Στην υπόθεση 320/82,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundessozialgericht προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Benito D'Amario
και
Landesversicherungsanstalt Schwaben,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, Α. O'Keeffe και G. Bosco, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: S. Rozès
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Πραγματικά περιστατικά
Η διάταξη περί παραπομπής, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Ο Benito D'Amario, αιτών στην κύρια δίκη και κάτοικος πάντοτε Ιταλίας, είναι υιός διακινούμενου εργαζομένου ιταλικής ιθαγένειας. Ο πατέρας του, ο οποίος πέθανε το 1980, εργάστηκε εν μέρει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και εν μέρει στην Ιταλία. Κατά συνέπεια συμπλήρωσε στη Γερμανία περίοδο ασφαλίσεως 83 μηνών και στην Ιταλία 111 μηνών. Αφού επέστρεψε στην Ιταλία, εξακολούθησε να εργάζεται ως μισθωτός μέχρι το Δεκέμβριο του 1974. Από 1ης Μαρτίου 1974, το Landesversicherungsanstalt Schwaben (εφεξής αποκαλούμενο: LVA Schwaben), καθού στην κύρια δίκη, του κατέβαλε σύνταξη ανικανότητας προς εργασία βάσει της γερμανικής νομοθεσίας, ενώ το Istituto Nazionale per la Previdenza Soziale (εφεξής αποκαλούμενο: INPS) του χορήγησε, επίσης, από 1ης Μαρτίου 1974, ιταλική σύνταξη αναπηρίας, καθώς και οικογενειακά επιδόματα, κατά την έννοια του άρθρου 77 του κανονισμού 1408/71.
Μετά το θάνατο του ασφαλισμένου, το LVA Schwaben χορήγησε σύνταξη χήρας, αλλά αρνήθηκε να χορηγήσει στον αιτούντα σύνταξη ορφανού, με τον ισχυρισμό ότι κατά το άρθρο 78 του κανονισμού 1408/71η σύνταξη αυτή έπρεπε να καταβληθεί αποκλειστικά από το INPS, διότι ο ασφαλισμένος είχε συμπληρώσει στην Ιταλία μακρότερη περίοδο ασφαλίσεως από ό,τι στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
Το άρθρο 78 του εν λόγω κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2864/72 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 227), έχει ως εξής:
«Ορφανά
1. Ο όρος «παροχές» υπό το πνεύμα του παρόντος άρθρου, προσδιορίζει τα οικογενειακά επιδόματα και, ανάλογα με την περίπτωση, τα συμπληρωματικά ή ειδικά επιδόματα που προβλέπονται για τα ορφανά, καθώς και τις συντάξεις ορφανών, με εξαίρεση των συντάξεων ορφανών που χορηγούνται βάσει συστημάτων ασφαλίσεως για εργατικά ατυχήματα και επαγγελματικές ασθένειες.
2. Οι παροχές για ορφανά χορηγούνται, οποιοδήποτε κι αν είναι το κράτος μέλος κατοικίας του ορφανού ή του φυσικού ή νομικού προσώπου που βαρύνεται με την πραγματική συντήρηση του, κατά τους ακόλουθους κανόνες:
α)
...
β)
για το ορφανό αποθανόντος εργαζομένου, ο οποίος είχε υπαχθεί στις νομοθεσίες πολλών κρατών μελών:
i)
σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους, στο έδαφος του οποίου κατοικεί το ορφανό, αν το δικαίωμα για μία από τις παροχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εγεννήθη κατά τη νομοθεσία του κράτους αυτού, (...)
ii)
στις υπόλοιπες περιπτώσεις, σύμφωνα με εκείνη από τις νομοθεσίες των κρατών αυτών, στην οποία ο αποθανών εργαζόμενος είχε υποβληθεί για το πιο μακρύ χρονικό διάστημα, αν το δικαίωμα για μία από τις παροχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εγεννήθη κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής (...).
Η νομοθεσία του κράτους μέλους που ισχύει για την καταβολή των παροχών που αναφέρονται στο άρθρο 77 υπέρ των τέκνων δικαιούχου συντάξεων, εξακολουθεί εντούτοις να ισχύει μετά το θάνατο του δικαιούχου αυτού για την καταβολή των παροχών στα ορφανά του.»
Το INPS κατέβαλε μια σύνταξη ορφανού, πλην όμως ο αιτών ήθελε να λάβει τη γερμανική σύνταξη. Το Sozialgericht του Augsburg έκανε δεκτή σχετική προσφυγή που άσκησε ο αιτών. Με απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1981, το LVA Schwaben υποχρεώθηκε να χορηγήσει στον αιτούντα σύνταξη ορφανού για την περίοδο από 1ης Φεβρουαρίου 1980 μέχρι 31ης Οκτωβρίου 1981, ενώ ο τελευταίος έπρεπε να δεχτεί ότι το ποσό που λαμβάνει από το INPS, σύμφωνα με την ιταλική νομοθεσία, πρέπει να συνυπολογιστεί στην εν λόγω σύνταξη.
Ενώπιον του Bundessozialgericht, το καθού ισχυρίσθηκε ότι το Sozialgericht του Augsburg δεν είχε τηρήσει το άρθρο 78, παράγραφος 2, στοιχείο 6, υπό i), του κανονισμού 1408/71. Κατά τη διάταξη αυτή, ο μόνος που υποχρεούται σε παροχές προς το ορφανό είναι το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου αυτός κατοικεί, εφόσον γεννάται δικαίωμα δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας του κράτους αυτού. Ο κοινοτικός νομοθέτης, θεσπίζοντας τα άρθρα 78 και επ. του εν λόγω κανονισμού, απέβλεψε στο να επιτευχθεί μια απλούστευση της διαδικασίας χορηγήσεως οικογενειακών επιδομάτων (στα οποία συμπεριλαμβάνεται η σύνταξη ορφανού), καθιστώντας ένα και μόνο κράτος μέλος αρμόδιο για τη χορήγηση. Θα ήταν αντίθετη προς το σκοπό αυτό η υποχρέωση καταβολής της διαφοράς μεταξύ της γερμανικής και της ιταλικής συντάξεως ορφανού. Αντίθετα, ο αιτών θεώρησε ότι η εφαρμογή των άρθρων 78 και επ. δεν πρέπει να συνεπάγεται απώλεια ή μείωση των δικαιωμάτων που έχουν αποκτηθεί βάσει αποκλειστικά των εθνικών περιόδων ασφαλίσεως.
Το Bundessozialgericht θεώρησε ότι η διαφορά δημιουργούσε προβλήματα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου και, με διάταξη της 6ης Οκτωβρίου 1982, αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, να αναστείλει τη διαδικασία, μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί προδικαστικώς στο ακόλουθο ερώτημα:
«Ένας ορφανός ιταλικής ιθαγενείας, ο οποίος είχε πάντοτε την κατοικία του στην Ιταλία, δικαιούται από το γερμανικό συνταξιοδοτικό ασφαλιστικό φορέα συμπληρωματικό ποσό στη σύνταξη ορφανού, η οποία του χορηγείται από τον ιταλικό ασφαλιστικό συνταξιοδοτικό φορέα, όταν ο αποθανών πατέρας έχει καταβάλει εισφορές στο γερμανικό και ιταλικό ασφαλιστικό συνταξιοδοτικό φορέα, όταν όμως αρκούν μόνες οι γερμανικές εισφορές για τη θεμελίωση δικαιώματος συντάξεως ορφανού βάσει της γερμανικής νομοθεσίας;»
Στο σκεπτικό της διατάξεως περί παραπομπής, το Bundessozialgericht διαπιστώνει ότι ο ασφαλισμένος εργαζόμενος εισέπραττε ήδη οικογενειακό επίδομα για τον αιτούντα από το INPS. Από το άρθρο 78, παράγραφος 2, τελευταία φράση, του κανονισμού 1408/71 προκύπτει ότι, μετά το θάνατο του ασφαλισμένου εργαζομένου, εξακολουθούσε να είναι εφαρμοστέα η ιταλική νομοθεσία. Υπέρ της απόψεως ότι αποκλειστικά αρμόδιο είναι ένα μόνο κράτος μέλος για την καταβολή συντάξεως ορφανού, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του κράτους αυτού, συνηγορούν επίσης η διατύπωση και η όλη οικονομία των άρθρων 77 και επ. του προαναφερθέντος κανονισμού. Παρ' ολ' αυτά, με την απόφαση του της 9ης Ιουλίου 1980 (Gravina, 807/79, Sig. σ. 2205), το Δικαστήριο έκρινε αναγκαία τη χορήγηση συμπληρωματικού ποσού στη σύνταξη ορφανού, όταν μόνη η εθνική νομοθεσία θεμελιώνει δικαίωμα για ποσό υψηλότερο από εκείνο που θεμελιώνεται με τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους μέλους για τη χορήγηση παροχής κατά τα άρθρα 77 και επ. του κανονισμού 1408/71.
Το παραπέμπον δικαστήριο έχει αμφιβολίες όσον αφορά τη μεταφορά των αρχών, που έθεσε η προαναφερθείσα απόφαση, στην παρούσα υπόθεση, την οποία χαρακτηρίζουν ιδιομορφίες δυνάμενες να δικαιολογήσουν άλλη λύση, δηλαδή την εφαρμογή μόνης της ιταλικής νομοθεσίας, αποκλειομένου κάθε δικαιώματος που θεμελιώνεται βάσει της γερμανικής νομοθεσίας. Οι ιδιομορφίες αυτές μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
α)
ο δεδηλωμένος σκοπός του κοινοτικού νομοθέτη, που συνίσταται στην επίτευξη μιας απλής και ταχείας διοικητικής διαδικασίας, θα διακινδύνευε από μια περίπλοκη κατανομή δικαιωμάτων από διοικητικής πλευράς·
β)
μολονότι, σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση 807/79, θα έπρεπε να χορηγηθεί συμπληρωματικό ποσό με αποκλειστική αναφορά στην υπολογιζόμενη κατά την εθνική νομοθεσία σύνταξη, αυτό δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί βάσει αποκλειστικά των εθνικών κανόνων. Πράγματι, το γερμανικό δίκαιο δεν περιέχει νομική βάση για ένα τέτοιο συμπληρωματικό ποσό·
γ)
στην υπόθεση 807/79, τα ορφανά εισέπρατταν ήδη μια σύνταξη ορφανού δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας, ενώ στην προκειμένη περίπτωση αυτό δεν είχε συμβεί ακόμη
δ)
ο αιτών της κύριας δίκης ουδέποτε κατοίκησε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
Η διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Δεκεμβρίου 1982.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν το LVA Schwaben, καθού της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενο από το διευθυντή του Wanders, η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από το νομικό σύμβουλο του κράτους Pier Giorgio Ferri, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Manfred Beschel, μέλος της νομικής της υπηρεσίας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Με διάταξη της 4ης Μαΐου 1983, το Δικαστήριο αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, να αναθέσει την υπόθεση στο πρώτο τμήμα.
II — Περίληψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Α — Παρατηρήσεις τον καθού της κύριας δίκης
Το Kaêov της κύριας δίκης παρατηρεί ότι το επίμαχο θέμα στην παρούσα διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι το αν οι αρχές που έθεσε το Δικαστήριο στην υπόθεση 807/79 (Sig. 1980, σ. 2205) ασκούν επιρροή εν προκειμένω. Με μια προκαταρκτική παρατήρηση, διευκρινίζει ότι οι οικείοι γερμανικοί φορείς αντλούν από την απόφαση στην υπόθεση αυτή τις ακόλουθες αρχές:
α)
η μεταφορά της κατοικίας από το έδαφος κράτους μέλους στο έδαφος άλλου κράτους μέλους δημιουργεί την υποχρέωση καταβολής παροχών στο φορέα του νέου κράτους κατοικίας'
β)
η υποχρέωση καταβολής παροχών, που βαρύνει το φορέα του νέου κράτους κατοικίας, δεν εξαφανίζει εντούτοις το δικαίωμα υψηλότερων παροχών βάσει της νομοθεσίας του προηγούμενου κράτους κατοικίας·
γ)
αν το ποσό που οφείλει να καταβάλει το νέο κράτος κατοικίας είναι κατώτερο από το ποσό της παροχής που οφείλεται βάσει μόνης της νομοθεσίας του προηγούμενου κράτους κατοικίας, ο φορέας του τελευταίου κράτους βαρύνεται με την καταβολή συμπληρωματικού ποσού ίσου προς τη διαφορά μεταξύ των δύο ποσών.
Μέσα σ' αυτή την αλληλουχία σκέψεων, το καθού της κύριας δίκης προβάλλει, κατ' ουσίαν, δύο επιχειρήματα προς υποστήριξη της απόψεως του, κατά την οποία στο ερώτημα που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο προσήκει αρνητική απάντηση.
Πρώτον, το καθού παρατηρεί ότι τα περιστατικά της υποθέσεως 807/79 παρουσιάζουν ουσιώδη διαφορά σε σχέση με τα περιστατικά της προκείμενης υποθέσεως. Ενώ οι αιτούντες στην υπόθεση 807/79 ήταν δικαιούχοι συντάξεως ορφανού λόγω της κατοικίας τους στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και εισέπρατταν πράγματι παροχές, στην προκείμενη περίπτωση ουδέποτε έχει καταβληθεί τέτοια σύνταξη από γερμανικό φορέα, ο δε αιτών της κύριας δίκης ουδέποτε έζησε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Το καθού προσθέτει ότι, αν ληφθούν υπόψη οι αποφάσεις που έχει εκδώσει μέχρι σήμερα το Δικαστήριο σε παρόμοιες περιπτώσεις, μπορεί να διαπιστωθεί ότι η πραγματική είσπραξη οικογενειακής παροχής, προ της μεταφοράς της κατοικίας, υπήρξε πάντοτε προσδιοριστική. Ισχυρίζεται εν συνεχεία ότι ο αιτών της κύριας δίκης, κατοικώντας πάντοτε στην Ιταλία, δεν απόκτησε, λόγω του θανάτου του ασφαλισμένου, παρά δικαίωμα συντάξεως εις βάρος του ιταλικού ασφαλιστικού οργανισμού. Αυτό προκύπτει από το άρθρο 78, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71. Συνοψίζοντας, αυτό θα συνέβαινε μόνο αν ο αιτών είχε ζήσει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά το χρόνο του θανάτου του ασφαλισμένου, οπότε θα μπορούσε να γίνει αναφορά σε μια νομική κατάσταση για προστασία που θα αφορούσε επίσης το γερμανικό φορέα ασφαλίσεως.
Δεύτερον, το καθού ισχυρίζεται ότι το άρθρο 78 του κανονισμού 1408/71 είναι κανόνας άρσεως συγκρούσεων, που σκοπό έχει τη γένεση δικαιώματος εις βάρος του φορέα του κράτους κατοικίας. Η χορήγηση συμπληρωματικού ποσού ίσου προς τη διαφορά σε σχέση με τη γερμανική σύνταξη ορφανού είναι, κατά συνέπεια, σαφώς αντίθετη προς τη θέληση του κοινοτικού νομοθέτη να καθορίζονται πάντοτε οι οικογενειακές παροχές αποκλειστικά σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους κατοικίας, εξαιρέσεις δε να προβλέπονται μόνο στις περιπτώσεις όπου η νομοθεσία του κράτους κατοικίας δεν θεμελιώνει δικαίωμα παροχής. Εξάλλου, δεδομένου ότι το ποσό καθεμιάς από τις εθνικές οικογενειακές παροχές συνδέεται αρρήκτως με το ποσό των εισφορών σε κάθε κράτος μέλος, δεν θα ήταν λογικό να υποχρεώνονται τα κράτη μέλη να χορηγούν τις παροχές τους ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας. Επιπλέον, τέτοια υποχρέωση θα ευνοούσε όχι την ενότητα αλλά, αντιθέτως, τη διάσταση των κρατών μελών μεταξύ τους στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής. Στο πνεύμα της επιδιωκόμενης εναρμονίσεως των συστημάτων ασφαλίσεως, πρέπει επομένως να δοθεί περισσότερο βάρος στη διάθεση των κρατών να αναγνωρίζουν αμοιβαία τις εθνικές περιόδους ασφαλίσεως, παρά στο στόχο της προσεγγίσεως, ως προς το ποσό τους και μόνον, των διαφόρων παροχών μέσα στα κράτη μέλη.
Β — Παρατηρήσεις της ιταΑικής κυβερνήσεως
Κατά την ιταλική κυβέρνηση, η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 807/79 επιβεβαίωσε για μια ακόμα φορά ότι ο σκοπός του άρθρου 51 της συνθήκης ΕΟΚ δεν επιτυγχάνεται αν οι εργαζόμενοι, λόγω της ασκήσεως του δικαιώματος τους να κυκλοφορούν ελεύθερα, έπρεπε να χάνουν τα πλεονεκτήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που τους εξασφαλίζει η νομοθεσία ενός και μόνον κράτους μέλους. Επομένως, απ' αυτό έπεται ότι οι κοινοτικές διατάξεις δεν είναι δυνατό να εφαρμοστούν κατά τρόπο που να στερούν το διακινούμενο εργαζόμενο ή τους έλκοντες από αυτόν δικαίωμα του ευεργετήματος που απορρέει αυτοτελώς από τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους. Ο γενικός σκοπός του κανονισμού 1408/71 έγκειται επίσης στο να διασφαλίζεται στο διακινούμενο εργαζόμενο το πιο πλεονεκτικό αποτέλεσμα, που απορρέει γι' αυτόν από τις περιόδους ασφαλίσεως οι οποίες έχουν συμπληρωθεί στα διάφορα κράτη μέλη.
Μολονότι η ερμηνεία του άρθρου 78 του προαναφερθέντος κανονισμού πρέπει να παραμείνει συνδεδεμένη με αυτές τις ενδείξεις αρχής, δεν είναι δυνατό να δοθεί διαφορετική λύση στο ερώτημα που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο από εκείνη που έχει ήδη γίνει δεκτή στην υπόθεση 807/79. Το γεγονός ότι, στην προκείμενη περίπτωση, η μεταφορά της κατοικίας αφορούσε μόνο τον ασφαλισμένο εργαζόμενο δεν μπορεί να έχει σημαντική αξία. Πράγματι, η εν λόγω παροχή αποτελεί μέρος του συνόλου των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από την κατάσταση του εργαζομένου στον τομέα της ασφαλίσεως, τα οποία ο τελευταίος πρέπει να μπορεί να διατηρεί για τον ίδιο και για τα μέλη της οικογένειας του, μετακινούμενος μέσα στην Κοινότητα.
Εν συμπεράσματι, η ιταλική κυβέρνηση προτείνει να δοθεί καταφατική απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα.
Γ — Παρατηρήσεις της Επιτροπής
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υπογραμμίζει πρώτον ότι το προδικαστικό ερώτημα δεν αναφέρει ρητώς τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου των οποίων ζητείται η ερμηνεία. Το παραπέμπον δικαστήριο παρέθεσε, στο σκεπτικό της διατάξεως του, γενικά τα άρθρα 77 και επ. του κανονισμού 1408/71, ενώ το καθού φρονεί προδήλως ότι εκείνο που χρειάζεται ερμηνεία είναι το περιεχόμενο του άρθρου 78, παράγραφος 2, στοιχείο 6), υπό i), του εν λόγω κανονισμού. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, πάντως, το ερώτημα δεν μπορεί παρά να αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 78, παράγραφος 2, τελευταία φράση, σε συνδυασμό με το άρθρο 77 του κανονισμού 1408/71. Πράγματι, προ του θανάτου του, ο πατέρας του αιτούντος ελάμβανε από το INPS οικογενειακά επιδόματα κατά την έννοια του άρθρου 77. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το άρθρο 78, παράγραφος 2, τελευταία φράση, έχει εν προκειμένω εφαρμογή.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται εν συνεχεία ότι ο θάνατος του ασφαλισμένου, όπως τον εξέθεσε το παραπέμπον δικαστήριο, γέννησε συγχρόνως υπέρ του υιού του δικαίωμα συντάξεως ορφανού, σύμφωνα με τις γερμανικές διατάξεις και μόνο. Η Επιτροπή, αναφερόμενη στις γενικές αρχές που έχουν θεσπιστεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου στον τομέα αυτό, φρονεί ότι ο αιτών δεν μπορεί να προβάλει το δικαίωμα που θεμελιώνεται βάσει της γερμανικής νομοθεσίας μέχρι του ποσού των παροχών που χορηγούνται βάσει της ιταλικής, δεδομένου ότι η διαφορά πρέπει να καταβληθεί πάντως από το γερμανικό ασφαλιστικό φορέα. Προτείνει επομένως να επιλυθεί το πρόβλημα μέσω μιας αντισταθμίσεως των «συντρεχουσών» παροχών των οικείων κρατών μελών.
Η Επιτροπή δεν αρνείται ότι η λύση αυτή θα μπορούσε να προκαλέσει δυσχέρειες διοικητικής φύσεως. Εντούτοις, οι δυσχέρειες αυτές δεν είναι δυνατό να υπερπηδηθούν, μειώνοντας απλώς και μόνο τα υφιστάμενα δικαιώματα. Τέτοια μείωση θα ήταν αντίθετη προς το σκοπό που επιδιώκει το άρθρο 51 της συνθήκης ΕΟΚ, ο οποίος έγκειται στο να εξασφαλίζεται, σε όλες τις περιπτώσεις, στο διακινούμενο εργαζόμενο το πλέον υψηλό δικαίωμα που θα μπορούσε να αποκτήσει βάσει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους. Μείωση των κεκτημένων δικαιωμάτων δεν απορρέει ούτε από τη φύση των άρθρων 77 και 78 του κανονισμού 1408/71.
Το γεγονός ότι ένας κοινοτικός κανόνας χαρακτηρίζεται από τη θεωρία ως κανόνας άρσεως συγκρούσεων είναι άνευ σημασίας. Εκείνο που έχει σημασία είναι μόνο το νομικό αποτέλεσμα του κοινοτικού κανόνα. Η Επιτροπή φρονεί ότι κανένας κοινοτικός κανόνας, ασχέτως του νομικού χαρακτηρισμού του, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση κεκτημένων δικαιωμάτων που έχουν αποκτηθεί βάσει μόνο μιας εθνικής νομοθεσίας.
Η Επιτροπή παρατηρεί ακόμη ότι η κατοικία του αιτούντος δεν πρέπει να παίζει κανένα ρόλο, καθόσον η ίδια η γερμανική νομοθεσία δεν της προσδίδει καμιά σημασία. Προσθέτει δε ότι, αν ο πατέρας του αιτούντος είχε παραμείνει στη Γερμανία, τα οικογενειακά επιδόματα θα του είχαν χορηγηθεί βάσει του άρθρου 77 του κανονισμού 1408/71 για τον υιό του που ζούσε στην Ιταλία. Αν είχε πεθάνει στη Γερμανία, ο γερμανικός ασφαλιστικός φορέας θα ήταν επομένως υποχρεωμένος να χορηγήσει στον υιό του σύνταξη ορφανού βάσει του άρθρου 78, παράγραφος 2, τελευταία φράση, του εν λόγω κανονισμού, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ο υιός του ασφαλισμένου ουδέποτε κατοίκησε στη Γερμανία. Σχετικώς, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι στην υπόθεση 733/79 (CCAF κατά Laterza, Sig. 1980, σ. 1915), τα τέκνα υπέρ των οποίων είχαν χορηγηθεί οικογενειακά επιδόματα βάσει της βελγικής νομοθεσίας ουδέποτε είχαν κατοικήσει στο Βέλγιο. Κατά τα λοιπά, δεν είναι σπάνια η περίπτωση κατά την οποία τα τέκνα των διακινούμενων εργαζομένων παραμένουν στις χώρες καταγωγής τους.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται τέλος ότι, αν ο αιτών μπορούσε να επικαλεστεί μόνο το δικαίωμα που γεννάται βάσει της ιταλικής νομοθεσίας, θα βρισκόταν σε μια κατάσταση λιγότερο πλεονεκτική από το ορφανό του οποίου ο πατέρας ουδέποτε άσκησε το δικαίωμα του να κυκλοφορεί ελεύθερα, παρέμεινε πάντοτε στη Γερμανία και συμπλήρωσε στη χώρα αυτή τις ίδιες περιόδους καταβολής εισφορών με τον πατέρα του αιτούντος.
Για όλους αυτούς τους λόγους, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το Bundessozialgericht:
«Το άρθρο 78, παράγραφος 2, τελευταία φράση, σε συνδυασμό με το άρθρο 77 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι το δικαίωμα παροχών εις βάρος του αρμόδιου κράτους, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, δεν έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια του δικαιώματος προς υψηλότερες παροχές που γεννάται βάσει μόνης της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους. Αν το πραγματικό ποσό των παροχών στο πρώτο κράτος μέλος είναι χαμηλότερο από το ποσό των παροχών που προβλέπεται από μόνη τη νομοθεσία του άλλου κράτους μέλους, τότε το ορφανό μπορεί να αξιώσει, εις βάρος του αρμόδιου ασφαλιστικού φορέα του κράτους αυτού, συμπληρωματικό ποσό αντίστοιχο προς τη διαφορά μεταξύ των δύο ποσών.»
III — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιουλίου του 1983 ανέπτυξαν τις προφορικές τους παρατηρήσεις ο αιτών στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενος από το δικηγόρο Μονάχου Jürgen Ståhlberg, το καθού στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενο από το διευθυντή του LVA Schwaben, κύριο Wanders, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Manfred Beschel, μέλος της νομικής της υπηρεσίας.
Η Επιτροπή υπογράμμισε με την ευκαιρία αυτή ότι η λύση που πρότεινε με τις γραπτές της παρατηρήσεις δεν 8α οδηγήσει σε ανυπέρβλητες από διοικητικής πλευράς, δυσχέρειες. Σχετικά, αναφέρεται στην απόφαση της διοικητικής επιτροπής για την κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων, της 20ής Απριλίου 1983, η οποία αναφέρει τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθηθούν και προσδιορίζει τον τρόπο συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων φορέων, όπως προκύπτουν από τις λύσεις που δέχθηκε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις του στις υποθέσεις 100/78 (Rossi), 733/79 (Laterza) και 807/79 (Gravina) (EE C 295, της 2. 11. 1983).
O γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με διάταξη της 6ης Οκτωβρίου 1982, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, το Bundessozialgericht υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 77 και 78 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73).
2
Το ερώτημα αυτό διατυπώνεται ως εξής:
«Ένας ορφανός ιταλικής ιθαγενείας, ο οποίος είχε πάντοτε την κατοικία του στην Ιταλία, δικαιούται από το γερμανικό συνταξιοδοτικό ασφαλιστικό φορέα συμπληρωματικό ποσό στη σύνταξη ορφανού, η οποία του χορηγείται από τον ιταλικό ασφαλιστικό συνταξιοδοτικό φορέα, όταν ο αποθανών πατέρας είχε καταβάλει εισφορές στο γερμανικό και ιταλικό ασφαλιστικό συνταξιοδοτικό φορέα, αρκούν δε μόνες οι γερμανικές εισφορές για τη θεμελίωση δικαιώματος συντάξεως ορφανού βάσει της γερμανικής νομοθεσίας;»
3
Με το ερώτημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο ζητεί να μάθει κατά πόσο το δικαίωμα λήψεως συντάξεως ορφανού, όταν ο αποθανών πατέρας είχε υπαχθεί στις νομοθεσίες περισσοτέρων του ενός κρατών μελών, προσδιορίζεται αποκλειστικά από τη νομοθεσία του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο για τη χορήγηση της εν λόγω παροχής σύμφωνα με τα άρθρα 77 και 78 του κανονισμού 1408/71 (εν προκειμένω της Ιταλίας) ή, αντιθέτως, ο φορέας άλλου κράτους μέλους, του οποίου μόνη η νομοθεσία θεμελιώνει δικαίωμα υψηλότερης συντάξεως (εν προκειμένω η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας), υποχρεούται να χορηγήσει συμπλήρωμα που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των δύο ποσών.
4
Με την απόφαση του της 9ης Ιουνίου 1980 (Gravina, 807/79, Sig. σ. 2205), το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι ο σκοπός του άρθρου 51 της συνθήκης δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αν οι εργαζόμενοι, συνεπεία της ασκήσεως του δικαιώματος τους να κυκλοφορούν ελεύθερα, έπρεπε να απωλέσουν τα πλεονεκτήματα της κοινωνικής ασφαλίσεως που τους εξασφαλίζει, εν πάση περιπτώσει, μόνη η νομοθεσία ενός κράτους μέλους. Κατά συνέπεια, η σχετική με την κοινωνική ασφάλιση κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν μπορεί να εφαρμοστεί, πλην ρητής εξαιρέσεως σύμφωνα με τους στόχους της συνθήκης, κατά τρόπο που να αφαιρεί από το διακινούμενο εργαζόμενο ή από τους έλκοντες από αυτόν δικαίωμα το ευεργέτημα των παροχών που χορηγούνται δυνάμει μόνης της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους.
5
Από την προπαρατεθείσα απόφαση συνάγεται ότι το άρθρο 78 του κανονισμού 1408/71 δεν μπορεί να ερμηνευτεί κατά τρόπο ώστε να στερεί τα ορφανά αποβιώσαντος εργαζομένου, ο οποίος είχε υπαχθεί στις νομοθεσίες περισσοτέρων του ενός κρατών μελών, του ευεργετήματος παροχών που αποκτήθηκαν δυνάμει μόνης της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους, αν οι παροχές αυτές είναι υψηλότερες από εκείνες που χορηγούνται από το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου έχει μεταφερθεί η κατοικία των ορφανών.
6
Το Bundessozialgericht διστάζει να εφαρμόσει την ερμηνεία αυτή στην υπόθεση που έχει αχθεί ενώπιον του. Εκθέτει ότι η υπόθεση αυτή δεν αφορά ορφανό του οποίου έχει μεταφερθεί η κατοικία, εφόσον ο αιτών στην κύρια δίκη είχε πάντοτε την κατοικία του στην Ιταλία, όπου ο πατέρας του υπήγετο στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως πριν μεταβεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για να εργαστεί και όπου τα οικογενειακά επιδόματα είχαν χορηγηθεί από τον ιταλικό φορέα σύμφωνα με το άρθρο 77 του κανονισμού 1408/71. Εξάλλου, το Bundessozialgericht παρατηρεί ότι η εφαρμογή μόνου του ιταλικού συστήματος, αποκλειόμενης κάθε παροχής που χορηγείται βάσει της γερμανικής νομοθεσίας, παρίσταται σύμφωνη με το σκοπό του κοινοτικού νομοθέτη, ο οποίος συνίσταται στην επίτευξη απλής και ταχείας διοικητικής διαδικασίας.
7
Πρέπει πρώτον να υπομνηστεί ότι, για την εφαρμογή των άρθρων 77 και 78 του κανονισμού 1408/71, δεν ασκεί επιρροή το αν η κατοικία του ορφανού βρισκόταν πάντοτε σ' ένα κράτος μέλος ή αν την μετέφερε εκεί. Πράγματι, όπως έχει ήδη παρατηρήσει το Δικαστήριο, σχετικά με τα οικογενειακά επιδόματα, με την απόφαση του της 12ης Ιουνίου 1980 (Laterza, 733/79, Sig. σ. 1915), οι αρχές από τις οποίες διαπνέεται ο κανονισμός αυτός επιβάλλουν όπως, όταν το ποσό των παροχών που χορηγούνται από το κράτος κατοικίας είναι κατώτερο από το ποσό των παροχών που χορηγούνται από το άλλο κράτος μέλοςοφειλέτη, ο εργαζόμενος ή ο έλκων από αυτόν δικαιώματα διατηρεί το ευεργέτημα του υψηλότερου ποσού και λαμβάνει, εις βάρος του αρμόδιου φορέα του τελευταίου κράτους μέλους, συμπλήρωμα παροχής ίσο προς τη διαφορά μεταξύ των δύο ποσών.
8
Μολονότι αληθεύει ότι η ταυτόχρονη χορήγηση παροχών διαφόρων κρατών μελών μπορεί, στην περίπτωση παροχών προς ορφανά, να δημιουργήσει πρακτικές δυσχέρειες οι οποίες, επί του παρόντος, δεν έχουν ακόμα προβλεφθεί από τις κοινοτικές διατάξεις περί εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, αυτό όμως και μόνο το γεγονός δεν μπορεί να δικαιολογήσει ερμηνεία του κανονισμού αυτού σύμφωνα με την οποία η εφαρμογή της νομοθεσίας κράτους μέλους αποτελεί εμπόδιο στην καταβολή ευνοϊκότερων παροχών, που οφείλονται δυνάμει μόνης της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.
9
Από τα παραπάνω έπεται ότι τα περιστατικά και οι σκέψεις που αναφέρει το εθνικό δικαστήριο δεν μπορούν να δικαιολογήσουν απόκλιση από τη νομολογία σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 51 της συνθήκης και του κανονισμού 1408/71.
10
Υπό τις περιστάσεις αυτές, στο ερώτημα που υποβλήθηκε προσήκει η απάντηση ότι τα άρθρα 77 και 78 του κανονισμού 1408/71 πρέπει να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι το δικαίωμα λήψεως συντάξεως ορφανού που θεμελιώνεται βάσει της νομοθεσίας του αρμόδιου κράτους μέλους, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, δεν εξαφανίζει, όταν ο αποθανών πατέρας είχε υπαχθεί στις νομοθεσίες περισσοτέρων του ενός κρατών μελών, το δικαίωμα υψηλότερων παροχών ορφανού βάσει μόνης της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους. Όταν το ποσό των παροχών που πράγματι εισπράττονται στο πρώτο κράτος μέλος είναι κατώτερο του ποσού των παροχών που προβλέπονται από μόνη τη νομοθεσία του άλλου κράτους μέλους, το ορφανό δικαιούται, εις βάρος του αρμόδιου φορέα του τελευταίου κράτους, συμπλήρωμα ίσο προς τη διαφορά μεταξύ των δύο ποσών.
Επί των δικαστικών εξόδων
11
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η ιταλική κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει, έναντι των διαδίκων της κύριας δίκης, το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τρμήμα)
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Bundessozialgericht, με την από 6ης Οκτωβρίου 1982 διάταξη, αποφαίνεται:
Τα άρθρα 77 και 78 του κανονισμού 1408/71 πρέπει να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι το δικαίωμα λήψεως συντάξεως ορφανού που θεμελιώνεται βάσει της νομοθεσίας του αρμόδιου κράτους μέλους, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, δεν εξαφανίζει, όταν ο αποθανών πατέρας είχε υπαχθεί στις νομοθεσίες περισσοτέρων του ενός κρατών μελών, το δικαίωμα υψηλότερων παροχών ορφανού βάσει μόνης της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.
Όταν το ποσό των παροχών που πράγματι εισπράττεται στο πρώτο κράτος μέλος είναι κατώτερο του ποσού των παροχών που προβλέπονται από μόνη τη νομοθεσία του άλλου κράτους μέλους, το ορφανό δικαιούται, εις βάρος του αρμόδιου φορέα του τελευταίου κράτους, συμπλήρωμα ίσο προς τη διαφορά μεταξύ των δύο ποσών.
Koopmans
O'Keeffe
Bosco
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 24 Νοεμβρίου 1983.
Κατ' εντολή
του γραμματέα
Η. Α. Rühi
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
Τ. Koopmans
Full & Egal Universal Law Academy