ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
που αναπτύχθηκαν στις 18 Ιανουαρίου 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι οικαοτές,
1. Φύση και ιστορικό του άρθρου 60 της συνθήκης ΕΚΑΧ
1.1.
Για την πλήρη κατανόηση της υπόθεσης Bertoli, έχει καταρχάς σημασία, κατά τη γνώμη μου, να γίνουν μερικές σύντομες παρατηρήσεις επί της φύσεως και του ιστορικού του άρθρου 60 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
Σε αντίθεση με τα άρθρα 58 και 61 καθώς και με άλλες διατάξεις της συνθήκης ΕΚΑΧ που εμπνέονται περισσότερο από μια πολιτική παρεμοατισμού, το άρθρο 60 ανήκει, μαζί με τα άρθρα 65 και 66 της συνθήκης αυτής, στις διατάξεις που έχουν ως σκοπό την εξασφάλιση αποτελεσματικού και θεμιτού ανταγωνισμού στην αγορά άνθρακα και χάλυοα ( 2 ).
Είναι γνωστό ότι τα τρία τελευταία άρθρα που αναφέρθηκαν είναι σε μεγάλο 6αθμό εμπνευσμένα από την αμερικανική νομοθεσία αντιτράστ, αλλά αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την απαγόρευση κάθε πρακτικής που εισάγει διακρίσεις όσον αφορά τις τιμές, απαγόρευση την οποία θεσπίζει το άρθρο 60. Όπως αναφέρει επίσης το τελευταίο εκτεταμένο σχόλιο του άρθρου αυτού ( 3 ), οι αμερικανικοί Clayton Act του 1914 και Robinson-Patman Act του 1936 αποτέλεσαν τις σπουδαιότερες πηγές έμπνευσης της περίπλοκης ρύθμισης του άρθρου 60, όπως συνάγεται επίσης και από τη σύγκριση των κειμένων. Εκτός αυτών, σε μικρότερη κλίμακα χρησίμευσαν ως παραδείγματα και η απαγόρευση των διακρίσεων ως προς τις τιμές, η οποία θεσπίστηκε στη Γαλλία το 1953, καθώς και οι απαγορεύσεις των διακρίσεων αυτών που υπάρχουν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της^ Γερμανίας για τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και τις επιχειρήσεις που κατέχουν δεσπόζουσα θέση στην αγορά ( 4 ). Λόγω της ουσιαστικά αμερικανικής προέλευσης των πηγών από τις οποίες είναι εμπνευσμένο το άρθρο 60, παρουσιάζει ενδιαφέρον και το ιστορικό της προαναφερθείσας αμερικανικής νομοθεσίας. Τα δύο μεγάλα ερμηνευτικά σχόλια της νομοθεσίας αυτής, στα οποία παραπέμπουν και τα ιταλικά σχόλια της συνθήκης ΕΚΑΧ, φανερώνουν καθαρά ότι αντικειμενικός σκοπός της εν λόγω αμερικανικής νομοθεσίας ήταν η προστασία των μικρών επιχειρήσεων από τις καταχρηστικές διακρίσεις στο θέμα των τιμών, τις οποίες προκαλούσαν οι μονοπωλιακές ή ολιγοπωλιακές επιχειρήσεις για να ενισχύσουν τη δεσπόζουσα θέση τους. Σκοπεύει επομένως να παρεμποδίσει κάθε πρακτική των ολιγοπωλιακών επιχειρήσεων που περιορίζει τον ανταγωνισμό ( 5 ).
Με 6άση το πλαίσιο αυτό του άρθρου 60, εύκολα εξηγείται το γεγονός ότι ενώ η συνθήκη ΕΚΑΧ περιλαμβάνει όντως, υπό τους όρους αυτούς, απαγόρευση κάθε πρακτικής που εισάγει διακρίσεις ως προς τις τιμές, όπως και η Robinson-Patman Act, η συνθήκη ΕΟΚ δεν περιλαμβάνει. Στον τομέα άνθρακα και χάλυβα, η αγορά παρουσίαζε ουσιαστικά ολιγοπωλιακό χαρακτήρα. Αυτό δεν συνέβαινε το 1958 στους περισσότερους τομείς της οικονομίας που εμπίπτουν στη συνθήκη ΕΟΚ, ούτως ώστε αρκούσαν καταρχήν οι απαγορεύσεις των διακρίσεων στο θέμα των τιμών που περιέχονται στα άρθρα 85 και 86, καθώς και η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω εθνικότητας, που θεσπίζεται στο άρθρο 7 και είναι επίσης εμπνευσμένη από το άρθρο 60 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
Στις παρατηρήσεις αυτές πρέπει πάντως να προστεθεί ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 60, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, και από τους κανόνες εφαρμογής του άρθρου 60, το άρθρο αυτό στοχεύει επίσης στην αποτροπή διακρίσεων σε βάρος ορισμένων αγοραστών (ιδίως λόγω της ιθαγένειας τους) μέσω διακρίσεων στο θέμα των τιμών. Στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της αποφάσεως της 22ας Δεκεμβρίου 1972, περί τροποποιήσεως της βασικής αποφάσεως 31/53 (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 101), ο σκοπός του άρθρου 60 αντιμετωπίζεται, ακόμα και σε γενικότερο πλαίσιο, κυρίως από την οπτική γωνία της προστασίας των αγοραστών.
1.2.
Βάσει του ιστορικού του άρθρου 60, όπως σκιαγραφήθηκε σύντομα παραπάνω, μπορούν να γίνουν ήδη, επί της υποθέσεως Bertoli που εξετάζω σήμερα, ορισμένες γενικότερες παρατηρήσεις:
—
Δεδομένου ότι η απαγόρευση των διακρίσεων ως προς τις τιμές αποτελεί μέρος της πολιτικής του ανταγωνισμού, η οποία είναι στενά συνδεδεμένη με τους άλλους κανόνες του ανταγωνισμού που ισχύουν για τις επιχειρήσεις, πρώνον πρέπει όλες οι αποφάσεις εφαρμογής να αιτιολογούνται καταρχήν με την ίδια επιμέλεια με την οποία συνήθως αιτιολογούνται οι αποφάσεις εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της συνθήκης ΕΟΚ, όπως το απαιτεί εξάλλου το Δικαστήριο στις περιπτώσεις αυτές. Πράγματι, πρόκειται εδώ περί μιας από τις πλέον περίπλοκες όψεις της πολιτικής του ανταγωνισμού. Τα δύο προαναφερθέντα αμερικανικά σχόλια για τις ανάλογες αμερικανικές διατάξεις περιλαμβάνουν το καδένα περισσότερες από 600 σελίδες, δηλαδή περισσότερες από πολλά σχόλια επί της υπόλοιπης αμερικανικής ή κοινοτικής νομοθεσίας αντιτράστ ( 6 ).
—
Δεύτερον, ως προς την υποχρέωση ειδικότερα της παραθέσεως αιτιολογίας, αρκούν καταρχήν αιτιολογίες τόσο συνοπτικές όσο αυτές στις οποίες συνήθως στηρίζονται οι αποφάσεις που επιβάλλουν χρηματική κύρωση για παραβάσεις της κανονιστικής ρύθμισης περί ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβα. Οι τελευταίες αυτές παραβάσεις είναι κατά κανόνα εξαιρετικά απλό να διαπιστωθούν και να εκτιμηθούν. Στο θέμα των προστίμων, οι εν λόγω γενικές αποφάσεις αναφέρουν εξάλλου ορισμένους σταθερούς συντελεστές για τα πρόστιμα, από τους οποίους το κείμενο των αποφάσεων και η νομολογία σας δεν επιτρέπουν απόκλιση παρά μόνο αν συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις, τις οποίες οφείλουν να αποδείξουν οι επιχειρήσεις (πρβλ. ιδίως απόφαση του Δικαστηρίου της 16. 11. 1983, στην υπόθεση Thyssen, 188/82, σκέψεις 20-23). Όσον αφορά το άρθρο 60, η Επιτροπή δεν έχει, σύμφωνα με τη δικογραφία, παρά ένα συνήθη συντελεστή, ο οποίος έ^ει καθοριστεί από την ίδια και επί του οποίου θα επανέλθω αργότερα.
—
Τρίτον, δεδομένου του ιστορικού του άρθρου 60 όσον αφορά τις αμερικανικές Kat γερμανικές πηγές έμπνευσης του, είναι οπωσδήποτε παράδοξο να ιιην εφαρμόζεται το άρθρο 60 στις επιχειρήσεις με ισχυρότατη δεσπόζουσα θέση στην αγορά, με σκοπό την προστασία μικρότερων ανταγωνιστών, αλλά να εφαρμόζεται χωρίς διάκριση και στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις οι οποίες προσπαθούν με την ευθυγράμμιση των τιμών τους να ανθέξουν στον ανταγωνισμό των μεγαλύτερων επιχειρήσεων. Πάντως στη διαπίστωση αυτή μπορεί, όπως ήδη έχω παρατηρήσει, να αντιταχθεί το γεγονός ότι το άρθρο 60, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, και παράγραφος 2, καθώς και οι διατάξεις εφαρμογής του άρθρου 60, όπως επίσης και η γαλλική νομοθεσία του 1953, στην πραγματικότητα αντιμετωπίζουν καταρχήν όλες τις επιχειρήσεις κατά τον ίδιο τρόπο στο θέμα αυτό. Είναι αλήθεια ότι για να διευκρινίσει τον επιδιωκόμενο σκοπό, η φράση του άρθρου 60 που μνημονεύτηκε πρώτη αναφέρει αποκλειστικά και μόνο («ιδίως») άνισους όρους βάσει της ιθαγένειας των αγοραστών. Εν προκειμένω δεν τίθεται θέμα τέτοιου είδους διάκρισης, αλλά, όπως έχω παρατηρήσει, ούτε και οι διατάξεις εφαρμογής του άρθρου 60 αναφέρουν παρόμοιο περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της απαγόρευσης των διακρίσεων ως προς τις τιμές.
—
Τέταρτον, από τη δικογραφία προκύπτει ότι τα προβλήματα της ευθυγράμμισης των τιμών, την οποία προβλέπει το άρθρο 60, παράγραφος 2, στοιχείο 6, δεύτερη περίπτωση, είναι εκείνα τα οποία κυρίως παρουσιάζουν μεγάλες πρακτικές δυσκολίες για τις λιγότερο σημαντικές επιχειρήσεις. Η αμερικανική νομική πρακτική φανερώνει, κατά τα λοιπά, ότι αυτά ra προβλήματα ευθυγράμμισης των τιμών, θεωρούμενα ακόμη και υπό γενικότερη έννοια, περιλαμβάνονται ακριβώς μεταξύ των περιπλοκότερων ζητημάτων αυτών των απαγορεύσεων των διακρίσεων ως προς τις τιμές ( 7 ).
Είναι επομένως παράδοξο το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στην παρούσα υπόθεση δεν δίνει γενικά καμία σημασία στα προβλήματα αυτά, μολονότι ακριβώς ή προσφεύγουσα επικαλέστηκε αυτή τη δυνατότητα ευθυγράμμισης των τιμών.
—
Πρέπει να προστεθεί πάντως, σαν πέμπτη παρατήρηοΐ], ότι το γράμμα του άρθρου 60, παρά τους αντικειμενικούς σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 60 και οι οποίοι επιβεβαιώνονται από την ιστορική ανάλυση και από συγγραφείς κύρους, δηλαδή την προαγωγή αποτελεσματικού και θεμιτού ανταγωνισμού και την περιστολή των διακρίσεων που βασίζονται στην ιθαγένεια σε μια αγορά ουσιαστικά μονοπωλιακή, επιτρέπει εξίσου να χρησιμοποιηθεί το άρθρο αυτό και ως όργανο περιορισμού του ανταγωνισμού. Το αμερικανικό παράδειγμα του Robinson-Patman Act φαίνεται ότι και αυτό κατά την πρακτική εφαρμογή του είχε εκτός από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή την προστασία του ανταγωνισμού, και αποτελέσματα περιοριστικά του ανταγωνισμού. Όταν στις αρχές του έτους 1958 πραγματοποίησα, στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Παραγωγικότητας του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας, εκπαιδευτικό ταξίδι ενός μηνός στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, μαζί με ειδικούς σε θέματα συμφωνιών από όλες σχεδόν τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, αυτές οι εσωτερικές αντιφάσεις που ανέκυπταν στην πρακτική εφαρμογή του Robinson-Patman Act έδιναν την εντύπωση ότι αποτελούσαν το πλέον αμφισβητούμενο και αμφιλεγόμενο σημείο της αμερικανικής νομοθεσίας αντιτράστ. Από τις πληροφορίες που παρέσχε η Επιτροπή απαντώντας στις ερωτήσεις σας σχετικά με τους ελέγχους και την πολιτική στο θέμα των κυρώσεων, προκύπτει ότι η Επιτροπή, ιδιαίτερα μετά την επιδείνωση της κρίσης του χάλυβα το 1980, άρχισε πράγματι να χρησιμοποιεί το άρθρο 60 ως αποτελεσματικό όργανο για να περιορίσει τον ανταγωνισμό ως προς τις τιμές. Προς το σκοπό αυτό, προσέδωσε πολύ μεγαλύτερη σημασία απ' ό,τι κατά το παρελθόν στην αυστηρή τήρηση της υποχρέωσης δημοσίευσης των τιμών. Σε μια αγορά ουσιαστικά ολιγοπωλιακή, αυτή η υποχρέωση δημοσίευσης των τιμών αποτελεί ήδη, αυτή καθαυτή, δραστικό περιορισμό του ανταγωνισμού ως προς τις τιμές μεταξύ των ολιγοπωλιακών επιχειρήσεων, όπως παρατηρεί και ο Zimmermann στο άρθρο του που περιλαμβάνεται στο προαναφερθέν ιταλικό ερμηνευτικό σχόλιο (σ. 784). Όταν, επιπλέον, και οι λιγότερο σημαντικές επιχειρήσεις υποχρεούνται επίσης να τηρούν αυστηρά αυτή την υποχρέωση δημοσίευσης των τιμών και όταν οι διατάξεις περί ευθυγραμμίσεως των τιμών εφαρμόζονται και σ' αυτές σύμφωνα με το γράμμα και όχι σύμφωνα με το πνεύμα του άρθρου 60, το τελευταίο αυτό καθίσταται ουσιώδες όργανο για την τήρηση της κανονιστικής ρυθμίσεως των ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβα. Ειδικότερα, αυτή η μεταστροφή της πολιτικής εκδηλώνεται κατά τρόπο σαφή στους συντελεστές των προστίμων, τους οποίους η Επιτροπή αύξησε βαθμιαία μετά τη συνεδρίαση της στις 2 Ιουνίου 1981 (παράρτημα 2 της απάντησης της Επιτροπής, της 7ης Οκτωβρίου 1982, στις ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο) ( 8 ). Υπό τον όρο ότι αυτή η μεταστροφή της πολιτικής ανακοινώνεται σαφώς σε όλες τις επιχειρήσεις και υπό την προϋπόθεση ότι τα πρόστιμα αυξάνονται πράγματι, σύμφωνα με τις εσωτερικές οδηγίες, βαθμιαία και όχι αιφνίδια — πρέπει εν προκειμένω να εξεταστεί αν πράγματι έγινε γνωστή η νέα πολιτική — δεν θα θεωρούσα ότι ακόμη και αυτή η μεταστροφή της πολιτικής, παρά τον προαναφερθέντα διαφορετικό αντικειμενικό σκοπό του άρθρου 60, αποτελεί κατάχρηση εξουσίας ( 9 ). Πάντως, επ' αυτού θεωρώ πολύ ενδεικτικό το γεγονός ότι η Επιτροπή συμβουλεύτηκε πρόσφατα το Συμβούλιο, όπως είναι γνωστό, σχετικά με την πρόθεση της να καταφύγει προς το σκοπό της ενισχύσεως των κανόνων περί ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβα σε ακόμη καταλληλότερα συστήματα κατώτατων τιμών βάσει του άρθρου 61 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
2. Τα σημαντικότερα πραγματικά περιστατικά και οι κυριότεροι ισχυρισμοί στην παρούσα υπόθεση
2.1.
Η προσφεύγουσα στην παρούσα υπόθεση άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης της Επιτροπής, της 9ης Δεκεμβρίου 1982, που της επιβάλλει πρόστιμο 94579100 λιρετών για παράβαση του άρθρου 60 της συνθήκης ΕΚΑΧ. Το ποσό αυτό του προστίμου ήταν ίσο με το 110 ο/ο των υποτιμολογήσεων που υποτίθεται ότι έγιναν σε σχέση με τις τιμές του τιμοκαταλόγου κατά την περίοδο από την 1η Ιουλίου έως τις 30 Σεπτεμβρίου 1981, και αυτό σύμφωνα με τους συντελεστές των προστίμων που καθόρισε η Επιτροπή κατά τη συνεδρίαση της στις 6 Δεκεμβρίου 1982 (παράρτημα 3 της απάντησης που έδωσε στις 7. 10. 1983η Επιτροπή σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου), αλλά κατ' απόκλιση από τους πολύ κατώτερους συντελεστές προστίμων που ίσχυαν, σύμφωνα με το παράρτημα 2 της απάντησης αυτής, την περίοδο κατά την οποία διαπράχθηκαν οι διαπιστωθείσες παραβάσεις των κανόνων της συνθήκης.
2.2.
Κατά την ακρόαση της 21ης Ιουνίου 1982, πριν από την έκδοση της απόφασης που επέβαλε το πρόστιμο, η προσφεύγουσα αντέταξε ουσιαστικά την ανάγκη να ευθυγραμμιστεί με τις τιμές των ανταγωνιστών της κατά την παράδοση των προϊόντων της. Από τη δικογραφία εντούτοις προκύπτει ότι η προσφεύγουσα — κατά παράβαση των όσων προβλέπουν το άρθρο 60 και η απόφαση 30/53 της 2ας Μαΐου 1953, η οποία τροποποιήθηκε με τη γενική απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 101) — δεν ευθυγραμμίστηκα με τους τιμοκαταλόγους των ανταγωνιστών της αλλά με τις τιμές για τις οποίες πράγματι εξέδιδαν τιμολόγια οι τελευταίοι. Το άρθρο 6 της γενικής απόφασης 30/53, που τροποποιήθηκε το 1972, επέτρεψε αυτή την ευθυγράμμιση με τις τιμές για τις οποίες εκδίδει τιμολόγια ένας ανταγωνιστής στις περιπτώσεις — οι οποίες δεν διευκρινίζονται περαιτέρω στην απόφαση αυτή — κατά τις οποίες η υποχρέωση δημοσίευσης των τιμών έχει καταργηθεί ή περιοριστεί Οι εξαιρέσεις και οι περιορισμοί που προαναφέρθηκαν ως προς την υποχρέωση δημοσιεύσεως των τιμών υπάρχουν στην ανακοίνωση της Επιτροπής, σχετικά με το κείμενο της αποφάσεως 31/53 όπως ισχύει σήμερα, η οποία έχει δημοσιευτεί στην ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 111. Ως προς το θέμα αυτό, παραπέμπω στα άρθρα 5 και, ιδίως, 8 του ισχύοντος κειμένου της αποφάσεως 31/53. Ειδικότερα, εν προκειμένω παρουσιάζει ενδιαφέρον η εξαίρεση που υπάρχει στο σημείο 4 του άρθρου 8 για τα δεύτερης διαλογής και τα προϊόντα κατώτερης ποιότητας.
2.3.
Η προσβαλλόμενη απόφαση περί επιβολής προστίμου, της 9ης Δεκεμβρίου 1982 (βλέπε παράρτημα της προσφυγής), περιλαμβάνει μόνο έξι αιτιολογικές σκέψεις. Ήδη έχω παρατηρήσει προηγουμένως ότι η απόφαση αυτή μοιάζει περισσότερο με τις αποφάσεις που επιβάλλουν πρόστιμα για παραβάσεις της κανονιστικής ρύθμισης περί των ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβα παρά με τις αποφάσεις που επιβάλλουν πρόστιμα για παραβάσεις των άρθρων 85 και 86 της συνθήκης ΕΟΚ, τα οποία από τη φύση τους συγγενεύουν περισσότερο με το άρθρο 60.
Με την πρώτη αιτιολογική σκέψη διαπιστώνεται χωρίς άλλη διευκρίνιση ότι πραγματοποιήθηκαν πωλήσεις κατά παράβαση του άρθρου 60. Οι αποφάσεις εφαρμογής του άρθρου 60 δεν αναφέρονται.
Με τη δεύτερη και τρίτη αιτιολογική σκέψη διαπιστώνεται η ευθύνη της προσφεύγουσας για τις παραβάσεις της συνθήκης που της αποδίδονται και αναφέρεται ότι στην προσφεύγουσα δόθηκε η δυνατότητα να αμυνθεί κατά των κατηγοριών αυτών.
Με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη, που παραπέμπει στα παραρτήματα 1 και 2 της απόφασης, αναφέρονται οι πωλήσεις προϊόντων πρώτης διαλογής και προϊόντων όχι πρώτης διαλογής για τις οποίες είχαν χορηγηθεί μη δημοσιευμένες εκπτώσεις, δεν είχαν εκδοθεί ή είχαν εκδοθεί ελλιπή τιμολόγια για δημοσιευμένες προσαυξήσεις τιμών και δεν είχαν εκδοθεί τιμολόγια για τα έξοδα μεταφοράς. Συγχρόνως οι ποσότητες που πωλήθηκαν αντικανονικά καθορίστηκαν συνολικά σε 1625 τόνους, τα ποσά των υποτιμολογήσεων ως προς τις τιμές των τιμοκαταλόγων σε 85981999 λιρέτες και τα ποσά των αντικανονικών πωλήσεων σε 572231000 λιρέτες.
Με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη σημειώνεται ότι η προσφεύγουσα επικαλέστηκε, για να εξηγήσει τη συμπεριφορά της, το γεγονός ότι, λόγω της ασήμαντης θέσης που κατέχει στην ιταλική αγορά χάλυβα, αναγκάστηκε να υποστεί το νόμο της προσφοράς και της ζητήσεως και να εφαρμόσει, κατά συνέπεια, επιμέρους ευθυγραμμίσεις, διατηρώντας εντούτοις τιμές πωλήσεως υψηλότερες από τις τιμές των ανταγωνιστών της. Ως προς το θέμα αυτό, η απόφαση περιορίζεται απλώς να αναφέρει ότι «οι εξηγήσεις αυτές δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τις διαπραχθείσες παραβάσεις».
Με την έκτη αιτιολογική σκέψη το επιβληθέν πρόστιμο αιτιολογείται σε έξι σημεία (τα οποία αριθμώ με γράμματα) ως εξής:
α)
στην προσφεύγουσα πρέπει, κατά συνέπεια, να επιβληθεί, δυνάμει του άρθρου 60 της συνθήκης ΕΚΑΧ, πρόστιμο το οποίο μπορεί να ανέλθει στο διπλάσιο της αξίας των αντικανονικών πωλήσεων'
6)
το ποσό του προστίμου πρέπει να καθοριστεί σε τέτοιο επίπεδο ώστε να αποθαρρύνει την επιχείρηση να πραγματοποιήσει νέες υποτιμολογήσεις'
γ)
κατά συνέπεια, δικαιολογείται πρόστιμο ίσο με το 100 ο/ο του ποσού των υποτιμολογήσεων·
δ)
εν προκειμένω, οι υποτιμολογήσεις υπερβαίνουν περισσότερο από 10 ο/ο τις τιμές για τις οποίες έπρεπε να εκδοθεί τιμολόγιο
ε)
κατά συνέπεια, ο συντελεστής του προστίμου ενδείκνυται να αυξηθεί κατά 10 0/0
στ)
πρέπει να επιβληθεί πρόστιμο 94579100 λιρετών.
Στα παραρτήματα της απόφασης σημειώνονται, σε παράλληλες στήλες, τα εν λόγω τιμολόγια, οι ποσότητες που αφορούν, οι τιμοκατάλογοι που εφαρμόστηκαν (σχεδόν πάντοτε οι τιμοκατάλογοι των ανταγωνιστών Sisma και Piombino), οι τιμές για τις οποίες εκδόθηκαν τιμολόγια, τα ποσά των αντικανονικών πωλήσεων, οι τιμές σύμφωνα με τους τιμοκαταλόγους της ίδιας της προσφεύγουσας, οι εκπτώσεις επί των τιμοκαταλόγων και οι τυχόν πρόσθετες εκπτώσεις, οι προσαυξήσεις των τιμών για τις οποίες εκδόθηκαν τιμολόγια και εκείνες για τις οποίες δεν εκδόθηκαν τιμολόγια, τα έξοδα μεταφοράς για τα οποία δεν εκδόθηκαν τιμολόγια και τα ποσά των υποτιμολογήσεων.
Δεν αναφέρονται οι τιμές των τιμοκαταλόγων στις οποίες υποτίθεται ότι πωλούσαν οι ανταγωνιστές. Σύμφωνα με τις εξηγήσεις που έδωσε στη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας η Επιτροπή, το τελευταίο εξηγείται από το γεγονός ότι η προσφεύγουσα (λόγω του ότι αγνοούσε τους τιμοκαταλόγους των εν λόγω ανταγωνιστών) στην πραγματικότητα δεν ευθυγράμμισε τις τιμές της με τους τιμοκαταλόγους αυτούς αλλά με τα τιμολόγια των ανταγωνιστών της. Κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή επιβεβαίωσε, απαντώντας σε ερωτήσεις που της υπέβαλα, ότι κατά τον υπολογισμό των υποτιμολογήσεων δεν είχε λάβει υπόψη της το ζήτημα κατά πόσο η Bertoli, όταν πραγματοποίησε την ευθυγράμμιση των τιμών της, είχε όντως υπερβεί το όριο που θα ήταν δικαιολογημένο σε περίπτωση ευθυγράμμισης με τους τιμοκαταλόγους των ανταγωνιστών της. Με άλλες λέξεις η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι δεν καταλόγιζε εν προκειμένω στην Bertoli ουσιαστική παράβαση αλλά μόνο τυπική παράβαση των κανόνων περί ευθυγραμμίσεως των τιμών.
2.4.
Στην προσφυγή της η Bertoli ζητεί, ως κύριο αίτημα, την ακύρωση της απόφασης και, επικουρικά, τη μείωση του ποσού του προστίμου σύμφωνα με τα κριτήρια που η ίδια η Επιτροπή είχε ορίσει για την πολιτική της στο θέμα των προστίμων και τα οποία ίσχυαν την περίοδο κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η έρευνα-έλεγχος.
Συνοπτικά μπορώ να ανακεφαλαιώσω ως εξής τους λόγους ακυρώσεως τους οποίους προέβαλε η προσφεύγουσα προς στήριξη της προσφυγής της, παραπέμπω δε για περισσότερες λεπτομέρειες στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση:
Πρώτος λόγος ακυρώσεως: ανεπαρκής αιτιολογία της αποφάσεως.
Δεύτερος λόγος ακυρώσεως: παράβαση της συνθήκης ΕΚΑΧ και των κανόνων για την εφαρμογή της, καθότι η Επιτροπή, αποκλίνοντας από το άρθρο 4 της απόφασης της 31/53, δεν έδωσε καμία συνέχεια στην πρόθεση που είχε εκφράσει στην απόφαση αυτή να εξασφαλίσει την ειδική δημοσίευση των τιμοκαταλόγων και των όρων πωλήσεως. 'Ετσι η προσφεύγουσα είχε ουσιαστικά αναγκαστεί να ευθυγραμμίσει τις τιμές της με τις τιμές για τις οποίες οι εν λόγω ανταγωνιστές της εξέδιδαν τιμολόγια.
Τρίτος λόγος ακυρώσεως: κατάχρηση εξουσίας, καθότι η Επιτροπή, αφού θέσπισε, στις 4 Ιουνίου 1981, αντικειμενικά κριτήρια ως προς τον καθορισμό των προστίμων για την υπό κρίση περίοδο, εφάρμοσε στη συγκεκριμένη περίπτωση τελείως διαφορετικά κριτήρια, τα οποία θεσπίστηκαν μετά την περίοδο κατά την οποία διαπράχθηκαν οι υποτιθέμενες παραβάσεις.
Θα εξετάσω στη συνέχεια τους λόγους αυτούς, τον ένα κατόπιν του άλλου.
3. Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως
Όσον αφορά τις υποτιθέμενες ανεπαρκείς αιτιολογίες, η Επιτροπή απαντά με το επιχείρημα ότι οι επιθεωρητές της είχαν διαπιστώσει τις παρατυπίες απευθείας βάσει των τιμολογίων. Η Επιτροπή δεν παρέβη καθόλου την υποχρέωση παραθέσεως αιτιολογίας στην απόφαση της με το να μην εξετάσει λεπτομερώς τα επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα κατά την ακρόαση. Εξάλλου η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας, όπως περιλαμβάνεται στην απόφαση, περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των ισχυρισμών που προέβαλε η προσφεύγουσα. Πάντως, πριν από τα αντεπιχειρήματα της Επιτροπής, που συνοψίζονται πιο πάνω (σελίδες 4 και 5 του υπομνήματος αντικρούσεως), υπάρχει η εξής παρατήρηση: «Le moyen n'est pas fondé étant donné qu'en l'espèce la partie adverse a la faculté d'attaquer la mesure, dont la Cour peut, pour sa part, contrôler la légalité».
Υπό το φως της νομολογίας είναι, νομίζω, προφανές ότι η άποψη αυτή της Επιτροπής δεν μπορεί να γίνει δεκτή. 'Ετσι, στη σκέψη 18 της απόφασης σας της 28ης Οκτωβρίου 1982 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 292 και 293/81 (Lyon, Loiret & Haentjens, Συλλογή 1982, σ. 3887), καθώς επίσης και στις υποθέσεις 311/81 και 30/82 (Klöckner, της 11. 5. 1983, σκέψη 32), διαβάζω τα ακόλουθα ως προς την ανάλογη υποχρέωση παραθέσεως αιτιολογίας που υπάρχει στη συνθήκη ΕΟΚ, με παραπομπή στην προηγούμενη νομολογία σας: «σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αιτιολογία που απαιτεί το άρθρο 190 της συνθήκης πρέπει να προσαρμόζεται στη φύση της οικείας πράξεως. Πρέπει να αφήνει να διαφαίνεται κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής, εκδότου της αμφισβητούμενης πράξεως, ώστε να επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχο του».
Στην υπόθεση Branntwein (υπόθεση 24/62, Jurispr. 1963, σ. 149), το Δικαστήριο είχε ήδη διευκρινίσει στο παρελθόν ότι η υποχρέωση παραθέσεως αιτιολογίας «σκοπό έχει να δώσει τη δυνατότητα στους διαδίκους να υπερασπίσουν τα δικαιώματα τους, στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχο του και στα κράτη μέλη, όπως και σε κάθε ενδιαφερόμενο πολίτη, να γνωρίζουν τους όρους υπό τους οποίους η Επιτροπή εφάρμοσε τη συνθήκη». Από το ίδιο πνεύμα εμπνέεται επίσης και η απόφαση σας της 17ης Μαρτίου 1983 στην υπόθεση 294/80 (Control Data, σκέψη 14).
Από τη νομολογία αυτή προκύπτει καθαρά ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να περιμένει τη διαδικασία που θα κινηθεί ενδεχομένως ενώπιον του Δικαστηρίου για να αιτιολογήσει λεπτομερέστερα την απόφαση της, αλλά ότι η ίδια η απόφαση πρέπει να περιέχει τη συλλογιστική της κατά σαφή και μη διφορούμενο τρόπο, ώστε να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να την ανασκευάσουν με την προσφυγή τους και το Δικαστήριο να συναγάγει από την ίδια την απόφαση — χωρίς να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες από την Επιτροπή — τα σημαντικότερα τουλάχιστον στοιχεία.
Η αιτιολογία που ανέφερα προηγουμένως δεν πληροί καθόλου, κατά τη γνώμη μου, τους όρους αυτούς. Καταρχάς, παρατήρησα ήδη προηγουμένως ότι, σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις της γενικής αποφάσεως της 22ας Δεκεμβρίου 1972, η απαγόρευση των διακρίσεων ως προς τις τιμές, έχει κυρίως σκοπό να προστατεύσει τους αγοραστές από τέτοιες διακρίσεις. Επομένως, η απόφαση έπρεπε τουλάχιστον να διευκρινίσει, για να δικαιολογήσει τη σοβαρότητα των παραβάσεων που είχαν διαπιστωθεί, ότι οι παραβάσεις αυτές δεν ήταν μόνο τυπικές παραβάσεις, αλλά ότι μπορούσαν να ζημιώσουν και άλλους αγοραστές, εκτός από τους πελάτες της Bertoli, λόγω των συγκεκριμένων υποτιμολογήσεων που είχαν διαπιστωθεί ως προς τους τιμοκαταλόγους των ανταγωνιστών.
'Επειτα, στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη δεν διευκρινίζεται καθόλου ο λόγος για τον οποίο οι πράξεις που αναφέρονται στο παράρτημα 2 της απόφασης δεν εμπίπτουν στην εξαίρεση από την απαγόρευση, δυνάμει του συνδυασμού των διατάξεων του άρθρου 6 της απόφασης 30/53 και του άρθρου 8, σημείο 4, της απόφασης 31/53.
Τρίτον, η πρόταση που υπάρχει, χωρίς άλλες διευκρινίσεις, στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη, δηλαδή ότι οι εξηγήσεις που παρέσχε η προσφεύγουσα δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τις εν λόγω παραβάσεις, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι πληροί την προϋπόθεση που θέτει η νομολογία σας, ότι δηλαδή η αιτιολογία πρέπει να δίνει στους διαδίκους τη δυνατότητα να υποστηρίξουν τα δικαιώματα τους. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι οι αποφάσεις που επιβάλλουν πρόστιμο λόγω παραβάσεως των άρθρων 85 και 86 της συνθήκης ΕΟΚ συνήθως ανασκευάζουν λεπτομερώς τα ουσιώδη τουλάχιστον στοιχεία της άμυνας του ενδιαφερομένου. Ούτε όμως από τις προηγηθείσες παρατηρήσεις μου ως προς την τέταρτη αιτιολογική σκέψη ούτε και από το ιστορικό του άρθρου 60, την εικόνα του οποίου έδωσα προηγουμένως, συνάγεται σαφώς ότι — και για ποιους λόγους — δεν μπορεί να αποδοθεί καμία σημασία στη δήλωση της Bertoli που συνοψίζεται στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη, και τούτο όχι μόνο όσον αφορά τη 6αρύτητα των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν.
Η έκτη αιτιολογική σκέψη — η οποία εντούτοις περιορίζεται στην αιτιολόγηση του ποσού του επιβληθέντος προστίμου και όχι της βεβαιότητας ότι διαπράχθηκαν πράγματι οι παραβάσεις — είναι αυτή καθαυτή αρκετά σαφής ώστε να επιτρέπει στην προσφεύγουσα να αμυνθεί. Την άμυνα ως προς αυτό το σημείο αφορά κυρίως ο τρίτος λόγος ακυρώσεως της προσφεύγουσας.
Αντίθετα, τα παραρτήματα δεν επιτρέπουν, κατά τη γνώμη μου, ούτε στην προσφεύγουσα ούτε στο Δικαστήριο να εκτιμήσουν, χωρίς την παροχή από την Επιτροπή συμπληρωματικών στοιχείων, την ύπαρξη των παραβάσεων των διατάξεων περί ευθυγραμμίσεως, ούτε τη συγκεκριμένη βαρύτητα αυτών των παραβάσεων. Για τους τιμοκαταλόγους των ανταγωνιστών δεν παρέχεται κανένα στοιχείο. Το Δικαστήριο αναγκάστηκε να ζητήσει το ίδιο από την Επιτροπή τις πληροφορίες αυτές καθώς και τα στοιχεία για τους τιμοκαταλόγους της Bertoli. Το Δικαστήριο αναγκάστηκε επίσης να ζητήσει πολλά συμπληρωματικά στοιχεία, τα οποία ήταν απαραίτητα για να κρίνει επί του θέματος. Ως προς τους λόγους για τους οποίους οι ευθυγραμμίσεις με τις τιμές για τις οποίες πράγματι εξέδιδαν τιμολόγια οι εν λόγω ανταγωνιστές δεν ήταν θεμιτές και ως προς τις διατάξεις του άρθρου 60 και των άρθρων των εν λόγω αποφάσεων από τις οποίες προκύπτει ο παράνομος αυτός χαρακτήρας, δεν υπάρχει καμία μνεία όχι μόνο στην ίδια την απόφαση αλλά ούτε και στα παραρτήματα. Όπως παρατήρησα ήδη, τα ισχύοντα κείμενα των γενικών αποφάσεων, τα οποία αφορούν τη διαπίστωση των εν λόγω παραβάσεων, δεν αναφέρονται πουθενά, ούτε καν κατά γενικό τρόπο, στην απόφαση περί επιβολής του προστίμου ή στα παραρτήματα της.
Κατά συνέπεια κρίνω ότι ο πρώτος λόγος είναι βάσιμος και θεωρώ ότι, ήδη για το λόγο αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.
4. Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως
Θεωρώ ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως της προσφεύγουσας είναι αβάσιμος, καθότι η τελευταία δεν αμφισβητεί τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι από πολλών ετών είναι δυνατή η συνδρομή σε μια έκδοση η οποία ενημερώνεται τακτικά και αναφέρει τους τιμοκαταλόγους όλων των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων. Επιπλέον, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν ανά πάσα στιγμή να απευθυνθούν στις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής για να λάβουν πληροφορίες σχετικά. Το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η Επιτροπή ακολούθησε από το 1973 έως το 1981 λιγότερο δραστήρια και, ενδεχομένως, λιγότερο αυστηρή πολιτική στο θέμα της διώξεως των παραβάσεων του άρθρου 60 επιβεβαιώνεται, κατά τη γνώμη μου, κατά μεγάλο μέρος όχι μόνο από τα σχετικά παραρτήματα της απάντησης της Επιτροπής της 1ης Αυγούστου 1983, αλλά επίσης (όσον αφορά τους συντελεστές των προστίμων που εφαρμόζονταν την εποχή εκείνη) από την απόφαση σας στην υπόθεση Rumi, που ανέφερα στην έβδομη υποσημείωση μου. Φαίνεται ότι μεταξύ των ετών 1972 και 1977η Επιτροπή δεν επέβαλε κανένα απολύτως πρόστιμο για παράβαση του άρθρου 60. Όσον αφορά τις ανακοινώσεις διά του τύπου ή άλλες ανακοινώσεις το 1981 ότι επρόκειτο να γίνει αυστηρότερη η πολιτική ελέγχου, τις οποίες αναφέρει η Επιτροπή στην ίδια αυτή απάντηση της Ι ης Αυγούστου, δεν είναι οπωσδήποτε βέβαιο ότι έλαβε ποτέ γνώση η εταιρεία Bertoli. Μετά το 1962, η Επιτροπή, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε, δεν έστειλε πλέον καμία γενική ερμηνευτική εγκύκλιο σε όλες τις επιχειρήσεις που αφορά το άρθρο 60.
Εντούτοις, κρίνω ότι, ενόψει όλων αυτών των στοιχείων, τα επιχειρήματα που προβάλλει η Επιτροπή για να ανασκευάσει το δεύτερο λόγο ακυρώσεως είναι αρκετά ισχυρά ώστε να είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι ο δεύτερος αυτός λόγος της προσφεύγουσας δεν έχει αποφασιστική σημασία. Παραπέμπω ακόμα, ως προς το θέμα αυτό, στη σκέψη 9 της απόφασης σας στην υπόθεση 1252/79 (Lucchini, Jiirispr. 1980, σ. 3763), αν και η απόφαση αυτή δεν αφορούσε το άρθρο 60 αλλά το άρθρο 61.
5. Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως
Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η επιοολή του προστίμου στην προκειμένη περίπτωση συνιστά κατάχρηση εξουσίας. Ειδικότερα, κακώς η Επιτροπή δεν εφάρμοσε στην παρούσα περίπτωση τους χαμηλότερους συντελεστές προστίμων που περιλαμβάνονται στην απόφαση της, της 4ης Ιουνίου, περί παροχής εξουσιοδοτήσεως στον αντιπρόεδρο της Davignon, αλλά εφάρμοσε συντελεστή που είχε καθοριστεί ένα και πλέον έτος μετά από τις υποτιθέμενες παραβάσεις.
Η Επιτροπή, αμυνόμενη, υποστηρίζει ουσιαστικά ότι η αρχή «nullum crimen, nulla poena sine lege», που επικαλείται η προσφεύγουσα, δεν ισχύει σε διοικητικές υποθέσεις όπως η προκειμένη. Στη συνέχεια παρατηρεί ότι η εν λόγω εξουσιοδότηση προς ένα μέλος της Επιτροπής περιείχε οπωσδήποτε, λόγω της φύσεως της, περιορισμούς και μπορούσε να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή, ενώ η Επιτροπή μπορούσε πάντοτε να αποκλίνει από αυτή σε συγκεκριμένες εξαιρετικές περιπτώσεις. Στην ανταπάντηση της προσθέτει ακόμα ότι η θεωρία του αυτοπεριορισμού της διοίκησης προϋποθέτει ότι υπάρχει η δυνατότητα να τεθεί τέρμα ανά πάσα στιγμή στον αυτοπεριορισμό αυτό. Στο υπόμνημα αντικρούσεως, διαπράττει ως προς το θέμα αυτό το σημαντικό λάθος να υποστηρίξει στη σελίδα 10 ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έκανε τίποτε άλλο από το να εφαρμόσει το άρθρο 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ. Το λάθος αυτό είναι σημαντικό, γιατί δύσκολα θα μπορούσε να καταστεί σαφέστερο μέχρι ποιου σημείου η Επιτροπή συνδέει στην πραγματικότητα επί του παρόντος την πολιτική της στον τομέα του άρθρου 60 με την πολιτική της στο θέμα των ποσοστώσεων της παραγωγής χάλυβα, πράγμα το οποίο εξάλλου επιβεβαιώνεται και από το κείμενο που υποβλήθηκε κατά την έγγραφη διαδικασία στις 6 Δεκεμβρίου 1982 ως παράρτημα 3 της απάντησης της στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου.
Έχοντας λάβει γνώση των κειμένων που αφορούν τη συνεδρίαση της 4ης Ιουνίου 1981 και την έγγραφη διαδικασία στις 6 Δεκεμβρίου 1982 και τα οποία κατατέθηκαν, όταν ζητήθηκε από το Δικαστήριο, ως παραρτήματα 2 και 3 της απάντησης της Επιτροπής της 7ης Οκτωβρίου 1983, θεωρώ ότι τα εν λόγω επιχειρήματα που προβάλλει η Επιτροπή προς άμυνα της δεν αρκούν για να απορριφθεί ο τρίτος λόγος ακυρώσεως που επικαλείται η προσφεύγουσα.
Για τις παραβάσεις του άρθρου 60, το Δικαστήριο έχει ήδη δεχτεί, στις υποθέσεις 8/56 (Alma, Jurispr. 1957, σ. 195 και ειδικότερα σ. 203) και 1/59 (Dalmas, Jurispr. 1958/59, σ. 449 και ειδικότερα σ. 460), ότι το ποσό του προστίμου πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με τη βαρύτητα και τη διάρκεια των παραβάσεων και ότι πρέπει να είναι ανάλογο με τις συνέπειες των παραβάσεων αυτών. Επιπλέον, έχω ήδη παρατηρήσει ότι στην απόφαση σας Rumi που ανέφερα προηγουμένως ελήφθησαν επίσης υπόψη η «ταραγμένη κατάσταση» που ήδη υπήρχε το 1977, και η οποία οπωσδήποτε δεν έχει έκτοτε βελτιωθεί, και το γεγονός ότι το Δικαστήριο θεώρησε την «ταραγμένη κατάσταση» αυτή ως ελαφρυντική περίσταση η οποία δικαιολογούσε μείωση του ποσού του προστίμου.
Στην πρόσφατη νομολογία σας που αφορά το άρθρο 58, παράγραφος 4, της συνθήκης ΕΚΑΧ, το οποίο είναι παρόμοιο από άποψη δομής με το άρθρο 64 (πρβλ. μεταξύ άλλων την προαναφερθείσα απόφαση σας Thyssen), έχετε επίσης σαφώς διευκρινίσει ότι δεν είναι δυνατό να γίνεται λόγος για απόλυτη ελευθερία δράσης της Επιτροπής κατά τον καθορισμό του ποσού του προστίμου, ούτε και για αυτόματη εφαρμογή του κωδικοποιημένου συνήθους συντελεστή για τα πρόστιμα που επιβάλλονται ως προς τις ποσοστώσεις της παραγωγής χάλυβα.
Υπό τους όρους αυτούς, μπορεί να μην εξεταστεί το ζήτημα αν οι αποφάσεις αυτές που επιβάλλουν πρόστιμο έχουν ποινικό ή διοικητικό χαρακτήρα. Ακόμα και αν θεωρηθεί ότι έχουν διοικητικό χαρακτήρα, θα πρέπει δυνάμει των αρχών της χρηστής διοικήσεως, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα νομολογία σας, να ληφθούν υπόψη η βαρύτητα και η διάρκεια της παράβασης και, επιπλέον, οι περιστάσεις που αποκλείουν ή μετριάζουν την ευθύνη του παραβάτη.
Από την απόφαση και τις σχετικές εξηγήσεις που δόθηκαν κατά την έγγραφη και προφορική διαδικασία συνάγεται όμως ότι η Επιτροπή δεν αποδίδει απολύτως καμία σημασία στη βαρύτητα των καταλογιζόμενων παραβάσεων, εφόσον θεωρεί τις καθαρά τυπικές παραβάσεις του άρθρου 60 ως ισοδύναμες με τις ουσιαστικές παραβάσεις. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι η Bertoli ευθυγράμμισε τις τιμές της με τις πραγματικές τιμές — για τις οποίες είχαν εκδοθεί τιμολόγια — διαφόρων σημαντικών ανταγωνιστών της. Επίσης δεν υποστήριξε, και βέβαια ούτε απέδειξε, ότι η Bertoli, ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό, πώλησε όντως σε κατώτερες τιμές και με ευνοϊκότερους όρους πωλήσεως από εκείνους των τιμοκαταλόγων των ανταγωνιστών της, διαπράττοντας έτσι όχι μόνο τυπική αλλά επίσης και ουσιαστική παράβαση του άρθρου 60, παράγραφος 2, στοιχείο 6, της συνθήκης ΕΚΑΧ και των εκτελεστικών διατάξεων του άρθρου αυτού. Εξαιτίας του γεγονότος και μόνο ότι η προσφεύγουσα, επειδή αγνοούσε τους τιμοκαταλόγους των ανταγωνιστών, ευθυγράμμισε τις τιμές της με τις πραγματικές τιμές πωλήσεως και όχι με τους τιμοκαταλόγους, η Επιτροπή, για να εκτιμήσει τη βαρύτητα των παραβάσεων, βασίστηκε απλώς στους τιμοκαταλόγους της ίδιας της προσφεύγουσας. Θεωρώ ότι αυτή η μέθοδος υπολογισμού του προστίμου είναι αντίθετη με τη νομολογία σας, επίσης δε και με τον προφανή σκοπό του άρθρου 60, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και των εκτελεστικών διατάξεων του άρθρου αυτού. Από το σκοπό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι και οι κανόνες περί δημοσιεύσεως των τιμών χρησιμεύουν τελικά είτε για να εμποδίζεται η απόκτηση μονοπωλιακής θέσεως στην κοινοτική αγορά είτε για να αποτρέπεται η πρόκληση, σε ορισμένους αγοραστές, συγκεκριμένης ζημίας λόγω διακρίσεως ως προς τις τιμές. Είναι επομένως προφανές ότι για να εκτιμηθεί η βαρύτητα μιας παράβασης πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη σημασία στο ζήτημα αν οι τιμές είναι όντως χαμηλότερες από τις τιμές των τιμοκαταλόγων ενός ανταγωνιστή από ό,τι στο ζήτημα αν τηρούνται οι τυπικοί κανόνες που έχουν θεσπιστεί δυνάμει του άρθρου 60, παράγραφος 2, για να διασφαλίσουν τους αντικειμενικούς σκοπούς του άρθρου 60, παράγραφος 1. Εφόσον η Επιτροπή, κατά την εκτίμηση της βαρύτητας των καταλογιζόμενων ενεργειών, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν απέδωσε καμία σημασία στους αποφασιστικούς αυτούς παράγοντες, η απόφαση της πρέπει, ακόμη και για το λόγο αυτό και μόνο, να ακυρωθεί βάσει της νομολογίας σας.
Αντίθετα με τις διατάξεις εφαρμογής του άρθρου 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ, οι διατάξεις εφαρμογής του άρθρου 60 δεν περιέχουν κανένα συγκεκριμένο συντελεστή προστίμου, εκ των προτέρων δημοσιευμένο, από τον οποίο να μην είναι δυνατό να υπάρξει απόκλιση παρά μόνο λόγω ιδιαίτερων περιστάσεων. Λόγω των ποικίλων υποχρεώσεων και απαγορεύσεων που περιέχονται στο άρθρο 60 και στις διατάξεις εφαρμογής του και λόγω της κατά το μάλλον ή ήττον μεγάλης σημασίας των διαφόρων αυτών υποχρεώσεων και απαγορεύσεων, ένας τέτοιος συγκεκριμένος συντελεστής προστίμου θα ήταν, στην πραγματικότητα, εξίσου δύσκολο να υποστηριχτεί στην προκειμένη περίπτωση, όσο και στις περιπτώσεις των παραβάσεων των άρθρων 65 και 66 της συνθήκης ΕΚΑΧ ή των άρθρων 85 και 86 της συνθήκης ΕΟΚ. Κατά συνέπεια, το άρθρο 64 της συνθήκης ΕΚΑΧ (όπως και ο κανονισμός 17 ο οποίος εκδόθηκε κατ' εφαρμογή των άρθρων 85 και 86 της συνθήκης ΕΟΚ) περιέχει μόνο ανώτατα όρια για τα πρόστιμα. Μέσα στα όρια αυτά, θα πρέπει, δυνάμει της νομολογίας σας, να λαμβάνονται υπόψη η βαρύτητα και η διάρκεια της διαπιστουμένης παραβάσεως, καθώς και η γενική οικονομιή κατάσταση. Όσον αφορά τη γενική οικονομική αυτή κατάσταση, μπορεί αναντίρρητα να λεχθεί ότι την εποχή των καταλογιζόμενων παραβάσεων η κατάσταση αυτή οπωσδήποτε δεν ήταν λιγότερο «ταραγμένη» από ό,τι κατά την περίοδο που οδήγησε το Δικαστήριο να μειώσει το ποσό του προστίμου στην απόφαση Rumi.
Μολονότι επομένως, αντίθετα με την περίπτωση του άρθρου 58, για το άρθρο 60 δεν υπήρχαν συντελεστές προστίμου γνωστοί προς τα έξω, η Επιτροπή φαίνεται ότι όντως εφάρμοσε, για την υπόψη περίοδο, ένα «συνηθισμένο» συντελεστή προστίμου, ο οποίος είχε προσεκτικά θεσπιστεί, για τις υποτιμολογήσεις τις οποίες κάνει μια επιχείρηση σε σχέση με τους δικούς της τιμοκαταλόγους. Για την περίοδο πριν από τις 30 Ιουνίου 1981, ο «συνηθισμένος» αυτός συντελεστής, σύμφωνα με την εξουσιοδότηση που δόθηκε στις 4 Ιουνίου 1981 στο αρμόδιο μέλος της Επιτροπής, ήταν ίσος με το 7,5 ο/ο της υποτιμολόγησης. Για τις παραβάσεις που διαπράχθηκαν την περίοδο από 1η Ιουλίου 1981 μέχρι 31 Αυγούστου 1981, ο συντελεστής αυτός ήταν ίσος με το 15 ο/ο της υποτιμολόγησης και, για τις παραβάσεις που διαπράχθηκαν μετά την 31η Αυγούστου 1981, με το 25 ο/ο. Για να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα ποσοστά αυτά μπορούσαν, δυνάμει του σημείου 3 της αποφάσεως για την παροχή της εξουσιοδοτήσεως, να αυξηθούν ή να μειωθούν κατά το 40 ο/ο της αξίας τους. Το σημείο 4 της αποφάσεως περί εξουσιοδοτήσεως προέβλεπε μια διαδικασία για την πληροφόρηση των άλλων μελών της Επιτροπής, από την οποία διαδικασία ήταν δυνατό αυτόματα να συναχθεί πράγματι έμμεσα το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να λάβει άλλη απόφαση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Κατά τη γνώμη μου πάντως, η Επιτροπή έπρεπε σχετικά να λάβει υπόψη της τους κανόνες της αποφάσεως περί εξουσιοδοτήσεως, οι οποίοι είχαν θεσπιστεί με προσοχή, ώστε να αποφύγει αυθαιρεσίες.
Ως προς την απόφαση περί εξουσιοδοτήσεως, έχω να παρατηρήσω τα ακόλουθα. Πρώτον, φαίνεται καθαρά ότι η Επιτροπή συνειδητά δεν θέλησε να αυξήσει παρά μόνο σταδιακά το συντελεστή των προστίμων. 'Ετσι πραγματοποιήθηκε η μετάβαση από την προηγούμενη «ταραγμένη περίοδο», ως προς την οποία οι επιχειρήσεις μπορούσαν να βασίζονται στις αρχές που τίθενται με την απόφαση σας στην υπόθεση Rumi.
Δεύτερον, από την απόφαση περί εξουσιοδοτήσεως προκύπτει ότι την εποχή εκείνη η Επιτροπή, εκτός από τις διορθώσεις των συντελεστών προστίμων επί το μείζον, επέτρεπε ρητά και διορθώσεις επί το έλασσον. 'Ετσι η απόφαση όριζε ότι το αρμόδιο μέλος της Επιτροπής όφειλε, σύμφωνα με τη νομολογία σας, να λαμβάνει επίσης υπόψη του και τη βαρύτητα των διαπιστούμενων παραβάσεων.
Τρίτον, από το κείμενο της έγγραφης διαδικασίας της 6ης Δεκεμβρίου 1982 (δηλαδή περισσότερο από ένα χρόνο μετά τη διαπίστωση των παραβάσεων που βεβαιώθηκαν στην παρούσα υπόθεση) καθίσταται σαφές ότι η Επιτροπή θεωρούσε, την εποχή εκείνη, αναγκαίο για την αποκατάσταση μιας ορισμένης πειθαρχίας στην αγορά να επιβάλλει aro μέΑΑον (Dorénavant) κυρώσεις, για τις υπερτιμήσεις ή τις υποτιμολογήσεις σε σχέση με τους τιμοκαταλόγους, σύμφωνα με συνηθισμένο συντελεστή ίσο με το 100 ο/ο. «Κατ' αναλογία του άρθρου 58» κρίθηκε επιπλέον σκόπιμο να μπορεί να αυξηθεί κατά 10 ο/ο ο συντελεστής αυτός, όταν υπάρχει απόκλιση 10 ο/ο ή περισσότερο σε σχέση με τους τιμοκαταλόγους. Όπως η απόφαση περί εξουσιοδοτήσεως της 4ης Ιουνίου 1981, έτσι και η απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1982 δεν έκανε διάκριση μεταξύ τυπικών και ουσιαστικών παραβάσεων ή μεταξύ παραβάσεων του άρθρου 60, παράγραφος 1, παραβάσεων του άρθρου 60, παράγραφος 2, στοιχείο α, και παραβάσεων του άρθρου 60, παράγραφος 2, στοιχείο 6. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως έχω αναφέρει, πρόκειται στην πραγματικότητα περί τυπικής παραβάσεως του άρθρου 60, παράγραφος 2, στοιχείο 6, δεύτερη περίπτωση, πρώτη υποπερίπτωση, αν και η αιτιολογία της απόφασης δεν προσδίδει στο γεγονός αυτό καμία σημασία. Τόσο η απόφαση περί εξουσιοδοτήσεως της 4ης Ιουνίου 1981, όσο και η έγγραφη διαδικασία της 6ης Δεκεμβρίου 1982 και η απόφαση η οποία επιβάλλει το πρόστιμο, αγνοούν απλώς τη δυνατό Γητα ευθυγραμμίσεως των τιμών.
Ακόμα και αν η απόφαση δεν ήταν ήδη άκυρη λόγω παραθέσεως ανεπαρκούς αιτιολογίας και λόγω του ότι δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη τη βαρύτητα της καταλογιζόμενης παράβασης, δεν 8α μπορούσε, κατά τη γνώμη μου, να διατηρηθεί σε ισχύ. Η απόφαση περί εξουσιοδοτήσεως, της 4ης Ιουνίου 1981, ορθά λάμβανε υπόψη την ανάγκη εισαγωγής σταδιακής μόνο αυξήσεως των συντελεστών των προστίμων.
Για να μην εμφανίζεται ως ανακόλουθη η πολιτική που είχε καθιερωθεί συνειδητά με τον τρόπο αυτό ως προς τα πρόστιμα, η Επιτροπή όφειλε, βάσει της αρχής της χρηστής διοικήσεως, να τηρήσει τουλάχιστον τους συντελεστές που είχε καθιερώσει τότε για τις διάφορες περιόδους. Στην παρούσα υπόθεση, αυτό θα σήμαινε ότι, ακόμα και αν είχαν αποδειχτεί όλες οι καταλογιζόμενες παραβάσεις, οι συντελεστές του προστίμου για την υποτιμολόγηση που υποτίθεται ότι έκανε η Berteli ως προς τους τιμοκαταλόγους της θα έπρεπε εν πάση περιπτώσει να μειωθούν από 110% σε 15 04) για τις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν πριν από την 31η Αυγούστου 1981 και σε 25 % για τις μεταγενέστερες πωλήσεις, με μείωση κατά 40 % λόγω του καθαρά τυπικού χαρακτήρα των παραβάσεων που η Επιτροπή διατείνεται ότι διαπράχθηκαν.
Δεδομένου ότι, όπως έχω ήδη παρατηρήσει, η απόφαση πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να ακυρωθεί ήδη για άλλους λόγους, θεωρώ περιττό να υπολογίσω με ακριβέστερο τρόπο το σημαντικά κατώτερο ποσό στο οποίο επομένως θα έπρεπε να μειωθεί εν πάση περιπτώσει το πρόστιμο.
Είναι σαφές, εν πάση περιπτώσει, ότι θεωρώ βάσιμο και τον τρίτο λόγο ακυρώσεως της προσφεύγουσας.
6. Ανακεφαλαίωση και προτάσεις
Συνοψίζοντας, θεωρώ ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί τόσο λόγω των σοβαρών ελλείψεων στην παράθεση αιτιολογίας που ανέφερα ήδη, όσο και λόγω του γεγονότος ότι δεν ελήφθη υπόψη η νομολογία σας στο θέμα της πολιτικής των προστίμων και του γεγονότος ότι η πολιτική των προστίμων η οποία είχε καθιερωθεί προηγουμένως με εσωτερική διαδικασία για την εν λόγω περίοδο στη συνέχεια δεν εφαρμόστηκε.
Κατά συνέπεια προτείνω:
α)
να ακυρωΜ η απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1982, με την οποία επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα πρόστιμο 94579100 λιρετών για παράβαση του άρ9ρου 60 της συνθήκης ΕΚΑΧ,
6)
να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
( 2 ) Υπό την αυτή έννοια, Zimmermann στο Quadri / Monaco /Trabucchi, Commentario CECA, μέρος II, Μιλάνο 1970, σ. 780.
( 3 ) Ibidem, καθώς και, για τη ρύθμιση περί της προσαρμογής των τιμών, σ. 813.
( 4 ) Op.cit., σ. 780 καν 781.
( 5 ) Corwin Edwards, The Price Discrimination Law, Ουάσιγκτον 1959, σσ. 4, 12, 38, πρώτη παράγραφος, και 619, και Frederick Μ. Rowe, Price Discrimination under the Robinson-Patman Act, Βοστώνη/Τορόντο 1962, σσ. 24 και 28. O Rowe εξάλλου ορ9ώς υπογραμμίζει (σ. 26) ότι, για τις επιχειρήσεις που δεν δεσπόζουν στην αγορά, η ύπαρξη διακρίσεων όσον αφορά τις τιμές είναι ακριθώς δείγμα πραγματικού ανταγωνισμού (σσ. 26 και 27). Συνεπώς στη συνθήκη ΕΟΚ, όπως και στα περισσότερα κράτη μέλη, δεν απαγορεύονται αυτές καθαυτές οι διακρίσεις στο θέμα των τιμών. Η συνθήκη ΕΟΚ απαγορεύει καταρχήν τις διακρίσεις όσον αφορά τις τιμές αποκλειστικά και μόνο όταν προέρχονται από συμφωνία (άρθρο 85) ή από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις με δεσπόζουσα θέση στην αγορά (άρθρο 86).
( 6 ) Όσον αφορώ την αμερικανική διάταξη που χρησίμευσε ως υπόδειγμα για το άρθρο 60, ο Rowc παρατηρεί στο προαναφερθέν σχόλιο του, στην πρώτη φράση της εισαγωγής του: «This volume undertakes to chart directions through the most complex and controversial of the federal antitrust laws: tlie Robinson-Patman Act».
( 7 ) Βλέπε Corwin Edwards, op.cit., σσ. 546-584, και Rowc, op.cit., σσ. 207-264.
( 8 ) Για την περίοδο πριν οπό την παρούσα κρίση του χάλυβα, έχει σημασία το ότι η τελευταία απόφαση σας για το άρθρο 60 (υπόθεση 149/78 Rumi, Jurspr. 1979, σ. 2523) αφορούσε πρόστιμο ίσο με το 15% μόνο του ποσού των υποτιμολογήσεων. Εντούτοις το Δικαστήριο ακόμη και τότε μείωσε το πρόστιμο αυτό στο 10 ο/ο των ακόμη και τότε μείωσε το πρόστιμο αυτό στο 10 % των υποτιμολογήσεων, δεδομένου ότι «σε ταραγμένη κατάσταση (...) η δημοσιότητα των τιμοκαταλόγων δεν μπορούσε να εξασφαλίσει τη διαφάνεια της αγοράς τόσο αποτελεσματικά όσο σε περίοδο σχετικής σταθερότητας συνεπώς η ζημία που προκάλεσε η συμπεριφορά της Rumi φαίνεται λιγότερο σοβαρή από ό,τι αν η τελευταία είχε εκδηλωθεί σε λιγότερο ταραγμένες εποχές» (σκέψη 39).
( 9 ) Ακόμα και οι συμφωνίες ως προς τις τιμές χρησιμοποιούνται, όπως είναι γνωστό, ορισμένες φορές, από τις αρμόδιες σε θέματα συμφωνιών αρχές (παραδείγματος χάρη στις Κάτω Χώρες) ως όργανο ελέγχου των τιμών και όχι ως όργανο προαγωγής του ανταγωνισμού, χωρίς ποτέ, από ό,τι γνωρίζω, αυτή η ανάρμοστη χρήση της σχετικής με τις συμφωνίες νομοθεσίας να προσβληθεί ενώπιον δικαστηρίου λόγω καταχρήσεως εξουσίας.
Full & Egal Universal Law Academy