ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ15 ΜΑΡΤΊΟΥ 1984 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η σημερινή προδικαστική υπόθεση αφορά την ερμηνεία των κοινοτικών κανόνων που ρυθμίζουν την καταβολή των ενισχύσεων στους εξαγωγείς ζωοτροφών που παράγονται από γάλα σε σκόνη. Πρέπει να αποφανθείτε αν βάσει των κανόνων αυτών επιτρέπεται η καταβολή των ενισχύσεων αυτών σύμφωνα με διαφορετικές διαδικασίες και σε άλλα χρονικά σημεία, ανάλογα με το αν πρόκειται για εξαγόμενα προϊόντα ή για προϊόντα που διατίθενται στην εσωτερική αγορά. Πράγματι, για την πρώτη κατηγορία προϊόντων προβλέπονται ειδικοί έλεγχοι που διεξάγονται από το κράτος εισαγωγής, η δε καταβολή των ενισχύσεων εξαρτάται από τη διεκπεραίωση των ελέγχων αυτών. Αντίθετα, δεν προβλέπονται ανάλογες εξακριβώσεις (και επομένως ανάλογες καθυστερήσεις) στην περίπτωση των ζωοτροφών που πωλούνται στην εθνική αγορά.
Η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης Denkavit Nederland BV, με έδρα το Voorthuizen στις Κάτω Χώρες, εξάγει ζωοτροφές με βάση το γάλα σε σκόνη, εκτός συσκευασιών, και για το λόγο αυτό της χορηγούνται κοινοτικές ενισχύσεις βάσει του άρθρου 10 του κανονισμού 804 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων. Όσον αφορά τις παραδόσεις προϊόντων χύμα σε άλλα κράτη μέλη, o αρμόδιος ολλανδικός οργανισμός (το Hoofdproduktschap voor Akkerbouwprodukten) εξαρτά την καταβολή της ενίσχυσης από την απόδειξη ότι η παράδοση πραγματοποιήθηκε σε γεωργική εκμετάλλευση ή σε εκμετάλλευση εκτροφής ή παχύνσεως. Αν η παράδοση πραγματοποιείται στο Βέλγιο, η απόδειξη συνίσταται στην προσκόμιση του εγγράφου Benelux-5 (άρθρο 58 του κανονισμού 222/777 του Συμβουλίου). Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις η απόδειξη πραγματοποιείται με την προσκόμιση του υποδείγματος Τ 5, δηλαδή ενός εγγράφου που συμπληρώνεται από τον ενδιαφερόμενο και περιέχει στοιχεία για την πραγματική χρησιμοποίηση του εξαχθέντος εμπορεύματος (άρθρο 19 του κανονισμού 223/77 της Επιτροπής), που αποτελεί προϋπόθεση για την καταβολή των ενισχύσεων. Επειδή τα έγγραφα αυτά πρέπει να θεωρηθούν από το κράτος προορισμού για να αποκτήσουν αποδεικτική ισχύ, η ενίσχυση κατά κανόνα καταβάλλεται αφού παρέλθει κάποιο χρονικό διάστημα από την υποβολή της αίτησης. Για τις εξαγωγές εντός της Benelux το χρονικό αυτό διάστημα είναι κατά μέσο όρο ένας μήνας.
Όλα αυτά σημαίνουν διαφορετικό καθεστώς για τις ενισχύσεις που χορηγούνται για τα εξαγόμενα προϊόντα και διαφορετικό για τις ενισχύσεις για τα προϊόντα που πωλούνται στο εσωτερικό, οι πρώτες ενισχύσεις δηλαδή καταβάλλονται πολύ αργότερα από ό,τι οι δεύτερες. Πιστεύοντας ότι η καθυστέρηση αυτή αποτελεί εμπόδιο των εξαγωγών, η Denkavit ζήτησε από το Hoofdproduktschap να της καταβάλλονται οι ενισχύσεις για τις ζωοτροφές χύμα που πωλούνται στη βελγική αγορά κατά τη διάρκεια του μήνα που ακολουθεί το μήνα κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η παράδοση, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα την υποχρέωση να τις επιστρέψει, αν αποδειχτεί ότι τα εμπορεύματα δεν χρησιμοποιήθηκαν όπως έπρεπε. Η αίτηση απορρίφθηκε και την 1η Μαρτίου 1982 η Denkavit πρόσβαλε τη σχετική απόφαση ενώπιον του College van Beroep voor het Bedrijfsleven, με αίτημα να ακυρωθεί η απόφαση αυτή και να υποχρεωθεί ο ολλανδικός οργανισμός να της καταβάλλει τις ενισχύσεις μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, υπό την επιφύλαξη της επιστροφής τους.
Με διάταξη της 25ης Ιανουαρίου 1983, το ολλανδικό δικαστήριο ανέβαλε τη δίκη και υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πρέπει το άρθρο 34 της συνθήκης και/ή το άρθρο 40, παράγραφος 3, της συνθήκης και/ή το άρθρο 43, παράγραφος 3, στοιχείο 6), της συνθήκης και/ή ο κανονισμός (ΕΟΚ) 804/68 και/ή η αρχή της αναλογικότητας ή οποιαδήποτε άλλη θεμελιώδης αρχή της συνθήκης να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι είναι ασυμβίβαστες με αυτά οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1725/79, εφόσον οι διατάξεις αυτές έχουν ως αποτέλεσμα η ενίσχυση που κατά τον κανονισμό χορηγείται για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που μεταποιείται σε ένα κράτος μέλος σε σύνθετη ζωοτροφή και μεταφέρεται με δεξαμενές ή εμπορευμοτοκιβώτια να καταβάλλεται σε περίπτωση εξαγωγής ένα μήνα αργότερα από ό,τι σε περίπτωση πώλησης στο εσωτερικό της χώρας;»
2.
Ας εξετάσουμε καταρχάς τις κρίσιμες εν προκειμένω διατάξεις του κανονισμού 1725, της 26ης Ιουλίου 1979, περί των λεπτομερειών παροχής ενισχύσεων στο αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που προορίζεται για τη διατροφή μόσχων.
Το άρθρο 4, παράγραφος 2, προβλέπει ότι οι ζωοτροφές που αφορά ο κανονισμός αυτός είναι συσκευασμένες σε σάκους που περιέχουν 50 kg κατά ανώτατο όριο και πάνω στους οποίους αναγράφονται ορισμένα στοιχεία:
α)
ότι πρόκειται για σύνθετες ζωοτροφές,
6)
κάποια φράση από την οποία να αναγνωρίζεται η επιχείρηση,
γ)
ο μήνας και το έτος παρασκευής,
δ)
η ποσότητα αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη που περιέχεται στο τελικό προϊόν.
Σύμφωνα με το άρθρο 5, στοιχείο 6) — που είναι και η διάταξη-κλειδί για την υπόθεση μας — οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται «στις σύνθετες διατροφές που παραδίδονται με δεξαμενές ή containers σε γεωργική εκμετάλλευση ή σε εκμετάλλευση εκτροφής ή σε παχυντήρια» που τις χρησιμοποιεί υπό τον έλεγχο των αρμόδιων αρχών της χώρας εισαγωγής. Το άρθρο 6 ασχολείται με τους ελέγχους. Η παράγραφος 1, στοιχείο 6), ορίζει ότι, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η παράδοση πραγματοποιείται σε γεωργική εκμετάλλευση, η παράδοση με δεξαμενές ή εμπορευματοκιβώτια γίνεται «υπό διοικητικό έλεγχο». Η παράγραφος 2 ορίζει ότι η ενίσχυση δεν καταβάλλεται παρά μόνο «αφού η επιχείρηση προσκομίσει στον αρμόδιο οργανισμό τα δικαιολογητικά έγγραφα» από τα οποία να αποδεικνύεται ότι για την παράδοση τηρήθηκαν οι όροι που προβλέπει η παραπάνω διάταξη.
Όταν τα εμπορεύματα εξάγονται σε χώρα της Κοινότητας, η απόδειξη ότι τηρήθηκαν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την παράδοση μπορεί, όπως ήδη ανέφερα, «να παρέχεται δια της προσκομίσεως» του αντιτύπου ελέγχου Τ 5 (άρθρο 10 του προαναφερθέντος κανονισμού 223/77). Στο Βέλγιο πάντως, το Λουξεμβούργο και τις Κάτω Χώρες — που μπορούν να εφαρμόζουν στα παραστατικά κοινοτικής διαμετακομίσεως τις συμφωνίες που συνήψαν μεταξύ τους με σκοπό τον περιορισμό ή την κατάργηση των διατυπώσεων για τη διέλευση των μεταξύ τους συνόρων (άρθρο 58 του κανονισμού 222/77 του Συμβουλίου, της 13. 12. 1976) — επιτρέπεται η χρησιμοποίηση διαφορετικού αντιτύπου ελέγχου. Αυτός ακριβώς ο χρόνος που απαιτείται για την κυκλοφορία του εγγράφου αυτού, που καλείται Benelux-5, αποτελεί την αιτία της παρούσας διαφοράς.
3.
Ο πυρήνας της διαφοράς βρίσκεται στα άρθρα 6 και 7 του κανονσιμού 1725/79 της Επιτροπής. Όπως γνωρίζουμε, τα άρθρα αυτά προβλέπουν ειδικούς προληπτικούς ελέγχους που διεξάγει το κράτος εισαγωγής ως προς την πραγματική χρησιμοποίηση των μη συσκευασμένων ζωοτροφών. Είναι βέβαιο ότι λόγω των ελέγχων αυτών η καταβολή των ενισχύσεων στις εξαγωγικές επιχειρήσεις πραγματοποιείται με καθυστέρηση σε σχέση με την ανάλογη καταβολή για την παραγωγή που πωλείται στην εσωτερική αγορά. Επίσης είναι βέβαιο ότι για τις εξαγωγές από τις Κάτω Χώρες στο Βέλγιο η καθυστέρηση είναι ένας περίπου μήνας. Ούτε μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι το γεγονός αυτό μειώνει την αξία των ενισχύσεων που χορηγούνται για τα εισαγόμενα προϊόντα έναντι των ενισχύσεων που χορηγούνται για τα προϊόντα που πωλούνται στην εσωτερική αγορά.
Κατά την Deknavit, όλα αυτά είναι παράνομα. Η Denkavit υποστηρίζει ότι με τη θέσπιση των μέτρων αυτών η Επιτροπή παρέβη καταρχάς τον κανονισμό 804/68 του Συμβουλίου, ο οποίος την εξουσιοδοτεί να εκδίδει εκτελεστικές διατάξεις. Η Επιτροπή παρέβη επίσης διάφορες διατάξεις της συνθήκης:
α)
το άρθρο 34, το οποίο απαγορεύει (και στα κοινοτικά όργανα) τη θέσπιση μέτρων αποτελέσματος ισοδύναμου με ποσοτικούς περιορισμούς των εξαγωγών,
6)
το άρθρο 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο οι κοινές οργανώσεις των αγορών δεν πρέπει να προβαίνουν σε διακρίσεις μεταξύ των παραγωγών της Κοινότητας,
γ)
το άρθρο 43, παράγραφος 3, στοιχείο 6), σύμφωνα με το οποίο οι κοινές οργανώσεις αγορών πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι ενδοκοινοτικές συναλλαγές 9α αντιμετωπίζονται όπως ακριβώς και οι συναλλαγές στο εσωτερικό μιας χώρας.
Τέλος, η Επιτροπή δεν έλα6ε υπόψη της την αρχή της αναλογικότητας — συνεχίζει η προσφεύγουσα — αφού η καθυστέρηση που σημειώνεται στην καταβολή των ενισχύσεων για τα εξαγόμενα προϊόντα δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκονται με τους ελέγχους που προβλέπονται από τον κανονισμό 1725.
Ας εξετάσουμε πιο συγκεκριμένα τις αιτιάσεις αυτές. Το άρ9ρο 10 του βασικού κανονισμού 804 ορίζει ότι οι κανόνες για τη χορήγηση ενισχύσεων για το αποκορυφωμένα γάλα και για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη θεσπίζονται από το Συμβούλιο (βλ. παράγραφο 2), ενώ τα μέτρα άμεσης εφαρμογής θεσπίζονται από την Επιτροπή, αφού διατυπώσει γνώμη σχετικά η Επιτροπή Διαχειρίσεως γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων (παράγραφος 3). Το Συμβούλιο θέσπισε τους γενικούς κανόνες με τον κανονισμό 986 της 15ης Ιουλίου 1968. Από την πλευρά της η Επιτροπή έλαβε τα μέτρα της αρμοδιότητάς της με τον κανονισμό 1725 (ο οποίος αντικατέστησε τον προηγούμενο κανονισμό 990, της 15. 5. 1972).
Σύμφωνα όμως με την Denkavit, οι έλεγχοι που θέσπισε η Επιτροπή (άρθρα 6 και 7) δεν δικαιολογούνται βάσει του κανονισμού 804. Η Denkavit παραδέχεται ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό, η χρησιμοποίηση του αποκορυφωμένου γάλακτος και του αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη που προορίζονται για τη διατροφή των ζώων σύμφωνα με τον προορισμό τους αποτελεί ζήτημα κοινοτικού συμφέροντος και για το λόγο αυτό η καταβολή των ενισχύσεων εξαρτάται από τη σχετική απόδειξη. Αλλά — προσθέτει — ο κανονισμός αυτός δεν επιτρέπει να εξυπηρετείται το συμφέρον αυτό με θέσπιση διατάξεων αντίθετων προς τη Συνθήκη ή τις γενικές αρχές. Εν προκειμένω υπάρχει όντως αντίθεση: καταρχάς με το άρ9ρο 34 της συνθήκης και με το άρθρο 22, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση του κανονισμού 804, το οποίο επαναλαμβάνει το περιεχόμενο του πρωτογενούς κανόνα και απαγορεύει, όσον αφορά την κοινή οργάνωση των αγορών γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, τους ποσοτικούς περιορισμούς και τα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος. Πράγματι, τα άρ9ρα 6 και 7 παρακωλύουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο, επειδή αυξάνουν το κόστος των εξαγόμενων εμπορευμάτων σε σχέση με το κόστος των προϊόντων που πωλούνται στην εσωτερική αγορά. 'Αρα είναι μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος.
Το επιχείρημα όμως αυτό δεν επιτυγχάνει το στόχο του. Θα ήθελα καταρχάς να παρατηρήσω ότι το άρθρο 6 του κανονισμού 1725 επιβάλλει τη διεξαγωγή προληπτικού ελέγχου σε όλες τις ζωοτροφές χύμα, ανεξάρτητα από το αν εξάγονται ή πωλούνται στο εσωτερικό της χώρας. Με άλλα λόγια, η Επιτροπή έκρινε και στις δύο περιπτώσεις ότι είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί ότι οι παραδόσεις θα πραγματοποιούνται στις κατάλληλες γεωργικές εκμεταλλεύσεις και να εξαρτηθεί η καταβολή της ενίσχυσης από την προσκόμιση των εγγράφων που το αποδεικνύουν. Μεταξύ των δύο αυτών περιπτώσεων υπάρχει επομένως μία μόνο διαφορά, την οποία εισάγει το άρ9ρο 7 σχετικά με την παράδοση ζωοτροφών «εντός άλλου κράτους από το κράτος μέλος πωλήσεως». Πρόκειται, όπως γνωρίζουμε, για το είδος του εγγράφου που πρέπει να προσκομιστεί για την καταβολή της ενίσχυσης: το αντίτυπο ελέγχου Τ 5 ή, στις συναλλαγές μεταξύ Κάτω Χωρών και Βελγίου, το αντίτυπο ελέγχου Benelux-5.
Ακριβώς από την κυκλοφορία αυτού του αντιτύπου ελέγχου προκαλούνται καθυστερήσεις στην καταβολή των ενισχύσεων, αφού απαιτείται η παρέμβαση των αρχών του κράτους εισαγωγής. Οι καθυστερήσεις πάντως αυτές είναι δικαιολογημένες. Πράγματι, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι για αντικειμενικούς λόγους δεν είναι δυνατόν να εξομοιωθεί η πώληση στην εσωτερική αγορά με τις ενδοκοινοτικές εξαγωγές. Όπως παρατήρησε ο εκπρόσωπος της Επιτροπής κατά την προφορική διαδικασία, στην περίπτωση των εξαγωγών, όταν πρόκειται για προϊόντα χύμα, ο κίνδυνος απάτης είναι πολύ μεγαλύτερος. Οι έλεγχοι επομένως είναι δυσκολότεροι. Και, εκτός από το σημαντικό ύψος των ενισχύσεων που χορηγούνται για τις ζωοτροφές με βάση το γάλα σε σκόνη, η δυσκολία αυτή είναι που οδήγησε το κοινοτικό όργανο να καθιερώσει ελέγχους προληπτικούς και όχι εκ των υστέρων.
Το Δικαστήριο εξάλλου έχει ήδη ασχοληθεί με το αντίτυπο ελέγχου Τ 5 ως προς τις ενισχύσεις για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη και έχει δεχτεί την ουσιώδη αποδεικτική λειτουργία του με την απόφαση του της 7ης Φεβρουαρίου 1979 στην υπόθεση 18/76, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Επιτροπής (Race. 1979, σ. 343). Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο δέχτηκε ότι, όσον αφορά την απόδειξη της διεξαγωγής του ελέγχου των εμπορευμάτων στις χώρες εξαγωγής, «η κοινοτική ρύθμιση ... είναι διατυπωμένη κατά τρόπο που δεν αφήνει στις εθνικές αρχές καμία δυνατότητα να δεχτούν άλλες αποδείξεις από την επίσημη απόδειξη» που συνίσταται «στο αντίτυπο ελέγχου του εγγράφου διαμετακομίσεως προσηκόντως συμπληρωμένου και σφραγισμένου». Πρόκειται βέβαια για ένα ιδιαίτερα αυστηρό καθεστώς. Το καθεστώς όμως αυτό, πρόσθεσε το Δικαστήριο, έχει συγκεκριμένο σκοπό: «την αποφυγή αφενός μεν της διπλής πληρωμής» (κατά την πώληση στη εσωτερική αγορά και κατά την εξαγωγή), «αφετέρου δε την επιστροφή του εμπορεύματος στο σύνηθες εμπορικό κύκλωμα» (σκέψη 20).
4.
Ας περάσουμε τώρα στον ισχυρισμό ότι παραβιάστηκαν το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο και το άρθρο 43, παράγραφος 3, στοιχείο 6), της συνθήκης ΕΟΚ. Όπως είναι γνωστό, το πρώτο άρθρο ορίζει ότι οι κοινές οργανώσεις αγοράς πρέπει να αποκλείουν «κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ... εντός της Κοινότητος». Κατά την Denkavit, τα επίδικα μέτρα προβαίνουν σε διάκριση μεταξύ των παραγωγών που πωλούν τις ζωοτροφές στην εσωτερική αγορά και των παραγωγών που τις εξάγουν, άρα είναι παράνομα. Δεν νομίζω όμως ότι μπορεί να γίνει λόγος για δυσμενή διάκριση. Αυτό αποκλείεται και πάλι από το γεγονός ότι οι εξαγωγές παρουσιάζουν μεγαλύτερους κινδύνους απάτης και απαιτούν δυσκολότερους ελέγχους από ό,τι η πώληση στην εσωτερική αγορά. Διαφορετικές καταστάσεις, επομένως, είναι δίκαιο να υπάρχουν και διαφορετικά συστήματα, αφού μάλιστα και οι διαφορές τους βρίσκονται σε απόλυτη αντιστοιχία με τις διαφορές που υπάρχουν στην πραγματικότητα.
Θα ήθελα, για να επιβεβαιώσω την άποψη αυτή, να υπενθυμίσω την πρόσφατη απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1983 στην υπόθεση 8/82, Wagner (Συλλογή 1983, σ. 371). Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο είχε κληθεί να αποφανθεί αν οφείλονται ενισχύσεις για την αποθεματοποίηση ζάχαρης όταν η ζάχαρη βρίσκεται υπό μεταφορά μεταξύ αποθηκών που βρίσκονται σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει για τα εμπορεύματα που βρίσκονται υπό μεταφορά μεταξύ αποθηκών του ίδιου κράτους, η ενίσχυση δεν πρέπει να καταβληθεί, στήριξε δε την ανισότητα αυτή σε «λόγους ελέγχου αντικειμενικώς δικαιολογημένους» (σκέψη 19). Με άλλα λόγια, είναι δυνατό, λόγοι σύμφυτοι με τη λειτουργία μιας κοινής οργάνωσης αγοράς, εφόσον είναι αρκετά σοβαροί και συνδέονται με αντικειμενικές συνθήκες, να υπερισχύσουν της αρχής που θέτει το άρθρο 40, παράγραφος 3, σύμφωνα με το οποίο το εσωτερικό εμπόριο και το ενδοκοινοτικό εμπόριο πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο.
Οι σκέψεις αυτές ισχύουν επίσης και για το άρ9ρο 43, παράγραφος 3, στοιχείο 6), σύμφωνα με το οποίο οι κοινές οργανώσεις της αγοράς πρέπει να εξασφαλίζουν «στις συναλλαγές στο εσωτερικό της Κοινότητας όρους ανάλογους με εκείνους που υπάρχουν σε μία εθνική αγορά». Η Denkavit υποστηρίζει ότι τα επίδικα μέτρα παραβιάζουν το άρθρο αυτό, επειδή επιφυλάσσουν λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση στο εξαγωγικό εμπόριο. Στην πραγματικότητα η διαφορά της μεταχείρισης δικαιολογείται από το ότι οι καταστάσεις είναι αντικειμενικά διαφορετικές και από τις ειδικές προϋποθέσεις οι οποίες ισχύουν για τους ελέγχους στο ενδοκοινοτικό εμπόριο.
5.
Η τελευταία αιτίαση της Denkavit αφορά την αρχή της αναλογικότητας. Οι έλεγχοι της χρησιμοποίησης των εξαγόμενων ζωοτροφών έχουν βέβαια σκοπό, κατ' αυτήν, να επιτευχθεί ένας υψηλότερος σκοπός, που ανάγεται στα κοινοτικά συμφέροντα, άρα πρέπει να θεωρηθούν γενικά συνεπείς προς το σύστημα και επομένως νόμιμοι. Τα επίδικα όμως άρθρα έχουν διαμορφώσει τους ελέγχους αυτούς κατά τρόπο που να βαίνουν πέραν του επιδιωκόμενου σκοπού. Οι έλεγχοι αυτοί πράγματι, προκειμένου να επιτύχουν στόχο άξιο προστασίας, θυσιάζουν κάποιο άλλο και όχι λιγότερο ουσιώδες κοινοτικό συμφέρον: την αντιμετώπιση κατά τον ίδιο τρόπο του εσωτερικού εμπορίου και του εμπορίου μεταξύ των κρατών. Το ίδιο αποτέλεσμα, καταλήγει η Denkavit, θα είχε επιτευχθεί χωρίς να υπάρχει αυτό το μειονέκτημα, αν η Επιτροπή είχε καθιερώσει λιγότερο αυστηρούς ελέγχους.
Ακόμη μια φορά διαφωνώ. Είναι βέβαια αλήθεια ότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα δεχτεί ότι οι επιβαρύνσεις που επιβάλλονται με κοινοτικές διατάξεις πρέπει να μην υπερβαίνουν τα όρια του αναγκαίου για την επίτευξη του στόχου που επιδιώκεται με τις διατάξεις αυτές και να απαιτούν την ελάχιστη δυνατή θυσία από αυτούς στους οποίους επιβάλλονται. Σε περίπτωση διαφοράς όμως, από την αρχή της αναλογικότητας δεν αποκλείεται — αντίθετα επι6άλλεται — η συνεκτίμηση και εξέταση όλων των προϋποθέσεων του συστήματος. Η επιβολή όμως στην περίπτωση μας αυστηρότερων ελέγχων στις εξαγόμενες ζωοτροφές από ό,τι στα προϊόντα που πωλούνται στην εσωτερική αγορά είναι ουσιώδης για τη λειτουργία της κοινής οργάνωσης της αγοράς. Η θυσία επομένως που επιβάλλεται στους συναλλασσόμενους δεν είναι δυσανάλογη.
Μια τελευταία παρατήρηση. Η μέχρι εδώ ανάπτυξη των επιχειρημάτων μου βασίστηκε στο ότι ο μεγαλύτερος χρόνος που προβλέπεται για την καταβολή των ενισχύσεων εισαγωγής οφείλεται στους ελέγχους και μόνο: εξαρτάται δηλαδή από τον προληπτικό τους χαρακτήρα και από τη συνεργασία που επιβάλλεται μεταξύ των αρχών των διαφόρων χωρών. Κατά τη διάρκεια όμως της προφορικής διαδικασίας, αναφέρθηκε ορισμένες φορές ότι οι καθυστερήσεις αυτές οφείλονται και σε παραλείψεις των εθνικών διοικήσεων. Αν αυτό συμβαίνει, το πρόβλημα δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως πρόβλημα ερμηνείας των άρθρων 6 και 7, αλλά για να επιλυθεί απαιτείται μεγαλύτερη συνεργασία μεταξύ των κρατών ή εν πάση περιπτώσει νομοθετική παρέμβαση.
6.
Βάσει όλων των παραπάνω συλλογισμών προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο προδικαστικό ερώτημα που του υπέβαλε το College van Beroep voor het Bedrijfsleven με διάταξη που εξέδωσε στις 25 Ιανουαρίου 1983 στην υπόθεση μεταξύ της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης Denkavit Nederland BV και του Hoofdproduktschap voor Akkerbouwprodukten:
«Τα άρθρα 6 και 7 του κανονισμού 1725 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1979, περί των λεπτομερειών παροχής ενισχύσεων στο αποκορυφωμένο γάλα και στο αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που προορίζονται για τη διατροφή μόσχων, έχουν την έννοια ότι το σύστημα των προληπτικών ελέγχων που προβλέπουν για την παράδοση σύνθετων ζωοτροφών με δεξαμενές ή εμπορευματοκιβώτια και το οποίο χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι η καταβολή των ενισχύσεων πραγματοποιείται αργότερα από ό,τι για τα προϊόντα που πωλούνται στην εσωτερική αγορά δικαιολογείται από αντικειμενικές περιστάσεις. Κατά συνέπεια, δεν αντίκειται στα άρθρα 34, 40, παράγραφος 3, 43, παράγραφος 3, στοιχείο 6), της συνθήκης ΕΟΚ ούτε στην αρχή της αναλογικότητας ούτε και στον κανονισμό 804/68 του Συμβουλίου.»
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy