Στην υπόθεση 326/82,
Helga Aschermann και 47 άλλοι έκτακτοι υπάλληλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υπηρετούντες στο Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ispra (Ιταλία), εκπροσωπούμενοι και επικουρούμενοι από τον Marcel Slusny, δικηγόρο Βρυξελλών, 272, avenue Brugman, Βρυξέλλες, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Ernest Arendt, Centre Louvigny, 34 Β IV, rue Philippe-Il,
προσφεύγοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Jörn Pipkorn, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Robert Andersen, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg, Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων αποδοχών που έχουν λάβει οι προσφεύγοντες από το Φεβρουάριο του 1982,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, και G. Bosco, δικαστή,
γενικός εισαγγελέας: Μ. Darmon
γραμματέας: Ρ. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Νομικό πλαίσιο της διαφοράς και πραγματικά περιστατικά
Δυνάμει του κανονισμού (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) 2615/76 του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 1976, περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 όσον αφορά το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (JO L 299, σ. 1), ο υπάλληλος που προσλαμβάνεται για να καταλάβει προσωρινά μόνιμη θέση που καλύπτεται από τις πιστώσεις ερευνών και επενδύσεων και περιλαμβάνεται στον πίνακα θέσεων ο οποίος προσαρτάται στο τμήμα του προϋπολογισμού που αναφέρεται σε κάθε όργανο, θεωρείται έκτακτος υπάλληλος και όχι τοπικός υπάλληλος ή υπάλληλος εγκαταστάσεων όπως συνέβαινε στο παρελθόν (πρβλ. άρθρο 2, στοιχείο d), του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, κατωτέρω KAU).
Συνέπεια της κανονιστικής αυτής τροποποίησης είναι ότι οι υπάλληλοι που αμείβονται από τις πιστώσεις ερευνών και επενδύσεων υπάγονται έκτοτε, ως έκτακτοι υπάλληλοι, στις διατάξεις του τίτλου II του ΚΛΠ.
Η τέταρτη παράγραφος του άρθρου 20 του ΚΛΠ, που προστέθηκε με τον κανονισμό 2615/76, ορίζει πάντως ότι οι αποδοχές των εκτάκτων υπαλλήλων που αναφέρονται στο άρθρο 2, στοιχείο d), δηλαδή οι υπάλληλοι ακριβώς που αμείβονται από τις πιστώσεις ερευνών και επενδύσεων, καθορίζονται για κάθε βαθμό και για κάθε κλιμάκιο 6άσει του πίνακα που περιλαμβάνεται στο ίδιο άρθρο. Ο πίνακας αυτός διαφέρει από τους πίνακες που ισχύουν για τους μόνιμους και λοιπούς έκτακτους υπαλλήλους κατά το ότι οι αποδοχές που καθορίζει για τις κατηγορίες C και D είναι χαμηλότερες κατά 5 °/ο από τις αποδοχές που προβλέπονται για τους μόνιμους και τους λοιπούς έκτακτους υπαλλήλους των αντίστοιχων κατηγοριών.
Η διαφορά αυτή διατηρήθηκε με τους διάφορους κανονισμούς περί ετήσιας αναπροσαρμογής των αποδοχών που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του άρθρου 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και ιδίως με τους κανονισμούς 371/82 και 372/82 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1982 (ΕΕ L 47, σσ. 8 και 13), περί αναπροσαρμογής των αποδοχών για τα έτη 1980 και 1981. Ο κανονισμός 3821/81 του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1981 (ΕΕ L 386, σ. 1), που καθιέρωσε προσωρινά ειδική εισφορά λόγω κρίσεως η οποία εφαρμόζεται στις καθαρές αποδοχές, συντάξεις και αποζημιώσεις λόγω αποχώρησης από την υπηρεσία δεν μετέβαλε αυτή την κατάσταση.
Τον Ιούλιο του 1983, εντούτοις, η Επιτροπή αποφάσισε να υποβάλει στο Συμβούλιο πρόταση κανονισμού περί τροποποιήσεως του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων η οποία προέβλεπε, ιδίως, την κατάργηση του τέταρτου εδαφίου του άρθρου 20 του ΚΛΠ, καθώς και του σχετικού βασικού μισθολογίου. Η τροποποίηση αυτή θα εξαφάνιζε κάθε ανισότητα ως προς τις αποδοχές μεταξύ των διαφόρων έκτακτων υπαλλήλων της ίδιας κατηγορίας. Μέχρι στιγμής το Συμβούλιο δεν έχει δώσει ευνοϊκή συνέχεια στην πρόταση της Επιτροπής.
Οι προσφεύγοντες, όλοι έκτακτοι υπάλληλοι των κατηγοριών C και D, που αμείβονται από τις πιστώσεις ερευνών και επενδύσεων και υπηρετούν στο Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ispra, υπέβαλαν στην Επιτροπή, ως ΑΔΑ, ενστάσεις βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης αμφισβητώντας τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών από το μήνα Φεβρουάριο. Ισχυρίστηκαν ότι η χορήγηση χαμηλότερου μισθού από το μισθό που λαμβάνουν οι μόνιμοι και λοιποί έκτακτοι υπάλληλοι του ίδιου βαθμού συνιστά διάκριση που αντιβαίνει στην αυξημένης ισχύος αρχή της ισότητας. Υποστήριξαν επίσης ότι η διάκριση αυτή επιτάθηκε με την επιβολή και σ'αυτούς της ειδικής εισφοράς λόγω κρίσεως.
Η Επιτροπή με έγγραφο της της 20ής Δεκεμβρίου 1982 το οποίο υπογράφει ο Burke, μέλος της, γνωστοποίησε στους προσφεύγοντες ότι δεν μπορούσε να δώσει ευνοϊκή συνέχεια στις ενστάσεις τους. Οι προσφεύγοντες άσκησαν τότε την υπό κρίση προσφυγή, η οποία πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Δεκεμβρίου 1982.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Ζήτησε πάντως από την Επιτροπή και το Κοινοβούλιο να του παράσχει ορισμένες πληροφορίες σχετικά με την πρόταση κατάργησης της τέταρτης παραγράφου του άρθρου 20 του ΚΛΠ.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Δικαστήριο:
«1.
να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη·
2.
κατ'εφαρμογή του άρθρου 184 της συνθήκης ΕΟΚ, του άρθρου 156 της συνθήκης ΕΚΑΧ και, επικουρικώς, του άρθρου 36, τρίτη παράγραφος, της συνθήκης ΕΚΑΧ,
να κρίνει μη εφαρμοστέους τους κανονισμούς 371/82, 372/82 και 3821/81 του Συμβουλίου,
κατά το ότι διατηρούν, όσον αφορά τους προσφεύγοντες, τις διαφορές αποδοχών και αμοιβών που προβλέπει ο κανονισμός 2615/76 του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 1976, ειδικότερα δε τις διατάξεις του άρθρου 20 infine του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού,
αυτό δε από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 2615/76 του Συμβουλίου ή από την ημερομηνία πρόσληψης των προσφευγόντων ως έκτακτων υπαλλήλων και εν πάση περιπτώσει από την 1η Ιανουαρίου 1982·
3.
να κρίνει ότι η αντίδικος υποχρεούται να αποκαταστήσει τους προσφεύγοντες, τουλάχιστον από την 1η Ιανουαρίου 1982, κατά τρόπο που οι αποδοχές τους, καθόλα τα στοιχεία, να εξισωθούν με τις αποδοχές των μόνιμων υπαλλήλων των ίδιων κατηγοριών
4.
επικουρικώς, να υποχρεώσει την αντίδικο να προσκομίσει ολόκληρο το φάκελο, χωρίς να εξαιρέσει ή να αφαιρέσει τίποτα, που αφορά τις σχέσεις της με το Συμβούλιο των υπουργών ως προς το θέμα που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας'
5.
να επιτρέψει στους προσφεύγοντες να επιφυλαχθούν να προβάλλουν περαιτέρω αιτήματα μετά την προσκόμιση του εν λόγω φακέλου
6.
να καταδικάσει την αντίδικο στα δικαστικά έξοδα.»
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
«—
να κρίνει την προσφυγή απαράδεκτη, άλλως αβάσιμη·
—
να αποφανθεί κατά νόμο επί των δικαστικών εξόδων».
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Επί της ενστάσεως απαραδέκτου
Με το υπόμνημα αντίκρουσης, η Επιτροπή εγείρει πρώτον ένσταση απαραδέκτου της υπό κρίση προσφυγής. Συγκεκριμένα θεωρεί ότι η μόνη ενδεχομένως βλαπτική για τους προσφεύγοντες πράξη είναι ο κανονισμός 2617/76, διότι με αυτό τον κανονισμό θεσπίστηκε η φερόμενη διάκριση, για την οποία διαμαρτύρονται οι προσφεύγοντες και όχι με τους μεταγενέστερους κανονισμούς που επικαλούνται.
Οι εδιαφερόμενοι υπάλληλοι δεν θεώρησαν κατά την υπό κρίση περίοδο σκόπιμο να προβάλουν ένσταση έλλειψης νομιμότητας ούτε κατά του εν λόγω κανονισμού ούτε κατά των μεταγενέστερων κανονισμών, οι οποίοι διατήρησαν την εν λόγω διάκριση.
Η Επιτροπή δεν αγνοεί ότι οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό μπορούν νομίμως να ζητήσουν από την αρμόδια διοικητική αρχή να αναθεωρήσει παλαιότερη απόφαση, όταν μπορούν να επικαλεστούν νέο πραγματικό περιστατικό, ικανό να μεταβάλει ουσιωδώς τις συνθήκες που υπαγόρευσαν την αρχική απόφαση (πρβλ. απόφαση της 12. 7. 1973, Tontodonati κατά Επιτροπής, 28/72, Recueil σ. 784). Παρατηρεί, όμως, ότι οι προσφεύγοντες δεν της υπέβαλαν αίτηση βάσει της παραγράφου 1 του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, αλλά αμέσως ένσταση κατά την έννοια της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου.
Εξάλλου, οι κανονισμοί 371/82, 372/82 και 3821/82 δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να θεωρηθούν, κατά την άποψη της Επιτροπής, ως «νέο πραγματικό περιστατικό» που μεταβάλλει ουσιωδώς τις συνθήκες, οι οποίες υπαγόρευσαν τη θέσπιση του κανονισμού 2617/76, διότι διατηρούν αυτούσια τη φερόμενη διάκριση που δημιούργησε ο κανονισμός 2617/76. Όσον αφορά ειδικότερα τον κανονισμό 3821/82, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν επιδεινώνει την προϋπάρχουσα διάκριση, δεδομένου ότι η εισφορά λόγω κρίσεως έχει γενική εφαρμογή. Συνεπώς, καταλήγει η Επιτροπή, τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών που αμφισβητούν οι προσφεύγοντες δεν αποτελούν βλαπτικές γι' αυτούς πράξεις.
Οι προσφεύγοντες αμφισβητούν, με το απαντητικό τους υπόμνημα, ότι η προσφυγή είναι εκπρόθεσμη, άρα απαράδεκτη. Ισχυρίζονται ότι οι κανονισμοί 371/82, 372/82 και 3821/81 επιδεινώνουν περαιτέρω την αρχική διάκριση σε 6άρος τους και γι' αυτόν το λόγο μπορεί να προβληθεί κατ' αυτών ένσταση παρανομίας.
Κατά τους προσφεύγοντες, οι προαναφερθέντες κανονισμοί αποτελούν πράγματι «νέο πραγματικό περιστατικό» κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου (πρβλ. απόφαση της 16. 12. 1964, Müller κατά Επιτροπής, 109/63, Recueil σ. 1293).
Κατά την άποψη των προσφευγόντων, δεν απαιτείται καθόλου, όπως φαίνεται ότι φρονεί η Επιτροπή, τα πρόσωπα πουέχουν συμφέρον στην επανεξέταση προηγούμενης απόφασης, συνεπεία επελεύσεως νέου πραγματικού περιστατικού, να υποβάλουν προηγουμένως αίτηση βάσει της παραγράφου 1 του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ιδίως μάλιστα όταν αυτή η αίτηση δεν μπορεί να απαιτείται, επειδή, όπως εν προκειμένω, δεν μπορεί να έχει κανένα αποτέλεσμα.
Κατά τους προσφεύγοντες, η ύπαρξη «νέου πραγματικού περιστατικού» αποδεικνύεται από το ότι η δυσμενής διάκριση, για την οποία διαμαρτύρονται, διατηρήθηκε με τους κανονισμούς που ακολούθησαν τον κανονισμό 2617/76. Πράγματι, ακόμη και οι κανονισμοί απλής ρουτίνας μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα «να αποκρυσταλλώσουν» μια ορισμένη κατάσταση και να αποτελέσουν έτσι «νέο πραγματικό περιστατικό» (πρβλ. απόφαση της 15. 12. 1982, Battaglia κατά Επιτροπής, 737/79, Συλλογή 1982, σ. 4497). Οι προσφεύγοντες υπογραμμίζουν ιδίως ότι στην υπό κρίση υπόθεση, όπως και στην υπόθεση Battaglia, διεξάγονταν διαπραγματεύσεις από πολλών ετών, η δε Επιτροπή είχε διαβιβάσει στο Συμβούλιο πρόταση κανονισμού που προέβλεπε την κατάργηση της εν λόγω διακρίσεως.
Όσον αφορά τον κανονισμό 3821/82, η διάκριση δεν συνεχίστηκε απλώς, αλλά επιδεινώθηκε δεδομένου ότι οι συνέπειες της αναλογικής εισφοράς λόγω κρίσεως είναι σημαντικότερες για τα χαμηλά εισοδήματα, όπως των προσφευγόντων.
Με την ανταπάντηση της η Επιτροπή επανέρχεται στο ζήτημα αν συντρέχει εν προκειμένω «νέο πραγματικό περιστατικό». Κατά την άποψη της, το ότι το Δικαστήριο με την απόφαση του της 16ης Δεκεμβρίου 1984 Müller κατά Επιτροπής, που αναφέρουν οι προσφεύγοντες, μίλησε για «νέο πραγματικό περιστατικό αρκετά ουσιώδες» σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν θέλησε να καταστήσει δυνατή την επ' αόριστο αμφισβήτηση των αποφάσεων που έχουν καταστεί οριστικές, μη αρκούμενο μόνο σε κάποιο νέο πραγματικό περιστατικό, αλλά απαιτώντας το περιστατικό αυτό να είναι σαφώς σημαντικό.
Εν προκειμένω, οι κανονισμοί που επικαλούνται οι προσφεύγοντες δεν επιδεινώνουν καθόλου την κατάσταση τους. Αυτό ισχύει και για τον κανονισμό 3821/81. Εξάλλου, η βάση υπολογισμού της εισφοράς λόγω κρίσεως, δηλαδή ο βασικός μισθός κάθε μόνιμου ή έκτακτου υπαλλήλου κατόπιν αφαιρέσεως των εισφορών, του φόρου, καθώς και ενός ποσού ίσου με το βασικό μισθό υπαλλήλου βαθμού D 4, κλιμάκιο 1, είναι ελάχιστη, όταν πρόκειται για χαμηλά εισοδήματα, όπως των προσφευγόντων.
Η Επιτροπή δεν συμφωνεί, επίσης, με τους προσφεύγοντες ως προς την απόφαση της15ης Δεκεμβρίου 1982, που επικαλούνται, Battaglia κατά Επιτροπής. Στην υπόθεση αυτή το Δικαστήριο έλαβε υπόψη διάφορες περιστάσεις, μεταξύ των οποίων το αναδρομικό αποτέλεσμα των προσβαλλόμενων κανονισμών, που δεν συντρέχουν στην περίπτωση των προσφευγόντων. Όσο για τις διεξαγόμενες συζητήσεις μεταξύ της Επιτροπής και των αντιπροσώπων του προσωπικού, καίτοι κατέληξαν στην υποβολή προτάσεως κανονισμού από την Επιτροπή στο Συμβούλιο, δεν δικαιολογούν την αμφισβήτηση καταστάσεων που έχουν παγιωθεί από μακρού.
Όσον αφορά τον όρο της προηγούμενης υποβολής από τον ενδιαφερόμενο αίτησης βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η Επιτροπή φρονεί ότι ο όρος αυτός ισχύει πάντοτε όταν ζητείται η αναθεώρηση μιας ατομικής ή γενικής κατάστασης.
Επί της ουσίας
Για να υποστηρίξουν το παράνομο του καθορισμού των αποδοχών τους, οι προσφεύγοντες επικαλούνται δύο διαφορετικούς λόγους ακύρωσης.
Πρώτος λόγος ακύρωσης
Οι προσφεύγοντες τονίζουν με την προσφυγή τους ότι οι αποδοχές τους εξακολουθούν και μετά τη θέσπιση των κανονισμών 371/82 και 372/82 να είναι χαμηλότερες κατά 5 ο/ο περίπου από τις αποδοχές των υπαλλήλων της ίδιας κατηγορίας. Επιπλέον, μετά το τέλος του Φεβρουαρίου 1982, τα εκκαθαριστικά σημειώματα των αποδοχών τους περιλαμβάνουν κρατήσεις υπό μορφή εισφορών λόγω κρίσεως.
Επομένως, από τον Οκτώβριο του 1976, οπότε οι τοπικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι εγκαταστάσεων υπήχθησαν στην κατηγορία των έκτακτων υπαλλήλων, οι προσφεύγοντες υφίστανται δυσμενή διάκριση σε σχέση με τους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό που εκτελούν τα ίδια καθήκοντα και βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση. Υπογραμμίζουν ότι η διάκριση αυτή περιορίζεται μόνο στις κατηγορίες C και D ενώ δεν παρατηρείται στις κατηγορίες Α και Β.
Αυτή η άνιση μεταχείριση αντιβαίνει σε μια υπέρτερη αρχή του δικαίου, την οποία έχει καθιερώσει το Δικαστήριο και η οποία υπερισχύει των αντιθέτων θεσμικών ή κανονιστικών διατάξεων (πρβλ. απόφαση της 31. 5. 1979, Newth κατά Επιτροπής, 156/78, Recueil σ. 1941). Ισχυρίζονται επίσης ότι η Επιτροπή έχει αναγωρίσει ότι είναι σκόπιμο να τερματιστεί αυτή η διάκριση, δεδομένου ότι πρότεινε στο Συμβούλιο τη κατάργηση της.
Με το υπόμνημά της αντίκρουσης, η Em-τροπή ισχυρίζεται προκαταρκτικά ότι ο κανονισμός 2615/76 βελτίωσε αισθητά την κατάσταση του προσωπικού που αμείβεται από τις πιστώσεις ερευνών και επενδύσεων σε σχέση με την προϋφιστάμενη κατάσταση, αφού σε όλες τις εγκαταστάσεις και βεβαίως και στην Ispra, οι εν λόγω υπάλληλοι έλαβαν αποδοχές σαφώς υψηλότερες από τις αποδοχές που ελάμβαναν προηγουμένως. Η διαφορά μεταξύ των αποδοχών του προσωπικού που αμείβεται από τις πιστώσεις ερευνών και επενδύσεων και των αποδοχών των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των αντιστοίχων κατηγοριών εξηγείται, κατά την Επιτροπή, από το ότι το Συμβούλιο θέλησε να μην αυξήσει υπερβολικά την επιβάρυνση του προϋπολογισμού που προκάλεσε η ένταξη των πρώην υπαλλήλων εγκαταστάσεων και τοπικών υπαλλήλων στην κατηγορία των έκτακτων υπαλλήλων. Εξάλλου η εν λόγω διαφορά δεν αυξήθηκε με το χρόνο.
Η Επιτροπή αναφέρει ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η διάκριση συνίσταται στην ίδια μεταχείριση διαφορετικών καταστάσεων ή στη διαφορετική μεταχείριση ίδιων καταστάσεων. Η αρχή της απαγόρευση των διακρίσεων τηρείται όταν αντιμετωπισονται κατά διαφορετικό τρόπο πρόσωπα που ανήκουν σε ανόμοιες κατηγορίες. Κατά την Επιτροπή, το προσωπικό που αμείβεται από τις πιστώσεις ερευνών και επενδύσεων δεν βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με τους μονίμους υπαλλήλους έστω κι αν ανήκουν στις ίδιες κατηγορίες και επιτελούν παρόμοια καθήκοντα. Η Επιτροπή αναφέρει, σχετικά, την απάντηση του Burke στις ενστάσεις των προσφευγόντων, ότι δηλαδή τίποτα δεν εμποδίζει τη δημόσια διοίκηση να απασχολεί, εκτός των υπαλλήλων που προσλαμβάνονται μέσω διαγωνισμών, προσωπικό επί συμβάσει που υπάγεται σε ειδικές διατάξεις, οι οποίες δεν παρέχουν στο εν λόγω προσωπικό τα ίδια χρηματικά πλεονεκτήματα, όπως αυτά που παρέχονται στους νόμιμους υπαλλήλους.
Με το απαντητικό τους υπόμνημα, οι προ-οφεύγοντες παρατηρούν ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ των επιχειρημάτων που επικαλείται ο Burke με την απάντηση στις ενστάσεις τους και εκείνων που αναπτύσσονται στις αιτιολογικές σκέψεις της πρότασης περί τροποποιήσεως του ΚΛΠ η οποία υποβλήθηκε στο Συμβούλιο. Συγκεκριμένα η Επιτροπή αναφέρει στις εν λόγω αιτιολογικές σκέψεις ότι η αρχή της ισότητας πρέπει να υπερισχύει των ιστορικών λόγων που αποτελούν τη βάση της εν λόγω διάκρισης και ότι δεν είναι λογικό να διατηρείται αυτή η ανισότητα ως προς τις αποδοχές τη στιγμή που υπάρχει ισότητα ως προς την εργασία και τα καθήκοντα.
Εξάλλου οι περί προϋπολογισμού σκέψεις που επικαλείται η Επιτροπή δεν αντέχουν στον έλεγχο. Οι προσφεύγοντες φρονούν πρώτον ότι η οικονομική επιβάρυνση 9α ήταν πολύ χαμηλή δεδομένου ότι πρόκειται για έκτακτους υπάλληλους των κατηγοριών C και D. Δεύτερον, τονίζουν ότι οι ενδεχόμενες σκέψεις οικονομικού χαρακτήρα 9α είχαν υπαγορεύσει ένα σύστημα διακρίσεων και για τους υπαλλήλους των κατηγοριών Α και Β. Τέλος, κατά τους προσφεύγοντες, τα προβλήματα του προϋπολογισμού, από τα οποία υποτίθεται ότι ωθήθηκε η Επιτροπή το 1976, εξακολουθούν βεβαίως να υπάρχουν και το 1983.
Με την ανταπάντηση της η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το γεγονός και μόνο ότι οι υπάλληλοι που αμείβονται από τις πιστώσεις ερευνών και επενδύσεων εκτελούν τα ίδια καθήκοντα με τους άλλους έκτακτους και μόνιμους υπάλληλους δεν σημαίνει ότι πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνουν ακριβώς τις ίδιες αμοιβές και οι μεν και οι δε. Η νομική φύση της σχέσης που διέπει την εργασία, τα διπλώματα, τα προσόντα και η επαγγελματική πείρα, η αρχαιότητα στην υπηρεσία, η ηλικία κλπ. αποτελούν, κατά την Επιτροπή, στοιχεία που μπορούν να δικαιολογήσουν διαφορετικές αμοιβές για την ίδια εργασία.
Εξάλλου η πρόταση κανονισμού που υπέβαλε η Επιτροπή στο Συμβούλιο εντάσσεται στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών, τις οποίες λαμβάνει κατά κανόνα η Επιτροπή με σκοπό τη βελτίωση και την τελειοποίηση των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του ΚΛΠ, δεν σημαίναι όμως ότι η Επιτροπή θεωρεί παράνομη τη μεταρρύθμιση που επήλθε το 1976 με τη θέσπιση του κανονισμού 2617/76.
Δεύτερος λόγος ακυρώσεως
Με το δεύτερο λόγο ακυρώσεως οι προ-οφεύγοννες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση μέριμνας που έχει, διότι, κατά τη θέσπιση των διατάξεων περί εισφοράς λόγω κρίσεως όπως και κατά την υποβολή προτάσεων ενόψει της θεσπίσεως των κανονισμών 371/82 και 372/82, όφειλε να φροντίσει ώστε να εξισωθούν επιτέλους οι αμοιβές των υπαλλήλων της κατηγορίας C και D, που αμείβονται από τις πιστώσεις ερευνών και επενδύσεων, με τις αμοιβές των μόνιμων υπαλλήλων των ίδιων κατηγοριών. Συγκεκριμένα προσάπτουν στην Επιτροπή ότι δεν απήλλαξε τους εν λόγω υπαλλήλους από την εισφορά λόγω κρίσεως, επιτρέποντας έτσι να διαιωνίζεται και να επιδεινώνεται η διάκριση.
Με το υπόμνημα της αντίκρουσης, η Em-νροπή συνάγει πρώτον ότι, αφού δεν συντρέχει παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, δεν ευσταθεί η αιτίαση ότι παρέβη κατά οτιδήποτε το καθήκον μέριμνας που υπέχει.
Εξάλλου, η Επιτροπή τονίζει ότι δεν μπορούσε, χωρίς να διαπράξει υπέρβαση εξουσίας, να προβεί στην εκκαθάριση των αποδοχών του προσωπικού της υπό συνθήκες διαφορετικές από εκείνες που θέσπισε το Συμβούλιο στο πλαίσιο της ασκήσεως των θεσμικών αρμοδιοτήτων του.
Με την απάντηση τους οι προσφεύγοντες διευκρινίζουν ότι η αιτίαση τους κατά της Επιτροπής δεν είναι ότι εφήρμοσε τους ισχύοντες κανονισμούς του Συμβουλίου, αλλά μάλλον ότι δεν διαβίβασε στο εν λόγω όργανο προτάσεις με σκοπό την εξάλειψη της διακρίσεως που υφίστανται ούτε άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως συνέβη με την υπόθεση 59/81, Επιτροπή κατά Συμβουλίου.
Με την ανταπάντηση της, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι θεωρεί απόλυτα νόμιμους τους προσβαλλόμενους κανονισμούς, γι' αυτό και δεν είχε κανένα λόγο να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου κατά του Συμβουλίου.
IV — Προφορική διαδικασία
Οι προσφεύγοντες, εκπροσωπούμενοι από το δικηγόρο Μ. Slusny, και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον J. Pipkorn, επικουρούμενο από το δικηγόρο R. Andersen, αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 16ης Φεβρουαρίου 1984.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Μαρτίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Δεκεμβρίου 1982, η Aschermann και σαράντα επτά άλλοι έκτακτοι υπάλληλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπηρετούν στο Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ispra (Ιταλία), άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων (εφεξής: ο κανονισμός), προσφυγή, με την οποία ζητούν να αναγνωριστεί, πρώτον, ότι οι κανονισμοί 371/82 και 372/82 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1982 (ΕΕ L 47, σ. 8 και 13) και 3821/81 του Συμβουλίου της 15ης Δεκεμβρίου 1981 (ΕΕ L 386, σ. 1), δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση τους και, δεύτερον, ότι η Επιτροπή οφείλει να τους τακτοποιήσει, έτσι ώστε να εξισωθούν οι αποδοχές τους καθόλα τους τα στοιχεία με τις αποδοχές των μονίμων υπαλλήλων της ίδιας κατηγορίας, τουλάχιστον από 1ης Ιανουαρίου 1982.
2
Από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 2615/76 του Συμ6ουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 1976 (JO L 299, σ. 1), οι υπάλληλοι που προσλαμβάνονται για να καταλάβουν προσωρινά μόνιμη θέση που καλύπτεται από τις πιστώσεις ερευνών και επενδύσεων (εφεξής: υπάλληλοι ερευνών), οι οποίοι μέχρι τότε προσλαμβάνονταν ως τοπικοί υπάλληλοι ή υπάλληλοι εγκαταστάσεων, προσλαμβάνονται ως έκτακτοι υπάλληλοι. Κατά συνέπεια, υπάγονται από τότε στο ίδιο καθεστώς όπως και οι λοιποί έκτακτοι υπάλληλοι, δηλαδή στον τίτλο II του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων (εφεξής: ΚΛΠ).
3
Η τέταρτη παράγραφος του άρθρου 20 του ΚΛΠ, που προστέθηκε με τον κανονισμό 2615/76, προβλέπει, πάντως, για τους υπαλλήλους ερευνών μισθολόγιο, το οποίο διαφέρει από αυτό που ισχύει για τους λοιπούς έκτακτους υπάλληλους κατά το ότι οι αποδοχές των υπαλλήλων ερευνών των κατηγοριών C και D είναι χαμηλότερες κατά 5 ο/ο από τις αποδοχές των λοιπών έκτακτων υπαλλήλων των ίδιων κατηγοριών και βαθμών.
4
Σχετικώς πρέπει να σημειωθεί ότι τον Ιούλιο του 1983η Επιτροπή υπέβαλε στο Συμβούλιο πρόταση κανονισμού περί τροποποιήσεως του ΚΛΠ που προέβλεπε ιδίως, καταργώντας την τέταρτη παράγραφο του άρθρου 20, καθώς και το σχετικό μισθολόγιο, την εξίσωση των αποδοχών των υπαλλήλων ερευνών των κατηγοριών C και D με τις αποδοχές των λοιπών εκτάκτων υπαλλήλων των αντίστοιχων κατηγοριών. Στις αιτιολογικές σκέψεις της εν λόγω πρότασης η Επιτροπή αφού διαπιστώνει ότι υπάρχει ήδη διαφορά 5 °/ο μεταξύ των αποδοχών των υπαλλήλων ερευνών και των αποδοχών των λοιπών έκτακτων υπαλλήλων, αναγνωρίζει ότι «η αρχή της ισότητας πρέπει να υπερισχύσει των ιστορικών λόγων στους οποίους οφείλεται αυτή η διαφορά» και ότι «δεν είναι εύλογο να διατηρείται αυτή η ανισότητα ως προς τις αποδοχές ενόψει της ισότητας εργασίας και καθηκόντων». Η σχετική διαδικασία δεν έχει ακόμη καταλήξει στην έγκριση της εν λόγω πρότασης.
5
Το σύστημα του κανονισμού 2615/76 διατηρήθηκε, χωρίς αισθητή διαφορά, με τους κανονισμούς που εκδίδονται ετησίως ενόψει της αναπροσαρμογής των αποδοχών κατ' εφαρμογή του άρθρου 65, παράγραφος 1, του κανονισμού και ιδίως με τους προαναφερθέντες κανονισμούς 371/82 και 372/82, περί αναπροσαρμογών για τα έτη 1980 και 1981. Η κατάσταση αυτή δεν μεταβλήθηκε ούτε με τον, επίσης προαναφερθέντα, κανονισμό 3821/81 που καθιέρωσε προσωρινά μια ειδική εισφορά λόγω κρίσεως, η οποία εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, επί των αποδοχών του προσωπικού των Κοινοτήτων.
6
Οι προσφεύγοντες είναι όλοι υπάλληλοι ερευνών και ανήκουν στις κατηγορίες C ή D. Με ενστάσεις που υπέβαλαν στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού αμφισβήτησαν τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών που έλαβαν από το Φεβρουάριο του 1982. Υποστήριξαν ότι η χορήγηση χαμηλότερων αποδοχών από τις αποδοχές των μονίμων και λοιπών έκτακτων υπαλλήλων του ίδιου βαθμού, οι οποίοι εκτελούν τα ίδια καθήκοντα, συνιστά δυσμενή διάκριση που αντιβαίνει στην υπέρτερη αρχή της ισότητας.
7
Με έγγραφο της 20ής Δεκεμβρίου 1982, η Επιτροπή απέρριψε τις εν λόγω ενστάσεις.
8
Οι προσφεύγοντες άσκησαν τότε την υπό κρίση προσφυγή με την οποία ζητούν από το Δικαστήριο, αφού αναγνωρίσει κατά την έννοια των άρθρων 184 της συνθήκης ΕΟΚ, 156 της συνθήκης ΕΚΑΕ και 36, παράγραφος 3, της συνθήκης ΕΚΑΧ, το ανεφάρμοστο στους προσφεύγοντες των κανονισμών 371/82, 372/82 και 3821/81, να καταδικάσει την Επιτροπή να τους καταβάλει τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που πράγματι έλαβαν τουλάχιστον από 1ης Ιανουαρίου 1982 και των αποδοχών που θα έπρεπε να είχαν λάβει, αν δεν υπήρχε η ανισότητα μεταχείρισης σε σχέση με τους μονίμους και τους λοιπούς έκτακτους υπαλλήλους που ασκούν τα ίδια καθήκοντα.
Επί του παραδεκτού
9
Η Επιτροπή προβάλλει καταρχάς το απαράδεκτο της προσφυγής.
10
Ισχυρίζεται ότι η διάκριση, για την οποία διαμαρτύρονται οι προσφεύγοντες, πηγάζει από τον κανονισμό 2615/76 και όχι, όπως ισχυρίζονται οι προσφεύγοντες, από τους μεταγενέστερους κανονισμούς και συγκεκριμένα τους κανονισμούς 371/82, 372/82 και 3821/81, οι οποίοι απλώς διατηρούν την ήδη υφισταμένη κατάσταση. Δεδομένου ότι δεν προσέβαλαν την πρώτη απόφαση που εφήρμοσε σ' αυτούς τον κανονισμό 2615/76, οι προσφεύγοντες δεν μπορούν να αμφισβητήσουν την από ετών υφισταμένη κατάσταση λαμβάνοντας ως πρόσχημα τους κανονισμούς 371/82, 372/82 και 3821/81. Η Επιτροπή ζητεί, επομένως, να κριθεί απαράδεκτη η προσφυγή, ως εκπρόθεσμη.
11
Οι προσφεύγοντες δεν αμφισβητούν ότι η επίδικη διάκριση υφίσταται από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 2615/76. Φρονούν όμως ότι η εφαρμογή σ' αυτούς των κανονισμών 371/82, 372/82 και 3821/81 συνιστά νέο πραγματικό περιστατικό που μεταβάλλει ουσιωδώς την κατάσταση τους, καθόσον οι κανονισμοί αυτοί επιδεινώνουν την υφισταμένη ήδη σε βάρος τους διάκριση.
12
Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι η εφαρμογή στους προσφεύγοντες των εν λόγω κανονισμών μπορεί να θεωρηθεί ως νέο πραγματικό περιστατικό, επί του οποίου οι προσφεύγοντες μπορούν να θεμελιώσουν προσφυγή, με την οποία ζητούν στην ουσία την εξάλειψη της διαφοράς του 5 % που υπάρχει από μακρού μεταξύ των αποδοχών των υπαλλήλων ερευνών και των αποδοχών των μονίμων και λοιπών εκτάκτων υπαλλήλων. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι συντρέχει νέο πραγματικό περιστατικό ως προς αυτούς, οι προσφεύγοντες όφειλαν να υποβάλουν στην Επιτροπή αίτηση, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού και όχι απευθείας ένσταση βάσει της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, όπως έκαναν.
13
Πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως έχει δεχτεί επανειλημμένα το Δικαστήριο (πρβλ. απόφαση της 16. 12. 1964, Muller κατά Επιτροπής, 109/63 και 13/64, Recueil σ. 1293, απόφαση της 12. 7. 1973, Tontodonati κατά Επιτροπής, 28/72, Recueil σ. 779, απόφαση της 18. 6. 1981, Blasig κατά Επιτροπής, 173/80, Συλλογή 1981, σ. 1649), η ΑΔΑ δεν υποχρεούται, εκτός αν συντρέχει ουσιώδες νέο πραγματικό περιστατικό, να αναθεωρήσει απόφαση η οποία κατέστη αμετάκλητη.
14
Εν προκειμένω, η απόφαση με την οποία εφαρμόστηκε για πρώτη φορά επί των προσφευγόντων ο κανονισμός 2615/76 εκδόθηκε πολλά έτη πριν οι προσφεύγοντες υποβάλουν στην Επιτροπή τις ενστάσεις τους. Άρα, η απόφαση αυτή δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί.
15
Όσον αφορά το επιχείρημα των προσφευγόντων ότι η εφαρμογή σ' αυτούς των κανονισμών 371/82, 372/82 και 3821/81 συνιστά ουσιώδες νέο πραγματικό περιστατικό κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι κανονισμοί 371/82 και 372/82 περιορίζονται να αυξήσουν, κατ' εκτέλεση του άρθρου 65, παράγραφος 1, του κανονισμού, τις αποδοχές και τις συντάξεις των μόνιμων και λοιπών υπαλλήλων των Κοινοτήτων για τα έτη 1980 και 1981 και, επομένως, δεν μεταβάλλουν καθόλου την κατάσταση, για την οποία διαμαρτύρονται οι προσφεύγοντες.
16
Εξάλλου, ο κανονισμός 3821/81, καθιερώνει, προσωρινά και για περίοδο που λήγει την 1η Ιουλίου 1991, μια ειδική εισφορά λόγω κρίσεως που εφαρμόζεται, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 260/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, στις καθαρές αποδοχές, συντάξεις και αποζημιώσεις λόγω αποχώρησης από την υπηρεσία. Τη 6άση υπολογισμού της εισφοράς αποτελεί, για τους εν ενεργεία μόνιμους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό, ο βασικός μισθός των διαφόρων βαθμών και κλιμακίων, κατόπιν αφαιρέσεως των εισφορών στα συστήματα ασφάλισης και συνταξιοδότησης, του φόρου, πριν από την εισφορά, στον οποίο υπόκειται μόνιμος υπάλληλος του ίδιου βαθμού και κλιμακίου, χωρίς συντηρούμενα πρόσωπα, καθώς και ποσού ίσου με το βασικό μισθό για το βαθμό D 4, πρώτο κλιμάκιο.
17
Άρα η 6άση υπολογισμού της εισφοράς είναι ελάχιστη στην περίπτωση χαμηλού εισοδήματος και μάλιστα βαίνει ελαττούμενη όσο μειώνεται το εισόδημα, έτσι ώστε, όπως ορθά υποστήριξε η Επιτροπή, πρόκειται για σύστημα φθίνουσας προόδου με πολύ περιορισμένες συνέπειες για τους προσφεύγοντες.
18
Υπό τις συνθήκες αυτές συνάγεται ότι ο κανονισμός 3821/81 δεν μετέβαλε ουσιωδώς την κατάσταση των προσφευγόντων, άρα η εφαρμογή του δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νέο πραγματικό περιστατικό που να μπορούν να επικαλεστούν οι προσφεύγοντες.
19
Επομένως η προσφυγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
20
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του εν λόγω κανονισμού, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Mackenzie Stuart
Koopmans
Bosco
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 30 Μαΐου 1984.
Ο γραμματέας κ.α.α.
J. Α. Pompe
Βοηθός γραμματέας
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
Τ. Koopmans
Full & Egal Universal Law Academy