ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ MARCO DARMON
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 22 ΜΑΡΤΊΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεάρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Κατόπιν μιας ad hoc διαδικασίας επιλογής ο Αριστείδης Βλάχος προσελήφθη στις 15 Σεπτεμβρίου 1980 ως γλωσσομαθής νομικός στην υπηρεσία μεταφράσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το οποίο του πρότεινε σύμβαση επικουρικού υπαλλήλου με το βαθμό AΙΙ/4. Στην απάντηση του ο Αριστείδης Βλάχος εξέφρασε την απογοήτευση των προσδοκιών του για την κατάταξη αυτή, θεωρώντας ότι λόγω της επαγγελματικής του πείρας στην Ελλάδα (δικαστής, κατόπιν δικηγόρος) έπρεπε να καταταγεί σε ανώτερο βαθμό: ωστόσο αποδέχθηκε την πρόταση του Δικαστηρίου, όταν το τελευταίο τον διαβεβαίωσε με έγγραφο του της 25ης Αυγούστου 1980 ότι
«οι καλύτεροι γλωσσομαθείς νομικοί θα έχουν τη δυνατότητα να διορισθούν ως αναθεωρητές (βαθμός LA 5)» (μετά την ψήφιση του προϋπολογισμού του 1981).
Μετά το διορισμό του ως έκτακτου υπαλλήλου με το βαθμό LA 6/3 την 1η Ιανουαρίου 1981, του ανατέθηκαν καθήκοντα αναθεωρητού ad interim με βαθμό LA 5/1 από 1ης Απριλίου 1981 και για περίοδο 6 μηνών. Μετά την επιτυχία του στον εσωτερικό διαγωνισμό CJ 14/81 διορίστηκε δόκιμος υπάλληλος ως γλωσσομαθής νομικός με βαθμό LA 6/3, από 1ης Οκτωβρίου 1981 με την ίδια απόφαση του ανατέθηκαν εκ νέου καθήκοντα νομικού αναθεωρητού και του χορηγήθηκε αποζημίωση η οποία καλύπτει τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών του στο βαθμό LA 6 και των αποδοχών που θα είχε στο βαθμό LA 5 στον οποίο είχε καταταγεί προηγουμένως (άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης).
2.
Ωστόσο, ο προσφεύγων έκρινε ότι το Δικαστήριο δεν συγκεκριμενοποίησε τις διαβεβαιώσεις που είχε παράσχει με το προαναφερθέν έγγραφό του. Κατά συνέπεια, υπέβαλε στις 20 Ιανουαρίου 1982 αίτηση με την οποία ζητούσε να μονιμοποιηθεί ως νομικός αναθεωρητής (κατηγορία LA 5/4).
Καίτοι μετά τη λήξη της υποχρεωτικής περιόδου δοκιμασίας, που προβλέπει το άρθρο 34, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ο προσφεύγων διορίστηκε, στις 30 Ιουνίου 1982, ως μόνιμος υπάλληλος με καθήκοντα γλωσσομαθούς νομικού και κατετάγη στο βαθμό 6, κλιμάκιο 3, της κατηγορίας LA από 1ης Ιουλίου 1982, άσκησε μια πρώτη προσφυγή στις 10 Φεβρουαρίου 1983 (που καταχωρίστηκε με τον αριθμό 21/83), με την οποία ζήτησε να μονιμοποιηθεί με το βαθμό LA 5 κλιμάκιο 4.
Παράλληλα, στις 8 Φεβρουαρίου 1983 ασκεί δεύτερη προσφυγή (που καταχωρίστηκε με τον αριθμό 20/83), κατά αποφάσεως της 29ης Ιουνίου 1982 με την οποία, μετά την επιτυχία του σε δεύτερο διαγωνισμό CJ 149/81, ο οποίος οργανώθηκε το 1982 για την πρόσληψη πέντε νομικών αναθεωρητών, η ΑΔΑ
«τον διόρισε ως νομικό αναθεωρητή της ελληνικής γλώσσας στη διεύθυνση μεταφράσεως από 1ης Ιουλίου 1982 και τον προήγαγε από το βαθμό LA 6, κλιμάκιο 3, στο βαθμό LA 5, κλιμάκιο 1, και αρχαιότητα στο κλιμάκιο από 1ης Σεπτεμβρίου 1980».
Με την προσφυγή αυτή ζητεί να καταταγεί στο βαθμό LA 4 ή, επικουρικώς, στο κλιμάκιο 4 του βαθμού 5, έναντι της σημερινής του κατατάξεως στο κλιμάκιο 2 του εν λόγω 6αθμού, το οποίο του χορηγήθηκε βάσει της ανά διετία προωθήσεως σε κλιμάκιο που προβλέπει το άρθρο 44 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
3.
Τόσο λόγω των ισχυρισμών που προβάλλονται όσο και λόγω του αντικειμένου τους οι δύο προσφυγές που άσκησε ο Αριστείδης Βλάχος συγκλίνουν στην εξέταση του ίδιου ζητήματος: έχει τη δυνατότητα η ΑΔΑ, σε περίπτωση εσωτερικού διαγωνισμού (άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο 6), να εφαρμόσει τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης που ρυθμίζουν την κατ' επιλογή προαγωγή των υπαλλήλων (άρ9ρα 45, παράγραφος 1, και 46), προκειμένου να προβεί στην κατάταξη των επιτυχόντων σε κατηγορία.
Και μία παρατήρηση: η πρώτη προσφυγή ασκήθηκε ενώ ο προσφεύγων αγνοούσε, όταν υπέβαλε την προκαταρκτική του διοικητική ένσταση στις 28 Ιουλίου 1982, την ύπαρξη της διπλής αποφάσεως της 29ης και 30ής Ιουνίου 1982, η οποία κοινοποιήθηκε στις 5 Οκτωβρίου 1982, ενώ η δεύτερη προσφυγή στρέφεται ακριβώς κατά της πρώτης από τις αποφάσεις αυτές.
Επομένως, η προσφυγή 21/83 αφορά τη μονιμοποίηση και την εκ νέου κατάταξη του Αριστείδη Βλάχου από 20ής Ιανουαρίου 1982, ημερομηνίας υποβολής της αιτήσεώς του, ανεξάρτητα από την προαναφερθείσα διπλή απόφαση. Η επιτυχία της εν λόγω προσφυγής θα αποτελούσε το έρεισμα του κυρίου αιτήματος της προσφυγής 20/83.
Κατά συνέπεια, οι δύο υποθέσεις πρέπει να εξεταστούν διαδοχικά.
4.
Με την προσφυγή του 21/83 ο Αριστείδης Βλάχος προβάλλει δύο κατηγορίες ισχυρισμών που στηρίζονται, αφενός μεν, στις διαβεβαιώσεις που είχε παράσχει η ΑΔΑ σχετικά με την κατάταξη του σε κατηγορία και, αφετέρου, στην εφαρμογή την άρθρων 31 και 32 για τον καθορισμό του βαθμού και κλιμακίου του.
Ο προσφεύγων θεωρεί ότι διαψεύστηκε η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που του είχε δημιουργήσει η ΑΔΑ. Στηρίζεται σχετικά στις διαβεβαιώσεις που περιέχονται στο έγγραφο της 25ης Αυγούστου 1980 και οι οποίες επιβεβαιώθηκαν με το διορισμό του ad interim ως νομικού αναθεωρητή από 1ης Απριλίου 1981 και από τις εκθέσεις των εξεταστικών επιτροπών των διαγωνισμών CJ 14/81 και CJ 149/81 οι οποίες διαπίστωναν, σύμφωνα με την προϋπόθεση που έθετε το προαναφερθέν έγγραφο, ότι ήταν πράγματι ένας από τους «καλύτερους γλωσσομαθείς νομικούς» του τμήματος μεταφράσεως ελληνικής γλώσσας.
Αντίθετα προς την άποψη του προσφεύγοντος νομίζω ότι τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Το έγγραφο της 25ης Αυγούστου 1980 ανταποκρινόταν στις ανησυχίες του Αριστείδη Βλάχου ο οποίος ένιωθε να διαψεύδονται οι προσδοκίες του όταν προσλήφθηκε ως επικουρικός υπάλληλος Α ΙΙ/4 τονίζοντας ότι η κατάσταση αυτή ήταν προσωρινή και οφειλόταν στις δυνατότητες που παρείχε τότε ο προϋπολογισμός. Επισήμαινε τις προοπτικές σταδιοδρομίας του ενδιαφερόμενου στο υπό σχηματισμό γλωσσικό τμήμα μετά την ψήφιση των αναγκαίων πιστώσεων στον προϋπολογισμό: Πράγματι, η πρόσληψη του θα έπρεπε κανονικά να καταλήξει σε διορισμό του ως γλωσσομαθούς νομικού ΙΑ 6 και, ενδεχομένως, αν περιλαμβανόταν στους καλυτέρους εξ αυτών, ως νομικού αναθεωρητή LA 5.
Το έγγραφο αυτό, το οποίο εξάλλου υπέγραψε ο αναπληρωτής διευθυντής διοικήσεως, είχε ως μόνο αντικείμενο να πληροφορήσει τον Αριστείδη Βλάχο και δεν συνιστούσε με κανένα τρόπο δέσμευση της ΑΔΑ να τον διορίσει στον επιθυμητό βαθμό εντός ορισμένης προθεσμίας, ανεξάρτητα από την τήρηση των κανόνων του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης οι οποίοι και μόνο καθορίζουν τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσει η ΑΔΑ για το διορισμό των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων: ο διορισμός αυτός δεν είναι αποτέλεσμα μιας συμπτώσεως βουλήσεως δεδομένου ότι η σχέση μεταξύ του προσωπικού ενός οργάνου και της ΑΔΑ είναι σχέσεις που απορρέουν από τον κανονισμό και όχι συμβατικές ( 2 ).
Έτσι, σε ό,τι αφορά την εκ νέου κατάταξη του προσφεύγοντος στο βαθμό LA 5/4, πριν από τις αποφάσεις της 29ης και 30ής Ιουνίου 1982, εξετάζεται η δεύτερη κατηγορία ισχυρισμών που προέβαλε ο Αριστείδης Βλάχος.
Οι ισχυρισμοί που στηρίζονται στα άρθρα 31 και 32 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης νομίζω ότι δεν είναι βάσιμοι, λαμβανομένου υπόψη του αντικείμενου της προσφυγής. Πράγματι, μετά το διαγωνισμό CJ 14/81, ο προσφεύγων διορίστηκε δόκιμος υπάλληλος και κατετάγη στο βαθμό LA 6/3 σύμφωνα με τα άρθρα 27 έως 34 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, όπως σαφώς αναφέρεται στο προοίμιο της αποφάσεως της ΑΔΑ της 11ης και 25ης Νοεμβρίου 1981. Στον προσφεύγοντα παρασχέθηκε, λοιπόν, το ευεργέτημα δύο αποκλίσεων: διορίστηκε, σύμφωνα με πάγια πρακτική του οργάνου στον ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας για την οποία προσλήφθηκε μετά τον εσωτερικό διαγωνισμό (LA 7/LA 6), σύμφωνα με τη δυνατότητα που προβλέπει το άρθρο 31, παράγραφος 2, και κατετάγη στο κλιμάκιο 3, λαμβανομένης υπόψη της επαγγελματικής του πείρας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 32, παράγραφος 2. Ο Αριστείδης Βλάχος, εξάλλου, διαπίστωσε ότι την κατάταξη του, μετά τον εν λόγω διαγωνισμό διέπουν οι προαναφερθείσες διατάξεις· ωστόσο, διατήρησε το αίτημά του για μονιμοποίηση σε ανώτερο βαθμό και κλιμάκιο.
Η μονιμοποίηση του, όμως, δεν μπορούσε να αποφασιστεί παρά μόνο μετά νη λήξη της υποχρεωτικής περιόδου δοκιμασίας που προβλέπει το άρθρο 34, παράγραφος 1, δηλαδή την 1η Ιουλίου 1982, όπως πράγματι αποφάσισε η ΑΔΑ στις 30 Ιουνίου 1982.
Σε ό,τι αφορά την κατάταξη του στο βαθμό LA 5/4, χωρίς διαγωνισμό, δεν μπορούσε να γίνει παρά μόνο κατ' εφαρμογή των άρθρων 45 και 46 που ρυθμίζουν την προαγωγή των υπαλλήλων: όπως όμως αναγνώρισαν τόσο η ΑΔΑ όσο και ο προσφεύγων οι διατάξεις αυτές δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν τότε καθόσον δεν είχε γίνει η μονιμοποίηση (άρθρο 45, παράγραφος 1, εδάφιο 2).
Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «capitis deminutio» ο διορισμός του προσφεύγοντος στο βαθμό LÁ 6/3 ως δόκιμου υπαλλήλου. 'Εστω και αν η ad interim άσκηση καθηκόντων νομικού αναθεωρητή είχε επιτρέψει τη μέχρι τότε κατάταξη του στο βαθμό LA 5/1, κατ' εφαρμογή του άρθρου 10, εδάφιο 3, του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τόσο η προκήρυξη του διαγωνισμού όσο και οι διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης δεν επέτρεπαν άλλη επιλογή στην ΑΔΑ· εξάλλου, από 1ης Οκτωβρίου 1981 χορηγήθηκε στον προσφεύγοντα επίδομα διαφοράς αποδοχών ακριοώς λόγω της αλλαγής βαθμού, σύμφωνα με το άρ9ρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Σύμφωνα με την ανάλυση που προηγήθηκε προτείνω απόρριψη της προσφυγής 21/83.
5.
Έρχομαι έτσι στο ουσιώδες ζήτημα που προανέφερα και που βρίσκεται στο επίκεντρο της δεύτερης προσφυγής: μπορεί η ΑΔΑ να εφαρμόσει τις διατάξεις που ρυθμίζουν τον καθορισμό του βαθμού και του κλιμακίου προαχθέντος υπαλλήλου (άρθρα 45, παράγραφος 1, και 46 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης) για την κατάταξη στην κατηγορία ενός υπαλλήλου ο οποίος δωρίστηκε μετά από εσωτερικό διαγωνισμό σε θέση που δημιουργήθηκε στην κατηγορία στην οποία ανήκει;
Παρουσιάζω συνοπτικά τους ισχυρισμούς που προέβαλαν οι διάδικοι επί του θέματος αυτού, πριν προβώ στη δική μου ανάλυση.
Ο Αριστείδης Βλάχος θεωρεί ότι η απόφαση της 29ης Ιουνίου 1982 με την οποία διορίστηκε νομικός αναθεωρητής μετά την επιτυχία του στον εσωτερικό διαγωνισμό CJ 149/81 συνιστά πρόσληψη: επομένως, η κατάταξη του έπρεπε να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τα άρθρα 31 και 32 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Τα άρθρα 31 και 32, παράγραφος 2, παρέχουν τη δυνατότητα στην ΑΔΑ, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να αυξομειώσει την ιεραρχική κατάταξη του υποψηφίου ανάλογα με την επαγγελματική του πείρα. Αντίθετα, η εφαρμογή των άρθρων 45 και 46 (που αφορούν την προαγωγή) δεν παρέχουν δυνατότητα τέτοιας αποκλίσεως καθόσον η κατάταξη του υπαλλήλου καθορίζεται ανεξάρτητα από την επαγγελματική του πείρα, η οποία κανονικά είχε ληφθεί υπόψη υπό τις προηγούμενες προϋποθέσεις. Επομένως οι διατάξεις των άρθρων 31 και 32 είναι περισσότερο ευνοϊκές από τις διατάξεις των άρθρων 45 και 46.
Προς στήριξη του αιτήματος του ο προσφεύγων προβάλλει τρεις ισχυρισμούς:
—
προσελήφθη: η έννοια της προσλήψεως δεν μπορεί να περιοριστεί στην περίπτωση της πρώτης μόνο προσλήψεως σ' ένα όργανο. Πρέπει, πράγματι, να εννοηθεί υπό ευρεία έννοια ως έχουσα εφαρμογή σε όλους τους τρόπους πληρώσεως μιας θέσεως ( 3 )
—
δεν μπορεί να θεωρηθεί προαχθείς: η ΑΔΑ δεν μπορεί, υπό το πρόσχημα ότι ήταν υπάλληλος του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, να πραγματοποιήσει «συνδυασμό» των διατάξεων των άρθρων 29 και 45-46 χωρίς να έρθει σε σύγκρουση προς το περιεχόμενο και την οικονομία των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Επιπροσθέτως, όπως αναγνώρισε η ίδια η ΑΔΑ, δεν συνέτρεχε στην περίπτωση του προσφεύγοντος η προϋπόθεση της αρχαιότητας που θέτει το άρθρο 45, παράγραφος 1 ...
—
η εφαρμογή των διατάξεων που ρυθμίζουν την προαγωγή δημιουργεί διπλή δυσμενή διάκριση τόσο μέσα στο ίδιο το όργανο όσο και σε σχέση με την πάγια πρακτική που ακολουθούν τα άλλα όργανα, κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως που θέτει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης,
Η αντίκρουση της ΑΔΑ ακολουθεί την ίδια διάρθρωση των ισχυρισμών που προέβαλε ο προσφεύγων:
—
Κατά την άποψη της πρέπει να ερμηνευθεί στενά η έννοια της προσλήψεως: η ΑΔΑ επικαλείται σχετικά τις προτάσεις του γενικού εισαγελέα Lagrange στην υπόθεση Lassalle ( 4 ). Κατά συνέπεια, η πρόσληψη αφορά μόνο την αρχική πρόσληψη στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες έτσι ώστε κάθε υπάλληλος που υπηρετεί ήδη στις Κοινότητες δεν υπόκειται πλέον στους κανόνες που ρυθμίζουν την κατάταξη κατά την πρόσληψη. Εξάλλου, έστω και αν υποτεθεί ότι πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 32, η ΑΔΑ διαθέτει διακριτική εξουσία εκτιμήσεως ως προς την αναγνώριση χρόνου προϋπηρεσίας.
—
Το άρθρο 46 εφαρμόζεται όχι μόνο όταν συντρέχει η προϋπόθεση αρχαιότητας του άρθρου 45, παράγραφος 1, αλλά επίσης, κατ' αναλογία, στην περίπτωση κατά την οποία δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή και η ΑΔΑ διοργανώνει εσωτερικό διαγωνισμό για την προώθηση σε ανώτερο βαθμό της ίδιας κατηγορίας ή του ίδιου κλάδου. Σύμφωνα με πάγια ερμηνεία τόσο του Δικαστηρίου όσο και των άλλων οργάνων της Κοινότητας η προώθηση σε μεγαλύτερο βαθμό του ίδιου κλάδου ή της ίδιας κατηγορίας συνιστά προσαγωγή ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο διοργανώνεται.
—
Η εφαρμογή του άρθρου 46 γίνεται προς το συμφέρον του ίδιου του υπαλλήλου: πράγματι, αν εφαρμοζόταν αυστηρώς η προϋπόθεση αρχαιότητας που θέτει το άρθρο 45, παράγραφος 1, ο υπάλληλος θα ήταν υποχρεωμένος να αναμένει από 6 μήνες έως 2 χρόνια πριν εφαρμοστούν στην περίπτωση του οι ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 46.
6.
Η αντιφατική ερμηνεία που δίδουν οι διάδικοι στις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης επιβάλλει την προοδευτική προσέγγιση του προβλήματος προκειμένου να καθοριστούν οι διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης που πρέπει να εφαρμοστούν στην κατάταξη του προσφεύγοντος σε κατηγορία. Πρέπει πρώτα να καθοριστεί το αντίστοιχο πεδίο εφαρμογής των διαδικασιών προσλήψεως και προαγωγής, όπως αυτό προκύπτει από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης θα καταστεί τότε δυνατό να καθοριστούν οι κανόνες βάσει των οποίων πρέπει να ρυθμιστεί η κατάταξη του Αριστείδη Βλάχου.
Προβαίνοντας στην επεξήγηση της οικονομίας και του νοήματος των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης που ρυθμίζουν την πρόσληψη και την προαγωγή, ο γενικός εισαγγελέας Lagrange υπογράμμιζε την αντίστοιχη ιδιαιτερότητα των δύο αυτών διαδικασιών όπως αυτή προκύπτει τόσο από το κείμενο όσο και την οικονομία των κεφαλαίων 1 και 3 που ρυθμίζουν την εφαρμογή των εν λόγω διαδικασιών ( 5 ). Στα ίδια συμπεράσματα κατέληγε και ο γενικός εισαγγελέας Reischl: πράγματι, αν η έννοια της προσλήψεως ή του διορισμού «περιλαμβάνει όλες τις δυνατότητες πληρώσεως μιας θέσεως» ( 6 ), πρέπει ωστόσο, να διακριθεί από την προαγωγή. Από τις σκέψεις που εξέθεσαν προκύπτει ότι οι ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν τις δύο διαδικασίες πρέπει να αναζητηθούν στο σκοπό που εξυπηρετεί κάθε μία από αυτές.
Εκτός εξαιρέσεως (άρθρο 29, παράγραφος 2), η πρόσληψη ενεργείται κατόπιν διαγωνισμού. Αυτό προκύπτει όχι μόνο από τη δομή του άρθρου 29, παράγραφος 1, το οποίο θέτει την αρχή της προσλήψεως κατόπιν γενικού διαγωνισμού, αλλά, επίσης από το άρθρο 45, παράγραφος 2, που θέτει την αρχή αυτή ως κανόνα για κάθε μετάβαση υπαλλήλου σε νέα κατηγορία ή νέο κλάδο. Έχετε εξάλλου επιβεβαιώσει ότι στην περίπτωση αυτή η ΑΔΑ δεν έχει την ευχέρεια να καταφύγει σε άλλη διαδικασία λόγω του ίδιου του εξαιρετικού χαρακτήρα του προαναφερθέντος άρθρου 29, παράγραφος 2 ( 7 ).
Η προαγωγή ρυθμίζει τη μεταγενέστερη προώθηση του υπαλλήλου στην κατηγορία ή τον κλάδο του. Κατά συνέπεια, εφόσον η ικανότητα του υπαλλήλου έχει διαπιστωθεί κατά το χρόνο της προσλήψεως, η προαγωγή γίνεται κατ' επιλογή της ΑΔΑ. Αυτό προϋποθέτει, ωστόσο, ότι ο προσληφ9είς υπάλληλος παρέχει προηγουμένως αποδείξεις της επαγγελματικής του ικανότητας ovo πλαίσιο της κατηγορίας ή νου κλάδου στον οποίο προσελήφθη): για το λόγο αυτό απαιτείται μια ελάχιστη προ9εσμία προκειμένου να γίνει δυνατή η σύγκριση των προσόντων των ενδιαφερομένων (άρθρο 45, παράγραφος 1, εδάφιο 2), ακόμα και σε περίπτωση αλλαγής κλάδου ή κατηγορίας ( 8 ).
Τα χαρακτηριστικά των δύο διαδικασιών εξηγούν την ειδική θέση της προαγωγής μεταξύ των διαφόρων τρόπων που έχει στη διάθεση της η ΑΔΑ προκειμένου να προβεί στην πλήρωση κενής θέσης. Σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο α, η προαγωγή αποτελεί, πράγματι, μαζί με τη μετάθεση, την πρώτη από τις δυνατότητες που οφείλει να λάβει υπόψη της η ΑΔΑ: η σειρά αυτή προτιμήσεως αποτελεί έκφραση της αρχής της δυνατότητας σταδιοδρομίας που έχουν οι προσλαμβανόμενοι υπάλληλοι ( 9 ). Θα ήταν πράγματι αντιφατικό στην περίπτωση αυτή να μη λαμβάνονται υπόψη οι δυνατότητες προαγωγής και να δίνεται προτεραιότητα μόνο στην πρόσληψη, παρά την καθιέρωση της αρχής της δυνατότητας προαγωγής μετά την πρόσληψη, όπως αυτή προκύπτει από την ίδια την οικονομία του ίδιου του τίτλου III του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης το οποίο περιγράφει το πλαίσιο και την εξέλιξη της σταδιοδρομίας του υπαλλήλου (κεφάλαια 1 έως 4).
Έκρινα αναγκαίο να επιμείνω στις ιδιομορφίες των δύο διαδικασιών, διότι αυτό αποκαλύπτει τις ιδιομορφίες των αντίστοιχων σκοπών για τους οποίους θεσπίστηκαν. Πράγματι, ενώ η πρόσληψη αποτελεί την είσοδο σε μια κατηγορία ή ένα κλάδο της ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης, η προαγωγή ρυθμίζει, αντίθετα, την εξέλιξη της σταδιοδρομίας που αρχίζει με την πρόσληψη στο πλαίσιο της κατηγορίας ή του κλάδου στον οποίο προσελήφθη ο υποψήφιος. Σκοπός της προσλήψεως είναι, λοιπόν, να μεθοδεύσει την είσοδο στην υπηρεσία των Κοινοτήτων και γενικότερα, όπως είχε αφήσει να εννοηθεί ο γενικός εισαγγελέας Lagrange «τη μετάβαση σε ένα νέο κλάδο ή σε μια νέα κατηγορία» ( 10 ), ενώ, αντίθετα, σκοπός της προαγωγής είναι να καταστήσει δυνατή την προώθηση του προσληφθέντος υπαλλήλου στο πλαίσιο της σταδιοδρομίας για την οποία προσελήφθη.
Μετά τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής των δύο διαδικασιών είναι ευκολότερο να γίνει αντιληπτή η πρακτική που ακολουθούν τα όργανα, η οποία, όπως μαρτυρεί και η παρούσα υπόθεση, παρουσιάζει ενίοτε μια πρωτοτυπία που καθιστά δύσκολη την αυσνηρά εναλλακτική εφαρμογή των διαφόρων διατάξεων που προανέφερα.
7.
Πράγματι, η απόφαση της 29ης Ιουνίου 1982 προβαίνει ταυτόχρονα σε διορισμό kou προαγωγή του Αριστείδη Βλάχου, καθόσον στο προοίμιο της αποφάσεως αναφέρεται τόσο το άρθρο 29 όσο και τα άρθρα 45 και 46. Καλύπτει λοιπόν μία «ενδιάμεση» κατάσταση σε σχέση με τις περιπτώσεις που αναλύθηκαν ανωτέρω. Πράγματά εφαρμόζει τους κανόνες περί κατατάξεως σε κατηγορία του προαχθέντος υπαλλήλου στην περίπτωση ενός υπαλλήλου που διορίστηκε, στην κατηγορία του (LA) με νέα καθήκοντα (νομικός αναθεωρητής), μετά από επιτυχία του στον εσωτερικό διαγωνισμό CJ 149/81.
Είναι επιβεβλημένο να γίνει μια πρώτη παρατήρηση: καμία διάταξη του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης δεν αποκλείει προσφυγή στη διαδικασία του εσωτερικού διαγωνισμού σε μια τέτοια περίπτωση, εφόσον δεν υπάρχει καμιά άλλη δυνατότητα προωθήσεως των ενδιαφερομένων υπαλλήλων στη σταδιοδρομία τους: πράγματι, η προαγωγή προϋποθέτει πάροδο της ελάχιστης προθεσμίας που καθορίζει το άρθρο 45, παράγραφος 1, η δε μετάθεση δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί προκειμένου για διορισμό σε ανώτερο βαθμό (άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης). Δεν νομίζω, λοιπόν, ότι η ΑΔΑ υπερέβη την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει ως προς την επιλογή των διαδικασιών που κρίνει καταλληλότερες προκειμένου να προβεί στην πλήρωση κενών θέσεων ( 11 ).
Ωστόσο, και αυτή θα είναι η δεύτερη παρατήρηση μου, η διαπίστωση αυτή αφήνει άθικτο το πρόβλημα των κανόνων που πρέπει να εφαρμοστούν για την κατάταξη σε κατηγορία: στην περίπτωση διορισμού ενός υπαλλήλου μετά από εσωτερικό διαγωνισμό, μπορεί η ΑΔΑ να ρυθμίσει την κατάταξη του εφαρμόζοντας τα άρθρα 45, παράγραφος 1, και 46 ή οφείλει να εφαρμόσει τα άρθρα 31 και 32 τα οποία ρυθμίζουν την κατάταξη κατά την πρόσληψη;
8.
Στο ερώτημα αυτό νομίζω ότι η απάντηση πρέπει να είναι η εξής: αν οι διατάξεις των άρθρων 31 και 32 δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην περίπτωση του Αριστείδη Βλάχου, αντίθετα οι περιστάσεις της προκειμένης υποθέσεως καθιστούν όχι μόνο δυνατή αλλά και ευκταία την κατ' αναλογία εφαρμογή των κανόνων περί προαγωγής.
Σε ό,τι αφορά την εφαρμογή των άρθρων 31 και 32 νομίζω ότι δεν θα ήταν οπωσδήποτε ικανοποιητική για τον προσφεύγοντα ούτε ότι θαήταν ενδεδειγμένη σε σχέση με το αντικείμενο της παρούσης υποθέσεως.
Πράγματι, αν επιλεγεί εφαρμογή των κανόνων κατατάξεως που θεσπίζουν τα άρθρα 31 και 32 αυτό δεν θα σήμαινε υποχρέωση της ΑΔΑ να κατατάξει καλύτερα τον προσφεύγοντα. Σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο των άρθρων 31 και 32 ο προσφεύγων έπρεπε, κατ' αρχήν, να καταταγεί στο βασικό βαθμό της κατηγορίας για την οποία είχε υποβάλει υποψηφιότητα, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση στο βαθμό LA 5/1 αντίθετα, οι αποκλίσεις που προβλέπονται στα άρθρα 31, παράγραφος 2, και 32, παράγραφος 2, επαφίενται στη διακριτική ευχέρεια της ΑΔΑ. Βέβαια, η ΑΔΑ δεν θα μπορούσε να μην παράσχει στον Αριστείδη Βλάχο το ευεργέτημα των εξαιρετικών αυτών διατάξεων αν η εφαρμογή τους αποτελούσε πάγια πρακτική του οργάνου: σε μια τέτοια περίπτωση, εκτός αν η κατάσταση ήταν αντικειμενικά διαφορετική, θα είχε παραβιάσει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υπαλλήλων της ίδιας κατηγορίας ή του ίδιου κλάδου, όπως αυτή προκύπτει από το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο προσφεύγων δεν μπόρεσε να αποδείξει την ύπαρξη παρόμοιας δυσμενούς διακρίσεως, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός αυτός.
Εν πάση περιπτώσει, νομίζω ότι πρέπει να αποκλειστεί η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων στην παρούσα υπόθεση.
Πράγματι, ο Αριστείδης Βλάχος δεν μπορεί να εξομοιωθεί με «προσληφθέντα» υπάλληλο εφόσον, αντί να μεταβεί σε μια νέα κατηγορία ή κλάδο, απλώς προωθείται στη σταδιοδρομία του μέσα στην κατηγορία LA στην οποία είναι δόκιμος υπάλληλος από1ης Οκτωβρίου 1981. Κατά κάποιο τρόπο, αντί να αρχίσει μια νέα σταδιοδρομία στην ευρωπαϊκή δημόσια διοίκηση στο πλαίσιο διαφορετικού κλάδου ή κατηγορίας, ο προσφεύγων προωθήθηκε στην κατηγορία στην οποία υπηρετεί ως υπάλληλος από 1ης Οκτωβρίου 1981.
9.
Αντίθετα, πολλά είναι τα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της αναλογικής εφαρμογής των διατάξεων που ρυθμίζουν την κατάταξη σε κατηγορία προαχθέντος υπαλλήλου.
Η ΑΔΑ ακολούθησε την επίδικη διαδικασία ακριβώς επειδή δεν μπορούσε να προβεί σε άμεση εφαρμογή του άρθρου 45, παράγραφος 1. Ωστόσο, η ανεπάρκεια των κανόνων του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης για περιπτώσεις όπως η παρούσα, δεν αρκεί μόνη της για να δικαιολογήσει ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 45 και 46: πρέπει προηγουμένως να εξακριβωθεί, αφενός μεν, ότι δεν υπάρχει αντίφαση με τους σκοπούς, τις προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα της διαδικασίας προαγωγής και, αφετέρου, ότι είναι αναγκαία.
Αν συγκριθεί η κατάσταση του Αριστείδη Βλάχου με την περίπτωση-τύπο που προβλέπει το άρθρο 45, παράγραφος 1, διαπιστώνεται η ύπαρξη ομοιοτήτων. Και στις δύο περιπτώσεις οι υπάλληλοι επιλέγονται στο πλαίσιο της ίδιας κατηγορίας για να προωθηθούν στον αμέσως ανώτερο βαθμό από εκείνον που κατείχαν ώς τότε. Εξάλλου, η διαδικασία που ακολούθησε η ΑΔΑ εντάσσεται λογικά στην τήρηση της αρχής της δυνατότητας σταδιοδρομίας των υπαλλήλων και της σειράς προτιμήσεως που καθορίζει το άρθρο 29, παράγραφος 1 : αφού διαπίστωσε ότι ήταν αδύνατη η κάλυψη της θέσεως με προαγωγή ή μετάθεση υπαλλήλων της κατηγορίας LA, η ΑΔΑ κατέφυγε στο σύστημα του εσωτερικού διαγωνισμού για να καταλήξει στο ίδιο αποτέλεσμα και να οργανώσει την ελληνική μεταφραστική υπηρεσία.
Νομίζω, λοιπόν, ότι η απόφαση της ΑΔΑ εντάσσεται στο πνεύμα και τους σκοπούς του άρθρου 45, παράγραφος 1, εφόσον ευνοεί τη δυνατότητα σταδιοδρομίας των υπαλλήλων μιας κατηγορίας, για την προώθηση τους, σε μεγαλύτερο βαθμό της ίδιας κατηγορίας. Δεν συντρέχει παράβαση του άρθρου 45, παράγραφος 1, με την προαγωγή, υπό τις περιστάσεις της παρούσης υποθέσεως, των επιτυχόντων εσωτερικού διαγωνισμού οι οποίοι διορίστηκαν ως νομικοί αναθεωρητές στον ανώτερο βαθμό της κατηγορίας τους και σε κλιμάκιο που ανταποκρίνεται στην αρχαιότητά τους, εφόσον η διαδικασία αυτή ακολουθήθηκε προς το συμφέρον όλων των ενδιαφερομένων γλωσσομαθών νομικών. Πράγματι, η ΑΔΑ μπορούσε να επιλέξει άλλες δυνατότητες, σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 1, όπως η μετάταξη ή ο διυπηρε-σιακός διαγωνισμός. Επιλέγοντας τη διαδικασία του εσωτερικού διαγωνισμού έδωσε την ευκαιρία στους καλύτερους γλωσσομαθείς νομικούς να προωθηθούν ταχύτερα στη σταδιοδρομία τους. Εξάλλου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ενήργησε προς το συμφέρον της υπηρεσίας.
Με πάγια νομολογία σας έχετε αναγνωρίσει ότι η ΑΔΑ διαθέτει ευρεία διακριτική εξουσία στο θέμα της οργανώσεως των υπηρεσιών της ( 12 ) η οποία εξηγεί, εξάλλου, τη δυνατότητά της να επιλέξει τον καταλληλότερο τρόπο για την πλήρωση μιας κενής θέσεως. Στην παρούσα υπόθεση η ταχεία διαδικασία που επέλεξε η ΑΔΑ απέβλεπε στη σύντομη σύσταση του τμήματος μεταφράσεως ελληνικής γλώσσας με βάση τις δύο σταδιοδρομίες του γλωσσομαθούς νομικού (LA 7/LA 6) — νομικού αναθεωρητή (LA 5/LA 4) και χρησιμοποιώντας τους υπαλλήλους που είχε ήδη προσλάβει πριν από την προσχώρηση της Ελλάδας την 1η Ιανουαρίου 1981. Η μέθοδος που επέλεξε η ΑΔΑ για να διορίσει και να προαγάγει τον Αριστείδη Βλάχο εξηγείται από τη βούληση της να οργανώσει γρήγορα την ελληνική μεταφραστική υπηρεσία, σύμφωνα, όμως, με την αρχή της δυνατότητας σταδιοδρομίας του υπαλλήλου, η οποία την ανάγκασε να ακολουθήσει τη διαδικασία διαγωνισμού που επιτάχυνε την προαγωγή.
Η διαπίστωση αυτή εξαντλεί τον έλεγχο της νομιμότητας της αναλογικής εφαρμογής των άρθρων 45 και 46. Πράγματι, ο προσφεύγων δεν προσκόμισε καμία απόδειξη προς στήριξη της αιτιάσεως δυσμενούς διακρίσεως που διατύπωσε κατά της αποφάσεως της 29ης Ιουνίου 1982 και η οποία στηρίζεται στη νομολογία Williams ( 13 ). Εφόσον δεν μπόρεσε να απoδείξε ότι σε περιπτώσεις όμοιες με τη δική του εφαρμόστηκαν διαφορετικές μέθοδοι κατατάξεως, η αιτίαση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ως προς την κατάσταση υπαλλήλων οι οποίοι έχουν προσληφεί κατόπιν διαγωνισμού σε άλλα όργανα απέδειξα γιατί δεν είναι όμοια με την κατάσταση του προσφεύγοντος, καθόσον επρόκειτο για προώθηση σε διαφορετικό κλάδο.
Κατ' ακολουθία προτείνω την απόρριψη των προσφυγών 20 και 21/83 που άσκησε ο Αριστείδης Βλάχος κατά της κατατάξεώς του σε κατηγορία εκ μέρους της ΑΔΑ. Σύμφωνα με τα άρθρα 69, παράγραφος 2, και 70 του κανονισμού διαδικασίας κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 2 ) 102/75, Petersen (Recueil 1976, σ. 1777) σημείο 16 του σκεπτικού και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jean-Pierre Warner, σ. 1802.
( 3 ) 176/73, Van Belle, προτάσεις του Gerhard Reischl, (Recueil 1974, σ. 1376).
( 4 ) 15/63, Lassalle (Recueil 1964, σ. 57).
( 5 ) 15/63, Lassalle, óπ. αν.
( 6 ) 176/73, προαναφερθείσες προτάσεις Gerhard Reischl, σ. 1374.
( 7 ) 176/73, προαναφερθείσα Van Belle, σκέψεις 21 έως 24.
( 8 ) 55 ώς 76, 86, 87 και 95/71, Bcsnard (Recueil 1972, σ. 543), σκέψεις 8 έως 15 και προτάσεις του Karl Roemer, σ. 572.
( 9 ) 15/63, Lassalle, όπ. αν. σκέψη 11' 176/73, Van Belle, όπ. αν., σκέψεις 5 και 6' 123/75, Küster (Recueil 1976, σ. 1701), σκέψη 10.
( 10 ) 15/63, προαναφερθείσες προτάσεις Maurice Lagrange, σ. 90.
( 11 ) 123/75, προαναφερθείσα απόφαση Küster, σημείο 12 του σκεπτικού 298/81, Colussi, της 24. 3. 1983, Συλλογή 1983, σ. 1131, σημείο 17 του σκεπτικού.
( 12 ) 14/79, Loebisch(Recueil 1979, σ. 3679), σκέψη 11 60/80, Kindermann (Recueil 1981, σ. 1329), σκέψη 17' 178/80, Bellardi-Ricci (Συλλογή 1981, σ. 3187), σκέψεις 18 έως 20.
( 13 ) 9/81, Williams (Συλλογή 1982, σ. 3301).
Full & Egal Universal Law Academy