ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ CARL OTTO LENZ
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 30 ΜΑΪΟΥ 1984 ( 1 )
Περιεχόμενα
Α — Τα πραγματικά περιστατικά
1. Οι μεταβολές που επήλθαν στη νομισματική διάρθρωση και η προσαρμογή των γεωργικών τιμών
2. Οι συνέπειες που συνάγει σχετικώς η προσφεύγουσα της κύριας δίκης
α) βάσει του άρθρου 1 του κανονισμού ΕΟΚ 1134/68
β) βάσει του άρθρου 4 του κανονισμού ΕΟΚ 1134/68
γ) βάσει του άρθρου 4 του κανονισμού ΕΟΚ 878/77
και
του άρθρου 1 του κανονισμού 1054/78, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό ΕΟΚ 1509/78
3. Η απάντηση του καθού
4. Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως
Β — Εξέταση
1. Επί του πρώτου ερωτήματος (σχετικά με το άρθρο 1 του κανονισμού 1134/68
α) τροποποίηση της λογιστικής μονάδας = τροποποίηση της αξίας του ECU;
β) ακύρωση των προκαθορισμών σε περίπτωση τροποποιήσεως των γεωργικών τιμών κατά την έναρξη της περιόδου;
γ) ανάλογος εφαρμογή της προσαρμοστικής διάταξης του άρθρου 1 του κανονισμού 1134/68 στην περίπτωση τροποποιήσεως της αξίας του ECU
2. Επί του δευτέρου ερωτήματος (σχετικά με το άρθρο 4 του κανονισμού 1134/68 — ακύρωση σε περίπτωση μεταβολής της αξίας του νομίσματος ενός κράτους μέλους σε σχέση με το ECU)
3. Επί του τρίτου ερωτήματος (σχετικά με το άρθρο 1 του κανονισμού ΕΟΚ 1054/78)
α) έκταση και αιτία της «ζημίας»
β) προσαρμογή μη προκαθοριζομένων ποσών;
γ) σχετικά με το άρθρο 1, παράγραφος 3 («πιστοποιητικό/άδεια/που δεν περιλαμβάνει προκαθορισμό νομισματικού εξισωτικού ποσού»)
δ) αναδρομική εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση της ρυθμίσεως στον τομέα της ζάχαρης;
4. Επί του τετάρτου ερωτήματος (σχετικά με το άρθρο 1 του κανονισμού 1054/78 — λαμβάνεται υπόψη η τιμή αγοράς;)
Γ — Συμπέρασμα
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α —
Η προσφεύγουσα ενώπιον του ολλανδικού δικαστηρίου, από το οποίο υπο6λήθηκε η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που εξετάζουμε σήμερα έλαβε στις 30 Δεκεμβρίου 1980, στις 2 Ιανουαρίου 1981 και στις 5 Ιανουαρίου 1981 άδειες για την εξαγωγή σε τρίτες χώρες παρτίδων 6ουτύρου υπό μορφή παρασκευασμάτων διατροφής της δασμολογικής διάκρισης 21.07 Η VII α και 21.07 Η VIII α («περιε-κτικότητος κατά βάρος εις λιπαράς όλας προερχομένας εκ του γάλακτος ίσης ή ανωτέρας του 45 % ή ανωτέρας του 85 %») οι άδειες περιέχουν προκαθορισμό της επιστροφής σύμφωνα με το συντελεστή που ίσχυε την ημέρα της εκδόσεως τους και ίσχυαν αντιστοίχως μέχρι τις 31 Μαΐου και τις 30 Ιουνίου 1981. Με αίτηση προς την καθής στην κύρια δίκη (την αρμόδια ολλανδική αρχή), η προσφεύγουσα ζήτησε την ακύρωση των αδειών, καθόσον δεν είχαν ακόμη χρησιμοποιηθεί μέχρι τότε (πράγματι η προσφεύγουσα είχε χρησιμοποιήσει μέχρι τότε μερικώς μόνο τις δύο πρώτες άδειες και καθόλου την τρίτη).
Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθούν τα ακόλουθα.
1.
Από τις 23 Μαρτίου 1981 επήλθαν ορισμένες μεταβολές στην ευρωπαϊκή νομισματική διάρθρωση: η βασική τιμή της ιταλικής λίρας υποτιμήθηκε ενώ η θεωρητική βασική τιμή της βρετανικής λίρας ανατιμήθηκε προκαλώντας υποτίμηση των νομισμάτων άλλων κρατών μελών (μεταξύ των οποίων, των Κάτω Χωρών) σε σχέση με το ECU. To ECU αποτελεί τη λογιστική μονάδα που εισήχθη με τους κανονισμούς 3180/78 και 3181/78 (ΕΕ ειδ. έκδ. 10/001, σ. 1177 και 1179) που αντικατέστησε το 1979 τη λογιστική μονάδα η οποία εφαρμοζόταν μέχρι τότε στο γεωργικό τομέα (πρβλ. κανονισμό 652/79, ABl. L 84 της 4. 4. 1979, σ. 1).
'Ετσι, δεδομένου ότι η βασική τιμή του ολλανδικού φιορινιού ήταν σχεδόν ίση προς την αποκαλούμενη αντιπροσωπευτική του τιμή (όπως είναι γνωστό οι αντιπροσωπευτικές τιμές, τις οποίες καθορίζει το Συμβούλιο αντικατέστησαν στο γεωργικό τομέα επίσημες ισοτιμίες που εφαρμόζονταν μέχρι τότε για τη μετατροπή των νομισμάτων — πρβλ. κανονισμό 878/77, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 67 — αυτό θα έπρεπε, δυνάμει του κανονισμού 974/71 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192), να έχει ως αποτέλεσμα την κατάργηση των ολλανδικών νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονταν μέχρι τότε, αφού η βασική τιμή του ολλανδικού φιορινιού ήταν υψηλότερη από την αντιπροσωπευτική τιμή. Ωστόσο ο κανονισμός 801/81 της Επιτροπής (ΕΕ L 82, της 28. 3. 1981, σ. 17) απέκλεισε αυτή τη συνέπεια ορίζοντας ότι τα ισχύοντα κατά την 23η Μαρτίου 1981 νομισματικά εξισωτικά ποσά θα εξακολουθούσαν να ισχύουν μέχρι τις 5 Απριλίου 1981, διότι επέκειτο οπωσδήποτε τροποποίηση των αντιπροσωπευτικών τιμών στο πλαίσιο του ετήσιου καθορισμού των τιμών και διότι έπρεπε να αποφευχθεί η δημιουργία τεχνητών εμπορικών ρευμάτων και κερδοσκοπικών ενεργειών συνεπεία της προσαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών.
Έτσι, τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που εφαρμόζονταν στις Κάτω Χώρες δεν καταργήθηκαν παρά αφού η αντιπροσωπευτική τιμή του φιορινιού καθορίστηκε στο ίδιο ύψος με τη νέα βασική τιμή στο πλαίσιο της προσαρμογής των αντιπροσωπευτικών τιμών από 6 Απριλίου 1981 (πρβλ. κανονισμό 850/81, ΕΕ L 90 της 4. 4. 1981, σ. 1 και κανονισμό 902/81, ΕΕ L 94 της 6. 4. 1981, σ. 3). Καθορίστηκε εξάλλου τότε, επίσης από 6 Απριλίου 1981, νέα υψηλότερη τιμή παρεμβάσεως για το βούτυρο (κανονισμός 851/81, ΕΕ L 90, της 4. 4. 1981, σ. 6) και, πάλι από την ίδια ημερομηνία, νέες επιστροφές λόγω εξαγωγής για ορισμένα γαλακτοκομικά προϊόντα (κανονισμός 922/81, ΕΕ L 93 της 6. 4. 1981, σ. 10).
2.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφεύγουσα που δεν μπορούσε πλέον να εξάγει επικερδώς μετά την 21η Απριλίου 1981 βάσει των επιστροφών που είχαν καθοριστεί πριν από την εν λόγω ημερομηνία, θεώρησε ότι εδικαιούτο να επιδιώξει την ακύρωση των αδειών που της είχαν χορηγηθεί και να αποφύγει έτσι την κατάπτωση της ασφάλειας χωρίς να πραγματοποιήσει τις εξαγωγές.
α)
Εν προκειμένω, επικαλέστηκε κυρίως τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1134/68 του Συμβουλίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/004, σ. 3) «περί καθορισμού των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 653/68 περί των όρων τροποποιήσεως της αξίας της λογιστικής μονάδος που χρησιμοποιείται για την κοινή γεωργική πολιτική». Ο κανονισμός αυτός θεσπίστηκε σε χρόνο, κατά τον οποίο οι χρησιμοποιούμενες στο γεωργικό τομέα λογιστικές μονάδες καθορίζονταν σε σχέση με το χρυσό, ενώ τα νομίσματα των κρατών μελών αντιπροσώπευαν σταθερή ισοτιμία που δηλωνόταν στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο η δε μετατροπή της λογιστικής μονάδας σε εθνικά νομίσματα, καθώς και η μετατροπή μεταξύ των εθνικών νομισμάτων γινόταν βάσει των δηλωμένων ισοτιμιών (βλ. άρθρο 1 και 2 του κανονισμού 129 του Συμβουλίου, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 66). Δεδομένου ότι μετά τα νομισματικού χαρακτήρα γεγονότα της 23ης Μαρτίου 1981 προσαρμόστηκε η τιμή παρεμβάσεως του βουτύρου, οι επιστροφές λόγω εξαγωγής καθορίστηκαν εκ νέου, ενώ με τον κανονισμό 1609/81 (ΕΕ L 161, της 18.6.1981, σ. 1) οι επιστροφές που είχαν προκαθοριστεί πριν από την 1η Απριλίου 1981 για το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα είχαν προσαρμοστεί η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη θεώρησε ότι συντρέχει η περίπτωση του άρθρου 1 του κανονισμού ΕΟΚ 1134/68 που ορίζει τα ακόλουθα:
«(1)
Σε περίπτωση τροποποιήσεως της αξίας της λογιστικής μονάδος και σε περίπτωση προσαρμογής των γεωργικών τιμών κατ' εφαρμογή του άρθρου 3, εδάφιο τέταρτο, του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 653/68:
α)
τα ποσά που περιέχουν στοιχεία που καθορίζονται βάσει των τιμών που εφαρμόζονται στις διεθνείς αγορές και τα οποία απαριθμούνται στο παράρτημα, σημεία 1 έως 5»,
(μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι επιστροφές λόγω εξαγωγής)
«αν παραστεί ανάγκη υπολογίζονται και καθορίζονται εκ νέου, χωρίς καθυστέρηση, από την Επιτροπή σύμφωνα με τις μεθόδους που πρέπει να εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, χρησιμοποιώντας τη νέα αξία της λογιστικής μονάδος και, κατά περίπτωση, τις προσαρμοσμένες γεωργικές τιμές'
...
(2)
Σε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου 1, περίπτωση α, τα ποσά τα οποία αναφέρονται σ' αυτήν και τα οποία έχουν προκαθοριστεί για συναλλαγή που απομένει προς πραγματοποίηση μετά την τροποποίηση της αξίας της λογιστικής μονάδος ή μετά την προσαρμογή των γεωργικών τιμών, υπολογίζονται ή καθορίζονται εκ νέου, αν παρίσταται ανάγκη, από την Επιτροπή, κατά τρόπο ανάλογο με εκείνον που προβλέπεται στις εν λόγω διατάξεις οπωσδήποτε, κάθε ενδιαφερόμενος που έχει εξασφαλίσει προκαθορισμό για συγκεκριμένη συναλλαγή επιτυγχάνει κατόπιν υποβολής εγγράφου αιτήσεως, η οποία πρέπει να περιέλθει στον αρμόδιο οργανισμό εντός προθεσμίας 30ημερών από της θέσεως σε ισχύ των μέτρων καθορισμού των ποσών που υπολογίστηκαν εκ νέου, την ακύρωση του προκαθορισμού και του συναφούς πιστοποιητικού ή τίτλου.»
β)
Επικουρικώς, η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη υποστήριξε ότι έχει εφαρμογή, εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 4 του κανονισμού 1134/68. Το άρθρο 4 προβλέπει τα ακόλουθα:
«(1)
Σε περίπτωση τροποποιήσεως της σχέσεως μεταξύ της ισοτιμίας του νομίσματος ενός κράτους μέλους και της αξίας της λογιστικής μονάδος, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος προσαρμόζει, βάσει της νέας σχέσεως και με την επιφύλαξη της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 1, παράγραφος 2, τα ακόλουθα ποσά που προβλέπονται σε λογιστικές μονάδες, αν εμφανίζονται σε εθνικό νόμισμα στα έγγραφα, τίτλους ή πιστοποιητικά που συντάσσονται για την εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής ή των ειδικών καθεστώτων για συναλλαγές εμπορευμάτων που προκύπτουν από τη μεταποίηση των γεωργικών προϊόντων:
α)
Τα ποσά που έγιναν αντικείμενο προκαθορισμού για συναλλαγή ή για τμήμα συναλλαγής, το οποίο απομένει προς πραγματοποίηση μετά την τροποποίηση της σχέσεως αυτής
...
Οπωσδήποτε, κάθε ενδιαφερόμενος που έχει εξασφαλίσει προκαθορισμό για συγκεκριμένη συναλλαγή, επιτυγχάνει κατόπιν υποβολής εγγράφου αιτήσεως, η οποία πρέπει να περιέλθει στον αρμόδιο οργανισμό εντός προθεσμίας 30ημερών από της θέσεως σε ισχύ των μέτρων που καθορίζουν τα προσαρμοσμένα ποσά, την ακύρωση του προκαθορισμού και του συναφούς πιστοποιητικού ή τίτλου.»
γ)
Επίσης επικουρικώς, η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη επικαλέστηκε τον κανονισμό 878/77 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/018, σ. 27) «περί των τιμών συναλλάγματος που πρέπει να εφαρμοστούν στο γεωργικό τομέα» ο οποίος, όπως είναι γνωστό, αντικατέστησε, στο γεωργικό τομέα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 του κανονισμού 129 που δέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις τη λήψη μέτρων που παρεκκλίνουν από τον κανονισμό αυτό, τις επίσημες ισοτιμίες με τις αντιπροσωπευτικές τιμές που καθορίζει το Συμβούλιο (άρθρο 1). Στο άρθρο 4 του κανονισμού 878/77 προβλέπει τα ακόλουθα:
«(1)
Οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1134/68, περί της μεταβολής της σχέσεως μεταξύ της ισοτιμίας του νομίσματος ενός κράτους μέλους και της αξίας της λογιστικής μονάδος, είναι εφαρμοστέες.
(2)
Εντούτοις, το άρθρο 4, παράγραφος 1, εδάφιο δεύτερο, του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1134/68 δεν εφαρμόζεται, εκτός αν η εφαρμογή των νέων αντιπροσωπευτικών τιμών οδηγεί σε μειονέκτημα [ζημία] για τον ενδιαφερόμενο.
Δύναται να αποφασιστεί, πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της νέας τιμής, να αντισταθμιστεί το μειονέκτημα [ζημία] από ένα κατάλληλο μέτρο. Σε αυτή την περίπτωση, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί η ακύρωση του εκ των προτέρων καθορισμού και του πιστοποιητικού ή τίτλου που το βεβαιώνει.»
Σχετικώς, το άρθρο 1 του κανονισμού 1054/78 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 67), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1509/78 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 220), ορίζει εξάλλου τα ακόλουθα:
«1.
Νοείται ως ζημία, κατά την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 878/77, η μεταβολή σε εθνικό νόμισμα του συνόλου των εφαρμοστέων ποσών στη σχετική πράξη και η οποία οδηγεί, ενδεχομένως δια του υπολοίπου, μετά από την εφαρμογή της νέας αντιπροσωπευτικής τιμής:
—
στην είσπραξη μεγαλύτερου ποσού, ή
—
στη χορήγηση κατωτέρου ποσού από αυτό που εφαρμόζεται πριν από την έναρξη της ισχύος της εν λόγω τιμής.
Η ζημία προσδιορίζεται με τη σύγκριση της καταστάσεως του ενδιαφερομένου πριν και μετά την έναρξη της εφαρμογής των νέων τιμών.
...
2.
Η ακύρωση του εκ των προτέρων καθορισμού και του πιστοποιητικού ή βεβαιωτικού τίτλου, η οποία προβλέπεται στο άρ9ρο 4, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1134/68, δεν μπορεί να αιτηθεί παρά
α)
αν η αντιπροσωπευτική τιμή του αναφερομένου νομίσματος έχει μεταβληθεί, και
δ)
αν, σε περίπτωση ταυτόχρονης μεταβολής της αντιπροσωπευτικής τιμής και του επιπέδου των τιμών σε λογιστικές μονάδες, η ζημία που προκύπτει από τη μεταβολή της αντιπροσωπευτικής τιμής είναι ανώτερη του πλεονεκτήματος [οφέλους] που δύναται να προκύψει από την επίπτωση της μεταβολής του επιπέδου των τιμών επί των προς χορήγηση ή προς είσπραξη ποσών κατά τις συναλλαγές.
3.
Στην περίπτωση που ένα πιστοποιητικό δεν περιλαμβάνει το εκ των προτέρων καθορισμό νομισματικού εξισωτικού ποσού, ο υπολογισμός της ενδεχομένης ζημίας πραγματοποιείται για το νόμισμα του κράτους μέλους εντός του οποίου χορηγείται το πιστοποιητικό.
Εν τούτοις, στην περίπτωση πιστοποιητικού που περιλαμβάνει εκ των προτέρων καθορισμό νομισματικού εξισωτικού ποσού, ο υπολογισμός πραγματοποιείται για το νόμισμα του κράτους μέλους, εντός του οποίου ισχύει το πιστοποιητικό.»
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι έχουν εφαρμογή αυτές οι διατάξεις, τουλάχιστον διότι η τροποποίηση των αντιπροσωπευτικών τιμών με τον κανονισμό 850/81 της προξένησε ζημία δεδομένου ότι καταργήθηκαν στις Κάτω Χώρες τα νομισματικά εξισωτικά ποσά και διότι υπέστη επίσης ζημία από τον καθορισμό νέας τιμής παρεμβάσεως, την ανατίμηση του ECU και τον καθορισμό νέων αντιπροσωπευτικών τιμών που είχαν ως συνέπεια την αύξηση των τιμών στην Κοινότητα.
3.
Ωστόσο η αρμόδια ολλανδική αρχή δεν δέχτηκε αυτούς τους ισχυρισμούς. Φρονεί ότι η υφιστάμενη κατά την άνοιξη του 1981 κατάσταση δεν ανταποκρίνεται στην περιγραφόμενη στο άρθρο 1 του κανονισμού 1134/68, διότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε μόνο σε περίπτωση προσαρμογής των γεωργικών τιμών σε διαφορετικό χρονικό σημείο από την έναρξη της περιόδου. Κατά την άποψη της, εξάλλου, δεν χωρεί απευθείας εφαρμογή του άρθρου 4 του κανονισμού 1134/68, διότι μετά το 1981, οι όροι «ισοτιμία» και «αξία της λογιστικής μονάδας» δεν χρησιμοποιούνται πλέον στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής. Πάντως, δεν χωρεί εφαρμογή της εν λόγω διάταξης ούτε δυνάμει της παραπομπής που περιέχεται στον κανονισμό 878/77, διότι η προσφεύγουσα δεν υπέστη καμία ζημία από την τροποποίηση των αντιπροσωπευτικών τιμών συγκεκριμένα δεν υπέστη ζημία από την κατάργηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών, η οποία δεν οφείλεται στην τροποποίηση των αντιπροσωπευτικών τιμών εξάλλου η προσφεύγουσα δεν είχε ζητήσει προκαθορισμό σχετικώς. Συνεπώς, το Hoofdproduktschap απέρριψε την αίτηση της προσφεύγουσας.
4.
Κατά την εξέταση της διαφοράς το ολλανδικό δικαστήριο που επελήφθη της υποθέσεως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εκδοθησόμενη απόφαση εξαρτάται ποικιλοτρόπως από την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου. 'Ετσι, με Διάταξη της 25ης Φεβρουαρίου 1983, ανέβαλε τη δίκη και, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«Ι.
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού ΕΟΚ 1134/68 παρέχει δικαίωμα ακυρώσεως του προκαθορισμού και της άδειας που πιστοποιεί αυτόν τον προκαθορισμό “σε περίπτωση που εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 στοιχείο α”. Συνάγεται από την ορθή ερμηνεία αυτής της παραγράφου ότι αυτό συμβαίνει όταν
—
η αξία του ECU τροποποιήθηκε στις 23 Μαρτίου 1981 και, περαιτέρω,
—
οι τιμές παρέμβασης για το βούτυρο επανακαθορίστηκαν από τις 6 Απριλίου 1981 βάσει του κανονισμού ΕΟΚ 851/81 και, περαιτέρω,
—
ο κανονισμός ΕΟΚ 922/81 επαναθέ-σπισε τις επιστροφές λόγω εξαγωγής στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων από τις 6 Απριλίου 1981 ;
II.
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού ΕΟΚ 1134/68 παρέχει δικαίωμα ακυρώσεως του προκαθορισμού και της άδειας που πιστοποιεί αυτόν τον προκαθορισμό “σε περίπτωση τροποποιήσεως της σχέσης μεταξύ της ισοτιμίας του νομίσματος κράτους μέλους και της αξίας της λογστικής μονάδος”. Συνάγεται από την ορθή ερμηνεία της παραγράφου αυτής ότι αυτό συνέβη όταν η αξία του ECU τροποποιήθηκε στις 23 Μαρτίου 1981;
III.
Συνάγεται από την ορθή ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού ΕΟΚ 1054/78 ότι για να υπολογιστεί η ζημία, στην οποία αναφέρεται η παράγραφος αυτή, πρέπει να ληφθούν επίσης υπόψη, κατόπιν συγκρίσεως της κατάστασης του ενδιαφερομένου πριν και μετά την θέση σε ισχύ των νέων τιμών συναλλάγματος και των τιμών τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που δεν έχουν προκαθοριστεί;
IV.
Συνάγεται από την ορθή ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού ΕΟΚ 1054/78 ότι για να υπολογιστεί η ζημία, στην οποία αναφέρεται η παράγραφος αυτή, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η τιμή αγοράς κατά τη σύγκριση της κατάστασης του ενδιαφερομένου πριν και μετά τη θέση σε ισχύ των νέων τιμών συναλλάγματος και των τιμών;»
Κατόπιν των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν κατά τη διαδικασία, η άποψη μου, ως προς τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο, είναι η ακόλουθη:
Β —
1. Επί του πρώτου ερωτήματος
Σχετικά με αυτό το ερώτημα, δηλαδή αν το άρθρο 1 του κανονισμού 1134/68 καλύπτει και τα νομισματικής φύσεως γεγονότα της 23ης Μαρτίου 1981, καθώς και τον καθορισμό νέων τιμών παρεμβάσεως και τις νέες επιστροφές λόγω εξαγωγής από 6 Απριλίου 1981, η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη προτείνει καταφατική απάντηση, ενώ η Επιτροπή και η καθής στην κύρια δίκη φρονούν ότι αρμόζει αρνητική απάντηση.
Κατά την άποψη μου το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει την τελευταία αυτή άποψη.
α)
Αποφασιστικής σημασίας είναι σχετικώς προπάντων ότι ο κανονισμός 1134/68 καθόρισε τους κανόνες εφαρμογής του κανονισμού 653/68 «περί των όρων τροποποιήσεως της αξίας της λογιστικής μονάδος που χρησιμοποιείται για την κοινή γεωργική πολιτική». Πρέπει συνεπώς να θεωρηθεί ότι οι όροι που χρησιμοποιούνται στον κανονισμό 653/68 είναι καθοριστικοί για την ερμηνεία του κανονισμού 1134/68. Δεν μπορεί επομένως να γίνει δεκτό ότι, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η «λογιστική μονάδα» που αναφέρεται στο άρθρο 1 του κανονισμού 1134/68 αποτελεί γενική έννοια όταν η διάταξη αυτή ομιλεί για λογιστική μονάδα και για τροποποίηση της αξίας της, πρόκειται μάλλον για όρο και για μεθόδους κατά την έννοια του κανονισμού 653/68. Αυτό προκύπτει τόσο από τον τίτλο όσο και από τις αιτιολογικές σκέψεις του εν λόγω κανονισμού.
Σαφώς προκύπτει εν τούτοις από το άρθρο 1 του κανονισμού 653/68 ότι η αξία της λογιστικής μονάδας, την οποία αναφέρει, εκφράζεται μέσω ορισμένης ποσότητας χρυσού, όπως σαφές είναι επίσης ότι η εν λόγω αξία δεν μπορούσε να τροποποιηθεί παρά μόνο στις περιπτώσεις των άρθρων 2 και 3 και κατά τη διαδικασία που ορίζουν αυτά τα άρθρα. Το άρθρο 2 του κανονισμού αναφέρεται στην περίπτωση που όλα τα κράτη μέλη μεταβάλλουν την ισοτιμία του νομίσματος τους ταυτοχρόνως και προς την ίδια κατεύθυνση. Πρόκειται προφανώς για τις σταθερές ισοτιμίες που χρησιμοποιούνταν μέχρι το 1971 και δηλώνονταν στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 129. Εξάλλου το άρθρο 3 του κανονισμού 653/68 αναφέρεται στην περίπτωση που ένα ή περισσότερα κράτη μέλη αναγγέλλουν μεταβολή της ισοτιμίας του νομίσματός τους (κατά την παραπάνω έννοια) και προβλέπει ότι στην περίπτωση αυτή συνέρχεται το Συμβούλιο εντός τριών ημερών για να αποφασίσει αν συντρέχει λόγος μεταβολής της αξίας της λογιστικής μονάδας.
Αντιθέτως, το 1981, δηλαδή κατά το χρόνο της επελεύσεως των κρίσιμων στην κύρια δίκη περιστατικών, δεν υπήρχε πλέον αυτή η λογιστική μονάδα όπως ήδη υποδηλώθηκε κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, αλλά χρησιμοποιήθηκαν ECU δηλαδή ένα μέγεθος που καθορίζεται από το άθροισμα ορισμένων ποσών των νομισμάτων των κρατών μελών. Επίσης, δεν υπήρχαν πλέον σταθερές ισοτιμίες των νομισμάτων των κρατών μελών, αλλά εν μέρει κυμαινόμενες τιμές και εν μέρει, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος, βασικές τιμές που συνδέονταν μεταξύ τους με κάποιο περιθώριο διακυμάνσεως.
Για το λόγο αυτό, καίτοι στο δελτίο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (1981, 3, σ. 44) γίνεται λόγος για «ανατίμηση της αξίας του ECU» τα γεγονότα της 23ης Μαρτίου 1981 δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως τροποποίηση της αξίας της νομισματικής μονάδας (τη στιγμή μάλιστα που δεν ορίζεται σε κανένα σημείο — όπως στον κανονισμό 652/79 περί εφαρμογής του κανονισμού 878/77 — ότι το ECU πρέπει και στον κανονισμό ΕΟΚ 1134/68 να αντικαταστήσει τη νομισματική μονάδα). Μπορεί λοιπόν να θεωρηθεί (χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί αν η Επιτροπή — πράγμα που η ίδια αμφισβητεί — έλαβε πράγματι τότε μέτρα βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο α και παράγραφος 2, του κανονισμού 1134/68) ότι το άρθρο 1 του κανονισμού 1134/68 δεν έχει εφαρμογή στα περιστατικά αυτά.
δ)
Μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι δεν συνιστούσε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου αυτού η κατά το 1981 «προσαρμογή των γεωργικών τιμών» για την οποία γίνεται επίσης λόγος στη διάταξη αυτή (η προσφεύγουσα εννοεί προφανώς τον καθορισμό νέας τιμής παρεμβάσεως από 6 Απριλίου 1981). Το άρθρο 1 του κανονισμού ΕΟΚ 1134/68 ομιλεί μεν για προσαρμογή των γεωργικών τιμών, ορίζει όμως ρητά ότι πρόκειται για προσαρμογή που γίνεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 του κανονισμού 653/68. Πρόκειται για μέτρο που λαμβάνεται μετά την τροποποίηση της ισοτιμίας του νομίσματος ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, στην περίπτωση που το Συμβούλιο το θεωρεί αναγκαίο κατά τη σύνοδο που πρέπει να γίνει εντός τριών ημερών το αργότερο μετά το εν λόγω νομισματικού χαρακτήρα γεγονός, δηλαδή για μέτρο που λαμβάνεται εκτός τον πλαισίου των τακτικών αποφάσεων ως προς τις τιμές οι οποίες λαμβάνονται κατά την έναρξη κάθε περιόδου βάσει των διατάξεων περί κοινής οργανώσεως των αγορών. Η τροποποίηση αυτή δεν ήταν αναγκαία μετά τα γεγονότα της 23ης Μαρτίου 1981 (θα επανέλθω σύντομα στο σημείο αυτό). Πράγματι, οι περί τιμών αποφάσεις του Απριλίου 1981 δεν απετέλεσαν προσαρμογές κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού ΕΟΚ 653/68, αλλά εκδόθηκαν στο πλαίσιο του τακτικού καθορισμού τιμών που γίνεται κατά την αρχή κάθε περιόδου. Δεν είχαν καμία σχέση με τα νομισματικού χαρακτήρα γεγονότα της 23ης Μαρτίου 1981, όπως δεν είχε καμία σχέση και ο καθορισμός νέων ποσών για τις επιστροφές από 6 Απριλίου 1981. Γι' αυτό το λόγο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το εν λόγω μέτρο αποτελεί μέτρο της Επιτροπής κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο α, του κανονισμού 1134/68.
γ)
Τέλος, κατά τη διαδικασία αποδείχτηκε επίσης ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος για ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1 του κανονισμού 1134/68 σε διαφορές όπως η εκκρεμούσα στην κύρια δίκη. Πράγματι, η λειτουργία της επίδικης διάταξης, η «Ratio» της πρέπει να εξετάζεται λαμβανομένου υπόψη ότι η τροποποίηση της αξίας της λογιοτικής μονάδας (κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού ΕΟΚ 653/68) ή η τροποποίηση της ισοτιμίας του νομίσματος ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών (που εκφράζεται επίσης σε χρυσό) είχαν άμεσες ουνέπειες επί του επιπέδου των τιμών εντός της Κοινότητας. Αυτό όμως δεν συμβαίνει, στο πλαίσιο του νέου συστήματος, σε περίπτωση τροποποιήσεως της κεντρικής τιμής (για την οποία και μόνο επρόκειτο στις 23 Μαρτίου 1981). Πράγματι, η μετατροπή του ECU σε εθνικά νομίσματα γίνεται βάσει των αντιπροσωπευτικών τιμών (που δεν μεταβλήθηκαν στις 23 Μαρτίου 1981), η δε διαφορά σε σχέση με τις κεντρικές τιμές (ή σε σχέση με τις πραγματικές τιμές, όταν δεν υπάρχουν κεντρικές τιμές) αντισταθμίζεται με νομισματικά εξισωτικά ποσά που αποβλέπουν στη διατήρηση ορισμένου επιπέδου τιμών και καθιστούν επομένως περιττές τις προσαρμογές των τιμών σε περίπτωση τροποποιήσεως των κεντρικών τιμών.
Καίτοι μετά την εκτεθείσα τροποποίηση του ισχύοντος συστήματος ο κανονισμός 1134/68 δεν καταργήθηκε (εξακολουθεί να εφαρμόζεται κατά το μέρος που παραπέμπει σ' αυτόν το άρθρο 4 του κανονισμού ΕΟΚ 878/77) και παρόλο που μετά την εισαγωγή του ECU η έννοια της «λογιστικής μονάδας» δεν αντικαταστάθηκε συστηματικά σε όλες τις ισχύουσες διατάξεις, το σύνολο των στοιχείων που κατέστη δυνατό να συλλεχθούν δεν επιτρέπει παρά αρνητική μόνο απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
2. Επί του δευτέρου ερωτήματος
Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη προτείνει καταφατική απάντηση και για το δεύτερο ερώτημα, δηλαδή ως προς το αν τα νομισματικού χαρακτήρα γεγονότα της 23ης Μαρτίου 1981 αποτελούν περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1134/68, ενώ η Επιτροπή και το καθού στην κύρια δίκη προτείνουν αρνητική απάντηση.
Ύστερα από όσα ειπώθηκαν σχετικά με το πρώτο ερώτημα είναι ήδη σαφές ότι η άποψη της προσφεύγουσας ούτε σ' αυτό το σημείο μπορεί να γίνει δεκτή. Στο άρθρο 4 γίνεται λόγος για τροποποίηση της σχέσης μεταξύ της ισοτιμίας του νομίσματος ενός κράτους μέλους και της αξίας της λογιστικής μονάδας. Αν ληφθεί υπόψη η σχέση μεταξύ των διαφόρων διατάξεων, όπως την εξέθεσα, η εν λόγω διάταξη αναφέρεται ακριβώς στην περίπτωση που η συγκεκριμένης αξίας λογιστική μονάδα κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού 129 ήταν καθοριστικής σημασίας και που οι ισχύουσες ισοτιμίες των νομισμάτων για τα κράτη μέλη ήταν αυτές που είχαν δηλωθεί στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (άρθρο 2 του κανονισμού 129). Ήδη όμως το 1981η κατάσταση δεν υφίστατο οι εν λόγω δύο αξίες στο γεωργικό τομέα είχαν αντικατασταθεί αφενός από το ECU που προσδιόρισα ήδη και αφετέρου από τις αντιπροσωπευτικές τιμές κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού 878/77. Σημαντικό είναι σχετικώς ότι ο κανονισμός 878/77 παραπέμπει ρητά στο άρθρο 3 του κανονισμού 129 που επιτρέπει τη λήψη μέτρων, τα οποία εισάγουν παρεκκλίσεις από τον εν λόγω κανονισμό, όταν πρόκειται για νομισματικές πρακτικές εξαιρετικού χαρακτήρα, είναι δηλαδή δυνατό να γίνεται παρέκκλιση από τη λογιστική μονάδα που εκφράζεται σε ορισμένη αξία χρυσού και να μη πραγματοποιούνται οι μετατροπές βάσει των ισοτιμιών των νομισμάτων που έχουν δηλωθεί στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Δεν φαίνεται εξάλλου λογικό να συνεχίζει να εφαρμόζεται απευθείας, μετά τις βαθιές μεταβολές που επήλθαν στο νομισματικό και στο γεωργικό τομέα, το άρθρο 4 του κανονισμού 1134/68, το οποίο προφανώς θεσπίστηκε για περιπτώσεις, στις οποίες ορισμένα περιστατικά, όπως αυτά που αναφέρει, συνεπάγονται άμεσες συνέπειες επί των τιμών. Νομίζω όμως ότι αυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση τροποποιήσεως των κεντρικών τιμών ή των πραγματικών τιμών — ακόμη και για την αγγλική λίρα δεν υπάρχει πλέον σήμερα ισοτιμία δηλωμένη στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο — διότι αν διατηρηθούν σε ισχύ οι αντιπροσωπευτικές τιμές η τροποποίηση αυτή δεν επηρεάζει καθόλου το επίπεδο των τιμών.
Συνεπώς, καίτοι μετά τις 23 Μαρτίου 1981 μεταβλήθηκε η αξία του φιορινιού σε σχέση με το ECU αυτό δεν αρκεί να δικαιολογήσει την εφαρμογή του άρθρου 4 του κανονισμού 1134/68 υπό το φως της στενής ερμηνείας του κανονισμού αυτού, την οποία δεν μπορούν να αποκρούσουν αποφασιστικά ούτε οι παραπομπές της προσφεύγουσας σε ορισμένες διατυπώσεις από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 878/77 ούτε η παραπομπή στην πρόταση κανονισμού περί της αξίας της λογιστικής μονάδας που είχε υποβάλει η Επιτροπή (ABI. C 57, 1980, σ. 11 επ.). Η εφαρμογή του εν λόγω άρθρου δεν ήταν δυνατή παρά μόνο μετά την τροποποίηση των αντιπροσωπευηκών τιμών και βάσει της ρητής παραπομπής που περιέχεται στο άρθρο 4 του κανονισμού ΕΟΚ 878/77 και, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψες του κανονισμού 976/78 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 28), που κρίθηκε αναγκαία, διότι οι διατάξεις του άρθρου 4 του κανονισμού 1134/68 «επενοήθησαν για τη μεταβολή της ισοτιμίας ενός νομίσματος και όχι για την τροποποίηση των αντιπροσωπευτικών τιμών». Όπως θα δούμε παρακάτω, έπρεπε βεβαίως να ληφθεί υπόψη σχετικώς και η περαιτέρω προϋπόθεση της προκλήσεως ζημίας από την εφαρμογή της νέας αντιπροσωπευτικής τιμής μετατροπής και από την έλλειψη μέτρων για το αντιστάθμισμα τέτοιου είδους ζημιών.
3. Επί του τρίτου ερωτήματος
Το τρίτο ερώτημα αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1054/78 (όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1509/78) που δίνει τον ορισμό των ζημιών που ανέφερα προηγουμένως κατά την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού 878/77, τις έννοιες δηλαδή που είναι καθοριστικές στην περίπτωση που, λόγω της τροποποιήσεως των αντιπροσωπευτικών τιμών, ζητείται η ακύρωση αδειών που περιέχουν προκαθορισμό των σχετικών ποσών. Υποβάλλοντας αυτό το ερώτημα το εθνικό δικαστήριο δεν αναφέρεται επομένως στα νομισματικού χαρακτήρα γεγονότα της 23ης Μαρτίου 1981 (τα οποία δεν προκάλεσαν μεταβολή της αντιπροσωπευτικής τιμής του φιορινιού — 1 ECU = 2,80821 φιορίνια — αλλά είχαν ως συνέπεια μόνο ότι η βασική τιμή του φιορινίου πλησίασε κατά πολύ την αντιπροσωπευτική τιμή, ανήλθε δηλαδή από 2,74362 φιορίνια/ECU σε 2,81318 φιορίνια/ECU. Πρόκειται μάλλον για την τροποποίηση των πράσινων τιμών από τις 6 Απριλίου 1981 που, όσον αφορά το φιορίνι, είχε ως συνέπεια ότι μετά την 6η Απριλίου 1981 σε ένα ECU αντιστοιχούσαν 2,81318 φιορίνια. Όταν σ' αυτό το πλαίσιο γίνεται λόγος για μη προκαθοριζόμενα νομισματικά εξισωτικά ποσά, υπονοείται το επιχείρημα της προσφεύγουσας στην κύρια δίκη ότι δηλαδή η κατάργηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών για τα γαλακτοκομικά προϊόντα στις Κάτω Χώρες επιδείνωσε τις συνθήκες των εξαγωγών και τις προκάλεσε έτσι ζημία, η οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση του αιτήματος της περί ακυρώσεως των αδειών εξαγωγής.
α)
Σ' αυτό το πλαίσιο πρέπει να τονιστεί προηγουμένως ότι, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 878/77, η εφαρμογή νέων αντιπροσωπευτικών τιμών πρέπει να συνεπάγεται ζημία. Αν λάβουμε όμως υπόψη την έκταση της τροποποίησης της πράσινης τιμής του φιορινιού κατά τον Απρίλιο του 1981 θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν μια τόσο ελάχιστη τροποποίηση (κατά 0,01927 φιορίνια, δηλαδή 0,05 έως 0,06 °/ο) ήταν δυνατό σε τελευταία ανάλυση να επιφέρει σημαντική ζημία. Στο σημείο αυτό, εκείνο που έχει σημασία για την προσφεύγουσα είναι η κατάργηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών. Στην πραγματικότητα η κατάργηση αυτή δεν ανάγεται στην τροποποίηση των αντιπροσωπευτικών τιμών, αλλά είχε ήδη καταστεί αναγκαία στις 31η Μαρτίου 1981 με την τροποποίηση της βασικής τιμής του φιορινιού στις 23 Μαρτίου 1981. Η Επιτροπή καθυστέρησε κατ' εξαίρεση την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος με τη θέσπιση του κανονισμού ΕΟΚ 801/81, που ανέφερα στην αρχή των προτάσεων μου, για να αποκλείσει κερδοσκοπικές ενέργειες.
Αλλά και ανεξάρτητα από αυτό, γίνεται σαφές κατά την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος ότι και στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η άποψη της Επιτροπής και του καθού στην κύρια δίκη που προτείνουν αρνητική απάντηση. Αντιθέτως τα επιχειρήματα που αναπτύσσει η προσφεύγουσα που στηρίζονται στη διατύπωση του άρθρου 1 του κανονισμού 1054/78, καθώς και στον επίσης κατά τον ίδιο χρόνο εκδοθέντα κανονισμό 908/81 της Επιτροπής (ΕΕ L 91, της 4. 4. 1981, σ. 9) «περί προκαθορισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών στο πλαίσιο διαγωνισμών για την εξαγωγή ζάχαρης», δεν φαίνονται πειστικά.
β)
Το ουσιώδες σημείο είναι ότι ο κανονισμός της Επιτροπής πρέπει να ερμηνευτεί υπό το φως του βασικού κανονισμού του Συμβουλίου, δηλαδή ότι παραμένει εντός των ορίων του τελευταίου αυτού κανονισμού διότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι, θεσπίζοντας τα μέτρα εφαρμογής, η Επιτροπή θέλησε ή μπόρεσε να τροποποιήσει ή να συμπληρώσει ένα καίριο σημείο στις διατάξεις που είχε θεσπίσει το Συμβούλιο. Ωστόσο από το βασικό κανονισμό 1134/68 του Συμβουλίου προκύπτει σαφώς ότι πρόκειται για προσαρμογή προκαθορισμένων ποσών που δίνει δικαίωμα στους κατόχους αδειών να ζητήσουν την ακύρωση τους. Παρόλο που το αποτέλεσμα αυτό επεκτάθηκε με τον κανονισμό 878/77 του Συμβουλίου στην περίπτωση τροποποιήσεως των πράσινων τιμών, για την οποία τέθηκε η προϋπόθεση ότι ο κάτοχος της αδείας πρέπει να έχει υποστεί ζημία, το μόνο που μπορεί λογικά να υποτεθεί είναι ότι η ζημία πρέπει να απορρέει από την προσαρμογή προκαθορισμένων ποσών. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν στον κανονισμό 1054/78 (όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1509/78) γίνεται λόγος, σχετικά με τη ζημία, για την «μεταβολή σε εθνικό νόμισμα του συνόλου των εφαρμοστέων ποσών στη σχετική πράξη», δεν συνάγεται από τη χρήση και μόνο των λέξεων «του συνόλου» ότι η διάταξη αναφέρεται και στα ποσά που δεν προκαθορίζονται. Ορθώς η Επιτροπή επέστησε την προσοχή στο γεγονός ότι δυνατότητα προκαθορισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών — αυτό συνάγεται από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 243/78 — θεσπίστηκε προς αποφυγή δυσχερειών στο εμπόριο, δηλαδή για να δώσει στους επιχειρηματίες τη δυνατότητα να αποφύγουν ορισμένους κινδύνους που οφείλονται ακριβώς σε νομισματικού χαρακτήρα γεγονότα, όπως αυτά της 23ης Μαρτίου 1981' έτσι καθίσταται σαφές ότι όποιος δεν κάνει χρήση αυτής της δυνατότητας δεν μπορεί λόγου χάρη να επικαλεστεί τον κανονισμό 1608/74 (δηλαδή να απαλλαγεί από την επιβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών, σε περίπτωση τροποποιήσεως τους, για ενέργειες σε εκτέλεση συμβάσεων που έχουν ήδη συναφθεί. Κάθε εξαγωγέας που παραιτείται από τον προκαθορισμό των εξισωτικών ποσών αναλαμβάνει συνειδητά τον κίνδυνο ενδεχόμενης τροποποιήσεως τους. Δεν μπορεί επομένως να επικαλεστεί, για να ζητήσει την ακύρωση αδειών, το γεγονός ότι η κατάργηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών του προξενεί ζημία, η οποία θα πρέπει να ληφθεί υπόψη.
Τα άλλα επιχειρήματα που προβάλλει η προσφεύγουσα για να στηρίξει την άποψη της είναι κατά τη γνώμη μου ατελέσφορα.
γ)
Αυτό ισχύει αφενός για το επιχείρημα ότι στο άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1054/78 (όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1509/78) γίνεται λόγος για άδειες χωρίς προκαθορισμό νομισματικών εξισωτικών ποσών. Πράγματι, το τμήμα αυτό της διατάξεως αποβλέπει απλώς, όπως είναι προφανές, να προσδιορίσει το νόμισμα που λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να κριθεί αν υπάρχει ζημία και δεν προβλέπει ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μη προκαθορισμένα νομισματικά εξισωτικά ποσά προκειμένου να κριθεί αν υπήρξε ζημία.
δ)
Το ίδιο ισχύει και για την παραπομπή της προσφεύγουσας στον κανονισμό 908/81 της Επιτροπής, περί προκαθορισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών στο πλαίσιο των διαγωνισμών κατά την εξαγωγή ζάχαρης, που θεσπίστηκε επίσης μετά τα εν προκειμένω νομισματικού χαρακτήρα γεγονότα. Ο κανονισμός αυτός προβλέπει πράγματι ότι η αίτηση προκαθορισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών μπορεί να κατατεθεί μετά την αίτηση αδειών εξαγωγής, όταν το πιστοποιητικό έχει εκδοθεί πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού, όταν οι τελωνειακές διατυπώσεις εξαγωγής τηρούνται από την ημερομηνία εφαρμογής του κανονισμού και όταν ο ενδιαφερόμενος δεν έκανε χρήση, για την εν λόγω ενέργεια, του προκαθορισμού των σχετικών νομισματικών εξισωτικών ποσών. Δεν πρέπει όμως να λησμονείται αυτό που αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού ότι δηλαδή η υπερβολική άσκηση του δικαιώματος ακυρώσεως βάσει του κανονισμού 1134/68 σε συνδυασμό με τον κανονισμό 878/77, για τις άδειες εξαγωγής που εκδίδονται δυνάμει επιμέρους διαγωνισμών, προκάλεσε σοβαρές διαταραχές στη διαχείριση του εν λόγω τομέα και ότι πρέπει επομένως να θεσπιστούν μέτρα για την αποφυγή κάθε κινδύνου ζημίας κατά την έvvota του άρθρου 4 του κανονισμού 878/77. Αυτό σημαίνει ότι η δυνατότητα προκαθορισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών σε μεταγενέστερο στάδιο δεν αποτελούσε παρά μόνο αντισταθμιστικό μέτρο βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, εδάφιο 2, του κανονισμού 878/77. Αυτό όμως δεν αποδεικνύει ότι η έλλειψη προκαθορισθέντων νομισματικών εξισωτικών ποσών και οι σχετικές συνέπειες πρέπει να λαμβάνονται πάντα υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί αν υπάρχει ζημία κατά την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού 878/77.
4. Επί του τετάρτου ερωτήματος
Το τέταρτο ερώτημα αναφέρεται και αυτό στην ερμηνεία του άρθρου 1 του κανονισμού 1054/78 όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1509/78. Το ερώτημα είναι αν για να υπολογιστεί η ζημία που αναφέρεται εκεί πρέπει να ληφθεί υπόψη και η τιμή αγοράς. Υποβάλλοντας αυτό το ερώτημα το παραπέμπον δικαστήριο αναφέρεται στο επιχείρημα της προσφεύγουσας στην κύρια δίκη, ότι δηλαδή η από 6 Απριλίου 1981 τροποποίηση των αντιπροσωπευτικών τιμών επηρέασε την τιμή παρεμβάσεως και μέσω αυτής την τιμή αγοράς· η προσφεύγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι κατ' αυτό τον τρόπο δεν μπορούσε πλέον να εξάγει επικερδώς βάσει της επιστροφής που είχε προκαθοριστεί.
Όπως είναι γνωστό, η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη φρονεί ότι στο εν λόγω ερώτημα αρμόζει καταφατική απάντηση. Προς τούτο στηρίζεται κυρίως στο γεγονός ότι το εν λόγω άρθρο 1, παράγραφος 1, εδάφιο 2, μνημονεύει και τις νιμες, φρονεί δε ότι κατά τον προκαθορισμό τόσο της επιστροφής όσο και των νομισματικών εξισωτικών ποσών μπορεί να προκληθεί σημαντική ζημία μόνο λόγω της μεταβολής του επιπέδου τιμών. Η Επιτροπή και το καθού στην κύρια δίκη, αντιθέτως, υποστηρίζουν και σ' αυτό το σημείο την αντίθετη άποψη.
Και εδώ θεωρώ μάλλον ότι υπερισχύουν τα επιχειρήματα των τελευταίων.
Συγκεκριμένα νομίζω ότι αρκεί η παραπομπή στη βασική παρατήρηση που διατύπωσα στο πλαίσιο της απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα, ότι δηλαδή βάσει της γενικής αλληλεξαρτήσεως των διατάξεων της εν λόγω ρύθμισης αποφασιστικής σημασίας είναι μόνο η επίπτωση της τροποποιήσεως των αντιπροσωπευτικών τιμών επί των προκαθοριζομένων ποσών, στα οποία, όπως είναι προφανές, δεν περιλαμβάνεται η τιμή πωλήσεως.
Μπορώ ωστόσο να προσθέσω ότι η otaτύπωση του άρθρου 1 του κανονισμού 1054/78 συνηγορεί επίσης υπέρ αυτής της απόψεως. Κατά το άρθρο αυτό, για τον ορισμό της ζημίας αποφασιστικής σημασίας είναι ότι η τροποποίηση των ποσών που εφαρμόζονται σε μία εμπορική πράξη συνεπάγεται, λόγω της εφαρμογής νέων αντιπροσωπευτικών τιμών είτε την είσπραξη μεγαλυτέρου είτε τη χορήγηση μικρότερου ποσού από ό,τι θα ήταν αν δεν είχε τεθεί σε ισχύ η εν λόγω τιμή. Από τη σκοπιά αυτή η τιμή αγοράς δεν έχει πράγματι καμία σημασία.
Αντιθέτως δεν φαίνεται πειστικό το ότι η διατύπωση του εδαφίου 2 — όπου γίνεται λόγος για τιμές — επιτρέπει τη συναγωγή επιχειρημάτων υπέρ της απόψεως που υποστηρίζει η προσφεύγουσα. Ορθώς η Επιτροπή υποστηρίζει ότι εν προκειμένω δεν αντιμετωπίστηκε η εισαγωγή νέου στοιχείου (δηλαδή της τιμής αγοράς) για τον προσδιορισμό της ζημίας, αλλά ο μόνος στόχος του εδαφίου αυτού είναι να ορίσει το κρίσιμο χρονικό σημείο για τον προσδιορισμό της ζημίας. Η παράγραφος 2, στοιχείο 6, που προβλέπει — σε περίπτωση ταυτόχρονης μεταβολής της αντιπροσωπευτικής τιμής και του επιπέδου των τιμών σε λογιστικές μονάδες — ότι η ζημία που προκύπτει από τη μεταβολή της αντιπροσωπευτικής τιμής πρέπει να είναι μεγαλύτερη του οφέλους που μπορεί να προκύψει από την επίπτωση της μεταβολής του επιπέδου των τιμών, αποδεικνύει επίσης σαφώς την ορθότητα αυτού του επιχειρήματος. Συγκεκριμένα η παράγραφος αυτή αποδεικνύει σαφώς ότι η μεταβολή του επιπέδου των τιμών δεν λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της ζημίας, αλλά έχει σημασία μόνο στο πλαίσιο της συγκρίσεως της ζημίας που προκύπτει από τη μεταβολή της αντιπροσωπευτικής τιμής και των ευνοϊκών συνεπειών της μεταβολής των τιμών.
Γ — Τελικά, δεν μπορώ παρά να προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει αρνητική απάντηση σε όλα τα ερωτήματα που υπέβαλε το College van Beroep voor het Bedrijfsleven και να κρίνει ότι τα άρθρα 1 και 4 του κανονισμού 1134/68 δεν είχαν εφαρμογή στα νομισματικού χαρακτήρα γεγονότα της 23ης Μαρτίου 1981, καθώς επίσης και ότι για τον προσδιορισμό της ζημίας κατά την έννοια του κανονισμού 1954/78 δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε τα μη προκαθορισθέντα νομισματικά εξισωτικά ποσά ούτε η μεταβολή των τιμών αγοράς που προκύπτει από τη μεταβολή των αντιπροσωπευτικών τιμών και από τις επιπτώσεις της επί των τιμών παρεμβάσεως.
( 1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy