ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 12 ΙΑΝΟΥΑΡΊΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής απόφασης επί της οποίας αναπτύσσω τις προτάσεις μου, το Finanzgericht της Βρέμης υπέβαλε προς το Δικαστήριο ερώτημα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218), προκειμένου να επιλύσει τη διαφορά μεταξύ ενός τελωνείου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της εταιρίας Ospig Textilgesellschaft KG W. Ahlers (στο εξής Ospig ), με έδρα τη Βρέμη.
Τα πραγματικά περιστατικά: στις 25 Νοεμβρίου 1981 η εταιρεία Ospig ζήτησε από το Hauptzollamt Bremen-Ost (Κεντρικό Τελωνείο Ανατολικής Βρέμης) να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία 600 παντελόνια τζηνς που είχε αγοράσει από την εταιρεία Wan Tat Industrial Ltd. του Χογκ-Κογκ. Για την εξεύρεση της δασμολογητέας αξίας η Ospig δήλωσε την τιμή με την οποία η εταιρεία του Χογκ-Κογκ είχε χρεώσει τα εμπορεύματα στο τιμολόγιο, που ανερχόταν σε 16800 δολάρια, συν τα έξοδα της θαλάσσιας μεταφοράς και τις ασφάλισης. Στο ποσό όμως αυτό το Hauptzollamt πρόσδεσε 3000 δολάρια, ποσό που είχε καταβάλει η Ospig (και είχε χρεώσει ξεχωριστά η εταιρεία Wan Tat ) για την απόκτηση ποσοστώσεων εξαγωγής από το Χογκ-Κογκ προς την Κοινότητα. Ως δασμολογητέα αξία προέκυψε συνολικά το ποσό των 8438,29 γερμανικών μάρκων, βάσει των οποίων υπολογίστηκε ότι οφείλονταν εισαγωγικοί δασμοί 1434,51 γερμανικών μάρκων.
Αφού η Ospig προσέβαλε ανεπιτυχώς με διοικητική ένσταση την πράξη επιβολής δασμού, προσέφυγε ενώπιον του Finanzgericht της Βρέμης, υποστηρίζοντας ότι τα έξοδα για την αγορά ποσοστώσεων εξαγωγής δεν περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων. Με διάταξη της 12ης Ιανουαρίου 1983, το δεύτερο τμήμα του δικαστηρίου αυτού ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και έκρινε αναγκαίο να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία (συναλλακτική αξία, σύμφωνα με το άρδρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων) τα έξοδα για την απόκτηση ελεύθερων ποσοστώσεων (ποσοστώσεων εξαγωγής) με τα οποία ο εξαγωγέας στο Χογκ-Κογκ χρεώνει χωριστά το γερμανό πελάτη του (τα λεγόμενα έξοδα ποσόστωσης);»
2.
Για την καλύτερη κατανόηση του επίδικου ζητήματος, ενδείκνυται να παράσχω ορισμένα στοιχεία ως προς τις εισαγωγές υφαντουργικών προϊόντων από το Χογκ-Κογκ στην Κοινότητα και στη συνέχεια να αναφέρω τις σχετικές κοινοτικές διατάξεις.
Αρχίζω από την αρχή. Ως γνωστό, οι υπό ανάπτυξη χώρες είναι σε θέση να παράγουν με χαμηλό κόστος εργασίας. Για να αποφευχθεί η ταχύτατη αύξηση των εξαγωγών των υφαντουργικών τους προϊόντων και να καταλήξουν οι βιομηχανικές χώρες να αντιδράσουν με μέτρο προστατευτισμού, υπογράφηκε στη Γενεύη στις 20 Δεκεμβρίου 1973, στο πλαίσιο της GATT, συμφωνία περί του διεθνούς εμπορίου υφαντουργικών προϊόντων (γνωστότερη ως «συμφωνία πολυϊνών»). Σύμφωνα με το άρθρο 4 της συμφωνίας αυτής, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συνάπτουν διμερείς συμφωνίες για την προώθηση της ομαλής και ισόρροπης ανάπτυξης του εμπορίου των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων μεταξύ προμηθευτριών και βιομηχανικών χωρών. Ο στόχος αυτός επιδιώκεται με την επιβολή ποσοτικών περιορισμών στις εξαγωγές των προμηθευτριών χωρών.
Η συμμετοχή της Κοινότητας στη συμφωνία πολυϊνών και η σύναψη πολλών διμερών συμφωνιών μεταξύ της Κοινότητας και των υπό ανάπτυξη χωρών, συμπεριλαμβανομένου του Χογκ-Κογκ, επέβαλαν την ανάγκη να θεσπιστούν κοινοτικά μέτρα που να έχουν εφαρμογή στις εισαγωγές υφαντουργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών. Οι σχετικές διατάξεις βασίζονται στον κανονισμό 3589/82 του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1982 (ΕΕ L 374, σ. 106). Η τήρηση των ποσοτικών περιορισμών εξασφαλίζεται από σύστημα διπλού ελέγχου, το οποίο προβλέπει ότι οι αρμόδιες αρχές στην προμηθεύτρια χώρα εκδίδουν άδεια εξαγωγής και ότι το κράτος μέλος εξαρτά την εισαγωγή από την κατοχή της εν λόγω άδειας (άρθρα 10 έως 12 και παράρτημα VI ).
Στο Χογκ-Κογκ το εμπορικό επιμελητήριο κατανέμει κάθε χρόνο τις ποσοστώσεις εξαγωγής μεταξύ των κατασκευαστών και των εμπόρων υφαντουργικών προϊόντων βάσει του όγκου των εμπορευμάτων που εξήγαγαν το προηγούμενο έτος. Οι ποσοστώσεις μπορούν να μεταβιβαστούν και η αξία τους (στην εμπορική πρακτική καλούνται «έξοδα ποσοστώσεων») ποικίλλει ανάλογα με τους νόμους της αγοράς. Προς το τέλος του έτους, όταν οι ποσοστώσεις έχουν σχεδόν εξαντληθεί, η τιμή τους μπορεί να ανέρχεται σε σημαντικά ποσά, ενώ είναι σχεδόν ασήμαντη κατά τους προηγούμενους μήνες. Οι εξαγωγείς του Χογκ-Κογκ που έχουν εξαντλήσει τις δικές τους ποσοστώσεις και που χρειάζονται να αγοράσουν από τις αχρησιμοποίητες ακόμη ποσοστώσεις προκειμένου να ζητήσουν άδεια εξαγωγής και να εκτελέσουν τις παραγγελίες των κοινοτικών επιχειρήσεων, χρεώνουν στις επιχειρήσεις αυτές τα έξοδα ποσόστωσης σε χωριστό τιμολόγιο.
Οι κοινοτικές διατάξεις περί δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων βασίζονται σήμερα στον κανονισμό 1224/80. Σύμφωνα με το άρθρο του 3, παράγραφος 1, η δασμολογητέα αξία καθορίζεται από τη «συναλλακτική αξία», δηλαδή από την «πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή, όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος». Η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 3193/80 του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1980, διευκρινίζει ότι η συναλλακτική αξία περιλαμβάνει «όλες τις πληρωμές που έγιναν ή πρόκειται να γίνουν, ως όρος της πωλήσεως των εισαγομένων εμπορευμάτων, από τον αγοραστή προς τον πωλητή ή από τον αγοραστή σε τρίτο συμβαλλόμενο μέρος για να εκπληρώσει μια υποχρέωση του πωλητού».
Ο ίδιος κανονισμός απαριθμεί τα έξοδα που αναλαμβάνει ο αγοραστής επιπλέον της τιμής των εμπορευμάτων και τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό της δασμολογητέας αξίας: σύμφωνα με το άρθρο 8, περιλαμβάνονται οι προμήθειες και τα έξοδα μεσιτείας, τα royalties και τα δικαιώματα αδείας, τα έξοδα μεταφοράς και ασφαλίσεως. 'Αλλα έξοδα αντίθετα δεν συνυπολογίζονται διότι διακρίνονται από την τιμή των εμπορευμάτων: αφενός μεν τα έξοδα σχετικά με εργασίες κατασκευής, εγκαταστάσεως, συναρμολογήσεως, τεχνικής βοήθειας ή έξοδα μεταφοράς που καταβλήθηκαν μετά την εισαγωγή, αφετέρου δε οι δασμοί και οι άλλες φορολογικές επιβαρύνσεις που πρέπει να καταβληθούν εντός της Κοινότητας λόγω της εισαγωγής ή της πωλήσεως των εμπορευμάτων (άρθρα 3, παράγραφος 4, και 15).
3.
Με βάση τα πιο πάνω προχωρώ στην εξέταση του ερωτήματος. Υπενθυμίζω ότι το γερμανικό δικαστήριο ερωτά κατά πόσο τα έξοδα για την απόκτηση ελεύθερων ποσοστώσεων στο Χογκ-Κογκ πρέπει να περιληφθούν στον υπολογισμό της δασμολογητέας αξίας.
Όπως έχω ήδη αναφέρει, σύμφωνα με τις κοινοτικές διατάξεις, βάση για τον υπολογισμό της αξίας αυτής αποτελεί το τίμημα που πράγματι καταβλήθηκε ή πρέπει να καταβληθεί ως όρος για την πώληση των εισαγόμενων εμπορευμάτων. Πρέπει επομένως να τεθεί το ερώτημα αν τα έξοδα για την αγορά των ποσοστώσεων συνδέονται με την εισαγωγή των εμπορευμάτων και αντιπροσωπεύουν πληρωμές οι οποίες μπορούν να περιληφθούν στην έννοια «όρος της πωλήσεως». Το Hauptzollamt Bremen-Ost υποστηρίζει ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Η σύμβαση πωλήσεως — αναφέρει — εξαρτά την παράδοση των τζηνς από την πληρωμή των εμπορευμάτων και την απόδοση του ποσού που κατέβαλε η Wan Tat για την αγορά των ποσοστώσεων. Δεν έχει σημασία το γενονός ότι τα έξοδα αυτά έχουν χρεωθεί σε χωριστό τιμολόγιο' τα δύο ποσά αποτελούν πράγματι τη «συνολική πληρωμή» που αναφέρεται στο ανωτέρω άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 1224/80.
Για να υποστηρίξει την άποψη αυτή επικαλείται δύο επιχειρήματα. Το πρώτο στηρίζεται στη γραμματική ερμηνεία του κανονισμού 1224/80, όπου τα «έξοδα ποσοστώσεων» δεν αναφέρονται μεταξύ των εξόδων που δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της δασμολογητέας αξίας (6λ. ανωτ. σημείο 2, in fine ). Το δεύτερο είναι επιχείρημα εξ αντιδιαστολής και στηρίζεται στη γνώμη που εξέφρασε η Επιτροπή Δασμολογητέας Αξίας (όργανο που συστήθηκε από τα άρθρα 17 και 18 του ίδιου κανονισμού) κατά την 33η συνεδρίαση της στις Βρυξέλλες στις 19-21 Ιανουαρίου 1983. Στο έγγραφο αυτό αναφέρεται ότι τα συμπληρωματικά έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο αγοραστής για να εκδώσει άδεια εξαγωγής δεν μπορούν να θεωρηθούν μέρος του τιμήματος που καταβλήθηκε για τα εμπορεύματα όταν καταβάλλονται σε τρίτο πρόσωπο που δεν συνδέεται με τον πωλητή των εμπορευμάτων. Στην προκειμένη όμως περίπτωση το τελωνείο υποστηρίζει ότι είναι σαφές ότι τα έξοδα ποσόστωσης καταβλήθηκαν στον πωλητή: πρέπει επομένως να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό της δασμολογητέας αξίας.
4.
Θεωρώ ότι τα επιχειρήματα αυτά δεν είναι πειστικά. Θα τα εξετάσω ένα προς ένα στη συνέχεια. Θα ήθελα εντούτοις να παρατηρήσω κατ' αρχάς ότι μεταξύ των «εξόδων ποσόστωσης» και της εισαγωγής των εμπορευμάτων δεν υπάρχει ουσιαστικά καμία σχέση ή υπάρχει πολύ χαλαρή και έμμεση σχέση για να μπορέσει να υποστηριχτεί ότι τα έξοδα αυτά αποτελούν «όρο της πωλήσεως».
Υπέρ της άποψης αυτής συντρέχει σειρά στοιχείων. Η αγορά κατ'αρχάς των ποσοστώσεων αποτελεί δικαιοπραξία μεταξύ του πωλητή των εμπορευμάτων ή του κοινοτικού αγοραστή και ενός τρίτου, δηλαδή είναι σαφώς ανεξάρτητη από τη σύμβαση πωλήσεως. Έπειτα, η αγορά αυτή δεν εξυπηρετεί συναλλαγή που αφορά συγκεκριμένο εμπόρευμα. Οι άδειες εξαγωγής που αποκτώνται με τον τρόπο αυτό μπορούν στην πραγματικότητα να χρησιμοποιηθούν από τον πωλητή για οιαδήποτε άλλα εμπορεύματα του ίδιου είδους που προορίζονται για το ίδιο κράτος μέλος της Κοινότητας. Τέλος, η τιμή των ποσοστώσεων: όπως έχει αναφερθεί, προσδιορίζεται από τη σχέση μεταξύ της ανάγκης για την εξαγωγή και των ποσοτικών περιορισμών των εισαγωγών. Δεν έχει σημασία το είδος και η αξία των εμπορευμάτων.
Με βάση τα ανωτέρω ας εξετάσουμε τα επιχειρήματα του Hauptzollamt. Η γραμματική ερμηνεία που δίνει στο άρθρο 3, παράγραφος 4, και στο άρθρο 15 του κανονισμού 1224/80 είναι ανεπαρκής. Στα επιχειρήματα αυτά μπορεί να αντιταχθεί ότι, και αν ακόμη σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές τα «έξοδα ποσοστώσεως» δεν περιλαμβάνονται στα έξοδα που δεν συνυπολογίζονται στη δασμολογητέα αξία, εντούτοις ούτε το άρθρο 8 τα αναφέρει μεταξύ των εξόδων τα οποία συνυπολογίζονται για τη δασμολογητέα αξία. Η αλήθεια όμως είναι ότι τα ζητήματα αυτού του είδους δεν επιλύονται με βάση παλιά και ξεπερασμένα νομικά ρητά όπως ubi lex tacuit, nokit. Δεν πρέπει να εξετάζεται μόνο επιφανειακά η άποψη στην οποία στηρίζεται το Hauptzollamt: Με άλλα λόγια πρέπει να τεθεί το ερώτημα αν για τη ρητή μνεία των μη συ-νυπολογιστέων εξόδων υπάρχει λόγος που δεν ισχύει στην περίπτωση των εξόδων ποσοστώσεων.
Ο λόγος αυτός όμως έγκειται στη δυνατότητα τα έξοδα αυτά να αποτελούν τμήμα του καταβληθέντος ή του καταβλητέου τιμήματος. Γι' αυτό, όπως έχω ήδη αναφέρει, οι δυο διατάξεις καθορίζουν ένα προς ένα τα έξοδα αυτά κοι ορίζουν ότι πρέπει να είναι ξεχωριστά από το εν λόγω τίμημα. Την ίδια λύση υιοθέτησε και ο κανονισμός 1495/80 της Επιτροπής, της 11ης Ιουνίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 270), ο οποίος περιέχει ορισμένες εκτελεστικές διατάξεις περί της δασμολογητέας αξίας. Πράγματι, το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού ορίζει ότι δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της δασμολογητέας αξίας ορισμένα έξοδα στα οποία έχει υποβληθεί ο αγοραστής (όπως τα έξοδα σχετικά με το δικαίωμα αναπαραγωγής των εμπορευμάτων, προμήθειες αγοράς κλπ.) «υπό τον όρο ότι διακρίνονται από την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή». Προφανώς ο κοινοτικός νομοθέτης φοβάται μήπως η αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων μειωθεί τεχνητά με την έκδοση ξεχωριστών, αυθαίρετων ή εικονικών τιμολογίων. Αυτό αρκεί, κατά την άποψη μου, για να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο οι δυο διατάξεις δεν μνημονεύουν τα έξοδα ποσοστώσεων. Είναι πράγματι πέραν κάθε αμφιβολίας ότι δεν έχουν σχέση με την τιμή του εμπορεύματος και ορθώς επομένως χρεώνονται σε ξεχωριστό τιμολόγιο.
Όσον αφορά τη γνώμη της Επιτροπής Δασμολογητέας Αξίας (η οποία εν πάση περιπτώσει έχει μόνο ισχύ σύστασης), δεν νομίζω ότι μπορεί να αντληθεί επιχείρημα που να στρέφεται κατά της άποψης μου. Βέβαια, στη συγκεκριμένη περίπτωση στην οποία αναφέρεται η γνώμη, τα έξοδα ποσοστώσεων καταβλήθηκαν σε τρίτο πρόσωπο, ενώ στην προκειμένη περίπτωση το τίμημα καταβλήθηκε στον πωλητή. Το γεγονός αυτό όμως δεν έχει σημασία για το θέμα που εξετάζουμε. Είτε ο κοινοτικός αγοραστής διαπραγματευθεί απευθείας με το δικαιούχο της ποσόστωσης είτε επιφορτίσει τον πωλητή με την αγορά της και του επιστρέψει τα έξοδα αργότερα, αυτό δεν αποτελεί στοιχείο που να αλλοιώνει την ουσία: σε κάθε περίπτωση η συναλλαγή αυτή αποφέρει κέρδος στον αρχικό δικαιούχο της ποσόστωσης και τα εν λόγω έξοδα δεν επηρεάζουν την τιμή στην οποία πωλεί ο πωλητής το εμπόρευμα στον αγοραστή.
Η ερμηνεία που θεωρώ πιο πειστική επιβεβαιώνεται οριστικά εν πάση περιπτώσει από τους στόχους που επιδιώκει η νομοθεσία περί δασμολογητέας αξίας. Ο κανονισμός 1224/80 έχει δύο άμεσους αντικειμενικούς σκοπούς: αφενός μεν να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση του κοινοτικού συστήματος προς τις αρχές της συμφωνίας που συνήφθη στη Γενεύη στις 12 Απριλίου 1979 για την εφαρμογή του άρθρου VII της GATT, αφετέρου δε να προετοιμάσει την εφαρμογή της συμφωνίας αυτής εντός της Κοινότητας. Έχει όμως επίσης έναν πολύ ευρύτερο στόχο: να προω9ήσει το παγκόσμιο εμπόριο καθιερώνοντας «ένα σύστημα τελωνειακής εκτιμήσεως δίκαιο, ομοιόμορφο και ουδέτερο, το οποίο να αποκλείει τη χρησιμοποίηση αυθαιρέτων ή πλασματικών αξιών» (6λ. 6η αιτιολογική σκέψη).
Αν στη δασμολογητέα αξία συμπεριλαμβάνονταν τα έξοδα ποσοστώσεων τότε η συναλλακτική αξία 8α αυξανόταν και θα επέφερε αύξηση των εισαγωγικών δασμών. Θα υπήρχε δηλαδή το φαινόμενο εντονότερου προστατευτισμού και θα θιγόταν το διεθνές εμπόριο κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, προπάντων με τις υπό ανάπτυξη χώρες: ένα τέτοιο αποτέλεσμα οπωσδήποτε δεν συμβιβάζεται με τους σκοπούς του κανονισμού 1224/80, για τους λόγους που μόλις είπαμε.
5.
Στο ερώτημα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το Finanzgericht της Βρέμης με διάταξη της 12ης Ιανουαρίου 1983 στο πλαίσιο της αγωγής που άσκησε η εταιρεία Ospig Textilgesellschaft KG W. Ahlers κατά του Hauptzollamt Bremen-Ost, προτείνω το Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση:
Τα λεγόμενα «έξοδα ποσόστωσης» στα οποία υποβάλλεται κατ' εντολή του κοινοτικού αγοραστή ένας εξαγωγέας του Χογκ-Κογκ για την αγορά από τρίτο πρόσωπο ελεύθερων ποσοστώσεων για την εισαγωγή υφαντουργικών προϊόντων στην Κοινότητα και τα οποία χρεώνει χωριστά από την τιμή του εμπορεύματος, δεν περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού 1224/80 του Συμβουλίου.
( 1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy