέστη τραυματισμούς. Δυνάμει μιας συμβάσεως ασφαλίσεως υγείας, εισέπραξε από την ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία NV Tiel-Utrecht Schadeverzekering αποζημίωση 94069 βελγικών φράγκων ως νοσηλεία.
Για το εν λόγω ατύχημα ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά της Elisabeth Lammers που οδηγούσε ένα από τα αυτοκίνητα που είχαν σχέση με το δυστύχημα. Το Hof van beroep (Εφετείο), όμως, της Αμβέρσας, με απόφαση του 16ης Φεβρουαρίου 1979, η οποία έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, αθώωσε την κατηγορουμένη, κρίνοντας ότι αληθής υπαίτιος του ατυχήματος ήταν κάποιος τρίτος αυτοκινητιστής που παραμένει άγνωστος.
2.
Κατά το βελγικό νόμο της 1ης Ιουλίου 1956 περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα οχήματα (Belgisch Staatsblad της 15. 7. 1956), ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο του αναφερθέντος ατυχήματος, υποκαθίσταται κοινό Ταμείο εγγυήσεως στις υποχρεώσεις αυτού που ευθύνεται για αποζημίωση λόγω σωματικών βλαβών που προκλήθηκαν στο Βέλγιο από αυτοκίνητα οχήματα που υπόκεινται σε υποχρέωση ασφαλίσεως, όταν οι ζημίες αυτές προκλήθηκαν από τη χρήση ενός αυτοκινήτου οχήματος που είτε δεν διαπιστώθηκε η ταυτότητα του, είτε ήταν κλεμμένο, είτε δεν ήταν ασφαλισμένο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου. Γι' αυτόν το σκοπό, το άρθρο 15 του ίδιου νόμου προβλέπει την υποχρεωτική συμμετοχή όλων των ασφαλιστών σε ένα κοινό Ταμείο εγγυήσεως αναγνωρισμένο από το βασιλιά. Κατ' εφαρμογή αυτών των διατάξεων δημιουργήθηκε το Gemeenschappelijk Motorwaarborgfonds [Κοινό Ταμείο Εγγυήσεως Αυτοκινήτων], υπό τη μορφή ενώσεως αλληλασφαλίσεως, και αναγνωρίσθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 31ης Ιανουαρίου 1957 (Belgisch Staatsblad της 10. 1. 1957).
3.
Επειδή το εν λόγω ατύχημα προκλήθηκε από ένα αυτοκίνητο όχημα, του οποίου η ταυτότητα δεν διαπιστώθηκε και εφ' όσον έτσι είχε πληρωθεί ο ένας από τους όρους για την παρέμβαση του Κοινού Ταμείου, ο ολλανδός ασφαλιστής της Van Horne το ενήγαγε ενώπιον του Πρωτοδικείου του Hasselt ζητώντας την απόδοση του ποσού που κατέβαλε στο θύμα του ατυχήματος ως νοσηλεία. Σχετικά, η NV Tiel-Utrecht Schadeverzekering επικαλέσθηκε κατά πρώτο λόγο το άρθρο 70, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο, του βελγικού νόμου της 9ης Αυγούστου 1963 που θέσπισε και οργάνωσε το σύστημα της υποχρεωτικής ασφαλίσεως κατά ασθενείας και αναπηρίας και που έχει ως εξής:
«Για να του αποδοθούν οι παροχές που κατέβαλε, ο ασφαλιστικός οργανισμός έχει ίδιο δικαίωμα να στραφεί κατά του Κοινού Ταμείου Εγγυήσεως Αυτοκινήτων που προβλέπεται στο άρθρο 15 του νόμου της 1ης Ιουλίου 1956 ... όταν το ατύχημα για το οποίο καταβλήθηκαν οι παροχές προκλήθηκε από τη χρήση οχήματος του οποίου δεν διαπιστώθηκε η ταυτότητα ή ήταν κλεμμένο ή η αστική του ευθύνη δεν καλύπτεται από ασφάλιση σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου της 1ης Ιουλίου 1956».
Κατά δεύτερο λόγο, η ενάγουσα επικαλέσθηκε το άρθρο 93 του κανονισμού 1408/71/ΕΟΚ που ορίζει στην παράγραφο 1:
«Αν δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους χορηγούνται παροχές για ζημία προκληθείσα από περιστατικά που συνέβησαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τα τυχόν δικαιώματα του οφειλέτη φορέα έναντι του τρίτου, ο οποίος υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας, ρυθμίζονται κατά τον ακόλουθο τρόπο:
α)
όταν ο φορέας οφειλέτης υποκαθιστά σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμότεται απ' αυτόν τον δικαιούχο στα δικαιώματα, τα οποία αυτός έχει έναντι του τρίτου, η υποκατάσταση αυτή αναγνωρίζεται από κάθε κράτος μέλος.
6)
όταν ο φορέας οφειλέτης έχει άμεσο δικαίωμα έναντι του τρίτου, κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτό.»
4.
Το Κοινό Ταμείο, εναγόμενο στην κυρία δίκη, αμφισβήτησε το δικαίωμα της ολλανδικής ασφαλιστικής εταιρείας να στηριχτεί στο άρθρο 70 του βελγικού νόμου της 9ης Αυγούστου 1963, υποστηρίζοντας ότι ως «ασφαλιστικούς οργανισμούς» αυτός ο νόμος εννοεί μόνο τους βελγικούς φορείς που έχουν αναγνωριστεί με βελγικό βασιλικό διάταγμα και όχι, κατά συνέπεια, μια ιδιωτική ολλανδική εταιρεία ασφαλίσεως κατά ασθενείας που κατέβαλε τα επίδικα νοσηλεία δυνάμει συμβάσεως. Θεωρεί επίσης ότι οι διατάξεις του άρθρου 93 του κανονισμού 1408/71 δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω, επειδή στη Van Horne δεν χορηγήθηκαν παροχές «δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους», αφού η υποχρέωση πληρωμής που είχε ο ολλανδός ασφαλιστής απέρρεε από σύμβαση.
5.
Το Πρωτοδικείο του Hasselt αναφέρει στην παραπεμπτική του απόφαση ότι, εφόσον το άρθρο 93 του κανονισμού 1408/71 αναφέρεται στα δικαιώματα των οφειλετών «φορέων» έναντι τρίτων υπευθύνων, ο όρος «φορέας» πρέπει να ληφθεί υπό την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ιδ, αυτού του κανονισμού, δηλαδή υπό την έννοια ότι με τον όρο αυτό νοείται, για κάθε κράτος μέλος, «ο οργανισμός ή η αρχή που επιφορτίζεται με την εφαρμογή του συνόλου ή μέρους της νομοθεσίας». Το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι η ενάγουσα έχει καταφανώς αυτή την ιδιότητα και νομιμοποιείται, κατά συνέπεια, υπ' αυτό το πρίσμα, σύμφωνα με το ολλανδικό δίκαιο, να αξιώσει την εν λόγω απόδοση. Αμφιβολίες όμως προκύπτουν όσον αφορά το ζήτημα του κατά πόσον η ενάγουσα πληροί τις προϋποθέσεις νομιμοποιήσεως που ορίζει ο βελγικός νόμος για να μπορέσει να εγείρει αξίωση αποδόσεως κατά του Κοινού Ταμείου. Πράγματι, δεδομένου ότι, κατά το νόμο της 9ης Αυγούστου 1963, το δικαίωμα αναζητήσεως των δαπανών αναγνωρίζεται στον «ασφαλιστικό οργανισμό» και ότι περαιτέρω ως ασφαλιστικός οργανισμός ορίζεται «κάθε αναγνωρισμένη εθνική ένωση και το Hulpkas voor ziekte — en invaliditeitsverzekering (Επικουρικό Ταμείο Ασφαλίσεως Ασθενείας-Αναπηρίας)», δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο ότι η ενάγουσα εμπίπτει σ' αυτές τις κατηγορίες.
Εξάλλου, δεδομένου ότι το άρθρο 93 του κανονισμού 1408/71 αναφέρεται στο κείμενο του, καθώς και στην επικεφαλίδα του, σε «τρίτους υπευθύνους» ή σε «τρίτους που υποχρεούνται σε αποκατάσταση της ζημίας», τίθεται το ερώτημα αν αυτοί οι όροι εννοούν αποκλειστικά το πρόσωπο που υποχρεούται σε αποζημίωση, επειδή προκάλεσε το ίδιο τις ζημίες, ή αν εννοούν επίσης και έναν οργανισμό — όπως εν προκειμένω το Κοινό Ταμείο — που δημιουργήθηκε ακριβώς με σκοπό να αποκαθιστά ζημίες που με κανένα τρόπο δεν έχει προκαλέσει το ίδιο.
Το Πρωτοδικείο του Hasselt, συνεπώς, με απόφαση του της 25ης Νοεμβρίου 1982, ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1.
Οι “φορείς” που αναφέρονται στο άρθρο 93 (του κανονισμού 1408/71) πρέπει να ερμηνευθούν, ανεξάρτητα από το αν θα θεωρηθούν ως “εθνικές ενώσεις” ή “επικουρικό ταμείο” κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο d, του βελγικού νόμου της 9ης Αυγούστου 1963, ως περιλαμβανόμενοι στους “ασφαλιστικούς οργανισμούς” κατά την έννοια του άρθρου 70, τελευταίο εδάφιο, του εν λόγω βελγικού νόμου της 9ης Αυγούστου 1963 ;
2.
Οι όροι “τρίτος υπεύ9υνος” και “τρίτος, ο οποίος υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας”, που αναφέρονται στο άρθρο 93 του κανονισμού, πρέπει να ερμηνευθούν ως αφορώντες τα πρόσωπα που ευθύνονται για ζημία και υποχρεούνται σε αποζημίωση, κατά την έννοια του άρθρου 1382 επ. του βελγικού αστικού κώδικα, ή πρέπει, αντίθετα, να ερμηνευθούν ευρύτερα, υπό την έννοια οιουδήποτε ή κάθε άλλου δυνατού δικαιώματος αναζητήσεως;»
6.
Η παραπεμπτική απόφαση πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Δεκεμβρίου 1982.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, κατάθεσαν γραπτές παρατηρήσεις το Gemeenschappelijk Motorwaarborgfonds, εναγόμενο στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενο από τον Ludovic De Gryse, δικηγόρο στο Hof van Cassatie (Ακυρωτικό) του Βελγίου, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Manfred Beschel, μέλος της νομικής της υπηρεσίας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Ζήτησε, όμως, από τους διαδίκους να απαντήσουν γραπτά σε ορισμένα ερωτήματα πριν τη συνεδρίαση.
Με διάταξη της 8ης Ιουνίου 1983 που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο ανάθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο πρώτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
Το Gemeenschappelijk Motorwaarborgfonds παρατηρεί προκαταρκτικά ότι, όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 177, στοιχείο β, της Συνθήκης ΕΟΚ, είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί «της ερμηνείας των πράξεων των οργάνων της Κοινότητος», ενώ αντίθετα η ερμηνεία του εθνικού δικαίου των κρατών μελών ανήκει στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων. Το πρώτο ερώτημα, λοιπόν, που υποβλήθηκε από το Πρωτοδικείο του Hasselt δεν αναφέρεται στην ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, αλλά του βελγικού δικαίου και συγκεκριμένα των άρθρων 2, στοιχεία δ, και 70 παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο, του νόμου της 9ης Αυγούστου 1963 που θεσπίζει και οργανώνει το καθεστώς υποχρεωτικής ασφαλίσεως κατά ασθενείας και αναπηρίας.
Πράγματι, το ερώτημα, με τη μορφή που διατυπώθηκε, αποσκοπεί στο να εξακριβωθεί αν η ενάγουσα συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις νομιμοποιήσεως, που ορίζει ο βελγικός νόμος, ώστε να μπορέσει να στραφεί κατά του Κοινού Ταμείου για την απόδοση των δαπανών. Δεδομένου ότι ο ως άνω νόμος αναγνωρίζει ίδιο δικαίωμα προς αναζήτηση των δαπανών στους ασφαλιστικούς οργανισμούς, το πρόβλημα που πρέπει να λυθεί είναι το κατά πόσον η ενάγουσα θα πρέπει να θεωρηθεί ως «ασφαλιστικός οργανισμός» κατά την έννοια του ανωτέρω νόμου. Είναι αλήθεια ότι στο κείμενο του ερωτήματος γίνεται μνεία του κανονισμού 1408/71. Αυτό όμως γίνεται απλώς για να εξακριβωθεί κατά πόσον ένας οργανισμός ή αρχή που μπορεί να θεωρηθεί ως «φορέας» κατά την έννοια του άρθρου 93 αυτού του κανονισμού θα πρέπει επίσης και αυτομάτως να θεωρηθεί και ως «ασφαλιστικός οργανισμός» κατά την έννοια του άρθρου 70 του βελγικού νόμου της 9ης Αυγούστου 1963. Το ερώτημα, λοιπόν, εν πάση περιπτώσει καταλήγει σε πρόβλημα ερμηνείας εθνικού δικαίου και κατά συνέπεια το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να αποφανθεί.
Επικουρικώς, για την περίπτωση, κατά την οποία γίνει δεκτό ότι το προδικαστικό ερώτημα μπορεί παρ' όλα αυτά να θεωρηθεί ότι αφορά την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Κοινό Ταμείο τονίζει ότι το άρθρο 93 του κανονισμού 1408/71 — όπως αρκιβώς και το άρθρο 52 του προϊσχύσαντος κανονισμού που ρύθμιζε το θέμα (κανονισμός 3 του Συμβουλίου της 25. 9. 1958 περί της κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων, JO 1958, σ. 561) — για να δώσει απάντηση στο ζήτημα κατά πόσον ο φορέας που οφείλει την παροχή μπορεί να υποκατασταθεί στα δικαιώματα του θύματος του ατυχήματος στο κράτος μέλος, στο οποίο προκλήθηκε η ζημία, ή νομιμοποιείται να ασκήσει «άμεσο δικαίωμα», περιορίζεται στο να παραπέμψει στην εθνική νομοθεσία του φορέα. Το άρθρο 23, μάλιστα, κατά τίποτε δεν μεταβάλλει τους κανόνες περί εξωσυμβατικής ευθύνης που εξακολουθεί να ρυθμίζεται αποκλειστικά από το εθνικό δίκαιο.
Οι διατάξεις, λοιπόν, που ρυθμίζουν την προσφυγή των θυμάτων αυτοκινητικών ατυχημάτων κατά του Κοινού Ταμείου Εγγυήσεως, σε περίπτωση που ο υπαίτιος που ατυχήματος παραμένει άγνωστος, στο μέτρο που προβλέπουν την υποκατάσταση της υποχρεώσεως αυτού του οργανισμού στην υποχρέωση του υπαίτιου της ζημίας, επιφέρουν σημαντική παρέκκλιση από τους κοινούς κανόνες της συμβατικής ευθύνης, αλλά ταυτόχρονα αποτελούν μέρος της νομικής ρυθμίσεως της ευθύνης αυτής, την οποία το άρθρο 93 του κανονισμού 1408/71 έχει αφήσει ανέπαφη. Το κοινοτικό δίκαιο, συνεπώς, δεν εισάγει καμιά παρέκκλιση από τους κανόνες του εθνικού δικαίου — εν προκειμένω του βελγικού — που ορίζουν τις προϋποθέσεις και τις περιπτώσεις κατά τις οποίες το Ταμείο Εγγυήσεως υποκαθίσταται στη θέση του υπευθύνου της ζημίας ως προς την υποχρέωση αποκαταστάσεως της. Σ' αυτούς τους εθνικούς κανόνες περιλαμβάνεται, ιδίως, το άρθρο 70 του βελγικού νόμου της 9ης Αυγούστου 1963, που νομιμοποιεί κατά του Κοινού Ταμείου αποκλειστικά τον «ασφαλιστικό οργανισμό», ο οποίος, εξάλλου, προσδιορίζεται μόνο βάσει του άρθρου 2, στοιχείο d, του ίδιου νόμου που αναφέρει τις «αναγνωρισμένες εθνικές ενώσεις», καθώς και το Επικουρικό Ταμείο Ασφαλίσεως κατά Ασθενείας-Αναπηρίας. Εφόσον αναγνωρισμένες εθνικές ενώσεις είναι, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ίδιου νόμου, μόνο εκείνες που αναγνωρίζονται κατ' εφαρμογή του βασιλικού διατάγματος της 22ας Σεπτεμβρίου 1955, το δικαίωμα αναζητήσεως των δαπανών ανήκει μόνο στους ασφαλιστικούς οργανισμούς που είναι αναγνωρισμένοι σύμφωνα με τη βεγλική νομοθεσία. Κατά συνέπεια, αυτό το δικαίωμα δεν μπορεί να χορηγηθεί σε ένα ιδιωτικό ολλανδό ασφαλιστή, όπως είναι η ενάγουσα στην κύρια δίκη.
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, το Κοινό Ταμείο υπογραμμίζει ότι το άρθρο 93 του κανονισμού 1408/71 επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες, δεδομένου ότι η επικεφαλίδα του άρθρου αναφέρεται στα δικαιώματα των φορέων έναντι τρίτων «υπευθύνων», ενώ στο κείμενο του άρθρου γίνεται λόγος για δικαιώματα έναντι τρίτων «που υποχρεούνται σε αποκατάσταση ζημίας». Άλλωστε, εφόσον οι κανόνες που ρυθμίζουν την παρέμβαση του Κοινού Ταμείου υπάγονται στην νομική ρύθμιση της εξωσυμβατικής ευθύνης, που εξακολουθεί να διέπεται αποκλειστικά από το εθνικό δίκαιο, αυτό το ζήτημα μπορεί να κριθεί μόνο υπό το φως αυτού του δικαίου.
Το Κοινό Ταμείο θεωρεί, λοιπόν, ότι στο μέτρο που το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να απαντήσει στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν από τον παραπέμποντα δικαστή, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι κανένα στοιχείο δεν μπορεί να συναχθεί από το κοινοτικό δίκαιο, όσον αφορά το ζήτημα του κατά πόσον ένας ασφαλιστής «υγείας» ενός κράτους μέλους, που κατέβαλε αποζημίωση για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη σε άλλο κράτος μέλος, μπορεί να ασκήσει σ' αυτό το τελευταίο κράτος μέλος αξίωση αποζημιώσεως κατά ενός Ταμείου Εγγυήσεως, το οποίο κατά τη νομοθεσία αυτού του κράτους υποκαθίσταται στις υποχρεώσεις του τρίτου, υπαιτίου του ατυχήματος που παραμένει άγνωστος.
Η Επιτροπή επίσης διατυπώνει αμφιβολίες, κατά πόσο είναι σχετικά, εν προκειμένω, τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν από τον παραπέμποντα δικαστή, αν και για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που προβάλλονται από το Κοινό Ταμείο.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, το άρθρο 93 του κανονισμού 1408/71 εμπεριέχει κανόνα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, κατά το ότι προβλέπει ότι η αξίωση παροχής εννόμου προστασίας που προβλέπεται από τη νομοθεσία, την οποία εφαρμόζει ο ενδιαφερόμενος φορέας, είτε με τη μορφή υποκαταστάσεως, είτε με τη μορφή άμεσης αξιώσεως, αναγνωρίζεται σε όλα τα κράτη μέλη. Το εν λόγω άρθρο, συνεπώς, δεν εφαρμόζεται όταν δεν τίθεται θέμα αναγνωρίσεως, όπως εν προκειμένω, εφόσον ο δικαστής εφαρμόζει στα πλαίσια της αγωγής το εθνικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, θα ετίθετο θέμα ερμηνείας του άρθρου 93 μόνο αν η άσκηση αγωγής ενέπιπτε στο καθ' ύλην και στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 και αν η άσκηση αγωγής διεπόταν όχι από τη βελγική, αλλά από την ολλανδική νομοθεσία.
Όσον αφορά, όμως, το προσωπικό πεδίο εφαρμογής, η παραπεμπτική απόφαση καθόλου δεν διευκρινίζει αν το θύμα του ατυχήματος υπαγόταν κατά το χρόνο του περιστατικού, στην κατηγορία των προσώπων, ως προς τα οποία εφαρμόζεται ο κανονισμός 1408/71, δηλαδή στους μισθωτούς και τα μέλη της οικογενείας τους.
Όσον αφορά το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού, πρέπει να τονισθεί ότι ο κανονισμός αυτός, σύμφωνα με το άρθρο του 4, παράγραφος 1, εφαρμόζεται ως προς όλες τις «νομοθεσίες» που αφορούν κλάδους της κοινωνικής ασφαλίσεως, ιδίως δε τις παροχές λόγω ασθενείας. Πράγματι, το άρθρο 93 αναφέρεται στα πρόσωπα που λαμβάνουν παροχές «δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους». Κατά το άρθρο 1, στοιχείο ι, όμως, του κανονισμού 1408/71, ο όρος «νομοθεσία» αποκλείει τις υφιστάμενες ή μελλοντικές συμβατικές διατάξεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές αποτέλεσαν αντικείμενο αποφάσεων των δημοσίων αρχών που τις καθιστούν υποχρεωτικές ή που επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής τους. Κατά συνέπεια, η καταβολή νοσηλειών από την ενάγουσα στην κύρια δίκη βάσει συμβάσεως δεν εμπίπτει στο πλαίσιο ρυθμίσεως του εν λόγω κανονισμού, εφόσον η παρέμβαση ιδιωτικού ασφαλιστή είναι δυνατή, σύμφωνα με την ολλανδική νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως, μόνο σε μια πολύ ειδική περίπτωση, άσχετη με την προκειμένη.
Η Επιτροπή θεωρεί, συνεπώς, ότι η υπόθεση βρίσκεται εκτός του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 και ότι ως εκ τούτου τα ερωτήματα περί ερμηνείας του άρθρου 93 είναι άνευ αντικειμένου.
Επικουρικώς και για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν δεχτεί τις προκαταρκτικές της παρατηρήσεις, η Επιτροπή αναφέρει ότι τόσο το Πρωτοδικείο του Hasselt όσο και οι διάδικοι στην κύρια δίκη εσφαλμένα ξεκίνησαν από την άποψη ότι η αγωγή της ενάγουσας στην κύρια δίκη έπρεπε να εκτιμηθεί υπό το φως του βελγικού νόμου, λαμβάνοντας ενδεχομένως υπόψη το άρθρο 93 του κανονισμού 1408/71. Πράγματι, τόσο η νομολογία όσο και η θεωρία στο Βέλγιο δέχονται ότι η εκ του νόμου υποκατάσταση του ασφαλιστή στα δικαιώματα του θύματος μιας παράνομης πράξεως είναι ανεξάρτητη από το νομικό πλαίσιο της παράνομης πράξεως Kat διέπεται από το δίκαιο που ρυθμίζει την καταβολή με την οποία συντελείται η υποκατάσταση. Κατά συνέπεια, στο Βέλγιο, η γένεση της υποκαταστάσεως διέπεται όχι από τη lex loci commissi delicti, που εφαρμόζεται ως προς την παράνομη πράξη και τις συνέπειες της, αλλά από το δίκαιο που διέπει τη θέση του υποκατάστατου, θέση που στηρίζεται στην αιτία της πληρωμής.
Αυτή η ίδια αρχή ισχύει, κατά το άρθρο 93 του κανονισμού 1408/71, και στο πεδίο εφαρμογής των κοινοτικών κανονισμών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Το Πρωτοδικείο θα έπρεπε, κατά συνέπεια, να κρίνει κατά πόσο ο ασφαλιστής, εφόσον κατέβαλε στο θύμα του ατυχήματος τις δαπάνες της νοσηλείας του, υποκαταστάθηκε, κατά το εφαρμοστέο στην ασφαλιστική σύμβαση δίκαιο, δηλαδή τον ολλανδικό νόμο στα δικαιώματα του ασφαλισμένου, ή αν με την καταβολή αυτή απέκτησε άμεσο δικαίωμα προσφυγής. Σχετικώς, συνάγεται ότι, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι το ζήτημα βρίσκεται εντός του πεδίου εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού, καλώς ετέθη το ερώτημα που αφορά την ερμηνεία του άρθρου 93.
Επί τη βάσει αυτών των προϋποθέσεων, η Επιτροπή τονίζει σχετικά με το πρώτο ερώτημα, ότι, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ιδ, του εν λόγω κανονισμού, ως «φορέας» νοείται, για κάθε κράτος μέλος, «ο οργανισμός ή η αρχή που επιφορτίζεται με την εφαρμογή του συνόλου ή μέρους της νομοθεσίας». Οι «ασφαλιστικοί οργανισμοί», λοιπόν, που αναφέρονται στα άρθρα 70, τελευταίο εδάφιο, και 2, του βελγικού νόμου της 9ης Αυγούστου 1963 αντιστοιχούν προς την έννοια του «φορέα» όπως ορίζεται από τον κοινοτικό κανονισμό. Μόνο, όμως, στο μέτρο που η ενάγουσα στην κύρια δίκη παρεμβαίνει ως οργανισμός που είναι επιφορτισμένος με την εφαρμογή του συνόλου ή μέρους της ολλανδικής νομοθεσίας σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, μπορεί να θεωρηθεί ως «φορέας» κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71.
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, η Επιτροπή θεωρεί ότι η απάντηση μπορεί να δοθεί μόνο μέσω ερμηνείας του άρθρου 93 που να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι αυτή η διάταξη αποτελεί κανόνα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, πράγμα το οποίο έχει κατ' επανάληψη δεχτεί το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο, μάλιστα, έχει κάνει μια διάκριση μεταξύ του προβλήματος του δικαίου που εφαρμόζεται στην υποκατάσταση, αφενός, και του προβλήματος του δικαίου που εφαρμόζεται στην άσκηση είτε του δικαιώματος εκ της υποκαταστάσεως είτε του αμέσου δικαιώματος, αφετέρου. Το κατά πόσον υπάρχει υποκατάσταση ή άμεσο δικαίωμα κρίνεται από τη νομοθεσία που εφαρμόζεται στο φορέα για τον οποίο πρόκειται, ενώ το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αγωγής κρίνεται από τους κανόνες του εθνικού δικαίου που ρυθμίζουν τη γένεση και τα όρια του δικαιώματος αποκαταστάσεως της ζημίας που παρέχεται στον παθόντα.
Συνεπώς, σύμφωνα με το εφαρμοστέο κατά τη lex fori δίκαιο, στα πλαίσια της αγωγής του παθόντος θα κριθεί κατά πόσον ο ασφαλιστής ασκώντας αγωγή βάσει άμεσου δικαιώματος ή εξ υποκαταστάσεως, όπως του επιτρέπει η εθνική του νομοθεσία, μπορεί να στραφεί μόνο κατά του τρίτου υπαιτίου ή και κατά τρίτων μη υπαιτίων, που υποχρεούνται, παρ' όλα αυτά, κατά το νόμο, να αποκαταστήσουν τη ζημία.
Στην προκειμένη περίπτωση, συνεπώς, η ενάγουσα στην κύρια δίκη μπορεί να στραφεί κατά του Κοινού Ταμείου μόνο αν το ολλανδικό δίκαιο της αναγνωρίζει εξ υποκαταστάσεως ή άμεσο δικαίωμα αγωγής και στο μέτρο που η lex loci commissi delicti, που ρυθμίζει τα της αγωγής του θύματος στο Βέλγιο, αναγνωρίζει πράγματι στον ασφαλισμένο δικαίωμα αγωγής κατά του Ταμείου.
Η Επιτροπή, συμπεραίνοντας, προτείνει να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα:
1.
Κατά το άρθρο 1, στοιχείο ιδ, του κανονισμού 1408/71 με τον όρο «φορέας», που αναφέρεται ιδιαίτερα στο άρθρο 93 του ίδιου κανονισμού, νοείται για κάθε κράτος μέλος ο οργανισμός ή η αρχή που είναι επιφορτισμένος με την εφαρμογή του συνόλου ή μέρους της νομοθεσίας. Μόνο στο μέτρο που η ενάγουσα στην κύρια δίκη ενεργεί υπό την ιδιότητα οργανισμού, επιφορτισμένου με την εφαρμογή του συνόλου ή μέρους της νομοθεσίας που ισχύει στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, μπορεί αυτή να θεωρηθεί ως «φορέας» κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71.
2.
Για την εφαρμογή του άρθρου 93 του κανονισμού 1408/71, το ζήτημα του κατά πόσον ο φορέας, ασκώντας αγωγή βάσει άμεσου ή εξ υποκαταστάσεως δικαιώματος, μπορεί να στραφεί μόνο κατά του υπαίτιου τρίτου ή αν μπορεί επίσης να ασκήσει αγωγή και κατά τρίτων μη υπαίτιων, που υποχρεούνται όμως σε αποζημίωση δυνάμει ειδικών νομικών διατάξεων, κρίνεται κατά το εφαρμοστέο κατά τη lex fori δίκαιο στα πλαίσια της ασκήσεως αγωγής από τον παθόντα.
III — Απαντήσεις των διαδίκων στα ερωτήματα που έδεσε το Δικαστήριο
Το Δικαστήριο κάλεσε την Επιτροπή να διευκρινίσει αν στην απάντηση που προτείνει για το δεύτερο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστή υπονοείται η προϋπόθεση ότι η εν λόγω lex fori (εν προκειμένω, ο περιορισμός του δικαιώματος αγωγής στους βελγικούς οργανισμούς) πρέπει να βρίσκεται σε αρμονία με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου και ιδίως με το άρθρο 7 της Συνθήκης.
Η Επιτροπή στην απάντηση της υποστήριξε ότι εν προκειμένω δεν τίθεται ζήτημα ενδεχόμενης συγκρούσεως μεταξύ της lex fori — δηλαδή του βελγικού νόμου — και του κοινοτικού δικαίου. Πράγματι, ο περιορισμός του δικαιώματος της αγοΓ/ής εξ υποκαταστάσεως μόνο στους βελγικούς φορείς, που προβλέπεται από το βελγικό δίκαιο, μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο στο μέτρο που η lex fori πράγματι ορίζει ότι το βελγικό δίκαιο είναι αυτό που εφαρμόζεται ως προς την αγωγή του παθόντος, πράγμα που πρέπει να κρίνει ο εθνικός δικαστής. Ακόμα και σε μια τέτοια περίπτωση, δεν έχει καμιά επίδραση, διότι το δίκαιο που ορίζεται κατ' αυτό τον τρόπο δεν ρυθμίζει το ζήτημα του κατά πόσον ο εν λόγω φορέας νομιμοποιείται να ασκήσει αγωγή εξ υποκαταστάσείος ή άμεση. Ο περιορισμός του δικαιώματος ασκήσεως εξ υποκαταστάσεως ή άμεσης αγωγής μόνο στους βελγικούς φορείς εξουδετερώνεται από τις διατάξεις του άρθρου 93 του κανονισμού 1408/71, το οποίο δεν προβλέπει δικαίωμα άμεσης ή εξ υποκαταστάσεως αγωγής.
Απαντώντας σε μια άλλη ερώτηση του Δικαστηρίου, η ασφαλιστική εταιρεία NV Tiel-Utreclit Schadeverzekering επιβεβαίωσε ότι η ασφάλιση της Van Horne στηρίζεται αποκλειστικά σε σύμβαση. Επισήμανε επίσης ότι η Van Horne δεν έχει την ιδιότητα του εργαζομένου ούτε και είναι μέλος της οικογενείας εργαζομένου κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71.
IV — Προφορική διαδικασία
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Manfred Besehet, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον F. Herbert, δικηγόρο Βρυξελλών, ανέπτυξε προφορικά τις παρατηρήσεις της.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 20ής Οκτωβρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1982, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, το Burgerlijke Rechtbank van Eerste Aanleg [Πρωτοδικείο] του Hasselt (Βέλγιο), υπέβαλε, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 93 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της ολλανδικής ασφαλιστικής εταιρείας NV Tiel-Utrecht Schadeverzekering και του Gemeenschappelijk Motorwaarborgfonds [βελγικού Κοινού Ταμείου Εγγυήσεως Αυτοκινήτων], συνεπεία αυτοκινητικού ατυχήματος που συνέβη στο Βέλγιο, θύμα του οποίου υπήρξε η Van Horne, ολλανδή υπήκοος και κάτοικος Κάτω Χωρών.
3
Κατόπιν ασκήσεως ποινικής διώξεως, διαπιστώθηκε ότι το εν λόγω ατύχημα είχε προκληθεί από τρίτο που παρέμεινε άγνωστος. Η εταιρεία Tiel-Utrecht, σε εκτέλεση σύμβασης ασφάλισης υγείας που είχε συνάψει με τη Van Horne, της κατέβαλε αποζημίωση 94069 βελγικών φράγκων BFR ως νοσηλεία, και άσκησε, ως εκ τούτου, στο Βέλγιο αγωγή περί αποδόσεως του ποσού αυτού κατά του Gemeenschappelijk Motorwaarborgfonds, επιφορτισμένου από το βελγικό νόμο να αποκαθιστά τις ζημίες που προκαλούνται από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων, άγνωστης ταυτότητας, κλεμμένων ή ανασφάλιστων.
4
Το Gemeenschappelijk Motorwaarborgfonds υποστήριξε ενώπιον του βελγικού δικαστηρίου ότι δεν υποχρεούται να αποδώσει το ποσό που κατέβαλε η εταιρεία Tiel-Utrecht στη Van Horne, δεδομένου ότι οι διατάξεις του βελγικού νόμου της 9ης Αυγούστου 1963 περί του συστήματος υποχρεωτικής ασφάλισης κατά ασθενείας και αναπηρίας, ιδίως το άρθρο 70, προβλέπουν αξίωση κατά του Ταμείου μόνο στους βελγικούς φορείς που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως.
5
Η εταιρεία Tiel-Utrecht, στηριζόμενη στο άρθρο 93 του κανονισμού 1408/71, υποστήριξε ότι πρέπει να θεωρηθεί ως «φορέας» κατά την έννοια του κανονισμού αυτού και να εξομοιωθεί, επομένως, κατ' αναλογία, προς τους βελγικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς.
6
Το Gemeenschappelijk Motorwaarborgfonds αντέτεινε ότι o αναφερόμενος κοινοτικός κανονισμός δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, αφού η σχέση μεταξύ της εταιρείας Tiel-Utrecht και της ασφαλισμένης είναι συμβατικής φύσης, και αρνήθηκε τη δυνατότητα «αναλογικής» εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας σε νομικό πρόσωπο του ολλανδικού δικαίου.
7
Υπ' αυτές τις περιστάσεις, το Πρωτοδικείο του Hasselt υπέβαλε στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«1.
Οι “φορείς” που αναφέρονται στο άρθρο 93 (του κανονισμού 1408/71) πρέπει να ερμηνευθούν, ανεξάρτητα από το αν θα Θεωρηθούν ως “εθνικές ενώσεις” ή “επικουρικό ταμείο” κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο d, του βελγικού νόμου της 9ης Αυγούστου 1963, ως περιλαμβανόμενοι στους “ασφαλιστικούς οργανισμούς” κατά την έννοια του άρθρου 70, τελευταίο εδάφιο, του εν λόγω βελγικού νόμου της 9ης Αυγούστου 1963;
2.
Οι όροι “τρίτος υπεύθυνος” και “τρίτος, ο οποίος υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας”, που αναφέρονται στο άρθρο 93 του κανονισμού, πρέπει να ερμηνευθούν ως αφορώντες τα πρόσωπα που ευθύνονται για ζημία και υποχρεούνται σε αποζημίωση κατά την έννοια του άρθρου 1382 επ. του βελγικού αστικού κώδικα ή πρέπει, αντίθετα, να ερμηνευθούν ευρύτερα, υπό την έννοια οιουδήποτε ή κάθε άλλου δυνατού δικαιώματος αναζητήσεως;»
8
Πρέπει να διευκρινιστεί ότι το άρθρο 15 του βελγικού νόμου της 1ης Ιουλίου 1956 περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα οχήματα προβλέπει την υποχρεωτική συμμετοχή όλων των ασφαλιστών σε ένα κοινό Ταμείο εγγυήσεως, το οποίο υποκαθίσταται στις υποχρεώσεις των υπαιτίων ορισμένων ατυχημάτων και ιδίως αποκαθιστά τις ζημίες λόγω σωματικών βλαβών που προκλήθηκαν από οχήματα άγνωστης ταυτότητας, κλεμμένων ή μη ασφαλισμένων σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου. Γι' αυτόν ακριβώς το σκοπό δημιουργήθηκε το Gemeenschappelijk Motorwaarborgfonds με τη μορφή ένωσης αλληλασφάλισης και εγκρίθηκε με βασιλικό διάταγμα της 31ης Ιανουαρίου 1957.
9
Εξάλλου, ο βελγικός νόμος της 9ης Αυγούστου 1963, που θέσπισε και οργάνωσε το σύστημα της υποχρεωτικής ασφάλισης κατά ασθενείας και αναπηρίας, ρύθμισε στο άρθρο 70 τις σχέσεις μεταξύ των επιφορτισμένων με την ασφάλιση ασθενείας-αναπηρίας οργανισμών και του Gemeenschappelijk Motorwaarborgfonds, ως προς τις δαπάνες, οι οποίες βαρύνουν τους ασφαλιστικούς οργανισμούς λόγω αυτοκινητικών ατυχημάτων που προκλήθηκαν από οχήματα άγνωστης ταυτότητας, κλεμμένα ή μη κανονικά ασφαλισμένα. Ο νόμος αυτός ορίζει ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, «για να του αποδοθούν οι παροχές που κατέβαλε, ο ασφαλιστικός οργανισμός έχει ίδιο δικαίωμα αναζήτησης κατά του Κοινού Ταμείου Εγγυήσεως Αυτοκινήτων που προβλέπεται στο άρθρο 15 του νόμου της 1ης Ιουλίου 1956». Το άρθρο 2, στοιχείο d, του ίδιου νόμου αναφέρει ως «ασφαλιστικούς οργανισμούς» το Hulpkas voor ziekte- en invaliditeitsverzekering [Επικουρικό Ταμείο Ασφαλίσεως Ασθενείας-Αναπηρίας], καθώς και τις «εθνικές εγκεκριμένες ενώσεις», δηλαδή αποκλειστικά βελγικούς φορείς.
10
Όσο για τον κανονισμό 1408/71, το άρθρο 93, που φέρει την επικεφαλίδα «Δικαίωμα των οφειλετών φορέων έναντι τρίτων υπευθύνων», ορίζει:
«Αν δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους χορηγούνται παροχές για ζημία προκληθείσα από περιστατικά που συνέβησαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τα τυχόν δικαιώματα του οφειλέτη φορέα έναντι του τρίτου, ο οποίος υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας, ρυθμίζονται κατά τον ακόλουθο τρόπο:
α)
όταν ο φορέας οφειλέτης υποκαθιστά, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται απ' αυτόν, τον δικαιούχο στα δικαιώματα, τα οποία αυτός έχει έναντι του τρίτου, η υποκατάσταση αυτή αναγνωρίζεται από κάθε κράτος μέλος
6)
όταν ο φορέας οφειλέτης έχει άμεσο δικαίωμα έναντι του τρίτου, κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτό.»
11
Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, ο κανονισμός 1408/71 δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, εφόσον από άποψη προσωπικού πεδίου εφαρμογής, αφενός, δεν προκύπτει καθόλου από τη δικογραφία ότι η Van Horne εμπίπτει στην κατηγορία των εργαζομένων που διακινούνται εντός της Κοινότητας ή των οικογενειών τους, από άποψη καθ' όλην πεδίου εφαρμογής, αφετέρου, η σχέση που υφίσταται μεταξύ Van Horne και εταιρείας Tiel-Utrecht φαίνεται να στηρίζεται σε σύμβαση ιδιωτικού δικαίου και όχι στην εφαρμογή νομοθεσίας σχετικής με την υποχρεωτική ασφάλιση κατά ασθενείας και αναπηρίας.
Επί του πρώτου ερωτήματος
12
Δεδομένου ότι το πρώτο ερώτημα, όπως διατυπώνεται, φαίνεται να αφορά την ερμηνεία διάταξης εθνικού δικαίου — εν προκειμένω του άρθρου 70 του βελγικού νόμου της 9ης Αυγούστου 1963 — πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο μπορεί από το σύνολο των στοιχείων, τα οποία παρέχει το εθνικό δικαστήριο, να αποσπάσει τα στοιχεία του κοινοτικού δικαίου, τα οποία, ενόψει του αντικειμένου της διαφοράς, πρέπει να ερμηνευτούν ή των οποίων πρέπει να κριθεί το κύρος.
13
Γι' αυτό, λαμβάνοντας δε υπόψη ότι στο σκεπτικό της αίτησης για την έκδοση προδικαστικής απόφασης ο παραπέμπων δικαστής διερωτάται για την έκταση της έννοιας του όρου «φορέας» στο άρθρο 93, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, το πρώτο ερώτημα πρέπει να νοηθεί ότι αφορά κατ' ουσία την ερμηνεία αυτού του όρου.
14
Κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ιδ, του κανονισμού 1408/71, «ως “φορέας” νοείται, για κάθε κράτος μέλος, ο οργανισμός ή η αρχή που επιφορτίζεται με την εφαρμογή του συνόλου ή μέρους της νομοθεσίας». Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού οριο9ετεί την έννοια της «νομοθεσίας», διευκρινίζοντας υπό την επικεφαλίδα «Πεδίο εφαρμογής κα9' ύλη», ότι ο κανονισμός ισχύει «για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους ... κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως», οι οποίοι απαριθμούνται στις παραγράφους 1 και 2. Στο πλαίσιο αυτό, η έννοια της νομοθεσίας ορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο ι, κατά το οποίο «ο όρος “νομοθεσία” προσδιορίζει, για κάθε κράτος μέλος, τους υφισταμένους ή μελλοντικούς νόμους, τις κανονιστικές πράξεις, κανονισμούς και κάθε άλλο μέτρο εφαρμογής, που αφορούν τους κλάδους και τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2», αποκλείοντας όμως «τις υφιστάμενες ή μελλοντικές συμβατικές διατάξεις».
15
Πρέπει, επομένως, στο πρώτο ερώτημα να δοθεί η απάντηση ότι ως «φορέας», κατά την έννοια του άρθρου 93 του κανονισμού 1408/71, νοείται, για κάθε κράτος μέλος, ο οργανισμός ή η αρχή που επιφορτίζεται με την εφαρμογή του συνόλου ή μέρους της νομοθεσίας κράτους που αφορά τους κλάδους ή τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης που αναφέρονται στον κανονισμό αυτό.
16
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει, εξάλλου, ότι ο κανονισμός 1408/71 δεν εφαρμόζεται στις «συμβατικές διατάξεις». Όπως, όμως, δήλωσε η εταιρεία Tiel-Utreclu κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, απαντώντας σε ερώτηση που της έθεσε το Δικαστήριο, η ασφάλιση, δυνάμει της οποίας κατέβαλε παροχές στη Van Horne, στηριζόταν αποκλειστικά σε σύμβαση. Πρέπει, επομένως, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η σχέση που υφίσταται μεταξύ της Van Horne, και της εταιρείας Tiel-Utrecht δεν εμπίπτει καθ' ύλη στο πεδίο εφαρμογής του προαναφερθέντος κανονισμού.
17
Υπ' αυτές τις συνθήκες, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστή, εφόσον αφορά συγκεκριμένη διάταξη κανονισμού, ο οποίος, στο σύνολο του, δεν εφαρμόζεται στην παραπάνω σχέση.
Επί των δικαστικών εξόδων
18
Τα έξοδα, στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, το οποίο ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Burgerlijke Rechtbank van Eerste Aanleg του Hasselt με απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1982, αποφαίνεται:
Ως «φορέας», κατά την έννοια του άρθρου 93 του κανονισμού 1408/71, νοείται, για κάθε κράτος μέλος, ο οργανισμός ή η αρχή που επιφορτίζεται με την εφαρμογή του συνόλου ή μέρους της νομοθεσίας κράτους που αφορά τους κλάδους ή τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης που αναφέρονται στον κανονισμό αυτό.
Koopmans
O'Keeffe
Bosco
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Μαρτίου 1984
Κατ' εντολή
του γραμματέα
D. Louterman
Υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
Τ. Koopmans
Full & Egal Universal Law Academy