ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ SIR GORDON SLYNN
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 15 ΔΕΚΕΜΒΡΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Στις 10 Ιουλίου 1981 οι ιδιοκτήτες δύο γερμανικών αλιευτικών, του «Hannover» και του «Kiel», κατελήφθησαν να αλιεύουν ρέγ-γα στις δυτικές ακτές της Σκωτίας. Συνελήφθησαν και κατηγορήθηκαν για παράβαση του West Coast Herring (Prohibition of Fishing) Order (κανονιστική πράξη περί απαγόρευσης αλιείας στις δυτικές ακτές) του 1981, το οποίο θεσπίσθηκε με βάση τον Sea Fish (Conservation) Act (νόμο περί προστασίας θαλασσίων αλιευμάτων) του 1967 (όπως τροποποιήθηκε) και που απαγορεύει την αλιεία στη ζώνη όπου συνελήφθησαν τα αλιευτικά. Στις 13 Ιουλίου, κατόπιν δίκης, οι ιδιοκτήτες των αλιευτικών καταδικάστηκαν και τους επεβλήθη ποινή, τα δε αλιεύματα τους δημεύθηκαν. Άσκησαν έφεση ενώπιον του High Court of Justiciary, υποστηρίζοντας ότι η κανονιστική πράξη (order) αντέβαινε προς το κοινοτικό δίκαιο. Το εν λόγω Court υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το ακόλουθο ερώτημα:
«Όταν, μετά την 1η Ιανουαρίου 1979, ένα κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή την επαναφορά σε ισχύ, χωρίς ουσιώδη τροποποίηση, ενός εθνικού μέτρου διατήρησης, το οποίο είχε το ίδιο θεσπιστεί και διατηρηθεί σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, το επαναφερόμενο σε ισχύ κατ' αυτόν τον τρόπο μέτρο εξακολουθεί να έχει θεσπιστεί και να διατηρείται σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο ελλείψει ρητής συναίνεσης της Επιτροπής;»
Το ερώτημα τίθεται ως εξής: Στις 16 Ιουνίου 1978, μετά από σύσταση του Διεθνούς Συμβουλίου για την Εξερεύνηση της Θάλασσας (ΔΣΕΘ), και λαμβάνοντας υπόψη την εξάντληση των αποθεμάτων ρέγγας, η Επιτροπή πρότεινε να απαγορευθεί η αλιεία ρέγγας, από 1ης Ιουνίου 1978, σε μια περιοχή που περιλάμβανε και την επίδικη ζώνη (γνωστή ως ζώνη ΔΣΕΘ V I a). Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, σύμφωνα με την πρακτική που είχε συμφωνηθεί με το ψήφισμα της Χάγης της 3ης Νοεμβρίου 1976, κοινοποίησε, στις 3 Ιουλίου 1978, στην Επιτροπή σχέδιο κανονιστικής πράξης, που θα έθετε σε ισχύ από 6 Ιουλίου 1978, με το οποίο απαγόρευε την αλιεία ρέγγας στην επίδικη ζώνη. Αφού ζήτησε πληροφορίες ως προς την παράλειψη μιας ζώνης από το πεδίο εφαρμογής της κανονιστικής πράξης και αφού έλαβε ικανοποιητικές εξηγήσεις, η Επιτροπή ενέκρινε την κανονιστική πράξη («κανονιστική πράξη του 1978») στις 22 Δεκεμβρίου 1978.
Με απόφαση της 15ης Απριλίου 1981, το High Court του Λονδίνου έκρινε ότι η κανονιστική πράξη του 1978 ήταν ανίσχυρη επειδή περιέλαβε ορισμένες ζώνες προσκείμενες στη Βόρεια Ιρλανδία (εφόσον οι ζώνες αυτές είχαν αποκλειστεί από τον προαναφερόμενο «νόμο του 1967» και περιλήφθηκαν στο Fisheries Act (Northern Ireland) του 1966 (όπως τροποποιήθηκε), αλλά, κατά τα άλλα, η κανονιστική πράξη ήταν έγκυρη (Dunkley κατά Evans [1981] 1WLR 1522). Τα ύδατα της Βόρειας Ιρλανδίας περιλαμβάνουν 0,8 °/ο του συνόλου της ζώνης που ρύθμιζε την κανονιστική πράξη του 1978.
Κατόπιν τούτου, θεσπίστηκαν δύο ξεχωριστές κανονιστικές πράξεις για τη ρύθμιση των ζωνών που είχαν υπαχθεί σε καθένα από τους αναφερόμενους νόμους, η κανονιστική πράξη η οποία θεσπίστηκε βάσει του νόμου του 1967 και δυνάμει του οποίου ασκήθηκε η ποινική δίωξη στην παρούσα υπόθεση και η («κανονιστική πράξη του 1981») που θεσπίστηκε στις 6 Απριλίου 1981 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαΐου 1981. Και οι δύο κανονιστικές πράξεις μαζί εφαρμόζονταν στο σύνολο της ζώνης που κάλυπτε η κανονιστική πράξη του 1978, μάλιστα δε σ' αυτή και μόνο τη ζώνη αποκλειστικά, και εκτός από τη διαίρεση της ζώνης, δεν διέφεραν ουσιαστικά από την κανονιστική αυτή πράξη. Οι δύο νέες κανονιστικές πράξεις κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή με έγγραφο της 4ης Μαΐου 1981 με την επεξήγηση ότι «ήταν αναγκαίο να επανορθωθεί ένα μικρό τεχνικό σφάλμα» στην κανονιστική πράξη του 1978. Την 1η Ιουλίου 1982, σε απάντηση ερωτήματος που υπέβαλε η Επιτροπή στις 27 Μαΐου, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εξήγησε τους λόγους για τους οποίους θεσπίστηκαν οι δύο αυτές κανονιστικές πράξεις μετά την έκδοση της απόφασης του High Court.
Το κύριο νομικό επιχείρημα που προβλήθηκε από τους δύο κατηγορούμενους ήταν ότι η Επιτροπή έπρεπε να είχε παράσχει τη συναίνεση της για την κανονιστική πράξη του 1981 πριν από τη θέσπιση της. Η συναίνεση της Επιτροπής δεν ζητήθηκε προηγουμένως.
Η μεταβατική περίοδος έξι ετών που προβλέπεται με το άρθρο 102 της πράξεως προσχωρήσεως έληξε την 1η Ιανουαρίου 1979, μετά τη θέσπιση της κανονιστικής πράξης του 1978. Στην υπόθεση 804/79 Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείον και Βόρειας Ιρλανδίας (Συλλογή 1981, σ. 1045), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, στο εξής, η Κοινότητα είχε αποκλειστική αρμοδιότητα στον τομέα της διατήρησης των αλιευτικών αποθεμάτων και ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούσαν να τροποποιήσουν τα υφιστάμενα ήδη μέτρα διατήρησης παρά μόνο σε περιορισμένη έκταση, ανάλογα με τις βιολογικές ή τεχνικές εξελίξεις, και εν πάση περιπτώσει χωρίς μεταβολή της πολιτικής. Τα κράτη μέλη έπρεπε να συμβουλεύονται την Επιτροπή και να ζητούν τη συναίνεση της για τα μέτρα διατήρησης. Στην πραγματικότητα, το Συμβούλιο παρέτεινε τα εθνικά μέτρα διατήρησης που ίσχυαν στις 31 Δεκεμβρίου 1978, με τις σχετικές αποφάσεις του για τα έτη 1979 και 1980. Στις 27 Μαρτίου 1981, μολονότι δεν κατέληξε σε οριστική συμφωνία ως προς τα μέτρα για το 1981, το Συμβούλιο σημείωσε ότι ορισμένα μέτρα έπρεπε να θεσπιστούν από τα κράτη μέλη. Στο αγγλικό κείμενο των πρακτικών αναφέρεται: «would take conservation measures similar to those which had been taken in previous years» (θεσπίζουν μέτρα διατήρησης παρόμοια με τα μέτρα που έχουν θεσπιστεί κατά τα προηγούμενα έτη). Στο γερμανικό κείμενο μπορεί να δοθεί διαφορετική έννοια: ότι μάλλον μπορούν να ληφθούν μέτρα ανταποκρινόμενα στην ανάγκη να αποφευχθεί διατάραξη, παρά μέτρα αντίστοιχα με εκείνα που είχαν ληφθεί τα προηγούμενα έτη εξάλλου, το γαλλικό κείμενο αναφέρει ότι πρέπει να ληφθούν «des mesures de conservation analogues à celles qu'ils avaient déjà prises durant les années précédentes» (μέτρα διατήρησης ανάλογα με εκείνα που είχαν ήδη ληφθεί κατά τα προηγούμενα έτη).
Στις 5 Μαΐου 1981, η ομάδα εργασίας για τη ρέγγα του ΔΣΕΘ, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση των αποθεμάτων, συνέστησε στη Γνωμοδοτική Επιτροπή Διαχείρισης των Αλιευμάτων (ΓΕΔΑ) του ΔΣΕΘ να καθορίσει τα συνολικά επιτρεπόμενα αλιεύματα στη ζώνη ΔΣΕΘ VI α σε 62500 τόνους. Η Επιτροπή δέχθηκε τη σύσταση αυτή με πρόταση της που υπέβαλε στο Συμβούλιο στις 12 Ιουνίου. Κατόπιν αυτού, οι δύο ιδιοκτήτες των αλιευτικών έλαβαν άδεια από την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να αλιεύουν στη ζώνη αυτή. Στις 3 Ιουλίου η ΓΕΔΑ συνιστούσε την αύξηση της συνολικής ποσότητας σε 65000 τόνους και η Επιτροπή πρότεινε στη συνέχεια την ίδια αυτή ποσότητα προς το Συμβούλιο, στις 24 Ιουλίου. Το Συμβούλιο συνήλθε στις 27 Ιουλίου αλλά δεν κατέληξε σε συμφωνία, και στις 28 Ιουλίου η Επιτροπή εξέδωσε επίσημη ανακοίνωση (που δημοσιεύτηκε στην ΕΕ 1981, C 224/1) με την οποία καλούσε τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν «τις υπάρχουσες προτάσεις της, τις οποίες θεωρούσε» υπό τις σημερινές συνθήκες νομικά δεσμευτικές για τα κράτη μέλη και δήλωνε ότι «είναι αποφασισμένη να χρησιμοποιήσει όλα τα μέτρα που διαθέτει για να τηρηθούν οι προτάσεις αυτές». Την επομένη, αφού παρέθεσε τις προτάσεις που υπέβαλε στο Συμβούλιο, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ότι δεν μπορούσε να συναινέσει στις κανονιστικές πράξεις του 1981 «διότι δεν δικαιολογούνταν υπό τους όρους διατήρησης». Ούτε και οι ανάλογες διατάξεις με εκείνες της κανονιστικής πράξης του 1978 «εξακολουθούσαν να έχουν τη συναίνεση της Επιτροπής όπως είχαν». Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου κλήθηκε να μην εφαρμόσει τα εν λόγω μέτρα, να τα καταργήσει αν χρειαζόταν και να τα αντικαταστήσει με μέτρα που να συμβιβάζονται με τις νέες προτάσεις. Η κανονιστική πράξη του 1981 ανακλήθηκε στην πραγματικότητα και έπαυσε να ισχύει από τις 11 Αυγούστου, το δε διάταγμα της Βόρειας Ιρλανδίας τρεις ημέρες αργότερα.
Ο ασκών την ποινική δίωξη στην υπόθεση αυτή, υποστηριζόμενος από την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και την Επιτροπή, υποστηρίζει ότι στις 10 και 13 Ιουλίου η κανονιστική πράξη του 1981 ήταν έγκυρη. Αυτό που συνέβη ήταν ότι η κανονιστική πράξη του 1978 επαναφέρθηκε σε ισχύ μετά τη διόρθωση σφάλματος, χωρίς καμιά ουσιαστική τροποποίηση. Η νομική κατάσταση ήταν ακριβώς η ίδια, όσον αφορά τα ύδατα για τα οποία πρόκειται, ανεξαρτήτως του αν η εν μέρει έγκυρη κανονιστική πράξη του 1978 είχε παραμείνει άθικτη ή τροποποιήθηκε για να αποκλείσει τα ύδατα της Βόρειας Ιρλανδίας. Η κανονιστική πράξη του 1978 είχε τύχει συναινέσεως και η πλήρης ισότιμη της κανονιστική πράξη δεν χρειαζόταν τη συναίνεση της Επιτροπής, εφόσον δεν είχε γίνει καμία τροποποίηση.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υποστηρίζει ότι όλα τα μέτρα, είτε συνεπάγονται ουσιαστικές μεταβολές είτε όχι, πρέπει να τύχουν της συναινέσεως της Επιτροπής' αν δεν τύχουν συναινέσεως πριν από τη θέσπιση τους, είναι αυτομάτως ανίσχυρα: τουλάχιστον πρέπει να υποβάλλονται προς συναίνεση πριν από τη θέσπιση τους. Επιπλέον, στην παρούσα υπόθεση, ήταν πασίγνωστο ακόμη και πριν από τη σύνοδο της ομάδας εργασίας ότι τα αποθέματα ρέγγας υπερέβαιναν κατά πολύ το ελάχιστο όριο των 200000 τόνων, ώστε να επιτρέπεται πάλι η αλιεία. Το στοιχείο αυτό και ειδικότερα οι προτάσεις που υποβλήθηκαν στις 5 Μαΐου δημιουργούν τέτοια ουσιαστική διαφορά ώστε η κανονιστική πράξη του 1981 δεν μπορούσε νομίμως να επαναφέρει σε ισχύ την κανονιστική πράξη του 1978. Η λογική του επιχειρήματος αυτού υποχρέωσε τη γερμανική κυβέρνηση να υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, η κανονιστική πράξη του 1978 έπρεπε να είχε αντικατασταθεί μόλις υποβλήθηκαν οι προτάσεις της ομάδας εργασίας του για τη ρέγγα. Περαιτέρω, η γερμανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η κανονιστική πράξη του 1978 ήταν ατελής, διότι δεν είχε περιορισμένη χρονική ισχύ, εφόσον η κατάσταση πρέπει να επανεξετάζεται κατ' έτος. Προπαντός, από της υποβολής των προτάσεων της Επιτροπής στις 12 Ιουνίου η κανονιστική πράξη κατέστη ανίσχυρη, ώστε στις 10 Ιουλίου δεν διεπράχθη καμία παράβαση. Το τελευταίο αυτό σημείο δεν καλύπτεται από τη ρητή διατύπωση του υποβληθέντος ερωτήματος, προφανώς εκ προθέσεως του εθνικού δικαστηρίου. Πάντως, πρέπει να εξεταστεί εν συντομία προκειμένου να εξεταστεί το βάσιμο του επιχειρήματος ως προς την κατάσταση κατά το χρόνο θέσπισης της κανονιστικής πράξης του 1981.
Κατά την άποψη μου, καμιά διάταξη στη Συνθήκη ή στον κανονισμό του Συμβουλίου (ΕΟΚ) 101/76, της 19ης Ιανουαρίου 1976, περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας (ΕΕ ειδ. έκδ. 04/001, σ. 61), ούτε καμιά σκέψη των αποφάσεων του Δικαστηρίου στην υπόθεση 804/79 ή στην υπόθεση 269/80 (Tymen, Συλλογή 1981, σ. 3079), δεν προβλέπει ότι τα εγκεκριμένα εθνικά μέτρα πρέπει να έχουν περιορισμένη χρονική ισχύ ή να καθορίζονται κατ' έτος. Αρκεί το ότι αντικαθίστανται ή τροποποιούνται όπως και όταν μεταβάλλεται η κοινοτική πολιτική. Ούτε και θεωρώ νόμιμο το ότι, με τη μεταβολή των πραγματικών περιστατικών, εν προκειμένω την αύξηση των αποθεμάτων ρέγγας, τα εθνικά μέτρα καθίστανται ανίσχυρα και δεν μπορούν νομίμως να επαναφέρονται σε ισχύ. Η σύσταση της ομάδας εργασίας για τη ρέγγα του ΔΣΕΘ προς τη ΓΕΔΑ, και οι συστάσεις της τελευταίας προς την Επιτροπή είναι ασφαλώς σημαντικές για τη διαμόρφωση της κοινοτικής πολιτικής, αλλά τα όργανα αυτά δεν αποτελούνται αποκλειστικά από κράτη μέλη των Κοινοτήτων και δεν είναι όργανα της Επιτροπής. Επομένως, οι εκθέσεις τους δεν κατέστησαν ανίσχυρη την κανονιστική πράξη του 1978, ούτε σημαίνουν ότι η κατάσταση είχε μεταβληθεί τόσο ώστε, υπό την επιφύλαξη διαδικαστικών επιχειρημάτων, η κανονιστική πράξη του 1981 δεν μπορούσε να το επαναφέρει σε ισχύ. Κατά την άποψη μου, ορθώς το High Court of Justiciary έθεσε το ερώτημα του στηριζόμενο στο ότι η κανονιστική πράξη του 1978 όχι μόνο θεσπίστηκε νομίμως αλλά και ότι νομίμως «διατηρήθηκε σε ισχύ». Το αντίθετο θα δημιουργούσε αβεβαιότητα και διαφοροποιήσεις, είναι δε καταρχήν εσφαλμένο διότι προϋποθέτει ότι οι εθνικές διατάξεις καθίστανται ανίσχυρες χωρίς την παρέμβαση των κοινοτικών οργάνων.
Εξάλλου, δεν θεωρώ ότι τα πρακτικά του Συμβουλίου της 27ης Μαρτίου, οποιαδήποτε γλωσσική διατύπωση κι αν γίνει δεκτή, μεταβάλλει την κατάσταση όσον αφορά το κύρος της κανονιστικής πράξης του 1978. Αν έπρεπε να επιτραπεί η αλιεία, αυτό έπρεπε κατά τη γνώμη μου να γίνει επί σαφέστερης βάσης και όχι με απλή δήλωση της προθέσεως των κρατών μελών. Οι προτάσεις της Επιτροπής της 12ης Ιουνίου και οι τροποποιημένες προτάσεις της, της 24ης Ιουλίου, ήταν σαφέστερες. Πάντως, δεν ήταν βέβαιο ότι οι προτάσεις αυτές θα γίνονταν δεκτές, αν ληφθούν τουλάχιστον υπόψη οι επανειλημμένες προσπάθειες για επίτευξη συμφωνίας, και πράγματι στις 12 Ιουνίου η Επιτροπή επεφύλαξε το δικαίωμα να μεταβάλει τις προτάσεις, πράγμα που έπραξε. Οι προτάσεις αυτές ήταν μεταγενέστερες από τη θέσπιση της κανονιστικής πράξης του 1981 · δεν μπορούσαν να την καταστήσουν ανίσχυρη αναδρομικά, και εφόσον παρέμειναν μόνο προτάσεις υποκείμενες σε περαιτέρω τροποποιήσεις, δεν μπορούσαν κατά την άποψη μου να καταστήσουν ανίσχυρη την κανονιστική πράξη από τη στιγμή που θα γίνονταν δεκτές, ώστε να αποκλείεται η ποινική δίωξη για παράβαση της κανονιστικής πράξης όσον αφορά τα περιστατικά της 10ης Ιουλίου. Αν ο συλλογισμός αυτός στέκει, ο ισχυρισμός ότι η κανονιστική πράξη ήταν ανίσχυρη πριν από τις προτάσεις της 12ης Ιουλίου είναι ακόμη ασθενέστερος.
Για την προκειμένη περίπτωση δέχομαι ότι η δήλωση της Επιτροπής της 27ης Ιουλίου και το έγγραφο της, της 28ης Ιουλίου, δημιούργησαν την αναγκαία βεβαιότητα και σαφήνεια, πάντως, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου συμμορφώθηκε με αυτά. Συνεπώς, δεν μπορούν να θίγουν το κύρος της κανονιστικής πράξης αναδρομικά, από τις 10 Ιουλίου 1981.
Η γερμανική κυβέρνηση στηρίζεται επίσης στα πρακτικά των συνεδριάσεων του Συμβουλίου της 15ης, 16ης και 17ης Δεκεμβρίου 1980 τα οποία αναφέρουν ότι τα κράτη μέλη, κατά την εφαρμογή της αλιευτικής τους πολιτικής, πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το σύνολο επιτρεπομένων αλιευμάτων («TAC») για το 1981 που προέτεινε η Επιτροπή στις 18 Νοεμβρίου και 16 Δεκεμβρίου 1980. Πάντως, οι προτάσεις αυτές προέβλεπαν σύνολο επιτρεπομένων αλιευμάτων αρνητικό και τα πρακτικά δεν μπορούν να ερμηνευτούν με την έννοια ότι επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να συμμορφωθούν με οποιαδήποτε μεταγενέστερη πρόταση της Επιτροπής.
Επομένως, δεν υπήρχαν κατά την άποψη μου ουσιαστικοί λόγοι που να καθιστούν ανίσχυρη την κανονιστική πράξη του 1978, ώστε να εμποδίζουν την επαναφορά της σε ισχύ το 1981, ή να το καθιστούν ανίσχυρο στις 13 Ιουλίου 1981. Θεωρώ ότι η κατάσταση θα ήταν διαφορετική αν η δήλωση της Επιτροπής είχε γίνει πριν από τη θέσπιση της κανονιστικής πράξης του 1981.
Όσον αφορά το διαδικαστικό επιχείρημα, είναι προφανώς επιθυμητό τα μέτρα να υποβάλλονται εκ των προτέρων στην Επιτροπή, διαφορετικά ενυπάρχει ο κίνδυνος να γίνονται ουσιαστικές τροποποιήσεις από αβλεψία. Μπορεί επίσης να είναι αναγκαίο κατά νόμο, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, οι τροποποιήσεις που παρατείνουν την περίοδο εφαρμογής ενός μέτρου του οποίου η χρονική ισχύς ήταν περιορισμένη, να υποβάλλονται προηγουμένως στην Επιτροπή. Πάντως, όταν ένα μέτρο χωρίς περιορισμένη χρονική ισχύ θεσπίζεται εκ νέου ή θεσπίζεται εκ νέου κατά τη διάρκεια της ισχύος του, και για την iδta προβλεπόμενη χρονική περίοδο, χωρίς ουσιαστική τροποποίηση, δεν θεωρώ ότι καθίσταται ανίσχυρο λόγω του ότι δεν υποβλήθηκε στην Επιτροπή για να τύχει συναινέσεως. To μέτρο δεν μετέβαλε το νομικό καθεστώς και δεν νομίζω ότι η νομολογία του Δικαστηρίου απαιτεί, ως προϋπόθεση του κόρους του, την προηγούμενη υποβολή του στην Επιτροπή, ακόμη κι αν για λόγους διοικητικής αποτελεσματικότητας είναι ορθό να κοινοποιηθεί. Δεν υπήρχε θέμα εκτίμησης ή ελέγχου της Επιτροπής επί της ουσίας της κανονιστικής πράξης, και κατά κανένα τρόπο δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το μέτρο αυτό συνιστούσε παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει η κυβέρνηση «ως διαχειριστής του κοινού συμφέροντος» ή φανερώνει έλλειψη συνεργασίας με την Επιτροπή.
Τέλος, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι αν το μέτρο ήταν έγκυρο, το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει ότι στο δράστη μιας πράξης, η οποία, αν δεν ήταν αποτέλεσμα αναπόφευκτης πλάνης, θα συνιστούσε ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή για την πράξη αυτή. Δεν νομίζω ότι το ζήτημα αυτό πρέπει να τεθεί στην προκειμένη παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος και, κατά την άποψη μου, εναπόκειται εν πάση περιπτώσει στο High Court of Justiciary να το εξετάσει κατά πρώτον βάσει του εθνικού δικαίου, αν το εν λόγω ζήτημα τεθεί ενώπιόν του.
Στο υποβληθέν ερώτημα προτείνω να δοθεί η εξής απάντηση: «Όταν, μετά την 1η Ιανουαρίου 1979, κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή την επαναφορά σε ισχύ, χωρίς ουσιώδη τροποποίηση, ενός εθνικού μέτρου διατήρησης των αλιευτικών πόρων, το οποίο είχε το ίδιο θεσπιστεί και διατηρηθεί σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, το επαναφερόμενο αυτό μέτρο έχει θεσπιστεί σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο ακόμη και χωρίς τη ρητή συναίνεση της Επιτροπής, και εξακολουθεί να είναι σύμφωνο με το κοινοτικό δίκαιο ελλείψει απόφασης του Συμβουλίου ή της Επιτροπής που να επιβάλει την ανάκλησή του, ή την τροποποίηση του προκειμένου να είναι σύμφωνο με την κοινοτική πολιτική διατήρησης των αλιευτικών πόρων».
Κατά το μέτρο που ο Procurator Fiscal υποβλήθηκε σε χωριστά έξοδα για την προκείμενη παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος, για τα έξοδα αυτά πρέπει να αποφανθεί το High Court στην κύρια δίκη. Η Επιτροπή, καθώς και οι κυβερνήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας πρέπει, κατά την άποψη μου, να φέρουν τα έξοδα τους.
( 1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy