Στην υπόθεση 347/82 R,
José Alvarez, πρώην δόκιμος υπάλληλος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενος από τον αντίκλητό του στο Λουξεμβούργο Victor Biel, δικηγόρο Λουξεμβούργου, 18a, rue des Glacis,
προσφεύγων,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τον Manfred Peter, προϊστάμενο του τμήματος νομικών διοικητικών υποθέσεων, επικουρούμενο από τον Alex Bonn, δικηγόρο Λουξεμβούργου, και αντίκλητό του στο Λουξεμβούργο, 22, Côte d'Eich,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 1982, με την οποία απολύθηκε ο προσφεύγων,
ο πρόεδρος του δευτερου τμηματος, αντικαθιστώντας τον πρόεδρο του Δικαστηρίου δυνάμει των άρθρων 96, παράγραφος 1, 85, δεύτερη παράγραφος, και 11, δεύτερη παράγραφος, του κανονισμού διαδικασίας,
εκδίδει την ακόλουθη
ΔΙΑΤΑΞΗ
Πραγματικά περιστατικά και ιστορικό
1
Αφού χρημάτισε επικουρικός υπάλληλος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από 26 Μαρτίου 1979 μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1980, ο προσφεύγων διορίστηκε αναδρομικά από την 1η Οκτωβρίου 1980, δόκιμος υπάλληλος στο ανωτέρω όργανο. Κατά το τέλος της περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας, συντάχθηκε δυσμενής έκθεση περί της δοκιμασίας που συνιστούσε την απόλυση του.
2
Από την έκθεση αυτή, που συντάχθηκε στις 30 Μαρτίου 1981, προκύπτει ότι οι εκτιμήσεις όσον αφορά τις υπηρεσίες του προσφεύγοντος υπήρξαν στο σύνολό τους αρνητικές. Ειδικότερα, η έκθεση τονίζει την εμφανή αδιαφορία του προσφεύγοντος για την εργασία του, αδικαιολόγητες απουσίες, δυσχέρειες στις σχέσεις με τους συναδέλφους του, αναρίθμητες διαφορές, συχνά βίαιες, με τους προϊσταμένους και έλλειψη ειλικρίνειας απέναντι τους. Μια προσωρινή μετάθεση στις Βρυξέλλες προκάλεσε κάποια βελτίωση, η κρίση όμως παραμένει αρνητική στο σύνολό της.
3
Αφού κοινοποίησε στον προσφεύγοντα την έκθεση αυτή και έλαβε γνώση των παρατηρήσεών του, η διοίκηση του Κοινοβουλίου συνέλεξε συμπληρωματικά, τις παρατηρήσεις διαφόρων υπαλλήλων που διατυπώθηκαν με υπηρεσιακά σημειώματα της 18ης, 20ής και 21ης Μαΐου 1981. Τα υπηρεσιακά αυτά σημειώματα δεν κοινοποιήθηκαν, τότε, στον προσφεύγοντα.
4
Στο από 18ης Μαΐου 1981 συμπληρωματικό υπηρεσιακό σημείωμα του Mestat, προϊσταμένου του τμήματος Συμβούλια-Πρωτόκολλο, αναφέρεται ότι, στην υπηρεσία του, ο προσφεύγων επέδειξε χαρακτήρα δύσκολο και συχνά βίαιο. Υπήρξαν δε πολυάριθμα τα επεισόδια με τους προϊσταμένους του. Αναφέρεται επίσης ότι ο ενδιαφερόμενος είχε προειδοποιηθεί όσον αφορά τις συνέπειες που μπορούσαν να έχουν τα επεισόδια αυτά για την εκτίμηση της δοκιμαστικής του υπηρεσίας και ότι είχε τοποθετηθεί προσωρινά στις Βρυξέλλες, προς αποφυγή νέων προβλημάτων. Καίτοι έκτοτε διαπιστώθηκε κάποια βελτίωση, δεν ήταν εν τούτοις αρκετή για να εξαλείψει, κατά το συντάκτη του υπηρεσιακού σημειώματος, το αρνητικό προηγούμενο.
5
Στο από 20ής Μαΐου 1981 υπηρεσιακό σημείωμα του Van Schelven, όσον αφορά την περίοδο κατά την οποία ο προσφεύγων άσκησε τα καθήκοντα του στις Βρυξέλλες, αναφέρεται ότι η εργασία του Alvarez ήταν ικανοποιητική, πλην όμως η συμπεριφορά του διατάρασσε την καλή λειτουργία της υπηρεσίας λόγω «ελλείψεως δυνατότητας προσαρμογής και αποδοκιμασίας εκ μέρους του (των) προϊσταμένου (νων) του».
6
Τέλος, στο από 21ης Μαΐου 1981 υπηρεσιακό σημείωμα του Van den Berge, διευθυντή της γενικής διοικήσεως του Κοινοβουλίου, αναφέρεται ότι ο προσφεύγων επέδειξε κατ' επανάληψη συμπεριφορά ιδιαίτερα επιθετική και ότι έφθασε μέχρι και να απειλεί με βιαιοπραγίες άλλους υπαλλήλους ότι επανειλημμένα και εν επιγνώσει παραπλάνησε τους ιεραρχικούς προϊσταμένους του έναντι των οποίων τήρησε στάση προσβλητική και απειλητική. Ο συντάκτης του υπηρεσιακού σημειώματος τονίζει ακόμα τις αρνητικές συνέπειες που θα είχε η μονιμοποίηση του ενδιαφερομένου στη λειτουργία της υπηρεσίας των κλητήρων, δεδομένου ότι αυτή θα σήμαινε ότι «τα πάντα επιτρέπονται» στους κόλπους της διοικήσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Κατά συνέπεια, ο συντάκτης του υπηρεσιακού σημειώματος θεωρεί ότι η απόλυση του ενδιαφερομένου είναι όχι μόνο κατά μεγάλο βαθμό δικαιολογημένη αλλά και απολύτως αναγκαία.
7
Βάσει της εκθέσεως περί της δοκιμασίας και των ανωτέρω συμπληρωματικών υπηρεσιακών σημειωμάτων, ο γενικός γραμματέας του Κοινοβουλίου πληροφόρησε τον προσφεύγοντα, με έγγραφο της 18ης Ιουνίου 1981, για την απόφαση του να τον απολύσει από τις 15 Ιουλίου 1981.
8
Στις 8 Ιουλίου 1981, ο προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της εκθέσεως περί της δοκιμασίας και της εν συνεχεία απολύσεώς του. Σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 91, παράγραφος 4, και 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησε, στις 8 Ιουλίου 1981, προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε υπό τον αριθμό 206/81 κατά της οικείας εκθέσεως περί της δοκιμασίας του και της περί απολύσεως αποφάσεως. Μαζί με την κύρια προσφυγή του υπέβαλε την υπ' αριθ. 206/81 R αίτηση κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε την αναστολή της εκτελέσεως της περί απολύσεως αποφάσεως. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με διάταξη του προέδρου του τρίτου τμήματος του Δικαστηρίου, της 20ής Ιουλίου 1981 (Συλλογή σ. 2187).
9
Με απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 (που δεν έχει ακόμα δημοσιευτεί στην Συλλογή), το τρίτο τμήμα ακύρωσε την περί απολύσεως απόφαση. Από την αιτιολογία της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι η εν λόγω ακυρότητα απαγγέλθηκε για το λόγο ότι το Κοινοβούλιο δεν είχε κοινοποιήσει στον προσφεύγοντα όλα τα έγγραφα βάσει των οποίων ελήφθη η απόφαση του, παραβιάζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 34, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, ως διαδικασία παρέχουσα τη δυνατότητα αμφισβητήσεως.
10
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι κατόπιν της ανωτέρω αποφάσεως ο διευθυντής προσωπικού και κοινωνικών υποθέσεων του Κοινοβουλίου κοινοποίησε και πάλι στον Alvarez, με έγγραφο της 14ης Οκτωβρίου 1982, την έκθεση περί της δοκιμασίας του επισυνάπτοντας αυτή τη φυρά τα υπηρεσιακά σημειώματα που δεν του είχαν κοινοποιηθεί κατά την πρώτη διαδικασία της απολύσεως. Ζήτησε από τον ενδιαφερόμενο να του επιοτρέψει τα εν λόγω έγγραφα με τις τυχόν παρατηρήσεις του κατά την έννοια του άρθρου 34, παράγραφος 2, εντός προθεσμίας 15ημερών.
11
Με έγγραφο της 20ής Οκτωβρίου 1982, ο πληρεξούσιος του προσφεύγοντος αντέταξε το απαράδεκτο της κοινοποιήσεως αυτής, ζητώντας την άμεση επανένταξη του προσφεύγοντος στα καθήκοντα που ασκούσε προηγουμένως, εις εκτέλεση της αποφάσεως της 6ης Οκτωβρίου 1982.
12
Στην από 17ης Νοεμβρίου 1982 απάντηση του, ο διευθυντής προσωπικού και κοινωνικών υποθέσεων γνωστοποίησε στον πληρεξούσιο του προσφεύγοντος τα εξής:
«... Σημειώνω την ερμηνεία που δίνετε στην παραπάνω απόφαση, ερμηνεία με την οποία δεν μπορώ να συμφωνήσω. Πράγματι, δεδομένου ότι η απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν ακύρωσε παρά μόνο την περί απολύσεως του Alvarez απόφαση, έλεγξε μια διαδικαστική παράλειψη, δηλαδή τη μη κοινοποίηση στον πελάτη σας των συμπληρωματικών της εκθέσεως περί της δοκιμασίας του υπηρεσιακών σημειωμάτων. Είναι λοιπόν αναμφισβήτητο ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή οφείλει, βάσει της εκθέσεως περί της δοκιμασίας της 30ής Μαρτίου 1981 και των υπηρεσιακών σημειωμάτων, να αποφασίσει για την τύχη του δοκίμου υπαλλήλου, τηρώντας όμως αυτή τη φορά τους τυπικούς κανόνες, την παράβαση των οποίων έλεγξε η εν λόγω περί ακυρώσεως απόφαση.
Υπό τις συνθήκες αυτές, επανέρχομαι στο πρώτο μου έγγραφο και σας παρακαλώ να μου διαβιβάσετε — πριν από τις 25 Νοεμβρίου 1982 — τις τυχόν παρατηρήσεις του πελάτη σας όσον αφορά την έκθεση περί της δοκιμασίας του και τα υπηρεσιακά σημειώματα των Mestai, Van Schelven και Van den Berge, της 18ης, 20ής και 21ης Μαΐου 1981 αντιστοίχως.
Αν, μέχρι την εκπνοή της νέας αυτής και τελευναίας προθεσμίας, ο πελάτης σας δεν διατυπώσει τις παρατηρήσεις του, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα αναγκαστεί να θεωρήσει ότι ο ενδιαφερόμενος συμφωνεί με την έκθεση στο σύνολό της.
Εξάλλου, σας πληροφορώ ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μετέφερε σε πίστωση του τραπεζικού σας λογαριασμού ποσό 250000 BFR. Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει προκαταβολή επί των αποδοχών που θα καταβληθούν στον πελάτη σας εις εκτέλεση της παραπάνω αποφάσεως. Μόλις λάβω τα στοιχεία που σας ζήτησα με το έγγραφό μου της 27ης Οκτωβρίου 1982, θα φροντίσω, ενδεχομένως, για την πραγματοποίηση και άλλου εμβάσματος για το οφειλόμενο υπόλοιπο.»
13
Με επιστολή της 23ης Νοεμβρίου 1982, ο πληρεξούσιος του προσφεύγοντος, αφού μέμφθηκε και πάλι το Κοινοβούλιο ότι δεν εκτελεί την απόφαση του Δικαστηρίου, ζήτησε την επανένταξη του Alvarez και την καταβολή των αποδοχών του κατά τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, με την προειδοποίηση ότι αν τα δύο αυτά ζητήματα δεν ρυθμίζονταν εντός οκτώ ημερών, θα απηύθυνε στο Κοινοβούλιο όχληση με δικαστικό επιμελητή, και με καθορισμό χρηματικής ποινής 10000 φράγκων για κάθε ημέρα καθυστερήσεως, να ικανοποιήσει τον ενδιαφερόμενο. Ο πληρεξούσιος διαμαρτυρήθηκε επίσης για το ότι το Κοινοβούλιο καθόρισε με «νέο τελεσίγραφο» προθεσμία για την υποβολή των παρατηρήσεων του προσφεύγοντος επί των συμπληρωματικών υπηρεσιακών σημειωμάτων της εκθέσεως κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας. Αφού πρόσθεσε: «Κυρίως μη θεωρήσετε ότι συμφωνούμε με την έκθεση στο σύνολό της», ο πληρεξούσιος προσθέτει ότι «επιφυλάσσεται να διατυπώσει ενδεχομένως περαιτέρω παρατηρήσεις και κρίσεις όταν, όπου και όπως θα πρέπει».
14
Κατόπιν της κοινοποιήσεως αυτής, ο διευθυντής προσωπικού και κοινωνικών υποθέσεων, με βάση την έκθεση περί της δοκιμασίας της 30ής Μαρτίου 1982 και τα υπηρεσιακά σημειώματα της 18ης, 20ής και 21ης Μαΐου 1981, γνωστοποίησε στον προσφεύγοντα, στις 10 Δεκεμβρίου 1982, ότι θα απολυόταν στις 15 Δεκεμβρίου 1982.
15
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι κατά την ίδια περίοδο το Κοινοβούλιο κατέβαλε στον προσφεύγοντα προκαταβολή επί των αποδοχών τις οποίες δικαιούταν από τις 15 Ιουλίου 1981, ημερομηνία της απολύσεώς του που είχε ακυρωθεί, καθώς και το ισόποσο δύο βασικών μισθών ως αποζημίωση απολύσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 34, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
16
Σε χρόνο που δεν προσδιορίζεται, ο προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού.
17
Στις 29 Δεκεμβρίου 1982, ο προσφεύγων άσκησε προσφυγή περί ακυρώσεως της δεύτερης απολύσεως, που περιελάμβανε αίτημα αποζημιώσεως ποσού 500000 φράγκων «τουλάχιστον» λόγω «προσβλητικού» για το πρόσωπό του «μέτρου». Κατά την ίδια ημερομηνία υπέβαλε, με χωριστό δικόγραφο, δυνάμει του άρθρου 83, παράγραφοι 1, 2 και 3, του κανονισμού διαδικασίας, αίτηση αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλομένης στην κύρια δίκη αποφάσεως.
18
Στην αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η δεύτερη απόλυση του προξενεί «εξαιρετική ζημία», δεδομένου ότι κάποιος που έχει απολυθεί δύο φορές από κοινοτικό όργανο δεν έχει πιθανότητες ευρέσεως σοβαρής απασχολήσεως. Για το λόγο αυτό υφίσταται ανεπανόρθωτη ζημία. Επειδή η ζημία αυτή τεκμαίρεται, λαμβανομένου υπόψη του ιστορικού της υποθέσεως, το Κοινοβούλιο φέρει το βάρος της ανατροπής του τεκμηρίου αυτού.
19
Σύμφωνα με το άρθρο 84, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπέβαλε στις 11 Ιανουαρίου 1983 τις παρατηρήσεις του επί της αιτήσεως αναστολής.
20
Δεδομένου ότι οι γραπτές παρατηρήσεις των διαδίκων περιλαμβάνουν όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων, δεν ήταν αναγκαία η ανάπτυξη προφορικών παρατηρήσεων από τους διαδίκους.
Σκεπτικό
21
Κατά το άρθρο 83, παράγραφος 2, ο αιτών οφείλει να προσδιορίσει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητεί.
22
Όσον αφορά το επείγον, αρκεί να γίνει παραπομπή στην αιτιολογία της διατάξεως του προέδρου του τρίτου τμήματος, της 20ής Ιουλίου 1981. Επειδή το Κοινοβούλιο είτε εξεπλήρωσε είτε προσφέρθηκε να εκπληρώσει όλες τις χρηματικές υποχρεώσεις που συνεπάγεται γι' αυτόν η ακύρωση της πρώτης περί απολύσεως αποφάσεως, η κατάσταση του προσφεύγοντος στην ουσία δεν διαφέρει από την υφισταμένη κατά το χρόνο της πρώτης αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων.
23
Ως προς το αν δικαιολογείται η αίτηση αναστολής εκτελέσεως, πρέπει να τονιστεί ότι με την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 το Δικαστήριο ακύρωσε την πρώτη απόλυση λόγω του ότι παραβιάστηκε η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 34, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, ως διαδικασία παρέχουσα τη δυνατότητα αμφισβητήσεως, χωρίς όμως να κάνει δεκτό το αίτημα περί ακυρώσεως της εκθέσεως κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας. Κοινοποιώντας στον προσφεύγοντα όλα τα έγγραφα στα οποία στηρίχθηκε η απόλυση του, περιλαμβανομένων και των εγγράφων που δεν του είχαν κοινοποιηθεί προηγουμένως, το Κοινοβούλιο συμμορφώθηκε με την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982.
24
Εξάλλου, ο προσφεύγων, αρνούμενος να λάβει θέση επί των εγγράφων που του κοινοποιήθηκαν, επιχείρησε να εξουδετερώσει το χαρακτήρα της διαδικασίας ως διαδικασίας που προβλέπει τη δυνατότητα αμφισβητήσεως, τη σπουδαιότητα της οποίας τόνισε η απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982. Έτσι παραδέχτηκε τουλάχιστο εκ πρώτης όψεως ότι δεν είχε να προβάλει καμιά δικαιολογία στις επικρίσεις που είχε προκαλέσει η συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια της περιόδου δοκιμαστικής εργασίας.
25
Πρέπει επομένως να αναγνωριστεί ότι ο προσφεύγων, με την ίδια του τη συμπεριφορά, έθεσε τον εαυτό του εκτός των προϋποθέσεων που, σύμφωνα με το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη λήψη προσωρινού μέτρου υπέρ αυτού.
Διά ταύτα
ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ, αντικαθιστώντας τον πρόεδρο του Δικαστηρίου δυνάμει των άρθρων 96, παράγραφος 1, 85, δεύτερη παράγραφος και 11, δεύτερη παράγραφος, του κανονισμού διαδικασίας,
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως της 6ης Δεκεμβρίου 1982 περί απολύσεως του προσφεύγοντος.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Δημοσιεύτηκε στο Λουξεμβούργο στις 17 Ιανουαρίου 1983.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του δεύτερου τμήματος
αντικαθιστώντας τον πρόεδρο του Δικαστηρίου
Ρ. Pescatore
Full & Egal Universal Law Academy