ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 7ης Φεβρουαρίου 1985 ( *1 )
Πίνακας περιεχομένων
Α — Πραγματικά περιστατικά
Β — Η άποψη μου
Ι - Επί του παραδεκτού της προσφυγής που στηρίζεται στο άρθρο 175 της Συνθήκης ΕΟΚ —
1. Μπορεί με την προσφυγή να επιδιώκεται πολιτικός στόχος;
2. Επί των προϋποθέσεων του παραδεκτού που προβλέπονται στο άρθρο 175, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ
2.1. Επί του δικαιώματος του προσφεύγοντος για την άσκηση προσφυγής
2.1.1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
2.1.2. Νομική αξιολόγηση
2.1.2.1. Το κείμενο των σχετικών διατάξεων
2.1.2.2. Νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το άρθρο 37 του πρωτοκόλλου ΕΟΚ
2.1.2.3. Σύγκριση με το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ
2.1.2.4. Επέμβαση στην κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των οργάνων που καθορίζει η Συνθήκη;
2.1.2.5. Επέμβαση στη νομοθετική εξουσία του Συμβουλίου;
2.1.2.6. Επέμβαση στις αρμοδιότητες της Επιτροπής;
2.2. Χρειάζεται ειδικό συμφέρον παροχής έννομης προστασίας;
2.3. Το πραγματικό στοιχείο της λήψεως αποφάσεως
2.3.1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
2.3.2. Νομική αξιολόγηση
2.3.2.1. Ερμηνεία του αιτήματος της προσφυγής
Το κείμενο του αιτήματος
Περιορισμός και συγκεκριμενοποίηση
Συγκεκριμενοποίηση του πλαισίου
Συστηματική προσέγγιση ή κατά περίπτωση ρύθμιση;
Ελάχιστο επίπεδο πραγματώσεως της κοινής πολιτικής μεταφορών
Το δεύτερο αίτημα της προσφυγής
Το αίτημα της προσφυγής κατά το πέρας της προφορικής διαδικασίας
2.3.2.2. Ζητήματα που συνδέονται με τη νομική φύση της λήψεως αποφάσεως
2.3.2.3. 'Εχει σημασία η ύπαρξη υποκειμενικών λόγων για την αναγνώριση της παράλειψης;
3. Επί των προϋποθέσεων του παραδεκτού βάσει του άρθρου 175, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ
3.1. Το έγγραφο προσκλήσεως προς ενέργεια
3.2. Η λήψη θέσεως
3.2.1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
3.2.2. Νομική αξιολόγηση
3.2.2.1. Το κείμενο του άρθρου 175, παράγραφος 2
3.2.2.2. Η λειτουργία της προσφυγής από άποψη παροχής έννομης προστασίας
3.2.2.3. Η προθεσμία των δύο μηνών
3.2.2.4. Λήψη θέσεως που αποκλίνει από το έγγραφο προσκλήσεως προς ενέργεια
3.2.2.5. Παρελκυστική απόφαση μπορεί να θεωρηθεί ως λήψη θέσεως;
3.2.2.6. Νομολογία του Δικαστηρίου
4. Σύνοψη
II — Επί του επικουρικού αιτήματος του προσφεύγοντος
1. Η ενεργητική νομιμοποίηση στο άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ
2. Νομική φύση των προσβαλλομενων πράξεων κατά το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ
III — Επί του βασίμου της προσφυγής
1. Υπάρχει νομική υποχρέωση για τη θέσπιση κοινής πολιτικής μεταφορών;
1.1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
1.2. Νομική αξιολόγηση
1.2.1. Οι διατάξεις της Συνθήκης
— Άρθρο 3, στοιχείο ε ), της Συνθήκης ΕΟΚ
— Άρθρο 74 της Συνθήκης ΕΟΚ
— Άρθρο 61 της Συνθήκης ΕΟΚ
1.2.2. Συστηματική εξέταση
1.2.3. Υποχρέωση προς θέσπιση κοινής πολιτικής μεταφορών επίσης και για τις θαλάσσιες και τις αεροπορικές μεταφορές σύμφωνα με το άρθρο 84 της Συνθήκης ΕΟΚ;.
1.2.4. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
1.2.5. Επί του περιεχομένου της γενικής υποχρέωσης
1.2.6. Η υποχρέωση είναι επαρκώς συγκεκριμενοποιημένη;
1.2.7. 'Ελλειψη προθεσμιών
1.2.7.1. 'Ελλειψη προθεσμιών για το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο γ), της Συνθήκης ΕΟΚ
1.2.7.2. 'Ελλειψη προθεσμιών για το άρθρο 84 της Συνθήκης ΕΟΚ
1.2.8. Καθορισμός προθεσμίας λόγω ατελούς εξελίξεως της ολοκληρώσεως και αποτέλεσμα
2. Υφίσταται νομική υποχρέωση για τη θέσπιση διατάξεων δυνάμει του άρθρου 75, παράγραφος 1, στοιχεία α ) και β ), της Συνθήκης ΕΟΚ;
2.1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
2.2. Νομική αξιολόγηση
2.2.1. Το γράμμα του άρθρου 75, παράγραφος 1, και του άρθρου 75, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ
2.2.2. Η προθεσμία του άρθρου 75, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ
2.2.3. Η διαδικασία λήψεως αποφάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 75 της Συνθήκης ΕΟΚ
2.2.4. Η αναφορά του άρθρου 76 της Συνθήκης ΕΟΚ στο άρθρο 75, παράγραφος 1
2.2.5. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
2.2.6. Η νομική υποχρέωση είναι επαρκώς συγκεκριμενοποιημένη;
2.2.6.1. Συγκεκριμενοποίηση
— από τη Συνθήκη
— από τη νομολογία του Δικαστηρίου
2.2.6.2. Συγκεκριμενοποίηση
— από το Συμβούλιο
2.2.6.3. Συγκεκριμενοποίηση
— μέσω αναγνωρισμένων στοιχείων της πολιτικής μεταφορών
2.3. Συμπέρασμα
3. Η παράλειψη του καθού δικαιολογείται από ειδικούς λόγους;
3.1. Αντικειμενικές δυσχέρειες πολιτικής και οικονομικής φύσεως
3.1.1. Περιέχει το άρθρο 75, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ ρήτρα προστασίας;
3.1.2. Σύγκριση με τις διατάξεις περί γεωργικής πολιτικής
3.1.3. Θεωρίες του διοικητικού δικαίου
3.2. Σύγκριση με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ
3.2.1. Διαρθρωτικό πρόβλημα του σχηματισμού βουλήσεως στο πλαίσιο του Συμβουλίου
3.2.2. Σύγκριση με τις διατάξεις περί οικονομικής και νομισματικής πολιτικής
3.2.3. Η έλλειψη πλειοψηφίας μπορεί να δικαιολογήσει την παράλειψη;
3.3. Οι ισχυρισμοί της ολλανδικής κυβέρνησης σχετικά με την απευθείας εφαρμογή
3.3.1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
3.3.2. Νομική αξιολόγηση
4. Σχετικά με την αιτίαση ότι το Συμβούλιο παρέλειψε, κατά παράβαση της Συνθήκης, να θεσπίσει διατάξεις για τους τομείς κοινής πολιτικής μεταφορών που αναφέρονται στις προτάσεις της Επιτροπής, ειδικότερα
4.1. Οι προτάσεις που δεν βασίζονται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α ) και β ), της Συνθήκης ΕΟΚ
4.2. Οι υπόλοιπες προτάσεις
4.2.1. Προτάσεις που διατυπώθηκαν κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου
4.2.2. Προτάσεις που διατυπώθηκαν μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου
4.2.2.1. Προτάσεις για ορισμένους τομείς που διατυπώθηκαν για πρώτη φορά
4.2.2.2. Τροποποιητικές ή συμπληρωματικές προτάσεις
IV — Επί των δικαστικών εξόδων
V — Συμπληρωματικές εκτιμήσεις
Γ — Πρόταση
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι οικαοτές,
Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο καλείται για πρώτη φορά να αποφανθεί επί προσφυγής, με την οποία ένα κοινοτικό όργανο ζητεί να αναγνωριστεί η κατά παράβαση της Συνθήκης παράλειψη άλλου κοινοτικού οργάνου.
Α —
Στις 16 Σεπτεμβρίου 1982, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισε να κινήσει την κατά το άρθρο 175 της Συνθήκης ΕΟΚ διαδικασία κατά του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά παραλείψεως στον τομέα της κοινής πολιτικής μεταφορών. Με έγγραφο της 21ης Σεπτεμβρίου 1982, επί του περιεχομένου του οποίου θα επανέλθω, ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου κάλεσε το Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 175, παράγραφος 2, να προβεί σε ενέργειες στον τομέα αυτό. Ο πρόεδρος του Συμβουλίου απάντησε στο έγγραφο αυτό στις 22 Νοεμβρίου 1982.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν θεώρησε το έγγραφο αυτό ως λήψη θέσεως κατά την έννοια του άρθρου 175, παράγραφος 2. Για το λόγο αυτό άσκησε στις 22 Ιανουαρίου 1983 προσφυγή κατά του Συμβουλίου κατά παραλείψεως στον τομέα της κοινής πολιτικής μεταφορών και ζήτησε να αναγνωριστεί, κατ' εφαρμογή τον άρθρου 175 της Συνθήκης ΕΟΚ,
1)
ότι το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων παρέβη τη Συνθήκη ΕΟΚ, ιδίως το άρθρο 3, στοιχείο ε ), και τα άρθρα 61, 74, 75 και 84 της εν λόγω Συνθήκης, επειδή παρέλειψε να θεσπίσει κοινή πολιτική στον τομέα των μεταφορών και, ιδίως, να καθορίσει κατά τρόπο δεσμευτικό το πλαίσιο της πολιτικής αυτής'
2)
ότι το Συμβούλιο παρέλειψε κατά παράβαση της Συνθήκης ΕΟΚ να αποφασίσει επί αρχικώς 46 και στη συνέχεια 14 προτάσεων της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που αναφέρονται μια προς μια στο αίτημα της προσφυγής.
Επικουρικώς, το Κοινοβούλιο ζήτησε την ακύρωση της αρνητικής απάντησης του Συμβουλίου της 22ας Νοεμβρίου 1982 κατ' εφαρμογή του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζήτησε να απορριφτεί η προσφυγή ως απαράδεκτη και, επικουρικώς, ως αβάσιμη.
Β — Επί των ερωτημάτων αυτών η άποψή μου είναι η εξής.
Ι — Επί του παραδεκτού της προσφυγής που στηρίζεται στο άρθρο 175 της Συνθήκης ΕΟΚ
Κατά την άποψη του καθού, η προσφυγή είναι απαράδεκτη επειδή η διαφορά πρέπει να ενταχθεί στον τεταμένο χώρο της πολιτικής διαμάχης μεταξύ Συμβουλίου και Κοινοβουλίου, στην οποία έχει εμπλακεί το Δικαστήριο. Το καθού επικαλείται περαιτέρω ότι το Κοινοβούλιο δεν δικαιούται στην άσκηση προσφυγής κατά παραλείψεως δυνάμει του άρθρου 175, παράγραφος 1, και ότι οι ειδικές προϋποθέσεις παραδεκτού που προβλέπονται στο άρθρο 175, παράγραφος 2, δεν συντρέχουν.
1. Μπορεί με την προσφυγή να επιδιώκεται πολιτικός ατόχος;
Δεν είναι υπόθεση του Δικαστηρίου να κρίνει αν με την προσφυγή επιδιώκονται πολιτικοί στόχοι. Ενώπιον του Δικαστηρίου εκδικάζεται σύμφωνα με τους κανόνες της διαδικασίας μια διαφορά σχετικά με ένα νομικό ζήτημα, δηλαδή την έκταση των υποχρεώσεων ενός κοινοτικού οργάνου. Η εν λόγω διαφορά θα επιλυθεί κατ' εφαρμογή των εν προκειμένω σχετικών διατάξεων, δηλαδή των διατάξεων της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, της 25ης Μαρτίου 1957. Κατά την εκδίκαση της λαμβάνεται υπόψη το συμφέρον της Κοινότητας και της έννομης τάξης της, η οποία σαφώς ορίζει, ποια είναι η έκταση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των αντιδίκων.
Εξάλλου, έχω την εντύπωση ότι παριστάμενοι ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου οι δύο διάδικοι απέφυγαν να δώσουν την εντύπωση ότι η διαφορά που έχει αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου συνιστά κάτι διαφορετικό από μια νομική διαφορά.
2. Επί των προϋποθέσεων του παραδεκτού που προβλέπονται στο άρθρο 175, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ
2.1. Επί του δικαιώματος του προσφεύγοντος για την άσκηση προσφυγής
Το άρθρο 175, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ έχει ως εξής:
« Αν το Συμβούλιο ή η Επιτροπή, κατά παράβαση της παρούσης Συνθήκης, παραλείπουν να αποφασίσουν, τα κράτη μέλη και τα άλλα όργανα της Κοινότητας δύνανται να ασκήσουν προσφυγή στο Δικαστήριο και να ζητήσουν τη διαπίστωση της παραβάσεως αυτής. »
2.1.1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
Το καθού παραδέχεται ότι σύμφωνα με το γράμμα της διάταξης αυτής, το Κοινοβούλιο ως « άλλο όργανο » φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι δικαιούται να ασκήσει την προσφυγή κατά παραλείψεως. Κατά την άποψη του, όμως, το γράμμα της εν λόγω διάταξης δεν είναι σαφές, καθόσον το Δικαστήριο, εν πάση περιπτώσει, ως κοινοτικό επίσης όργανο, δεν δικαιούται να ασκήσει την προσφυγή αυτή. Από τη συστηματική ερμηνεία που πρέπει κατά συνέπεια να εφαρμοστεί προκύπτει ότι μόνο με ρητή παροχή αρμοδιότητας θα μπορούσε να θεμελιωθεί ενεργητική νομιμοποίηση του Κοινοβουλίου προς άσκηση προσφυγής κατά παραλείψεως. Αυτό προκύπτει καταρχάς από το γεγονός ότι και στην περίπτωση της προσφυγής ακυρώσεως κατ' εφαρμογή του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, η οποία συνιστά ενιαίο σύνολο με την προσφυγή του άρθρου 175 της Συνθήκης ΕΟΚ, το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής περιορίζεται ρητώς στο Συμβούλιο και την Επιτροπή. Επιπλέον, το καθού έχει επιφυλάξεις αρχής που συνίστανται στο ότι με την αναγνώριση ενεργητικής νομιμοποιήσεως μπορούν να διευρυνθούν οι αρμοδιότητες του Κοινοβουλίου που προβλέπονται στη Συνθήκη και να του δοθούν δυνατότητες ελέγχου που δεν προβλέπονται. Το Συμβούλιο φοβάται ιδίως ότι με μια απόφαση που θα κάνει δεκτή την προσφυγή θα αναγνωριστεί στο Κοινοβούλιο νομοθετική εξουσία που δεν προβλέπεται από τη Συνθήκη και θα ανοιχτεί ο δρόμος για περαιτέρω προσφυγές.
2.1.2. Νομική αξιολόγηση
Το προσφεύγον και η Επιτροπή, η οποία κατόπιν επιθυμίας του Κοινοβουλίου παρενέβη στη διαφορά υπέρ αυτού, υποστηρίζουν την άποψη ότι σύμφωνα με το σαφές γράμμα του άρθρου 175, παράγραφος 1, το Κοινοβούλιο νομιμοποιείται ενεργητικώς προς άσκηση προσφυγής κατά παραλείψεως. Με την άποψη αυτή πρέπει να συμφωνήσω.
2.1.2.1.
Σύμφωνα με το γράμμα του άρθρου 175, παράγραφος 1, «τα κράτη μέλη και τα άλλα όργανα της Κοινότητας δύνανται να ασκήσουν προσφυγή ( κατά του Συμβουλίου ή της Επιτροπής ) ». Σύμφωνα με το άρθρο 4 και το πέμπτο μέρος, τίτλος Ι, κεφάλαιο 1, της Συνθήκης το Κοινοβούλιο συγκαταλέγεται μεταξύ των κοινοτικών οργάνων και αναφέρεται πρώτο μεταξύ αυτών.
Αν το Δικαστήριο δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των οργάνων που δικαιούνται σε άσκηση προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 175 της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή παρέχει μεν νομική προστασία αλλά το ίδιο δεν ζητεί, αυτό δεν λέει τίποτα ως προς το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής του Κοινοβουλίου. Ενόψει αυτού του σαφούς γράμματος δεν υπάρχει καταρχήν κανένα περιθώριο, σύμφωνα με τους αναγνωρισμένους ερμηνευτικούς κανόνες, για αποκλίνουσα ερμηνεία και για άλλο αποτέλεσμα.
2.1.2.2.
Δεν μπορεί, ιδίως, να γίνει επίκληση ούτε της αποκαλούμενης αρχής της « compétence d'attribution » που διατυπώνεται στο άρθρο 4 της Συνθήκης ΕΟΚ, σύμφωνα με την οποία κάθε όργανο μπορεί να ενεργεί μόνο εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που του παρέχονται από τη Συνθήκη, για να περιοριστούν τα δικαιώματα ασκήσεως προσφυγής που ρητώς παρέχονται από τη Συνθήκη. Την άποψη αυτή επιβεβαίωσε το Δικαστήριο ρητώς στις υποθέσεις Roquette Frères ( 1 ) και Maizena ( 2 )Στις εν λόγω υποθέσεις έκανε δεκτό μεταξύ άλλων ότι: « Σύμφωνα με το άρθρο 37, παράγραφος 1, όλα τα όργανα της Κοινότητας έχουν το ίδιο δικαίωμα παρεμβάσεως. Η θεσμική θέση ενός οργάνου την οποία θέλησε η Συνθήκη και ιδίως το άρθρο της 4, παράγραφος 1, θα θιγόταν εάν αυτό περιοριζόταν κατά την άσκηση του δικαιώματος αυτού ».
Το Συμβούλιο συνηγόρησε στις διαδικασίες αυτές υπέρ μιας συσταλτικής ερμηνείας του γράμματος των εν λόγω διατάξεων. Το Δικαστήριο, εντούτοις, σε συμφωνία με πάγια νομολογία του περί μη συσταλτικής ερμηνείας των διατάξεων που αφορούν την έννομη προστασία, δεν δέχτηκε την άποψη αυτή, δεδομένου ότι το γράμμα του άρθρου 37, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ δεν προσφέρει καμιά ένδειξη προς αυτή την κατεύθυνση. Όμως, η θεσμική θέση του Κοινοβουλίου ως κοινοτικού οργάνου, όπως τη θέλησε η Συνθήκη, ιδίως το άρθρο 4, παράγραφος 1, θα θιγόταν, τουλάχιστον κατά τον ίδιο τρόπο, όπως στην περίπτωση αρνήσεως του δικαιώματος παρεμβάσεως, αν το Κοινοβούλιο αποστερείτο δικαιώματος ασκήσεως προσφυγής που του έχει ρητώς παρασχεθεί.
2.1.2.3.
Δεν γίνεται επίσης αντιληπτό, κατά πόσο από την αποκλίνουσα διατύπωση του άρθρον 173, παράγραφος /, κατά το οποίο δικαίωμα προς άσκηση προσφυγής ακυρώσεως έχουν μόνο τα κράτη μέλη, το Συμβούλιο και η Επιτροπή, όχι όμως και το Κοινοβούλιο, μπορεί να περιοριστεί το δικαίωμα του Κοινοβουλίου προς άσκηση προσφυγής κατά παραλείψεως. Τα δύο ένδικα βοηθήματα διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τις προϋποθέσεις και τις έννομες συνέπειες. Κατόπιν αυτού, από το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο δεν έχει δικαίωμα ασκήσεως της προσφυγής ακυρώσεως δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το εν λόγω όργανο δεν έχει επίσης δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά παραλείψεως, και μάλιστα αντίθετα προς το γράμμα της Συν-θήκης!
Το αντίθετο δεν μπορεί να προκύψει άλλωστε ούτε από την απόφαση στην υπόθεση Chevalley ( 3 ), που ανέφερε το Συμβούλιο. Στην υπόθεση αυτή, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 175 της Συνθήκης, έπρεπε να κριθεί, μεταξύ άλλων, η νομική φύση μέτρου μη δεσμευτικού χαρακτήρα που είχε ζητήσει ιδιώτης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι νομική πράξη μη δεσμευτικού χαρακτήρα δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ούτε προσφυγής κατά παραλείψεως κατά το άρθρο 175, παράγραφος 3, ούτε προσφυγής ακυρώσεως κατά το άρθρο 173. Μόνο ως προς τη νομική φύση του επίδικου μέτρου, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι το άρθρο 173 και το άρθρο 175 ρυθμίζουν το αυτό ένδικο βοήθημα.
Τα δύο είδη προσφυγής διαφέρουν όμως μεταξύ τους, καθόσον η προσφυγή ακυρώσεως του άρθρου 173 αφορά την ακύρωση των πράξεων του Συμβουλίου και της Επιτροπής. Η προσφυγή κατά παραλείψεως αντιθέτως αποσκοπεί στη διαπίστωση παράνομης παραλείψεως εκ μέρους των κοινοτικών αυτών οργάνων να λάβουν απόφαση. Η ratio της προσφυγής αυτής βασίζεται πράγματι στο γεγονός ότι η Συνθήκη συχνά επιβάλλει στο Συμβούλιο και την Επιτροπή υποχρέωση προς ενέργεια, η μη συμμόρφωση προς την οποία συνιστά παράβαση του κοινοτικού δικαίου εξίσου όπως η έκδοση παράνομης πράξης. Η έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως του Κοινοβουλίου προς άσκηση προσφυγής ακυρώσεως εξηγείται μεταξύ άλλων και από το ότι αυτό καλείται να επηρεάσει « τις πράξεις του Συμβουλίου και της Επιτροπής » ασκώντας τις αρμοδιότητες του. Αυτή η δυνατότητα εντούτοις δεν υπάρχει αν τα κοινοτικά αυτά όργανα, κατά παράβαση της Συνθήκης, δεν προβαίνουν σε ενέργεια. Επομένως, προς το συμφέρον της λειτουργίας της Κοινότητας, είναι απολύτως λογικό το να παρέχεται και στο Κοινοβούλιο το δικαίωμα ασκήσεως αυτής της προσφυγής ακριβώς κατά του Συμβουλίου και της Επιτροπής, δεδομένου ότι δεν είναι πάντοτε υποχρεωτικό οι άλλοι δικαιούμενοι να ενδιαφέρονται για την άσκηση προσφυγής κατά παραλείψεως, όταν μάλιστα η παράλειψη που πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο αιτιάσεως ανάγεται σε δική τους ενέργεια ή μη ενέργεια.
Αν το Κοινοβούλιο — αντίθετα προς το γράμμα της Συνθήκης — δεν είχε δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής, αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να αποκλειστεί ακριβώς το θεσμικό όργανο, το οποίο λόγω της ανεξαρτησίας του έναντι του Συμβουλίου είναι απόλυτα σε θέση να το φέρει ενώπιον του Δικαστηρίου λόγω παραλείψεως. Η ερμηνεία που καταλήγει σ' αυτό το αποτέλεσμα είναι αντίθετη προς τους στόχους της Συνθήκης. Συγκεκριμένα, η Συνθήκη έχει ως στόχο « τη δημιουργία μιας κοινής αγοράς » ( άρθρο 2 Συνθήκης ΕΟΚ ). Ο στόχος αυτός, όμως, μπορεί να επιτευχθεί μόνο με ενέργεια νομοθετικής φύσεως του Συμβουλίου και όχι με παράλειψη. Ακριβώς λόγω της διακινδυνεύσεως που συνεπάγεται η ενέργεια αυτή, όπως ορθώς τονίζει το Συμβούλιο, και η αδράνεια πρέπει επίσης να συνεπάγεται νομική κύρωση. Αν μπορούσαν να προσβληθούν μόνο οι πράξεις του Συμβουλίου (κατ' εφαρμογή του άρθρου 173), όχι όμως και η αδράνειά του, τότε αυτή θα συνεδέετο με λιγότερη διακινδύνευση. Αυτό θα είχε ακριβώς ως αποτέλεσμα έλλειψη δράσεως και επομένως θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο την πραγμάτωση των στόχων της Συνθήκης. Ερμηνεία που καταλήγει σ' αυτό το αποτέλεσμα δεν μπορεί να στηριχθεί στη ratio της Συνθήκης.
2.1.2.4.
Αυτό το δικαίωμα προς άσκηση προσφυγής βρίσκεται εντέλει σε συμφωνία και με την κατανομή των αρμοδιοτήτων που καθορίζει η Συνθήκη μεταξύ των διαφόρων οργάνων. Η προσφυγή κατά παραλείψεως δεν αποσκοπεί σε πολιτικό αλλά σε νομικό έλεγχο του Συμβουλίου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 137 της Συνθήκης ΕΟΚ, μεταξύ των καθηκόντων του Κοινοβουλίου συγκαταλέγεται η άσκηση των εξουσιών ελέγχου που έχει βάσει της Συνθήκης. Το δικαίωμα του Κοινοβουλίου προς άσκηση της προσφυγής κατά παραλείψεως που προβλέπεται στο άρθρο 175 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν αποτελεί επομένως φραστική παραδρομή αλλά, αντιθέτως, έκφραση των εξουσιών του ελέγχου. Το δικαίωμα αυτό αποτρέπει την ύπαρξη κενών στο σύστημα εννόμου προστασίας της Κοινότητας και ανταποκρίνεται, επομένως, στη ratio της Συνθήκης ΕΟΚ.
2.1.2.5.
Δεν μπορώ επίσης να αντιληφθώ στη συνέχεια πώς μια προσφυγή κατά παραλείψεως που ασκείται από το Κοινοβούλιο μπορεί να συνιστά επέμβαση στη νομοθετική εξουσία του Συμβουλίου. Η απόφαση που κάνει δεκτή την εν λόγω προσφυγή μπορεί μόνο να αναγνωρίσει παράβαση της Συνθήκης. Κατ' εφαρμογή του άρθρου 176, παράγραφος 1, το όργανο, του οποίου η παράλειψη κηρύχθηκε αντίθετη προς τη Συνθήκη, οφείλει « να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου ». Αν η αντίθετη προς τη Συνθήκη παράλειψη συνίσταται στη μη έκδοση νομοθετικών πράξεων, το Συμβούλιο οφείλει, συνεπώς, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων και υποχρεώσεων του που απορρέουν από τη Συνθήκη να θεσπίσει τις αντίστοιχες νομικές πράξεις. Ούτε το Κοινοβούλιο, ούτε το Δικαστήριο υπεισέρχονται στη θέση του Συμβουλίου ως προς το σημείο αυτό. Αν το επιχείρημα αυτό ήταν σωστό, θα είχε επιπλέον ως συνέπεια, όπως ορθώς τόνισε η Επιτροπή, να είναι επίσης απαράδεκτες και οι προσφυγές που ασκούν τα κράτη μέλη και η Επιτροπή κατά του Συμβουλίου λόγω νομοθετικής παραλείψεως. Η προσφυγή κατά παραλείψεως κατά του Συμβουλίου κατά το άρθρο 175, παράγραφος 1, θα έχανε με τον τρόπο αυτό την πρακτική της αποτελεσματικότητα, δεδομένου ότι το Συμβούλιο ασκεί κυρίως νομοθετικά καθήκοντα.
2.1.2.6.
Ομοίως δεν μπορώ να αντιληφθώ κατά πόσο το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής του Κοινοβουλίου θα επηρέαζε αρνητικά την εξουσία της Επιτροπής, που προβλέπει το άρθρο 149, παράγραφος 2, να τροποποιεί την αρχική της πρόταση, εφόσον το Συμβούλιο δεν έχει λάβει απόφαση. Το καθού δεν αιτιολόγησε περαιτέρω ούτε αυτή την αντίρρηση.
2.2. Χρειάζεται ειδικό συμφέρον παροχής έννομης προστασίας;
Το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής του Κοινοβουλίου δεν εξαρτάται, αντίθετα από την άποψη που υποστηρίζει το Συμβούλιο, ούτε από την απόδειξη ειδικού συμφέροντος παροχής έννομης προστασίας.
Από τη σύγκριση της παραγράφου 1 με την παράγραφο 3 της διάταξης αυτής καταδεικνύεται σαφώς ότι η προσφυγή κατά παραλείψεως που ασκείται από τα κράτη μέλη ή τα κοινοτικά όργανα, διαφορετικά από προσφυγή που ασκείται από ιδιώτες, δεν εξαρτάται από παρόμοια προϋπόθεση. Και στην περίπτωση επίσης της προσφυγής που ασκείται από το Κοινοβούλιο, όπως και στην περίπτωση προσφυγής που ασκείται από τα άλλα κοινοτικά όργανα ή από κράτος μέλος, πρόκειται για προσφυγή που προβλέπεται χάριν της τήρησης και της εξέλιξης του δικαίου και επομένως δεν εξαρτάται από την απόδειξη συμφέροντος παροχής έννομης προστασίας (πρβλ. σχετικά επίσης την υπόθεση 167/73 ( 4 ), Slg.74, σ. 369, σχετικά με το συμφέρον της Επιτροπής προς άσκηση προσφυγής στο πλαίσιο του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ).
Το καθού θεωρεί επιπλέον ότι το προσφεύγον δεν έχει κανένα συμφέρον που να δικαιολογεί την άσκηση προσφυγής, δεδομένου ότι κατ' ουσία είναι πολιτικό θεσμικό όργανο, στο οποίο, διαφορετικά από ό, τι συμβαίνει με την Επιτροπή, δεν έχει ανατεθεί το καθήκον να ελέγχει την τήρηση των Συνθηκών. Η ορθότητα αυτού του επιχειρήματος προσκρούει εντούτοις, εν πάση περιπτώσει στο πλαίσιο του άρθρου 175, στο γεγονός ότι και τα κράτη μέλη και το Συμβούλιο, που επίσης είναι πολιτικοί οργανισμοί, μπορούν να ασκήσουν προσφυγή προκειμένου να αναγνωριστεί δικαστικώς η παράλειψη της Επιτροπής.
2.3.
Το άρθρο 175, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ περιέχει στη συνέχεια την περαιτέρω προϋπόθεση παραδεκτού, ότι ο προσφεύγων πρέπει να ισχυριστεί — αν αυτό συμβαίνει πραγματικά είναι ζήτημα που ανάγεται στην εξέταση επί της ουσίας — ότι το Συμβούλιο ή η Επιτροπή παρέλειψαν κατά παράβαση της Συνθήκης αυτής « να αποφασίσουν ».
2.3.1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
Το καθού θέτει το ερώτημα αν η έκφραση « να αποφασίσουν », την οποία επέλεξε η Συνθήκη, μπορεί να ερμηνευτεί τόσο ευρέως ώστε να εμπίπτει σε αυτή και η θέσπιση κοινής πολιτικής στον τομέα των μεταφορών, δηλαδή ο δεσμευτικός καθορισμός του πλαισίου αυτής της πολιτικής. Το Συμβούλιο έχει σοβαρές αμφιβολίες αν το μέσο της προσφυγής κατά παραλείψεως καθαυτό είναι πρόσφορο για να αποτελέσει αντικείμενο αιτιάσεως η μη θέσπιση ενός πολύπλοκου, κλειστού συστήματος νομικών ρυθμίσεων, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της πολιτικής μεταφορών (σιδηρόδρομος, οδικές μεταφορές, εσωτερική ναυσιπλοΐα, μέτρα υποδομής, τιμές, όροι μεταφορών, ελευθερία εγκαταστάσεως, παροχή υπηρεσιών, κοινωνικά προβλήματα, ζητήματα ανταγωνισμού κλπ. ). Το Συμβούλιο θεωρεί ότι το γράμμα του άρθρου 175, παράγραφος 1, καθώς και η πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία που ρυθμίζεται στο άρθρο 175, παράγραφος 2, συνηγορεί υπέρ του ότι η προσφυγή κατά παραλείψεως προβλέπεται μόνο για τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες ένα κοινοτικό όργανο έχει τη νομική υποχρέωση να εκδώσει ορισμένη νομική πράξη και όχι για τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες πρόκειται για τη θέσπιση συστήματος κανόνων στο πλαίσιο μιας πολύπλοκης νομοθετικής διαδικασίας.
Πέραν αυτού, κατά την άποψη του καθού, η πρώτη αιτίαση του προσφεύγοντος, ότι το Συμβούλιο παρέλειψε να θεσπίσει κοινή πολιτική στον τομέα των μεταφορών και ιδίως να καθορίσει κατά τρόπο δεσμευτικό το πλαίσιο αυτής της πολιτικής, πρέπει ήδη να απορριφθεί, επειδή η αιτουμένη πράξη δεν καθορίζεται με ακρίβεια. Η παράλειψη λήψεως αποφάσεως και επομένως και η προσφυγή πρέπει να αναφέρονται στην υποχρέωση εκδόσεως μιας ή περισσοτέρων συγκεκριμένως καθοριζομένων πράξεων. Όπως η προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 173 δεν μπορεί να στρέφεται κατά μιας κοινής πολιτικής καθαυτής, κατά τον ίδιο τρόπο και η προσφυγή κατά παραλείψεως δεν μπορεί να έχει ως αντικείμενο γενικώς την κοινή πολιτική μεταφορών, αλλά πρέπει να στοχεύει τις συγκεκριμένες πράξεις που υλοποιούν την εν λόγω πολιτική.
Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση του Κοινοβουλίου, ότι το Συμβούλιο παρέλειψε κατά παράβαση της Συνθήκης να αποφασίσει επί ορισμένων προτάσεων της Επιτροπής, το καθού αντιτάσσει ότι λόγω της διακριτικής εξουσίας που του παρέχει η Συνθήκη, δεν μπορεί να υποχρεούται να αποοεχτείτις προτάσεις που αναφέρονται συγκεκριμένα.
2.3.2. Νομική αξιολόγηση
Για την αξιολόγηση αυτής της επιχειρηματολογίας πρέπει καταρχάς να εξεταστεί διεξοδικότερα το αντικείμενο της προσφυγής, όπως αυτό εμφανίζεται κατά το πέρας της προφορικής διαδικασίας.
2.3.2.1.
Το αίτημα που διατυπώνεται στο δικόγραφο της προσφυγής δίνει την εντύπωση ότι ζητείται να διαπιστωθεί ότι το Συμβούλιο παρέλειψε να θεσπίσει κοινή πολιτική μεταφορών και ιδίως να καθορίσει κατά τρόπο δεσμευτικό το πλαίσιο της πολιτικής αυτής. Πρέπει να γίνει δεκτή η άποψη του Συμβουλίου ότι, ελλείψει ακριβούς καθορισμού των ζητουμένων μέτρων, το αίτημα αυτό πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτο, καθόσον ζητείται κατά τρόπο γενικό, η θέσπιση κοινής πολιτικής μεταφορών. Δεδομένου ότι η έννοια της κοινής πολιτικής μεταφορών δεν μπορεί χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις να καθοριστεί σαφώς, δύσκολα θα μπορούσε να διαπιστωθεί με βεβαιότητα, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 175, όπως ορθώς αναφέρει το Συμβούλιο, πότε τα μέτρα που λαμβάνει το Συμβούλιο είναι τόσο συγκεκριμενοποιημένα ώστε να είναι δυνατό να χαρακτηριστούν στο σύνολο τους ως κοινή πολιτική μεταφορών. Κατά του παραδεκτού αυτού του αιτήματος, μπορεί εξάλλου να αντιταχθεί ιδίως το άρθρο 176, παράγραφος 1, σύμφωνα με το οποίο το όργανο που η παράλειψή του κηρύχθηκε αντίθετη προς τη Συνθήκη, οφείλει να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου. Αν το Δικαστήριο με απόφαση του κάνει δεκτό παρόμοιο αίτημα, το μόνο αποτέλεσμα θα ήταν να διαπιστωθεί απλώς η μη εκπλήρωση μιας μη αρκετά συγκεκριμενοποιημένης νομικής υποχρέωσης. Από παρόμοια απόφαση δεν μπορεί να συναχθεί ποια μέτρα ακριβώς υποχρεούται το Συμβούλιο να λάβει.
Ένα τέτοιο αίτημα θα εξακολουθούσε να είναι απαράδεκτο και στην περίπτωση που θα συμπληρωνόταν από ένα γενικό ορισμό της πολιτικής μεταφορών. Κατά την άποψη του Κοινοβουλίου, κοινή πολιτική μεταφορών κατά την έννοια της Συνθήκης νοείται, για παράδειγμα, ένα ενιαίο σύστημα αλληλοσυνδεομένων δεσμευτικών νομικών πράξεων, το οποίο ρυθμίζει στο κοινοτικό επίπεδο την κατεύθυνση και το σχεδιασμό των απαιτούμενων μέτρων για την υπερνίκηση τοπικών αποστάσεων από πρόσωπα, εμπορεύματα και πληροφορίες. Αυτό το σύστημα δεσμευτικών νομικών πράξεων θα πρέπει να αποσκοπεί επιπλέον στη δημιουργία συνθηκών παρόμοιων με αυτές μιας εσωτερικής αγοράς, στον τομέα των μεταφορών, σε όλο το έδαφος της Κοινότητας.
Αυτός ο ορισμός κοινής πολιτικής μεταφορών είναι απίθανο ότι θα διευκόλυνε το Δικαστήριο να διαπιστώσει αν το Συμβούλιο εκπλήρωσε ή όχι υποχρέωση που υπέχει. Εκτός αυτού, το Συμβούλιο δεν θα μπορούσε να συναγάγει κατά τρόπο σαφή και βέβαιο από μια απόφαση που θα έκανε δεκτή την προσφυγή, ποια ακριβώς δράση απαιτείται από αυτό.
Αν ληφθεί ως βάση η διατύπωση του αιτήματος της προσφυγής ως προς το σημείο 1.1, το εν λόγω αίτημα θα πρέπει κατόπιν αυτού να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
Εντούτοις, λόγω της σημασίας της διαφοράς αυτής, δεν θεωρώ σκόπιμο να απορριφθεί η αίτηση του προσφεύγοντος ως απαράδεκτη λόγω αόριστης διατυπώσεως, εφόσον η βούληση του προσφεύγοντος στρέφεται προς ένα θεμιτό στόχο και η βούληση αυτή διατυπώνεται με επαρκή σαφήνεια στις παρατηρήσεις του. Και εδώ επίσης πρέπει να ισχύει η ρωμαϊκή νομική αρχή:
« Scire leges non est verba eorum tenere, sed vim ac potestatem » ( Celsus, Libro Digestorum 1,3,17).
Το προσφεύγον πρέπει επιπλέον να λάβει υπόψη του ότι το καθού Συμβούλιο διαθέτει ευρεία διακριτική εξουσία κατά τη θέσπιση κοινής πολιτικής μεταφορών. Έπρεπε επομένως να αποφύγει διατυπώσεις που ενέχουν τον κίνδυνο να επιβάλουν στο Συμβούλιο ορισμένες αποφάσεις νομοθετικού χαρακτήρα. Το προσφεύγον έπρεπε επομένως να φροντίσει ώστε η επιχειρηματολογία του να μη θρυμματιστεί ούτε στη Σκύλλα της αοριστίας ούτε στη Χάρυβδη της επέμβασης στα όρια διακριτικής εξουσίας του Συμβουλίου.
Πράγματι, το προσφεύγον ,τερώρισε και οιγκε-κριμενοποίηοε το αίτημα της προσφυγής του κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Ήδη από τα δικόγραφα προκύπτει σαφώς ότι το Κοινοβούλιο ζητεί με την προσφυγή του από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Συμβούλιο παρέβη την υποχρέωση που απορρέει από τη Συνθήκη περί θεσπίσεως κοινής πολιτικής μεταφορών, επειδή δεν καθόρισε δεσμευτικώς το πλαίσιο μιας τέτοιας πολιτικής και δεν αποφάσισε επί των προτάσεων της Επιτροπής που διατυπώθηκαν κατά συγκεκριμένο τρόπο. Οι δύο αυτοί στόχοι της προσφυγής δεν πρέπει να θεωρούνται χωριστά, κατά την άποψη του προσφεύγοντος, αλλά πρέπει να προϋποθέτουν αμοιβαίως ο ένας τον άλλο υπό την έννοια ότι, αφενός, το πλαίσιο κοινής πολιτικής μεταφορών πρέπει να συμπληρωθεί με επιμέρους νομικές πράξεις, αφετέρου, η λήψη μεμονωμένων αποφάσεων μπορεί να έχει νόημα μόνο αν προηγουμένως έχει διαμορφωθεί μια αντίληψη περί της πραγματώσεως των στόχων στον τομέα των μεταφορών.
Το Κοινοβούλιο διασαφήνισε περαιτέρω ότι για να μην επέμβει στη νομοθετική εξουσία του Συμβουλίου, δεν ζητεί με την προσφυγή του να αναγνωριστεί ότι το Συμβούλιο παρέλειψε να λάβει μέτρα επακριβώς καθοριομένα κατά περιεχόμενο. Η αιτίαση έχει αντιθέτως ως αντικείμενο ότι το Συμβούλιο δεν άσκησε ή εν πάση περιπτώσει δεν άσκησε επαρκώς τη διακριτική του εξουσία στον τομέα της πολιτικής μεταφορών και με τον τρόπο αυτό δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη. Για το λόγο αυτό, το αίτημα της προσφυγής, σε αντίθεση προς το έγγραφο της 21ης Σεπτεμβρίου 1982 με το οποίο ζητήθηκε από το Συμβούλιο «... να καθορίσει το πλαίσιο κοινής πολιτικής μεταφορών... βάσει της ανακοινώσεως της Επιτροπής της 24ης Οκτωβρίου 1973», περιορίστηκε στην αιτίαση ότι το Συμβούλιο παρέλειψε να καθορίσει δε-σμευτικώς το πλαίσιο κοινής πολιτικής μεταφορών.
Το πλαίσιο αυτό δεν χρειάζεται επίσης να δημιουργηθεί uno actu. Μπορεί επίσης να αποτελείται από μια δέσμη μεμονωμένων μέτρων που μπορούν να ληφθούν τμηματικά.
Έτσι, κατά την άποψη του προσφεύγοντος, για την πραγματοποίηση της πολιτικής μεταφορών θα ήταν κατάλληλη ιδίως μια διαδικασία σχεδιασμού και εφαρμογής σε τρία στάδια, που θα προέβλεπε τους στόχους ή τις αρχές μιας κοινής πολιτικής μεταφορών, τα μέσα για την υλοποίηση αυτών των στόχων ή αρχών, καθώς και την έκδοση εκτελεστικών αποφάσεων. Το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι το Συμβούλιο θα μπορούσε να διαμορφώσει ιδίως βάσει των ανακοινώσεων και των υπομνημάτων που η Επιτροπή απεύθυνε το 1973, το 1977 και το 1980 μια αντίστοιχη σφαιρική αντίληψη (πρβλ. ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο σχετικά με την περαιτέρω ανάπτυξη της κοινής πολιτικής μεταφορών της 25ης Οκτωβρίου 1973, Δελτίο ΕΚ — Συμπλήρωμα 16/73 ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο σχετικά με ένα πρόγραμμα εργασίας έως το 1980 μαζί με το σχέδιο αποφάσεως του Συμβουλίου σχετικά με τις προτεραιότητες και το χρονοδιάγραμμα για τις αποφάσεις που θα έπρεπε να λάβει το Συμβούλιο μέχρι το 1980, Δελτίο ΕΚ II-1977 σχέδιο αποφάσεως του Συμβουλίου σχετικά με τις προτεραιότητες και το χρονοδιάγραμμα αποφάσεων του Συμβουλίου στον τομέα των μεταφορών μέχρι το 1983, ABl. C 294, της 13.11.1980, σ. 6).
Το προσφεύγον στη συνέχεια παραδέχτηκε ότι η Συνθήκη αφήνει στα κοινοτικά όργανα την εκλογή μεταξύ συστηματικής προσεγγίσεως και κατά περίπτωση ρυθμίσεως κατά τη σταδιακή θέσπιση κοινής πολιτικής μεταφορών, καθόσον τα μεμονωμένα μέτρα για την πραγμάτωση της πολιτικής αυτής δεν λαμβάνονται χωρίς κανένα σχεδιασμό και χωρίς να ακολουθείται μια συνολική αντίληψη. Για τους σιδηροδρόμους, τις οδικές μεταφορές και την εσωτερική ναυσιπλοΐα, αλλά ακόμη και για τις αεροπορικές και θαλάσσιες μεταφορές πρέπει ιδίως να ληφθούν μέτρα σχετικά με την τεχνική εναρμόνιση των οχημάτων, τη ρύθμιση της πρόσβασης στην αγορά στον τομέα των διεθνών και εσωτερικών μεταφορών, την από τεχνική άποψη εναρμόνιση των δικτύων μεταφορών και την εξάλειψη κενών και κυκλοφοριακών συμφορήσεων, καθώς και την εναρμόνιση των κοινωνικών διατάξεων που αφορούν ειδικά τις μεταφορές.
Τέλος, το προσφεύγον διασαφήνισε το αίτημά του υπό την έννοια ότι με την προσφυγή προβάλλεται απλώς ο ισχυρισμός ότι το ελάχιστο επίπεδο κοινής πολιτικής μεταφορών, το οποίο απαιτεί η Συνθήκη, δεν επετεύχθη από το Συμβούλιο κατά παράβαση της Συνθήκης. Όσον αφορά το περιεχόμενο αυτού του ελάχιστου επιπέδου, το προσφεύγον κατέστησε σαφές, συμφωνώντας με την Επιτροπή, ότι όλες οι προτάσεις τις οποίες διατύπωσε η Επιτροπή συνιστούν κατ' ουσία το ελάχιστο αυτού που επιτάσσει η Συνθήκη για την πραγμάτωση της κοινής πολιτικής μεταφορών στην εκάστοτε συγκεκριμένη κατάσταση.
Το προσφεύγον τόνισε περαιτέρω ότι, κατά την άποψη του, οι διατάξεις ιδίως που πρέπει να εκδοθούν δυνάμει του άρθρου 75, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β), δηλαδή οι κοινοί κανόνες για τις διεθνείς μεταφορές και την ακτοπλοΐα, αποτελούν ουσιαστικά στοιχεία κοινής πολιτικής μεταφορών και ότι θα ολοκληρωθούν και με « κάθε άλλη χρήσιμη διάταξη » που πρέπει να εκδώσει το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 75, παράγραφος 1, στοιχείο γ), καθώς και από τους κανόνες για τις θαλάσσιες και αεροπορικές μεταφορές που προβλέπονται από το άρθρο 84, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ. Το σύνολο των διατάξεων που συνεπώς είναι αναγκαίες πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την ελευθέρωση των οικονομικών σχέσεων και τη δημιουργία οικονομίας ανταγωνισμού στο εσωτερικό της Κοινότητας. Κατά την άποψη του προσφεύγοντος αρκεί επομένως για την απόδειξη της έλλειψης κοινής πολιτικής μεταφορών να αναγνωριστεί ότι το καθού δεν εξέδωσε ιδίως τις διατάξεις που έπρεπε να θεσπίσει δυνάμει του άρθρου 75, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β), εντός της μεταβατικής περιόδου. Δεδομένου ότι το Συμβούλιο δεν αποφάσισε επί των προτάσεων της Επιτροπής που στηρίζονται στις εν λόγω διατάξεις, δεν υλοποίησε ουσιαστικά στοιχεία μιας κοινής πολιτικής μεταφορών.
Πρέπει να τονιστεί εδώ ότι το προσφεύγον δεν ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο έπρεπε να απο-όεχνεί τις προτάσεις που στηρίζονται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β), αλλ' ότι απλώς διατυπώνει την αιτίαση ότι το Συμβούλιο δεν αποφάσισε επί των εν λόγω προτάσεων, πράγμα που σημαίνει ότι θα μπορούσε να δεχτεί ή να απορρίψει τις εν λόγω προτάσεις ή να ζητήσει νέες προτάσεις. Επομένως, τελικώς προβάλλεται απλώς η αιτίαση ότι το Συμβούλιο δεν υλοποίησε τα στοιχεία κοινής πολιτικής μεταφορών που αναφέρονται στις προτάσεις της Επιτροπής, οι οποίες βασίζονται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α ) και β ).
Συνοψίζοντας, επομένως, προκύπτει ότι το Κοινοβούλιο ξιμεί με την προσφυγή, όπως έχει διαμορφωθεί κατά το πέρας της προφορικής διαδικασίας να αναγνωριστείότι το Συμβούλιο παρέλειψε κατά παράβαση της Συνθήκης να θεσπίσει κοινή πολιτική μεταφορών μη εκδίδοντας ιδίως διατάξεις για τους τομείς, στους οποίους αναφέρονται οι προτάσεις της Επιτροπής που στηρίζονται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α ) και β ).
Αυτό το αίτημα της προσφυγής, το οποίο έχει ως αντικείμενο συγκεκριμενοποιημένο ελάχιστο επίπεδο μιας κοινής πολιτικής μεταφορών, αποφεύγει την αντίφαση που εκ πρώτης όψεως υπήρχε στο αρχικά διαχωρισμένο αίτημα της προσφυγής, η οποία αντίφαση συνίσταται στο ότι, αφενός μεν, λόγω της διακριτικής εξουσίας που έχει παρασχεθεί στο Συμβούλιο στο νομοθετικό τομέα, το ζητούμενο πλαίσιο δεν είναι αρκετά συγκεκριμενοποιημένο, αφετέρου δε, ζητείται να αναγνωριστεί ότι το Συμβούλιο παρέβη τις υποχρεώσεις του επειδή δεν αποφάσισε επί ορισμένων λεπτομερών προτάσεων της Επιτροπής. Το αίτημα αυτό περιορίζει το αρχικό αίτημα, το συγκεκριμενοποιεί και το τοποθετεί σε σταθερή νομική βάση.
Δεδομένου ότι το προσφεύγον δεν διατυπώνει την αιτίαση ότι το Συμβούλιο δεν αποδέχτηκε τις προτάσεις της Επιτροπής που αναφέρονται στην προσφυγή, αλλά απλώς προβάλλει ότι δεν αποφάσισε επί αυτών και επομένως δεν έκανε καμία χρήση, κατά παράβαση της Συνθήκης, της διακριτικής εξουσίας που του έχει παραχωρηθεί, δεν μπορεί εν προκειμένω να γίνει λόγος ούτε για επέμβαση στη νομοθετική εξουσία του Συμβουλίου.
2.3.2.2.
Ως προς το αίτημα της προσφυγής, όπως έχει διαμορφωθεί κατά το πέρας της προφορικής διαδικασίας, δεν χρειάζεται να εξεταστεί λεπτομερέστερα το ερώτημα που έθεσε στη συνέχεια το καθού, αν με την προσφυγή κατά παραλείψεως μπορεί να διατυπωθεί αιτίαση μόνο για την παράνομη παράλειψη « λήψεως αποφάσεως » υπό την έννοια νομικά δεσμευτικής πράξεως. Επομένως αρκούμαι στη διαπίστωση ότι παρόμοια συσταλτική ερμηνεία της λέξεως « αποφασίζουν » προσκρούει, ιδίως στο αγγλικό, γαλλικό και ιταλικό κείμενο ( « fail to act », « s'abstient de statuer », « si astengano dal pronunciarsi » ), από όπου καταφαίνεται ότι κάθε παράλειψη ενέργειας μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αιτιάσεως με την προσφυγή κατά παραλείψεως, εφόσον υπάρχει νομική υποχρέωση για την εν λόγω ενέργεια. Υπέρ της ερμηνείας αυτής συνηγορεί και η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 175, στην οποία η επιβαλλόμενη ενέργεια περιγράφεται με τις λέξεις « Tätig werden », « act », « agir », « agire », « handelen », « handle », « να ενεργήσει ».
Ακόμη, για λόγους οικονομίας της δίκης πρέπει να γίνει δεκτό ότι είναι δυνατό με την προσφυγή κατά παραλείψεως να διαπιστωθεί ότι το καθού παρέλειψε όχι μόνο να εκδώσει μια απόφαση αλλά μια ολόκληρη δέομη από επιβαλλόμενες αποφάσεις.
2.3.2.3.
Το καθού υποστηρίζει επιπλέον την άποψη ότι το προσφεύγον δεν πρέπει μόνο να εκθέσει βασίμως ότι το όργανο που κλήθηκε να αποφασίσει δεν υλοποίησε ορισμένους στόχους της Συνθήκης, αλλά πρέπει επίσης να προβάλει ότι το καθού παρέμεινε ενσυνείδητα και ηθελημένα αδρανές για να παρεμποδίσει την επίτευξη των σκοπών της Συνθήκης. Όμως, παρόμοια προϋπόθεση παραδεκτού, κατά την οποία λαμβάνονται υπόψη υποκειμενικοί λόγοι, δεν μπορεί να συναχθεί από την εν λόγω διάταξη, όπως ορθώς τονίζουν το προσφεύγον και η υπέρ αυτού παρεμβαίνουσα. Το ερώτημα, υπό ποιες προϋποθέσεις συντρέχει κατά παράβαση της Συνθήκης παράλειψη, πρέπει εν πάση περιπτώσει να ερευνηθεί στο πλαίσιο της εξέτασης του βάσιμου της προσφυγής κατά παραλείψεως. Αντίθετα, για το παραδεκτό της προσφυγής πρέπει να αρκεί ο βάσιμος ισχυρισμός ότι το Συμβούλιο παρέβη κατά τρόπο αντικειμενικό υποχρέωση προς ενέργεια.
3. Επί των προϋποθέσεων του παραδεκτού βάσει του άρθρου 175, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ
3.1.
Σύμφωνα με το άρθρο 175, παράγραφος 2, η προσφυγή λόγω παραλείψεως είναι παραδεκτή μόνο « αν το εν λόγω όργανο κΑηθεί προηγουμένως να ενεργήσει ».
Το καθού καταρχάς αμφισβήτησε ότι κλήθηκε εγκύρως από το προσφεύγον να ενεργήσει κατά την έννοια της διάταξης αυτής. Κατά την άποψη του, το Κοινοβούλιο δεν έχει δικαίωμα προς άσκηση της προσφυγής κατά παραλείψεως και αρχικά θέλησε να θεωρήσει το έγγραφο του προέδρου του Κοινοβουλίου της 21ης Σεπτεμβρίου 1982 απλώς ως είδος συμβολής στον πολιτικό διάλογο μεταξύ Συμβουλίου και Κοινοβουλίου.
Όπως ορθώς τονίζει το προσφεύγον, το καθού δεν μπορεί να αποστερήσει την προβλεπόμενη από τη Συνθήκη προηγούμενη πρόσκληση προς ενέργεια προς το Συμβούλιο από την αποτελεσματικότητά της, αρνούμενο να αναγνωρίσει το χαρακτήρα της ως προσκλήσεως κατά την έννοια του άρθρου 175, παράγραφος 2. Έννοια και σκοπός αυτής της προϋπόθεσης του παραδεκτού είναι να συνειδητοποιήσει το ενδιαφερόμενο όργανο ότι η συμπεριφορά του θεωρείται από τον ενδεχόμενο προσφεύγοντα ως κατά παράβαση της Συνθήκης παράλειψη. Με τον τρόπο αυτό δίνεται στο εν λόγω όργανο η δυνατότητα να αποτρέψει την άσκηση προσφυγής κατά παραλείψεως λαμβάνοντας θέση αντιστοίχως. Κατόπιν αυτού, για το παραδεκτό πρέπει να αρκεί ότι το Συμβούλιο κλήθηκε να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια και ότι του επισημάνθηκε η άσκηση προσφυγής σε περίπτωση παραλείψεως. Το εν λόγω έγγραφο περιέχει πράγματι, μεταξύ άλλων, στα σημεία 2 και 3 τη σαφή αναφορά στο άρθρο 175, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ και την αναγγελία για άσκηση προσφυγής λόγω παραλείψεως.
Κατά την άποψη του καθού, η προσφυγή είναι απαράδεκτη « καθόσον το έγγραφο ( προσκλήσεως) ζητεί γενικώς τη θέσπιση κοινής πολιτικής μεταφορών και, χωρίς συγκεκριμένες αναφορές, καθιστά αντικείμενο της εν λόγω προσκλήσεως τις αποφάσεις που προβλέπονται στο πλαίσιο των άρθρων 3, στοιχείο ε ), 61, 74 και 84 της Συνθήκης ».
Στην πραγματικότητα, εντούτοις, το έγγραφο επιτρέπει να διαφανεί σαφώς ποια ενέργεια απαιτείται από το Συμβούλιο. Αντίθετα προς την αντίρρηση του Συμβουλίου, ότι το έγγραφο δεν αναφέρει με αρκετή ακρίβεια τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν, στο εν λόγω έγγραφο προσκλήσεως περιγράφονται με επαρκή ακρίβεια όλα τα ζητούμενα μέτρα. Στο ψηφίο 8 ζητείται από το Συμβούλιο να ορίσει το πλαίσιο μιας κοινής πολιτικής μεταφορών στο ψηφίο 13 απαιτείται από αυτό να λάβει αμελητί τις αποφάσεις που δυνάμει του άρθρου 75, παράγραφος 1, έπρεπε να είχαν ήδη εκδοθεί κατά τη μεταβατική περίοδο. Το ψηφίο 12 περιέχει την πρόσκληση προς το Συμβούλιο να εκδώσει όλες τις αναγκαίες διατάξεις για την εφαρμογή της κοινής πολιτικής μεταφορών κατά το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο γ). Σύμφωνα με το ψηφίο 21 επ. ζητείται από το Συμβούλιο να θεσπίσει τις κατά το άρθρο 84, παράγραφος 2, κατάλληλες διατάξεις για τις θαλάσσιες και αεροπορικές μεταφορές. Τέλος, με το ψηφίο 18 του εγγράφου το Συμβούλιο καλείται να αποφασίσει ιδίως επί σειράς προτάσεων της Επιτροπής, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται επίσης οι προτάσεις που αναφέρονται στο δικόγραφο της προσφυγής και επί των οποίων το Κοινοβούλιο έχει ήδη γνωμοδοτήσει.
Και το έγγραφο προσκλήσεως επίσης πρέπει να θεωρηθεί υπό το φως του διλήμματος να αποφευχθούν τόσο υπερβολικά περιορισμένες όσο και υπερβολικά ευρείες διατυπώσεις.
Επομένως είναι βέβαιο ότι το εν λόγω έγγραφο περιέχει μια επαρκώς σαφή και αποτελεσματική πρόσκληση προς ενέργεια κατά την έννοια του άρθρου 175 της Συνθήκης ΕΟΚ. Πρέπει περαιτέρω να γίνει δεκτό ότι η πρόσκληση αυτή βαίνει πέρα του αιτήματος της προσφυγής. Έννοια και σκοπός της πριν από την άσκηση της προσφυγής κατά παραλείψεως διαδικασίας είναι, όπως και στην περίπτωση των άρθρων 169 και 170, να καθοριστούν τα όρια του αντικειμένου της προσφυγής. Δεδομένου ότι το αίτημα της προσφυγής στην προκειμένη περίπτωση είναι πιο περιορισμένο από το έγγραφο προσκλήσεως προς ενέργεια, πρέπει και η προσφυγή να θεωρηθεί ως παραδεκτή κατά τούτο.
3.2.
Η προσφυγή κατά παραλείψεως είναι περαιτέρω παραδεκτή μόνο σε περίπτωση που το καθού όργανο δεν « λάβει θέση » εντός δύο μηνών από την πρόσκληση προς ενέργεια.
3.2.1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
Το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο θεωρήσει ισχυρή την πρόσκληση προς ενέργεια του προσφεύγοντος, το απαντητικό του έγγραφο της 22ας Νοεμβρίου 1982 συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις ως προς την απαίτηση να « λάβει θέση » κατά την έννοια του άρθρου 175, παράγραφος 2. Επομένως η προσφυγή είναι απαράδεκτη. Από τη διαφορετική διατύπωση του άρθρου 35 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, το οποίο εξαρτά τη σχετική προσφυγή κατά παραλείψεως από το γεγονός ότι η Ανωτάτη Αρχή δεν προέβη εντός προθεσμίας δύο μηνών σε καμιά απόφαση ή σύσταση και επομένως δεν εξέδωσε καμιά δεσμευτική πράξη, καθώς και από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 175, παράγραφος 1, στο οποίο γίνεται λόγος περί παραλείψεως του οργάνου να αποφασίσει, το Συμβούλιο συνάγει ότι η λήψη θέσεως κατά την έννοια του άρθρου 175 μπορεί να συνίσταται σε κάτι διαφορετικό από τη θέσπιση τυπικής πράξεως ή τη λήψη αποφάσεως.
Κατά την άποψη του Συμβουλίου, η προσφυγή κατά παραλείψεως έχει αποκλειστικά ως λειτουργία να παρεμποδίσει την αδράνεια του σχετικού οργάνου, αλλά όχι να του υπαγορεύσει τη λήψη ειδικής και ορισμένης κατά το περιεχόμενο απόφασης. Επομένως, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση να εξετάζεται αν η λήψη θέσεως επαρκεί για να αντικρουστεί η αιτίαση της παράλειψης με συνέπεια το απαράδεκτο της προσφυγής. Όταν η Συνθήκη παρέχει σε όργανο διακριτική εξουσία ως προς τις ενέργειες του, αρκεί μια απάντηση που να δείχνει για ποιους λόγους το εν λόγω όργανο είτε δεν έλαβε ακόμη καμιά απόφαση και πώς σκέπτεται να ενεργήσει στη συνέχεια, είτε ότι δεν θεωρεί ότι ενδείκνυται να ασκήσει τις αρμοδιότητες του, για να διευκρινιστεί ότι δεν πρόκειται για παράλειψη κατά την έννοια του άρθρου 175. Οι προϋποθέσεις αυτές συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση. Δεδομένου ότι το Συμβούλιο διαθέτει κατά την πραγμάτωση της πολιτικής μεταφορών εκτεταμένα όρια διακριτικής εξουσίας και ότι σαφώς κατέστησε γνωστό στο Κοινοβούλιο ότι στο πλαίσιο των δυνατοτήτων που υπάρχουν για τη λύση των εν λόγω προβλημάτων, το απαντητικό έγγραφο στο σύνολό του πρέπει να θεωρηθεί ως επαρκής απάντηση στην αιτίαση του Κοινοβουλίου κατά την έννοια του άρθρου 175.
Ακόμη και η αναλόγως σύντομη προθεσμία των δύο μηνών, εντός της οποίας είναι σχεδόν αδύνατο να ληφθεί απόφαση νομοθετικού χαρακτήρα, δείχνει ότι και μια λήψη θέσεως, η οποία δεν περιέχει ούτε θετική ούτε αρνητική απόφαση, μπορεί να επιφέρει το απαράδεκτο της προσφυγής.
Το προσφεύγον και η υπέρ αυτού παρεμβαίνουσα συμφωνούν με το καθού ως προς το ότι μια θετική λήψη θέσεως, δηλαδή μια απάντηση, η οποία διατυπώνει κατά τρόπο οριστικό τη βούληση του καλούμενου προς ενέργεια οργάνου να προβεί στην αιτουμένη ενέργεια, καθιστά απαράδεκτη την προσφυγή. Η άποψη τους όμως διαφέρει ως προς τις έννομες συνέπειες που συνεπάγονται μια αρνητική λήψη θέσεως, δηλαδή μια άρνηση προς ενέργεια. Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι παρόμοια λήψη θέσεως δεν καθιστά την προσφυγή απαράδεκτη, δεδομένου ότι η παράλειψη εξακολουθεί να υπάρχει. Η Επιτροπή, αντιθέτως, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι και μια ανεπιθύμητη απόφαση ή μια αρνητική λήψη θέσεως υπό την έννοια οριστικής αρνήσεως περί λήψεως της απαιτούμενης απόφασης, μπορεί να τερματίσει την παράλειψη. Μεταξύ των δύο διαδίκων υπάρχει εντούτοις συμφωνία απόψεων ως προς το ότι οι απαντήσεις ενός οργάνου, με τις οποίες το εν λόγω όργανο ούτε συμμορφώνεται με την πρόσκληση προς ενέργεια του δικαιούμενου σε άσκηση προσφυγής, ούτε θεσπίζει και ανακοινώνει απόφαση επί της ουσίας τον θέματος, που να αποκλίνει από την εν λόγω πρόσκληση προς ενέργεια, δεν μπορούν να θεωρηθούν για λόγους έννομης προστασίας ως «λήψη θέσεως» κατά την έννοια του άρθρου 175, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ.
3.2.2. Νομική αξιολόγηση
Όπως και η Επιτροπή, έχω την άποψη ότι πρέπει να ληφθεί « απόφαση επί της ουσίας του θέματος ». Το καθού ορθώς επισημαίνει εν προκειμένω ότι η λήψη θέσεως δεν πρέπει υποχρεωτικά να εξομοιώνεται με την έκδοση τυπικής πράξεως.
3.2.2.1.
Από το γράμμα του άρθρου 175, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, σε όλες τις γλώσσες, προκύπτει εντούτοις σαφώς ότι η προσφυγή καθίσταται απαράδεκτη μόνο σε περίπτωση που το καθού όργανο γνωστοποιεί τη βούληση του να προβεί ή όχι στην αιτούμενη ενέργεια, κατά τρόπο σαφή και οριστικό ( « pris position », « preso posizione », « defined its position », « standpunkt bepaald », « taget stilling »« να λάβει θέση » ).
3.2.2.2.
Το ίδιο περίπου συνάγεται από τη Αει-τουργία της προσφυγής κατά παραλείψεως από άποψη παροχής έννομης προστασίας. Σε περίπτωση που μια απάντηση, από την οποία δεν προκύπτει αν, πότε και με ποιο τρόπο το όργανο που καλείται προς ενέργεια προτίθεται να τερματίσει την προβαλλόμενη παράβαση της Συνθήκης, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί και να προσβληθεί ως « πράξη » κατά την έννοια του άρθρου 173, ως λήψη θέσεως που καθιστά απαράδεκτη την προσφυγή λόγω παραλείψεως, το εν λόγω ένδικο βοήθημα καθίσταται κενό περιεχομένου.
3.2.2.3.
Στη συνέχεια, δεν είναι πειστικοί ούτε οι ισχυρισμοί του καθού ότι με την κατά τη Συνθήκη σύνθεση του Συμβουλίου και με τις διαδικασίες λήψεως αποφάσεων που προκύπτουν από αυτή δεν είναι κανονικά δυνατό να ολοκληρωθεί η προετοιμασία της απόφασης εντός προθεσμίας δύο μηνών. Η απαίτηση για τη λήψη θέσεως θα είχε εκπληρωθεί, αν το καθού, το οποίο είχε λάβει από πολύ καιρό ήδη τις προτάσεις της Επιτροπής, είχε αναφέρει με αρκετή σαφήνεια αν και πότε είχε την πρόθεση να λάβει απόφαση σχετικά με τις προτάσεις αυτές.
3.2.2.4.
Αν, στο πλαίσιο αυτό, μια αρνητική απάντηση, με την οποία το όργανο που έχει κληθεί προς ενέργεια αρνείται εντελώς να ενεργήσει και η οποία εξάλλου μπορεί να προσβληθεί δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως λήψη θέσεως κατά την έννοια του άρθρου 175, παράγραφος 2, δεν χρειάζεται στην προκειμένη υπόθεση να κριθεί.
Περαιτέρω, μπορεί να μείνει ανοικτό και το ερώτημα, αν είναι δυνατό να θεωρηθεί ως λήψη θέσεως υπό την αναφερθείσα έννοια απάντηση, με την οποία γνωστοποιείται κατά τρόπο σαφή η έκδοση άλλης αποφάσεως από αυτήν που ζητείται.
Πράγματι, το καθού ούτε αρνήθηκε να ενεργήσει υπό την έννοια που επιθυμεί το προσφεύγον ούτε ανέφερε με συγκεκριμένο και σαφή τρόπο αν και πώς προτίθεται να κάνει χρήση της διακριτικής εξουσίας που του έχει παρασχεθεί. Αντ' αυτού, το έγγραφο του περιέχει μεταξύ άλλων:
—
ανάλυση των μέτρων ( που έχουν ήδη ληφθεί ), « χωρίς να διατυπώσει την άποψη του... επί των δικαστικών πλευρών που αναφέρονται στο έγγραφο σας »
—
τη δήλωση ότι « το Συυμβούλιο... γνωρίζει ότι... απαιτεί και άλλες επιπλέον ενέργειες »
—
την πρόθεση ότι « επιθυμεί να πραγματοποιηθούν νέες ουσιαστικές πρόοδοι κατά την υλοποίηση αυτής της πολιτικής »
—
την πρόθεση να εξετάσει« σειρά φακέλων που είναι σημαντικοί για την κοινή πολιτική μεταφορών » κατά την επομένη του σύνοδο.
Στο τέλος αναφέρεται η φράση:
« Παρ' όλες τις πολυάριθμες δυσκολίες το Συμβούλιο είναι αποφασισμένο εντούτοις να επιταχύνει ενεργώς την εξέταση των προτάσεων, επί των οποίων δεν έχει ακόμη αποφασίσει καθώς και των νέων προτάσεων που η Επιτροπή πρόκειται να του απευθύνει ( υπογράμμιση του συντάκτη ).
Η απάντηση αυτή του καθού στο έγγραφο του προσφεύγοντος πρέπει σύμφωνα με τα λόγια του καθού « να θεωρηθεί ως συμβολή στον πολιτικό διάλογο μεταξύ Συμβουλίου και Κοινοβουλίου » · εντούτοις, δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ως άρνηση της πρόσκλησης προς ενέργεια κατά την έννοια μιας αρνητικής λήψεως θέσεως ούτε ως ενέργεια υπό την έννοια της θετικής λήψεως θέσεως.
Ανάλογα ισχύουν και για τις παρατηρήσεις του Συμβουλίου επί των προτάσεων της Επιτροπής, που αναφέρονται στο δικόγραφο της προσφυγής, οι οποίες απλώς αποδίδουν το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η εξέταση και επομένως δεν περιέχουν καμιά οριστική λήψη θέσεως.
Τα ίδια ισχύουν επίσης για την πρόταση που αναφέρεται στο δικόγραφο της προσφυγής, στο ψηφίο 15, ως προς την οποία το Συμβούλιο παρατήρησε ότι συμφώνησε να μη λάβει τυπική απόφαση επ' αυτής, αλλά καταρχήν δήλωσε ότι συμφωνεί με τα προτεινόμενα από την Επιτροπή μέτρα. Κατά την προφορική διαδικασία διευκρίνισε την απάντηση αυτή υπό την έννοια ότι δεν έδωσε συνέχεια στην πρόταση της Επιτροπής, αλλά περιορίστηκε να ενημερωθεί για την πρόθεση της Επιτροπής να συγκεντρώσει ορισμένα στοιχεία. Και από αυτή τη διφορούμενη απάντηση δεν μπορεί να συναχθεί σαφώς αν το Συμβούλιο είχε την πρόθεση ή όχι να ενεργήσει στον τομέα, στον οποίο αναφέρεται η πρόταση. Μέχρι την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή είχε την άποψη ότι η πρόταση της εκκρεμούσε ακόμη ενώπιον του Συμβουλίου. Μόλις κατά την προφορική διαδικασία ανέφερε το καθού, μετά από σχετική ερώτηση, ότι η απάντηση αυτή σημαίνει απόρριψη της πρότασης. Επομένως, δεν υπήρχε εν πάση περιπτώσει κατά το χρόνο ασκήσεως της προσφυγής καμιά έγκυρη λήψη θέσεως.
3.2.2.5.
Πρέπει επομένως να γίνει δεκτό ότι η απάντηση του Συμβουλίου δεν περιέχει καμιά οριστική θέση σχετικά με το αν και πώς προτίθεται το Συμβούλιο να ενεργήσει σε δεδομένο χρονικό σημείο στους τομείς που αναφέρει το Κοινοβούλιο στο έγγραφο προσκλήσεως του προς ενέργεια. Παρόμοια απάντηση, η οποία αντιστοιχεί με παρελκυστική απόφαση, δεν αποτελεί « ενέργεια » κατά την έννοια του άρθρου 173, παράγραφος 1, και δεν μπορεί, επομένως, να προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως κατά το άρθρο 173. Αν αυτή η παρελκυστική απόφαση εθεωρείτο ως λήψη θέσεως κατά την έννοια του άρθρου 175, παράγραφος 2, η προσφυγή κατά παραλείψεως θα αποστερείτο από κάθε συγκεκριμένο αποτέλεσμα και θα κατέληγε σε αρνησιδικία.
3.2.2.6.
Αντίθετο αποτέλεσμα, εντέλει, όπως νομίζει το καθού, δεν μπορεί να προκόψει ούτε από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Όλες οι στηριζόμενες στο άρθρο 175 υποθέσεις που ανέφερε το καθού, οι οποίες έχουν απορριφθεί από το Δικαστήριο ως απαράδεκτες, είχαν ασκηθεί από φυσικά ή νομικά πρόσωπα δυνάμει της τρίτης παραγράφου της διάταξης αυτής. Σύμφωνα με αυτήν, και τα πρόσωπα αυτά δικαιούνται να ασκήσουν την προσφυγή, εφόσον συντρέχει η περαιτέρω προϋπόθεση του παραδεκτού, ότι ένα κοινοτικό όργανο παρέλειψε να νους απευθύνει πράξη εκτός συστάσεως ή γνώμης. Σε όλες τις υποθέσεις που αναφέρει το Συμβούλιο ( Lütticke ( 5 ), Nordgetreide ( 6 ), GEMA ( 7 ), Deutscher Komponistenverband ( 8 ), καθώς και στις υποθέσεις που επιπροσθέτως αναλύει το προσφεύγον, η απόρριψη της προσφυγής είτε στηρίχθηκε στο ότι δεν επρόκειτο για παράλειψη επειδή το καλούμενο προς ενέργεια όργανο είχε αποφασίσει επί του αιτήματος του προσφεύγοντος ( Lütticke ( 5 ) GEMA ( 7 ) Deutscher Komponistenverband ( 8 ), είτε στο ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη υποχρεώσεως προς ενέργεια ή ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής δυνάμει του άρθρου 175, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, διότι ζητούσαν να αναγνωριστεί η κατά παράβαση της Συνθήκης παράλειψη πράξεως που δεν απευθυνόταν σ' αυτούς ( Nordgetreide ( 6 )). Σε καμία από αυτές τις υποθέσεις, όπως ορθώς τονίζει το προσφεύγον, δεν χρειαζόταν να εξεταστεί λεπτομερειακώς η απάντηση του καθού οργάνου προκειμένου να εξακριβωθεί αν επρόκειτο για « λήψη θέσεως ».
Η προκειμένη περίπτωση όμως διαφέρει, όπως αναφέρθηκε, ουσιαστικά από αυτές τις υποθέσεις, δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο μπορεί να στηρίξει την προσφυγή του στο άρθρο 175, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, χωρίς να πρέπει να αποδείξει για τη θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποίησης του ότι θίγεται ατομικά και άμεσα. Πέραν αυτού, το Κοινοβούλιο ισχυρίστηκε βασίμως, όπως επίσης καταδείχτηκε, ότι το Συμβούλιο υποχρεούται να ενεργήσει, προκειμένου να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία και ότι η μη χρήση της διακριτικής εξουσίας συνιστά παράβαση της Συνθήκης.
4. Σύνοψη
Οι κύριες αντιρρήσεις του καθού κατά της προσφυγής είναι οι εξής:
1)
Η αμφισβήτηση του δικαιώματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για άσκηση προσφυγής,
2)
η ερμηνεία που δίνει στην έννοια « αποφασίσουν » στο άρθρο 175, παράγραφος 1, με την οποία αποκλείεται η νομοθετική δραστηριότητα από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης, και
3)
η ερμηνεία που δίνει στην έννοια « λήψη θέσεως » στο άρθρο 175, παράγραφος 2, με την οποία η επεξήγηση των λόγων της παράλειψης θεωρείται ως επαρκής για να αποκλειστεί η προσφυγή λόγω παραλείψεως.
Από τις αντιρρήσεις αυτές μόνο η πρώτη έχει ως αντικείμενο το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής του Κοινοβουλίου ως οργάνου, ενώ οι άλλες μπορούν επίσης να προβληθούν κατά άλλων δικαιουμένων στην άσκηση της προσφυγής, όπως είναι η Επιτροπή ή τα κράτη μέλη. 'Εχουν ως αντικείμενο, όπως η πρώτη, την από νομική άποψη επανεξέταση της παράλειψης του Συμβουλίου στο νομοθετικό τομέα, σε περίπτωση δε που θα γίνονταν δεκτές θα καθιστούσαν αδύνατο τον έλεγχο αυτό. Το αποτέλεσμα αυτό δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στο γράμμα και τους στόχους της Συνθήκης. Για το λόγο αυτό και δεν μπορώ να σας προτείνω να αποφανθείτε υπό αυτή την έννοια.
Επομένως, δεδομένου ότι πρέπει να ληφθεί ως βάση ότι η προσφυγή συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις του παραδεκτού που αναφέρονται στο άρθρο 175, παράγραφοι 1 και 2, η προσφυγή κατά παραλείψεως που άσκησε το Κοινοβούλιο πρέπει να θεωρηθεί ως παραδεκτή.
ΙΙ — Επί του επικουρικού αιτήματος του προσφεύγοντος
Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει επικουρικώς την άποψη ότι αν η προσφυγή δεν θεωρηθεί παραδεκτή κατά το άρθρο 175 της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει να κριθεί παραδεκτή δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Βάσει αυτών που έχουν αναφερθεί μέχρι τώρα, δεν υπάρχει κανένας λόγος για να εξεταστεί το αίτημα αυτό. Επικουρικώς και με κάθε συντομία ας παρατηρηθεί σχετικώς μόνο ότι, όπως και το Συμβούλιο, θεωρώ μία τέτοια προσφυγή απαράδεκτη ουσιαστικώς για δύο λόγους.
1.
Αντίθετα από ό, τι συμβαίνει με το διαφορετικό γράμμα του άρθρου 175, στο άρθρο 173, το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής περιορίζεται ρητώς στα κράτη μέλη, το Συμβούλιο και την Επιτροπή. Εφόσον το αίτημα του Κοινοβουλίου μπορεί να ικανοποιηθεί κατά το άρθρο 175 δεν υπάρχει κανένας λόγος να διευρυνθεί ο κύκλος αυτός των δικαιουμένων προς άσκηση της προσφυγής κατά παράβαση του γράμματος του εν λόγω άρθρου.
2.
Σύμφωνα με το γράμμα του άρθρου 173, παράγραφος 1, η προσφυγή ακυρώσεως είναι παραδεκτή, επιπλέον, μόνο εφόσον έχει ως αντικείμενο πράξεις των οργάνων με τις οποίες αποσκοπείται η παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων. Όπως αναφέρθηκε, η παρελκυστική απόφαση του Συμβουλίου, η οποία δεν περιέχει δεσμευτική ρύθμιση, δεν έχει τέτοιο χαρακτήρα.
ΙΙΙ — Επί του βάσιμου της προσφυγής
Η προσφυγή είναι βάσιμη εφόσον είναι βέβαιο ότι « το Συμβούλιο..., κατά παράβαση της παρούσης Συνθήκης [ παρέλειψε ] να αποφασίσει ». Μπορεί, επομένως, να διαπιστωθεί παράλειψη μόνο αν από τη Συνθήκη προκύπτει επαρκώς συγκεκριμενοποιημένη υποχρέωση προς ενέργεια, προς την οποία το Συμβούλω δεν συμμορφώθηκε.
1. Υπάρχει νομική υποχρέωση για τη θέσπιση κοινής πολιτικής μεταφορών:
1.1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
Όλοι οι διάδικοι συμφωνούν ως προς το ότι δεν υπάρχει κοινή πολιτική μεταφορών υπό την έννοια των άρθρων 3, στοιχείο ε ), και 74, δηλαδή υπό την έννοια ενιαίου και χωρίς αντιφάσεις συστήματος διατάξεων με το σκοπό δημιουργίας συνθηκών παρόμοιων προς αυτές της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των μεταφορών σ' ολόκληρο το κοινοτικό έδαφος. Έχουν δε απλώς διαφορετική αντίληψη σχετικά με το αν αυτά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το καθού, σύμφωνα με τα ίδια του τα λόγια, δεν αμφισβητεί, αλλά για τα οποία λυπάται, μπορούν να αναλυθούν σε κατά παράβαση της Συνθήκης παράλειψη του Συμβουλίου.
Όλοι οι διάδικοι, εκκινώντας από το πρώτο αίτημα της προσφυγής, όπως διατυπώθηκε αρχικώς, αναφέρθηκαν εκτενώς στο ζήτημα αν από τη Συνθήκη ΕΟΚ προκύπτει επαρκώς συγκεκριμενοποιημένη υποχρέωση του Συμβουλίου να θεσπίσει κοινή πολιτική μεταφορών και αν η μέχρι τώρα δράση του Συμβουλίου, θεωρούμενη σε σχέση με την υποχρέωση αυτή, επιτρέπει τη διαπίστωση παραλείψεως κατά παράβαση της Συνθήκης. Σύμφωνα με το αίτημα, όπως συγκεκριμενοποιήθηκε στη διάρκεια της διαδικασίας, με το οποίο ζητείται πλέον μόνο να αναγνωριστεί ότι το καθού παρέλειψε, κατά παράβαση της Συνθήκης, να θεσπίσει κοινή πολιτική μεταφορών, ιδίως δε καθόσον δεν θέσπισε εντός της μεταβατικής περιόδου τους κοινούς κανόνες για τις διεθνείς μεταφορές και την ακτοπλοΐα που προβλέπονται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α ) και β ), δεν χρειάζεται να εξεταστεί καταρχήν το γενικό πρόβλημα αν υφίσταται αξίωση για τη θέσπιση κοινής πολιτικής στον τομέα των μεταφορών και ειδικώς για τον καθορισμό του πλαισίου της εν λόγω πολιτικής.
Εντούτοις, θεωρώ ότι είναι σκόπιμο να αναφερθούν προηγουμένως μερικές παρατηρήσεις σχετικά με το γενικό ζήτημα, κατά πόσον από τη Συνθήκη ΕΟΚ προκύπτει μια επαρκώς συγκεκριμενοποιημένη και νομικώς αγώγιμη υποχρέωση θεσπίσεως κοινής πολιτικής μεταφορών, η οποία επιτρέπει τη διαπίστωση παραλείψεως κατά παράβαση της Συνθήκης. Κατά την άποψη μου δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί και, αν αντιλαμβάνομαι ορθώς, ούτε το Συμβούλιο το αμφισβητεί σοβαρά, ότι η θέσπιση κοινής πολιτικής στον τομέα των μεταφορών συγκαταλέγεται στα καθήκοντα της Κοινότητας. Επιπλέον θεωρώ αναμφισβήτητο το ότι η θέσπιση κατάλληλων κοινών κανόνων, εναπόκειται κατά τη Συνθήκη, καταρχήν, σε όλα τα κοινοτικά όργανα, επομένως και στο Συμβούλιο κατά κύριο λόγο. Αυτό προκύπτει ήδη από το άρθρο 3, στοιχείο ε ), της Συνθήκης ΕΟΚ, κατά το οποίο η δράση της Κοινότητας κατά την έννοια του άρθρου 2 περιλαμβάνει, σύμφωνα με τη Συνθήκη και την προβλεπόμενη σ' αυτή χρονική σειρά, τη θέσπιση κοινής πολιτικής στον τομέα των μεταφορών. Οι διάδικοι φαίνεται ότι κατ' ουσίαν συμφωνούν, επίσης, περαιτέρω ότι μια συγκεκριμένη υποχρέωση του καθού για τη θέσπιση της πολιτικής αυτής δεν μπορεί να συναχθεί μόνο από την εν λόγω διάταξη αλλά εν πάση περιπτώσει, όπως ήδη μαρτυρεί το γράμμα της, από όλες τις διατάξεις της Συνθήκης, που αναφέρονται στις μεταφορές.
Οι απόψεις των διαδίκων αρχίζουν να αποκλίνουν από τη στιγμή που τίθεται το ζήτημα αν το σύνολο των διατάξεων αυτών περιέχει μια επαρκώς συγκεκριμενοποιημένη νομική υποχρέωση θεσπίσεως κοινής πολιτικής μεταφορών, η οποία επιτρέπει τη διαπίστωση παραλείψεως του Συμβουλίου κατά παράβαση της Συνθήκης.
Το προσφεύγον και η υπέρ αυτού παρεμβαίνουσα υποστηρίζουν την άποψη ότι νομική υποχρέωση θεσπίσεως κοινής πολιτικής μεταφορών προκύπτει τόσο από το γράμμα των σχετικών διατάξεων όσο και από το σκοπό και την οικονομία της Συνθήκης. Το γράμμα του άρθρου 3, στοιχείο ε), σε συνδυασμό με τις λοιπές σχετικές διατάξεις της Συνθήκης, ιδίως με τα άρθρα 61, 74, 75 και 84, παράγραφος 2, συνηγορεί σαφώς υπέρ της υπάρξεως γενικής νομικής υποχρεώσεως για τη θέσπιση κοινής πολιτικής στον τομέα των μεταφορών, η οποία περιλαμβάνει και τα πέντε είδη των μεταφορών που αναφέρονται στο άρθρο 84, δηλαδή τις σιδηροδρομικές, τις οδικές, τις εσωτερικές πλωτές μεταφορές και τις θαλάσσιες και αεροπορικές μεταφορές.
Κατά την άποψη του προσφεύγοντος, η υποχρέωση για τον καθορισμό δεσμευτικού πλαισίου προκύπτει ιδίως από το άρθρο 74 της Συνθήκης, το οποίο λογικά προϋποθέτει αυτό το γενικό προσανατολισμό προκειμένου να εμποδιστεί μια ασυντόνιστη ή αντιφατική συμπεριφορά της Κοινότητας. Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Συνθήκης, οι βάσεις της κοινής πολιτικής έπρεπε να έχουν τεθεί μέχρι τη λήξη της μεταβατικής περιόδου.
Η επιτροπή αντιθέτως υποστηρίζει την άποψη ότι σύμφωνα με τη Συνθήκη δεν υπάρχει καμιά νομική υποχρέωση καθορισμού πλαισίου για την κοινή πολιτική μεταφορών μέχρι τη λήξη της μεταβατικής περιόδου. Κατά τα λοιπά υποστηρίζει όμως την άποψη του προσφεύγοντος ότι τα αρμόδια κοινοτικά όργανα έχουν τη νομική υποχρέωση να εκπληρώσουν τη γενική υποχρέωση θεσπίσεως της εν λόγω πολιτικής εντός εύλογον χρονικού διαστήματος. Η προθεσμία αυτή όμως παρήλθε εν τω μεταξύ, παρόλο που το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο γ), δεν προβλέπει ρητώς καμία προθεσμία σε αντίθεση προς τα μέτρα που στηρίζονται στα στοιχεία α) και β) για την έκδοση όλων των άλλων αναγκαίων σχετικώς διατάξεων. Το γεγονός ότι η ίδια η Συνθήκη περιέχει ειδικούς κανόνες μόνο για τις σιδηροδρομικές, οδικές και εσωτερικές πλωτές μεταφορές, ενώ η θέσπιση κατάλληλου συστήματος για τις θαλάσσιες και αεροπορικές μεταφορές, σε συμπλήρωση των γενικών κανόνων της Συνθήκης, σύμφωνα με το άρθρο 84, παράγραφος 2, έχει αφεθεί στο καθού, προκειμένου να πραγματοποιηθεί σε μεταγενέστερο χρόνο, θα έπρεπε κατά την άποψη της Επιτροπής να δικαιολογεί μεγαλύτερη προθεσμία για τη θέσπιση των μέτρων που συνιστούν τα ουσιώδη στοιχεία κοινής πολιτικής για τις θαλάσσιες και αεροπορικές μεταφορές απ' ό,τι για τα λοιπά είδη μεταφορών. Εντούτοις, η πάροδος περισσότερων από 25 έτη από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης, η προσχώρηση νέων κρατών μελών που εξαρτώνται ουσιαστικά από τις θαλάσσιες μεταφορές, όσον αφορά το ενδοκοινοτικό εμπόριο, το γεγονός ότι μεταξύ των κρατών μελών συγκαταλέγονται έθνη που διαθέτουν σημαντική εμπορική ναυτιλία και η σπουδαιότητα των αεροπορικών μεταφορών συνηγορούν υπέρ του ότι ακόμη και το χρονικό διάστημα, εντός του οποίου ήταν αναγκαία η θέσπιση ορισμένων διατάξεων, εν τω μεταξύ παρήλθε.
Το καθού, πάλι, μετά από ανάλυση των σχετικών διατάξεων καταλήγει αντιθέτως στο συμπέρασμα ότι η Συνθήκη δεν του επιβάλλει καμιά νομική υποχρέωση περί καθορισμού πΑαιοίον κοινής πολιτικής μεταφορών. Κατά την άποψη του, δεν υπάρχει επίσης νομική υποχρέωση περί θεσπίσεως κοινής πολιτικής μεταφορών, που να είναι συγκεκριμενοποιημένη με αρκετή σαφήνεια και να επιτρέπει τη διαπίστωση παραλείψεως κατά παράβαση της Συνθήκης. Οι διατάξεις περί των μεταφορών υπέδειξαν μεν απλώς την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθηθεί αλλά δεν καθόρισαν ούτε το στόχο που πρέπει να επιτευχθεί ούτε το χρονικό οημείο κατά το οποίο ο εν λόγω στόχος πρέπει να επιτευχθεί. Ακόμη περισσότερο απ' ό,τι στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής, η θέσπιση κοινοτικών ρυθμίσεων σχετικά με τις μεταφορές προϋποθέτει την εκτίμηση περίπλοκων οικονομικών καταστάσεων, που κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου δικαιολογεί ευρέα όρια διακριτικής εξουσίας και επομένως δεν επιτρέπει τη διαπίστωση παραλείψεως κατά παράβαση της Συνθήκης. Το Συμβούλιο υποστηρίζει εν προκειμένω την άποψη ότι ούτε ενεργεί παράνομα ούτε υπερβαίνει τις αρμοδιότητες του σε περίπτωση που αφίσταται από του να λάβει απόφαση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας λόγω δυσχερειών που μπορούν να αποδειχθούν. Το ίδιο, επίσης, ισχύει, ιδίως, και για τις διατάξεις του άρθρου 75, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), και του άρθρου 84, παράγραφος 2, που παρέχουν ρητώς στο Συμβούλιο ευρεία διακριτική εξουσία.
1.2. Νομική αξιολόγηση
Σχετικά με τους ισχυρισμούς αυτούς πρέπει να λεχθούν τα εξής: Όπως το προσφεύγον και η Επιτροπή, έχω και εγώ την άποψη ότι από το άρθρο 3, στοιχείο ε ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις της Συνθήκης του τίτλου ΙV περί μεταφορών, προκύπτει υποχρέωση του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινής πολιτικής μεταφορών.
1.2.1.
Ήδη από το γράμμα του άρθρου 3, στοιχείο ε ), κατά το οποίο η δράση της Κοινότητας « περιλαμβάνει » τη θέσπιση κοινής πολιτικής στον τομέα των μεταφορών ( ιδιαίτερα σαφές στο σημείο αυτό είναι το αγγλικό κείμενο « shall include » ), συνάγεται ότι η διάταξη αυτή δεν περιέχει μόνο ένα γενικό πρόγραμμα μη δεσμευτικό από νομική άποψη, αλλ' ότι το άρθρο 3, όπως το Δικαστήριο τόνισε στην υπόθεση Continental Can ( 9 ), « θεωρεί την επιδίωξη των στόχων που θέτει ως απαραίτητη για την εκπλήρωση του έργου της Κοινότητας ». Εξάλλου, το Δικαστήριο
επιβεβαίωσε στην υπόθεση Charmasson ( 10 ), σε σχέση με τη γεωργική πολιτική που αναφέρεται στο άρθρο 3, στοιχείο δ ), ότι η έλλειψη αυτής της πολιτικής « είναι αντίθετη προς την επιταγή του άρθρου 3, στοιχείο δ), της Συνθήκης ». Τέλος, στην απόφαση Schumalla ( 11 ), το Δικαστήριο δέχτηκε ότι η εναρμόνιση ορισμένων εθνικών διατάξεων που επηρεάζουν τον ανταγωνισμό στις σιδηροδρομικές, οδικές και εσωτερικές πλωτές μεταφορές « συγκαταλέγεται μεταξύ των στόχων της Κοινότητας που διατυπώνονται στο άρθρο 3 της Συνθήκης ». Στην απόφαση αυτή αναφέρεται περαιτέρω ότι παρόμοια εναρμόνιση απαιτεί τη θέσπιση κοινών κανόνων και « αποτελεί ουυσιαστικό στοιχείο της κοινής πολιτικής μεταφορών, η θέσπιση της οποίας ανταποκρίνεται στην επιταγή του άρθρου 3, στοιχείο ε ), της Συνθήκης και συγκαταλέγεται στις βάσεις της Κοινότητας» (σ. 2317).
Πρέπει πάντως να γίνει δεκτή η άποψη του καθού ότι, όπως δείχνει η διατύπωση « ... σύμφωνα με την εν λόγω Συνθήκη και τη χρονική σειρά που προβλέπεται σ' αυτήν » και όπως επιβεβαίωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Casati ( 12 ), το περιεχόμενο της υποχρέωσης αυτής πρέπει να καθοριστεί σε συμφωνία με τις ειδικές διατάξεις περί μεταφορών του τίτλου IV της Συνθήκης.
Σύμφωνα με το άρθρο 74, τα κράτη μέλη επιδιώκουν τους στόχους της Συνθήκης στον τομέα που αναφέρεται στον τίτλο αυτό, στο πλαίσιο της κοινής πολιτικής μεταφορών. Η διάταξη αυτή λογικά προϋποθέτει, όπως ορθώς τονίζουν το προσφεύγον, και η υπέρ αυτού παρεμβαίνουσα, την ύπαρξη και επομένως την ανάγκη αναπτύξεως κοινής πολιτικής μεταφορών, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στα κράτη μέλη να ενεργήσουν, καθόσον τα αφορά αυτά, στο πλαίσιο της πολιτικής αυτής. Αυτό επιβεβαιώθηκε από το Δικαστήριο ιδίως στην υπόθεση Trinon ( 13 ), στην οποία είπε ότι δυνάμει του άρθρου 75 εναπόκειται στο καθού να καθορίσει στο πλαίσιο της κοινής πολιτικής μεταφορών, που προβλέπεται από το άρθρο 74, μεταξύ άλλων, τους κοινούς κανόνες που προβλέπονται από την παράγραφο 1, στοιχείο α). Το γεγονός ότι η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει μόνο για τις διατάξεις που προβλέπονται από το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α ) και β ), τονίστηκε ιδίως και στην απόφαση Schumalla 11 στην οποία υπογραμμίζεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), της Συνθήκης «... το Συμβούλιο [ οφείλει ] να θεσπίσει « όλες τις λοιπές αναγκαίες διατάξεις », εκτός από τους κανόνες και τους όρους που προβλέπονται στα στοιχεία α ) και β ), για την εφαρμογή του άρθρου 74 λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μεταφορών » ( σ. 2317 ).
Τέλος, έμμεση επιβεβαίωση σχετικής υποχρεώσεως μπορεί να συναχθεί επίσης από το άρθρο 61, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο ορίζει ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών διέπεται από τις διατάξεις του τίτλου που αναφέρεται στις μεταφορές. Αυτή η παραπεμπτική διάταξη θα ήταν ακατανόητη αν το καθού ήταν ελεύθερο να αποφασίσει αν προτίθεται ή όχι να πραγματοποιήσει την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών στον από οικονομική άποψη σημαντικό τομέα των μεταφορών.
1.2.2.
Το ότι σύμφωνα με τη Συνθήκη υπάρχει νομική υποχρέωση για τη θέσπιση κοινής πολιτικής μεταφορών προκύπτει περαιτέρω, όπως επίσης ορθώς παρατηρούν το προσφεύγον και η Επιτροπή, από τη συστηματική εξέταση της Συνθήκης και των σκοπών που επιδιώκει.
Η κοινή πολιτική μεταφορών είναι μια από τις δύο πολιτικές σε συγκεκριμένους τομείς, οι οποίες ρητώς προβλέπονται στη Συνθήκη και μέσω των οποίων πρέπει να επιτευχθούν οι βασικοί στόχοι της Συνθήκης που καθορίζονται στο άρθρο 2. Καθοριστική για τη ρητή ενσωμάτωση της πολιτικής αυτής στη Συνθήκη ήταν προφανώς η οικονομική σημασία του τομέα των μεταφορών, η οποία συνδέεται στενά με τη δημιουργία μιας κοινής αγοράς και ιδίως με την πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Η αλληλοεξάρτηση μεταξύ των στόχων της Συνθήκης που περιέχονται στο άρθρο 2 και της πολιτικής μεταφορών εκφράζεται ιδίως στο άρθρο 74, το οποίο αναφέρει τους στόχους της Συνθήκης. Το ίδιο ισχύει, για το άρθρο 75, παράγραφος 3, στο οποίο αναφέρεται ότι το καθού πρέπει να λάβει υπόψη του κατά τον καθορισμό ορισμένων αρχών ως προς τη ρύθμιση των μεταφορών την ανάγκη προσαρμογής προς την οικονομική ανάπτυξη που προκύπτει από τη δημιουργία της κοινής αγοράς. Το Συμβούλιο αναγνώρισε την ανάγκη αυτή στην τελευταία αιτιολογική σκέψη και στο άρθρο 15, δεύτερη φράση ( ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 66 ), της απόφασης του της 13ης Μαΐου 1965.
Το ότι περιελήφθησαν οι διατάξεις περί των μεταφορών στη Συνθήκη είναι εμφανές ότι οφείλεται επίσης στο ότι ο τομέας των μεταφορών, όπως και ο γεωργικός τομέας χαρακτηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από κρατικές παρεμβάσεις όπως π.χ. ρύθμιση της αγοράς, δημόσιες επιδοτήσεις και κρατική ιδιοκτησία. Τα ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με μέτρα ελευθερώσεως, αλλά χρειάζεται επιπλέον, ιδίως για να αποφευχθούν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, επέμβαση οργανωτικού χαρακτήρα. Θα ήταν όμως αντίθετο προς τους στόχους της Συνθήκης το να αφεθεί στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια του καθού η θέσπιση κοινής πολιτικής μεταφορών, ακόμη και αν παραβλεφθούν οι ειόικές υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 75.
1.2.3.
Συμφωνώ επίσης με το προσφεύγον και την Επιτροπή ως προς το ότι η υποχρέωση θεσπίσεως κοινής πολιτικής μεταφορών δεν εκτείνεται μόνο στις σιδηροδρομικές, οδικές και εσωτερικές πλωτές μεταφορές, αλλά. καταρχήν, και στις ύαλάοοιες και τις αεροπορικές μεταφορές. Το άρθρο 84, παράγραφος 1, προβλέπει ότι ο τίτλος IV ισχύει για τις σιδηροδρομικές, οδικές και εσωτερικές πλωτές μεταφορές. Κατά τη δεύτερη παράγραφο το Συμβούλιο δύναται να αποφασίσει ομοφώνως εάν, κατά ποιο μέτρο και κατά ποια όιαόι-κασία είναι δυνατό να θεσπιστούν κατάλληλες διατάξεις για τις θαλάσσιες και αεροπορικές μεταφορές. Από το γράμμα της διάταξης αυτής μπορεί εκ πρώτης όψεως να συναχθεί ότι για το καθού δεν υφίσταται καμιά υποχρέωση να θεσπίσει διατάξεις για τις θαλάσσιες και αεροπορικές μεταφορές και ότι ως προς το σημείο αυτό είναι εντελώς ελεύθερο να αποφασίσει αν, κατά ποιο μέτρο και κατά ποια διαδικασία πρέπει να θεσπισθούν κατάλληλες διατάξεις για αυτά τα είδη μεταφορών. Εντούτοις η ερμηνεία αυτή προσκρούει στο ότι οι σκέψεις που προηγουμένως αναπτύχθηκαν βάσει της οικονομίας της Συνθήκης ισχύουν επίσης και για τους τομείς των θαλάσσιων και αεροπορικών μεταφορών. Και τα δύο είδη μεταφορών, όπως κατά τρόπο πειστικό καταδεικνύει η Επιτροπή, έχουν μεγάλη οικονομική σημασία, ιδίως από της διευρύνσεως της Κοινότητας, και συνδέονται επίσης στενά με τους υπολοίπους τομείς της Κοινής Αγοράς.
Ο σύνδεσμος αυτός ώθησε τελικά το Δικαστήριο στην υπόθεση 167/73 ( 14 ) ( Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας) στη διαπίστωση ότι το άρθρο 84, παράγραφος 2, δεν αποκλείει την εφαρμογή της Συνθήκης στα είδη μεταφορών που αναφέρονται στην εν λόγω διάταξη. Κατά την απόφαση αυτή, ο σκοπός της διάταξης αυτής έγκειται απλώς στη διασαφήνιση ότι οι ειδικές διατάξεις του τίτλου περί μεταφορών δεν ισχύουν αυτομάτως για τις θαλάσσιες και τις αεροπορικές μεταφορές. Από αυτό το Δικαστήριο συνήγαγε το συμπέρασμα ότι δυνάμει του άρθρου 84, παράγραφος 2, αυτά τα είδη μεταφορών δεν διέπονται μεν από τις διατάξεις του τίτλου ΙV περί κοινής πολιτικής μεταφορών, εφόσον το Συμβούλιο δεν αποφασίζει διαφορετικά, αλλ'ότι υπόκεινται όμως για τους ίδιους λόγους, όπως τα υπόλοιπα είδη μεταφορών, στις γενικές διατάξεις νης Συνθήκης. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και το άρθρο 3, στοιχείο ε ).
Αυτό σημαίνει ότι η γενική υποχρέωση του καθού περί θεσπίσεως κοινής πολιτικής μεταφορών που προκύπτει από τη Συνθήκη εκτείνεται επίσης στις θαλάσσιες και τις αεροπορικές μεταφορές και ότι στο καθού έχει παρασχεθεί διακριτική εξουσία απλώς και μόνο ως προς το αν και κατά ποιο μέτρο επιθυμεί να παρεκκλίνει από τις διατάξεις του τίτλου ΙV ενόψει των δύο αυτών ειδών μεταφορών.
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο διευκρίνισε ακόμη ότι η εφαρμογή των διατάξεων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στον τομέα των μεταφορών δεν αποτελεί απλώς δικαίωμα των κρατών μελών αλλά και υποχρέωση. Ενόψει αυτών των δεδομένων, δύσκολα μπορούσε να γίνει τελικώς αντιληπτό πως το καθού θα μπορούσε εντελώς ελεύθερα να αποφασίσει σχετικά με το αν η ελευθερία παροχής υπηρεσιών στον τομέα των θαλάσσιων και αεροπορικών μεταφορών πρέπει να εξασφαλιστεί ή όχι.
1.2.4.
Συνοψίζοντας, πρέπει επομένως να γίνει δεκτό ότι η Συνθήκη περιλαμβάνει την υποχρέωση για τα όργανα να θεσπίσουν κοινή πολιτική μεταφορών, το περιεχόμενο της οποίας πρέπει να καθοριστεί λαμβάνοντας υπόψη όλες τις διατάξεις της Συνθήκης, ιδίως εκείνες του τίτλου περί μεταφορών, καθώς και την οικονομία της Συνθήκης.
1.2.5.
Σχετικά με το περιεχόμενο αυτής της γενικής υποχρέωσης, το Κοινοβούλιο υποστήριξε στην αρχή την άποψη ότι η Συνθήκη απαιτεί τον καθορισμό των σκοπών και των αρχών μιας κοινής πολιτικής μεταφορών υπό τη μορφή πλαισίου που να αποτελεί την αναγκαία βάση για τη θέσπιση μέτρων εκτελέσεως. Όπως ήδη αναφέρθηκε κατά την εξέταση του παραδεκτού, το Κοινοβούλιο εγκατέλειψε, εντούτοις, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, όπως νομίζω ορθώς, τη νομική αυτή άποψη. Όσο επιθυμητό και αν μπορεί να είναι ένα τέτοιο πλαίσιο, καμιά από τις διατάξεις περί μεταφορών δεν προβλέπει τη θέσπιση παρόμοιου πλαισίου ή έστω μια διαδικασία με διάφορα στάδια εξελίξεως, σε αντίθεση προς τις διατάξεις περί ελευθερίας εγκαταστάσεως ( άρθρο 54, παράγραφος 1 ), ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ( άρθρο 63, παράγραφος 1 ) και γεωργίας ( άρθρο 43 ). Το άρθρο 74, στο οποίο γίνεται λόγος περί « πλαισίου κοινής πολιτικής μεταφορών», όπως τονίζουν επίσης το Συμβούλιο και η Επιτροπή, πρέπει απλώς να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να επιδιώξουν τους στόχους της Συνθήκης εντός ενός πλαισίου κοινοτικής πολιτικής μεταφορών, δηλαδή πρέπει ενόψει της δημιουργίας κοινής πολιτικής μεταφορών να ενεργήσουν από κοινού και να μην επιδιώκουν μεμονωμένα εθνικούς και ενδεχομένως διαφορετικούς στόχους, όσον αφορά την πολιτική μεταφορών. Δεδομένου ότι παρόμοιο πλαίσιο δεν προβλέπεται για τον τομέα των μεταφορών, συνάγεται, εξ αντιδιαστολής, ότι η Συνθήκη αφήνει τα κοινοτικά όργανα να επιλέξουν αν προτιμούν μια συστηματική προσέγγιση με ορισμένα στάδια διαδικασίας ή μια κατά περίπτωση προσέγγιση βαθμιαίας θεσπίσεως της κοινής πολιτικής μεταφορών, καθόσον το αποτέλεσμα ανταποκρίνεται στις κατά τη Συνθήκη απαιτήσεις ενιαίας πολιτικής, η οποία εξυπηρετεί τους βασικούς στόχους της Συνθήκης και βρίσκεται σε συμφωνία με τις ειδικές υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις διατάξεις περί μεταφορών.
1.2.6.
Όσον αφορά ακόμη το περιεχόμενο της υποχρέωσης αυτής περί θεσπίσεως κοινής πολιτικής μεταφορών, συμφωνώ με την άποψη του καθού ότι αυτή η νομική υποχρέωση δεν είναι επαρκώς ονγκεκριμενοποιημένη για να αποτελέσει το κριτήριο αναγνωριστικής αποφάσεως από το Δικαστήριο περί παραλείψεως κατά παράβαση της Συνθήκης. Υπέρ αυτού συνηγορεί πρωτίστως το γεγονός ότι οι διατάξεις του τίτλου IV σε αντίθεση προς τις διατάξεις του τίτλου II που έχουν ως αντικείμενο τη γεωργία, δεν περιέχουν λεπτομερές χρονοδιάγραμμα για τον καθορισμό των στόχων (άρθρο 39), δεν προβλέπουν σταδιακό πρόγραμμα για τη θέσπιση αυτής της πολιτικής ( άρθρο 40 και 43 ) και δεν παρέχουν ή δεν προβλέπουν με επαρκώς συγκεκριμένο τρόπο τα μέσα για την επίτευξη ενός τέτοιου αποτελέσματος (άρθρα 40 και 41 ). Λόγω του πολύπλοκου χαρακτήρα του θέματος, ιδίως λόγω της διαφορετικής διαμόρφωσης της πολιτικής μεταφορών στα επιμέρους κράτη μέλη και της αναμφισβήτητης αλληλοεξάρτησης με άλλες πολιτικές, οι συντάκτες της Συνθήκης, προφανώς, ενσυνείδητα δεν συγκεκριμενοποίησαν περισσότερο το περιεχόμενο της υποχρέωσης για τη θέσπιση κοινής πολιτικής μεταφορών και διατύπωσαν το μέρος αυτό της Συνθήκης, όπως αναφέρει και το προσφεύγον ως « pactum de contrahendo ». Ακόμη Kat αν από το γράμμα, την οικονομία και το σκοπό της Συνθήκης μπορούν να συναχθούν ορισμένα στοιχεία συγκεκριμενοποιήσεως, όπως φρονούν το προσφεύγον και η Επιτροπή, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι το Συμβούλιο διαθέτει στον τομέα αυτό πολύ ευρέα όρια διακριτικής εξουσίας. Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται ακόμη ιδίως και από το ότι η Συνθήκη δεν προβλέπει για τη θέσπιση αυτής της πολιτικής — εκτός του άρθρου 75 — καμιά συγκεκριμένη νομική πράξη, καμία συγκεκριμένη διαδικασία λήψεως αποφάσεων και ψηφοφορίας, ούτε και καμιά ρητή προθεσμία. Το καθού έχει επομένως, δυνάμει του άρθρου 145 της Συνθήκης ΕΟΚ, δικαίωμα λήψεως αποφάσεως για την πραγματοποίηση αυτών των στόχων, χωρίς να δεσμεύεται από τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων που ρυθμίζεται στο άρθρο 149 της Συνθήκης ΕΟΚ για την περίπτωση ασκήσεως του δικαιώματος πρωτοβουλίας της Επιτροπής. Από αυτό έπεται ότι οι πολυάριθμες ανακοινώσεις και υπομνήματα, που επεξεργάστηκαν η Επιτροπή και το καθού και που αναμφισβήτητα περιέχουν πρότυπα για μια γενική αντίληψη, αλλά εντούτοις δεν έχουν διατυπωθεί ως δεσμευτικές προτάσεις για τη λήψη δεσμευτικής νομικώς αποφάσεως, μπορούν μεν να θεωρηθούν ως προσπάθεια συγκεκριμενοποιήσεως της γενικής υποχρέωσης για τη θέσπιση πολιτικής μεταφορών, δεν δεσμεύουν όμως το καθού. Το ίδιο πρέπει να ισχύσει για τα πολυάριθμα σχέδια ορισμού μιας κοινής πολιτικής μεταφορών, τα οποία ανακοίνωσαν το προσφεύγον και η υπέρ αυτού παρεμβαίνουσα και τα οποία επιπλέον περιγράφουν μόνο κατά τρόπο γενικό τους επιμέρους στόχους αυτής της πολιτικής.
1.2.7.
Επιπλέον, η διαπίστωση παραλείψεως κατά παράβαση της Συνθήκης της θέσπισης αυτής της πολιτικής δεν επιτρέπεται επίσης, ιδίως λόγω της ελλείψεως συγκεκριμένων προθεσμιών καθορισμένων από τη Συνθήκη. Το άρθρο 8, παράγραφος 7, της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο προβλέπει ότι, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων ή παρεκκλίσεων που προβλέπονται από την παρούσα Συνθήκη, η λήξη της μεταβατικής περιόδου αποτελεί ταυτόχρονα το τελευταίο χρονικό όριο για τη θέση σε ισχύ του συνόλου των προβλεπόμενων κανόνων και για τη θέση σε εφαρμογή του συνόλου των μέτρων που συνεπάγεται η ονοταοη της κοινής αγοράς, είναι εν προκειμένω άσχετο. Το άρθρο 75, παράγραφος 2, προβλέπει, πράγματα ρητώς ότι μόνο οι διατάξεις που αναφέρονται στα στοιχεία α ) και β ), οι οποίες πρέπει να θεωρηθούν ως ουσιαστικά στοιχεία μιας κοινής πολιτικής μεταφορών, πρέπει να θεσπιστούν κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου. Εξ αντιδιαστολής συνεπάγεται από αυτό ότι για τη θέσπιση των άλλων μέτρων, που αποτελούν στοιχεία της κοινής πολιτικής μεταφορών, δεν υπάρχει καταρχήν καμία ρητή προθεσμία. Λόγω της αλληλοεξαρτήσεως μεταξύ της αναπτύξεως κοινής πολιτικής μεταφορών και της λειτουργίας της κοινής αγοράς, πρέπει εντούτοις να συμφωνήσω με το προσφεύγον και την υπέρ αυτού παρεμβαίνουσα, ότι δεν εξαρτάται από την απολύτως ελεύθερη εκτίμηση του καθού, το πότε πρέπει να θεσπιστεί αυτή η πολιτική.
1.2.7.1.
Το ίδιο πρέπει βασικά να ισχύσει επίσης για την υποχρέωση του καθού, που περιέχεται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), να θεσπίσει όλες τις λοιπές αναγκαίες διατάξεις. Ακόμη και αν η διάταξη αυτή είναι πιο συγκεκριμένη απ' ό,τι η γενική υποχρέωση θεσπίσεως κοινής πολιτικής μεταφορών που απορρέει από τη Συνθήκη, παρέχει εντούτοις στο Συμβούλιο ευρύ πεδίο εκτιμήσεως, όσον αφορά τα μέτρα εκτελέσεως που θεωρεί ότι είναι σκόπιμο να ληφθούν. Σε αντίθεση προς τις διατάξεις που διατυπώνονται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β), η υποχρέωση αυτή, επιπλέον, δεν υπόκειται στην προθεσμία λήξεως της μεταβατικής περιόδου.
1.2.7.2.
Οι σκέψεις αυτές πρέπει, τέλος, να ισχύουν επίσης, a fortiori, για την υποχρέωση θεσπίσεως μέτρων βάσει του άρθρου 84, παράγραφος 2. Δεδομένου ότι δυνάμει της διατάξεως αυτής αφήνεται τελείως στο Συμβούλιο η θέσπιση της κατάλληλης ρύθμισης ως προς τις θαλάσσιες και αεροπορικές μεταφορές προς συμπλήρωση των γενικών κανόνων της Συνθήκης, θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει να θεωρηθεί ότι ενδείκνυται μεγαλύτερη προθεσμία για τη θέσπιση των μέτρων που συνιστούν τα ουσιώδη στοιχεία μιας κοινής πολιτικής μεταφορών, όσον αφορά αυτά τα είδη μεταφορών, απ' ό, τι προβλέπεται για τα είδη μεταφορών που περιλαμβάνονται στον τίτλο IV.
1.2.8.
Κατά την εξέταση του ζητήματος, ποια προθεσμία πρέπει να θεωρηθεί ως κατάλληλη, για να θεμελιωθεί υποχρέωση του καθού προς ενέργεια, πρέπει, αφενός, να ληφθεί υπόψη ότι η διαμόρφωση της κοινής πολιτικής μεταφορών πρέπει να επιτευχθεί στο πλαίσιο σταθερής διαδικασίας εξελίξεως λόγω των συνεχών οικονομικών, τεχνικών και κοινωνικών μεταβολών. Αφετέρου, στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, συνεπεία της δυναμικής διαδικασίας ολοκληρώσεως, μπορούν επίσης να μεταβληθούν και οι ανάγκες της κοινής αγοράς. Ο καθορισμός της κατάλληλης προθεσμίας εξαρτάται επομένως, μεταξύ άλλων, αφενός, από την εκτίμηση των αναγκών της κοινής αγοράς και, αφετέρου, από μια εκτίμηση της ανάγκης θεσπίσεως μέτρων εκτελέσεως και των σχετικών με αυτά κινδύνων. Εφόσον το καθού διαθέτει ευρέα όρια διακριτικής εξουσίας τόσο σε σχέση με τον καθορισμό του περιεχομένου των εν λόγω μέτρων που πρέπει να θεσπιστούν όσο και σε σχέση με τον καθορισμό του χρονικού σημείου για τη θέση τους σε ισχύ, θεωρώ ότι δεν έχει αποδειχθεί με επαρκή βεβαιότητα ότι το Συμβούλιο, μέχρι τη στιγμή αυτή, έχει υπερβεί τα όρια της διακριτικής του εξουσίας και ότι παραβίασε ως προς το σημείο αυτό τη Συνθήκη.
2. Υφίσταται νομική υποχρέωση για τη θέσπιση διατάξεων δυνάμει του άρθρου 75, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β), της Συνθήκης ΕΟΚ;
Μετά από αυτές τις γενικές σκέψεις σχετικά με την υποχρέωση θεσπίσεως κοινής πολιτικής μεταφορών που προκύπτει από τη Συνθήκη πρέπει στη συνέχεια να εξεταστεί το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β), το οποίο αποτελεί ουσιαστικά τον πυρήνα της προσφυγής κατά παραλείψεως σύμφωνα με το αίτημα του προσφεύγοντος, όπως διαμορφώθηκε κατά το πέρας της προφορικής διαδικασίας.
2.1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
Όπως ήδη καταδείχτηκε, το προσφεύγον ισχυρίζεται ότι το καθού δεν πραγματοποίησε το ελάχιστο επίπεδο μιας κοινής πολιτικής μεταφορών που απαιτείται από τις διατάξεις αυτές. Οι αποφάσεις που έχουν ληφθεί μέχρι τώρα βάσει αυτών των διατάξεων είναι απλώς σποραδικές και δεν αφήνουν να διαφανεί μια ενιαία αντίληψη, όσον αφορά την πολιτική μεταφορών. Σε αντίθεση προς τη σαφή και βεβαία υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α ) και β ), το Συμβούλιο παρέλειψε ιδίως να αποφασίσει σχετικά με τις προτάσεις της Επιτροπής που βασίζονται στις εν λόγω διατάξεις και που εν μέρει του έχουν περιέλθει εδώ και αρκετά χρόνια. Κατόπιν αυτού, η κοινή πολιτική μεταφορών εμφανίζει σημαντικά κενά, ιδίως στον τομέα της κοινωνικής, φορολογικής και τεχνικής εναρμόνισης που απαιτείται για τη θέσπιση πραγματικής κοινής αγοράς μεταφορών, καθώς και στον τομέα της απαιτούμενης υποδομής των μεταφορών. Η διακριτική εξουσία που έχει παρασχεθεί στο Συμβούλιο δυνάμει των διατάξεων αυτών περιορίζεται εν πάση περιπτώσει στον καθορισμό του περιεχομένου των μέτρων που πρέπει να θεσπιστούν και στον καθορισμό του χρονικού σημείου θέσεως τους σε ισχύ εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 75, παράγραφος 2. Μπορεί μεν το Συμβούλιο, αντίθετα προς την υποχρέωση που προκύπτει από την αναφερθείσα διάταξη, να μην έκανε καθόλου χρήση της διακριτικής εξουσίας που του έχει παρασχεθεί, όμως η στάση του συνιστά πλημμελή άσκηση της διακριτικής του εξουσίας. Κατά την άποψη του προσφεύγοντος, καθώς και της υπέρ αυτού παρεμβαίνουσας, οι δυσκολίες που υπάρχουν για τη λήψη αποφάσεως σε περίπτωση περίπλοκων ζητημάτων δεν μπορούν να προβληθούν ως δικαιολογία για το ότι το καθού παρέλειψε να θεσπίσει τις απαιτούμενες διατάξεις εντός των προθεσμιών που προβλέπονται από τη Συνθήκη και κατ' εφαρμογή των μηχανισμών λήψεως αποφάσεων που παρέχει η εν λόγω Συνθήκη.
Το καθού συμφωνεί βασικώς με το προσφεύγον και την υπέρ αυτού παρεμβαίνουσα ως προς το ότι το άρθρο 75, παράγραφος 1, συγκεκριμενοποιεί τη νομική υποχρέωση προς ενέργεια που επιβάλλεται από το άρθρο 3, στοιχείο ε ), και το άρθρο 74. Επιπλέον, παραδέχεται ότι δεν έχουν γίνει όλες οι βάσει του άρθρου 75, παράγραφος 1, στοιχεία α ) και β ), « δυνατές ή αναγκαίες ρυθμίσεις ». Εξάλλου, πολλές φορές κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ανέφερε ότι καταβάλλει προσπάθεια να συμπληρώσει σύμφωνα με την εντολή της Συνθήκης τις ρυθμίσεις που ήδη έχουν θεσπιστεί για να πραγματοποιηθεί κοινή αγορά μεταφορών, στην οποία να επικρατεί, στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, ελεύθερος ανταγωνισμός προς το συμφέρον των επιχειρήσεων μεταφορών. Κατά την άποψη του καθού, όμως, η υποχρέωση προς ενέργεια που απορρέει από το άρθρο 75, παράγραφος 1, είναι τόσο λίγο ακριβής κατά περιεχόμενο και περιλαμβάνει τόσο ευρέα όρια διακριτικής εξουσίας, ώστε δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο προσφυγής περί αναγνωρίσεως παραλείψεως κατά παράβαση της Συνθήκης. Η εν λόγω διάταξη περιέχει υπό ευρύτατη έννοια απλώς και μόνο ένα πλαίσιο προϋποθέσεων για τη λήψη αποφάσεων και παρέχει σχετικά εξουσία λήψεως αποφάσεως.
Προς στήριξη της άποψης αυτής το καθού προβάλλει ουσιαστικώς ότι κατά το γράμμα του άρθρου 75, παράγραφος 1, υποχρεούται απλώς να θεσπίσει τις απαιτούμενες διατάξεις « λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μεταφορών ». Με τον τρόπο αυτό δεν του παρέχεται μόνο ιδιαίτερα ευρεία διακριτική εξουσία, αλλά του επιβάλλεται επίσης η υποχρέωση να λάβει υπόψη του ειδικά, διαρθρωτικά ιδίως δεδομένα των μεταφορών. Η πολιτική μεταφορών των επιμέρους κρατών μελών όμως, όπως έγινε σαφές κατά τις διαπραγματεύσεις σχετικά με τη Συνθήκη, έχει διαμορφωθεί λόγω των διαφορετικών γεωγραφικών, οικονομικών και πολιτικών δεδομένων κατά πάρα πολύ διαφορετικό τρόπο. Πέραν αυτού, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι και οι επιχειρήσεις μεταφορών, λόγω της φύσεως της παροχής υπηρεσιών τους, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες σε μέτρα που μεταβάλλουν απότομα την κατάσταση της αγοράς. Σ' αυτό προστίθεται ότι, συνεπεία των διαφορετικών διαρθρώσεων των εθνικών συστημάτων μεταφορών, οι μεταξύ τους ανταγωνίστριες επιχειρήσεις μεταφορών εμφανίζουν εξαιρετικές διαφορές όσον αφορά το μέγεθος τους και την αποδοτικότητα τους. Όχι μόνο η σχέση μεταξύ των σιδηροδρόμων που επιδοτούνται από το κράτος και των επιχειρήσεων οδικών μεταφορών είναι διαφορετικά διαμορφωμένη, αλλά επίσης και η αποδοτικότητα των επιχειρήσεων οδικών μεταφορών έχει εξελιχθεί διαφορετικά στα διάφορα κράτη μέλη, λόγω, εντέλει, της διαφορετικής πολιτικής, όσον αφορά τους σιδηροδρόμους. Σε περίπτωση ελευθερώσεως των οδικών μεταφορών μεταξύ των κρατών μελών πρέπει να ληφθεί υπόψη η υπάρχουσα αυτή κατάσταση' η εν λόγω ελευθέρωση μπορεί να επέλθει μόνο βαθμιαία Kat κατά τη διάρκεια ορισμένου χρονικού διαστήματος λόγω των σημαντικών επενδύσεων και των επιπτώσεων επί της γενικής οικονομικής πολιτικής και της πολιτικής απασχολήσεως. Η ελευθέρωση των διεθνών οδικών μεταφορών προϋποθέτει περαιτέρω, ιδίως λόγω της ισότητας ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων μεταφορών των διαφόρων κρατών μελών, ότι θα έχει επιτευχθεί εναρμόνιση, όσον αφορά τη συμμετοχή των επιχειρήσεων μεταφορών στο κόστος του οδικού δικτύου. Όσον αφορά τους σιδηροδρόμους, το Συμβούλιο πρέπει επίσης να λάβει υπόψη του το γεγονός ότι σχεδόν σε όλα τα κράτη μέλη λειτουργούν με έλλειμμα και αναγκάζονται να ζητούν επιδοτήσεις από δημόσια κονδύλια που καταβάλλονται προς το συμφέρον της οικονομίας στο σύνολό της.
Η υλοποίηση της κοινής πολιτικής μεταφορών, τέλος, δεν μπορεί επίσης να γίνει χωρίς να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις σε άλλους πολιτικούς και οικονομικούς στόχους. Η αλληλοε-ξάρτηση του τομέα των μεταφορών και άλλων οικονομικών τομέων, ιδίως της περιφερειακής πολιτικής, της κοινωνικής πολιτικής, της πολιτικής περιβάλλοντος και της ενεργειακής πολιτικής, αναγνωρίστηκε ρητώς από την Επιτροπή στην ανακοίνωση της του Οκτωβρίου 1973.
Κατά την άποψη του Συμβουλίου, με αυτά τα δεδομένα δεν ήταν δυνατό λογικώς να αναμένεται ότι μπορούσε να επιτευχθεί κατά τα πρώτα έτη της ύπαρξης της Κοινότητας εναρμόνιση των εθνικών διαρθρώσεων μεταφορών, η οποία θα διευκόλυνε την ελευθέρωση των διεθνών μεταφορών και την ελεύθερη εγκατάσταση των επιχειρήσεων μεταφορών. Κατόπιν αυτού, δεν μπορεί να υποτεθεί ότι οι συντάκτες της Συνθήκης ήθελαν να ορίσουν δεσμευτική υποχρέωση θεσπίσεως εντός της μεταβατικής περιόδου των διατάξεων που αναφέρονται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α ) και β ). Επομένως, η προθεσμία αυτή μπορεί το πολύ να θεωρηθεί ως μια ενδεικτική προθεσμία.
Αν, όπως πρέπει να γίνει δεκτό, σχεδόν 14 χρόνια μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, η πρόοδος στην υλοποίηση κοινής πολιτικής μεταφορών δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως ικανοποιητική, αυτό οφείλεται κατά την άποψη του καθού στην αλληλοεξάρτηση των προβλημάτων και όχι στην έλλειψη βουλήσεως εκ μέρους του για την πραγματοποίηση προόδου. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι η διακριτική εξουσία, σχετικά με το αν είναι ή όχι σκόπιμο να ληφθεί απόφαση, ασκήθηκε κατά τρόπο πλημμελή, επειδή το Συμβούλιο απέστη μέχρι τώρα από το να λάβει απόφαση επί των εν λόγω προτάσεων, σύμφωνα με την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 75, λόγω των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών των μεταφορών. Αντιθέτως, πρέπει να του έχει παρασχεθεί ευρεία διακριτική εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις ανάλογα με τις εκάστοτε προτεραιότητες ή ακόμη και να αναβάλλει τη λήψη αποφάσεως, μέχρι ότου συντρέξουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις. Στην αλληλουχία αυτή, το καθού αμφισβητεί τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος ότι προκειμένου να επιτευχθεί ομοφωνία δεν έλαβε καμία απόφαση ακόμη και σε περιπτώσεις που θα ήταν δυνατό η απόφαση να ληφθεί με ενισχυμένη πλειοψηφία. Κατά την άποψη του, το προσφεύγον παραβλέπει ότι, αφενός, σύμφωνα με το άρθρο 75, παράγραφος 3, κατά παρέκκλιση από τη διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 1, ορισμένες διατάξεις σχετικά με τις αρχές που διέπουν τις μεταφορές, η εφαρμογή των οποίων μπορεί να θίξει σοβαρά το βιωτικό επίπεδο και την απασχόληση σε ορισμένες περιοχές, καθώς και τη λειτουργία του φάσματος των μεταφορών, πρέπει να θεσπιστούν ομοφώνως. Αφετέρου, η ομοφωνία είναι αναγκαία σε όλες τις περιπτώσεις που το Συμβούλιο θέλει να παρεκκλίνει από τις προτάσεις της Επιτροπής και η Επιτροπή δεν τροποποιεί τις προτάσεις της σύμφωνα με το αποτέλεσμα των συζητήσεων του Συμβουλίου. Εντελώς γενικά, δεν επιτρέπεται κατά την εκτίμηση της συμπεριφοράς του Συμβουλίου να μη ληφθεί υπόψη ότι το Συμβούλιο αποτελείται, δυνάμει των διατάξεων της Συνθήκης, από τους αντιπροσώπους των κυβερνήσεων των κρατών μελών, οι οποίες εξάλλου είναι υπεύθυνες έναντι των κοινοβουλίων τους. Πρόθεση της Συνθήκης είναι, ακριβώς, η θέση κάθε κυβερνήσεως να προβάλλεται στο Συμβούλιο νομίμως. Για το λόγο αυτό, το Συμβούλιο πρέπει να λαμβάνει επίσης υπόψη του τις ασυμφωνίες που υπάρχουν μεταξύ των επιμέρους κρατών μελών και να εξετάζει με μεγάλη προσοχή, μήπως οι αντιρρήσεις παρακωλύουν ή ακόμη καθιστούν αδύνατη την εφαρμογή αυτών των μέτρων, για τα οποία υπάρχει ειδική πλειοψηφία. Το Συμβούλιο είναι το όργανο, στο οποίο πρέπει να επέλθει συμφωνία, όσον αφορά τις διάφορες απόψεις και ανάγκες. Το ίδιο το Συμβούλιο δεν μπορεί να επιβάλει τη συμφωνία αυτή, αλλά μπορεί μόνο να προσπαθήσει να επηρεάσει προς αυτή την κατεύθυνση πράγμα που δεν μπορεί να συμβεί με τη λήψη αποφάσεως, αγνοώντας κατά κάποιο τρόπο τη βούληση των επιμέρους κυβερνήσεων. Για το λόγο αυτό, οι προϋποθέσεις του άρθρου 75, παράγραφος 1, πρέπει να εξασφαλίζουν ότι το Συμβούλιο, ως νομοθετικό όργανο αρμόδιο για τη λήψη αποφάσεων, μπορεί να θεσπίζει υποχρεώσεις κοινοτικού δικαίου, μόνο αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, υπό τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να εγγυηθούν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλονται. Έναντι αυτής της πραγματικότητας, η αναφορά του προσφεύγοντος και της υπέρ αυτού παρεμβαίνουσας στις δήθεν υποχρεώσεις του καθού που απορρέουν από το άρθρο 5 της Συνθήκης, το οποίο απευθύνεται μόνο στα κράτη μέλη, είναι άστοχη. Αν το προσφεύγον θέλει να ασκήσει κριτική ως προς τα αποτελέσματα των εργασιών στον τομέα των μεταφορών, η κριτική αυτή δεν πρέπει να έχει ως στόχο το καθού, αλλά τις κυβερνήσεις των κρατών μελών.
Βάσει αυτών των σκέψεων, το καθού καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν έκανε κατάχρηση της διακριτικής εξουσίας που του έχει παρασχεθεί. Κατά την άποψη του, όμως, μια κατά παράβαση της Συνθήκης παράλειψη μπορεί να αναγνωριστεί από το Δικαστήριο, μόνο αν η έλλειψη ενεργείας δεν μπορεί λογικώς με κανένα τρόπο να δικαιολογηθεί.
2.2. Νομική αξιολόγηση
2.2.1.
Όσον αφορά την επιχειρηματολογία αυτή του καθού πρέπει εκ των προτέρων να παρατηρηθεί ότι ήδη το γράμμα του άρθρου 75, παράγραφος 1, αντιτίθεται κατά τρόπο επαρκώς σαφή στη θέση που υποστηρίζει το καθού ότι η διάταξη αυτή δεν περιέχει καμία χρονικά περιορισμένη υποχμ ωση προς ενέργεια, αλλά απλώς ένα γενικό πρόγραμμα, η εκτέλεση του οποίου από άποψη περιεχομένου και χρόνου εναπόκειται μόνο στη διακριτική εξουσία του Συμβουλίου. Η διάταξη περιέχει σαφή εντολή προς το Συμβούλιο, καθόσον ορίζει ότι το Συμβούλιο, για την εφαρμογή του άρθρου 74 και λαμβάνοντας υπόψη την ιδιομορφία των μεταφορών, θεσπίζει ομοφώνως μεν μέχρι το τέλος του δευτέρου σταδίου, με ειδική δε πλειοψηφία ακολούθως, προτάσει της Επιτροπής και κατόπιν διαβουλεύσεως με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και τη Συνέλευση τις διατάξεις που αναφέρονται στα στοιχεία α ), β ) και γ ) ( « wird der Rat aufstellen, festlegen, erlassen, « le Conseil... établit », » the Council shall... lay down, il Consiglio... stabilisce, « stelt de Raad vast », « fastsætter Rådet »).
2.2.2.
Με την προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 2, σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχεία α ) και β ), θεσπίζονται ( « erlassen werden », « sont arrêtées », « shall be laid down », « sono stabilite », « worden vastgesteld », « fastsættes » ), κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, η Συνθήκη δείχνει τελικώς ότι υπάρχει κατά περιεχόμενο καθοριζόμενη νομική υποχρέωση προς ενέργεια. Από το γράμμα της διάταξης αυτής δεν προκύπτει εν πάση περιπτώσει κανένα στοιχείο ότι, όπως υποστηρίζει το Συμβούλιο, δεν μπορεί να πρόκειται για σαφές χρονοδιάγραμμα αλλά απλώς για διάταξη ενδεικτικού χαρακτήρα.
Αυτή η ερμηνεία προσκρούει περαιτέρω στη σκέψη ότι αν εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του Συμβουλίου να καθορίσει το χρονικό σημείο ενεργείας του ανεξάρτητα από την εν λόγω προθεσμία, θα αφαιρείτο από την εν λόγω σαφή προθεσμία / έννοια και ο σκοπόςτης. Αναφέρθηκε εν προκειμένω η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Defrenne ( 15 ) 4, στην οποία το Δικαστήριο ρητώς επιβεβαίωσε ότι ακόμη και αποφάσεις των κρατών μελών ή άλλες πράξεις οργάνων δεν μπορούν εγκύρως να τροποποιήσουν τη λήξη προθεσμίας που καθορίζεται από τη Συνθήκη. Μπορεί μεν το Δικαστήριο σε ορισμένες υποθέσεις, όπως για παράδειγμα στην υπόθεση Kind ( 16 ), να έκρινε ως νόμιμο κανονισμό, με τον οποίο ιδρύθηκε με καθυστέρηση και καταρχάς προσωρινώς κοινή οργάνωση αγοράς, χωρίς να επικρίνει την κατά παράβαση της Συνθήκης παράλειψη του Συμβουλίου, αλλ' απ' αυτό δεν μπορεί να συναχθεί ότι έχει παραχωρηθεί στο Συμβούλιο η εξουσία να παρεκκλίνει από τις αναγκαστικού χαρακτήρα διατάξεις της Συνθήκης.
2.2.3.
Εκτός του συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος, το άρθρο 75 προβλέπει επιπλέον ορισμένη διαδικασία λήψεως αποφάσεων, η οποία είναι χαρακτηριστική και για τους άλλους τομείς, για τους οποίους υπάρχει υποχρέωση του Συμβουλίου προς ενέργεια. Το δικαίωμα πρωτοβουλίας της Επιτροπής, το δικαίωμα διαβουλεύσεως της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής και του Κοινοβουλίου, καθώς και η συγκεκριμένη προβλεπόμενη διαδικασία ψηφοφορίας δεν θα είχαν νόημα, αν το Συμβούλιο ήταν εντελώς ελεύθερο να αποφασίσει αν και ενδεχομένως πότε και με ποια πλειοψηφία προτίθεται να ασκήσει τη διακριτική εξουσία που του έχει παρασχεθεί.
Υπέρ της απόψεως ότι το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α ) και β ), περιέχει δεσμευτική υποχρέωση του Συμβουλίου να κάνει χρήση της διακριτικής εξουσίας του εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας συνηγορεί ιδίως και το γεγονός ότι η Συνθήκη παρέχει τη δυνατότητα θεσπίσεως σχετικών διατάξεων μετά τη λήξη του δευτέρου σταδίου με ειδική πλειοψηφία. Ομόφωνη λήψη αποφάσεως επιτρέπεται σύμφωνα με το άρθρο 75, παράγραφος 3, υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται σ' αυτό μόνο « κατά παρέκκλιση » ( « in Abweichung », « par dérogation », « by way of derogation », « in deroga », « in afwijking », « under hensyntagen » ) από αυτή την αρχή, δηλαδή μόνο κατ' εξαίρεση. Δεδομένου όμως ότι κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου εξαιρέσεις από κανόνες πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς, το Συμβούλιο οφείλει σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση να αναφέρει ότι οι προϋποθέσεις αυτές συντρέχουν.
2.2.4.
Υπέρ της απόψεως ότι το άρθρο 75, παράγραφος 1, περιέχει αγώγιμες υποχρεώσεις συνηγορεί επίσης και η διάταξη του άρθρου 76. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, κάθε κράτος μέλος έχει την υποχρέωση να μην « καταστήσει λιγότερο ευνοϊκές [ τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις... ως προς την άμεση επίπτωση τους] έναντι των μεταφορέων των άλλων κρατών μελών σε σχέση με τους εθνικούς μεταφορείς... »μέχρι να θεσπιστούν οι διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 75, παράγραφος 1. Η διάταξη αυτή έχει νόημα μόνο αν μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς η εφαρμογή της. Μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς μόνο η εφαρμογή διατάξεων που είναι επαρκώς σαφείς. Κριτήριο για την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 76 είναι το άρθρο 75, παράγραφος 1. Από αυτό συνάγεται ότι και οι συντάκτες της Συνθήκης θεώρησαν το άρθρο 75, παράγραφος 1, αρκετά σαφές ώστε να επιδιώκεται δικαστικώς η εφαρμογή του.
2.2.5.
Επομένως, δεν απομένει τελικώς παρά να γίνει δεκτό ότι ιδίως η προβλεπόμενη από τη Συνθήκη προθεσμία λήψεως αποφάσεως, η διαδικασία της ψηφοφορίας, καθώς και η υποχρέωση ακινητοποιήσεως ( stand-still ) που προκύπτει από το άρθρο 76 αποδεικνύουν ότι το άρθρο 75 δεν περιέχει μόνο γενικά προγράμματα, αλλά επιβάλλει στο Συμβούλιο την υποχρέωση να κάνει χρήση της διακριτικής εξουσίας που του παρέχεται το αργότερο μέχρι το τέλος της μεταβατικής περιόδου. Από το χρονικό αυτό σημείο βρίσκεται σε καθυστέρηση, όσον αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του.
Το Συμβούλιο έχει το δικαίωμα να λάβει με ειδική πλειοψηφία τις αποφάσεις που πρέπει να λάβει δυνάμει του άρθρου 75, παράγραφος 2, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου. Αυτό ισχύει a fortiori, όπως ιδίως η Επιτροπή ορθώς υπογραμμίζει, για την περίπτωση που η προθεσμία αυτή έχει ήδη παρέλθει.
Ακόμη θα πρέπει να λεχθεί ότι το Συμβούλιο είναι υποχρεωμένο να κάνει χρήση της διευκολύνσεως που συνιστά η διαδικασία λήψεως αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία, όταν βρίσκεται ήδη σε καθυστέρηση, προκειμένου να τερματίσει την κατάσταση παράνομης παραλείψεως όσο το δυνατό συντομότερα και να αποκαταστήσει σύννομες συνθήκες.
2.2.6.
Περαιτέρω, συμφωνώ με το προσφεύγον και την υπέρ αυτού παρεμβαίνουσα ότι υποχρέωση του Συμβουλίου προς ενέργεια που προβλέπεται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α ) και β ), είναι επαρκώς συγκεκριμενοποιημένη και από άποψη περιεχομένου, ώστε να καθίσταται δυνατή η αναγνώριση από το Δικαστήριο παραλείψεως κατά παράβαση της Συνθήκης. Αυτό ισχύει ιδίως όσον αφορά την υποχρέωση που περιέχεται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο β ), να θεσπίσει « τους όρους υπό τους οποίους γίνονται δεκτοί στις εθνικές μεταφορές ενός κράτους μέλους μεταφορείς μη εγκατεστημένοι σ' αυτό », σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, εντός της μεταβατικής περιόδου. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι και οι μεταφορείς που δεν είναι εγκατεστημένοι σ' ένα κράτος μέλος πρέπει να γίνονται δεκτοί στις μεταφορές εντός του εν λόγω κράτους και ότι το Συμβούλιο οφείλει να καθορίσει προς το σκοπό αυτό όλους τους απαιτούμενους όρους διαθέτοντας διακριτική εξουσία απλώς ως προς το πώς πρέπει να διαμορφωθεί ο καθένας από αυτούς τους όρους.
Κάπως λιγότερο συγκεκριμένα καθορίζεται η έκταση της υποχρέωσης προς ενέργεια που προκύπτει από το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο α ). Σύμφωνα με αυτό, το Συμβούλιο οφείλει να θεσπίσει « κοινούς κανόνες εφαρμοστέους στις διεθνείς μεταφορές που εκτελούνται από ή προς την επικράτεια ενός κράτους μέλους ή που διέρχονται από την επικράτεια ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών ». Μπορεί μεν η διάταξη αυτή να είναι λιγότερο συγκεκριμένη από αυτήν που προβλέπεται στο στοιχείο β ), αλλά εντούτοις δεν παρέχει στο Συμβούλιο απεριόριστη διακριτική εξουσία ως προς τη διαμόρφωση αυτών των προβλεπόμενων κοινών κανόνων.
2.2.6.1.
Συμμερίζομαι την άποψη του προσφεύγοντος και της υπέρ αυτού παρεμβαίνουσας, ότι ένα ελάχιστο περιεχόμενο της υποχρέωσης αυτής προκύπτει ήδη κατά τρόπο επαρκώς σαφή από τη Συνθήκη. Και εδώ, όπως και στην περίπτωση της συγκεκριμενοποίησης της γενικής υποχρέωσης του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινής πολιτικής μεταφορών, πρέπει για τη συγκεκριμενοποίηση αυτού του ελάχιστου περιεχομένου να γίνει αναφορά στους γενικούς στόχους της Συνθήκης. Αυτό το επιβεβαίωσε ρητώς το Δικαστήριο ήδη στην υπόθεση 167/73 ( 17 ) (Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας ). Μεταξύ άλλων, έκανε δεκτό ότι το άρθρο 74, για την εφαρμογή του οποίου το Συμβούλιο πρέπει να θεσπίσει τις διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 75, αναφέρει τους στόχους της Συνθήκης και αναφέρεται με τον τρόπο αυτό στα άρθρα 2 και 3, στην υλοποίηση των οποίων συμβάλλουν κυρίως ot βασικές διατάξεις που ισχύουν για την οικονομική ζωή στο σύνολο της. Επομένως, όπως τόνισε το Δικαστήριο, οι διατάξεις περί της κοινής πολιτικής μεταφορών δεν χρησιμεύουν « στο να θέσουν εκτός ισχύος τις βασικές αυτές διατάξεις αλλά, ακριβώς, για να τις καταστήσουν αποτελεσματικές και να τις συμπληρώσουν με κοινές ενέργειες ». Κατόπιν αυτού, καθόσον οι εν λόγω στόχοι μπορούν να επιτευχθούν μέσω των γενικών διατάξεων που αναφέρθηκαν, οι διατάξεις αυτές πρέπει, επομένως, επίσης να εφαρμόζονται. Από αυτό προκύπτει ότι η κοινή πολιτική μεταφορών περιλαμβάνει κάτι περισσότερο από την ελεύθερη απλώς κυκλοφορία των υπηρεσιών.
Σε συμφωνία με αυτά, το Δικαστήριο αναγνώρισε στην υπόθεση Trinon ( 18 ) ότι η εφαρμογή των άρθρων 74 και 75 αποσκοπεί « στην ελευθέρωση των οικονομικών συναλλαγών και τη δημιουργία οικονομίας ανταγωνισμού εντός της Κοινότητας». Από το προοίμιο της Συνθήκης ΕΟΚ, όπως και από την αντίληψη μιας κοινής πολιτικής μεταφορών, συνήγαγε επιπλέον ότι η Κοινότητα έχει επίσης ως αποστολή να εξασφαλίζει ισορροπία στις εμπορικές ανταλλαγές και την εντιμότητα στον ανταγωνισμό και ότι για την πραγματοποίηση των στόχων αυτών στο Συμβούλιο μπορεί να θεσπίσει υποχρεώσεις και εξαναγκαστικά μέτρα για τις επιχειρήσεις μεταφορών της Κοινότητας.
Όπως ήδη εξετέθη, μαζί με τη θέσπιση κοινής πολιτικής μεταφορών πρέπει επίσης να υλοποιηθεί η ελευθερία παροχής υπηρεσιών. Το άρθρο 61 αναφέρεται στην ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών. Για το λόγο αυτό δεν μπορεί η έννοια και ο σκοπός αυτής της διάταξης να συνίστανται στο να εξαιρεθούν μόνο οι μεταφορές ως οικονομικός κλάδος από την αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Η ratio της διάταξης αυτής, όπως επιβεβαίωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση 167/73 ( 19 ) ( Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας), συνίσταται απλώς « στο να υπαχθούν μεταφορές, που κατ' ουσίαν εντάσσονται στον τομέα της παροχής υπηρεσιών σε ειδική ρύθμιση, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιομορφία του εν λόγω οικονομικού κλάδου ». Συνεπώς, η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών πρέπει να πραγματοποιηθεί επίσης στους τομείς που περιλαμβάνονται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β). 'Οπως τόνισε το Δικαστήριο στην υπόθεση Schumalla ( 20 ) αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της κοινής πολιτικής μεταφορών.
2.2.6.2.
Τέλος, το ίδιο το Συμβούλιο συγκεκριμενοποίησε την υποχρέωση προς ενέργεια που περιέχεται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, με την απόφαση 65/271/ΕΟΚ της 13ης Μαΐου 1965 περί εναρμονίσεως ορισμένων διατάξεων που επηρεάζουν τον ανταγωνισμό στις σιδηροδρομικές, οδικές και εσωτερικές πλωτές μεταφορές (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 66), η οποία στηρίζεται στα άρθρα 75 και 99 της Συνθήκης ΕΟΚ και απευθύνεται στα κράτη μέλη. Στις αιτιολογικές σκέψεις της απόφασης αυτής, η οποία είναι δεσμευτική για τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 189, παράγραφος 4, αναφέρονται τα εξής:
« Ένας από τους στόχους της κοινής πολιτικής μεταφορών είναι η εξάλειψη των ανισοτήτων που είναι δυνατό να προξενήσουν σημαντική νόθευση των όρων ανταγωνισμού στον τομέα των μεταφορών επομένως είναι αναγκαίο να ληφθούν μέτρα εναρμονίσεως ή προσεγγίσεως ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αναφέρονται ειδικά στις μεταφορές- αυτά τα μέτρα πρέπει να αφορούν, σε κοινοτικό επίπεδο, τις σχέσεις μεταξύ των διαφόρων τρόπων μεταφοράς, καθώς επίσης ανάλογα με την περίπτωση και τις σχέσεις μεταξύ των επιχειρήσεων των διαφόρων κρατών μελών, στα πλαίσια του κάθε τρόπου μεταφοράς. »
Για το λόγο αυτό, η απόφαση υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λάβουν, εντός των προθεσμιών που ορίζει και που όλες λήγουν πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου τα ακόλουθα μέτρα:
—
όσον αφορά τη φορολογία, να εξαλείψουν τις περιπτώσεις επιβολής διπλής φορολογίας στα οχήματα, να ενοποιήσουν τους κανόνες περί ατελούς εισαγωγής καυσίμων που περιέχονται στη δεξαμενή των αυτοκινήτων, να ενοποιήσουν τις βάσεις υπολογισμού του φόρου των οχημάτων, να ρυθμίσουν τα διάφορα φορολογικά συστήματα που ισχύουν στις εμπορευματικές μεταφορές για ίδιο λογαριασμό, καθώς και για λογαριασμό τρίτων, και να υπαγάγουν την παροχή υπηρεσιών μεταφοράς σε μελλοντικό κοινό σύστημα φόρου κύκλου εργασιών
—
όσον αφορά την κρατική παρέμβαση στις μεταφορές: να περιορίσουν στο ελάχιστο τις υποχρεώσεις δημοσίας υπηρεσίας, να προβλέπουν εύλογη αντιστάθμιση των οικονομικών βαρών που προκύπτουν από τη διατήρηση των ανωτέρω υποχρεώσεων και από εκείνες που συνεπάγονται εκπτώσεις στα κόμιστρα για κοινωνικούς λόγους, να προβαίνουν στη διευθέτηση των λογαριασμών των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων, να προωθούν την οικονομική αυτονομία αυτών των επιχειρήσεων και να καθορίζουν το καθεστώς ενισχύσεων που εφαρμόζεται στις μεταφορές, λαμβάνοντας υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά του τομέα αυτού'
—
όσον αφορά την κοινωνική νομοθεσία: να προσεγγίζουν τις διατάξεις που αναφέρονται ειδικά στις συνθήκες εργασίας στις μεταφορές με σκοπό τη βελτίωση των διατάξεων αυτών, να ενοποιήσουν τις διατάξεις περί συνθέσεως των πληρωμάτων, να εναρμονίσουν τις διατάξεις που αφορούν τη διάρκεια εργασίας, το χρόνο αναπαύσεως, καθώς και την πραγματοποίηση υπερωριών, και να καθιερώσουν ένα βιβλιάριο ελέγχου βάσει του οποίου θα είναι δυνατός, σε ατομική βάση, ο έλεγχος εφαρμογής των διατάξεων που αφορούν τη διάρκεια της εργασίας.
Πέραν αυτού, η απόφαση προβλέπει στο άρθρο 14 ότι το Συμβούλιο ( εξαιρέσει των διατάξεων που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο ) θεσπίζει τις διατάξεις που απαιτούνται για την εφαρμογή της απόφασης αυτής, βάσει των άρθρων 75 και 99 της Συνθήκης, το αργότερο εντός 6 μηνών ή 1 έτους πριν από την ημερομηνία κατά την οποία πρόκειται να τεθούν σε ισχύ. Όλες αυτές οι προθεσμίες έληγαν πριν από την παρέλευση της μεταβατικής περιόδου.
Βέβαια, οι προθεσμίες που αναφέρονται στην εν λόγω απόφαση έχουν παρέλθει προ καιρού, αλλ' αυτό δεν σημαίνει ότι ο χαρακτήρας τους έπαυσε να είναι δεσμευτικός. Οι προθεσμίες αυτές δείχνουν ότι το Συμβούλιο βρίσκεται σε καθυστέρηση από την παρέλευση τους.
Εξάλλου, το Συμβούλιο δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη συγκεκριμενοποίηση, στην οποία προέβη το ίδιο στην απόφαση αυτή, όσον αφορά τις υποχρεώσεις του προς ενέργεια δυνάμει του άρθρου 75, παράγραφος 1, στοιχείο α ), ούτε ως υπερβολικά αόριστη ούτε ως επέμβαση στη διακριτική του εξουσία.
2.2.6.3.
Το Συμβούλιο δεν αμφισβητεί επιπλέον σοβαρά, αν αντιλαμβάνομαι ορθώς, ούτε το γεγονός ότι στα απαραίτητα στοιχεία της πολιτικής μεταφορών που πρέπει να θεσπιστεί δυνάμει του άρθρου 75, παράγραφος 1, πρέπει να συμπεριληφθούν, ιδίως, μέτρα σχετικά με την τεχνική εναρμόνιση, με τη δημιουργία ενιαίας πολιτικής τιμών και χωρητικότητας, καθώς και με την παρακολούθηση της αγοράς και τη δημιουργία υποδομής μεταφορών, τα οποία αναφέρθηκαν πολλές φορές στα υπομνήματα και στις ανακοινώσεις της Επιτροπής και τα ψηφίσματα του Κοινοβουλίου και που συγκεκριμενοποιήθηκαν με τις προτάσεις της Επιτροπής που περιέχονται στην πρόσκληση προς ενέργεια του Κοινοβουλίου της 21ης Σεπτεμβρίου 1982.
2.3.
Με τον τρόπο αυτό μπορεί να συναχθεί ως άλλο ενδιάμεσο συμπέρασμα ότι η υποχρέωση προς ενέργεια του Συμβουλίου που θεμελιώνεται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α ) και β ), έχει καθοριστεί με αρκετά σαφή τρόπο τόσο από άποψη προθεσμίας όσο και κατά περιεχόμενο. Μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου δεν εμπίπτει πλέον στο πεδίο ασκήσεως της διακριτικής εξουσίας του Συμβουλίου το θέμα αν επιθυμεί, εν γένει, να ενεργήσει στους αναφερθέντες τομείς. Εξακολουθεί να διαθέτει διακριτική εξουσία μόνο σε σχέση με τη διαμόρφωση των επιμέρους ρυθμίσεων. Εφόσον, επομένως, το Συμβούλιο δεν έχει λάβει καμιά απόφαση στους τομείς, στους οποίους αναφέρονται οι προτάσεις της Επιτροπής που στηρίζονται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α ) και β ), δεν ανταποκρίθηκε στην υποχρέωση του προς ενέργεια και ως προς το σημείο αυτό παρέλειψε να ενεργήσει κατά παράβαση της Συνθήκης. Αυτή η κατά παράβαση της Συνθήκης παράλειψη πρέπει επίσης να γίνει δεκτή, ιδίως, στην περίπτωση που οι προτάσεις της Επιτροπής διατυπώθηκαν μόλις μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε, η υποχρέωση του Συμβουλίου για τη λήψη αποφάσεων στους αναφερθέντες τομείς εξακολουθεί να υφίσταται.
3. Η παράλειψη τον καθού δικαιολογείται από ειδικούς λόγους;
Τελειώνοντας, μένει επομένως ακόμη προς εξέταση μόνο το ζήτημα αν η υποχρέωση προς ενέργεια του Συμβουλίου, που υφίσταται απολύτως, καθίσταται σχετική από το γεγονός ότι το Συμβούλιο « λαμβάνοντας υπόψη την ιδιομορφία των μεταφορών » πρέπει να θεσπίσει τους κανόνες και να καθορίσει τους όρους που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) ή αν μπορούν άλλα ουσιώδη περιστατικά να αποκλείσουν την καταδίκη του καθού λόγω παραλείψεως κατά παράβαση της Συνθήκης.
3.1.
Το Συμβούλιο ανάγει την έλλειψη των απαιτουμένων νομικών πράξεων σε αντικειμενικές δυσχέρειες που προκύπτουν ιδίως από τη διαφορά των υφιστάμενων εθνικών αντιλήψεων περί πολιτικής μεταφορών, την αλληλοε-ξάρτηση των διαφόρων τομέων των μεταφορών ως προς τις λεπτομέρειες τους, καθώς και από τις επιπτώσεις μιας κοινής πολιτικής μεταφορών σε άλλους πολιτικούς και οικονομικούς στόχους. Είναι της γνώμης ότι η γενική ευθύνη την οποία φέρει απαιτεί, βάσει του πραγματικού στοιχείου « λαμβάνοντας υπόψη την ιδιομορφία των μεταφορών», να λάβει υπόψη του τις δυσχέρειες αυτές κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας.
Εντούτοις, κανένας από τους διαδίκους δεν αμφισβητεί ότι το Συμβούλιο πρέπει να ασκεί τη διακριτική του εξουσία λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες των μεταφορών και ότι επομένως αυτό το πραγματικό στοιχείο πρέπει να νοείται ως ιδιαιτέρως ευρέα όρια διακριτικής εξουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση τίθεται όμως το ερώτημα αν αυτά τα όρια διακριτικής εξουσίας εκτείνονται τόσο ώστε μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου να μπορεί να δικαιολογούν παράλειψη του Συμβουλίου προς ενέργεια, εφόσον υπάρχουν συγκεκριμένες προτάσεις της Επιτροπής που στηρίζονται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α ) και β ).
3.1.1.
Αυτή η ερμηνεία, η οποία αναγνωρίζει στο αναφερθέν πραγματικό στοιχείο ένα είδος προστατευτικής ρήτρας, προσκρούει όμως ήδη στο γεγονός ότι, όπως ορθώς τονίζει το προσφεύγον, το σύστημα της Συνθήκης ΕΟΚ δεν γνωρίζει προστατευτικές ρήτρες, εκτός από τα ρητώς επιτρεπόμενα προστατευτικά μέτρα που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παράλειψη υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη. Σε περίπτωση που το κοινοτικό δίκαιο θα προκαλούσε δυσχέρειες σε ορισμένους οικονομικούς κλάδους ή θα δημιουργούσε κίνδυνο ζημιών σε έναν οικονομικό κλάδο, η Συνθήκη προβλέπει ειδικά ή γενικά προστατευτικά μέτρα.'Ετσι, για παράδειγμα, σε παρόμοια περίπτωση το άρθρο 75, παράγραφος 3, παρεκκλίνοντας από τους βασικούς κανόνες επιτρέπει στο Συμβούλιο να λαμβάνει αποφάσεις ομοφώνως. Πέραν αυτού, δυνάμει του άρθρου 226 της Συνθήκης ΕΟΚ επιτρεπόταν στα κράτη μέλη κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου να λαμβάνουν προστατευτικά μέτρα κατ' απόκλιση από τους κανόνες της Συνθήκης. Το άρθρο 135 της πράξεως προσχωρήσεως του 1972 και το άρθρο 130 της πράξεως προσχωρήσεως της Ελλάδας καθιστούσαν δυνατές ανάλογες ενέργειες. Για την περίπτωση που υπήρχε φόβος προκλήσεως σοβαρών κινδύνων ή εμποδίων για τη θέσπιση κοινής πολιτικής μεταφορών από την προσχώρηση των νέων μελών, θα ήταν επιπλέον σκόπιμο να γίνουν τροποποιήσεις στις αντίστοιχες πράξεις προσχωρήσεως ή να προβλεφθούν μεταβατικές ρυθμίσεις. Δεδομένου ότι αυτό δεν συνέβη, πρέπει να θεωρηθεί ότι η υποχρέωση του Συμβουλίου να συμμορφωθεί προς τους υπάρχοντες κανόνες της Συνθήκης υφίσταται στο ακέραιο, όπως προβλέφθηκε στο άρθρο 2 των πράξεων περί των όρων προσχωρήσεως και των προσαρμογών των Συνθηκών του 1972 (ΑΒl. L 73 της 27.3.1972) και 1979 ( ΕΕ ειδ. έκδ. της 19.11.1979 ).
3.1.2.
Η θέση του Συμβουλίου ότι οι ιδιομορφίες των μεταφορών μπορούν να δικαιολογήσουν μια παράλειψη μπορεί επιπλέον να αντικρουστεί, πράγμα που επισημαίνει ιδίως η Επιτροπή, με αναφορά στις σχετικές διατάξεις για τη δημιουργία κοινής γεωργικής πολιτικής. Το άρθρο 39, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ περιέχει απαρίθμηση των στόχων της πολιτικής αυτής. Δεδομένου ότι οι στόχοι αυτοί βρίσκονται μεταξύ τους σε σχέση ανταγωνισμού, το Δικαστήριο δέχεται, σύμφωνα με πάγια νομολογία, ότι το Συμβούλιο διαθέτει ευρεία νομοθετική διακριτική εξουσία, όσον αφορώ την υποχρέωση δημιουργίας κοινών οργανώσεων αγοράς για όλα τα γεωργικά προϊόντα.
Κατά τον ίδιο τρόπο όπως και το άρθρο 75, το άρθρο 39, παράγραφος 2, προβλέπει ότι κατά τη διαμόρφωση της κοινής γεωργικής πολιτικής πρέπει μεταξύ άλλων να ληφθούν υπόψη, τόσο ο ιδιαίτερος χαρακτήρας των γεωργικών εργασιών, ο οποίος οφείλεται στην κοινωνική διάρθρωση της γεωργίας και στις διαρθρωτικές και εξαρτώμενες από τη φύση διαφορές των διαφόρων γεωργικών περιοχών, όσο και το γεγονός ότι η γεωργία αποτελεί στα κράτη μέλη έναν οικονομικό τομέα που εμπλέκεται στενά με ολόκληρη την οικονομία. Εντούτοις, αναγνωρίζεται γενικά ότι, παρά τη διάταξη αυτή, υπήρχε υποχρέωση δημιουργίας κοινών οργανώσεων αγοράς κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, δηλαδή κατά τη διάρκεια ακριβώς καθορισμένης περιόδου. Η ύπαρξη αυτής της υποχρέωσης γίνεται επίσης δεκτή στη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το γεωργικό τομέα, ιδίως όσον αφορά την κοινή αλιευτική πολιτική, όπου το Δικαστήριο όφειλε να αποφανθεί επί ζητημάτων σχετικά με τις επιπτώσεις από παράλειψη ενεργείας του Συμβουλίου κατά παράβαση της Συνθήκης (πρβλ. Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, υπόθεση 231/78 ( 21 ) Επιτροπή κατά Γαλλίας, υπόθεση 232/78 ( 22 ), Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, υπόθεση 804/79 ( 23 ) και Thymen ( 24 ) ). Η νομολογία αυτή δείχνει ότι η παράλειψη του Συμβουλίου να ενεργήσει σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που υπέχει έχει ως συνέπεια υποχρέωση συνεργασίας των κρατών μελών. Η εν λόγω υποχρέωση συνεργασίας προϋποθέτει όμως ότι το Συμβούλιο έπρεπε κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου ή εντός της χρονικής περιόδου που προβλέπεται στο άρθρο 102 των πράξεων προσχωρήσεως να ενεργήσει και αντίθετα προς την υποχρέωση αυτή δεν ενήργησε.
3.1.3.
Στο πλαίσιο αυτό, δεν ευσταθεί επίσης η επίκληση από το Συμβούλιο ορισμένων θεωριών του γαλλικού και ιταλικού διοικητικού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες μια αρχή, η οποία οφείλει να εκπληρώσει μία υποχρέωση με συγκεκριμένο περιεχόμενο, δεν ευθύνεται για παράνομη παράλειψη σε περίπτωση που η εκπλήρωση παρόμοιας υποχρεώσεως προσκρούει σε συγκεκριμένες περιστάσεις τεχνικής ή πολιτικής φύσεως. Όπως ορθώς τόνισε το προσφεύγον και ιδίως η υπέρ αυτού παρεμβαίνουσα, στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για διοικητική διαφορά αλλά για διαφορά συνταγματικού δικαίου. Το Κοινοβούλιο, ως όργανο, ασκεί προσφυγή κατά του Συμβουλίου, άλλου οργάνου, προκειμένου να διαπιστωθεί παράλειψη κατά παράβαση της Συνθήκης. Επομένως, παράλληλες περιπτώσεις μπορούν να αναζητηθούν στις έννομες τάξεις των κρατών μελών, στις οποίες, όπως για παράδειγμα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ή στην Ιταλική Δημοκρατία, καλείται να αποφανθεί επί παρόμοιων διαφορών ένα συνταγματικό δικαστήριο. Το καθού όμως δεν αμφισβήτησε ότι ούτε το γερμανικό ούτε το ιταλικό Συνταγματικό Δικαστήριο αναγνώρισε ότι ένα συνταγματικό όργανο μπορεί να επικαλεστεί λυσιτελώς σχετικές δυσχέρειες για να δικαιολογήσει την παράλειψη του προς ενέργεια, όσον αφορά σαφώς διατυπωμένη συνταγματική εντολή.
Η άποψη του καθού ότι παρά την ύπαρξη δεσμευτικής από άποψη προθεσμίας υποχρεώσεως προς ενέργεια δεν υποχρεούται να προβεί σε ενέργεια σύμφωνα με την εν λόγω προθεσμία σε περίπτωση που « αφίσταται από τη λήψη αποφάσεως λόγω δυσχερειών, οι οποίες έχουν ανακύψει και τις οποίες μπορεί να αποδείξει », εξομοιώνεται με σιωπηρή τροποποίηση της Συνθήκης μέσω παραλείψεως του Συμβουλίου να ενεργήσει. Το Συμβούλιο υποστηρίζει την άποψη ότι οι δυσχέρειες στον τομέα των μεταφορών, που μας είναι απόλυτα γνωστές, το αποδεσμεύουν από την τήρηση των προθεσμιών. Πιστεύω ότι μάλλον συνηγορεί υπέρ της εκδοχής το ότι οι δυσχέρειες αυτές, τις οποίες γνώριζαν πολύ καλά οι συντάκτες της Συνθήκης, τους ώθησαν στη θέσπιση των προθεσμιών για να αποτραπεί μια αναβολή «sine die» της λήψεως των αναγκαίων αποφάσεων.
3.2.
Σε περίπτωση που το Δικαστήριο κάνει δεκτό το επιχείρημα των « ανυπέρβλητων δυσχερειών» θα εφαρμόσει επιπλέον, όπως ορθώς τονίζει το προσφεύγον καθώς και η υπέρ αυτού παρεμβαίνουσα, διαφορετικά κριτήρια για τα κράτη μέλη και για την Κοινότητα. Κατά πάγια νομολογία το Δικαστήριο δέχεται ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλεστούν πολιτικές ή οικονομικές δυσχέρειες έναντι μιας σαφώς καθορισμένης υποχρέωσης προς ενέργεια βάσει του κοινοτικού δικαίου για να δικαιολογήσουν την κατά παράβαση της Συνθήκης παράλειψη τους. Τίποτε άλλο δεν μπορεί να ισχύει και για το Συμβούλιο, εφόσον του έχει επιβληθεί υποχρέωση προς ενέργεια που καθορίζεται σαφώς και ακριβώς από το κοινοτικό δίκαιο.
3.2.1.
Από τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τις κατά παράβαση της Συνθήκης παραλείψεις των κρατών μελών πρέπει να συναχθεί ότι το διαρθρωτικό πρόβλημα του σχηματισμού βουλήσεως που προβάλλει το Συμβούλιο δεν το αποδεσμεύει από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχει από τη Συνθήκη. Το Συμβούλιο δεν πρέπει ως προς το σημείο αυτό να θεωρείται ως συνέλευση των κυβερνήσεων που το έργο της συνίσταται σε αναμονή, έως ότου εξασφαλιστεί η δυνατότητα εφαρμογής μιας απόφασης στα κράτη μέλη.
Πολύ περισσότερο, έργο του Συμβουλίου είναι να ενεργεί, δηλαδή να μεριμνά για την προσέγγιση της οικονομικής πολιτικής των κρατών μελών. Για το σκοπό αυτό έχει εξουσία λήψεως αποφάσεων (άρθρο 145). Αφενός, είναι κοινοτικό όργανο ( άρθρο 4, παράγραφος 1 ), αφετέρου, αποτελείται από τους αντιπροσώπους των κρατών μελών (άρθρο 146, παράγραφος 1, πρώτη φράση). Τα μέλη του Συμβουλίου, βρίσκονται επομένως από το νόμο σε λεπτή σχέση, δεδομένου ότι, αφενός, αποτελούν μέλη ενός κοινοτικού οργάνου, αφετέρου, είναι αντιπρόσωποι των κρατών μελών, δηλαδή του κράτους μέλους του οποίου είναι υπήκοοι. Θεωρώ εντούτοις ανεπίτρεπτο να υπογραμμίζεται αυτή η από το νόμο λεπτή σχέση κατά τέτοιο τρόπο ώστε να τονίζεται μόνο η μια λειτουργία και να παραμελείται η άλλη, χαρακτηρίζοντας το Συμβούλιο είτε μόνο ως κοινοτικό όργανο είτε μόνο ως « Συνέλευση των κυβερνήσεων των κρατών μελών», πράγμα που είναι ανακριβές ήδη λόγω του δικαιώματος συμμετοχής της Επιτροπής στις αποφάσεις του Συμβουλίου. Εν πάση περιπτώσει, το Συμβούλιο δεν ανταποκρίθηκε στην υποχρέωση που υπέχει ως κοινοτικό όργανο κατά την εφαρμογή του άρθρου 75, παράγραφος 1, στοιχεία α ) και β ).
Η επιχειρηματολογία του Συμβουλίου φαίνεται να βρίσκεται εγγύτατα στη σκέψη ότι οι « αντιπρόσωποι των κρατών μελών » δεν είναι σε θέση, λόγω των διαφορετικών συμφερόντων των κρατών τους, να εκπληρώσουν το κοινοτικό τους έργο.
Σ' αυτό πρέπει να αντιταχθεί ότι τα κράτη μέλη και συνεπώς τα όργανα τους, επομένως και οι κυβερνήσεις τους, υποχρεούνται σύμφωνα με το άρθρο 5 να συμπεριφέρονται ευνοϊκώς προς την Κοινότητα. Επομένως, τα μέλη του Συμβουλίου υποχρεούνται και ως « αντιπρόσωποι των κρατών μελών » να συμπεριφέρονται ευνοϊκώς προς την Κοινότητα. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο διασαφήνισε στην απόφαση Aetr ( υπόθεση 22/70 ( 25 ) ), ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να ενεργούν κατά τη δημιουργία της κοινής πολιτικής μεταφορών επιδεικνύοντας αλληλεγγύη, προκειμένου να διαφυλαχθούν τα συμφέροντα της Κοινότητας ( εν προκειμένω στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων ). Η αρχή αυτή έχει κυρίως σημασία για τις εσωτερικές σχέσεις της Κοινότητας.
Είναι επίσης αντιφατικό το ότι το Συμβούλιο, αφενός, φοβάται ότι η προσφυγή θα καταλήξει σε επέμβαση στην πολιτική και ιδίως τη νομοθετική του αρμοδιότητα ως κοινοτικού οργάνου, αφετέρου, δεν θέλει να αναλάβει την ευθύνη για την ελλιπή εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχει από τη Συνθήκη στον τομέα της πολιτικής μεταφορών, θέλει δε να επικαλεστεί τις πολιτικές και οικονομικές δυσχέρειες των κρατών μελών.
Εξάλλου, στην υπόθεση 166/78 ( 26 ) (Ιταλική Δημοκρατία κατά Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ) το Δικαστήριο σαφώς διέκρινε μεταξύ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των κρατών μελών και αυτών του Συμβουλίου ως κοινοτικού οργάνου. Επιβεβαίωσε ρητώς το δικαίωμα ενός κράτους μέλους να μπορεί δυνάμει του άρθρου 173, παράγραφος 1, να απαιτεί δικαστικώς την ακύρωση ενός κανονισμού του Συμβουλίου και στην περίπτωση που το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος είχε συμφωνήσει στη θέσπιση του εν λόγω κανονισμού στο πλαίσιο του Συμβουλίου. Όπως τα δικαιώματα των κρατών μελών δεν εξαρτώνται από τη στάση που το Συμβούλιο υιοθετεί εν γένει ως κοινοτικό όργανο, έτσι και αυτό, αντιστρόφως, δεν μπορεί να επικαλεστεί περιστάσεις που εμπίπτουν στη σφαίρα δράσεως των κρατών μελών, για να δικαιολογήσει ή να ζητήσει να συγχωρηθεί η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχει ως κοινοτικό όργανο.
3.2.2.
Το άρθρο 75, παράγραφος 1, σύμφωνα με το οποίο το Συμβούλιο έχει την υποχρέωση να θεσπίσει τα μέτρα που προβλέπονται σ' αυτό, διαφέρει τελικώς βασικά από τις διατάξεις της Συνθήκης, που ασχολούνται με την κοινή οικονομική και νομισματική πολιτική. Οι τελευταίες αυτές διατάξεις αφορούν κατά πρώτο λόγο τα κράτη μέλη, τα οποία καλούνται ως προς το σημείο αυτό να συντονίσουν την οικονομική πολιτική τους. Αντιθέτως, στο Συμβούλιο ως κοινοτικό όργανο παραχωρείται στον τομέα αυτό, διαφορετικά απ' ό,τι συμβαίνει στον τομέα των μεταφορών, μόνο πολύ περιορισμένη εξουσία λήψεως αποφάσεων. Επομένως, όπως ορθώς τονίζει το προσφεύγον, δεν επιτρέπεται να συνάγονται από τη θέσπιση κοινής οικονομικής και νομισματικής πολιτικής συμπεράσματα για τη θέσπιση κοινής πολιτικής μεταφορών.
3.2.3.
Σε περίπτωση όμως που το Συμβούλιο ως κοινοτικό όργανο δεν εκπληρώνει υποχρέωση, την οποία υπέχει από τη Συνθήκη, δεν μπορεί εν τέλει η κατά παράβαση της Συνθήκης παράλειψη που πρέπει να αναγνωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 175 να εξαρτάται από το αν υπήρχε ή όχι η απαιτούμενη πλειοψηφία για τ?/λήψη αποφάσεως, πράγμα που αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Αποφασιστικής σημασίας είναι μόνο αν το Συμβούλιο ενήργησε, πράγμα που αναμφισβήτητα δεν συνέβη. Ακριβώς όπως απαγορεύεται στα κράτη μέλη να επικαλεσθούν έγκυρα, κατά τη διαδικασία λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 169, τις δυσχέρειες που εμφανίζονται κατά το σχηματισμό της βούλησης τους στο εσωτερικό επίπεδο, κατά τον ίδιο τρόπο πρέπει και στη διαδικασία του άρθρου 175, το οποίο αφορά απλώς τη διαπίστωση παραλείψεως κατά παράβαση της Συνθήκης, να απαγορεύεται στο Συμβούλιο να δικαιολογεί ή να ζητεί να συγχωρηθεί η ελλιπής εκπλήρωση δεσμευτικών υποχρεώσεων που υπέχει από τη Συνθήκη επικαλούμενο δυσχέρειες εσωτερικής φύσεως κατά το σχηματισμό της βούλησης του.
3.3.
Τελειώνοντας, πρέπει να εξεταστεί ακόμη το ζήτημα που έθεσε η ολλανδική κυβέρνηση, η οποία παρενέβη υπέρ του Συμβουλίου, αν η απευθείας εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών δεν αποδέσμευσε το Συμβούλιο από την αναγκαιότητα να θεσπίσει σειρά μέτρων, για τα οποία γίνεται λόγος στο δικόγραφο της προσφυγής.
3.3.1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
Η ολλανδική κυβέρνηση υποστηρίζει κατ' ουσίαν, την άποψη ότι παρόλο που το Συμβούλιο δεν θέσπισε σύμφωνα με τα άρθρα 61 και 75, παράγραφος 1, στοιχεία α ) και β ), κοινούς κανόνες για την πραγμάτωση της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών, εφαρμόζονται απευθείας μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου και στον τομέα αυτό οι διατάξεις των άρθρων 59 και επ. περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου για την απευθείας εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης επιχειρεί να συναγάγει ότι η αναγκαιότητα λεπτομερών εκτελεστικών διατάξεων δεν αποκλείει την απευθείας ενέργεια των εν λόγω διατάξεων σε περίπτωση που δεν θεσπίστηκαν κοινοί κανόνες κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου. Η ολλανδική κυβέρνηση προβάλλει σαν νομικοπολιτικό επιχείρημα για την ερμηνεία αυτή το ότι μια άλλη ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως θα ευνοούσε λιγότερο την αρμονική εξέλιξη της κοινής αγοράς και το ότι η επίκληση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των μεταφορών δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η ύπαρξη εντελώς ελεύθερων μεταφορών εμπορευμάτων ως συνέπεια της έλλειψης κοινής πολιτικής μεταφορών. Αν γίνει δεκτή η ερμηνεία αυτή, το Συμβούλιο απαλλάσσεται από την αιτίαση ότι δεν αποφάσισε εγκαίρως.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών δεν πρέπει ακόμη να θεωρηθούν ως απευθείας εφαρμόσιμες με τη λήξη της μεταβατικής περιόδου. Εν προκειμένω η Επιτροπή στηρίζεται κυρίως στο άρθρο 61, παράγραφος 1, το οποίο περιέχει παραπομπή, χρονικά απεριόριστη, για τη ρύθμιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών στις διατάξεις του τίτλου περί μεταφορών καθώς και στο γεγονός ότι το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β), παρέχει στο Συμβούλιο σημαντική διακριτική εξουσία, η οποία περιορίζεται μόνο από τους στόχους της Συνθήκης. Κατά την άποψη της, όμως, σε περίπτωση συνεχιζόμενης αρνήσεως του Συμβουλίου να συμμορφωθεί με μια υποχρέωση προς ενέργεια, δεν πρέπει να αποκλείεται ότι το Δικαστήριο θα καλύψει το κενό που δημιουργήθηκε με την παράλειψη του Συμβουλίου, κηρύσσοντας τις διατάξεις περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών ως απευθείας εφαρμόσιμες και στον τομέα των μεταφορών.
3.3.2. Νομική αξιολόγηση
Κατά την άποψη μου, στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να μην εξεταστεί το ζήτημα αν οι διατάξεις σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών πρέπει να θεωρηθούν μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου ή ενδεχομένως μετά τη λήξη εύλογου χρονικού διαστήματος ως απευθείας εφαρμόσιμες και στον τομέα επίσης των μεταφορών. Η απευθείας εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών, σε περίπτωση που γίνεται δεκτή, θα μπορούσε πράγματι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, να έχει εν πάση περιπτώσει ως αποτέλεσμα, να μπορούν οι ιδιώτες να επικαλούνται τις διατάξεις αυτές ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο όμως έκανε δεκτό στην υπόθεση 102/79 ( 27 ) ( Επιτροπή κατά Βελγίου), όσον αφορά την απευθείας εφαρμογή οδηγιών, ότι αυτή η ελάχιστη εγγύηση που προκύπτει από τον αναγκαστικό χαρακτήρα της υποχρέωσης που υπέχουν τα κράτη μέλη από τις οδηγίες δυνάμει του άρθρου 189, παράγραφος 3, δεν μπορεί να χρησιμεύσει σε κανένα κράτος μέλος ως δικαιολογία για την παράλειψη του να θεσπίσει εγκαίρως τα κατάλληλα μέτρα εκτελέσεως για την πραγματοποίηση των στόχων της εκάστοτε οδηγίας. Δεν μπορεί να ισχύει τίποτε άλλο για την περίπτωση που το Συμβούλιο ως κοινοτικό όργανο δεν ενήργησε, αντίθετα προς τις δεσμευτικές υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη. Και σε αυτή την περίπτωση, μια ελαχίστη εγγύηση που έχει παρασχεθεί στους επιχειρηματίες να επικαλούνται ενδεχομένως τις διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, δεν μπορεί να αποδεσμεύσει το Συμβούλιο από τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει από τη Συνθήκη, οι οποίες περιέχονται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β) και, όπως αναφέρθηκε, είναι επαρκώς συγκεκριμενοποιημένες.
4.
Σχετικά με την αιτίαση ότι το Συμβούλιο παρέλειψε κατά παράβαση της Συνθήκης να θεσπίσει διατάξεις για τους τομείς κοινής πολιτικής μεταφορών που αναφέρονται στις προτάσεις της Επιτροπής παρατηρούνται τα εξής:
4.1.
Δεδομένου ότι σύμφωνα με όσα έχουν λεχθεί μέχρι τώρα πρέπει να ληφθεί ως βάση ότι μπορεί να διαπιστωθεί παράλειψη του καθού κατά παράβαση της Συνθήκης με επαρκή βεβαιότητα, μόνο όσον αφορά τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β), όλες οι άλλες αιτιάσεις περί παραλείψεως που δεν στηρίζονται στις διατάξεις αυτές πρέπει κατά τη γνώμη μου να απορριφθούν ως αβάσιμες. Οι προτάσεις της Επιτροπής που αναφέρονται στα ψηφία 13 και 14 του δικογράφου της προσφυγής, για θέσπιση κανονισμού του Συμβουλίου περί συστήματος παρακολουθήσεως της αγοράς ως προς τις σιδηροδρομικές, τις οδικές και τις πλωτές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ των κρατών μελών ( 28 ) καθώς και κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με την υποστήριξη των σχεδίων κοινοτικού ενδιαφέροντος στον τομέα της υποδομής μεταφορών ( 29 ) στηρίζονται, σύμφωνα με στοιχεία της ίδιας της Επιτροπής, αποκλειστικώς στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο γ). Συνεπώς, ως προς το σημείο αυτό δεν μπορεί να διαπιστωθεί με επαρκή βεβαιότητα ότι το καθού παρέλειψε κατά παράβαση της Συνθήκης να θεσπίσει διατάξεις για τους εν λόγω τομείς.
Ομοίως η πρόταση που αναφέρεται στο ψηφίο 15 για απόφαση του Συμβουλίου περί συλλογής πληροφοριών σχετικά με τις δραστηριότητες των οδικών μεταφορέων εμπορευμάτων στις εμπορευματικές οδικές μεταφορές προς και από ορισμένες τρίτες χώρες ( 30 ) δεν στηρίζεται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α ) και β ), αλλά στο άρθρο 213 της Συνθήκης ΕΟΚ. Απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, το Συμβούλιο δήλωσε ρητώς κατά την προφορική διαδικασία ότι απέρριψε την εν λόγω πρόταση. Η Επιτροπή εξέθεσε ότι όλο αυτό το διάστημα θεωρούσε ότι η πρόταση εξακολουθούσε να εκκρεμεί ενώπιον του Συμβουλίου, αλλ' ότι τώρα αποδέχεται τη δήλωση του Συμβουλίου. Το προσφεύγον δήλωσε ότι είναι πρόθυμο « να λάβει γνώση » της απόρριψης της πρότασης από το Συμβούλιο. Συνεπώς, τίθεται το ερώτημα αν η δήλωση αυτή μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η προσφυγή δεν αφορά πλέον την παράλειψη του Συμβουλίου ως προς αυτή την πρόταση. Κατά την άποψη μου, όμως, πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό, δεδομένου ότι τόσο η παραίτηση από την προσφυγή όσο και η δήλωση ότι η προσφυγή δεν έχει πλέον αντικείμενο μπορούν να γίνουν μόνο με σαφή δήλωση βουλήσεως κατά τη δίκη. Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσφυγή εξακολουθεί να περιλαμβάνει και αυτή την πρόταση και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί και ως προς το σημείο αυτό ως αβάσιμη.
4.2.
Οι υπόλοιπες έντεκα προτάσεις στον τομέα των μεταφορών, οι οποίες αποβλέπουν στην εναρμόνιση των κοινωνικών διατάξεων, των φορολογικών διατάξεων, των διατάξεων τεχνικού περιεχομένου και των κρατικών παρεμβάσεων, καθώς και στη δημιουργία κοινής πολιτικής ως προς τη χωρητικότητα στις μεταφορές χαρακτηρίζονται από το ότι όλες στηρίζονται τουλάχιστον και στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο α). Τρεις προτάσεις διατυπώθηκαν κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου.
4.2.1.
Η παλαιότερη πρόταση, η οποία είχε διατυπωθεί προς το Συμβούλιο υπό την αρχική της μορφή ήδη στις 7 Σεπτεμβρίου 1962, αναφέρεται στο ψηφίο 4 και στηρίζεται στα στοιχεία α ) και γ ). Πρόκειται για την πρόταση οδηγίας σχετικά με το βάρος και τις διαστάσεις των εμπορικών οχημάτων και ορισμένους συμπληρωματικούς τεχνικούς όρους ( 31 ) ( τροποποιήθηκε για τελευταία φορά στις 21 Ιουνιοι 1971 ). Από τις 29 Νοεμβρίου 1967 εκκρεμεί στο Συμβούλιο η πρόταση κανονισμού που αναφέρεται στο ψηφίο 12 περί προσβάσεως στην αγορά των εσωτερικών πλωτών εμπορευματικών μεταφορών ( 32 ) (τροποποιήθηκε για τελευταία φορά στις 28 Απριλίου 1969), η οποία στηρίζεται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α ), β ) και γ ). Επίσης, εντός ακόμη της προβλεπόμενης από τη Συνθήκη προθεσμίας, στις 17 Ιουλίου 1968, διατυπώθηκε προς το Συμβούλιο η πρόταση πρώτης οδηγίας του Συμβουλίου περί προσαρμογής των εθνικών ρυθμίσεων περί φόρων επί των εμπορικών οχημάτων ( 33 ), η οποία αναφέρεται στο ψηφίο 2. Το γεγονός ότι η πρόταση αυτή, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α ) και γ ), καθώς και στο άρθρο 99, θα μπορούσε να γίνει δεκτή μόνο με ομοφωνία, δεν μπορεί, όπως καταδείχτηκε, να δικαιολογήσει την παράλειψη του Συμβουλίου, το οποίο αναγνώρισε ρητώς την υποχρέωση του για τη θέσπιση σχετικών διατάξεων κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου στην απόφαση της 13ης Μαΐου 1965.
4.2.2.
Οι υπόλοιπες οκτώ προτάσεις που αναφέρονται στο δικόγραφο της προσφυγής διατυπώθηκαν προς το Συμβούλιο μόνο μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου. Εδώ πρόκειται εν μέρει για προτάσεις που διατυπώθηκαν για πρώτη φορά για ορισμένο τομέα της πολιτικής μεταφορών και εν μέρει για προτάσεις που αποβλέπουν στην τροποποίηση και συμπλήρωση νομικών πράξεων που υφίστανται ήδη.
4.2.2.1.
Η πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου που αναφέρεται στο ψηφίο 1 περί εναρμονίσεως ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των εσωτερικών πλωτών μεταφορών ( 34 ), η οποία στηρίζεται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α ) και γ ), εκκρεμεί στο Συμβούλιο υπό την αρχική της διατύπωση από τη 17η Σεπτεμβρίου 1975. Το Συμβούλιο αναγνώρισε την υποχρέωση του να ενεργήσει στον τομέα αυτό στην αναφερθείσα απόφαση του 1965. Η πρόταση κανονισμού που αναφέρεται στο ψηφίο 7 και στηρίζεται αποκλειστικώς στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο α), περί προσαρμογής της χωρητικότητας, όσον αφορά τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές για λογαριασμό τρίτων μεταξύ των κρατών μελών ( 35 ) εκκρεμεί ενώπιον του Συμβουλίου από τις 5 Οκτωβρίου 1978. Η πρόταση οδηγίας που αναφέρεται στο ψηφίο 8 και που επίσης στηρίζεται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο α ), σχετικά με τις οδικές μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών ( 36 ) διατυπώθηκε προς το Συμβούλιο την 1η Φεβρουαρίου 1979 για να αποφασίσει επ' αυτής.
4.2.2.2.
Οι υπόλοιπες πέντε προτάσεις αποσκοπούν στην τροποποίηση ή συμπλήρωση νομικών πράξεων που υφίστανται ήδη. Οι προτάσεις που αναφέρονται στα ψηφία 5 και 6 αποβλέπουν σε εναρμόνιση των κρατικών παρεμβάσεων και στηρίζονται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχεία α) και γ), καθώς και στο άρθρο 94. Πρόκειται για δύο προτάσεις κανονισμού του Συμβουλίου προς συμπλήρωση του κανονισμού 1191/69 του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 1969 περί των ενεργειών των κρατών μελών που αφορούν τις υποχρεώσεις που είναι συνυφασμένες με την έννοια της δημόσιας υπηρεσίας στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών ( 37 ), που διατυπώθηκαν προς το Συμβούλιο στις 18 Δεκεμβρίου 1972 και για την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου περί τροποποιήσεως του κανονισμού 1192/69 περί κοινών κανόνων για τη διευθέτηση των λογαριασμών των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων ( 38 ), που υποβλήθηκε στο Συμβούλιο στις 7 Δεκεμβρίου 1977. Οι προτάσεις που αναφέρονται στα ψηφία 9 έως 11 στηρίζονται αποκλειστικώς στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο α), και αφορούν άλλα μέτρα ελευθερώσεως στον τομέα των εμπορευματικών οδικών μεταφορών μεταξύ των κρατών μελών. Η πρόταση περί τροποποιήσεως της πρώτης οδηγίας περί της θεσπίσεως κοινών κανόνων ως προς ορισμένες οδικές μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών και της οδηγίας 65/269/ΕΟΚ ( 39 ) έχει διατυπωθεί προς το Συμβούλιο από την 18η Σεπτεμβρίου 1980. Οι προτάσεις περί τροποποιήσεως της πρώτης οδηγίας του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1962, 65/269/ΕΟΚ περί ενοποιήσεως ορισμένων κανόνων σχετικά με τις άδειες για τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ των κρατών μελών ( 40 ) και περί τροποποιήσεως του κανονισμού 3164/76 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1976, περί κοινοτικής ποσοστώσεως για τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ των κρατών μελών ( 41 ), διατυπώθηκαν και οι δύο προς το Συμβούλιο στις 15 Δεκεμβρίου 1980 προκειμένου να λάβει απόφαση επ' αυτών.
Δεδομένου ότι η τελευταία αυτή ομάδα προτάσεων αποσκοπεί κατ' ουσίαν στην τροποποίηση διατάξεων που υφίστανται ήδη, δεν μπορεί να διατυπωθεί αιτίαση κατά του καθού ότι δεν ενήργησε διότι, πράγματι, όπως προκύπτει από τους τίτλους των προτάσεων, έχει ήδη θεσπίσει νομικές πράξεις. Τίθεται μόνο το ερώτημα αν το Συμβούλιο είχε υποχρέωση να ενεργήσει πέρα από τη θέσπιση των πράξεων αυτών. Στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Η υποχρέωση θεσπίσεως κοινών κανόνων δυνάμει του άρθρου 75, παράγραφος 1, στοιχείο α), εξακολουθεί να υφίσταται, όπως αναφέρθηκε, και μετά τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 75, παράγραφος 2. Από αυτό συνάγεται ότι οι κανόνες που έχουν ήδη θεσπιστεί από το Συμβούλιο πρέπει ενδεχομένως να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις μιας κοινής πολιτικής μεταφορών. Συνεπώς, το καθού ήταν υποχρεωμένο να αποφασίσει, εντός εύλογης προθεσμίας, επί των προτάσεων της Επιτροπής που επεδίωκαν τροποποίηση ή συμπλήρωση των υφισταμένων ρυθμίσεων. Μπορούσε να τις εγκρίνει, να τις απορρίψει ή να τις τροποποιήσει ομοφώνως δυνάμει του άρθρου 149 της Συνθήκης ΕΟΚ. Σε καμία περίπτωση όμως το Συμβούλιο δεν μπορεί να αποδεσμευτεί από την υποχρέωση του προς ενέργεια που προβλέπεται από τη Συνθήκη μη ασκώντας τη διακριτική του εξουσία και μη λαμβάνοντας απολύτως καμία απόφαση σχετικά με τις προτάσεις που του διατύπωσε η Επιτροπή.
Στο πλαίσιο αυτό μπορεί πάντως να τεθεί το ερώτημα, μήπως η αναγνώριση παραλείψεως του Συμβουλίου κατά παράβαση της Συνθήκης απαγορεύεται λόγω της καθυστερημένης διατυπώσεως των τροποποιητικών προτάσεων του έτους 1980. Συμφωνώ εντούτοις με την άποψη του προσφεύγοντος και της υπέρ αυτού παρεμβαίνουσας ότι, ως προς το σημείο αυτό, επίσης πρέπει να γίνει δεκτή παράλειψη του Συμβουλίου, κατά παράβαση της Συνθήκης.
Σχετικά πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι εν λόγω προτάσεις δεν αφορούν κάποιο νέο τομέα αλλ' ότι πρόκειται απλώς για προσαρμογή ή περαιτέρω εξέλιξη του δικαίου που υφίσταται ήδη από πολλά χρόνια. Το καθού δεν αμφισβήτησε επίσης ότι γνώριζε τις ανακύπτουσες δυσχέρειες που συνδέονται με την εφαρμογή του δικαίου αυτού. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η Επιτροπή άργησε δυσανάλογα πολύ να διατυπώσει τις τροποποιητικές προτάσεις. Σε περίπτωση που το καθού είχε διαφορετική γνώμη θα μπορούσε τέλος να έχει εγκαίρως ζητήσει από την Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 152 της Συνθήκης ΕΟΚ, « να διεξαγάγει τις κατά την άποψη του πρόσφορες έρευνες για την πραγματοποίηση των κοινών σκοπών και να του υποβάλει τις κατάλληλες προτάσεις ».
Για το λόγο αυτό πρέπει επίσης και ο χρόνος που έχει παρέλθει από το χρονικό σημείο που υποβλήθηκαν οι εν λόγω προτάσεις να θεωρηθεί ως επαρκές και εύλογο χρονικό διάστημα, εντός του οποίου το καθού έπρεπε να αποφασίσει σχετικά με τις τροποποιητικές προτάσεις της Επιτροπής για την ελευθέρωση των οδικών εμπορευματικών μεταφορών, που στηρίζονται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο α ), της Συνθήκης ΕΟΚ.
IV —
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει τα δικαστικά έξοδα εν όλω ή εν μέρει σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων όπως συμβαίνει εν προκειμένω. Κατόπιν αυτού, οι διάδικοι φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
V —
Εξέτασα επίσης αν θα ήταν σκόπιμο ή χρήσιμο να συνεχιστεί η προφορική διαδικασία προκειμένου να εξεταστούν περισσότερο σε βάθος ορισμένα ζητήματα ή να προσκομιστεί έκθεση πραγματογνωμοσύνης, όπως ζήτησε το καθού. Η έγγραφη διαδικασία και η μέχρι τώρα προφορική διαδικασία προσφέρουν εντούτοις, κατά την άποψή μου, επαρκή βάση για τη λήψη αποφάσεως.
Γ —
Περαίνοντας, προτείνω στο Δικαστήριο :
Ι.
να κηρύξει την προσφυγή παραδεκτή
II.
να αναγνωρίσει:
1)
ότι το καθού παρέλειψε κατά παράβαση της Συνθήκης να θεσπίσει κοινή πολιτική μεταφορών, καθόσον δεν θέσπισε τις δυνάμει του άρθρου 75, παράγραφος 1, στοιχεία α ) και β ), απαιτούμενες διατάξεις,
α)
για την εναρμόνιση ορισμένων κονωνικών διατάξεων στον τομέα των εσωτερικών πλωτών μεταφορών
β )
για την προσαρμογή των εθνικών φορολογικών συστημάτων επί των εμπορικών οχημάτων
γ)
σχετικά με το βάρος και τις διαστάσεις των εμπορικών οχημάτων και ορισμένους συμπληρωματικούς τεχνικούς όρους
δ )
σχετικά με τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ των κρατών μελών
ε)
σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά των εσωτερικών πλωτών μεταφορών εμπορευμάτων·
2)
ότι το καθού παρέλειψε κατά παράβαση της Συνθήκης να αποφασίσει επί των ακολούθων τροποποιητικών και συμπληρωματικών προτάσεων της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που στηρίζονται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο α ):
α)
προτάσεων προς συμπλήρωση και τροποποίηση του κανονισμού 1191/69 περί των ενεργειών των κρατών μελών που αφορούν τις υποχρεώσεις που είναι συνυφασμένες με την έννοια της δημόσιας υπηρεσίας στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών ( έγγρ. COM( 72 ) 1516 της 7.12.1972 και ΕΕ L 268 της 20.10.1981, σ. 11)·
β )
προτάσεως κανονισμού του Συμβουλίου περί τροποποιήσεως του κανονισμού 1192/69 περί κοινών κανόνων για τη διευθέτηση των λογαριασμών των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων ( ABl. C 307 της 21.12.1977, σ. 5)·
γ )
προτάσεως οδηγίας του Συμβουλίου περί τροποποιήσεως της πρώτης οδηγίας του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1962 περί της θεσπίσεως κοινών κανόνων ως προς ορισμένες οδικές μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών και της οδηγίας 65/269/ΕΟΚ του Συμβουλίου ( ABl. C 253 της 1.10.1980, σ. 6 )·
δ )
προτάσεως οδηγίας του Συμβουλίου περί τροποποιήσεως της οδηγίας 65/269/ΕΟΚ περί ενοποιήσεως ορισμένων κανόνων σχετικά με τις άδειες για τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ των κρατών μελών( ABI. C 350 της 31.12.1980, σ. 19)·
ε)
προτάσεως κανονισμού του Συμβουλίου περί τροποποιήσεως του κανονισμού 3164/76 του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 1976 περί κοινοτικής ποσοστώσεως για τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ κρατών μελών ( ABI. C 350 της 31.12.1980, σ. 18 )·
III.
να απορρίψει την προσφυγή κατά τα λοιπά·
IV.
να συμψηφίσει τα δικαστικά έςοδα των διαδίκων.
( *1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 1 ) Απόφαση της 29η; Οκτωβρίου 1980 στην υπόθεση 138/79. SA Roquelle Frères κατά Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sig. 1980. σ. 3333.
( 2 ) Απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980 στην υπόθεση 139/80, Maizena GmbH κατά Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sig. 1980. ο. 3393.
( 3 ) Απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1970 στην υπόθεση 15/70, Amedeo Chevalley κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1970, σ. 975.
( 4 ) Απόφαση της 4ης Απριλίου 1974 στην υπόθεση 167/73, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, Slg. 1974, σ. 359.
( 5 ) Απόφαση της 1ης Μαρτίου 1966 στην υπόθεση 48/65, Alfons Lütticke GmbH και λοιποί κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1966, σ. 28.
( 6 ) Απόφαση της 8ης Μαρτίου 1972 στην υπόθεση 42/71, Nordgetreide GmbH und Co. KG κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1972, σ. 105.
( 7 ) Απόφαση της 18ης Οκτωδρίου 1979 στην υπόθεση 125/78, GEMA, Gesellschaft für musikalische Auffüh-rungs- und mechanische Vervielfältigungsrechte κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sig. 1979, σ. 3173.
( 8 ) Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1971 στην υπόθεση 8/71, Deutscher Komponistenverband e.V. κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sig. 1971, σ. 705.
( 9 ) Λπόιραση της 21ης ΦεΡρουαρίου 1973 στην υπόθεση 6/72, Europemballage Corporation και Commentai Can Company Inc. κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sig. 1973,0. 215.
( 10 ) Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1974 στην υπόθεση 48/84, Charmasson κατά Minister für Wirtschaft und Finanzen, Slg. 1974, σ. 1383.
( 11 ) Απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1978 στην υπόθεση 97/78, Fritz Schumalla, Slg. 1978, s. 2311.
( 12 ) Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981 στην υπόθεση 203/80, Ποινική δίκη κατά Guerrino Casati, Συλλογή 1981, σ. 2595.
( 13 ) Απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1982 στην υπόθεση 12/82, Εισαγγελική αρχή κατά Joseph Trinon, Συλλογή 1982, σ. 4089.
( 14 ) Απόφαση της 4ης Απριλίου 1974 στην υπόθεση 167 73. Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας. Sig. 1974. σ. 359.
( 15 ) Απόφαση της 8ης Απριλίου 1976 στην υπόθεση 43/75, Gabrielle Defrenne κατά Société anonyme belge de navigation aérienne Sabena, Sig. 1976, σ. 455.
( 16 ) Απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1982 στην υπόθεση 106/81, Julius Kind KG κατά Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, Συλλογή 1982, σ. 2885.
( 17 ) Απόφαση της 4ης Απριλίου 1974 στην υπόθεση 167 73. Επιτροπή κατα Γαλλικής Δημοκρατίας, Slg. 1974, σ. 359.
( 18 ) Απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1982 στην υπόθεση 12/82, Εισαγγελική αρχή κατά Joseph Trinon, Συλλογή 1982, σ. 4089.
( 19 ) Απόφαση της 4ης Απριλίου 1974 στην υπόθεση 167/73, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, Sig. 1974, σ. 359.
( 20 ) Απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1978 στην υπόθεση 97/78, Fritz Schumalla, Sig. 1978, σ. 2311.
( 21 ) Απόφαση της 29ης Μαρτίου 1979 στην υπόθεση 231/78, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, Sig. 1979, σ. 1447.
( 22 ) Απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1979 στην υπόθεση 232/78, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, Sig. 1979, σ. 2729.
( 23 ) Απόφαση της 5ης Μαίου 1981 στην υπόθεση 804/79, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, Συλλογή 1981. σ. 1054.
( 24 ) Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1981 στην υπόθεση 269/80, Regina κατά Robert Tynien, Συλλογή 1981, σ. 3079.
( 25 ) Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971 στην υπόθεση 22/70, AETR, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Sig. 1971, σ. 263.
( 26 ) Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1979 στην υπόθεση 166/78, Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας κατά Συμβουλίου, Sig. 1979,0.2575.
( 27 ) Απόφαση της 6ης Μαίου 1980 στην υπόθεση 102/79, Επιτροπή κατά Βασιλείου του Βελγίου, Sig. 1980, σ. 1473.
( 28 ) ABl. C 1 της 5. 1. 1976,0.44.
( 29 ) ABl. C 207 της 2. 9. 1976,0.9.
( 30 ) EE C 36 της 12. 2. 1982,0.3.
( 31 ) Έγγρ. COM(62), σ. 244, τελευταία τροποποιητική πρόταση της 21ης Ιουνίου 1971, ABI. C 90 της 11. 9. 1971, σ.25.
( 32 ) ABl. C 95 της 21.9. 1968, σ. 1.
( 33 ) ABl. C 95 της 21. 9. 1968, σ. 41.
( 34 ) ABl. C 259 της 12. 11. 1975, σ. 2, όπως τροποποιήθηκε τελευταίως στις 17 Ιουλίου 1979, ABl. C 206 της 16. 8. 1979, σ. 3.
( 35 ) ABl. C 247 της 18.10. 1978, σ. 6.
( 36 ) ABl. C 41 της 14. 2. 1979, σ. 10, όπως τροποποιήθηκε τελευταίως στις 26 Μαίου 1983, ΕΕ C 155 της 14. 6. 1983, σ. 4.
( 37 ) Έγγρ. COM(72) 1516 της 7. 12. 1972 και ΕΕ C 268 της 20.10.1981,σ.11.
( 38 ) ABl. C 307 της 21. 12. 1977, σ. 5.
( 39 ) ABl. C 253 της 1. 10. 1980, σ. 6.
( 40 ) ABl. C 350 της 31. 12. 1980, σ. 19.
( 41 ) ABl. C 350 της 31. 12. 1980, σ. 18.
Full & Egal Universal Law Academy