Στην υπόθεση 325/82,
Επιτροπη των Ευρωπαϊκων Κοινοτητων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Erich Zimmermann, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής υπηρεσίας της, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοσπονδιακης Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τους δικηγόρους Arved Deringer και Jochim Sedemund, Heumarkt 14, D-5000 Köln 1, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, 20-22, avenue Émile-Reuter,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του κοινοτικού φορολογικού δικαίου εφόσον επιτρέπει, με την ευκαιρία μικρών κρουαζιέρων στη Βόρεια Θάλασσα και στη Βαλτική, την πώληση εμπορευμάτων που δεν έχουν επιβαρυνθεί με φόρο κύκλου εργασιών και ειδικούς φόρους καταναλώσεως σε ταξιδιώτες, οι οποίοι στη συνέχεια τα εισάγουν κατά την επιστροφή τους ατελώς στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους J. Mertens de Wilmars, πρόεδρο, Τ. Koopmans και Y. Galmot, προέδρους τμήματος, P. Pescatore, Mackenzie Stuart, A. O'Keeffe, G. Bosco, 0. Due και U. Everling, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: S. Rozès
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλου9η
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα και ot ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
I — Τα πραγματικά περιστατικά
1. Το ιστορικό της διαφοράς
—
Αφετηρία της παρούσας προσφυγής είναι οι καταστάσεις που δημιουργούνται με την ευκαιρία θαλάσσιων εκδρομών ή σύντομων διαδρομών στη Βόρεια Θάλασσα και στη Βαλτική από την πώληση ατελώς, σε πλοία ή πορθμεία, διαφόρων εμπορευμάτων, τα οποία κατόπιν εισάγονται στα κράτη μέλη με απαλλαγή από δασμούς, γεωργικές εισφορές και φόρους κύκλου εργασιών ή ειδικούς φόρους καταναλώσεως.
—
Τα περιστατικά που οδήγησαν την Επιτροπή στην άσκηση της παρούσας προσφυγής ομοιάζουν με εκείνα που ώθησαν το Finanzgericht του Αμβούργου να υποβάλει στο Δικαστήριο μία πρώτη αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 7ης Ιουλίου 1981 (Rewe-Handelsgesellschaft Nord mbH και Rewe-Markt Steffen, υπόθεση 158/80, Συλλογή σ. 1805). Στην εν λόγω υπόθεση, το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί του ζητήματος αν, και σε ποιο μέτρο, συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο η διάθεση εμπορευμάτων με απαλλαγή από δασμολογικές και φορολογικές επιβαρύνσεις στα «πλοία βουτύρου» και η εισαγωγή των προϊόντων αυτών ατελώς με τις αποσκευές των ταξιδιωτών.
—
Το ίδιο Finanzgericht υπέβαλε στο Δικαστήριο δεύτερη αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως (υπόθεση 278/82, Rewe-Handelsgesellschaft Nord mbH, Höhndorf και εταιρεία Rewe-Markt Herbert Kurek, Niendorf κατά Hauptzollämter (κεντρικών τελωνείων) Flensburg, Itzehoe και Lübeck, εκκρεμής ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου), με την οποία ερωτάται αν οι διευκολύνσεις όσον αφορά δασμούς, επιβαρύνσεις που εισπράττονται κατά την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων ή φόρους κύκλου εργασιών και ειδικούς φόρους καταναλώσεως που προβλέπονται αντίστοιχα στους κανονισμούς 1544/69 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1969, όπως τροποποιήθηκε, 1818/75 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουλίου 1975, όπως τροποποιήθηκε και στην οδηγία 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, όπως τροποποιήθηκε, ισχύουν επίσης για τα εμπορεύματα που δεν βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών ή που δεν έχουν επιβαρυνθεί με φόρο κύκλου εργασιών ούτε με ειδικούς φόρους καταναλώσεως στα κράτη μέλη ή σε τρίτες χώρες, όταν τα εμπορεύματα αυτά αγοράστηκαν από ταξιδιώτες είτε σε πορθμεία που εκτελούν τη μεταφορά ταξιδιωτών μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας είτε σε πορθμεία που εκτελούν ενδοκοινοτική μεταφορά ταξιδιωτών, ή σε πλοία που συνδέουν λιμένα κράτους μέλους με λιμένα άλλου κράτους μέλους, στον οποίο οι ταξιδιώτες αποβιβάζονται χωρίς να καταβάλουν φόρους, πριν επιστρέψουν διά ξηράς στο κράτος μέλος αναχωρήσεως.
—
Το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής λόγω παραβάσεως περιορίζεται πάντως στη διαπίστωση μη τηρήσεως των διατάξεων της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, δεδομένου ότι η Επιτροπή προσάπτει στην κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι παραχωρεί στους ταξιδιώτες που εισάγουν αφορολόγητα εμπορεύματα κατά τη διάβαση των θαλάσσιων συνόρων με την ευκαιρία «θαλάσσιων εκδρομών» στη Βόρεια Θάλασσα και τη Βαλτική, απαλλαγή από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως. Κατά την άποψη της Επιτροπής, ως «θαλάσσιες εκδρομές» νοούνται θαλάσσια ταξίδια, κατά το πέρας των οποίων το πλοίο επανέρχεται στο λιμένα του κράτους μέλους από τον οποίο απέπλευσε, χωρίς να έχουν οι ταξιδιώτες την ευκαιρία να αποβιβαστούν σε άλλο λιμένα για να προβούν σε αγορές.
2. Η κοινοτική ρύθμιση
Η οδηγία 69/169, όπως συμπληρώθηκε με τη δεύτερη οδηγία της 12ης Ιουνίου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 30), με την τρίτη οδηγία της 19ης Δεκεμβρίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ., 09/001, σ. 97), με την τέταρτη οδηγία της 19ης Δεκεμβρίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ., 09/001, σ. 100), με την οδηγία 81/933 του Συμβουλίου, της 17ης Νοεμβρίου 1981 (ΕΕ L 338, σ. 24) και τέλος με την οδηγία 82/443 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1982 (ΕΕ L 206, σ. 35), καθορίζει, πρώτον, στο άρθρο 1, τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που ισχύουν για τα εμπορεύματα τα οποία περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών που προέρχονται από τρίτες χώρες, δεύτερον, στο άρθρο 2, τα όρια από άποψη αξίας των ίδιων απαλλαγών που ισχύουν για τα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των προερχομένων από κράτη μέλη της κοινότητας ταξιδιωτών, τρίτον, καθορίζει στο άρθρο 4 τα ποσοτικά όρια όσον αφορά την εισαγωγή των εκεί απαριθμούμενων εμπορευμάτων με απαλλαγή από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως και, τέλος, προβλέπει στο άρθρο 6 τις προυποθέσεις και επιφυλάξεις υπό τις οποίες τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα όσον αφορά τις πωλήσεις στο στάδιο του λιανικού εμπορίου, για να επιτρέψουν την απαλλαγή από τους φόρους κύκλου εργασιών για τις παραδόσεις εμπορευμάτων τα οποία μεταφέρονται στις προσωπικές αποσκευές ταξιδιωτών που εξέρχονται από κράτος μέλος.
3. Η γερμανική ρνθμιση
Η νομική βάση της απαλλαγής που χορηγείται κατά την εισαγωγή από τις γερμανικές τελωνειακές αρχές είναι η κανονιστική απόφαση περί απαλλαγής από τα τέλη εισόδου των εμπορευμάτων που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών, της 3ης Δεκεμβρίου 1974 (BGBl. Ι, σ. 3377) όπως τροποποιήθηκε με την κανονιστική απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1979 (BGBl. Ι, σ. 2150), με την κανονιστική απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1981 (BGBl. Ι, σ. 1377) και, τέλος, με την κανονιστική απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1982 (BGBl. Ι, σ. 1377).
Το γερμανικό δίκαιο διακρίνει μεταξύ εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη, οι οποίες ορίζονται όπως και στο κοινοτικό δίκαιο, και «άλλων εισαγωγών».
Η κατηγορία των «άλλων εισαγωγών» στο γερμανικό δίκαιο είναι ευρύτερη από την κατηγορία των εισαγωγών από τρίτη χώρα στο κοινοτικό δίκαιο. Περιλαμβάνει επίσης την εισαγωγή των εμπορευμάτων που απέκτησαν οι ταξιδιώτες:
—
στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής εναέριας κυκλοφορίας ταξιδιωτών, στα «καταστήματα αφορολόγητων ειδών» του αεροδρομίου αναχωρήσεως (σε άλλο κράτος μέλος) ή σε αεροπλάνο, κατά τη διάρκεια πτήσεως της οποίας η αφετηρία βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος'
—
στα πλαίσια της θαλάσσιας ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών, σε πλοίο, όταν το σημείο αναχωρήσεως
—
είναι ο λιμένας άλλου κράτους μέλους (συμπεριλαμβανομένης και της διεθνούς κυκλοφορίας με πορθμεία)
—
είναι γερμανικός λιμένας, ο δε λιμένας αναχωρήσεως μπορεί να είναι ο ίδιος με το λιμένα αφίξεως.
Όσον αφορά τα εισαγόμενα προϊόντα, και στις δύο περιπτώσεις είναι δυνατό να πρόκειται:
—
είτε για εμπορεύματα προερχόμενα από τρίτο κράτος που δεν έχουν ακόμη εκτελωνιστεί και έχουν προηγουμένως αποδηκευτεί σε τελωνειακή αποθήκη ή σε ελεύθερο λιμένα υπό τελωνειακή επιτήρηση
—
είτε για κοινοτικά εμπορεύματα απαλλαγμένα εν όλω ή εν μέρει από τους φόρους κύκλου εργασιών ή τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως και για γεωργικά προϊόντα που τελούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, για τα οποία καταβάλλονται επιστροφές κατά την εξαγωγή (οι επιστροφές κατά την εξαγωγή καταργήθηκαν την 1η Ιανουαρίου 1981).
Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της κανονιστικής αποφάσεως περί των αποσκευών των ταξιδιωτών, τα εμπορεύματα που οι ταξιδιώτες εισάγουν με τις προσωπικές αποσκευές τους περιστασιακά ή αποκλειστικά για προσωπική ή οικογενειακή χρήση ή κατανάλωση ή ως δώρα, εντός ορισμένων ορίων από άποψη ποσότητας και αξίας, απαλλάσσονται από τα τέλη εισαγωγής ή τους δασμούς. Η κανονιστική απόφαση διακρίνει μεταξύ της απαλλαγής για τη μεγάλη κυκλοφορία και τη μικρή κυκλοφορία:
—
η απαλλαγή για τη «μεγάλη κυκλοφορία» εξαρτάται από το γεγονός ότι το πλοίο, κατά την είσοδο από τα θαλάσσια τελωνειακά σύνορα, έρχεται από την ανοικτή θάλασσα και ή απέπλευσε από ξένο λιμένα ή παρέμεινε επί 8 τουλάχιστον ώρες εκτός του τελωνειακού εδάφους (άρθρο 3, παράγραφος 5)·
—
η απαλλαγή για τη «μικρή κυκλοφορία» προϋποθέτει μόνο την εισαγωγή των εμπορευμάτων με την ευκαιρία των αποκαλούμενων «Stichfahrten» (θαλάσσιων εκδρομών), δηλαδή θαλάσσιου ταξιδιού στο τέλος του οποίου το πλοίο μετά από παραμονή στην ανοικτή θάλασσα, επιστρέφει στο λιμένα αναχωρήσεως. Η απαλλαγή δεν προϋποθέτει ότι το πλοίο εξήλθε από τα θαλάσσια τελωνειακά σύνορα ή ότι στάθμευσε σε ξένο λιμένα ή ακόμη ότι παρέμεινε επί 8 τουλάχιστον ώρες εκτός του τελωνειακού εδάφους. Η απαλλαγή για τη «μικρή κυκλοφορία» είναι πιο περιορισμένη από την απαλλαγή για τη «μεγάλη κυκλοφορία» ( 1 ).
4. Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διοικητική όιαόικασία
α)
Με έγγραφο της 2ας Φεβρουαρίου 1982, η Επιτροπή κάλεσε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας καθώς και όλα τα άλλα κράτη μέλη να προσαρμόσουν μέχρι την 1η Απριλίου 1982 τη νομική και διοικητική πρακτική τους προς την απόφαση του Δικαστηρίου στην αναφερθείσα υπόθεση 158/80.
Με έγγραφο της 7ης Απριλίου 1982, η Επιτροπή κίνησε εναντίον όλων των κρατών μελών τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ και απηύθυνε στις 11 Ιουνίου 1982 αιτιολογημένη γνώμη στο σύνολο των κρατών μελών.
Στις διαδικασίες αυτές, η Επιτροπή περιορίστηκε στις δασμολογικές απαλλαγές που ισχύουν για τα προερχόμενα από τρίτες χώρες εμπορεύματα και στην απαλλαγή από τις επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στα γεωργικά προϊόντα.
Όλα τα κράτη μέλη ανέλαβαν την υποχρέωση να προβούν στη λήψη των αναγκαίων μέτρων, ώστε από την 1η Ιανουαρίου 1983 να μη χορηγείται πλέον καμία απαλλαγή από δασμούς ή γεωργικές εισφορές κατά την πώληση εμπορευμάτων σε ταξιδιώτες στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας.
6)
Στις 11 Ιουνίου 1982, η Επιτροπή απηύθυνε μόνο στην κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας άλλη αιτιολογημένη γνώμη που αφορούσε τη συνέχιση των «κρουαζιέρων βουτύρου» κατά μήκος των γερμανικών ακτών, μετά την κήρυξη της ακυρότητας του κανονισμού 3023/77 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1977, από το Δικαστήριο με την ανωτέρω απόφαση της 7ης Ιουλίου 1981.
Με τηλετύπημα της 31ης Μαρτίου 1982, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας πληροφόρησε την Επιτροπή ότι στις 24 Μαρτίου 1982 αποφάσισε:
—
να διαπιστώσει ότι η Επιτροπή δεν είχε λάβει μέχρι τότε υπόψη τις συνέπειες που προέκυπταν από την απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιουλίου 1981 για τα εμπορεύματα που αποκτώνται με φορολογική απαλλαγή στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής εναέριας κυκλοφορίας και της κυκλοφορίας με πορθμεία·
—
να δώσει εντολή στις αρμόδιες αρχές να προβούν σε διαβήματα προς την Επιτροπή και το Συμβούλιο των υπουργών ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για τη θέσπιση μεταβατικών ρυθμίσεων και νομικών βάσεων που να εγγυώνται την ταυτόχρονη λήψη των μέτρων.
Καλούσε επίσης την Επιτροπή να καταρτίσει, από κοινού με τα κράτη μέλη, ομοιόμορφο σχέδιο για τη ρύθμιση του εκτελωνισμού και της φορολογίας των εμπορευμάτων στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών.
Στις 31 Αυγούστου 1982, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας πληροφόρησε επίσης την Επιτροπή ότι αποφάσισε να καταργήσει από την 1η Ιανουαρίου 1983 την απαλλαγή από τους δασμούς και τις γεωργικές εισφορές για τα εμπορεύματα που αγοράζονται ατελώς στα πλαίσια της εναέριας και θαλάσσιας ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών (καθώς και κατά τη διάρκεια θαλάσσιων εκδρομών).
Αντίθετα, όσον αφορά την κατάργηση της φορολογικής απαλλαγής για τα εμπορεύματα που αγοράζονται κατά τη διάρκεια «θαλάσσιων εκδρομών», η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας διευκρίνισε ότι εξακολουθούσε να Θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν συμμορφωνόταν προς την απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιουλίου 1981, απαιτώντας μόνο από την εν λόγω κυβέρνηση την κατάργηση της απαλλαγής από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως κατά τη διάρκεια τέτοιων «εκδρομών», ενώ, κατά την άποψη της, το πρόβλημα έπρεπε να εξεταστεί για το σύνολο της Κοινότητας και για όλα τα είδη κυκλοφορίας.
ΙΙ — 'Εγγραφη διαδικασία
Με δικόγραφο της 17ης Δεκεμβρίου 1982 που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Δεκεμβρίου 1982, η Επιτροπή προσέφυγε στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 169, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, θεωρώντας ότι η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας δεν συμμορφώθηκε προς τη δεύτερη αιτιολογημένη γνώμη της 11ης Ιουνίου 1982.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Το Δικαστήριο απόφασισε πάντως να καλέσει τους διαδίκους να απαντήσουν, πριν από την προφορική διαδικασία, στις ακόλουθες ερωτήσεις:
Α — Ερωτήσεις προς την Επιτροπή
1.
Η Επιτροπή καλείται να αναφέρει επακριβώς τις διατάξεις της γερμανικής κανονιστικής ρυθμίσεως που αμφισβητούνται με την παρούσα προσφυγή λόγω παραβάσεως.
2.
Η Επιτροπή καλείται:
—
να διευκρινίσει αν η παρούσα προσφυγή λόγω παραβάσεως αφορά νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ή, αντίθετα, απλή διοικητική πρακτική των τελωνειακών αρχών
—
να προσκομίσει κάθε πραγματικό και νομικό στοιχείο προς υποστήριξη του ισχυρισμού της ότι χορηγούνται οι υψηλότερες απαλλαγές, δηλαδή οι «ενδοκοινοτικές» απαλλαγές του άρθρου 2 και του άρθρου 4, παράγραφος 1, στήλη II, και όχι οι κατώτερες απαλλαγές «τρίτων χωρών» του άρθρου 1 και του άρθρου 4, παράγραφος 1, στήλη Ι, της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ όπως υποστηρίζει η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
3.
Η Επιτροπή καλείται να διευκρινίσει αν η παρούσα προσφυγή λόγω παραβάσεως αφορά ειδικότερα τη διάθεση σε ταξιδιώτες, κατά τη διάρκεια «θαλάσσιων εκδρομών», εμπορευμάτων που δεν έχουν επιβαρυνθεί με φόρους κύκλου εργασιών και ειδικούς φόρους καταναλώσεως ή το γεγονός ότι κατά την εισαγωγή των εν λόγω εμπορευμάτων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας χορ7)γε'ιται απαλλαγή από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως.
4.
Η Επιτροπή καλείται να προσκομίσει, αφενός, την αιτιολογημένη γνώμη C/82/722 που απηύθυνε στις 11 Ιουνίου 1982 στο σύνολο των κρατών μελών και, αφετέρου, τα αποτελέσματα της συγκριτικής μελέτης του συνόλου των απαλλαγών που χορηγούνται στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών, την οποία αναφέρει ότι εκπόνησε (βλ. αιτιολογημένη γνώμη C/82/768 της 11ης Ιουνίου 1982).
Έγγραφα που πρέπει να προσκομίσει η Επιτροπή
1.
Η Επιτροπή καλείται να προσκομίσει τις προτάσεις 6ης και 7ης οδηγίας περί τροποποιήσεως της οδηγίας 69/169 που υπέβαλε στο Συμβούλιο στις 11 Απριλίου 1983 (ΕΕ C 114 της 28. 4. 1983, σ. 4 και 7 — αίτημα που της απευθύνθηκε στο πλαίσιο της υποθέσεως 278/82 — με τις αιτιολογικές σκέψεις που διαβιβάστηκαν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
2.
Η Επιτροπή καλείται επίσης να προσκομίσει — εφόσον υπάρχει — ενημερωμένη έκδοση του φυλλαδίου της του Ιουνίου 1979 «φορολογικές απαλλαγές που χορηγούνται στους ιδιώτες κατά την εισαγωγή».
Β — Ερωτήσεις προς την κνοέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας
1.
Συμφωνεί η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με την έκθεση της γερμανικής κανονιστικής ρυθμίσεως στο δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής (Ι, παράγραφος 4) και στο τμήμα της αποφάσεως της 7ης Ιουλίου 1981 που περιέχει τα πραγματικά περιστατικά (158/80, Συλλογή σ. 1805, ιδίως σ. 1810 και 1811, υπό την επιφύλαξη των τροποποιήσεων που επέφερε η τρίτη κανονιστική απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1982); Σε περίπτωση διαφωνίας, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να εκθέσει επακριβώς την ισχύουσα εν προκειμένω γερμανική κανονιστική ρύθμιση.
2.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας καλείται να διευκρινίσει αν η γερμανική κανονιστική ρύθμιση εφαρμόζεται εν προκειμένω αυστηρά ή αν αντίθετα υπάρχει ελαστικότερη πρακτική των τελωνειακών αρχών. Στην περίπτωση αυτή, καλείται να διευκρινίσει τον ακριβή χαρακτήρα της εν λόγω πρακτικής και να προσκομίσει ενδεχομένως όλα τα εσωτερικά διοικητικά έγγραφα, όπως εγκυκλίους ή υπηρεσιακά σημειώματα, στα οποία αυτή στηρίζεται.
3.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας καλείται να διευκρινίσει για ποιους λόγους θεωρεί (σ. 5 του υπομνήματος αντικρούσεως) ότι κατά την επιστροφή από «θαλάσσια ταξίδια» ή «θαλάσσιες εκδρομές», δεν χορηγούνται οι «κοινοτικές απαλλαγές» του άρθρου 2 της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ αλλά πιο περιορισμένες απαλλαγές: οι απαλλαγές «κατωτέρου ορίου τρίτων χωρών» των άρθρων 1 και 4, παράγραφος 1, στήλη Ι, της οδηγίας, ή ακόμη κατώτερες απαλλαγές.
III — Αιτήματα των. διαδίκων
1.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να διαπιστώσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, χορηγώντας δυνάμει της κανονιστικής αποφάσεως της 3ης Δεκεμβρίου 1974 (της αποκαλούμενης «Einreise-Freimengen-Verordnung», όπως διατυπώθηκε με την κανονιστική απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1982) στους ταξιδιώτες, οι οποίοι εισάγουν αφορολόγητα εμπορεύματα διερχόμενοι τα θαλάσσια σύνορα με την ευκαιρία «θαλάσσιων εκδρομών» στη Βόρεια Θάλασσα και τη Βαλτική, απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως αντίθετα προς τις διατάξεις της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ και ιδίως από τις φορολογικές διατάξεις περί ατελειών κατά την κυκλοφορία των ταξιδιωτών
—
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
2.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κηρύξει απαράδεκτη την προσφυγή και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα
—
επικουρικώς, να αναβάλει την έκδοση αποφάσεως μέχρι να εκδοθεί η απόφαση στην υπόθεση 278/82
—
όλως επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
3.
Με υπόμνημα της 10ης Μαρτίου 1983 που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Μαρτίου 1983, η Επιτροπή αντιτάχθηκε στο αίτημα της καθής να ανασταλεί η παρούσα διαδικασία μέχρι να εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 278/82.
IV — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Επί του παραδεκτού της προσφυγής της Επιτροπής
1.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η δεύτερη αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής της 11ης Ιουνίου 1982 (αιτιολογημένη γνώμη C /82/768) πάσχει ουσιώδη ελαττώματα και ότι, κατά συνέπεια, η προσφυγή της Επιτροπής είναι απαράδεκτη.
α)
Πρώτον, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας θεωρεί ότι η αιτιολογημένη γνώμη είναι ασαφής και αντιφατική.
Στο ίδιο το κείμενο της αιτιολογημένης γνώμης διευκρινίζεται πράγματι ότι αυτή έχει ως αντικείμενο «τις κρουαζιέρες βουτύρου κατά μήκος των γερμανικών ακτών, μετά την κήρυξη ανίσχυρου του κανονισμού ΕΟΚ. 3023/77 του Συμβουλίου από το Δικαστήριο».
Ο εν λόγω όμως κανονισμός 3023/77 του Συμβουλίου αφορά μόνο τους δασμούς και τις επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος αφενός και τις γεωργικές εισφορές και λοιπές επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή που επιβάλλονται στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής αφετέρου, και όχι τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
β)
Δεύτερον, υποστηρίζεται ότι έστω και αν η Επιτροπή αναφέρει επίσης στην αιτιολογημένη γνώμη της τις απαλλαγές από το φόρο κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που χορηγούνται, κατά τους ισχυρισμούς της παράνομα, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για αφορολόγητα εμπορεύματα που αγοράζονται κατά τη διάρκεια «κρουαζιερων βουτύρου», η αναφορά αυτή αντιφάσκει προς την πρώτη αιτιολογημένη γνώμη που απευθύνθηκε στις 11 Ιουνίου 1982 στο σύνολο των κρατών μελών. Διότι στην εν λόγω αιτιολογημένη γνώμη η Επιτροπή δήλωσε ότι με την απόφαση που εξέδωσε στην υπό9εση 158/80, το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί του προβλήματος των φορολογικών απαλλαγών, που έπρεπε να επιλυθεί εντελώς ανεξάρτητα από το πρόβλημα των απαλλαγών από τους δασμούς και τις γεωργικές εισφορές.
γ)
Τρίτον, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προβάλλει ότι η αιτιολογημένη γνώμη που της απευθύνθηκε είναι καθεαυτή αντιφατική εφόσον αναφέρει ότι οι απαλλαγές από επιβαρύνσεις κατά τη θαλάσσια κυκλοφορία ταξιδιωτών είναι πάντοτε ανεπίτρεπτες όταν οι ταξιδιώτες δεν παρέμειναν προηγουμένως σε τρίτη χώρα.
Αν ευσταθούσε η άποψη αυτή, δεν θα υπήρχε καμία απαλλαγή από επιβαρύνσεις κατά τη θαλάσσια ενδοκοινοτική κυκλοφορία ταξιδιωτών, ενώ αυτό προφανώς δεν συμβαίνει.
Επιπλέον, οι «θαλάσσιες εκδρομές» αντιπροσωπεύουν μόνο ένα τμήμα των θαλάσσιων ταξιδιών κατά τα οποία οι ταξιδιώτες δεν παραμένουν σε λιμένα τρίτης χώρας.
δ)
Τέταρτον, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η αιτιολογημένη γνώμη είναι ασαφής και αυθαίρετη, εφόσον στο δικόγραφό της η Επιτροπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των φορολογικών απαλλαγών που χορηγούνται κατά τις «θαλάσσιες εκδρομές», γεγονός που σημαίνει ότι η Επιτροπή αποκλείει τις εν λόγω εκδρομές από το σύνολο των θαλάσσιων ταξιδιών και τις καθιστά αντικείμενο ειδικής μεταχειρίσεως.
Ο στόχος αυτός δεν προκύπτει με επαρκή σαφήνεια από την αιτιολογημένη γνώμη. Επιπλέον, τέτοια ενέργεια φαίνεται αυθαίρετη και ασυμβίβαστη με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως παρόμοιων καταστάσεων. Η αρχή αυτή επιβάλλει στην Επιτροπή να στραφεί συγχρόνως και με τα ίδια μέσ( κατά των φορολογικών απαλλαγών που χορηγούνται κατά τις «θαλάσσιες εκδρο μες» και κατά των απαλλαγών που χορη γούνται κατά την ενδοκοινοτική κυκλοφο ρία με πορθμεία.
ε)
Πέμπτον, η κυβέρνηση της Ομοσπον διακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προ σθέτει ότι είναι πιθανό να υπέπεσε σε πλάνη η Επιτροπή όσον αφορά την έκταστ των απαλλαγών από επιβαρύνσεις ποι χορηγούνται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μετά από θαλάσσιε^ εκδρομές. Θα ήταν πράγματι ανακριβές νο υποστηριχθεί, όπως συμβαίνει στην αιτιολογημένη γνώμη, ότι δυνάμει του άρθρου 2 της οδηγίας χορηγούνται φορολογικές απαλλαγές, στην περίπτωση που οι ταξιδιώτες δεν παρέμειναν παρά κατά τρόπο συμβολικό σε άλλο κράτος μέλος κατά τη διάρκεια θαλάσσιας εκδρομής. Είναι αντίθετα ακριβές ότι σε τέτοιες περιπτώσεις χορηγείται απαλλαγή εντός του κατωτέρου ορίου «τρίτων χωρών» (άρθρα 1 και 4, παράγραφος 1, στήλη 1, της οδηγίας).
Επιπλέον, κατά την επιστροφή από μικρές θαλάσσιες εκδρομές ή από θαλάσσιες εκδρομές κατά τις οποίες το πλοίο δεν παρέμεινε πράγματι σε ξένο λιμένα χορηγείται απαλλαγή για ακόμη πιο περιορισμένες ποσότητες εμπορευμάτων.
2.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτή η επιχειρηματολογία της καθής δεν είναι ικανή να στηρίξει το απαράδεκτο της προσφυγής.
Η εν λόγω ένσταση απαραδέκτου θα μπορούσε να είναι βάσιμη μόνο αν η καθής μπορούσε να αποδείξει ότι η προβληθείσα από την Επιτροπή αιτίαση της παραβάσεως της Συνθήκης δεν διατυπώθηκε κατά τρόπο αρκετά σαφή από πραγματική και νομική άποψη, στο έγγραφο της 7ης Απριλίου 1982 με το οποίο κινήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 169 της Συνθήκης διαδικασία καθώς και στην αιτιολογημένη γνώμη C/82/768 της 11ης Ιουνίου 1982.
Στην περίπτωση αυτή, η καθής δεν θα μπορούσε πράγματι να αμυνθεί αποτελεσματικά στο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας.
Αυτό πάντως δεν συμβαίνει εν προκειμένω, διότι από την ίδια την εξέταση του ανωτέρω εγγράφου και της αιτιολογημένης γνώμης προκύπτει ότι η Επιτροπή αναφέρθηκε με κάθε σαφήνεια στην οδηγία 69/169/ΕΟΚ και διαπίστωσε ότι η γερμανική ρύθμιση περί απαλλαγής από τα τέλη εισόδου των εμπορευμάτων που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών δεν ήταν σύμφωνη με την οδηγία αυτή, για λόγους σαφώς εκτιθέμενους.
Εξάλλου, οι δηλώσεις της κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας που περιλαμβάνονται στα τηλετυπήματα της 31ης Μαρτίου και της 30ής Αυγούστου 1982 αποδεικνύουν ότι η καθής γνώριζε άριστα την απέναντί της προβαλλόμενη αιτίαση και συνεπώς ήταν σε θέση να αμυνθεί.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι η επιχειρηματολογία την οποία προβάλλει η καθής προς υποστήριξη της ενστάσεως απαραδέκτου αφορά στην πραγματικότητα το βάσιμο της προσφυγής.
Επιπλέον, η Επιτροπή προβάλλει ότι προέβη σε σαφή διάκριση μεταξύ των απαλλαγών από τους δασμούς και τις γεωργικές εισφορές αφενός και των απαλλαγών από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως αφετέρου. Το γεγονός ότι το αντικείμενο της προσφυγής λόγω παραβάσεως περιορίζεται στις φορολογικές απαλλαγές που χορηγούνται κατά τη διάρκεια «θαλάσσιων εκδρομών» δεν έχει καμία επίπτωση στο παραδεκτό της προσφυγής. Τέλος, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη όσον αφορά την έκταση των φορολογικών απαλλαγών που χορηγούνται κατά τη διάρκεια «θαλάσσιων εκδρομών» από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
Β — Επί νης ουσίας
1.
Η Επιτροπή
Μετά την υπόμνηση ότι το αντικείμενο της προσφυγής λόγω παραβάσεως περιορίζεται στα προβλήματα των φορολογικών απαλλαγών των εμπορευμάτων που αποκτώνται από ταξιδιώτες κατά τη διάρκεια «θαλάσσιων εκδρομών», όπως αυτές καθορίζονται ανωτέρω, η Επιτροπή προβάλλει τα δύο ακόλουθα επιχειρήματα:
α)
Θεωρεί ότι είναι αναμφίβολο το ασυμβίβαστο τέτοιας πρακτικής με το κοινοτικό δίκαιο.
Πράγματι, αντίθετα προς τις διατάξεις του άρθρου 2 της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ, τα εμπορεύματα που πωλούνται κατά τη διάρκεια «θαλάσσιων εκδρομών» δεν έχουν αποκτηθεί υπό τους γενικούς όρους φορολογίας της εσωτερικής αγοράς ενός των κρατών μελών.
Σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 158/80, η οδηγία 69/169/ΕΟΚ καθώς και οι οδηγίες που τη συμπλήρωσαν και την τροποποίησαν θέσπισαν πλήρες σύστημα απαλλαγών για τα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών και δεν απομένει κατά συνέπεια στα κράτη μέλη, στον τομέα αυτό, παρά μόνο η περιορισμένη αρμοδιότητα χορηγήσεως απαλλαγών που τους αναγνωρίζεται από την οδηγία.
Εν προκειμένω, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας χορηγεί απαλλαγή μη προβλεπόμενη από την οδηγία. Συνεπώς, δεν έχει καμία σχετική αρμοδιότητα.
Εξάλλου, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν αμφισβήτησε στις απαντήσεις της το βάσιμο των παρατηρήσεων αυτών.
β)
Η Επιτροπή προσπαθεί περαιτέρω να ανασκευάσει την επιχειρηματολογία της κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας:
—
Πρώτον, η οδηγία 69/169/ΕΟΚ ισχύει και για τις φορολογικές απαλλαγές που χορηγούνται κατά τη διάρκεια «θαλάσσιων εκδρομών», αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η καθής. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού προβάλλονται τρία επιχειρήματα:
Η ίδια η διατύπωση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην ανωτέρω υπόθεση 158/80, κατά την οποία στόχος της οδηγίας αυτής είναι η «προοδευτική θέσπιση πλήρους συστήματος απαλλαγών από τους φόρους κύκλων εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως για τα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών», συνηγορεί υπέρ της απόψεως αυτής.
—
Αν και είναι ακριβές ότι η οδηγία 69/169/ΕΟΚ δεν προβλέπει την εφαρμογή απαλλαγής από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως κατά την εισαγωγή μετά από «θαλάσσιες εκδρομές» δεν είναι δυνατό να συναχθεί από αυτό, όπως συνάγει η καθής, ότι η οδηγία δεν ισχύει για το λόγο ότι οι εισαγωγές αυτές δεν πραγματοποιούνται ούτε κατά την κυκλοφορία ταξιδιωτών με τις τρίτες χώρες ούτε κατά την ενδοκοινοτική κυκλοφορία ταξιδιωτών.
Πράγματι, η οδηγία έχει ως αντικείμενο «την εναρμόνιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των σχετικών με τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή, στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας ταξιδιωτών», σύμφωνα δε με τη γερμανική κανονιστική ρύθμιση της 3ης Δεκεμβρίου 1974 περί απαλλαγής από τα τέλη εισόδου των εμπορευμάτων που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών, η χορήγηση της απαλλαγής εξαρτάται από το γεγονός ότι η είσοδος στη γερμανική επικράτεια πραγματοποιείται μετά τη διέλευση των θαλάσσιων συνόρων.
Ο γερμανός νομοθέτης θεωρεί επομένως ότι πρόκειται για διεθνή κυκλοφορία ταξιδιωτών.
—
Εν πάση περιπτώσει, έστω και αν γίνει δεκτό ότι οι «θαλάσσιες εκδρομές» δεν αποτελούν «κυκλοφορία ταξιδιωτών» κατά την έννοια της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ, η αρμοδιότητα κράτους μέλους να χορηγεί φορολογικές απαλλαγές κατά τη διάρκεια τέτοιων θαλάσσιων ταξιδιών αποκλείεται λόγω του ότι ο φόρος προστιθεμένης αξίας διέπεται από το κοινοτικό δίκαιο (ιδίως από την πρώτη και την έκτη οδηγία περί ΦΠΑ).
Κατά συνέπεια, η άποψη και η επιχειρηματολογία της καθής παραβλέπουν ουσιωδώς την έννοια και το σκοπό των κοινοτικών φορολογικών ρυθμίσεων.
—
Η Επιτροπή αμφισβητεί τον ισχυρισμό ότι πρέπει να υφίστανται την ίδια μεταχείριση οι «θαλάσσιες εκδρομές» και οι σύντομες διαδρομές με πορθμεία που συνδέουν τους λιμένες περισσοτέρων κρατών μελών.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, το ζήτημα αν πρέπει να εκτιμηθούν με τον ίδιο τρόπο αυτοί οι δύο τύποι καταστάσεων παραμένει ανοικτό. Το πρόβλημα της συμφωνίας με το κοινοτικό δίκαιο της χορηγήσεως φορολογικής απαλλαγής κατά τη διάρκεια θαλάσσιων ταξιδιών με πορθμεία αποτελεί το αντικείμενο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση 278/82 που ήδη εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου, η έκβαση της οποίας δεν έχει πάντως καμία επίπτωση στην έκδαση της παρούσας διαδικασίας.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν δικαιολογείται η ένωση και συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων.
Διότι, κατά την άποψη της Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε σαφώς στην ανωτέρω υπόθεση 158/80 ότι οι φορολογικές απαλλαγές που χορηγούνται κατά τις «θαλάσσιες εκδρομές» είναι ασυμβίβαστες με το κοινοτικό δίκαιο και το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση με τη λύση που θα γίνει δεκτή στην υπόθεση 278/82.
2.
Η κυδέρνηση νης Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας νης Γερμανίας υποστηρίζει αντίθετα ότι η προσφυγή λόγω παραβάσεως, το αντικείμενο της οποίας άλλωστε περιορίζεται στο πρόβλημα της συμφωνίας με το κοινοτικό δίκαιο των φορολογικών απαλλαγών που χορηγούνται για αφορολόγητα εμπορεύματα που αγοράζονται κατά τη διάρκεια «θαλάσσιων εκδρομών» και τελούν σε ελεύθερη κυκλοφορία σύμφωνα με τις ισχύουσες τελωνειακές διατάξεις, πρέπει να θεωρηθεί αβάσιμη για δύο λόγους.
α)
Από την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην ανωτέρω υπόθεση 158/80 προκύπτει ότι η οδηγία 69/169/ΕΟΚ περιλαμβάνει εξαντλητική ρύθμιση των απαλλαγών από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως, η οποία δεν περικλείει τις εισαγωγές αφορολόγητων εμπορευμάτων που αγοράζονται κατά τη διάρκεια «θαλάσσιων εκδρομών».
Οι εισαγωγές αυτές δεν πραγματοποιούνται πράγματι ούτε στο πλαίσιο της κυκλοφορίας ταξιδιωτών που προέρχονται από τρίτες χώρες (άρθρα 1 και 4, παράγραφος 1, στήλη 1, της οδηγίας) ούτε στο πλαίσιο της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας (άρθρα 2 και 4, παράγραφος 1, στήλη 2, της οδηγίας).
Εξάλλου, η ίδια η Επιτροπή προβαίνει σε διάκριση μεταξύ των «θαλάσσιων εκδρομών» η «κρουαζιερών βουτύρου» και της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών συνεπώς, οι φορολογικές απαλλαγές που χορηγούνται δυνάμει του εθνικού δικαίου για πραγματοποιούμενες κατά τη διάρκεια «θαλάσσιων εκδρομών» αγορές αφορολόγητων εμπορευμάτων τα οποία τελούν όμως σε ελεύθερη κυκλοφορία, δεν μπορούν να προσκρούουν στην οδηγία διότι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της.
δ)
Κατά την άποψη της κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, έστω και αν θεωρήσει το Δικαστήριο τις «θαλάσσιες εκδρομές» ως κυκλοφορία ταξιδιωτών, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο διαφέρει η περίπτωση αυτών των «θαλάσσιων εκδρομών» από την περίπτωση των «μικρών θαλάσσιων ταξιδιών» με πορθμεία μεταξύ των λιμένων περισσοτέρων κρατών μελών, κατά τη διάρκεια των οποίων είναι δυνατό να πραγματοποιηθούν στο πλοίο αγορές αφορολόγητων εμπορευμάτων.
Πράγματι, αυτά τα δύο είδη ταξιδιών με πλοίο πρέπει να υφίστανται την ίδια μεταχείριση όσον αφορά το καθεστώς των φορολογικών απαλλαγών. Κατά την άποψη της γερμανικής κυβερνήσεως, οι φορολογικές απαλλαγές που χορηγούνται στα πλαίσια «θαλάσσιων εκδρομών» είναι μάλιστα λιγότερο ικανές να προκαλέσουν αντιρρήσεις από τις απαλλαγές που παραχωρούνται στα πλαίσια της εναέριας κυκλοφορίας ή της κυκλοφορίας με πορθμεία στο εσωτερικό της Κοινότητας, για το λόγο ότι θίγουν τα συμφέροντα μόνο ενός κράτους μέλους, εν προκειμένω της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
Η αρχή κατά την οποία σε τέτοιες περιπτώσεις δεν πρέπει να επιβάλλεται κατά τρόπο απόλυτο η αυστηρή εφαρμογή των κανόνων του κοινοτικού δικαίου μπορεί να συναχθεί κατ' αναλογία από την εξέταση διαφόρων κοινοτικών ρυθμίσεων.
Τέλος, όσον αφορά το πρόβλημα των αγορών που πραγματοποιούνται ατελώς στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών με πορθμεία, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας παραπέμπει στην επιχειρηματολογία που προέβαλε στην ανωτέρω υπόθεση 278/82, της οποίας η έκβαση μπορεί κατά την άποψη της να προδικάσει την έκβαση της προκειμένης διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως.
V — Απαντήσεις των διαδίκων στις ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο
Α — Απαντήσείς της Επιτροπής
1. Ερώτηση αριθ. 1
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι με την προσφυγή της αμφισβητεί τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 2, και του άρθρου 3, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, της κανονιστικής αποφάσεως της 3ης Δεκεμβρίου 1974 που αφορά την απαλλαγή από τα τέλη εισόδου των εμπορευμάτων που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών (BGBl. Ι, 1974, σ. 1337), όπως διατυπώθηκε με την τρίτη κανονιστική απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1982, περί τροποποιήσεως της κανονιστικής αποφάσεως που αφορά την απαλλαγή από τα τέλη εισόδου των εμπορευμάτων (BGBl. Ι, 1982, σ. 1378 και 1379).
Πράγματι, το άρθρο 2 της ανωτέρω κανονιστικής αποφάσεως καθορίζει για ορισμένο αριθμό προϊόντων τα όρια από άποψη αξίας και ποσότητας, εντός των οποίων τα προϊόντα εισάγονται από τους ταξιδιώτες ατελώς. Η διάταξη αυτή διακρίνει μεταξύ των «εισαγωγών εμπορευμάτων τα οποία τελούν σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» (παράγραφος 1) και των «άλλων εισαγωγών» (παράγραφος 2). Οι «άλλες εισαγωγές» περιλαμβάνουν τόσο τις εισαγωγές από τρίτη χώρα όσο και τις εισαγωγές που πραγματοποιούνται μετά από «θαλάσσιες εκδρομές» («είσοδος από τα θαλάσσια τελωνειακά σύνορα»).
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι αυτό προκύπτει από το άρθρο 3, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, της κανονιστικής αποφάσεως που ορίζει τα εξής:
«Σε περίπτωση εισόδου στο τελωνειακό έδαφος με πλοίο ... η απαλλαγή που προβλέπεται για τα προϊόντα καπνού, στο μέτρο που οι εισαγόμενες ποσότητες υπερβαίνουν τις ποσότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 4, πρώτο εδάφιο, [πρόκειται για την προβλεπόμενη για τη “μικρή κυκλοφορία” απαλλαγή, της οποίας απολαύουν οι κάτοικοι των παραμεθόριων περιοχών] και για τα οινοπνευματώδη ποτά, τον καφέ και το τέιο, χορηγείται μόνο αν το πλοίο έρχεται από την ανοικτή θάλασσα και είτε απέπλευσε τελευταία από ξένο λιμένα, είτε παρέμεινε επί 8 τουλάχιστον ώρες εκτός του τελωνειακού εδάφους ...»
Η Επιτροπή συνάγει από τη διάταξη αυτή ότι εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω καθοριζόμενες προϋποθέσεις, χορηγείται κατά την επάνοδο των ταξιδιωτών από θαλάσσια εκδρομή η απαλλαγή που προβλέπεται για τη «μεγάλη κυκλοφορία», η οποία χορηγείται επίσης για τα εμπορεύματα που εισάγονται κατά την επιστροφή από τρίτη χώρα. Η Επιτροπή θεωρεί λοιπόν ότι η επιτρεπόμενη από τις ανωτέρω γερμανικές διατάξεις εισαγωγή εμπορευμάτων ατελώς δεν προβλέπεται από την οδηγία 69/169/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε. Εφόσον η οδηγία αυτή περιλαμβάνει πλήρη ρύθμιση, απαγορεύεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να θεσπίσει τέτοια ρύθμιση.
2. Ερώτηση αριθ. 2
—
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι με την προσφυγή της αμφισβητεί κανονιστικές διατάξεις και όχι απλή διοικητική πρακτική των τελωνειακών αρχών.
—
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι δεν υποστήριξε στο δικόγραφο της προσφυγής της ότι οι ποσότητες για τις οποίες χορηγείται απαλλαγή από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στην περίπτωση των «θαλάσσιων εκδρομών» είναι οι ποσότητες για τις οποίες παρέχεται απαλλαγή στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών.
Υπογραμμίζει ότι στην περίπτωση των θαλάσσιων εκδρομών, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας χορηγεί σαφώς τις απαλλαγές που χορηγούνται στους προερχόμενους από τρίτα κράτη ταξιδιώτες επί του σημείου αυτού, η Επιτροπή συμφωνεί με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
3. Ερώτηση αριθ. 3
Κατά την άποψη της Επιτροπής, η πώληση εμπορευμάτων ατελώς σε πλοία και εκτός του γερμανικού τελωνειακού εδάφους δεν πρέπει να εξεταστεί εν προκειμένω από την άποψη του αν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο. Αρκεί ότι η εισαγωγή ατελώς συνιστά παράβαση των διατάξεων της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ.
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή περιορίζεται στην προσφυγή της να αμφισβητήσει την εισαγωγή των εμπορευμάτων με απαλλαγή από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως και όχι την πώληση των εμπορευμάτων ατελώς στα πλοία.
4. Ερώτηση αριθ. 4
Η Επιτροπή προσκόμισε το σύνολο των εγγράφων που ζήτησε το Δικαστήριο.
Β — Απαντήσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τηςΓερμανίας
1. Ερώτηση αριθ. 1
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας διευκρινίζει ότι συμφωνεί με την έκθεση της γερμανικής κανονιστικής ρυθμίσεως τόσο στο δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής όσο και στο τμήμα της αποφάσεως της 7ης Ιουλίου 1981 που περιέχει τα πραγματικά περιστατικά (Rewe-Handelsgesellschaft Nord mbH και Rewe-Markt Steffen, 158/80, Συλλογή σ. 1805), υπό την επιφύλαξη των τροποποιήσεων που επέφερε η τρίτη κανονιστική απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1982.
Η γερμανική κυβέρνηση θεωρεί σκόπιμο να διευκρινίσει, αφενός, ότι οι έννοιες της αποκαλούμενης κυκλοφορίας «μεγάλης δι-ευλεύσεως» και της κυκλοφορίας «μικρής διελεύσεως» δεν περιλαμβάνονται στις γερμανικές διατάξεις και, αφετέρου, ότι από το 1966, οι συμμετέχοντες σε μικρές «θαλάσσιες εκδρομές» με πλοία που παραμένουν λιγότερο από 8 ώρες εκτός του τελωνειακού εδάφους δεν μπορούν πλέον να εισάγουν ατελώς οινοπνευματώδη ποτά, καφέ και τέιο, ενώ τα προϊόντα καπνού μπορούν να εισάγονται ατελώς μόνον εντός των ορίων που επιτρέπονται στα πλαίσια της κυκλοφορίας των κατοίκων των παραμεθόριων περιοχών.
2. Ερώτηση αριθ. 2
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας διευκρινίζει ότι η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση εφαρμόζεται αυστηρά από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές, οι οποίες δεν διαθέτουν κανένα περιθώριο διακριτικής εξουσίας και πραγματοποιούν ελέγχους δειγματοληπτικά.
3. Ερώτηση αριθ. 3
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προβάλλει ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ εξαρτά την εφαρμογή της φορολογικής απαλλαγής κατά την ενδοκοινοτική κυκλοφορία ταξιδιωτών από την προϋπόθεση ότι τα εμπορεύματα έχουν αποκτηθεί υπό τους γενικούς όρους φορολογίας της εσωτερικής αγοράς κράτους μέλους. Η προϋπόθεση αυτή δεν συντρέχει όταν τα εμπορεύματα αγοράζονται σε καταστήματα πωλήσεως αφορολόγητων ειδών. Είναι αδιάφορο από την άποψη αυτή αν οι πωλήσεις ατελώς πραγματοποιούνται σε αεροδρόμια, σε αεροπλάνα, σε πορθμεία ή κατά τη διάρκεια «θαλάσσιων εκδρομών». Όλες αυτές οι περιπτώσεις μπορούν να παραβληθούν με τις αγορές που πραγματοποιούνται στις τρίτες χώρες, για τις οποίες δεν έχει σημασία, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 7ης Ιουλίου 1981 (Rewę 158/80, Συλλογή σ. 1805, σημεία 1 και 4 της περιλήψεως), αν τα οικεία εμπορεύματα επιβαρύνθηκαν ή όχι με φόρους.
Αυτό ήταν το καθοριστικό στοιχείο που ώθησε την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να χορηγήσει, στην περίπτωση των «θαλάσσιων εκδρομών» όπως και στην περίπτωση των άλλων αγορών που πραγματοποιούνται κατά την ενδοκοινοτική θαλάσσια και εναέρια κυκλοφορία ταξιδιωτών, κατά ανώτατο όριο τις απαλλαγές που επιτρέπονται κατά την κυκλοφορία των προερχομένων από τρίτες χώρες ταξιδιωτών.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας παρατηρεί επίσης ότι στη νέα πρόταση 7ης οδηγίας του Συμβουλίου περί τροποποιήσεως της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ, η Επιτροπή φαίνεται ότι εμπνέεται από τις ίδιες εκτιμήσεις (άρθρο 1, παράγραφοι 1,2 και 3, στοιχείο 6, της προτάσεως).
VI — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1983, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον καθ. Α. Deringer, επικουρούμενο από τον δρ. Olbertz και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Erich Zimmermann, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
Η γενική εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 9ης Νοεμβρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Δεκεμβρίου 1982, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να διαπιστωθεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, χορηγώντας στους ταξιδιώτες, οι οποίοι εισάγουν αφορολόγητα εμπορεύματα διερχόμενοι τα θαλάσσια σύνορα με την ευκαιρία «θαλάσσιων εκδρομών» στη Βόρεια Θάλασσα και τη Βαλτική, απαλλαγές από τους φόρους κύκλων εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως αντίθετα προς τις διατάξεις της οδηγίας 69/169 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969 (ΕΕ ειδ. έκδ., 09/001, σ. 17), παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ και ιδίως από τις φορολογικές διατάξεις περί ατελειών κατά την κυκλοφορία των ταξιδιωτών.
2
Τα πραγματικά και νομικά περιστατικά που παρακίνησαν την Επιτροπή να ασκήσει την παρούσα προσφυγή λόγω παραβάσεως προσομοιάζουν με εκείνα που οδήγησαν, αφενός, στην έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου της 7ης Ιουλίου 1981 (Rewe-Handelsgesellschaft Nord mbH και Rewe-Markt Steffen, υπόθεση 158/80, Συλλογή σ. 1805) και, αφετέρου, της σημερινής απόφασης του Δικαστηρίου (Rewę κατά Hauptzollämter Flensburg και λοιπών, υπόθεση 278/82, Συλλογή 1984, σ. 721).
3
Με έγγραφο της 7ης Απριλίου 1982, η Επιτροπή επέστησε την προσοχή των αρχών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στις συνέπειες που προκύπτουν από την ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιουλίου 1981 τόσο για τους δασμούς και τις λοιπές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στα γεωργικά προϊόντα, όσο και για το φόρο κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως. Επειδή η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας δεν απάντησε στο εν λόγω έγγραφο εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η Επιτροπή απηύθυνε στις 11 Ιουνίου 1982 στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αιτιολογημένη γνώμη, αρχικό αντικείμενο της οποίας ήταν η διαπίστωση ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη χορηγώντας παράνομα στους ταξιδιώτες που εισάγουν εμπορεύματα από τα θαλάσσια σύνορα, χωρίς να έχουν προηγουμένως αποβιβαστεί σε άλλη χώρα, απαλλαγές από τους δασμούς, τις γεωργικές εισφορές καθώς και τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως.
4
Με τηλετύπημα της 30ής Αυγούστου 1982, η Αντιπροσωπεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας γνώρισε στην Επιτροπή ότι αποφάσισε να καταργήσει από την 1η Ιανουαρίου 1983 τη δασμολογική ατέλεια και την απαλλαγή από τις γεωργικές εισφορές για τα εμπορεύματα που δεν βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία και αγοράζονται στο πλαίσιο της εναέριας και θαλάσσιας ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών καθώς και κατά τη διάρκεια «θαλάσσιων εκδρομών». Η μεταβολή αυτή επήλθε με την κανονιστική απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1982 (BGBl. Ι, σ. 1377), που τροποποίησε την κανονιστική απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1974, περί απαλλαγής από τα τέλη εισαγωγής των εμπορευμάτων που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών (BGBl. Ι, σ. 3377).
5
Αντίθετα, όσον αφορά την κατάργηση της απαλλαγής από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως για τα εμπορεύματα που αγοράζονται κατά τη διάρκεια «θαλάσσιων εκδρομών», η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας διευκρίνισε ότι εξακολουθούσε να θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν συμμορφωνόταν προς την απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιουλίου 1981, απαιτώντας μόνο από την εν λόγω κυβέρνηση την κατάργηση των ατελειών αυτών, ενώ, κατά την άποψη της, το πρόβλημα έπρεπε να εξεταστεί για το σύνολο των κρατών μελών και για όλα τα είδη θαλάσσιων μεταφορών.
6
Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου, στις 17 Δεκεμβρίου 1982, προσφυγή λόγω παραβάσεως, το αντικείμενο της οποίας περιορίζεται στο πρόβλημα των απαλλαγών από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που χορηγούνται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, κατά την επιστροφή από «θαλάσσιες εκδρομές», για εμπορεύματα που αποκτήθηκαν ατελώς.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής της Επιτροπής
7
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υποστηρίζει καταρχάς ότι η αιτιολογημένη γνώμη, της οποίας ήταν αποδέκτης, είναι διατυπωμένη κατά τρόπο ασαφή και περιέχει πολλές αντιφάσεις ή ανακολουθίες.
8
Όπως έκρινε ήδη επανειλημμένα το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως την οποία κινεί η Επιτροπή δυνάμει του άρ9ρου 169 της Συνθήκης, το έγγραφο της οχλήσεως που απευθύνει η Επιτροπή στο κράτος μέλος και κατόπιν η αιτιολογημένη γνώμη που διατυπώνει η Επιτροπή πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα στο οικείο κράτος να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του και συνιστούν ουσιώδη εγγύηση, ηθελημένη από τη Συνθήκη, η τήρηση της οποίας αποτελεί ουσιώδη τύπο της διαδικασίας για τη διαπίστωση παραβάσεως κράτους μέλους. Η γνώμη στην οποία αναφέρεται το άρθρο 169 της Συνθήκης πρέπει να θεωρείται ως επαρκώς αιτιολογημένη από νομική άποψη όταν περιέχει συνεκτική έκθεση των λόγων βάσει των οποίων η Επιτροπή σχημάτισε την πεποίθηση ότι το οικείο κράτος παρέβη μία από τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
9
Όπως ορθά εκθέτει η Επιτροπή, η εν λόγω ένσταση απαραδέκτου είναι αβάσιμη · το Δικαστήριο κρίνει ότι η αιτίαση της παραβάσεως της Συνθήκης, την οποία διατύπωσε οριστικά η Επιτροπή στην προσφυγή της, είναι διατυπωμένη κατά τρόπο αρκετά σαφή από πραγματική και νομική άποψη τόσο στο έγγραφο της 7ης Απριλίου 1982 με το οποίο κινήθηκε η διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως, όσο και στην αιτιολογημένη γνώμη 82/C/768, που εκδόθηκε στις 11 Ιουνίου 1982. Η καθής έλαβε έτσι γνώση της αιτιάσεως που διατυπώθηκε εναντίον της, στη συνέχεια δε της εδόθη η δυνατότητα να αμυνθεί με πλήρη γνώση της υποθέσεως.
10
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υποστηρίζει αφετέρου ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να απαιτήσει από μόνη την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, και όχι από το σύνολο των κρατών μελών, την κατάργηση των απαλλαγών από τους φόρους κύκλων εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που χορηγούνται κατά την επιστροφή από κρουαζιέρες.
11
Και η επιχειρηματολογία αυτή είναι επίσης αβάσιμη. Πράγματι, όπως έκρινε ήδη το Δικαστήριο (απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1979, Επιτροπή κατά Γαλλίας, υποθ. 232/78, Recueil σ. 2729), ένα κράτος μέλος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να επικαλεστεί την αρχή της αμοιβαιότητας και να προβάλει ενδεχόμενη μη τήρηση της Συνθήκης από άλλο κράτος μέλος, για να δικαιολογήσει τη δική του παράβαση. Επομένως, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί ούτε την αρχή της αμοιβαιότητας για να αμφισβητήσει το παραδεκτό της προσφυγής λόγω παραβάσεως που στρέφεται εναντίον του.
12
Τρίτον, η επιχειρηματολογία που προβάλλει η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, σύμφωνα με την οποία η εκ μέρους της Επιτροπής διαφορετική μεταχείριση των «θαλάσσιων εκδρομών» σε σχέση προς τα ταξίδια που πραγματοποιούνται με κανονικά δρομολόγια αποτελεί παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως παρόμοιων πραγματικών περιστατικών, δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή ως έρεισμα ενστάσεως απαραδέκτου, διότι η επιχειρηματολογία αυτή αποτελεί αμφισβήτηση επί της ουσίας και δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίπτωση επί του παραδεκτού της προσφυγής. Το κατά πόσο ευσταθεί η εν λόγω επιχειρηματολογία πρέπει να εξεταστεί κατά την εξέταση του βάσιμου της προσφυγής.
13
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η ένσταση απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί.
Επί του βάσιμου της προσφυγής
14
Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η προσφυγή της αναφέρεται ιδίως στις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 2, και του άρθρου 3, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, της ανωτέρω κανονιστικής αποφάσεως της 3ης Δεκεμβρίου 1974, όπως τροποποιήθηκε.
15
Το άρθρο 2 της εν λόγω κανονιστικής αποφάσεως θέτει, για ορισμένο αριθμό προϊόντων, όρια σε αξία και ποσότητες, εντός των οποίων τα εισαγόμενα από τους ταξιδιώτες εμπορεύματα απαλλάσσονται από τα τέλη εισαγωγής. Η διάταξη αυτή διακρίνει μεταξύ «των εισαγωγών εμπορευμάτων που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» (παράγραφος 1) και των «λοιπών εισαγωγών» (παράγραφος 2). Οι «λοιπές εισαγωγές» περιλαμβάνουν τόσο τις εισαγωγές από τρίτες χώρες όσο και τις εισαγωγές που πραγματοποιούνται μετά από «θαλάσσιες εκδρομές», των οποίων το σημείο αναχωρήσεως και αφίξεως βρίσκεται σε λιμένα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και κατά τις οποίες πραγματοποιείται διέλευση των θαλάσσιων τελωνειακών συνόρων.
16
Όσον αφορά αυτές τις «λοιπές εισαγωγές», από το άρθρο 3, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, της κανονιστικής αποφάσεως προκύπτει ότι κατά την είσοδο στην επικράτεια από τα θαλάσσια τελωνειακά σύνορα, η προβλεπόμενη για ορισμένα προϊόντα ατέλεια χορηγείται υπό τις μόνες προϋποθέσεις ότι το πλοίο έρχεται από την ανοικτή θάλασσα και ότι παρέμεινε τουλάχιστον επί οκτώ ώρες εκτός του τελωνειακού εδάφους.
17
Η Επιτροπή συνάγει από τα ανωτέρω ότι η επιτρεπόμενη από τις εν λόγω γερμανικές διατάξεις εισαγωγή εμπορευμάτων με απαλλαγή από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως κατά την επιστροφή από απλές «θαλάσσιες εκδρομές» δεν προβλέπεται στην οδηγία 69/169, όπως τροποποιήθηκε. Επομένως, εφόσον η οδηγία αυτή χαρακτηρίστηκε από το Δικαστήριο, με την ανωτέρω απόφαση της 7ης Ιουλίου 1981, ως πλήρης ρύθμιση, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν είχε αρμοδιότητα να προβεί σε τέτοια ρύθμιση.
18
Η Επιτροπή θεώρησε τέλος σκόπιμο να διευκρινίσει ότι η προσφυγή της έχει ως μόνο αντικείμενο να αμφισβητήσει τη χορήγηση απαλλαγής από τους φόρους κύκλων εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως κατά την εισαγωγή στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εμπορευμάτων που αγοράζονται κατά τη διάρκεια «θαλάσσιων εκδρομών», και όχι την ίδια την αρχή των πωλήσεων με φορολογική ατέλεια στα πλοία που μετέχουν σε τέτοιες εκδρομές.
19
Σε απάντηση στην εν λόγω επιχειρηματολογία της Επιτροπής, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας περιορίστηκε να υποστηρίξει, αφενός, ότι οι εισαγωγές που πραγματοποιούνται κατά την επιστροφή από «θαλάσσιες εκδρομές» δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 69/169 και, αφετέρου, ότι έστω και αν γίνει δεκτό ότι οι εν λόγω εισαγωγές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, πρέπει, εν ονόματι της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, να εξεταστεί κατά πόσο η περίπτωση των «εκδρομών» αυτών διακρίνεται από την περίπτωση των κανονικών δρομολογίων με πορθμεία που πραγματοποιούνται μεταξύ των λιμένων περισσοτέρων κρατών μελών.
20
Πρώτον, κατά την άποψη της κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η οδηγία 69/1679 περιλαμβάνει ρύθμιση των απαλλαγών από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως κατά τη διεθνή κυκλοφορία των ταξιδιωτών, η οποία δεν αφορά τις εισαγωγές εμπορευμάτων που αγοράζονται με φορολογική ατέλεια κατά τη διάρκεια «θαλάσσιων εκδρομών». Διότι οι εν λόγω εισαγωγές δεν πραγματοποιούνται ούτε στα πλαίσια της κυκλοφορίας ταξιδιωτών που προέρχονται από τρίτες χώρες (άρθρα 1 και 4, παράγραφος 1, στήλη Ι, της οδηγίας) ούτε στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας (άρθρα 2 και 4, παράγραφος 1, στήλη II, της οδηγίας).
21
Όπως ορθά παρατηρεί η Επιτροπή, η επιχειρηματολογία αυτή παραγνωρίζει το πραγματικό περιεχόμενο της οδηγίας 69/169 και πρέπει να απορριφθεί.
22
Αν και αληθεύει ότι η οδηγία 69/169 δεν προβλέπει ρητά την εφαρμογή απαλλαγής από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως κατά την εισαγωγή για την ειδική περίπτωση των «θαλάσσιων εκδρομών», δεν είναι δυνατό να συναχθεί από αυτό, όπως συμπεραίνει η καθής, ότι η εν λόγω οδηγία δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση για το λόγο ότι οι εισαγωγές αυτές δεν πραγματοποιούνται ούτε στα πλαίσια της κυκλοφορίας ταξιδιωτών μεταξύ τρίτων χωρών και Κοινότητας ούτε στα πλαίσια της καθαυτό ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας. Πράγματι, η οδηγία 69/169 περιλαμβάνει εξαντλητική ρύθμιση των απαλλαγών από τους φόρους κύκλων εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως οι οποίες ισχύουν για τα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών, οι οποίοι διέρχονται τα σύνορα των κρατών μελών. Οι διατάξεις της αφορούν συνεπώς όλες τις απαλλαγές από τέτοιους φόρους που συνδέονται με την κυκλοφορία των διερχομένων τα σύνορα ταξιδιωτών, ανεξάρτητα από την προέλευση των ταξιδιωτών αυτών.
23
Δεύτερον, κατά την άποψη της κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, πρέπει, εν ονόματι της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, να εξεταστεί κατά πόσο η περίπτωση των «θαλάσσιων εκδρομών» διακρίνεται από την περίπτωση των διαδρομών με πορθμεία μεταξύ των λιμένων περισσοτέρων κρατών μελών.
24
Το επιχείρημα αυτό πρέπει να θεωρηθεί ότι αποσκοπεί στο να υποστηρίξει ότι δυνάμει των διατάξεων της οδηγίας 69/169, κατά την επιστροφή στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πρέπει να χορηγούνται οι ίδιες ατέλειες για τα εμπορεύματα που αγοράζονται με φορολογική ατέλεια στα πλοία που πραγματοποιούν απλές θαλάσσιες εκδρομές χωρίς αποβίβαση και για τα εμπορεύματα που αγοράζονται υπό τις ίδιες συνθήκες σε πλοία που εκτελούν κανονικά δρομολόγια μεταξύ των κρατών μελών.
25
Όπως έκρινε το Δικαστήριο με σημερινή του απόφαση (προαναφερθείσα απόφαση Rewę κατά Hauptzollämter Flensburg και λοιπών), τόσο από τους στόχους της οδηγίας 69/169 όσο και από τις ίδιες τις διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, προκύπτει ότι οι φορολογικές ατέλειες που η εν λόγω οδηγία προβλέπει για τα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας ταξιδιωτών προορίζονται για τους «προερχόμενους από κράτη μέλη της Κοινότητας» ταξιδιώτες, δηλαδή για τους ταξιδιώτες που εισέρχονται από ένα κράτος μέλος σε άλλο αφού είχαν πράγματι τη δυνατότητα να προβούν σε αγορές στο κράτος μέλος αναχωρήσεως.
26
Από τα ανωτερω συνάγεται ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ταξιδιώτης, κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων, εκείνος που κατά τη διάρκεια θαλάσσιου ταξιδιού από λιμένα κράτους μέλους δεν αποβιβάζεται σε άλλο κράτος μέλος και επομένως ότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να χορηγηθεί καμία απαλλαγή από το φόρο κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως.
27
Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, της γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως της 3ης Δεκεμβρίου 1974, όπως τροποποιήθηκε, επιτρέπουν όμως να χορηγείται στους ταξιδιώτες που επιστρέφουν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μετά από απλή «θαλάσσια εκδρομή» χωρίς καμία αποβίβαση, για τα εμπορεύματα που αγόρασαν με φορολογική ατέλεια στα εκδρομικά πλοία, απαλλαγή από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως.
28
Πρέπει συνεπώς να γίνει γνωστό ότι χορηγώντας απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως για εμπορεύματα που εισάγονται με τις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών και που αποκτήθηκαν με φορολογική ατέλεια σε εκδρομικά πλοία, τα οποία εισέρχονται από τα θαλάσσια σύνορα στο τελωνειακό έδαφος χωρίς προηγούμενη πραγματική αποβίβαση των ταξιδιωτών σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, η επίμαχη ρύθμιση αντιβαίνει προς τις διατάξεις της οδηγίας 69/169, όπως τροποποιήθηκε.
29
Πρέπει επομένως να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ.
Επί των δικαστικών εξόδων
30
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η καθής ηττήθη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Χορηγώντας απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως για εμπορεύματα που εισάγονται με τις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών και που αποκτήθηκαν με φορολογική ατέλεια σε εκδρομικά πλοία, τα οποία εισέρχονται από τα θαλάσσια σύνορα στο τελωνειακό έδαφος χωρίς προηγούμενη πραγματική αποβίβαση των ταξιδιωτών σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
2)
Καταδικάζει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Mertens de Wilmars
Koopmans
Galmot
Pescatore
Mackenzie Stuart
O'Keeffe
Bosco
Due
Everling
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 14 Φεβρουαρίου 1984.
Κατ' εντολή του γραμματέα
Η. Α. Rühl
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος
J. Mertens de Wilmars
( 1 ) Η ανωτέρω κανονιστική απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1982 προσέθεσε στο άρθρο 2 την παράγραφο 3 ποο ορίζει τα εξής: «Τα μη τελούντα σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορεύματα που απαλλάσσονται από τους δασμούς κατά την εξαγωγή τους ή στα οποία επιφυλάσσεται προτιμησιακή μεταχείριση κατά την εξαγωγή στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής, δεν απολαύουν δασμολογικής απαλλαγής κατά την εισαγωγή τους από άλλο κράτος μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή κατά την είσοδο τους σε γερμανικό λιμένα.»
Full & Egal Universal Law Academy