Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 91 και 200/82,
Chris International Foods Ltd,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
καθής,
υποστηριζόμενης από
το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας
και από
την Ιρλανδία,
παρεμβαίνοντες.
Με δικόγραφα που πρωτοκολλήθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Μαρτίου 1982 και στις 5 Αυγούστου 1982, η προσφεύγουσα άσκησε δύο προσφυγές δυνάμει του άρθρου 173 της συνθήκης ΕΟΚ ζητώντας την ακύρωση των αποφάσεων της Επιτροπής της 18ης Δεκεμβρίου 1981 και 28ης Μαΐου 1982, που εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 115 της συνθήκης ΕΟΚ και με τις οποίες επετράπη στο Ηνωμένο Βασίλειο να μην εφαρμόσει την κοινοτική ρύθμιση που προβλέπεται για τις νωπές μπανάνες που υπάγονται στην κλάση 08.01 του κοινού δασμολογίου, καταγωγής ορισμένων χωρών της ζώνης δολαρίου και οι οποίες τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία στα λοιπά κράτη μέλη, καθώς και αγωγή αποζημιώσεως δυνάμει των άρθρων 178 και 215 της συνθήκης ΕΟΚ για το διαφυγόν κέρδος της, εξαιτίας των εν λόγω αποφάσεων.
Με τα δύο υπομνήματα της αντικρούσεως, η επιτροπή προβάλλει ένσταση απαραδέκτου των προσφυγών ακυρώσεως χωρίς εντούτοις να υποβάλει, με χωριστό δικόγραφο, αίτηση προς το Δικαστήριο να κρίνει την ένσταση χωρίς να εισέλθει στην ουσία, όπως προβλέπει το άρθρο 91, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας. Η επιτροπή τονίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είχε ως αποδέκτη το Ηνωμένο Βασίλειο και υποστηρίζει ότι η εν λόγω απόφαση δεν αφορά άμεσα και ατομικά την προσφεύγουσα.
Όσον αφορά την αγωγή αποζημιώσεως στην υπόθεση 91/82, η Επιτροπή δεν υποστηρίζει ρητά το απαράδεκτο, αλλά θεωρεί ότι ασκήθηκε πρόωρα, εφόσον τα ζητήματα του κύρους της αποφάσεως της Επιτροπής και της αρνήσεως της βρετανικής κυβερνήσεως να χορηγήσει άδεια εισαγωγής δεν λύθηκαν από δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου. Στην υπόθεση 200/82, η Επιτροπή προβάλλει το απαράδεκτο του αιτήματος περί αποζημιώσεως, δεδομένου ότι το αιτηθέν ποσό είναι υποθετικό και η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε «τα προτεινόμενα αποδεικτικά μέσα», όπως απαιτεί το άρθρο 38, παράγραφος 1, (ε), του κανονισμού διαδικασίας.
Η προσφεύγουσα αντέκρουσε τους ισχυρισμούς αυτούς με το υπόμνημα απαντήσεως. Το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να διατάξει αυτεπαγγέλτως την εξέταση της ενστάσεως απαραδέκτου, πριν εισέλθει στην ουσία της υποθέσεως.
Με έγγραφο της 24ης Σεπτεμβρίου 1982, που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Οκτωβρίου 1982, ο υπουργός εξωτερικών υποθέσεων της Δημοκρατίας του Αγίου Δομίνικου (Commonwealth of Dominica) γνωστοποίησε την πρόθεση του να παρέμβει στη δίκη στον κατάλληλο χρόνο προς υποστήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.
Οι διάδικοι υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους επί του εγγράφου αυτού. Κατά την Επιτροπή, η έκφραση «κάθε άλλο πρόσωπο» η οποία αναφέρεται στο άρθρο 37 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, είναι δυνατόν να επιτρέπει να παρέμβουν τα κράτη που δεν είναι μέλη της Κοινότητας, όπως η Δημοκρατία του Αγίου Δομίνικου. Η Επιτροπή τόνισε το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποσκοπούσε στην προστασία της παραδοσιακής αγοράς μπανανών στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίες εξάγονται από τις χώρες ΑΚΕ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η Δημοκρατία του Αγίου Δομίνικου και αυτό σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η Κοινότητα στο πλαίσιο της δεύτερης συμβάσεως του Λομέ.
Η Δημοκρατία του Αγίου Δομίνικου συνεπώς νομιμοποιείται να παρέμβει. Η Επιτροπή εφιστά την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι το έγγραφο δεν πληρούσε, απ' όλες τις απόψεις, τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 93 του κανονισμού διαδικασίας.
Η προσφεύγουσα, αφού επέστησε την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι είναι ασυνήθης η αίτηση παρεμβάσεως τρίτης χώρας ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρεί ότι η παρέμβαση της Δημοκρατίας του Αγίου Δομίνικου μπορεί να συμβάλει στην ανεύρευση της αλήθειας στην υπόθεση και ότι η παρέμβαση είναι δυνατό να γίνει δεκτή υπό τον όρο ότι η Δημοκρατία του Αγίου Δομίνικου δικαιολογεί την ύπαρξη συμφέροντος για τη λύση της διαφοράς.
Η παρέμβαση κατατέθηκε νομότυπα στις 2 Δεκεμβρίου 1982.
Το Δικαστήριο κρίνει ότι η Δημοκρατία του Αγίου Δομίνικου είναι πρόσωπο που δικαιολόγησε επαρκώς το συμφέρον του για τη λύση της διαφοράς κατά την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 2, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και ότι συνεπώς πρέπει να της επιτραπεί να παρέμβει.
Αφού έλαβε υπόψη το άρθρο 37, παράγραφος 2, του Οργανισμού του Δικαστηρίου,
το άρθρο 93 του κανονισμού διαδικασίας,
το άρθρο 92, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους J. Menens de Wilman, πρόεδρο, Ρ. Pescatore, A. O'Keeffe και U. Everling, προέδρους τμήματος, Mackenzie Stuart, G. Bosco, T. Koopmans, 0. Due, K. Bahlmann και Y. Galmot, δικαστές,
Γενική εισαγγελέας: S. Rozès
Γραμματέας: Ρ. Heim
διατάσσει:
1)
Η πρόοδος της δίκης συμπεριλαμβανομένου και του υπομνήματος ανταπαντήσεως περιορίζεται, στο παρόν στάδιο, στο ζήτημα του παραδεκτού των προσφυγών.
2)
Επιτρέπεται στη Δημοκρατία του Αγίου Δομίνικου να παρέμβει επί του ζητήματος του παραδεκτού.
3)
Θα ταχθεί προθεσμία στην παρεμβαίνουσα για να υποβάλει γραπτώς τις παρατηρήσεις της.
4)
Αντίγραφα όλων των εγγράφων της διαδικασίας θα κοινοποιηθούν στην παρεμβαίνουσα με φροντίδα του γραμματέα.
5)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 23 Φεβρουαρίου 1983.
Ο γραμματέας
κ.α.α.
J. Α. Pompe
Βοηθός γραμματέας
Ο πρόεδρος
J. Mertens de Wilmars
Full & Egal Universal Law Academy