Στην υπόθεση 314/82,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Thomas van Rijn, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montalto, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασίλειου του Βελγίου, εκπροσωπούμενου από τον Robert Hoebaer, διευθυντή του υπουργείου εξωτερικών, εξωτερικού εμπορίου και συνεργασίας με τις αναπτυσσόμενες χώρες, επικουρούμενο από τον J. Putzeys, δικηγόρο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη βελγική πρεσβεία, 4, rue des Girondins, Résidence Champagne,
καθού,
η οποία έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, εισπράττοντας τέλη πραγματογνωμοσύνης κατά την εισαγωγή κρεάτων πουλερικών προελεύσεως από άλλα κράτη μέλη, παρέβη υποχρέωση που υπέχει από τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους J. Mertens de Wilmars, πρόεδρο, Τ. Koopmans και Y. Gairnot, προέδρους τμήματος, Mackenzie Stuart, A. O.'Keeffe, G. Bosco και U. Everling, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά
1.
Ο βελγικός νόμος της 15ης Απριλίου 1965 περί πραγματογνωμοσύνης και εμπορίου ιχθύων, πουλερικών, κουνελιών και θηραμάτων, ο οποίος τροποποίησε το νόμο της 5ης Σεπτεμβρίου 1952 περί πραγματογνωμοσύνης και εμπορίου κρεάτων (Belgisch Staatsblad της 22. 5. 1965, σ. 6173) ρυθμίζει θέματα σχετικά με την πραγματογνωμοσύνη και το εμπόριο, μεταξύ άλλων, και των πουλερικών που είναι δυνατό ν' αποτελέσουν αντικείμενο κατανάλωσης από άνθρωπο. Το άρθρο 3 του νόμου αυτού εξουσιοδοτεί το Βασιλέα να εκδίδει κανονιστικές ρυθμίσεις όσον αφορά την εισαγωγή, την πώληση και τη διανομή καθώς επίσης και τη σφαγή των πουλερικών. Στο πλαίσιο αυτών των ρυθμίσεων ο Βασιλέας μπορεί να επιβάλλει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ή υγειονομικής εξέτασης, τόσο πριν όσο και μετά τη σφαγή των ανωτέρω ζώων (άρθρο 4).
Ο νόμος αυτός συμπληρώθηκε με το Βασιλικό διάταγμα της 21ης Σεπτεμβρίου 1970, περί πραγματογνωμοσύνης και εμπορίου των κρεάτων πουλερικών (Belgisch Staatsblad, της 30. 10. 1970, σ. 10994). Το διάταγμα αυτό επιβάλλει, για τα ζώα που έχουν σφαγεί στο Βέλγιο, υποχρεωτική υγειονομική εξέταση πριν τη σφαγή (άρθρο 20), καθώς και υποχρεωτική πραγματογνωμοσύνη για όλα τα μέρη του ζώου μετά τη σφαγή (άρθρο 32). Η εισαγωγή νωπού καθώς και αποξηραμένου, αλίπαστου ή καπνιστού, κρέατος πουλερικών επιτρέπεται σύμφωνα με το άρθρο 46 του ίδιου διατάγματος, μόνο μετά την επίδειξη υγειονομικού πιστοποιητικού το οποίο χορηγείται από αρμοδίως αναγνωρισμένο ή εγκεκριμένο κτηνίατρο της χώρας όπου εσφάγησαν τα ζώα ή εντός της οποίας έγινε η επεξεργασία των κρεάτων. Επί πλέον, κατά την εισαγωγή δυνάμει των άρθρων 52 και 53, γίνεται υγειονομικός έλεγχος όσον αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τα κρέατα πουλερικών μεταφέρθηκαν και εμφανίζονται στην εισαγωγή, το βαθμό συντήρησης τους, καθώς και το αν συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις που ορίζει η ανωτέρω βελγική ρύθμιση περί πραγματογνωμοσύνης των κρεάτων πουλερικών.
Όσον αφορά τις δαπάνες των ανωτέρω εξετάσεων και πραγματογνωμοσυνών, το άρθρο 6 του προαναφερθέντος νόμου της 15ης Απριλίου 1965 ορίζει ότι:
«Επιτρέπεται η είσπραξη από τους εισαγωγείς και ιδιοκτήτες ζώων ή μερών ζώων ... τελών τα οποία έχουν καθοριστεί από το Βασιλέα σύμφωνα με τις διαδικασίες που αυτός ορίζει και το οποία προορίζονται να καλύψουν τις δαπάνες που προκύπτουν από την υγειονομική εξέταση, την πραγματογνωμοσύνη και τον υγειονομικό έλεγχο κατά την εισαγωγή.»
Τα τέλη πραγματογνωμοσύνης κατά την εισαγωγή έχουν οριστεί, από το άρθρο 59 του ανωτέρω διατάγματος, όπως τροποποιήθηκε εσχάτως με το βασιλικό διάταγμα της 20ής Μαρτίου 1978 (Belgisch Staatsblad της 26. 7. 1978, σ. 8518), σε 80 βελγικά φράγκα ανά 100 χιλιόγραμμα ή τμήμα των 100 χιλιόγραμμων κρέατος πουλερικών, τα οποία εισπράττονται από τις τελωνειακές υπηρεσίες.
Όσον αφορά τα ζώα που έχουν σφαγεί στο Βέλγιο, οι συνήθεις δαπάνες για υγειονομικές εξετάσεις και πραγματογνωμοσύνες προέκυπταν, μέχρι το 1981, από κοινή συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων επαγγελματικών οργανώσεων. Το διάταγμα της 28ης Αυγούστου 1981 (Belgisch Staatsblad της 1. 9. 1981, σ. 10851), όπως τροποποιήθηκε από το βασιλικό διάταγμα της 25ης Σεπτεμβρίου 1981 (Belgisch Staatsblad της 23. 10. 1981, σ. 13613), όρισε για τα ζώα αυτά, και εις βάρος του ιδιοκτήτη τους, προς κάλυψη των δαπανών της υγειονομικής εξέτασης προ της σφαγής και της πραγματογνωμοσύνης μετά τη σφαγή των πουλερικών, το εξής τέλος πραγματογνωμοσύνης:
«Α.
Κατά επίσκεψη για την πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονα κτηνίατρου εντός των εγκαταστάσεων: 200 φράγκα.
Β.
1.
Για τα περιστέρια, ορτύκια, φραγκό-κοττες, πουλάδες, ελαφρές ή ημιπα-χείες κότες για βράσιμο: 0,50 φράγκα ανά ζώο'
2.
για τις παχιές κότες για βράσιμο, πάπιες και γαλοπούλες ζωντανού βάρους μέχρι 7 κιλών: 1,20 φράγκα ανά ζώο ·
3.
για τις παχιές γαλοπούλες άνω των 7 κιλών ζωντανού βάρους τις χήνες και τους κύκνους: 4 φράγκα ανά ζώο.»
Τα τέλη αυτά, τα οποία καταβάλλονται κάθε μήνα, υφίστανται τις διακυμάνσεις του δείκτη τιμών καταναλωτή.
2.
Με έγγραφο της 27ης Μαρτίου 1981, η Επιτροπή, αφού γνωστοποίησε στη βελγική κυβέρνηση ότι τα τέλη πραγματογνωμοσύνης κατά την εισαγωγή πρέπει να θεωρούνται ως φόροι ισοδύναμου αποτελέσματος με τελωνειακούς δασμούς, πράγμα που απαγορεύουν τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ, της ζήτησε να της κοινοποιήσει τις παρατηρήσεις της πάνω σ' αυτό το θέμα.
Η βελγική κυβέρνηση, στο απαντητικό της έγγραφο της 10ης Ιουνίου 1981, αφού υπογράμμισε ότι τα τέλη πραγματογνωμοσύνης εισπράττονται όχι για την εισαγωγή αλλά για τον υγειονομικό έλεγχο που γίνεται σύμφωνα με την οδηγία του Συμβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 1971, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των συναλλαγών, νωπών κρεάτων πουλερικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006) ισχυρίστηκε ότι και το εγχώριο κρέας πουλερικών, εκτός του αποξηραμένου, αλίπαστου ή καπνιστού, για το οποίο έχει αποφασίσει την κατάργηση του τέλους πραγματογνωμοσύνης, υπόκεινταν στην ίδια επιβάρυνση. Η διατήρηση αυτής της επιβάρυνσης είναι αναγκαία προς αποφυγή στρεβλώσεων του ανταγωνισμού και αντίστροφων διακρίσεων εις βάρος των εγχωρίων προϊόντων λόγω έλλειψης ομοιόμορφης ρύθμισης επί κοινοτικού επιπέδου όσον αφορά την κάλυψη του κόστους της υγειονομικής επιθεώρησης.
Στις 10 Φεβρουαρίου 1982, η Επιτροπή απηύθυνε προς τη βελγική κυβέρνηση αιτιολογημένη γνώμη, βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, κατά την οποία το Βασίλειο του Βελγίου, εισπράττοντας τέλη πραγματογνωμοσύνης κατά την εισαγωγή κρεάτων πουλερικών, προελεύσεως από άλλα κράτη μέλη, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης. Η Επιτροπή κάλεσε τη βελγική κυβέρνηση να συμμορφωθεί εντός προθεσμίας δύο μηνών.
Η βελγική κυβέρνηση δεν απάντησε σ' αυτή την αιτιολογημένη γνώμη.
II — Διαδικασία και αιτήματα
1.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Δεκεμβρίου 1982, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή βάσει του άρθρου 169, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης.
Η Επίΐτροπηζψ,ά από το Δικαστήριο:
α)
να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, εισπράττοντας τέλη πραγματογνωμοσύνης κατά την εισαγωγή νωπών αποξηραμένων, αλιπάστων ή καπνιστών κρεάτων πουλερικών προελεύσεως από άλλα κράτη μέλη, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ·
6)
να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
2.
Το Βαοίλειο vov Βελγίου ζητεί από το Δικαστήριο:
α)
να κρίνει την προσφυγή της Επιτροπής αβάσιμη
6)
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
3.
Η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Έθεσε, πάντως, στη βελγική κυβέρνηση ερώτημα σχετικό με το αντικείμενο και τον τρόπο διεξαγωγής των εν λόγω υγειονομικών ελέγχων, στο οποίο η τελευταία απάντησε εγγράφως πριν την έναρξη της επ' ακροατηρίου συζήτησης.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή ισχυρίζεται στην προσφυγή της ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 14. 12. 1962, Επιτροπή κατά Βελγίου και Λουξεμβούργου, 2 και 3/62, Jurispr. σ. 813, απόφαση της 25. 1. 1977, Bauhuis, 46/76, Jurispr. 1977, σ. 5' απόφαση της 3. 2. 1981, Επιτροπή κατά Γαλλίας, 90/79, Συλλογή σ. 288), χρηματικές επιβαρύνσεις όπως αυτές της προκείμενης περίπτωσης πρέπει να θεωρούνται ως επιβαρύνσεις ισοδύναμες προς τελωνειακούς δασμούς. Οι επιβαρύνσεις αυτές επιβάλλονται μονομερώς λόγω της διέλευσης των συνόρων και δεν υπάγονται σε γενικό σύστημα εσωτερικής φορολογίας, διότι, αντίθετα με ό,τι ισχύει για τα εθνικά προϊόντα, γενεσιουργός αιτία του φόρου αποτελεί η εισαγωγή και όχι η σφαγή του ζώου και διότι το εισαγόμενο αποξηραμένο ή καπνιστό κρέας πουλερικών δεν φθάνει στο εμπόριο στο ίδιο στάδιο στο οποίο φθάνει το νωπό κρέας μετά τη σφαγή και, τέλος, ο εν λόγω δασμός δεν πλήττει τα εγχώρια αποξηραμένα αλίπαστα ή καπνιστά κρέατα πουλερικών.
Τα ανωτέρω τέλη πραγματογνωμοσύνης δεν είναι δυνατό να δικαιολογηθούν ως αμοιβή για κάποια υπηρεσία προς τον εισαγωγέα, διότι ο υγειονομικός έλεγχος που διενεργείται χάριν του γενικού συμφέροντος δεν μπορεί να αποτελέσει μια τέτοιου είδους υπηρεσία.
Η βελγική κν6έρν?/ση, στο υπόμνημα αντίκρουσης, αναφέρεται στην οδηγία 71/118 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1981, σχετικά με το ενδοκοινοτικό εμπόριο νωπού κρέατος πουλερικών, η οποία θεσπίζει υγειονομικό έλεγχο για τα προϊόντα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της και ορίζει, στο άρθρο της 9, παράγραφος 1, ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να απαγορεύει τη Θέση σε κυκλοφορία στο έδαφος των νωπών κρεάτων πουλερικών που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, εφόσον έχει διαπιστωθεί, κατά την υγειονομική επιθεώρηση που πραγματοποιείται στη χώρα προορισμού ότι τα κρέατα αυτά είναι ακατάλληλα για την κατανάλωση ή δεν έχουν τηρηθεί ορισμένες διατάξεις της οδηγίας. Η οδηγία αυτή εξαιρεί ρητώς από το πεδίο εφαρμογής της ορισμένα νωπά κρέατα πουλερικών που έχουν υποστεί κάποια επεξεργασία. Δεν πρόκειται παρά για μια πρώτη προσέγγιση των εθνικών διατάξεων στον τομέα αυτόν. Όσον αφορά τη χρηματοδότηση για την κάλυψη των δαπανών που συνεπάγεται ο έλεγχος και η υγειονομική επιθεώρηση, δεν υφίσταται ακόμα κανένα ενιαίο κοινοτικό τέλος. Επομένως, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι προσωρινώς αρμόδια να ρυθμίζουν αυτό το ζήτημα, καθώς και να επιβάλλουν την είσπραξη τέλους, το οποίο θα προορίζεται για την κάλυψη των δαπανών του οριζόμενου από την εθνική κανονιστική ρύθμιση ελέγχου.
Οι υγειονομικοί έλεγχοι που πραγματοποιούνται κατά την εισαγωγή κρεάτων πουλερικών στο Βέλγιο αφορούν είτε σημεία που προβλέπει η κοινοτική ρύθμιση, δηλαδή τον έλεγχο του υγειονομικού πιστοποιητικού, της διέλευσης του μεταφορικού μέσου ή του κιβωτίου και το βαθμό που το προϊόν είναι σύμφωνο με τα στοιχεία που αναφέρει το πιστοποιητικό και τον έλεγχο της θερμοκρασίας των εμπορευμάτων, της κατάστασης από υγειονομική και πραγματική άποψη του μεταφορικού μέσου και των κιβωτίων είτε σημεία που προβλέπει η βελγική νομοθεσία, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή οδηγία, δηλαδή το δειγματοληπτικό έλεγχο για εξακρίβωση της παρουσίας αντιβιοτικών καταλοίπων και προϊόντων με ορμονικό ή αντιορμονικό αποτέλεσμα, την απόψυξη μέρους της αποστολής σε περίπτωση κατεψυγμένων ή υπερκαταψυγμένων προϊόντων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τον έλεγχο της περιεκτικότητας σε νερό. Ο αριθμός των κατασχέσεων κρεάτων πουλερικών κατά την εισαγωγή δείχνει την ανάγκη πραγματοποίησης τέτοιων ελέγχων.
Ο υγειονομικός έλεγχος τόσο των κρεάτων πουλερικών που έχουν παραχθεί στο εθνικό έδαφος, όσο και των νωπών πουλερικών εισαγωγής, υπόκειται στην καταβολή τέλους, από τον παραγωγό ή τον εισαγωγέα, το οποίο αποσκοπεί στην κάλυψη των δαπανών αυτού του ελέγχου. Τα τέλη, που απαιτούνται για τον υγειονομικό έλεγχο του νωπού κρέατος πουλερικών που έχει παραχθεί στο εθνικό έδαφος καθώς και για τον έλεγχο των κρεάτων εισαγωγής, αποτελούν τμήμα ενός και μοναδικού κανονιστικού συστήματος το οποίο στηρίζεται στον ίδιο βασικό νόμο. Τόσο όσον αφορά το περιεχόμενο, όσο και τα αποτελέσματα της, η κανονιστική ρύθμιση που επιβάλλει το τέλος υγειονομικού ελέγχου επί των εισαγόμενων πουλερικών είναι ανάλογη με αυτήν που επιβάλλει το τέλος για τα πουλερικά που έχουν παραχθεί στο εθνικό έδαφος. Αν υφίστανται διαφορές σχετικά με τη διοικητική διαδικασία είσπραξης, αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Και στις δυο περιπτώσεις, το τέλος προορίζεται αποκλειστικά και μόνο για την κάλυψη των δαπανών ελέγχου.
Τα ποσά των κοινών τελών έχουν εξισωθεί με το βασιλικό διάταγμα της 20ής Μαρτίου 1978. Για τα εισαγόμενα νωπά πουλερικά, τα σχετικά τέλη ανέρχονται σε 80 βελγικά φράγκα ανά 100 χιλιόγραμμα ή μέρος αυτής της ποσότητας· τα τέλη αυτά δεν συνδέονται με τον τιμάριθμο και εισπράττονται από τις τελωνειακές υπηρεσίες. Για τα νωπά πουλερικά που παράγονται στο Βέλγιο, τα τέλη αυτά καθορίζονται λεπτομερώς στο πρώτο άρθρο του βασιλικού διατάγματος της 28ης Αυγούστου 1981 και δεν συνδέονται με τον τιμάριθμο. Επί του παρόντος, τα τέλη αυτά είναι τα εξής:
Α.
Επίσκεψη του πραγματογνώμονα κτηνιάτρου: 276 BFR
Β.
Ανάλογα με το είδος και το βάρος του ζώου: 1 BFR, 2 BFR, 4 BFR ή 8 BFR ανά ζώο.
Αν ληφθεί υπόψη ότι ένα χιλιόγραμμο ζωντανού βάρους αντιστοιχεί με 0,75 χιλιόγραμμα σφαγίου, τότε στο εσωτερικό της χώρας καταβάλλονται τέλη ύψους 100 BFR για 75 χιλιόγραμμα πουλερικών. Συγκεκριμένα, τα τέλη πραγματογνωμοσύνης κατά την εισαγωγή δεν αντιπροσωπεύουν παρά το 60 0/0 των ανωτέρω τελών. Επομένως, στο εσωτερικό της χώρας, το 40 ο/ο των τελών πραγματογνωμοσύνης χρησιμοποιείται για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης πριν και μετά τη σφαγή και το 60 % αυτών των τελών χρησιμοποιείται για την πραγματοποίηση άλλων ελέγχων των κρεάτων πουλερικών, δηλαδή των ελέγχων που πραγματοποιούνται κατά το διάστημα μεταξύ της πραγματογνωμοσύνης μετά τη σφαγή και την κατανάλωση. Τα ποσά είναι επομένως τα ίδια, όσον αφορά το εσωτερικό της χώρας και τις εισαγωγές.
Κατά τα κριτήρια που θέσπισαν οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της 15ης Δεκεμβρίου 1976 (Simmenthai, 35/76, Jurispr. 1976, σ. 1871) της 25ης Ιανουαρίου 1977 (Bauhuis, 46/76, Jurispr. 1977, σ. 5) και της 7ης Απριλίου 1981 (United Foods, 132/80, Συλλογή 1981, σ. 995) τα εν λόγω τέλη δεν αποτελούν επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος με τελωνειακούς δασμούς. Το σύστημα αυτών των τελών βασίζεται στον ίδιο νόμο της 15ης Απριλίου 1975. Ο υγειονομικός έλεγχος αφορά το επίδικο προϊόν κατά τον ίδιο χρόνο, δηλαδή κατά τη στιγμή που προσφέρεται για κατανάλωση και το σύνολο των υγειονομικών ελέγχων επί των εγχώριων κρεάτων πουλερικών αντιστοιχεί με το σύνολο των ελέγχων που γίνονται επί των εισαγομένων κρεάτων πουλερικών. Δεν γίνεται ανώφελη επανάληψη του ελέγχου που διενεργείται στη χώρα αποστολής του προϊόντος, διότι ο έλεγχος αφορά ένα άλλο αντικείμενο, δηλαδή τη συμμόρφωση προς τη βελγική ρύθμιση, γεγονός το οποίο συμβαίνει επίσης και με τα εγχώρια κρέατα πουλερικών. Οι επιβαρύνσεις που προκαλούνται από τις διενεργούμενες πραγματογνωμοσύνες επί των εισαγόμενων προϊόντων, είναι, στο σύνολο τους, όμοιες προς τις επιβαρύνσεις που πλήττουν τα εγχώρια προϊόντα, πράγμα που αναφέρεται ρητά στο βασιλικό διάταγμα της 20ής Μαρτίου 1978. Οι διαφορές μεταξύ των διοικητικών διαδικασιών και του ύψους του ποσού πραγματογνωμοσύνης δικαιολογούνται από αντικειμενικούς λόγους, οι οποίοι έχουν σχέση με το διαφορετικό τρόπο αποστολής προς τους τόπους προσφοράς για κατανάλωση.
Εξάλλου, η αρχή ότι πρέπει να γίνεται υγειονομικός έλεγχος στη χώρα προορισμού του προϊόντος ορίζεται ρητά από το άρθρο 9 της οδηγίας 71/118 της 15ης Φεβρουαρίου 1971. Σύμφωνα με την απόφαση Bauhuis, το τέλος που εισπράττεται για την κάλυψη των δαπανών του ελέγχου, ο οποίος γίνεται σύμφωνα με την οδηγία, δεν αποτελούν επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος προς τελωνειακό δασμό.
Δεδομένου ότι η οδηγία 71/118 αποτέλεσε ένα πρώτο στάδιο προς την εναρμόνιση της νομοθεσίας που διέπει ορισμένα τρόφιμα, όπως τα κρέατα πουλερικών και καθώς τα κράτη μέλη επιθυμούν να διατηρήσουν άθικτο το επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας, θεωρήθηκε συνετό να αφεθεί στα κράτη μέλη η αρμοδιότητα για τα υλικά αγαθά που δεν καλύπτει η οδηγία. Από τη στιγμή ακριβώς όπου τέτοιοι έλεγχοι είναι σύμφωνοι με την οδηγία, δεν παραβιάζεται η γενική αρχή της απαγόρευσης διακρίσεων μεταξύ εισαγόμενων και εθνικών προϊόντων. Η πραγματική ισότητα μεταχείρισης απαιτεί όπως και οι δυο ομάδες προϊόντων υπόκεινται στην ίδια και την αυτή ρύθμιση, η οποία παράγει όμοια αποτελέσματα. Δεδομένου ότι δεν απαγορεύεται στο βελγικό κράτος να εισπράττει επιβάρυνση προς κάλυψη των δαπανών που συνεπάγεται ο έλεγχος επί των εθνικών του προϊόντων, η ίση μεταχείριση των εισαγόμενων προϊόντων συνεπάγεται την ανάγκη επιβολής ισοδύναμης επιβάρυνσης για παρόμοιο υγειονομικό έλεγχο επί των εισαγόμενων προϊόντων.
Η Επιτροπή, στην απάντηση της, παρατηρεί, κατ' αρχάς, ότι το άρθρο 9 της οδηγίας 71/118 αφορά αποκλειστικά τη δυνατότητα απαγόρευσης της θέσης σε κυκλοφορία κρεάτων ακατάλληλων για κατανάλωση, τα οποία προέρχονται από ένα άλλο κράτος μέλος, καθώς και την ενδεχόμενη επανεξαγωγή των κρεάτων, και όχι την υποχρεωτική θέσπιση επιθεωρήσεων κατά τη διέλευση των συνόρων. Αν έπρεπε να αναγνωριστεί ότι επιτρέπονται τέτοιοι έλεγχοι κατά τη διέλευση των συνόρων από τη χώρα προορισμού των προϊόντων, θα έπρεπε, τότε, να υπογραμμιστεί ότι η οδηγία, όπως προκύπτει από την όγδοη αιτιολογική της σκέψη, δίνει μεγάλη σημασία στη θέσπιση υγειονομικού ελέγχου από τη χώρα αποστολής όπου εσφά-γησαν πουλερικά.
Όσον αφορά το μαθηματικό υπολογισμό με τον οποίο η βελγική κυβέρνηση προσπαθεί να αποδείξει ότι τα τέλη πραγματογνωμοσύνης κατά την εισαγωγή δεν αντιπροσωπεύουν παρά το 60% των τελών πραγματογνωμοσύνης που ισχύουν στο εσωτερικό της χώρας και ότι το 40 % των τελών πραγματογνωμοσύνης στο εσωτερικό χρησιμοποιούνται για την επιθεώρηση πριν και μετά τη σφαγή, η Επιτροπή παρατηρεί κατ' αρχάς ότι τέτοιου είδους διάκριση δεν συναντάται σε καμία διάταξη της βελγικής νομοθεσίας. Το άρθρο 1 του βασιλικού διατάγματος της 28ης Αυγούστου 1981 αναφέρει ρητά ότι τα εισπραττόμενα στο εσωτερικό της χώρας τέλη πραγματογνωμοσύνης μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την κάλυψη των δαπανών υγειονομικού ελέγχου πριν από τη σφαγή καθώς και τις δαπάνες επιθεώρησης μετά τη σφαγή, με άλλα λόγια για την επιθεώρηση πριν και μετά τη σφαγή του ζώου. Επιπλέον, ο ισχυρισμός αυτός φαίνεται να συμβιβάζεται δύσκολα με το γεγονός ότι τα τέλη πραγματογνωμοσύνης εισπράττονται από τις τελωνειακές αρχές κατά τη διέλευση των συνόρων επομένως, πρόκειται για έλεγχο μετά τη σφαγή και όχι για έλεγχο «μέχρι το στάδιο της κατανάλωσης». Τέλος η καθής δεν αντιλαμβάνεται ότι είναι δυνατό τα κρέατα εισαγωγής να επιβαρυνθούν δύο φορές με τέλη πραγματογνωμοσύνης, δηλαδή και στη χώρα αποστολής και στη χώρα προορισμού.
Όσον αφορά την εφαρμογή, στην προκειμένη περίπτωση, των αρχών που έχει θεσπίσει η νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι εν λόγω χρηματικές επιβαρύνσεις δεν αποτελούν τμήμα ενός γενικού συστήματος εσωτερικών εσόδων, διότι δεν υφίστανται την ίδια επιβάρυνση τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, η δε γενεσιουργός αιτία της επιβολής της επιβαρύνσεως στις δύο κατηγορίες προϊόντων δεν είναι η ίδια. Επιπλέον, οι βελγικές αρχές εισπράττουν επίσης τέλη πραγματογνωμοσύνης για τα εισαγόμενα αποξηραμένα, αλίπαστα ή καπνιστά κρέατα ενώ αυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση των εγχώριων κρεάτων του ίδιου τύπου και τα προϊόντα αυτά δεν φθάνουν στο εμπόριο στο ίδιο στάδιο που φθάνουν τα νωπά κρέατα μετά τη σφαγή. Επιπλέον, ορίζοντας τα τέλη πραγματογνωμοσύνης κατά την εισαγωγή, δεν έλαβε καθόλου υπόψη τα τέλη πραγματογνωμοσύνης, τα οποία είχαν ήδη καταβληθεί στη χώρα αποστολής για επιθεωρήσεις που είχαν ήδη υποστεί αυτά τα προϊόντα.
Το γεγονός ότι επιτρέπεται επιθεώρηση κατά την εισαγωγή δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι είναι δικαιολογημένα και τα τέλη που εισπράττονται λόγω των σχετικών ελέγχων. Τα τέλη πραγματογνωμοσύνης που εισπράττονται για τέτοιες επιθεωρήσεις υπόκεινται στα άρθρα 9 και επόμενα της Συνθήκης. Από την άποψη αυτή, δεν είναι αρκετός ο ισχυρισμός ότι τα τέλη πραγματογνωμοσύνης τόσο για τα εισαγόμενα όσο και για τα εγχώρια προϊόντα θεμελιώνονται στον ίδιο βασικό νόμο.
Τέλος η Επιτροπή αμφισβητεί τον ισχυρισμό της βελγικής κυβέρνησης ότι το σύνολο των ελέγχων που διενεργούνται επί του εγχώριου κρέατος πουλερικών είναι αντίστοιχο με το σύνολο των ελέγχων που διενεργούνται επί του εισαγόμενου κρέατος πουλερικών, διότι, μεταξύ άλλων, λόγω των διαφορετικών νομισματικών μονάδων που χρησιμοποιούνται γι'αυτό το σκοπό, τα τέλη πραγματογνωμοσύνης δεν πλήττουν εξίσου όλα τα προϊόντα και η συνολική χρηματική επιβάρυνση έπρεπε να υπολογίζεται βάσει των ήδη καταβληθέντων τελών στη χώρα αποστολής του προϊόντος.
Στην απάντηση της, η βελγική κνοερνηαη παρατηρεί κατ' αρχάς ότι η εκ μέρους του βελγικού κράτους δυνατότητα απαγόρευσης της οδηγίας 71/118 του Συμβουλίου της διάθεσης στο εμπόριο ακατάλληλων για κατανάλωση κρεάτων πουλερικών προϋποθέτει την προηγούμενη διενέργεια υγειονομικής επιθεώρησης προς διαπίστωση της υγειονομικής κατάστασης των εν λόγω πουλερικών. Εξάλλου, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι δεν υφίσταται επί του παρόντος ενιαίο κοινοτικό τέλος ως προς την υγειονομική επιθεώρηση και την κάλυψη της σχετικής δαπάνης. Αφού αυτή είναι η κατάσταση, δεν είναι δυνατό να υποχρεωθούν τα κράτη μέλη στην εφαρμογή μιας πολιτικής του χαμηλότερου παρανομαστή. Επομένως, ο κοινοτικός νομοθέτης έχει επιτρέψει τη διατήρηση των εθνικών συστημάτων προστασίας της υγείας στα κράτη μέλη που επιβάλλουν προδιαγραφές αυστηρότερες των κοινοτικών, οι οποίες θεωρούνται στοιχειώδεις. Αυτή είναι επίσης και η έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης.
Το βασιλικό διάταγμα της 20ής Μαρτίου 1978 αποσκοπεί στο να εξισώσει το επιβαλλόμενο στα εισαγόμενα κρέατα πουλερικών τέλος πραγματογνωμοσύνης προς το τέλος που εισπράττεται για τα εντός του Βελγίου σφαγέντα ζώα. Ο λόγος αυτός ανταποκρίνεται στη μέριμνα της Επιτροπής το σύνολο των τελών υγειονομικής πραγματογνωμοσύνης, τα οποία εισπράττονται επί των εισαγόμενων πουλερικών συμπεριλαμβανομένων και των τελών που έχουν καταβληθεί στο κράτος μέλος αποστολής, να συμπίπτουν με το σύνολο των τελών υγειονομικής πραγματογνωμοσύνης που εισπράττονται επί των εγχώριων πουλερικών. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που τα τέλη της υγειονομικής πραγματογνωμοσύνης επί των εισαγόμενων πουλερικών δεν αντιπροσωπεύουν παρά το 60 % των τελών υγειονομικής πραγματογνωμοσύνης τα οποία εισπράττονται επί των πουλερικών Βελγίου. Πράγματι, το 40 ο/ο έχει ήδη εισπραχθεί από το κράτος αποστολής και αφορά τον έλεγχο επί άλλου αντικειμένου.
Όσον αφορά τη διαφορά των διοικητικών διαδικασιών είσπραξης των φόρων, ιδίως την είσπραξη από τις τελωνειακές υπηρεσίες, η διαφορά αυτή οφείλεται σ' έναν αντικειμενικό λόγο, δηλαδή το γεγονός ότι ο έλεγχος των εισαγόμενων κρεάτων δεν είναι δυνατό να διενεργηθεί παρά στα σύνορα ή στον τόπο προορισμού, επί του εθνικού εδάφους, από τις τελωνειακές υπηρεσίες. Η κατανομή των διοικητικών αρμοδιοτήτων μεταξύ των τελωνειακών αρχών και του Ταμείου κτηνιάτρων δεν ασκεί καμία επίδραση ούτε στη βάση ούτε στην επίπτωση ούτε στον προορισμό της επιβάρυνσης. Και στις δυο περιπτώσεις ο επιδιωκόμενος στόχος είναι οπωσδήποτε η προστασία της δημόσιας υγείας ώστε τα μέτρα ελέγχου και η είσπραξη του τέλους να γίνεται πριν την προσφορά για κατανάλωση.
Η ελάχιστη διαφορά μεταξύ του τέλους σε φράγκα ανά κιλό ή ανά ζώο μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι το εισαγόμενο κρέας πουλερικών είναι μαδημένο γεγονός που δεν συμβαίνει κατά τη σφαγή.
Αντίθετα προς ό,τι ισχυρίζεται η Επιτροπή, το σύνολο των υγειονομικών ελέγχων που διενεργούνται επί του εισαγόμενου προϊόντος είναι αντίστοιχοι προς το σύνολο των υγειονομικών ελέγχων που διενεργούνται σε διαφορετικά στάδια επί των ομοειδών εγχώριων προϊόντων. Τα τέλη τα οποία εισπράττονται λόγω πραγματογνωμοσύνης στα σύνορα επί των εισαγόμενων προϊόντων αντικαθιστούν τα τέλη που προεισπράττονται με την ευκαιρία διενέργειας υγειονομικής πραγματογνωμοσύνης επί εγχώριων προϊόντων. Τα τέλη αυτά αποτελούν μέρος γενικού συστήματος εσωτερικών τελών και τα εισαγόμενα προϊόντα φορολογούνται εξίσου βαριά με τα εγχώρια. Και στις δύο περιπτώσεις η επιβολή του τέλους οφείλεται στον υγειονομικό έλεγχο που επιβάλλεται πριν το κρέας διατεθεί στην κατανάλωση. Η Επιτροπή συγχέει τη στιγμή που γίνεται η υγειονομική πραγματογνωμοσύνη με το γεγονός στο οποίο οφείλεται η επιβολή του τέλους και το οποίο είναι, σ' όλες τις περιπτώσεις, ένας υγειονομικός έλεγχος.
Τέλος, η διαφορά του 40 % υπέρ των εισαγόμενων προϊόντων, όσον αφορά τα ποσά που βαρύνουν τα προϊόντα αυτά καθώς και τα εγχώρια, προορίζεται για κάλυψη των ήδη καταβληθέντων τελών στο κράτος μέλος ασποστολής για τη διενέργεια ενός πρώτου υγειονομικού ελέγχου.
IV — Απάντηση της βελγικής κυβέρνησης στο ερώτημα που έθεσε το Δικαστήριο
Η βελγική κυβέρνηση, απαντώντας στο ερώτημα του Δικαστηρίου σχετικά με το αντικείμενο και τους τρόπους εφαρμογής των ελέγχων στους οποίους υποβάλλονται το εγχώριο και το εισαγόμενο κρέας πουλερικών, περιέγραψε λεπτομερέστερα αυτούς τους ελέγχους.
Ως προς το εγχώριο κρέας πουλερικών, οι έλεγχοι διενεργούνται αρχικά στο σφαγείο' πρόκειται για τον έλεγχο προ της σφαγής, τον έλεγχο μετά τη σφαγή, σύμφωνα με τις κοινοτικές οδηγίες, και για τον έλεγχο επί των στοιχείων που έχουν ρητά εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 71/118 (άρθρο 6), καθώς επίσης και για τον έλεγχο των μέσων μεταφοράς και του προς μεταφορά εμπορεύματος. Στη συνέχεια διενεργούνται δειγματοληπτικοί έλεγχοι κατά τον τεμαχισμό, όπου επαναλαμβάνονται οι έλεγχοι που έχουν πραγματοποιηθεί στο σφαγείο. Τέλος, οι ίδιοι έλεγχοι διεξάγονται στις μονάδες μετασχηματισμού του κρέατος. Κατά το στάδιο της διανομής και της μεταφοράς επί εθνικού εδάφους γίνονται έλεγχοι προς διακρίβωση παραβάσεων.
Για το εισαγόμενο κρέας πουλερικών, οι έλεγχοι πραγματοποιούνται ανάλογα με την επιθυμία του εισαγωγέα είτε στα γραφεία του τελωνείου όπου επιτρέπεται η εισαγωγή των προϊόντων είτε σε άλλο μέρος ύστερα από συγκατάθεση των αρχών ελέγχου, όπως είναι γενικά ο τόπος προορισμού του εμπορεύματος. Εκτός των ελέγχων που ορίζουν οι κοινοτικές οδηγίες, οι ανωτέρω έλεγχοι αφορούν, όπως συμβαίνει και στα εγχώρια προϊόντα, στοιχεία που έχουν ρητά εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 71/118 (άρθρο 6). Αυτοί οι έλεγχοι περιορίζονται στη λήψη δειγμάτων χωρίς να ακινητοποιείται το υπόλοιπο εμπόρευμα.
V — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 7ης Δεκεμβρίου 1983, αγόρευσαν η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον van Lier, και το Βασίλειο του Βελγίου, εκπροσωπούμενο από τους R. Hoebaer και J. Putzeys.
Ο γενικός εισαγγελέας, ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Φεβρουαρίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Δεκεμβρίου 1982, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, εισπράττοντας τέλη πραγματογνωμοσύνης κατά την εισαγωγή νωπών αποξηραμένων, αλιπάστων ή καπνιστών κρεάτων πουλερικών που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2
Κατά το βελγικό νόμο της 15ης Απριλίου 1965 περί πραγματογνωμοσύνης και εμπορίου των ιχθύων, των πουλερικών, των κουνελιών και των θηραμάτων και του βασιλικού διατάγματος της 21ης Σεπτεμβρίου 1970 περί πραγματογνωμοσύνης και εμπορίου των κρεάτων πουλερικών, το κρέας πουλερικών που μπορεί να καταναλωθεί από τους ανθρώπους υπόκειται στο Βέλγιο σε υγειονομικό έλεγχο. Ο έλεγχος αυτός περιλαμβάνει, για τα ζώα που έχουν σφαγεί στο Βέλγιο, έλεγχο στο σφαγείο πριν και μετά τη σφαγή και ελέγχους κατά τον τεμαχισμό στους χώρους μεταποίησης του κρέατος και κατά το στάδιο της διανομής και της μεταφοράς επί του εθνικού εδάφους. Όσον αφορά το εισαγόμενο κρέας πουλερικών, γίνεται έλεγχος κατά την εισαγωγή του, είτε στα γραφεία του τελωνείου είτε στον τόπο προορισμού του εμπορεύματος και, ανάλογα με το στάδιο που βρίσκεται το κρέας κατά την εισαγωγή του, στα ίδια στάδια ελέγχου στα οποία υποβάλλονται και τα εγχώρια κρέατα.
3
Δυνάμει του άρθρου 6 του προαναφερθέντος νόμου, είναι δυνατή η είσπραξη τελών προς κάλυψη των δαπανών που συνεπάγεται η υγειονομική εξέταση, η πραγματογνωμοσύνη και ο έλεγχος κατά την εισαγωγή. Τα εν προκειμένω ένδικα τέλη πραγματογνωμοσύνης κατά την εισαγωγή, έχουν καθοριστεί από το άρθρο 59 του προαναφερθέντος διατάγματος της 21ης Σεπτεμβρίου 1970, όπως τροποποιήθηκε, σε 80 βελγικά φράγκα ανά 100 χιλιόγραμμα ή μέρος των 100 χιλιόγραμμων κρέατος πουλερικών αυτό το ποσό δεν προσαρμόζεται στον τιμάριθμο και εισπράττεται από τις τελωνειακές υπηρεσίες. Για τα ζώα που σφάζονται εντός του Βελγίου, το διάταγμα της 28ης Αυγούστου 1981, όπως τροποποιήθηκε, όρισε, προς κάλυψη των δαπανών που συνεπάγονται η υγειονομική εξέταση πριν από τη σφαγή και η πραγματογνωμοσύνη μετά τη σφαγή, τέλος 276 βελγικών φράγκων ανά επίσκεψη του πραγματογνώμονα κτηνιάτρου και, ανάλογα με το είδος και το βάρος του ζώου, 1, 2, 4 ή 8 βελγικών φράγκων ανά ζώο· αυτά τα ποσά προσαρμόζονται στον τιμάριθμο και καταβάλλονται μηνιαίως υπέρ των κτηνιατρικών επαγγελματικών οργανώσεων.
4
Οι εν λόγω συστηματικοί υγειονομικοί έλεγχοι κατά την εισαγωγή προκάλεσαν την απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Οκτωβρίου 1983 (SA Delhaize Frères «Le Lion»2, 3 και 4/82, που δεν έχει ακόμα δημοσιευτεί στη Συλλογή) κατά την οποία παρόμοιος έλεγχος, που αφορά την εξέλιξη της κατάστασης του κρέατος κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του από το κράτος αποστολής, καθώς και την κατάσταση διατήρησης του κατά την είσοδο του στο έδαφος του κράτους προορισμού, υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του υγειονομικού ελέγχου που διενεργείται στο κράτος αποστολής σύμφωνα με τις οδηγίες του Συμβουλίου 64/433 της 26ης Ιουνίου 1964 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 129) και 71/118 της 15ης Φεβρουαρίου 1971 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 116) που και οι δυο αφορούν τον υγειονομικό έλεγχο των κρεάτων ζώων σφαγής και πουλερικών.
5
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της υπό κρίση υπόθεσης, η 6ελγική κυβέρνηση υποστήριξε ότι οι εν λόγω κοινοτικές διατάξεις, καθώς επίσης και τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν αντιτίθενται στους υγειονομικούς ελέγχους που διενεργούνται στο Βέλγιο επί του κρέατος των εισαγόμενων πουλερικών, διότι οι έλεγχοι αυτοί, που είναι αναγκαίοι για τη δημόσια υγεία, αφενός, αφορούν την κατάσταση της εξέλιξης του κρέατος μετά την εισαγωγή και, αφετέρου, έχουν ως αντικείμενο τομείς τους οποίους ρητώς η κοινοτική ρύθμιση έχει επιφυλάξει στα κράτη μέλη.
6
Σχετικώς, η βελγική κυβέρνηση αναφέρθηκε ιδίως στο άρθρο 9 της οδηγίας 71/118, κατά το οποίο ένα κράτος μέλος μπορεί να απαγορεύει τη θέση σε κυκλοφορία στο έδαφος του νωπών κρεάτων πουλερικών που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, εφόσον έχει διαπιστωθεί κατά την υγειονομική επιθεώρηση που πραγματοποιείται στη χώρα προορισμού ότι τα κρέατα αυτά είναι ακατάλληλα για κατανάλωση. Επομένως, στην περίπτωση αυτή πρόκειται για ελέγχους που στηρίζονται ,στην ίδια την οδηγία και για τους οποίους, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, επιτρέπεται για το λόγο αυτό η είσπραξη τέλους.
7
Όσον αφορά το ζήτημα αυτό, πρέπει κατ' αρχάς να τονιστεί ότι η υπό κρίση προσφυγή, όπως ακριβώς και η αιτιολογημένη γνώμη που απηύθυνε η Επιτροπή στη βελγική κυβέρνηση στις 10 Φεβρουαρίου 1982, δεν έχει άλλο αντικείμενο από το αν συμβιβάζονται τα εισπραττόμενα με την ευκαιρία των εν λόγω ελέγχων τέλη με την απαγόρευση τελωνειακών δασμών και φόρων ισοδύναμου αποτελέσματος μεταξύ των κρατών μελών. Το ζήτημα κατά πόσον ο συστηματικός έλεγχος που αποτελεί τη βάση της είσπραξης των επίδικων τελών είναι αυτός καθαυτός σύμφωνος με το κοινοτικό δίκαιο, έχει ρητώς αποκλειστεί υπό της Επιτροπής από την υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως.
8
Όσον αφορά το επιχείρημα που στηρίζεται στο άρθρο 9 της οδηγίας 71/118, αρκεί να σημειωθεί ότι το άρθρο 9 αυτής της οδηγίας δεν υποχρεώνει καθόλου τα κράτη μέλη να λαμβάνουν τέτοια μέτρα ελέγχου επί του εισαγόμενου κρέατος το πολύ-πολύ θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι επιτρέπει τη λήψη τέτοιων μέτρων. Εφόσον δεν πρόκειται για ελέγχους που διενεργούνται σε εκτέλεση της οδηγίας 71/118, δεν μπορεί να γίνει επίκληση αυτής της οδηγίας για να δικαιολογηθεί η είσπραξη τέλους πραγματογνωμοσύνης γι' αυτούς τους ελέγχους.
9
Η Επιτροπή, για να στηρίξει την προσφυγή της, ισχυρίζεται ότι τα επίδικα τέλη, τα οποία εισπράττονται λόγω της διενέργειας υγειονομικών ελέγχων επί εισαγόμενου κρέατος πουλερικών, συνιστούν επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος προς τελωνειακούς δασμούς κατά την έννοια του άρθρου 9 της Συνθήκης και ότι επομένως πρόκειται για επιβαρύνσεις που το βελγικό κράτος επιβάλλει μονομερώς και οι οποίες δεν αποτελούν μέρος γενικού συστήματος εσωτερικής φορολογίας.
10
Κατά τη βελγική κυβέρνηση, τα επίδικα τέλη αποτελούν την αμοιβή υπηρεσίας προς τον εισαγωγέα. Επιπλέον, τα τέλη αυτά είναι αντίστοιχα προς τα τέλη που εισπράττονται για τον έλεγχο του εγχώριου κρέατος πουλερικών, δεδομένου ότι η επιβάρυνση, και στις δυο περιπτώσεις, είναι απολύτως όμοια, εάν ληφθούν υπόψη, όσον αφορά τα εισαγόμενα προϊόντα, τα τέλη που έχουν ήδη εισπραχθεί στο κράτος μέλος εξαγωγής. Μολονότι υφίστανται ορισμένες τυπικές διαφορές στον τρόπο είσπραξης, και τα δυο τέλη υπάγονται σε ένα γενικό σύστημα εσωτερικής φορολογίας.
11
Το άρθρο 9 της Συνθήκης περιλαμβάνει την απαγόρευση των τελωνειακών δασμών καθώς και κάθε άλλη επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος μεταξύ των κρατών μελών. Η απαγόρευση αυτή, η οποία δεν επιτρέπει καμιά διάκριση ανάλογα με το σκοπό που επιδιώκεται με την επιβολή χρηματικών επιβαρύνσεων των οποίων προβλέπει την κατάργηση, περιλαμβάνει επίσης και τα τέλη που απαιτούνται για υγειονομικούς ελέγχους που διενεργούνται λόγω της εισαγωγής εμπορευμάτων. Δεν είναι δυνατό να γίνει διαφορετικά, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, παρά μόνο εάν οι χρηματικές επιβαρύνσεις υπάγονται σε γενικό σύστημα εσωτερικών τελών που πλήττουν συστηματικά, σύμφωνα με τα ίδια κριτήρια, και τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα ή αν αυτές οι επιβαρύνσεις συνιστούν την αμοιβή πραγματικής υπηρεσίας προς τον εισαγωγέα (βλέπε, ιδίως τις αποφάσεις της 14. 12. 1972, υποθ. 29/72, Marimex, Jurispr. 1972, σ. 1309, και της 11. 10. 1973, υποθ. 39/73, Rewe-Zentralfinanz, Jurispr. 1973, σ. 1039).
12
Όπως έχει επανειλημμένως δεχτεί το Δικαστήριο, από την προαναφερθείσα απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 1973 και στο εξής (πρβλ. αποφάσεις της 5. 2. 1976, υποθ. 87/75, Bresciani, Jurispr. 1976, σ. 129, της 15. 12. 1976, υποθ. 35/76, Simmenthal, Jurispr. 1976, σ. 1871, και της 8. 11. 1979, υποθ. 251/78, Denkavit, Jurispr. 1979, σ. 3369), έλεγχοι, όπως οι προκείμενοι που υπάγονται στις δραστηριότητες κρατικής υπηρεσίας η οποία έχει ως προορισμό την εξασφάλιση, στο πλαίσιο ενός σκοπού γενικού συμφέροντος, της δημόσιας υγείας και υγιεινής, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως υπηρεσία προς τον εισαγωγέα ικανή να δικαιολογήσει την είσπραξη τέλους ως ανταλλάγματος.
13
Επομένως, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, ο χαρακτηρισμός βάσει της Συνθήκης των επίδικων τελών εξαρτάται από το εάν τα εν λόγω τέλη έχουν καθοριστεί με κριτήρια διαφορετικά από αυτά που χρησιμεύουν για τον καθορισμό των επιβαρύνσεων που πλήττουν τα παρόμοια εθνικά προϊόντα ή εάν πρόκειται για χρηματικές επιβαρύνσεις οι οποίες υπάγονται σε ένα γενικό σύστημα εσωτερικής φορολογίας που πλήττει συστηματικά, χάριν του εν λόγω ελέγχου, και τα εθνικά και τα εισαγόμενα προϊόντα, σύμφωνα με τα ίδια κριτήρια.
14
Σχετικά με την άποψη αυτή, η Επιτροπή ισχυρίζεται, κατ' αρχάς, ότι τα εγχώρια αποξηραμένα, αλίπαστα και καπνιστά κρέατα πουλερικών, αντίθετα με τα εισαγόμενα προϊόντα, δεν πλήττονται από τα επίδικα τέλη.
15
Η βελγική κυβέρνηση αναγκάστηκε να αναγνωρίσει την ορθότητα αυτού του ισχυρισμού. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση δήλωσε ότι είχαν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα για την κατάργηση των ελέγχων και της είσπραξης των επίδικων τελών κατά την εισαγωγή γι' αυτές τις κατηγορίες κρέατος· περαιτέρω, η βελγική κυβέρνηση πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι η εν λόγω κατάργηση είχε συντελεστεί με βασιλικό διάταγμα της 6ης Δεκεμβρίου 1983, το οποίο τροποποιεί το βασιλικό διάταγμα της 21ης Σεπτεμβρίου 1970.
16
Όσον αφορά αυτή την πλευρά της διαφοράς, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να δεχθεί να λάβει υπό σημείωση τη δήλωση της βελγικής κυβέρνησης και να δεχτεί ότι, πριν από την τροποποίηση της επίδικης ρύθμισης, η είσπραξη τελών κατά την εισαγωγή δεν έβρισκε γι' αυτές τις κατηγορίες κρέατος, καμία αντιστοιχία στα τέλη τα οποία πλήττουν ανάλογα εγχώρια προϊόντα. Επομένως, τα τέλη αυτά αποτελούσαν, όσον αφορά αυτές τις κατηγορίες κρέατος πουλερικών, επιβάρυνση ισοδύναμη προς τελωνειακούς δασμούς κατά την ανωτέρω έννοια.
17
Όσον αφορά τα τέλη πραγματογνωμοσύνης για το νωπό κρέας πουλερικών, η βελγική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι διαφορές στον τρόπο είσπραξης των τελών από τις διοικητικές υπηρεσίες για τις δυο ομάδες προϊόντων δικαιολογούνται από αντικειμενικούς λόγους. Τα ποσά των τελών υπολογίζονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε τα τέλη που βαρύνουν τα εισαγόμενα προϊόντα ανέρχονται στο 60 ο/ο των τελών που βαρύνουν τα εθνικά προϊόντα, γεγονός το οποίο εξηγείται από το ότι το 40 % των τελών πραγματογνωμοσύνης επί των εγχώριων προϊόντων χρησιμεύει για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, πριν και μετά τη σφαγή, ελέγχου ο οποίος δεν διενεργείται, τουλάχιστον στο εσωτερικό της χώρας, για τα εισαγόμενα προϊόντα, ενώ το 60 % των τελών επί των εγχώριων προϊόντων χρησιμεύει για την πραγματοποίηση των άλλων ελέγχων, που διενεργούνται μετά τη σφαγή μέχρι το στάδιο της κατανάλωσης, τόσο για τα εισαγόμενα όσο και για τα εγχώρια προϊόντα.
18
Σχετικά με το ζήτημα αυτό, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η είσπραξη των τελών πραγματογνωμοσύνης και για το εισαγόμενο και για το εγχώριο κρέας πουλερικών αποτελεί μέρος κανονιστικού συστήματος που στηρίζεται στον ίδιο βασικό νόμο. Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι τα τέλη εισαγωγής εισπράττονται δυνάμει διατάγματος της 21ης Σεπτεμβρίου 1970, ενώ τα τέλη που εισπράττονται για τον έλεγχο του εγχώριου κρέατος προέκυπταν, μέχρις ότου τα καθόρισε το κράτος με διάταγμα της 28ης Αυγούστου 1981, από κοινή συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερόμενων επαγγελματικών οργανώσεων. Επιπλέον, τα τέλη επί του εγχώριου κρέατος καταβάλλονται απευθείας στις επαγγελματικές οργανώσεις των οικείων κτηνιάτρων, ενώ τα τέλη κατά την εισαγωγή, τα οποία εισπράττονται από τις τελωνειακές αρχές, εγγράφονται στο γενικό προϋπολογισμό του κράτους και μόνο εμμέσως προορίζονται για την κάλυψη των δαπανών των υγειονομικών ελέγχων.
19
Επιπλέον, τα κριτήρια για τον υπολογισμό των τελών είναι διαφορετικά για τις δυο ομάδες προϊόντων. Στην περίπτωση του εγχώριου κρέατος, υπάρχει, αφενός, ένα κατ' αποκοπή ποσό για την επίσκεψη του πραγματογνώμονα κτηνιάτρου και, αφετέρου, ένα ορισμένο ποσό ανά ελεγχόμενο ζώο, το οποίο υπολογίζεται σε ποσό προσαρμοζόμενο στον τιμάριθμο. Τα τέλη που αφορούν το εισαγόμενο κρέας καθορίζονται σε σταθερό κατ'αποκοπήν ποσό ανά 100 χιλιόγραμμα ή μέρος των 100 χιλιόγραμμων και δεν προσαρμόζονται στον τιμάριθμο. Αυτές οι διαφορές κριτηρίων καθιστούν δυσχερή κάθε σύγκριση των επιβαρύνσεων που προκύπτουν πράγματι για τις δυο ομάδες προϊόντων.
20
Οι σχετικοί υπολογισμοί τους οποίους κατέθεσε η βελγική κυβέρνηση και δεν αμφισβήτησε η Επιτροπή, και αν υποτεθεί ότι είναι ορθοί, δεν έχουν, εν πάση περιπτώσει, ως αντικείμενο παρά τη σύγκριση των μέσων επιβαρύνσεων για τις δυο ομάδες προϊόντων. Αντίθετα, σε ορισμένες περιπτώσεις οι διαφορές κριτηρίων για τις δυο ομάδες μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα να πλήττονται βαρύτερα τα εισαγόμενα προϊόντα. Αυτό συμβαίνει ειδικότερα στην περίπτωση που το σταθερό ποσό οφείλεται για μικρό τμήμα των 100 χιλιόγραμμων, ιδίως όταν εισάγονται μειωμένες ποσότητες ή όταν η εισαγωγή γίνεται κατά το στάδιο όπου το εμπόρευμα προορίζεται να διατεθεί απευθείας στον καταναλωτή, χωρίς να έχει μεταποιηθεί στο Βέλγιο, και όπου, επομένως, είναι περιορισμένος ο αριθμός των διενεργούμενων στο Βέλγιο ελέγχων.
21
ΐ Επομένως, η εκτίμηση της επίδικης εθνικής ρύθμισης, τόσο ως προς τον τύπο όσο και ως προς το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της, καταδεικνύει ότι τα τέλη πραγματογνωμοσύνης που εισπράττονται για το εγχώριο κρέας δεν υπάγονται σε ένα γενικό σύστημα εσωτερικής φορολογίας το οποίο επιβάλλει την ίδια επιβάρυνση και σύμφωνα με τα ίδια κριτήρια και στα εθνικά και στα εισαγόμενα προϊόντα.
22
Κατά τη διάρκεια τόσο της προ της προσφυγής διαδικασίας όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, η βελγική κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι λαμβανομένων υπόψη των διαφορών των δαπανών ή τελών κτηνιατρικής επιθεώρησης από το ένα κράτος στο άλλο, αν καταργούνταν τα τέλη κτηνιατρικής επιθεώρησης κατά την εισαγωγή, θα δημιουργούνταν στρέβλωση του ανταγωνισμού εν περιπτώσει εξαγωγής από κράτος μέλος, όπου αυτές οι δαπάνες και τα τέλη είναι χαμηλά, προς άλλο κράτος μέλος όπου είναι υψηλότερα, προς ζημία αυτού του τελευταίου κράτους.
23
Αυτή η επιχειρηματολογία δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Η απαγόρευση επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς είναι γενική και δεν εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι πρέπει να έχει εναρμονιστεί προηγουμένως η τιμή κόστους, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων βαρών, των προϊόντων που πρέπει να μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα μέσα στην Κοινότητα. Άλλωστε, η αιτιολογία που προβλήθηκε τείνει να αποδείξει ότι τα επίδικα τέλη δεν εισπράττονται, ανεξάρτητα από την καταγωγή των προϊόντων, στο πλαίσιο ενός γενικού συστήματος εσωτερικής φορολογίας, αλλά ότι αντίθετα πλήττουν με ειδικό τρόπο τα εισαγόμενα προϊόντα, πράγμα που τα χαρακτηρίζει ως επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος με τελωνειακούς δασμούς. Το γεγονός ότι προορίζονται για να αντισταθμίσουν επιβαρύνσεις που πρέπει να υποστούν τα εγχώρια προϊόντα δεν αφαιρεί αυτόν το χαρακτηρισμό.
24
Από τα προηγούμενα προκύπτει, ότι το Βασίλειο του Βελγίου εισπράττοντας τέλη πραγματογνωμοσύνης κατά την εισαγωγή νωπών, αποξηραμένων, αλιπάστων και καπνιστών κρεάτων πουλερικών, τα οποία προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Επί των δικαστικών εξόδων
25
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι το Βασίλειο του Βελγίου ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Το Βασίλειο του Βελγίου, εισπράττοντας τέλη πραγματογνωμοσύνης επί των εισαγόμενων νωπών, αποξηραμένων, αλιπάστων και καπνιστών κρεάτων πουλερικών τα οποία προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2)
Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Menens de Wilman
Koopmans
Galmot
Mackenzie Stuart
O'Keeffe
Bosco
Everling
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 20 Μαρτίου 1984.
Κατ' εντολή
του γραμματέα
Η. Α. Rühi
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος
J. Menens de Wilmars
Full & Egal Universal Law Academy