Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων — Αναστολή εκτελέσεως — Προσωρινά μέτρα — Προϋποθέσεις λήψεως
( Συνθήκη ΕΚΑΧ , άρθρο 39· κανονισμός διαδικασίας , άρθρο 83 , δευτέρα παράγραφος )
Περίληψη
Η αναστολή εκτελέσεως καί τά άλλα προσωρινά μέτρα πού τό Δικαστήριο δύναται νά διατάξει δυνάμει τού άρθρου 39 τής συνθήκης ΕΚΑΧ δύνανται νά εξετασθούν μόνο άν τά πραγματικά καί νομικά περιστατικά τών οποίων γίνεται επίκληση από τόν αιτούντα δικαιολογούν , εκ πρώτης όψεως , τήν λήψη τους . Τά μέτρα αυτά πρέπει επίσης νά ειναι επείγοντα υπό τήν έννοια οτι ειναι αναγκαίο νά διαταχθούν καί νά παραγάγουν τά αποτελέσματά τους ήδη πρό τής εκδόσεως τής δικαστικής αποφάσεως επί τής ουσίας γιά νά αποφευχθεί η πρόκληση σοβαρής καί ανεπανόρθωτης ζημίας τού διαδίκου πού ζητεί τήν λήψη τους· πρέπει , τέλος , νά ειναι προσωρινά , υπό τήν έννοια οτι δέν προδικάζουν τήν απόφαση επί τής ουσίας .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 220/82 R
MOSELSTAHLWERK GMBH & CO . KG , εγκατεστημένη καί εδρεύουσα στό Trier ( Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας ), Hafenstrasse , εκπροσωπουμένη από τόν E . Arendt , δικηγόρο ( avocat-avoue ) Λουξεμβούργου , μέ τόπο επιδόσεων στό Λουξεμβούργο τό γραφείο τού ίδιου δικηγόρου , 34 , rue Philippe-II ,
αιτούσα ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν κύριο νομικό της σύμβουλο Heinrich Matthies καί από τόν νομικό της σύμβουλο Etienne Lasnet , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Oreste Montalto , μέλος τής νομικής υπηρεσίας τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων δυνάμει τών άρθρων 39 , παράγραφος 3 , τής συνθήκης ΕΚΑΧ καί 83 τού κανονισμού διαδικασίας τού Δικαστηρίου ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Τήν 19η Αυγούστου 1982 , η αιτούσα ήσκησε προσφυγή ακυρώσεως τής ατομικής αποφάσεως τής 6ης Ιουλίου 1982 περί καθορισμού τής ποσοστώσεώς της παραγωγής χονδροσύρματος γιά τό τρίτο τρίμηνο τού έτους 1982 . Κατά τήν αιτούσα , ο καθορισμός τής ποσοστώσεως αυτής σέ επίπεδο εξ ίσου χαμηλό μέ τό προκύπτον από τήν εφαρμογή τών γενικών αποφάσεων 1696/82 καί 1697/82 τής Επιτροπής δύναται νά τής προξενήσει ανεπανόρθωτη ζημία , καταδικάζοντας τήν επιχείρησή της σέ κλείσιμο .
2 Η αιτούσα δέν αμφισβητεί οτι η ποσόστωση πού τής καθορίσθη προκύπτει από ορθή εφαρμογή τών κριτηρίων πού τάσσει η απόφαση 1697/82 στό πλαίσιο τής αποφάσεως 1696/82 . Η προσφυγή της κατά τής ατομικής αποφάσεως πού τήν αφορά στηρίζεται σέ ένσταση ελλείψεως νομιμότητος , στρεφομένη κατά τού άρθρου 14 τής αποφάσεως 1696/82 . Η διάταξη αυτή επιτρέπει στήν Επιτροπή νά προβαίνει υπό ορισμένες προϋποθέσεις σέ προσαρμογές τής παραγωγής αναφοράς καί/ή τών ποσοτήτων αναφοράς , κατά τρόπο ωστε νά προκύπτουν αυξήσεις τών καθορισθεισών ποσοστώσεων . Εν τούτοις , σύμφωνα μέ τό τελευταίο εδάφιο τού άρθρου 14 , τέτοια προσαρμογή δύναται νά γίνει μόνο ως πρός επιχειρήσεις , τών οποίων η συνολική παραγωγή αναφοράς τών κατηγοριών IV ( χονδρόσυρμα ), V ( ράβδοι οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής ) καί VI ( εμπορικοί χάλυβες ) ειναι κατώτερη τών 100 000 τόννων κατ’ έτος .
3Δεδομένου οτι η ετησία παραγωγή αναφοράς τής αιτούσης γιά τήν υπό κρίση περίοδο υπερέβη τούς 100 000 τόννους , δέν υφίσταται καμμία δυνατότης , δυνάμει τού τασσομένου στό άρθρο 14 ορίου , νά τύχει η προσφεύγουσα προσαρμογής τής παραγωγής αυτής . Κατά τήν γνώμη της , ο περιορισμός τόν οποίο επέβαλε η Επιτροπή στήν εξουσία της νά αναγνωρίζει παρεκκλίσεις αποτελεί παράβαση τών άρθρων 2 , 3 καί 58 τής συνθήκης ΕΚΑΧ .
4Η αιτούσα προβάλλει , εξ άλλου , οτι ο περιορισμός τών δυνατοτήτων παραγωγής της , πού απορρέει από τήν επίδικη ποσόστωση , ειναι τέτοιος , ωστε νά θέτει σέ άμεσο καί σοβαρό κίνδυνο τήν οικονομική καί χρηματοδοτική της κατάσταση , πρίν ακόμη καταστεί δυνατή η έκδοση αποφάσεως επί τής ουσίας τής υποθέσεως , καί οτι συνεπώς , προκειμένου νά αποφευχθεί τό αποτέλεσμα αυτό , πρέπει νά ληφθούν προσωρινά μέτρα .
5Γιά τόν λόγο αυτό , μέ αίτηση τής 27ης Αυγούστου 1982 , εκδικαζομένη κατά τήν διαδικασία τών ασφαλιστικών μέτρων , η αιτούσα εζήτησε νά ληφθούν τά εξής προσωρινά μέτρα κατά τήν έννοια τών άρθρων 39 τής συνθήκης ΕΚΑΧ καί 83 τού κανονισμού διαδικασίας τού Δικαστηρίου :
1 ) νά υποχρεωθεί η Επιτροπή νά λάβει τά συντηρητικά μέτρα πού κρίνει αναγκαία γιά νά συνεχισθεί , κατά τήν διάρκεια τού κατ’ ελάχιστο οριο προβλεπομένου χρόνου διεξαγωγής τής διαδικασίας επί τής ουσίας , η λειτουργία τού εργοστασίου τής Moselstahlwerk , πού κινδυνεύει νά κλείσει·
2)εν πάση περιπτώσει , νά διορισθεί ενα συμβούλιο εμπειρογνωμόνων μέ αποστολή νά αποφανθεί επί τού ζητήματος «άν η τήτηση τών ποσοστώσεων πού επεβλήθησαν μέ τήν ατομική απόφαση τής 6ης Ιουλίου 1982 έχει ως αναπόφευκτη συνέπεια νά καθιστά τήν αιτούσα επιχείρηση οικονομικώς μή βιώσιμη , υποχρεώνοντάς την νά αφήσει τό προσωπικό της άνεργο καί νά καταθέσει τόν ισολογισμό της κατ’ εφαρμογή τού γερμανικού νόμου περί πτωχεύσεως» .
6 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 39 τής συνθήκης περί ιδρύσεως τής Ευρωπαϊκής Κοινότητος Άνθρακος καί Χάλυβος , οι προσφυγές πού ασκούνται ενώπιον τού Δικαστηρίου δέν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα . Τό Δικαστήριο ομως δύναται , άν κρίνει οτι επιβάλλεται από τίς περιστάσεις , νά διατάξει τήν αναστολή τής εκτελέσεως τής προσβαλλομένης αποφάσεως . Δύναται επίσης νά διατάξει καί κάθε άλλο αναγκαίο προσωρινό μέτρο .
7 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 83 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού διαδικασίας τού Δικαστηρίου , η αναστολή τής εκτελέσεως καί η διάταξη λήψεως προσωρινών μέτρων προϋποθέτουν τήν υπαρξη περιστατικών πού θεμελιώνουν τό επείγον τής υποθέσεως καί ισχυρισμών πού δικαιολογούν , εκ πρώτης όψεως , τήν λήψη τέτοιων μέτρων .
8 Από τήν παγία νομολογία τού Δικαστηρίου προκύπτει οτι η λήψη τέτοιων μέτρων δύναται νά εξετασθεί μόνο άν τά πραγματικά καί νομικά περιστατικά τών οποίων γίνεται επίκληση από τόν αιτούντα δικαιολογούν , εκ πρώτης όψεως , τήν λήψη τους . Τά μέτρα αυτά πρέπει επίσης νά ειναι επείγοντα υπό τήν έννοια οτι ειναι αναγκαίο νά διαταχθούν καί νά παραγάγουν τά αποτελέσματά τους ήδη πρό τής εκδόσεως τής δικαστικής αποφάσεως επί τής ουσίας γιά νά αποφευχθεί η πρόκληση σοβαρής καί ανεπανόρθωτης ζημίας τού διαδίκου πού ζητεί τήν λήψη τους· πρέπει , τέλος , νά ειναι προσωρινά , υπό τήν έννοια οτι δέν προδικάζουν τήν απόφαση επί τής ουσίας .
Όσον αφορά τό αίτημα περί διατηρήσεως τής επιχειρήσεως σέ λειτουργία
9 Η αιτούσα ζητεί κατά πρώτο λόγο νά υποχρεωθεί η Επιτροπή νά λάβει τά συντηρητικά μέτρα πού ( η Επιτροπή ) κρίνει αναγκαία γιά τήν διατήρηση τής επιχειρήσεως σέ λειτουργία εφ’ οσον χρόνο εκκρεμεί η διαδικασία επί τής ουσίας .
10 Κατά τήν προφορική διαδικασία , η αιτούσα διευκρίνισε οτι υπό τήν γενική αυτή διατύπωση ζητεί νά αυξηθεί η ποσόστωσή της ή άλλως νά τής επιτραπεί από τήν Επιτροπή νά λάβει τίς αναγκαίες πιστώσεις γιά νά αντιμετωπίσει οικονομικές υποχρεώσεις , η εκπλήρωση τών οποίων θά τής ειναι ιδιαιτέρως δύσκολη άν θά πρέπει νά τηρήσει τήν ποσόστωση πού τής καθορίσθη .
11 Χωρίς νά χρειάζεται νά εξετασθεί άν τά αιτούμενα μέτρα δύνανται πράγματι νά ληφθούν από τήν Επιτροπή , τό αίτημα πρέπει νά απορριφθεί .
12 Τό ποσοστό μειώσεως κατά 40 % εν σχέσει πρός τήν παραγωγή αναφοράς , τό οποίο απεφάσισε νά καθορίσει η Επιτροπή λόγω τής καταστάσεως τής αγοράς χονδροσύρματος , ισχύει καί γιά τίς 65 επιχειρήσεις πού παράγουν χονδρόσυρμα καί οι οποίες υπόκεινται στό σύστημα τών ποσοστώσεων παραγωγής . Από τίς 65 αυτές επιχειρήσεις , οι 16 ειναι επιχειρήσεις καθέτου διαρθρώσεως τής παραγωγής , ενώ οι 49 όχι· 12 από τίς εν λόγω 65 επιχειρήσεις έχουν ετησία παραγωγή αναφοράς κατώτερη τών 100 000 τόννων . Από τά δεδομένα αυτά , τά οποία δέχεται η αιτούσα , προκύπτει οτι , οσον αφορά τά επιβαλλόμενα ποσοστά μειώσεως καί τό γεγονός οτι δέν ειναι δυνατό νά τής αναγνωρισθεί παρέκκλιση , η αιτούσα ευρίσκεται στήν ίδια κατάσταση μέ τίς περισσότερες ανταγωνίστριές της . Η αιτούσα επέμεινε στό γεγονός οτι ειναι ανεξάρτητη , οικογενειακή καί μονοπαραγωγική επιχείρηση , παράγουσα δηλαδή αποκλειστικά καί μόνο χονδρόσυρμα . Τό γεγονός ομως αυτό δέν ειναι ικανό νά μεταβάλει τήν ανταγωνιστική της θέση εν σχέσει πρός εκείνη τών ανταγωνιστριών της καί δέν τήν θέτει σέ ιδιάζουσα θέση ως πρός τίς συνθήκες τής αγοράς , οπως προκύπτουν από τήν εφαρμογή τού συστήματος τών ποσοστώσεων .
13 Εξ άλλου , υπό τό φώς πληροφοριών πού παρέσχε η Επιτροπή , φαίνεται οτι η αιτούσα ευρέθη στήν πραγματικότητα , κατά τόν καθορισμό τής επιδίκου ποσοστώσεως , σέ ευνοϊκότερη θέση από ο,τι οι περισσότερες ανταγωνίστριές της . Πράγματι , κατά τό παρελθόν επέτυχε , βάσει τού άρθρου 14 τής αποφάσεως 2794/80 ΕΚΑΧ , αυξήσεις ποσοστώσεων , οι οποίες ελήφθησαν υπ’ όψη κατά τόν υπολογισμό τής παραγωγής της αναφοράς προκειμένου νά καθορισθεί η ποσόστωση τήν οποία τώρα προσβάλλει .
14 Από τά ανωτέρω προκύπτει — καί τό γεγονός αυτό δέν αμφισβητείται από τήν αιτούσα — , οτι παρά τόν καθορισμό τού ποσοστού μειώσεως σέ 40 % , η ποσόστωση τής παραγωγής πού τής καθορίσθη αντιστοιχεί στήν πραγματικότητα πρός τό 70 % τής ανωτάτης παραγωγικής της δυναμικότητος , ενώ γιά τόν μέσο ορο τών ανταγωνιστριών της η εφαρμογή τού ποσοστού αυτού εμείωσε τήν επιτρεπομένη παραγωγή τών επιχειρήσεων αυτών σέ 45 % περίπου τής ανωτάτης δυναμικότητός τους .
15 Τέλος , από τά λογιστικά έγγραφα πού προσεκόμισε η αιτούσα , καί τών οποίων τό περιεχόμενο επεβεβαιώθη μέ δηλώσεις πού έγιναν κατά τήν προφορική διαδικασία , πιθανολογείται οτι οι δυσκολίες τίς οποίες ενδέχεται , κατά τούς ισχυρισμούς της , νά αντιμετωπίσει θά ηταν αποτέλεσμα τής οικονομικής της διαρθρώσεως μάλλον παρά τής εφαρμογής μιάς ποσοστώσεως , η οποία καθαυτή τήν θέτει σέ θέση σχεδόν μέ βεβαιότητα καλύτερη από εκείνη τών περισσοτέρων ανταγωνιστριών της .
16 Η αιτούσα δέν ηδυνήθη συνεπώς νά πιθανολογήσει οτι οι δυσκολίες τίς οποίες επικαλείται — εφ’ οσον θά απεδεικνύοντο — καί οι ενδεχόμενες συνέπειές τους έχουν ως αιτία τήν ποσόστωση πού τής έχει καθορισθεί .
17Κατά συνέπεια , οι προϋποθέσεις τού επείγοντος καί τής ανάγκης πού πρέπει νά συντρέχουν γιά τήν λήψη προσωρινών μέτρων δέν πληρούνται ως πρός τήν κατάσταση πού εδημιούργησε ο καθορισμός τής προσβαλλομένης ποσοστώσεως .
Όσον αφορά τό αίτημα περί πραγματογνωμοσύνης
18Από τίς προεκτεθείσες σκέψεις καί γιά τούς ίδιους λόγους πού επιβάλλουν τήν απόρριψη τού πρώτου αιτήματος συνάγεται οτι δέν συντρέχει λόγος νά γίνει δεκτό τό αίτημα αυτό .
Διατακτικό
Διά ταύτα ,
κρίνοντας επί προσωρινών μέτρων
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
διατάσσει :
1 ) Απορρίπτει τήν αίτηση .
2 ) Επιφυλάσσεται ως πρός τά δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy