ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 8 ΜΑΪΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι δικαοτές,
Στην Ολλανδία υπάρχουν κρατικά συνταξιοδοτικά συστήματα για συντάξεις γήρατος, χηρείας και ορφανών, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές και τα οποία έχουν γενική εφαρμογή. Οι δημόσιοι υπάλληλοι υπάγονται σε ένα πρόσθετο συνταξιοδοτικό σύστημα, για το οποίο καταβάλλονται επίσης εισφορές. Προκειμένου να αποφευχθεί πλήρης διπλασιασμός των συντάξεων, η σύνταξη λόγω γήρατος μειώνεται ανάλογα προς τα έτη υπηρεσίας του υπαλλήλου (μέχρις ενός ανωτάτου ορίου) και θεωρείται ότι ικανοποιείται μέχρι του ποσού αυτού με την καταβολή της πολιτικής σύνταξης.
Οι οφειλόμενες εισφορές στα συνταξιοδοτικά συστήματα γήρατος, χηρείας και ορφανών υπολογίζονται βάσει του ακαθάριστου μισθού του εργαζόμενου, μέχρις ενός ανωτάτου ποσού. Για τον υπολογισμό των εισφορών οι σύζυγοι, όταν συνοικούν, θεωρούνται ως ενότητα και δεν οφείλουν ποσό ανώτερο του ποσού που καταβάλλει ο άγαμος.
Ο εργοδότης κανονικά αφαιρεί τις εισφορές από το μισθό και τις καταβάλλει απευθείας στην εφορία ως φόρο εισοδήματος. Εντούτοις, κάποτε οι δημόσιοι υπάλληλοι κατέβαλλαν τις δικές τους εισφορές και για να τις καλύψει το Δημόσιο τους κατέβαλλε το αντίστοιχο ποσό. Από το 1972 όμως το Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει τις εισφορές αυτές στα γενικά κρατικά συνταξιοδοτικά συστήματα για λογαριασμό του υπαλλήλου.
Πριν από το 1972 επίσης, αν δυο δημόσιοι υπάλληλοι ήσαν σύζυγοι ή αν ένας δημόσιος υπάλληλος είχε δύο ξεχωριστές εργασίες, οι εργοδότριες δημόσιες αρχές κατέβαλλαν το αντίστοιχο ποσό για κάθε εργασία. Αν αυτό κατέληγε στο να καταβάλλεται μεγαλύτερο ποσό από το οφειλόμενο, η εφορία επέστρεφε το υπερβάλλον, στην περίπτωση δε του ζεύγους συζύγων, στο σύζυγο.
Στην προκειμένη δίκη το ποσό των εισφορών που καταβάλλει η δημόσια αρχή για λογαριασμό των δημόσιων υπαλλήλων αναφέρεται ως «αντιστάθμισμα», ενώ το ποσό οιασδήποτε επιστροφής ως «υπερβάλλον του αντισταθμίσματος».
Σύμφωνα με το νόμο για τις πολιτικές συντάξεις, ο οποίος εκδόθηκε το Νοέμβριο 1972, όπως συμπληρώθηκε με το εκτελεστικό διάταγμα της 21ης Φεβρουαρίου 1973, οι δημόσιοι υπάλληλοι ήσαν υποχρεωμένοι να παράσχουν στον οργανισμό που κατέβαλλε εισφορές για λογαριασμό τους όλα τα σχετικά στοιχεία. Ο οργανισμός είχε την υποχρέωση να εξασφαλίσει ότι δεν θα καταβάλλονταν εισφορές για εισόδημα που υπερέβαινε το καθορισμένο ανώτατο όριο. Συνεπώς, ο δημόσιος υπάλληλος και η σύζυγός του οφείλουν να δηλώσουν το εισόδημα τους από εργασία στο Δημόσιο και το εισόδημα του συζύγου δηλώνεται πρώτο. Ο εργοδότης του συζύγου καταβάλλει το οφειλόμενο ποσό επί του μισθού του· ο εργοδότης της συζύγου συμπληρώνει το ενδεχομένως οφειλόμενο υπόλοιπο, δεν πρέπει όμως να καταβάλει πέρα από το ανώτατο ποσό που οφείλουν αμφότεροι. Αποφεύγεται συνεπώς το «υπερβάλλον του αντισταθμίσματος» διότι οι εργοδότες του ζεύγους δεν καταβάλλουν εισφορές πέρα από τις οφειλόμενες. Παρόμοιο σύστημα εφαρμόζεται στην περίπτωση δημοσίου υπαλλήλου που κατέχει περισσότερες από μία 9έση στο Δημόσιο.
Μερικές γυναίκες δημόσιοι υπάλληλοι, παντρεμένες με δημοσίους υπαλλήλους, άσκησαν προσφυγές ενώπιον διαφόρων διοικητικών πρωτοδικείων υποστηρίζοντας ότι το «αντιστάθμισμα» και το «υπερβάλλον του αντισταθμίσματος» συνιστούν «αμοιβή» κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ, επικαλούμενες ιδίως την υπόθεση 69/80, Worringham κατά Lloyds Bank, Συλλογή 1981, σ. 767. Ισχυρίζονται ότι αυτό ισοδυναμεί με αύξηση του μισθού εκ μέρους του εργοδότη κατά το ποσό της εισφοράς και την αφαίρεση και καταβολή του στη συνέχεια. Εφόσον για λογαριασμό της γυναίκας δεν καταβάλλεται κανένα ποσό ή καταβάλλεται μικρότερο ποσό, η γυναίκα υφίσταται δυσμενή διάκριση.
Οι προσφυγές απορρίφθηκαν στον πρώτο 6α9μό και οι προσφεύγουσες άσκησαν έφεση ενώπιον του Centrale Raad van Beroep, το οποίο είναι το ανώτατο δικαστήριο στην Ολλανδία για υποθέσεις κοινωνικής ασφάλισης. Το δικαστήριο αυτό υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρ9ρου 177 της Συν9ήκης, τα ακόλουθα δύο προδικαστικά ερωτήματα:
«1.
'Εχει ο όρος “αμοιβή” του άρ9ρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ την έννοια ότι καλύπτει και το “αντιστάθμισμα” ή ενδεχομένως το ποσό που αποκαλείται “υπερβάλλον του αντισταθμίσματος” το οποίο κατέβαλλαν άλλοτε στην εφορία, ενώ τώρα δεν έχουν πλέον την υποχρέωση αυτή, οι δημόσιες αρχές υπό την ιδιότητά τους ως εργοδοτών και το οποίο υπερέβαινε το ανώτατο ποσό των εισφορών που οφείλονται βάσει του Algemene Ouderdomswet (νόμο περί γενικής ασφαλίσεως γήρατος: «AOW») και του Algemene Weduwen- en Wezenwet (γενικό νόμο περί συστήματος συντάξεων χηρείας και συντάξεως ορφανών: «AWW»);
2.
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, έχει το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ την έννοια ότι αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας των αμοιβών για όμοια εργασία μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, αρχή που θεσπίζεται στο ίδιο αυτό άρθρο 119, το σύστημα που ισχύει στις Κάτω Χώρες και βασίζεται στον Wet Gemeenschappelijke Bepalingen Overheidspensioenwetten (νόμο πέρι ορισμένων κοινών διατάξεων που αφορούν τους νόμους για τις συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων), σύμφωνα με το οποίο, στις περιπτώσεις που το σύνολο των εισφορών που οφείλονται βάσει του AOW και το AWW για δυο συζύγους δημοσίους υπαλλήλους υπερβαίνει το ανώτατο όριο των οφειλόμενων εισφορών, οι εισφορές καταβάλλονται καταρχήν από την αρχή στην οποία εργάζεται ο σύζυγος, ενώ η αρχή στην οποία εργάζεται η σύζυγος δεν έχει υποχρέωση να καταβάλει παρά μόνο τη διαφορά που απαιτείται για τη συμπλήρωση του ανώτατου ορίου των οφειλόμενων εισφορών;»
Στην υπόθεση 80/70, Defrenne κατά Βελγίου (ECR 1971, σ. 445), το Δικαστήριο έκανε δεκτό ότι, παρόλο που τα οφέλη τα οποία συνδέονται με τη φύση των παροχών κοινωνικής ασφάλισης «δεν είναι καταρχήν ξένα προς την έννοια της αμοιβής», η οποία προσδιορίζεται στο άρθρο 119 της Συνθήκης, η έννοια αυτή δεν περιλαμβάνει τα συστήματα ή τις παροχές κοινωνικής ασφάλισης που «ρυθμίζονται απευθείας από το νόμο χωρίς οιοδήποτε στοιχείο συμφωνίας εντός της επιχείρησης ή του σχετικού επαγγελματικού κλάδου και που εφαρμόζονται υποχρεωτικά σε γενικές κατηγορίες εργαζομένων». Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα συστήματα αυτά «διασφαλίζουν στους εργαζομένους την ευεργετική υπαγωγή σε ένα νομικό σύστημα στη χρηματοδότηση του οποίου συνεισφέρουν ot εργαζόμενοι, οι εργοδότες και ενδεχομένως οι δημόσιες αρχές, η συνεισφορά τους δε αυτή δεν εξαρτάται τόσο από τη σχέση εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου, όσο από λόγους κοινωνικής πολιτικής» (σκέψεις 7 και 8). Συνεπώς, το ποσό με το οποίο επιβαρύνονται οι εργοδότες για τη χρηματοδότηση των συστημάτων αυτών δεν αποτελεί ποσό που καταβάλλεται άμεσα ή έμμεσα στον εργαζόμενο (σκέψη 9).
Στην προκειμένη υπόθεση η ολλανδική κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι τα εν λόγω ποσά καταβάλλονται στο πλαίσιο ενός συνταξιοδοτικού συστήματος που ρυθμίζεται από το νόμο, επομένως δεν εμπίπτουν στην έννοια της αμοιβής.
Το γεγονός ότι ένα σύστημα ρυθμίζεται από το νόμο δεν είναι, κατά την άποψη μου, το καθοριστικό στοιχείο. Ο νόμος μπορεί να χρησιμοποιείται για διάφορους σκοπούς. Αν ορίζει δικαιώματα και υποχρεώσεις δυνάμει ενός συστήματος κοινωνικής ασφάλισης για όλους τους εργαζόμενους, ή για ομάδες εργαζομένων των οποίων «εργοδότης» οπωσδήποτε δεν είναι το Δημόσιο, αναμφίβολα βασίζεται σε «λόγους κοινωνικής πολιτικής» παρά σε εργασιακή σχέση. Αν εξάλλου με τον ίδιο μηχανισμό, το νόμο, θεσπίζονται κανόνες για τους απασχολούμενους στο Δημόσιο, οι κανόνες αυτοί μπορεί να αποτελούν έκφραση κοινωνικής πολιτικής ή μπορούν επίσης να πηγάζουν και να ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση. Βέβαια, στη δεύτερη περίπτωση οι κανόνες αυτοί μπορούν συγχρόνως να αντικατοπτρίζουν την κρατική αντίληψη περί κοινωνικής πολιτικής, αλλά κατά την άποψή μου ο παράγοντας αυτός δεν τους στερεί το ουσιώδες χαρακτηριστικό τους, ότι δηλαδή είναι κανόνες που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση. Ειδάλλως, οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν θα μπορούσαν να επικαλεστούν την αρχή της ισότητας των αμοιβών για όμοια εργασία, η οποία περιέχεται στο άρθρο 119, ενώ δεν φαίνεται να υπάρχει κανένα στοιχείο στο άρθρο αυτό ή στη νομολογία του Δικαστηρίου που να δικαιολογεί τέτοιο συμπέρασμα. 'Ετσι, το κρίσιμο ζήτημα είναι αν ό,τι πράττει το Δημόσιο, το πράττει βασικά ως εργοδότης.
Στην υπό εξέταση υπόθεση το ποσό που καταβάλλει το Δημόσιο σε σχέση με τις εισφορές του εργαζόμενου καταβάλλεται στο κρατικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, το οποίο βέβαια επίσης εκφράζει αντίληψη περί «κοινωνικής πολιτικής». Το ποσό όμως που καταβάλλεται είναι οι εισφορές που οφείλει ο εργαζόμενος, οι οποίες, βάσει του μηχανισμού αυτού, καταβάλλονται από τον εργοδότη στην εφορία δεν είναι εκείνο το «ποσό που οφείλουν οι εργοδότες» στο οποίο αναφέρεται η σκέψη 9 της απόφασης Defrenne.
Νομίζω ότι η προκειμένη περίπτωση δεν διαφέρει καθόλου από την περίπτωση κατά την οποία ένας ιδιώτης εργοδότης συμφωνεί να καταβάλλει τις συνταξιοδοτικές εισφορές που οφείλουν οι εργαζόμενοι βάσει της εθνικής νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως, είτε ο εργοδότης καταβάλλει τις εισφορές αφαιρώντας τις από τον «κανονικό βασικό» μισθό είτε καταβάλλοντος ένα πρόσθετο ποσό πέρα και επιπλέον από το βασικό μισθό· στην τελευταία αυτή περίπτωση μπορεί να πρόκειται για «αντάλλαγμα ... τοις μετρητοίς ... που παρέχεται στον εργαζόμενο, άμεσα ή έμμεσα, σε σχέση με την απασχόληση του από τον εργοδότη του». Από το γεγονός ότι στην υπό εξέταση υπόθεση η κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων που απασχολούνται στο Δημόσιο ρυθμίζεται από το νόμο δεν νομίζω ότι δημιουργείται διαφορετική κατάσταση.
Αν το «αντιστάθμισμα» και το «υπερβάλλον του αντισταθμίσματος» αποτελούν, όπως θεωρώ, μέρος της αμοιβής, ερωτάται αν η αρχή της ισότητας των αμοιβών για όμοια εργασία μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, η οποία περιέχεται στο άρθρο 119, έχει την έννοια ότι για τους εργαζόμενους αμφοτέρων των φύλων πρέπει να καταβάλλονται, σε αυτούς ή για λογαριασμό τους, ίσα ποσά όσον αφορά τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης.
Ως προς το σημείο αυτό πρέπει να υπενθυμίσω ότι «το άρθρο 119, το οποίο περιορίζεται μόνο στο ζήτημα της άνισης αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων αποτελεί ειδική διάταξη της οποίας η εφαρμογή συνδέεται με συγκεκριμένους παράγοντες» (υπόθεση 149/77, Defrenne κατά Sabena, ECR 1978, σ. 1365) και ότι «οι άμεσες και έκδηλες διακρίσεις που μπορούν να εξακριβωθούν μόνο με γνώμονα τα κριτήρια που βασίζονται στην όμοια εργασία και την όμοια αμοιβή» στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 119, πρέπει να αντιδιαστέλλονται από τις «έμμεσες και συγκαλυμμένες διακρίσεις οι οποίες μπορούν να εξακριβωθούν μόνο με αναδρομή σε σαφέστερες εκτελεστικές διατάξεις κοινοτικού ή εθνικού χαρακτήρα» (βλ. υπόθεση 43/75, Defrenne κατά Sabena, ECR 1976, σ. 455).
Εν όψει αυτού, οι ακαθάριστες αποδοχές του συζυγικού ζεύγους δημοσίων υπαλλήλων έχουν μειωθεί σε σχέση με το 1972, εφόσον τώρα, αν ο σύζυγος καταβάλλει το ανώτατο ποσό, για τη σύζυγο δεν καταβάλλεται κανένα ποσό και δεν επακολουθεί αναπροσαρμογή. Το γεγονός αυτό δεν αρκεί από μόνο του για να στοιχειοθετηθεί διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 119.
Εντούτοις, ο συνολικός μισθός της έγγαμης δημοσίου υπαλλήλου είναι κατώτερος του μισθού της άγαμης δημοσίου υπαλλήλου και του άνδρα δημοσίου υπαλλήλου ίδιου βαθμού και πείρας, παρόλο που το «διαθέσιμο εισόδημα», αυτό δηλαδή που απομένει αν αφαιρεθεί το ποσό των εισφορών, είναι το ίδιο για όλους. Ο μισθός της είναι επίσης κατώτερος από το μισθό γυναίκας δημοσίου υπαλλήλου παντρεμένης με μη δημόσιο υπάλληλο, εφόσον οι εισφορές της γυναίκας αυτής καταβάλλονται από το Δημόσιο, παρόλο που πρέπει — όπως έχει αναφερθεί στο Δικαστήριο ότι συμβαίνει — να επακολουθήσει αναπροσαρμογή (με επιστροφή του υπερβάλλοντος) αν ο σύζυγος καταβάλλει επίσης ή έχουν καταβληθεί για λογαριασμό του οι απαραίτητες εισφορές. Στην περίπτωση αυτή, αν υποτεθεί ότι όλοι εισπράττουν τον ίδιο βασικό μισθό, το διαθέσιμο εισόδημα του ζεύγους, όταν ο σύζυγος δεν είναι δημόσιος υπάλληλος, ή το διαθέσιμο εισόδημα του ενός από τους συζύγους αυτούς μπορεί να είναι ανώτερο από το διαθέσιμο εισόδημα στην περίπτωση ζεύγους εγγάμων δημοσίων υπαλλήλων.
Εν όψει αυτού, το γεγονός και μόνο ότι η γυναίκα δημόσιος υπάλληλος παντρεμένη με δημόσιο υπάλληλο δεν εισπράττει πρόσθετο ποσό για τις εισφορές, ενώ παραδείγματος χάρη ο άγαμος δημόσιος υπάλληλος το εισπράττει, δεν νομίζω ότι καταλήγει να αποτελεί διάκριση η οποία να αντιβαίνει στην αρχή της ίσης αμοιβής για όμοια εργασία. Εκ πρώτης όψεως αμφότεροι οφείλουν ίσως εισφορές, επειδή όμως το συζυγικό ζεύγος των δημοσίων υπαλλήλων αντιμετωπίζεται ως ένα πρόσωπο ή μια ενότητα για τον υπολογισμό του μισθού και των οφειλόμενων εισφορών, η έγγαμη γυναίκα παύει να οφείλει οιοδήποτε ποσό εφόσον οι εισφορές του συζύγου της φθάνουν το ανώτατο καταβλητέο ποσό. Αν αυτός δεν κερδίζει αρκετά για να καταβάλει όλο το οφειλόμενο ποσό, τότε αυτή καταβάλλει το υπόλοιπο, μόνο δε το ποσό αυτό χρειάζεται να της επιστραφεί. Έτσι, ο άγαμος δημόσιος υπάλληλος εισπράττει, έστω και έμμεσα, το ποσό των εισφορών που οφείλονται επί του μισθού του η γυναίκα δημόσιος υπάλληλος, αν είναι παντρεμένη με δημόσιο υπάλληλο, είτε εισπράττει, ή καταβάλλεται για λογαριασμό της, το ποσό των εισφορών που έχει υπολογιστεί επί του μισθού της, εφόσον ο μισθός του συζύγου της δεν είναι τόσο υψηλός που να χρειάζεται να καταβληθεί το ανώτατο ποσό όσον αφορά αμφοτερους, ή δεν εισπράττει τίποτα διότι δεν οφείλεται τίποτα. Εξετάζοντας την κατάσταση απλώς σε σχέση με την καταβολή των εισφορών, νομίζω ότι από την άποψη αυτή βρίσκονται στην ίδια θέση. Για λογαριασμό καθενός από αυτούς καταβάλλεται ό,τι οφείλεται σε σχέση με εισφορές και τίποτα περισσότερο.
Αν το αντιλαμβάνομαι σωστά, είναι διαφορετική η κατάσταση του ζεύγους αν και οι δύο είναι δημόσιοι υπάλληλοι από ό,τι αν ο σύζυγος δεν είναι δημόσιος υπάλληλος. Ενδεχομένως στην τελευταία περίπτωση το ζεύγος ή η σύζυγος, αν ο σύζυγος τής καταβάλλει όλα τα ποσά που του επιστρέφει η εφορία, είναι πλουσιότερη. Οιαδήποτε επομένως διάκριση είναι δυσμενής για το άλλο ζεύγος, επειδή και οι δύο είναι δημόσιοι υπάλληλοι' αν υπάρχει οιαδήποτε διάκριση μεταξύ εργαζομένων ατόμων, αυτή γίνεται μεταξύ των δύο γυναικών συζύγων και κατά την άποψη μου δεν εμπίπτει στο άρθρο 119. Στην υπό εξέταση υπόθεση δεν έχει ερευνηθεί η θέση του άνδρα άγαμου δημοσίου υπαλλήλου έναντι της δημοσίου υπαλλήλου που είναι παντρεμένη με μη δημόσιο υπάλληλο και προτιμώ να μη θίξω το ζήτημα αυτό.
Θεωρώ συνεπώς ότι το άρθρο 119 δεν έχει την έννοια ότι απαγορεύει το είδος του συστήματος που θεσπίστηκε εν προκειμένω όσον αφορά τις εισφορές των έγγαμων γυναικών, εφόσον εξεταστεί χωρίς να ληφθούν υπόψη οι πιθανές παρενέργειες.
Εντούτοις έχει υποστηριχτεί ότι η γυναίκα δημόσιος υπάλληλος η παντρεμένη με δημόσιο υπάλληλο υφίσταται δυσμενή φορολογική μεταχείριση και ότι ο χαμηλότερος ακαθάριστος μισθός που εισπράττει επηρεάζει τα επιδόματα ανεργίας και την ασφάλιση κατά ασθενειών. Εφόσον εντούτοις τα τελευταία είναι προσαρμοσμένα προς το οικογενειακό εισόδημα, θεωρώ ότι επηρεάζουν από κοινού τους δυο συζύγους και στο πλαίσιο αυτό είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτή οιαδήποτε διάκριση σε βάρος της γυναίκας εργαζόμενης.
Διαφορά υπάρχει τόσο μεταξύ εγγάμων γυναικών όσο και μεταξύ ζευγών, επειδή ο εργοδότης έχει ορίσει οι σύζυγοι δημόσιοι υπάλληλοι να μην καταβάλλουν και οι δύο εισφορές και να τους επιστρέφεται το υπερβάλλον, αλλά να καταβάλλουν το καθαρό ποσό που πράγματι οφείλεται. Αυτό απορρέει, νομίζω, από την ιδιότητα του Δημοσίου ως εργοδότη και δεν αποτελεί θέμα κοινωνικής πολιτικής που να αφορά το κοινωνικό σύνολο, νομίζω όμως ότι οιαδήποτε μειονεκτήματα προκύπτουν δεν εμπίπτουν στο άρθρο 119, το οποίο δεν αναφέρεται σε διακρίσεις μεταξύ γυναικών ή μεταξύ ζευγών.
Μεταξύ της γυναίκας δημοσίου υπαλλήλου παντρεμένης με δημόσιο υπάλληλο και του άγαμου δημοσίου υπαλλήλου δημιουργείται διάκριση όσον αφορά το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, η οποία όμως δεν απορρέει από τη σχέση εργασίας. Ο άνδρας άγαμος δημόσιος υπάλληλος είναι οφειλέτης· η γυναίκα δημόσιος υπάλληλος παντρεμένη με δημόσιο υπάλληλο δεν είναι οφειλέτης, αν ο σύζυγός της καταβάλλει την εισφορά ή αν το οφειλόμενο ποσό καταβάλλεται για λογαριασμό του. Αν για λογαριασμό της δεν καταβάλλεται κανένα ποσό υπό μορφή εισφορών και δεν της επιστρέφεται τίποτα, αμφότεροι βρίσκονται στην ίδια θέση ως εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από τη διαφορά ως προς τα δικαιώματα που τους παρέχει η εθνική κοινωνική ασφάλιση. Αν καταβάλλονταν χρήματα για λογαριασμό της και έπειτα επιστρέφονταν, έστω και στο σύζυγο, η γυναίκα θα επωφελούνταν πράγματι, έμμεσα τουλάχιστον, από το υψηλότερο διαθέσιμο οικογενειακό εισόδημα.
Σ' αυτό το σημείο νομίζω ότι η υπό εξέταση υπόθεση διαφέρει από την υπόθεση Worringham, όπου η καταβολή όλων των ποσών πραγματοποιούνταν εκτός του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και όπου ο γάμος δεν αποτελούσε καθοριστικό παράγοντα. Αν υπάρχουν μειονεκτήματα σαν αυτά που αναφέρονται στις σκέψεις 25 και 26 της απόφασης, Woningham, αρμόδιο για την εξέταση τους είναι το εθνικό δικαστήριο, δεν έχω πειστεί όμως ότι έχει αποδειχτεί κάτι τέτοιο εν προκειμένω όσον αφορά την έγγαμη δημόσιο υπάλληλο που ζει με το σύζυγό της. Θα πρέπει να προστεθεί ότι σε καμιά από τις υποθέσεις αυτές δεν έχει ανακύψει ζήτημα δυσμενούς διάκρισης σε βάρος της έγγαμης γυναίκας που ζει ξεχωριστά από το σύζυγο της και για την οποία θα μπορούσε ευκολότερα να αποδειχτεί ότι περιορίζεται η πιστωτική της ικανότητα.
Η κατάσταση 9α μπορούσε να είναι πολύ διαφορετική 6άσει της οδηγίας του Συμβουλίου 79/7/ΕΟΚ, της 19ης Δεκεμβρίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160), η οδηγία αυτή όμως πρέπει να εκτελεστεί μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 1984, έτσι ώστε προς το παρόν δεν μπορεί να γίνει λόγος ως προς το σημείο αυτό για οιαδήποτε παράβαση του κοινοτικού δικαίου το οποίο τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να τηρούν. Εν πάση περιπτώσει το ε9νικό δικαστήριο δεν έχει υποβάλει προδικαστικό ερώτημα ως προς την έννοια της οδηγίας αυτής.
Η γνώμη μου συνεπώς είναι ότι στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις:
1.
Ο όρος «αμοιβή» στο άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ συμπεριλαμβάνει τις συνταξιοδοτικές εισφορές των εργαζομένων που καταβάλλει για λογαριασμό των δημοσίων υπαλλήλων, βάσει εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, η δημόσια αρχή στην οποία εργάζονται και οιοδήποτε ποσό που επιστρέφεται στους δημοσίους υπαλλήλους αυτούς ως υπερβάλλον των εισφορών.
2.
Το άρθρο 119 δεν απαγορεύει να καταβάλλονται οι υποχρεωτικές εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως για λογαριασμό εκείνων μόνο των εργαζομένων οι οποίοι τις οφείλουν, εφόσον οι εισφορές αυτές καταβάλλονται τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες που τις οφείλουν.
Στο Centrale Raad van Beroep εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων των διαδίκων της δίκης ενώπιον του δικαστηρίου αυτού και, κατά την άποψη μου, δεν πρέπει να ληφθεί καμιά απόφαση όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα της ολλανδικής κυβέρνησης ή της Επιτροπής.
( 1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy