Στην υπόθεση 346/82,
Pierre Favre, πρώην έκτακτος υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Hettange-Grande (Γαλλία) 3, rue Maurice-Barres, επικουρούμενος και εκπροσωπούμενος από τον Vietor Biel, δικηγόρο Λουξεμβούργου, 18 A, rue des Glacis, και αντίκλητο του στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον John Forman μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Daniel Jacob, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως κύριο αντικείμενο την ακύρωση, της από 4 Νοεμβρίου 1982 απολύσεως του προσφεύγοντος,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, Α. O'Keeffe και G. Bosco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: Ρ. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί, τα επιχειρήματα και τα αιτήματα των διαδίκων, συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
Ο Favre προσελήφθη στις 16 Σεπτεμβρίου 1981 ως έκτακτος υπάλληλος με το βαθμό Α 6 για αόριστο χρόνο «εξαρτώμενο από τη διάρκεια του προγράμματος “πυρηνικός έλεγγχος”» και τοποθετήθηκε στη γενική διεύθυνση XVII «Ενέργεια» — Διεύθυνση «Έλεγχος ασφάλειας Euratom». Τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν περιγράφονται στο από 27 Οκτωβρίου 1981 υπηρεσιακό σημείωμα που απεύθυναν προς τον προσφεύγοντα οι ιεραρχικώς προϊστάμενοί του Bommelie και Van der Stijl. Ο προσφεύγων κλήθηκε να υποβάλλει, κατά τον επόμενο Δεκέμβριο, αναφορά με τα πορίσματα και τις προτάσεις του επί διαφόρων θεμάτων που αναφέρονται στο εν λόγω υπηρεσιακό σημείωμα.
Ο προσφεύγων δεν κατέθεσε την αναφορά μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, ο δε διευθυντής του τμήματός του, Bommelle του απεύθυνε, στις 27 Ιανουαρίου 1982, σχετική υπόμνηση.
Στις 29 Ιανουαρίου, ο προσφεύγων απεύθυνε στον Van der Stijl υπηρεσιακό σημείωμα μόλις μεγαλύτερο της μίας σελίδας που αντιπροσώπευε το αποτέλεσμα της εργασίας του κατά τους προηγούμενους μήνες. Την ίδια ημέρα συνέταξε ένα δεύτερο υπηρεσιακό σημείωμα που αποτελούσε την περίληψη ενός εγγράφου του «Department of Energy» του Ηνωμένου Βασιλείου προς τη γενική διεύθυνση ενεργείας. Εξάλλου, στις 10 Μαρτίου 1982, απεύθυνε στους προϊσταμένους του υπηρεσιακό σημείωμα που περιείχε την περίληψη μιας σειράς μαθημάτων που είχε παρακολουθήσει.
Κατά το πέρας της περιόδου δοκιμασίας κοινοποιήθηκε στον Favre, στις 23 Απριλίου 1982, προκειμένου να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του, ένα σχέδιο εκθέσεως κρίσεως που είχε συνταχθεί στις 5 Απριλίου 1982.
Με την εν λόγω έκθεση κρίνονταν δυσμενώς το πνεύμα πρωτοβουλίας και η συναίσθηση ευθύνης του προσφεύγοντος καθώς και η απόδοση του. Στην έκθεση αναφέρεται οτι ο Favre ανέπτυξε λίγη πρωτοβουλία κατά την περίοδο δοκιμασίας, ότι, αν ληφθεί υπόψη ο βαθμός του (Α 6), που είναι ανώτερος του βασικού βαθμού στον οποίο προσελήφθη, η συναίσθηση ευθύνης που επέδειξε δεν ήταν ικανοποιητική και ότι η ταχύτητα στην εκτέλεση των καθηκόντων του ήταν ανεπαρκέστατη. Εξάλλου, όπως αναφέρεται, δεδομένου ότι η «παραγωγή» του ήταν ελάχιστη, δεν μπορεί να κριθεί η ποιότητα της εργασίας του. Από τις γενικές παρατηρήσεις προέκυπτε ότι ο Favre, στον οποίο είχε ανατεθεί η διεξαγωγή μελετών επί της μονάδας νέας επεξεργασίας του Windscale στο Ηνωμένο Βασίλειο, είχε εκπονήσει συνθετική εργασία δύο σελίδων επί του θέματος αυτού η οποία έπρεπε να θεωρηθεί ως τελείως ανεπαρκής, ότι έγιναν στον προσφεύγοντα, προφορικώς πολλές και γραπτώς δύο, υπομνήσεις για το ότι όφειλε να διεκπεραιώσει τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί και ότι ο συντονιστής της δοκιμαστικής υπηρεσίας είχε επιστήσει την προσοχή των προϊσταμένων του Favre στην προφανή έλλειψη ενδιαφέροντος που επέδειξε ο τελευταίος για τα μαθήματα που παρακολούθησε.
Με υπηρεσιακό σημείωμα της 9ης Ιουνίου 1982, ο προσφεύγων, απαντώντας στην εν λόγω έκθεση, χαρακτήρισε ως ανακριβές το ότι του είχαν γίνει πολλές προφορικές και δύο γραπτές υπομνήσεις για το ότι όφειλε να διεκπεραιώσει τα καθήκοντα του. Η πρώτη και μοναδική προφορική υπόμνηση, πριν από τις 21 Απριλίου 1982 είχε γίνει τον Ιανουάριο του 1982, ομοίως δε, η πρώτη και μοναδική γραπτή υπόμνηση έγινε μερικές ημέρες αργότερα. Ο προσφεύγων ανέφερε εξάλλου ότι διαφωνεί πλήρως με τις δυσμενείς κρίσεις όσον αφορά την ποιότητα και την ταχύτητα της εργασίας, την πρωτοβουλία και τη συναίσθηση ευθύνης. Εξέφρασε δυσαρέσκεια για το ότι χρειάστηκε να εργαστεί μόνος χωρίς τη βοήθεια των προϊσταμένων του, για το ότι ήταν λεπτό το θέμα που του είχε ανατεθεί, στο οποίο είχε σημειωθεί μικρή πρόοδος από το τέλος του 1973. Εξάλλου, ο Favre εξουσιοδοτήθηκε να χειρίζεται «απόρρητες» υποθέσεις μόλις στις 15 Μαρτίου 1982 και επομένως, η «κατά γράμμα» τήρηση του προγράμματος εργασίας που είχε παραδοθεί στις 27 Οκτωβρίου 1981 θα οδηγούσε σε παράβαση της ρυθμίσεως της σχετικής με την προστασία του εν λόγω απορρήτου.
Με υπηρεσιακό σημείωμα της 24ης Αυγούστου 1982, ο προϊστάμενος τμήματος του προσφεύγοντος γνωστοποίησε στον Gmelin, διευθυντή του ελέγχου ασφαλείας Euratom ότι, παρά την επιμονή του, ο Favre δεν είχε παραδόσει την έκθεση που του είχε ζητηθεί να παραδόσει τον Ιούλιο πριν πάρει την άδεια του.
Στο ίδιο υπηρεσιακό σημείωμα αναφέρεται ότι ο προσφεύγων απουσίασε λόγω ασθενείας, κατά τη διάρκεια του θέρους, από 14 μέχρι 31 Ιουλίου και από 1ης μέχρι 15 Αυγούστου, και ότι επομένως δεν είχε διεκπεραιώσει την εργασία που του είχε ανατεθεί με πρόγραμμα της 2ας Ιουλίου 1982.
Στις 30 Ιουλίου 1982, ο προσφεύγων πληροφορήθηκε, με έγγραφο του γενικού διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως ότι ο τελευταίος είχε προτείνει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να καταγγείλει τη σύμβαση του προσφεύγοντος από 2 Νοεμβρίου 1982. Το έγγραφο αυτό κοινοποιήθηκε στον Favre με τον σκοπό να τον διευκολύνει στην αναζήτηση νέας εργασίας.
Με υπηρεσιακό σημείωμα τις 19ης Αυγούστου προς τον Burke, μέλος της επιτροπής που ασχολείται με θέματα προσωπικού, ο γενικός διευθυντής προσωπικού και διευθύνσεως, στηριζόμενος στη γνώμη της γενικής διευθύνσεως ενέργειας, πρότεινε την απόλυση του προσφεύγοντος σύμφωνα με το άρθρο 47, παράγραφος 2 α), του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού.
Η επιτροπή προσωπικού του Λουξεμβούργου, στην οποία απευθύνθηκε ο προσφεύγων, ζήτησε από τον Burke, στις 17 Σεπτεμβρίου 1982 να δοθεί στον προσφεύγοντα δεύτερη ευκαιρία. Στις 4 Νοεμβρίου 1982, ο Burke αποφάσισε να καταγγείλει τη σύμβαση του προσφεύγοντος, η δε προθεσμία καταγγελίας άρχιζε στις 10 Νοεμβρίου και έληγε στις 31 Δεκεμβρίου 1982.
Κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία κοινοποιήθηκε στον Favre με έγγραφο της 4ης Νοεμβρίου 1982, υποβλήθηκε ένσταση που πρωτοκολλήθηκε στις 26 Νοεμβρίου 1982 και απορρίφθηκε με έγγραφο του Burke της 3ης Φεβρουαρίου 1983.
Στις 29 Δεκεμβρίου του 1982, ο προφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή και υπέβαλε αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζητούσε «να διαταχθεί η αναστολή της απολύσεως μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί της ουσίας».
Με Διάταξη του προέδρου του πρώτου τμήματος του Δικαστηρίου της 7ης Φεβρουαρίου 1983 απορρίφθηκε η αίτηση αναστολής.
Η έγγραφη διαδικασία διεξήχθη κανονικά.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Με την προσφυγή του, ο προσφεύγων, ζητεί από το Δικαστήριο:
«—
να κρίνει την προσφυγή εκπρόθεσμη και νομότυπη,
—
να την κρίνει βάσιμη κατ' ουσία και, συνεπώς,
—
να ακυρώσει την απόλυση της 4ης Νοεμβρίου 1982,
—
να παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον της αρμοδίας για τους διορισμούς αρχής προκειμένου να ευρεθεί άλλη λύση και συγκεκριμένα η μετάθεση σε καθήκοντα που αντιστοιχούν στο βαθμό και στην επιστημονική κατάρτιση του προσφεύγοντος,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα,
επικουρικώς:
—
να επιτρέψει στον προσφεύγοντα να αποδείξει δια μαρτύρων ότι η απόλυση δεν έγινε προς το συμφέρον της υπηρεσίας αλλά συνιστά κατάχρηση, άλλως, υπέρβαση εξουσίας.»
Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη,
—
να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
Με το απαντητικό υπόμνημα, ο προσφεύγων από το Δικαστήριο:
«—
επικουρικώς, να εξετάσει μάρτυρες προκειμένου να κρίνει για το βάσιμο της προσφυγής' εφόσον παρίσταται αναγκαίο, να διατάξει να καταθέσουν ως μάρτυρες οι άμεσοι ιεραρχικώς προϊστάμενοι του Favre, μεταξύ των οποίων οι Bommelle και Van der Stijl·
—
επιπλέον να εξετάσει τους ακόλου8ους μάρτυρες, οι οποίοι τον αντιπροσώπευσαν υπό την ιδιότητά τους ως μελών και εκπροσώπων της Επιτροπής προσωπικού, στις 14 Σεπτεμβρίου, κατά την παράδοση στον Burke των εγγράφων που έλειπαν από το φάκελο και εκείνων που δεν είχαν κοινοποιηθεί ...». Ακολουθούν ονόματα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1.
Ο προοφεύγων ισχυρίζεται με την προσφυγή πρώτον ότι, επειδή προσελήφθη για όσο θα διαρκούσε το πρόγραμμα «πυρηνικός έλεγχος», εξομοιώνεται, για την περίοδο αυτή, με μόνιμο υπάλληλο κατά την έννοια του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Αντιστρόφως, η σύμβαση του θα έληγε, και μάλιστα χωρίς καταγγελία, αμέσως μετά τη λήξη του προγράμματος αυτού. Έτσι, η υπόθεση αυτή δεν μπορεί να συγκριθεί με τις περισσότερες από τις υποθέσεις που αφορούν άλλες περιπτώσεις ασκήσεως καθηκόντων επ' αόριστο χρόνο (υπόθεση 25/80, De Briey, Συλλογή 1981, σ. 637).
Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που αναπτύσσει ο προσφεύγων αναφέρεται σε έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπαρκή αιτιολογία. Πράγματι, οι ενδείξεις που περιέχονται στην έκθεση κρίσης περί της δοκιμασίας δεν ευσταθούν. Εξάλλου η περί απολύσεως απόφαση δεν αναφέρεται στις ενδείξεις αυτές. Η ποιότητα της εργασίας του δεν κατέστη δυνατόν να κριθεί, δεδομένου ότι δεν του δόθηκε ποτέ η δυνατότητα να παρουσιάσει συγκεκριμένα αποτελέσματα, το δε θέμα που του ανατέθηκε ήταν τόσο περίπλοκο ώστε δεν μπορούσε να το χειριστεί σε τόσο λίγο χρόνο. Εξάλλου, ο προσφεύγων επαναλαμβάνει ότι η διάρκεια της πρόσληψης του εξαρτιόταν άνευ ετέρου από τη διάρκεια του προγράμματος «πυρηνικός έλεγχος».
Κατά το δεύτερο λόγο ακυρώσεως που στηρίζεται στο άρθρο 7 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, μόνο το συμφέρον της υπηρεσίας μπορεί να δικαιολογήσει απόλυση. Η πρόσληψη υπαλλήλων πυρηνικών επιστημών θα ήταν αδύνατη αν δεν παρεχόταν στα άκρως ειδικευμένα αυτά πρόσωπα σταθερότητα ως προς την εργασία.
Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως στηρίζεται στην κατάχρηση εξουσίας. Η ΑΔΑ έκρινε ότι δεν μπορούσε να απολύσει τον προσφεύγοντα βάσει της πρώτης γνωστοποίησης απολύσεως. Η δεύτερη γνωστοποίηση απολύσεως δεν επιδεχόταν συζήτηση και δεν περιέχει κανένα ίχνος αιτιολογίας. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται «ότι ο Gmelin, ίσως δε και ο γενικός διευθυντής Audiand ένοιωσαν να εξουδετερώνονται και να μειώνεται η εξουσία τους από την αντίσταση ενός υπαλλήλου που είχε “νικήσει” δύο φορές». Υπό τις συνθήκες αυτές κρίθηκε αναγκαίο να αποπεμφθεί αυτός ο νεαρός «ενοχλητικός», «κατόπιν προτάσεως της ΓΔ και της Ενέργειας», και χωρίς άλλη αιτιολογία.
Η διοίκηση δεν απέδειξε λεπτομερώς και συγκεκριμένως τους αντικειμενικούς και βάσιμους λόγους που συνηγορούν υπέρ της καταγγελίας της συμβάσεως. Όφειλε να αναζητήσει μια θέση εργασίας στην οποία ο Favre μπορούσε να συνεχίσει να υπηρετεί και να τον τοποθετήσει, λόγου χάριν, στην Ispra. Όμως, αντί να αναζητήσουν μια εύλογη λύση, οι αρμόδιοι θυσίασαν μια σταδιοδρομία που υπήρξε ιδιαίτερα λαμπρή.
Ο προσφεύγων επαναλαμβάνει όσα είχε αναπτύξει στη διοικητική του ένσταση, ότι δηλαδή η αποπομπή του συνιστά πράξη μη κανονική από οικονομικής και κοινωνικής σκοπιάς. Στην πραγματικότητα η απόλυση του ισοδυναμεί με καταχρηστική απόλυση κατά το ότι επήλθε χωρίς βάσιμο λόγο. Η ΑΔΑ φέρει το βάρος να αποδείξει ότι η απόδοση του προσφεύγοντος δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες. Στο μεταξύ, ο τελευταίος υποστηρίζει ότι αν η απόδοσή του δεν ήταν αυτή που έπρεπε, αυτό οφείλεται σε λόγους καθαρά διοικητικούς.
2.
Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται πρώτον, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά, ότι ο προσφεύγων προσελήφθη για να ασκήσει καθήκοντα πυρηνικού επιθεωρητή, και ότι η σύμβαση προσλήψεώς του ως εκτάκτου υπαλλήλου που στηρίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος α), τού καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού μπορούσε να καταγγελθεί υπό τον όρο τηρήσεως της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 47, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού. Εξάλλου, είναι ανακριβές το ότι ο φάκελος του εργοστασίου νέας επεξεργασίας του Windscale ήταν ιδιαίτερα λεπτός και είχε πολιτικό χαρακτήρα. Ο προσφεύγων που τοποθετήθηκε στη διεύθυνση «έλεγχος ασφαλείας Euratom» ανέλαβε μια μελέτη καθαρά τεχνική την οποία έπρεπε να είναι σε θέση να πραγματοποιήσει, αν ληφθεί υπόψη η φύση της επαγγελματικής του πείρας.
Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η ερμηνεία της συμβάσεως από τον προσφεύγοντα στερείται ερείσματος αν μη τι άλλο διότι έρχεται σε αντίφαση με το σαφές κείμενο του άρθρου 47, παράγραφος 2, του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού στο οποίο παραπέμπει η σύμβαση που ορίζει τον τρόπο υπολογισμού της προθεσμίας καταγγελίας. Εξάλλου, καίτοι το πρόγραμμα «έλεγχος ασφάλειας, πυρηνικός έλεγχος» αποτελεί μόνιμη αποστολή της Επιτροπής, η σημαντική αύξηση της εργασίας σ' αυτόν τον τομέα ανάγκασε την καθής να αυξήσει τον αριθμό των πυρηνικών ελεγκτών χωρίς εντούτοις να διαθέτει επαρκή αριθμό θέσεων μονίμων υπαλλήλων αντιθέτως, η Επιτροπή έλαβε από το Συμβούλιο, για περίοδο τριών ετών, ορισμένο αριθμό θέσεων εκτάκτων υπαλλήλων στις οποίες προσελήφθησαν πολλοί επιτυχόντες στο διαγωνισμό, στον οποίο είχε συμμετάσχει ο Favre οι θέσεις αυτές χορηγήθηκαν για περιορισμένο χρόνο, ώστε έπρεπε να αναφέρεται στις συμβάσεις ότι η διάρκειά τους δεν μπορούσε να υπερβεί το χρόνο για τον οποίο χορηγήθηκαν οι εν λόγω θέσεις. 'Ετσι, ο προσφεύγων δεσμευόταν πράγματι με σύμβαση αορίστου χρόνου, η οποία μπορούσε να λυθεί με την αρμόζουσα περίοδο καταγγελίας και χωρίς να απαιτείται αιτιολόγηση της περί απολύσεως αποφάσεως.
Από τα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο προσφεύγων πληροφορήθηκε επανειλημμένα τους λόγους για τους οποίους η απόδοση του κρίθηκε ανεπαρκής.
Όσον αφορά το δεύτερο λόγο ακυρώσεως, όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα έγγραφα, οι ιεραρχικώς προϊστάμενοι του προσφεύγοντος θεώρησαν ότι η απόδοση του δεν ήταν αυτή που αναμενόταν από υπάλληλο του βαθμού Α 6, με καθήκοντα στον τομέα του πυρηνικού ελέγχου. 'Ετσι, οι ιεραρχικώς προϊστάμενοι του προσφεύγοντος κατέληξαν στο συμπέρασμα, μετά από ώριμη σκέψη και αφού έλαβαν γνώση των παρατηρήσεων που του είχαν γίνει επανειλημμένα, ότι η παραμονή του στην υπηρεσία της Επιτροπής δεν ανταποκρινόταν στο συμφέρον της υπηρεσίας. Εξάλλου, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, σύμφωνα με την απόφαση De Briey, στην περίπτωση απολύσεως λόγω επαγγελματικής ανεπάρκειας, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να ελέγξει το βάσιμο της σχετικής εκτιμήσεως, εκτός αν αποδεικνύεται ότι συντρέχει προφανής πλάνη ή κατάχρηση εξουσίας. Εν προκειμένω, ο προσφεύγων δεν απέδειξε ούτε καν ισχυρίστηκε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση φέρει το στίγμα προφανούς πλάνης ή καταχρήσεως εξουσίας.
Ως προς τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η καθής εκφράζει τη δυσαρέσκειά της για το ότι ο προσφεύγων θεώρησε καλό να επικρίνει δύο υπαλλήλους τη στιγμή κατά την οποία προκύπτει επαρκώς από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εξάλλου δεν προέρχεται από τους εν λόγω υπαλλήλους, ελήφθη μετά από αντικειμενική εξέταση όλων των στοιχείων του φακέλου και αφού ζητήθηκε η γνώμη των αμέσων ιεραρχικώς προϊσταμένων του προσφεύγοντος. Εξάλλου, αντίθετα με ό,τι υποστηρίζει ο προσφεύγων, η κατάχρηση εξουσίας δεν τεκμαίρεται, αλλά ο προσφεύγων φέρει το βάρος της σχετικής αποδείξεως. Το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν απολύθηκε μετά τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας δεν συνιστά βεβαίως ένδειξη καταχρήσεως εξουσίας αντιθέτως, αυτό αποδεικνύει ότι οι ιεραρχικώς προϊστάμενοι θέλησαν να έχουν τον απαιτούμενο χρόνο για να σκεφτούν πριν προτείνουν στην ΑΔΑ τη λήψη αποφάσεως με τόσο σημαντικές συνέπειες για τον ενδιαφερόμενο. Εξάλλου, δεν αμφισβητούνται οι θεωρητικές γνώσεις του Favre το γεγονός αυτό, όχι μόνο δεν αποτελεί ένδειξη καταχρήσεως εξουσίας αλλά αντιθέτως αποδεικνύει ότι οι ιεραρχικώς προϊστάμενοι του ενδιαφερόμενου επέδειξαν αντικειμενικότητα δεδομένου ότι κατά τα λοιπά, το πνεύμα πρωτοβουλίας, η συναίσθηση ευθύνης, η ποιότητα και η ποσότητα της εργασίας του προσφεύγοντος κρίθηκαν ανεπαρκείς σε σχέση με τη θέση που κατείχε.
Τέλος, η καθής δεν αντιλαμβάνεται γιατί η απόλυση συνιστά «πράξη μη κανονική από οικονομικής και κοινωνικής σκοπιάς», τη στιγμή που το άρθρο 47, εδάφιο 2, του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού προβλέπει ρητά τη δυνατότητα καταγγελίας της συμβάσεως αορίστου χρόνου εκτάκτου υπαλλήλου υπό τον όρο γνωστοποιήσεως της προθεσμίας καταγγελίας.
3.
Με το απαντητικό του υπόμνημα, ο προσφεύγων εκφράζει την έκπληξη του για το αναφερόμενο στο υπόμνημα αντικρούσεως ότι δηλαδή η σύμβαση του ήταν διαρκείας τριών ετών, ενώ ο ίδιος είχε καλόπιστα βασιστεί στην ίδια τη διατύπωση της συμβάσεως όπου διευκρινίζεται ότι η σύμβαση ισχύει για όλη τη διάρκεια του προγράμματος «πυρηνικός έλεγχος», η οποία εξαρτάται από τη διάρκεια της ίδιας της συνθήκης. Έκπληξη εξάλλου προκαλεί ο ισχυρισμός ότι, όταν πρόκειται για σύμβαση που μπορεί να καταγγελθεί κατόπιν προειδοποιήσεως, η περί απολύσεως απόφαση δεν απαιτείται να είναι αιτιολογημένη. Κατά τον προσφεύγοντα όμως, ο Gmelin είχε καταλήξει οριστικά στην απόφαση να τον απολύσει ήδη πριν εξεταστούν όσα είχε να προβάλλει ο προσφεύγων για την υπεράσπιση του. Ως απόδειξη επικαλείται το από 7 Μαΐου 1982 υπηρεσιακό σημείωμα του διευθυντή, κατά το οποίο «η ουσία της υποθέσεως δεν θα μεταβληθεί»· το ότι η διαδικασία αμφισβητήσεως μεταβλήθηκε ο δε φάκελος δεν ήταν πλήρης καθότι δεν περιείχε έγγραφα τα οποία, αντίθετα με όσα ορίζει το άρθρο 26 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, δεν είχαν κοινοποιηθεί' ο αρμόδιος επίτροπος έλαβε την απόφαση του ήδη πριν λάβει γνώση των ελλειπόντων ή μη κοινοποιηθέντων εγγράφων οι άμεσοι ιεραρχικώς προϊστάμενοι του ενδιαφερόμενου αντιτάχτηκαν στην απόλυση την οποία ούτε πρότειναν ούτε άφησαν να εννοηθεί ότι ενδείκνυται, επιπλέον δε δεν ενημερώθηκαν σχετικά με τη διαδικασία· τα έγγραφα που η Επιτροπή επικαλείται κατά του προσφεύγοντος είναι μονομερή, μη αντιτάξιμα, όπως τα υπηρεσιακά σημειώματα επί των συνεντεύξεων των ενδιαφερομένων προσώπων, που υπαγόρευσε ο διευθυντής Gmeiin και τα οποία δεν γνωστοποιήθηκαν κανονικά.
Σχετικά με το συμφέρον της υπηρεσίας, ο Favre ισχυρίζεται ότι παρέμεινε στην υπηρεσία αρκετούς μήνες μετά την περίοδο δοκιμασίας, ότι συνέχισε τη μελέτη του προγράμματος Windschale και ότι η εργασία του εκμηδενίστηκε κατά μεγάλο μέρος διότι δεν μπόρεσε να τη συνεχίσει. Εντούτοις, ήταν ίσως ο μόνος που μπορούσε να το πράξει, δεδομένου ότι οι ελεγκτές που είχαν προσληφθεί κατόπιν του διαγωνισμού στον οποίο είχε επιτύχει είχαν λίγες γνώσεις στον πυρηνικό τομέα' ο προσφεύγων ισχυρίζεται σχετικώς ότι, αντίθετα με όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, ο εν λόγω διαγωνισμός δεν είχε ως σκοπό την πρόσληψη πυρηνικών ελεγκτών, αφού αποτελούσε απλώς γενικό διαγωνισμό βάσει τίτλων και εξετάσεων για την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα μελλοντικών προσλήψεων διοικητικών υπαλλήλων του επιστημονικού κλάδου.
Όσον αφορά την κατάχρηση εξουσίας, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι ένας διευθυντής που υποβάλλει εκθέσεις οι οποίες παραποιούν τις απόψεις που έχουν εκφράσει οι ιεραρχικώς προϊστάμενοι δεν ενεργεί στο πλαίσιο της νομιμότητας αλλά καταχράται των εξουσιών που του αναγνωρίζει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως. Την απόδειξη για το ότι ο Gmeiin είχε ήδη καταλήξει στην απόφαση περί απολύσεως του προσφεύγοντος αποτελεί το γεγονός ότι, ήδη μετά τον Απρίλιο του 1982, δεν έπραξε τα αναγκαία προκειμένου να υποβληθεί ο προσφεύγων στην ιατρική παρακολούθηση που επιτάσσει η νομοθεσία, ο δε τελευταίος δεν υποβλήθηκε σε καμία ιατρική εξέταση μετά την ιατρική εξέταση για την πρόσληψη του στις 9 Φεβρουαρίου 1981.
4.
Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται με την ανταπάντηση ότι, αν ο προσφεύγων θεωρούσε ότι δεν ήταν κανονική η σχετική διαδικασία, ότι δεν έγιναν σεβαστά τα δικαιώματα της υπερασπίσεως, όφειλε να διατυπώσει σχετικώς εμπεριστατωμένες παρατηρήσεις, πράγμα που δεν έπραξε.
Η καθής παρατηρεί ότι, αντίθετα με όσα πεπλανημένως αναφέρονται στο πλαίσιο της υπερασπίσεως, οι θέσεις εκτάκτων υπαλλήλων για τις οποίες προσελήφθη ορισμένος αριθμός επιτυχόντων του διαγωνισμού στον οποίο είχε επιτύχει ο προσφεύγων, δεν είχαν χορηγηθεί από τις αρμόδιες για τον προϋπολογισμό αρχές για περίοδο τριών ετών αλλά για αόριστο χρόνο' παρόλα αυτά επρόκειτο για έκτακτες θέσεις, πράγμα που ο προσφεύγων δεν μπορούσε να αγνοεί δεδομένου ότι η σύμβαση του αναφέρεται ρητά στο άρθρο 2 α) του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, το οποίο αφορά «τον υπάλληλο ο οποίος προσλαμβάνεται για να καταλάβει θέση που περιλαμβάνεται στον πίνακα θέσεων, ο οποίος προσαρτάται στο τμήμα του προϋπολογισμού που αναφέρεται σε κάθε όργανο και στον οποίο οι αρμόδιες για τον προϋπολογισμό αρχές έχουν προσδώσει προσωρινό χαρακτήρα».
Επομένως, η μνεία στη σύμβαση του Favre, ότι «η παρούσα σύμβαση συνάπτεται για αόριστο χρόνο που εξαρτάται από τη διάρκεια του προγράμματος πυρηνικός έλεγχος» σημαίνει ότι η διάρκεια της συμβάσεως περιορίζεται στο χρόνο για τον οποίο οι αρμόδιες για τον προϋπολογισμό αρχές έχουν χορηγήσει την προσωρινή θέση. Αυτό, βεβαίως, δεν περιορίζει καθόλου τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 47, παράγραφος 2, του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού.
Ο προσφεύγων φαίνεται ότι συγχέει την αιτιολογία μιας αποφάσεως (που δεν απαιτείται εν προκειμένω) και τους λόγους που την υπαγορεύουν η εξέταση των λόγων αυτών αφορά την ουσία και δεν χωρεί επομένως στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως.
Εν πάση περιπτώσει, η υποχρέωση αιτιολογήσεως τηρήθηκε εν προκειμένω. Είναι προφανές ότι η κοινοποίηση της έκθεσης κρίσης κατά το πέρας της δοκιμασίας, οι διάφορες συζητήσεις που είχε ο προσφεύγων με τους ιεραρχικώς προϊσταμένους του, τα προφορικά και γραπτά σχόλια των τελευταίων όσον αφορά την εργασία του προσφεύγοντος, καθώς και ο φάκελος που καταρτίστηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επέτρεψαν στον προσφεύγοντα να γνωρίσει τους λόγους που υπαγόρευσαν την απόλυση του.
Όσον αφορά το δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δόθηκε δεύτερη ευκαιρία στον προσφεύγοντα καθόσον συνέχισε να ασκεί τα καθήκοντα του επί επτά μήνες, μετά τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας αντί να απολυθεί αμέσως. Μετά την παρέλευση της εν λόγω περιόδου, η διοίκηση διαπίστωσε δυστυχώς ότι οι εκτιμήσεις που περιείχε η έκθεση κρίσης κατά το πέρας της δοκιμασίας ήταν βάσιμες.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι στους πυρηνικούς ελεγκτές έχει ανατεθεί η διεξαγωγή ελέγχων στις διάφορες εγκαταστάσεις όπου πραγματοποιείται η παραγωγή, ο διαχωρισμός και η χρησιμοποίηση των ακατέργαστων υλών ή των ειδικών διασπαστών υλών καθώς και η επεξεργασία των καυσίμων που έχουν υποστεί ακτινοβολία· οι ελεγκτές αυτοί έχουν ιδίως ως αποστολή να βεβαιώνουν το ότι οι εν λόγω ύλες δεν χρησιμοποιούνται για σκοπό διαφορετικό του σκοπού για τον οποίο έχουν δηλώσει ότι τις προορίζουν εκείνοι οι οποίοι τις χρησιμοποιούν. Τους έχει επίσης ανατεθεί η διεύθυνση μιας ομάδας ελεγκτών του βαθμού Β και η συνεργασία τόσο με τους εκμεταλλευόμενους πυρηνικές εγκαταστάσεις εντός της Κοινότητας όσο και με τη διεθνή υπηρεσία ατομικής ενεργείας. Λόγω της σπουδαιότητας αυτών των καθηκόντων η Επιτροπή απαιτεί από τους πυρηνικούς ελεγκτές της να διαθέτουν σε πολύ υψηλό βαθμό πνεύμα πρωτοβουλίας και συναίσθηση ευθύνης και να επιδεικνύουν πολύ μεγάλη επίδοση στην εργασία. Εν προκειμένω, η ΑΔΑ έκρινε ότι ο προσφεύγων δεν επέδειξε τα απαιτούμενα προσόντα· έτσι, το συμφέρον της υπηρεσίας επέβαλε την καταγγελία της συμβάσεως του δεδομένου ιδίως ότι ο τομέας της πυρηνικής ενέργειας είναι πολύ σημαντικός.
Όσον αφορά τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η Επιτροπή παρατηρεί ότι είναι αυθαίρετος ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος ότι ο Gmelin παραποίησε τις κρίσεις των ιεραρχικώς προϊσταμένων του· εξάλλου, το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν υποβλήθηκε σε ιδιαίτερη ιατρική παρακολούθηση όπως υποβάλλονται οι εργαζόμενοι που κινδυνεύουν να εκτεθούν σε ραδιενεργή ακτινοβολία οφείλεται στο γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν εκτέθηκε σε ακτινοβολία αυτού του είδους, εκτός μιας διαμονής στην Ispra επί 3ημέρες.
Το αίτημα της εξετάσεως μαρτύρων είναι εξάλλου απορριπτέο. Πράγματι, όπως αποδεικνύεται αναμφισβήτητα από τα προσκομισθέντα έγγραφα, οι ιεραρχικώς προϊστάμενοι του προσφεύγοντος, των οποίων η εξέταση ζητείται, έκριναν ότι ο προσφεύγων δεν είχε τα αναγκαία επαγγελματικά προσόντα για την άσκηση των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί. Εξάλλου, η εξέταση μαρτύρων με σκοπό να αποδειχτεί αν οι ιεραρχικώς προϊστάμενοι ζήτησαν την απόλυση του Favre, αν θεωρούν ότι το μέτρο αυτό δικαιολογείται ή όχι, αν έλαβαν μέρος στη διαδικασία απολύσεως ή αν ενημερώθηκαν για την εξέλιξη της, είναι άνευ επιρροής δεδομένου ότι η εξέταση των ζητημάτων αυτών εναπόκειται στην αρχή που είναι αρμόδια για την απόλυση των εκτάκτων υπαλλήλων.
Το αίτημα, να εξεταστούν, ως μάρτυρες, αντιπρόσωποι του προσωπικού δεν δικαιολογείται ούτε αυτό διότι αποβλέπει στο να αποδειχτεί αφενός ότι, όταν. έλαβε γνώση του φακέλου του, ο Favre διατύπωσε προφορικά ορισμένες παρατηρήσεις ως προς το περιεχόμενό του και, αφετέρου ότι, κατά τη σχετική σύσκεψη με τον Burke, ένας εκπρόσωπος του προσωπικού προσφέρθηκε να κοινοποιήσει στον τελευταίο ορισμένα έγγραφα που δεν περιέχονταν στο φάκελο ή για τα οποία υπήρχε αμφισβήτηση. Πράγματι, τα πραγματικά αυτά περιστατικά, και αν αποδειχτούν, δεν έχουν καμιά επιρροή επί της συζητήσεως δεδομένου ότι ο προσφεύγων δεν διευκρινίζει ποια είναι τα ελλείποντα ή αμφισβητούμενα έγγραφα τα οποία υπαινίσσεται και, κατά μείζονα λόγο, δεν αναφέρει κατά ποιο λόγο τα εν λόγω έγγραφα (ή η έλλειψη τους) επηρέασαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
IV — Προφορική διαδικασία
Οι διάδικοι αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 26ης Ιανουαρίου 1984.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 23ης Φεβρουαρίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις-29 Δεκεμβρίου 1982, ο Pierre Favre, έκτακτος υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής περί καταγγελίας της συμβάσεως προσλήψεως του,ως εκτάκτου υπαλλήλου, η οποία ελήφθη στις 4 Νοεμβρίου 1982 βάσει του άρθρου 47, παράγραφος 2 α), του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού (στο εξής: καθεστώτος).
Το ιστορικό της αποφάσεως
2
Ο προσφεύγων, επιτυχών στο διαγωνισμό COM/A/322 που είχε ως αντικείμενο την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα μελλοντικών προσλήψεων υπαλλήλων διοικήσεως επιστημονικής καταρτίσεως που αποδεικνύουν ορισμένη πείρα στον πυρηνικό τομέα, προσελήφθη στις 16 Σεπτεμβρίου του 1981 ως έκτακτος υπάλληλος, για «αόριστο χρόνο (άρθρο 2 α) του καθεστώτος που εξαρτάται από τη διάρκεια του προγράμματος “πυρηνικός έλεγχος”», όπως αναφέρεται στη σύμβαση του.
3
Στον προσφεύγοντα που τοποθετήθηκε στη γενική διεύθυνση «ενέργεια», διεύθυνση «έλεγχος ασφαλείας Euratom», ανατέθηκε, με το από 27 Οκτωβρίου 1981 υπηρεσιακό σημείωμα των ιεραρχικώς προϊσταμένων του, Bommelie, προϊσταμένου τμήματος, και Van der Stijl, προϊσταμένου τομέως, η μελέτη ορισμένων θεμάτων ασφάλειας της πυρηνικής μονάδας του Windscale στην Αγγλία καθώς και η υποβολή, το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, εκθέσεως με τα πορίσματα και τις προτάσεις του επί των εν λόγω θεμάτων.
4
Δεδομένου ότι η έκθεση αυτή δεν υποβλήθηκε μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, ο Bommelle του απηύθυνε, στις 27 Ιανουαρίου 1982 υπόμνηση που αποτελούσε τη γραπτή επιβεβαίωση της συνεντεύξεως της 19ης Ιανουαρίου, με την εντολή να υποβάλει χωρίς καθυστέρηση το πόρισμα των εργασιών του.
5
Στις 29 Ιανουαρίου ο προσφεύγων απηύθυνε προς τον van der Skijl υπηρεσιακό σημείωμα κάπως μεγαλύτερο της μιας σελίδας που έφερε τον τίτλο «στοιχεία απαντήσεως προς BNFL/DOE» και αποτελούσε το αποτέλεσμα των εργασιών του επί της μελέτης που του είχε ανατεθεί καθώς και τη μονοσέλιδη περίληψη ενός παραρτήματος του από 20 Φεβρουαρίου 1981 έγγράφου του Department of Energy του Ηνωμένου Βασιλείου προς τη γενική διεύθυνση ενεργείας. Στις 10 Μαρτίου, διαβίβασε στους προϊσταμένους του υπηρεσιακό σημείωμα με το οποίο περιέγραφε μάθημα επιμορφώσεως ως προς τη χρησιμοποίηση συσκευής μετρήσεως του εμπλουτισμού σε U-235, το οποίο είχε παρακολουθήσει.
6
Μετά τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας, κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα, στις 23 Απριλίου 1982, προκειμένου να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, σχέδιο έκθεσης κρίσης κατά το πέρας της δοκιμασίας που είχε συνταχθεί στις 5 Απριλίου. Στην έκθεση αυτή, που είχαν συντάξει οι Gmelin, διευθυντής του ελέγχου ασφαλείας Euratom, και Bommelle, αναφέρονταν, ως εργασίες που πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο δοκιμασίας, η συμμετοχή σε «μαθήματα και σεμινάρια επιμορφώσεως» καθώς και η «ανάλυση του φακέλου και προτάσεις ενεργειών σχετικά με το εργοστάσιο νέας επεξεργασίας του Windscale». Το πνεύμα πρωτοβουλίας και η συναίσθηση ευθύνης κρίθηκαν «ανεπαρκείς». Η ταχύτητα στην εκτέλεση της εργασίας χαρακτηρίστηκε ως «πολύ ανεπαρκής». Ως προς την ποιότητα της εργασίας, υπήρχε η παρατήρηση ότι δεν μπορούσε να εκτιμηθεί λόγω της «ελάχιστης παραγωγής». Στις γενικές παρατηρήσεις υπογραμμίζεται το γεγονός ότι ο προσφεύγων, στον οποίο είχε ανατεθεί η πιο πάνω μελέτη, είχε επιτελέσει μόνο «εργασία συνθέσεως δύο σελίδων επί του θέματος», η οποία έπρεπε να θεωρηθεί ως τελείως ανεπαρκής, ότι είχε λάβει την εντολή πολλές φορές προφορικώς και δύο φορές γραπτώς να διεκπεραιώσει την εργασία του και, τέλος, ότι ο συντονιστής των σεμιναρίων είχε επισημάνει στους ιεραρχικώς προϊσταμένους του Favre «την έκδηλη έλλειψη ενδιαφέροντος του τελευταίου για τα μαθήματα». Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έκθεσης κρίσης για τη δοκιμασία, ο προσφεύγων δεν κατείχε τα αναγκαία επαγγελματικά προσόντα για να εκτελέσει τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί.
7
Ο προσφεύγων, που δεν υπέβαλε γραπτές παρατηρήσεις εντός των 15ημερών μετά την κοινοποίηση της έκθεσης, κλήθηκε από τον Gmelin σε συγκέντρωση στις 7 Μαΐου, στην οποία είχαν κληθεί επίσης οι Bommelle, Van der Stijl και Korzilius. Όταν του ζητήθηκε να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του επί της έκθεσης κρίσης κατά το πέρας της δοκιμασίας, ο προσφεύγων επέδωσε στον Gmelin τις παρατηρήσεις του που είχε συντάξει στις 6 Μαΐου. Αποφασίστηκε να συνεχιστεί η συζήτηση μετά την ανάγνωση των παρατηρήσεων του προσφεύγοντος, στις 17 Μαΐου. Μετά το πέρας της δεύτερης αυτής συγκέντρωσης όπου συμμετείχαν τα ίδια πρόσωπα, ο Gmelin γνωστοποίησε στον προσφεύγοντα ότι, όσον αφορά την ουσία του θέματος, αφού άκουσε πολλές φορές τις απόψεις του και μελέτησε τις γραπτές του παρατηρήσεις, δεν μπορούσε παρά να αναφέρει στον προϊστάμενο του Audiand, γενικό διευθυντή της ΓΔ XVII, ότι, κατά την άποψη του, δεν είχε τα αναγκαία επαγγελματικά προσόντα για να εκτελέσει τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί, αλλά ότι θα πρότεινε πάντως, σε περίπτωση που θα αποφασιζόταν η απόλυση του, να αυξηθεί σε τέσσερις μήνες η προθεσμία καταγγελίας των τριών εβδομάδων περίπου που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως.
8
Εις απάντηση στην έκθεση κρίσης κατά το πέρας της δοκιμασίας, που του κοινοποιήθηκε υπογεγραμμένη από τον Audiand και την οποία υπέγραψε ο προσφεύγων αφού σημείωσε ότι δεν συμφωνεί, ο τελευταίος επισυνήψε στην εν λόγω έκθεση ένα υπηρεσιακό σημείωμα της 9ης Ιουνίου με το οποίο επανελάμ-βανε τα περισσότερα από τα επιχειρήματα που είχε προβάλει τόσο με τις από 7 Μαΐου γραπτές παρατηρήσεις του όσο και κατά τη διάρκεια των συζητήσεων της 7ης και της 17ης Μαΐου 1982. Κατά τον προσφεύγοντα είναι ανακριβές ότι του έγιναν υπομνήσεις, πολλές φορές προφορικώς και δύο φορές γραπτώς. Η πρώτη και μοναδική προφορική υπόμνηση πριν από τις 23 Απριλίου, έγινε στις 19 Ιανουαρίου, ομοίως δε και η πρώτη και μοναδική γραπτή υπόμνηση του έγινε με το από 27 Ιανουαρίου υπηρεσιακό σημείωμα. Σχετικά με τις δυσμενείς κρίσεις ως προς την ποιότητα και την ταχύτητα της εργασίας του, το πνεύμα πρωτοβουλίας και τη συναίσθηση ευθύνης παρατήρησε ότι κατά την περίοδο δοκιμαστικής υπηρεσίας, ο μισός του χρόνος είχε αναλωθεί σε μαθήματα επιμόρφωσης ή γλώσσας και σε άδειες. Εξάλλου, δεν του δόθηκε γραφείο στη διεύθυνση παρά μόλις κατά το τέλος Μαρτίου 1982, ουσιαστικά δε αναγκάστηκε να εργαστεί μόνος χωρίς τη βοήθεια των προϊσταμένων του. Το θέμα Windscale που του είχε ανατεθεί ήταν λεπτό θέμα, επί του οποίου η πρόοδος που σημειώθηκε από το 1973 ήταν πολύ μικρή, η δε «κατά γράμμα» τήρηση του προγράμματος εργασίας που του ανατέθηκε στις 27 Οκτωβρίου 1981 θα συνιστούσε παράβαση της ρυθμίσεως σχετικά με την προστασία του απορρήτου, δεδομένου ότι εξουσιοδοτήθηκε να χειρίζεται απόρρητα θέματα μόλις στις 15 Μαρτίου 1982. Επισημαίνει ότι μετά τις πρώτες παρατηρήσεις που του έγιναν στις 23 Απριλίου του 1982, συνέταξε κατά την εβδομάδα από 26 μέχρι 30 Απριλίου, προκειμένου να αποδείξει ότι είχε εκτελέσει σωστά την εργασία του κατά την περίοδο δοκιμαστικής υπηρεσίας, μια σημαντικότερη έκθεση επί του ελέγχου ασφαλείας του Windscale, την οποία ο Van der Stijl έκρινε ως «καλή βάση για την έναρξη της εξετάσεως του θέματος». Τέλος, όσον αφορά το πνεύμα πρωτοβουλίας και τη συναίσθηση ευθύνης, δεν αντιλαμβάνεται πως μπόρεσαν να διατυπωθούν τέτοιες δυσμενείς κρίσεις για δόκιμο υπάλληλο που δεν είχε ακόμα εκπαιδευτεί, που δεν είχε ακόμα εξουσιοδοτηθεί για το χειρισμό απορρήτων υποθέσεων και τη διεξαγωγή ελέγχων και δεν διέθετε προσωπικό.
9
Στις 2 Ιουλίου, ο Bommelle ανέθεσε στον προσφεύγοντα νέο πρόγραμμα εργασίας που περιελάμβανε: 1) τη σύνταξη και υποβολή στις 15 Ιουλίου το αργότερο, ενός «εγγράφου προς την BNFL σχετικά με το Design Information», 2) την αναμόρφωση μέχρι το τέλος Ιουλίου της έκθεσης επί του ελέγχου ασφαλείας του Windscale, την οποία είχε συντάξει τον Απρίλιο, λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που είχε διατυπώσει ο Van der Stijl, 3) την εκπόνηση μέχρι τέλους Αυγούστου και τέλους Σεπτεμβρίου, αντιστοίχως, σχεδίων «FA» και «PSP» και τέλος 4) μετά τη λήψη της απαντήσεως του BNFL στο υπό το στοιχείο 1) έγγραφο τη σύνταξη εγγράφου προς την ΑΙΕΑ.
10
Με την από 24 Αυγούστου 1982 μηνιαία αναφορά προς τον Gmelin, επί των εργασιών που είχε εκτελέσει ο Favre κατά το μήνα Ιούλιο, ο Bommelle υπογράμμισε ότι, παρά την επιμονή του και τις υποσχέσεις του προσφεύγοντος, ο τελευταίος δεν είχε διεκπεραιώσει μέσα στην ταχθείσα προθεσμία το πρώτο από τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί με το πρόγραμμα εργασίας της 2ας Ιουλίου. Όσον αφορά το δεύτερο καθήκον, ο προσφεύγων είχε εκπονήσει δύο υπηρεσιακά σημειώματα. Το πρώτο, περιέχει μεν καλά στοιχεία, πλην όμως αναλίσκεται «σε παραλληλισμούς με την κατάσταση στη Γαλλία που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα». Η αναφορά επισημαίνει επιπλέον ότι ο προσφεύγων ήταν παρών από 1ης μέχρι 12ης Ιουλίου και απών από 14ης Ιουλίου μέχρι 15ης Αυγούστου λόγω ασθενείας, που πιστοποιείται με ιατρική βεβαίωση.
11
Με έγγραφο της 30ής Ιουλίου 1982, ο γενικός διευθυντής προσωπικού γνωστοποίησε στον προσφεύγοντα ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις κρίσεις των προϊσταμένων του ως προς την ποιότητα της εργασίας του από την είσοδό του στην υπηρεσία, ζήτησε από τον αρμόδιο επίτροπο την καταγγελία της συμβάσεώς του από 2 Νοεμβρίου βάσει του άρθρου 47, παράγραφος 2 α), του καθεστώτος. Το έγγραφο αυτό του κοινοποιήθηκε για να τον διευκολύνει στην αναζήτηση νέας εργασίας.
12
Με το από 19 Αυγούστου του 1982, υπηρεσιακό σημείωμα προς τον Burke, επίτροπο που ασχολείται με θέματα προσωπικού, ο γενικός διευθυντής προσωπικού, αναφερόμενος στην έκθεση κρίσης για τη δοκιμασία του προσφεύγοντος και σε συνέντευξη που είχε ο προϊστάμενος του τμήματος κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως στις 28 Ιουλίου 1982 με τον Audiand, κατά τη διάρκεια της οποίας ο τελευταίος επιβεβαίωσε ότι, ύστερα από δεκάμηνη υπηρεσία, η ποιότητα της εργασίας του προσφεύγοντος παρέμενε πάντοτε μη ικανοποιητική και πρότεινε την απόλυση του, ζήτησε την καταγγελία της συμβάσεως του Favre από 2 Νοεμβρίου 1982, κατ' εφαρμογή του άρθρου 47, παράγραφος 2 α), του καθεστώτος.
13
Η επιτροπή προσωπικού της Επιτροπής, τμήμα Λουξεμβούργου στην οποία κατέφυγε ο προσφεύγων, ζήτησε με διάβημά της από τον Burke, στις 17 Σεπτεμβρίου 1982, να δοθεί στον προσφεύγοντα δεύτερη ευκαιρία. Μετά το πέρας της συζητήσεως, ο Burke ανέφερε ότι δεν συμμεριζόταν την άποψη των μελών της επιτροπής, κατά την οποία η υπόθεση ήταν σε άσχημη, από νομικής σκοπιάς, κατάσταση αλλ' ότι, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που προέβαλε η επιτροπή προσωπικού, θα σκεπτόταν ακόμη το θέμα επί ορισμένο χρόνο, στη συνέχεια δε θα ανακοίνωνε την απόφαση του. Μετά από αυτή τη σύσκεψη πολιτικής συνδιαλλαγής αντιμετωπίστηκε η επανατοποθέτηση του προσφεύγοντος η οποία όμως αποδείχτηκε αδύνατη.
14
Στις 4 Νοεμβρίου, κατόπιν της από 29 Οκτωβρίου προτάσεως του γενικού διευθυντή προσωπικού, ο Burke αποφάσισε να καταγγείλει τη σύμβαση του προσφεύγοντος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 47, παράγραφος 2, του καθεστώτος, με προθεσμία καταγγελίας που θα άρχιζε στις 10 Νοεμβρίου και θα έληγε στις 31 Δεκεμβρίου 1982.
15
Με έγγραφο της 4ης Νοεμβρίου 1982 ο γενικός διευθυντής προσωπικού γνωστοποίησε στον προσφεύγοντα ότι η αρμόδια αρχή αποφάσισε να καταγγείλει τη σύμβαση του βάσει το άρθρου 47, παράγραφος 2 α), του καθεστώτος, με προθεσμία καταγγελίας που θα άρχιζε στις 10 Νοεμβρίου και 9α έληγε στις 31 Δεκεμβρίου 1982. Κατά της αποφάσεως αυτής υποβλήθηκε διοικητική ένσταση που πρωτοκολλή9ηκε στις 26 Νοεμβρίου και απορρίφθηκε με έγγραφο του Burke στις 3 Φεβρουαρίου του 1983.
16
Προς στήριξη του περί ακυρώσεως αιτήματος του ο προσφεύγων προβάλλει τρεις λόγους: έλλειψη αιτιολογίας, ανεπαρκή αιτιολογία, παράβαση του άρ9ρου 7 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και τέλος κατάχρηση εξουσίας.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
17
Ουσιαστικά, ο προσφεύγων προσάπτει στην Επιτροπή με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, αφενός, ότι στη γνωστοποίηση περί απολύσεως που του κοινοποίησε στις 4 Νοεμβρίου 1982 ο γενικός διευ9υντής προσωπικού δεν αναφέρονται οι λόγοι απολύσεώς του και, αφετέρου, ότι έλαβε την εν λόγω απόφαση στηριζόμενος σε λόγους ανεπαρκείς αν όχι ανύπαρκτους.
Μη κοινοποίηοη των λόγων
18
Ο προσφεύγων δέχεται μεν ότι κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, συγκεκριμένα κατά την απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1981 (De Briey, 25/80, Συλλογή σ. 637), οι λόγοι που υπαγορεύουν την καταγγελία συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 47, παράγραφος 2 α), του κα9εστώτος, δεν απαιτείται να κοινοποιούνται λόγω του ότι η διάταξη αυτή παρέχει ορισμένη διακριτική ευχέρεια στην αρμόδια αρχή, πλην όμως επισημαίνει ότι η υπηρεσιακή του κατάσταση, όπως προκύπτει από το άρ9ρο 4 της συμβάσεως προσλήψεως του σύμφωνα με το οποίο η σύμβαση αυτή συνάπτεται για «αόριστο χρόνο (άρ9ρο 2 α) του καθεστώτος) που εξαρτάται από τη διάρκεια του προγράμματος πυρηνικός έλεγχος», δεν είναι όμοια με την κατάσταση υπαλλήλου που συνδέεται με σύμβαση «αμιγή» αορίστου χρόνου και πρέπει να 9εωρη9εί ότι εξομοιώνεται, για όσο χρόνο διαρκεί το πρόγραμμα, με την κατάσταση μονίμου υπαλλήλου κατά την έννοια του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Επομένως η πιο πάνω νομολογία δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση του.
19
Αυτό το επιχείρημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Το γεγονός ότι η Επιτροπή αναφέρει στο άρ9ρο 4 της συμβάσεως ότι η σύμβαση συνάπτεται για αόριστο χρόνο (άρθρο 2 α) του κα9εστώτος) που εξαρτάται από τη διάρκεια του προγράμματος «πυρηνικός έλεγχος» δεν μεταβάλλει τη φύση της προσλήψεως του ως εκτάκτου υπαλλήλου. Όπως παρατήρησε η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία, η εν λόγω φράση σημαίνει απλώς ότι η θέση που κατείχε ο προσφεύγων ήταν θέση προσωρινού χαρακτήρα διότι έτσι είχαν αποφασίσει οι αρμόδιες για τον προϋπολογισμό αρχές. Πράγματι, κατά το χρόνο της προσλήψεως του προσφεύγοντος, υπήρχαν στη διεύθυνση «έλεγχος ασφαλείας Euratom» οκτώ θέσεις εκτάκτων υπαλλήλων, έγινε δε πρόταση να προσληφθούν σε τρεις από τις θέσεις αυτές, τρεις επιτυχόντες στο διαγωνισμό, μεταξύ των οποίων και ο προσφεύγων.
20
Υπό τις συνθήκες αυτές η ρήτρα της συνβάσεως κατά την οποία ο αόριστος χρόνος ισχύος της «εξαρτάται από τη διάρκεια του προγράμματος πυρηνικός έλεγχος» έχει την έννοια ότι, αφενός, αιτιολογεί το λόγο της προσλήψεως εκτάκτου υπαλλήλου και, αφετέρου, επισημαίνει στον συγκεκριμένο υπάλληλο το ανώτατο προβλεπόμενο χρονικό όριο για τη λήξη της συμβάσεως.
21
Άρα το πρώτο σκέλος αυτού του λόγου ακυρώσεως είναι απορριπτέο.
Πλήρης ή σχετική έλλειιρη αιτιολογίας
22
Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η αιτιολογία της απόφασης περί απολύσεως είναι ανεπαρκής, πράγμα που ισοδυναμεί με έλλειψη αιτιολογίας. Κατά τον προσφεύγοντα, οι κρίσεις που αναφέρονται γι' αυτόν στην έκθεση κρίσης για τη δοκιμασία δεν ευσταθούν. Εξάλλου, ο φάκελος Windscale που του ανατέθηκε δεν του επέτρεψε, λόγω του πολιτικού και απόρρητου χαρακτήρα του, να παρουσιάσει συγκεκριμένα αποτελέσματα και επομένως δεν μπορεί να στηρίξει τα αναφερόμενα στο από 30 Ιουλίου 1982 έγγραφο του γενικού διευθυντή προσωπικού ότι η ποιότητα της εργασίας του προσφεύγοντος από της εισόδου του στην υπηρεσία υπήρξε ανεπαρκής.
23
Ούτε αυτό το επιχείρημα μπορεί να γίνει δεκτό. Πρέπει πρώτον, να υπογραμμιστεί ότι το άρθρο 47, παράγραφος 2 α), του καθεστώτος, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 5 της συμβάσεως του προσφεύγοντος, προβλέπει ρητώς τη δυνατότητα λύσεως της συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου, αορίστου χρόνου, υπό τον όρο τηρήσεως της προθεσμίας καταγγελίας, δεν υπάρχει δε κανένα στοιχείο εν προκειμένω που να αποδεικνύει ότι, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, η αρμόδια αρχή υπερέβη τα όρια της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει σ' αυτόν τον τομέα.
24
Ο ισχυρισμός ότι ο πολιτικός και απόρρητος χαρακτήρας του φακέλου που του ανατέθηκε δεν του επέτρεψε να παρουσιάσει συγκεκριμένα αποτελέσματα, δεκτικά αντικειμενικής εκτιμήσεως ως προς την ποιότητα της εργασίας του, αντικρούεται από το γεγονός ότι υπάρχει η έκθεση που κατέθεσε ο προσφεύγων στις 28 Απριλίου, δηλαδή με καθυστέρηση τεσσάρων μηνών και η οποία, σύμφωνα με το από 2 Ιουλίου υπηρεσιακό σημείωμα του Van der Stijl, «μπορούσε να χρησιμεύσει ως 6άση για εκτενέστερη μελέτη αν είχε παραδοθεί εγκαίρως».
25
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία και συγκεκριμένα από τα έγγραφα και υπηρεσιακά σημειώματα του γενικού διευθυντή προσωπικού στις 30 Ιουλίου, 19 Αυγούστου και 29 Οκτωβρίου 1982, η Επιτροπή έκρινε ότι υπήρχαν σοβαροί λόγοι που στήριζαν την περί απολύσεως απόφαση, ιδίως η ανεπαρκής απόδοση του προσφεύγοντος. Ο προσφεύγων δεν απέδειξε την ύπαρξη πλάνης περί τα πράγματα ή περί την εκτίμηση που να καταδεικνύουν ότι η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως της εν προκειμένω.
26
Υπό τις συνθήκες αυτές, βάσει των εγγράφων της δικογραφίας, δεν συνάγεται ότι η εκτίμηση της ποιότητας της εργασίας του προσφεύγοντος έγινε κατά προφανή πλάνη με συνέχεια την ακύρωση της αποφάσεως περί απολύσεως, η οποία ελήφθη δυνάμει του άρθρου 47, παράγραφος 2 α), του καθεστώτος.
27
Άρα ο λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος και κατά το δεύτερο σκέλος.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως
28
Κατά τον προσφεύγοντα, η απόλυση του είναι παράνομη διότι δεν ανταποκρίνεται στο «συμφέρον της υπηρεσίας», κατά την έννοια του άρθρου 7 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, το οποίο αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του όλου συστήματος του κανονισμού και το οποίο, καίτοι δεν αναφέρεται στο άρθρο 11 του καθεστώτος, εφαρμόζεται κατ' αναλογία και στην απόλυση των εκτάκτων υπαλλήλων. Η πρόσληψη υπαλλήλων πυρηνικών επιστημόνων θα ήταν αδύνατη χωρίς κάποια σταθερότητα στις θέσεις αυτών των άκρως ειδικευμένων προσώπων.
29
Είναι μεν αναμφισβήτητο ότι το άρθρο 7, κατά το οποίο η αρμόδια αρχή οφείλει, σε περίπτωση τοποθετήσεως με διορισμό ή μετάθεση, να εμπνέεται αποκλειστικά από το συμφέρον της υπηρεσίας, εκφράζει μία αρχή η οποία αποτελεί έναν από τους κατευθυντήριους κανόνες των πράξεων της διοικήσεως, η εφαρμογή της οποίας δεν περιορίζεται μόνο στον τομέα της τοποθετήσεως μονίμων υπαλλήλων, και ότι η πρόσληψη ατόμων με τις μεγαλύτερες ικανότητες και την υψηλότερη ποιότητα αποδόσεως είναι προς το συμφέρον των οργάνων, πλην όμως δεν μπορεί, βάσει του εν λόγω κανόνα, να επικριθεί η απόλυση ενός υπαλλήλου, η εργασία του οποίου δεν ανταποκρίνεται, κατά την εκτίμηση της αρμόδιας αρχής, σ' εκείνη που ευλόγως αναμένεται από τον υπάλληλο αυτό.
30
Επομένως, αυτός ο λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος.
Τρίτος λόγος ακυρώσεως
31
Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η απόλυση του συνιστά κατάχρηση εξουσίας. Η απόλυση του δεν έγινε προς το συμφέρον της υπηρεσίας, αλλά για να μπορέσουν να απαλλαγούν από αυτόν ορισμένοι από τους ιεραρχικώς προϊσταμένους του.
32
Πρέπει να σημειωθεί σχετικώς ότι κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν στηρίζει αυτόν τον ισχυρισμό. Επομένως ο σχετικός λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος.
33
Δεδομένου ότι απερρίφθησαν οι λόγοι ακυρώσεως που πρόβαλε ο προσφεύγων, η προσφυγή είναι απορριπτέα.
Επί των δικαστικών εξόδων
34
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
35
Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού αυτού, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Koopmans
O'Keeffe
Bosco
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 30 Μαΐου 1984.
Ο γραμματέας κ.α.α.
J. Α. Pompe
Βοηθός γραμματέας
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
Τ. Koopmans
Full & Egal Universal Law Academy