ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 16ης Ιανουαρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαονές,
Η υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον σας είναι ασυνήθιστη για διάφορους λόγους. Είναι, και αυτό έχει τονιστεί, η πρώτη αυτού του είδους.
Η ιταλική κυβέρνηση, ενεργώντας βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, σας ζητεί να ακυρώσετε μια απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1981 ( 1 ), με την οποία η Επιτροπή κήρυξε αντίθετες προς το άρθρο 86 της Συνθήκης ορισμένες διατάξεις που θεσπίστηκαν διαδοχικά από το Post Office του Ηνωμένου Βασιλείου και από την British Telecommunications ( αμφότερα θα αποκαλούνται εφεξής BT), με τις οποίες επιδιώχτηκε να περιοριστεί η δραστηριότητα των φορέων αναμεταδόσεως μηνυμάτων.
'Ετσι, προσφεύγον δεν είναι εκείνο το κράτος εντός του οποίου η εν λόγω επιχείρηση έχει την έδρα της. Αντίθετα μάλιστα, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου παρενέβη στη δίκη υπέρ της Επιτροπής. Εξάλλου, δεν επιβλήθηκε πρόστιμο στην BT, η οποία δεν είχε θέσει σε εφαρμογή τις αμφισβητούμενες διατάξεις. Πολύ περισσότερο απέφυγε να υποβάλει στην κρίση σας μια απόφαση προς την οποία είχε, εκ των προτέρων, « μονομερώς » συμμορφωθεί.
Αλλά ας αντιπαρέλθω αυτό το παράδοξο. Η BT, η οποία διαδέχτηκε το 1981 το Post Office του Ηνωμένου Βασιλείου, και η οποία μετά τη συνεδρίαση υπήρξε το πρόσωπο της ημέρας στο χρηματιστήριο του Λονδίνου, είναι μια επιχείρηση προς την οποία το Ηνωμένο Βασίλειο έχει παραχωρήσει το νόμιμο μονοπώλιο της διαχείρισης των συστημάτων τηλεπικοινωνίας. Για την πραγματοποίηση της αποστολής της, της έχει μεταβιβαστεί κανονιστική εξουσία την οποία ασκεί διά ρυθμίσεων καλούμενων « schemes » ( « προγράμματα » ).
Στο πλαίσιο ακριβώς της παραπάνω αποστολής της, η BT προσέκρουσε στη δραστηριότητα των φορέων αναμεταδόσεως μηνυμάτων. Οι τελευταίοι, συνδυάζοντας μια προηγμένη τεχνολογία « ώστε να καθιστούν τις βρετανικές διατιμήσεις ελκυστικότερες » ( 2 ) σε σχέση με αυτές που ισχύουν στο εξωτερικό, προσέφεραν στο κοινό μια νέα υπηρεσία η οποία συνίστατο στο να λαμβάνουν και να μεταβιβάζουν για λογαριασμό τρίτων μηνύματα άσχετα προς τη διάρκεια χρησιμοποιήσεως του δημόσιου δικτύου, η οποία δικαιολογεί είσπραξη τελών.
Επομένως, πρόκειται για υπηρεσία μεταδόσεως μηνυμάτων η οποία παρουσιάζει διπλό πλεονέκτημα για εκείνους που τη χρησιμοποιούν: ιδιαίτερα χαμηλές τιμές και ταχύτητα μεταδόσεως.
Η BT, φρονώντας ότι έπρεπε να εμποδίσει τις παραπάνω δραστηριότητες και κάνοντας χρήση της κανονιστικής εξουσίας που διέθετε, εξέδωσε τις επικρινόμενες ρυθμίσεις, επικαλούμενη, ιδίως, υποχρεώσεις που είχε αναλάβει από τη Διεθνή Σύμβαση των Τηλεπικοινωνιών (εφεξής: CIT).
Με την εν λόγω σύμβαση, που υπογράφηκε το 1947 στην Atlantic City και αποτέλεσε αντικείμενο αναδιαπραγματεύσεως στη Malaga-Torremolinos το 1973, ιδρύθηκε η Διεθνής Ένωση Τηλεπικοινωνιών (εφεξής: UIT), μέλη της οποίας είναι όλα τα κράτη της Κοινότητας.
Η Σύμβαση του 1973, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τις διατάξεις του άρθρου 20-1 της Σύμβασης του 1947, ορίζει στο άρθρο της 44-1 ότι
« Τα μέλη υποχρεούνται να συμμορφώνονται προς τις διατάξεις της ... Σύμβασης και των προσηρτημένων σ' αυτή διοικητικών ρυθμίσεων ».
Εξάλλου, με τη Σύμβαση ιδρύθηκε Διεθνής Τηλεγραφική και Τηλεφωνική Συμβουλευτική Επιτροπή ( εφεξής: CCITT ),
« επιφορτισμένη με την εκπόνηση μελετών και διατύπωση συστάσεων επί τεχνικών, επιχειρησιακών και κοστολογικών ζητημάτων που αφορούν την τηλεγραφία και την τηλεφωνία » ( 3 ).
Η BT ως « αναγνωρισμένη ιδιωτική εκμετάλλευση » αποτελεί τμήμα της παραπάνω επιτροπής ( 4 ).
Τον Οκτώβριο 1976, η CCITT εξέδωσε τη σύσταση F 60 της οποίας το σημείο 3-5 έχει ως εξής:
« Οι διοικήσεις και οι αναγνωρισμένοι ιδιωτικοί φορείς θα αρνούνται να επιτρέψουν τη χρήση της υπηρεσίας τηλετυπίας σε φορείς αναμεταδόσεως τηλεγραφημάτων που είναι γνωστό ότι έχουν οργανωθεί με σκοπό να στέλνουν ή να δέχονται τηλεγραφήματα προς αναμετάδοση με τη μέθοδο της τηλεγραφίας, προσπαθώντας να αποφύγουν έτσι την καταβολή ολόκληρου του τέλους που θα οφειλόταν αν ακολουθείτο η κανονική οδός. Οι παραπάνω διοικήσεις θα αρνούνται την παροχή διεθνών υπηρεσιών τηλετυπίας σε πελάτες των οποίων οι δραστηριότητες θεωρούνται ότι αποτελούν παράβαση των λειτουργιών της διοικήσεως κατά την παροχή δημόσιων υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών ».
Η BT, στηριζόμενη στο παραπάνω κείμενο, συμπλήρωσε τις δύο προγενέστερες ρυθμίσεις που είχε θεσπίσει, ώστε να απαγορευτεί στους φορείς αναμεταδόσεως μηνυμάτων να εφαρμόζουν τιμή τέτοια « που να επιτρέπει στον αποστολέα του μηνύματος να το στείλει φθηνότερα από ό, τι θα το έστελνε με τηλετύπημα που θα είχε κάνει απευθείας στο πρόσωπο στο οποίο τελικά απευθύνεται το μήνυμα », με τη ρύθμιση ΤΙ/1978, η οποία καταργήθηκε και επαναλήφθηκε με ρύθμιση του 1981, κατά τους όρους της οποίας απαγορευόταν η διεθνής μετάδοση μηνυμάτων από το Ηνωμένο Βασίλειο.
Τις παραπάνω τέσσερις ρυθμίσεις η Επιτροπή θεώρησε, με την επικρινόμενη απόφαση της, ότι συνιστούν παραβάσεις του άρθρου 86 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας.
Δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται το παραδεκτό της προσφυγής της ιταλικής κυβερνήσεως, πρέπει να εξεταστούν διαδοχικά οι διάφορες αιτιάσεις που προβάλλει η προσφεύγουσα.
Ι — Επί της ελλείψεως ή ανεπαρκείας αιτιολογήσεως
Η ιταλική κυβέρνηση προσάπτει στην Επιτροπή ότι
—
ούτε εξήγησε γιατί θεωρούσε την εκ μέρους της BT άσκηση κανονιστικής εξουσίας, δηλαδή την άσκηση δημόσιας εξουσίας, ως επιχειρηματική δραστηριότητα,
—
ούτε προσπάθησε να δικαιολογήσει την υποτιθέμενη υπεροχή των κοινοτικών κανόνων επί των διεθνών κανόνων,
—
ούτε προσπάθησε να αποδείξει τη φερόμενη έλλειψη νομιμότητας του μονοπωλίου της BT.
Επί του τελευταίου αυτού σημείου, ορθώς η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υποστήριξε την ύπαρξη τέτοιας ελλείψεως νομιμότητας.
Όσον αφορά το πρώτο σημείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση επισημαίνεται ( 5 ) ότι η BT είναι μια οικονομική οντότητα που ασκεί οικονομικές δραστηριότητες και αποτελεί, κατά συνέπεια, επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η εξήγηση αυτή, όσο επιγραμματική και αν είναι, δεν παύει να αποτελεί επαρκή αιτιολογία.
Τέλος, όσον αφορά την υπεροχή των κοινοτικών κανόνων επί των διεθνών κανόνων που έχουν ενδεχομένως εφαρμογή, η Επιτροπή, η οποία αρχικά σκόπευε να αιτιολογήσει την απόφαση της ως προς αυτό το σημείο, τελικά θεώρησε ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να αποφανθεί επί της ενδεχόμενης εφαρμογής του άρθρου 234 της Συνθήκης σε πράξη που απευθυνόταν όχι προς κράτος, αλλά προς επιχείρηση. Μπορεί να παρατηρηθεί, όπως έκανε και η Επιτροπή, ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, μέλος της UIT, ήταν υποχρεωμένο, εφόσον παρίστατο ανάγκη, να παρέμβει στη διαδικασία που κατέληξε στη σχετική απόφαση και να προκαλέσει συζήτηση και, επομένως, αιτιολόγηση αυτού του λόγου. Δεν το έπραξε και η BT φαίνεται να έχει παραιτηθεί σιωπηρά από αυτό το λόγο κατά την παρούσα διαδικασία, δεδομένου ότι, στο έγγραφο που απηύθυνε στις 22 Οκτωβρίου 1982 στην Επιτροπή, δήλωσε:
« Γίνεται τώρα δεκτό ότι, στο πλαίσιο αυτής της υποθέσεως, η Σύσταση της CCITT βρίσκεται σε άμεση σύγκρουση με τα άρθρα 85, παράγραφος 1, και 86 της Συνθήκης της Ρώμης. Κατά συνέπεια, η British Telecommunications έχει αποφασίσει μονομερώς να αποσύρει τους συγκεκριμένους περιορισμούς και να τροποποιήσει το πρόγραμμα τηλεπικοινωνιών αναλόγως και να πληροφορήσει τις άλλες διοικήσεις και τους φορείς μεταδόσεως μηνυμάτων στο Ηνωμένο Βασίλειο » ( 6 ).
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παρουσιάζει καμία έλλειψη ούτε ανεπάρκεια αιτιολογίας.
II — Επί των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την CIT
Η ιταλική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η BT, θεσπίζοντας την αμφισβητούμενη ρύθμιση, απλώς συμμορφώθηκε προς τις υποχρεώσεις που της είχαν επιβληθεί βάσει του άρθρου 6-3 της τηλεγραφικής ρύθμισης της Γενεύης το 1973 και της σύστασης F 60 της CCITT.
Έχω ήδη αναφέρει το τελευταίο κείμενο. Το άρθρο 6-3 της τηλεγραφικής ρύθμισης, στις διατάξεις του οποίου υποχρεούνται να συμμορφώνονται τα μέλη της UIT, ορίζει ότι οι διοικήσεις ή οι αναγνωρισμένες ιδιωτικές επιχειρήσεις
« υποχρεούνται να ρυθμίσουν στα αντίστοιχα γραφεία τους την παραλαβή, μετάδοση και παράδοση των τηλεγραφημάτων που απευθύνονται σε τηλεγραφικούς φορείς αναμεταδόσεως και άλλους οργανισμούς που έχουν συσταθεί για τη μετάδοση των τηλεγραφημάτων εν ονόματι τρίτου, προσπαθώντας να αποφύγουν έτσι την πλήρη επιβάρυνση που θα οφειλόταν αν ακολουΟείτο η κανονική οδός... ».
Δεν είναι δυνατό να υποστηριχτεί, χωρίς αυτό να έρθει σε αντίθεση με το íöto το άρθρο 6-3, ότι η ύπαρξη φορέων αναμεταδόσεως μηνυμάτων είναι αυτή καθαυτή παράνομη. Το παραπάνω κείμενο αποσκοπεί στο να εμποδίζεται μια δραστηριότητα ο σκοπός της οποίας είναι δόλιος και όχι να απαγορεύεται μια δραστηριότητα που έχει καταστεί επικερδής χάρη στην καλύτερη δυνατή χρησιμοποίηση της προηγμένης τεχνολογίας. Εφόσον οι ενδιαφερόμενοι φορείς καταβάλλουν ολοσχερώς για ολόκληρη την απόσταση τα τέλη που αντιστοιχούν στη διάρκεια χρησιμοποίησης του δημόσιου δικτύου, δεν μπορεί να εφαρμοστεί επ' αυτών το άρθρο 6-3, δεδομένου ότι οι ισχύουσες τιμές αποτελούν συνάρτηση της διάρκειας χρησιμοποιήσεως και όχι του αριθμού των μηνυμάτων που μεταβιβάζονται.
Θα ήταν επιπλέον παράδοξο να χρησιμοποιηθεί ως έρεισμα η διεθνής κανονιστική ρύθμιση των τηλεπικοινωνιών, yta να τεθεί τροχοπέδη στις συνέπειες της τεχνικής προόδου, ενώ ακριβώς ένας από τους στόχους της UIT είναι
«η προώθηση της ανάπτυξης των τεχνικών μέσων και η αποτελεσματικότερη εκμετάλλευση τους, για να αυξηθεί η απόδοση των υπηρεσιών τηλεπικοινωνίας, να επεκταθεί η χρησιμοποίηση τους και να γενικευθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η χρήση τους από το κοινό » ( 7 ).
Απομένει επομένως να εξεταστεί το ζήτημα αν η σύσταση F 60 επέτρεπε στην BT να λάβει τα μέτρα που δεν μπορούσαν να θεσπιστούν κατ' εφαρμογή του άρθρου 6-3 της ρύθμισης. Στο παραπάνω ερώτημα προσήκει αρνητική απάντηση.
Το σχετικό κείμενο αναφοράς είναι το άρθρο 1 της τηλεγραφικής ρύθμισης το οποίο ορίζει ότι
« 1)
Η τηλεγραφική ρύθμιση καθορίζει τις γενικές αρχές που πρέπει να τηρούνται κατά την παροχή υπηρεσιών διεθνούς τηλεγραφίας.
2)
Οι διοικήσεις ( 8 ) όταν εφαρμόζουν τις αρχές που αναφέρει η ρύθμιση, για οποιοδήποτε θέμα δεν προβλέπεται σ' αυτή, οφείλουν να συμμορφώνονται προς τις συστάσεις της CCITT, συμπεριλαμβανομένων όλων των οδηγιών που αποτελούν μέρος των εν λόγω συστάσεων ».
Από τα προηγούμενα προκύπτει, πράγμα που δεν μπορεί να προκαλέσει έκπληξη δεδομένου ότι πρόκειται για πράξη που χαρακτηρίζεται ως σύσταση ενός συμβουλευτικού οργανισμού, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, πρόκειται για απλές υποδείξεις προς τις οποίες ελήφθη μέριμνα ότι τα συνδεόμενα μέρη «όφειλαν» να συμμορφωθούν.
Επομένως, η ιταλική κυβέρνηση δεν μπορεί να προβάλει λυσιτελώς τον ισχυρισμό ότι η BT αναγκάστηκε από τη σύσταση F 60 να λάβει τα μέτρα που επέκρινε η Επιτροπή.
Από την παραπάνω ανάλυση προκύπτει ότι τα εν λόγω μέτρα κατ' ουδένα τρόπο κατέστησαν υποχρεωτικά από τις διατάξεις που προκύπτουν από τα κείμενα που θεσπίστηκαν προς εφαρμογή της CIT.
'Ετσι, η ρύθμιση που θέσπισε η BT πρέπει να κριθεί μόνο από πλευράς κοινοτικού δικαίου, χωρίς να χρειάζεται κατά συνέπεια να εξεταστεί iļ περίπτωση εφαρμογής, στην προκείμενη περίπτωση, των διατάξεων του άρθρου 234 της Συνθήκης, ούτε η αιτίαση περί καταχρήσεως εξουσίας που προβάλλει το προσφεύγον κράτος.
III — Επί της εφαρμογής του άρθρου 222 ΕΟΚ
Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία «η παρούσα Συνθήκη δεν προδικάζει με κανένα τρόπο το καθεστώς της ιδιοκτησίας στα κράτη μέλη », η προσφεύγουσα συνάγει ότι το κοινοτικό δίκαιο εγγυάται την ύπαρξη του μονοπωλίου που έχει η BT, η οποία, κατά συνέπεια, βασίμως υπερασπίστηκε τα αποκλειστικά της δικαιώματα λαμβάνοντας τα επικρινόμενα μέτρα. Το εν λόγω μονοπώλιοεκτείνεται όχι μόνο στη διαχείριση των συστημάτων τηλεπικοινωνίας όπως υποστηρίζει η Επιτροπή (σημείο 33 της απόφασης της), αλλά στο σύνολο των παρεχόμενων υπηρεσιών τηλεπικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης της παροχής διεθνών υπηρεσιών. Επομένως, ορθώς η BT αντιτάχτηκε στην ανάπτυξη των φορέων αναμεταδόσεως μηνυμάτων, η δραστηριότητα των οποίων προσέβαλε την ίδια την ύπαρξη του μονοπωλίου που της είχε παραχωρηθεί.
Για να δοθεί απάντηση στην παραπάνω επιχειρηματολογία αρκεί να γίνει δεκτό ότι η BT ουδέποτε αμφισβήτησε αυτή καθαυτή την ύπαρξη των φορέων αναμεταδόσεως, γεγονός που αντικρούει την άποψη που υποστηρίζει η ιταλική κυβέρνηση. Επιπλέον, το Ηνωμένο Βασίλειο δήλωσε κατηγορηματικά ότι το μονοπώλιο που είχε παραχωρηθεί στην BT δεν εκτεινόταν στην παροχή υπηρεσιών τηλεπικοινωνίας, οπότε ο λόγος αυτός, όπως και ο προηγούμενος, πρέπει να απορριφθεί.
IV — Επί της εφαρμογής του άρθρου 86
Κατά την προσφεύγουσα, το άρθρο 86 δεν μπορεί να εφαρμοστεί επί της συμπεριφοράς μιας επιχείρησης κατά την άσκηση εκ μέρους της κανονιστικής δραστηριότητας η οποία υπάγεται στο δημόσιο δίκαιο· εν πάση περιπτώσει, η συμπεριφορά για την οποία πρόκειται δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική.
1. Η φύση των δραστηριοτήτων της BT
Κατά την ιταλική κυβέρνηση, η άσκηση από την BT κανονιστικής εξουσίας δημόσιου δικαίου δεν μπορεί να βρει έρεισμα στις διατάξεις του άρθρου 86, το οποίο αφορά αποκλειστικά δραστηριότητες επιχειρηματικού χαρακτήρα.
Ο λόγος αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Είναι βέβαιο — η Επιτροπή το απέδειξε — ότι η BT ασκεί εμπορική δραστηριότητα. Ευθυγράμμιση προς την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε η προσφεύγουσα θα κατέληγε στο να τίθεται εκποδών η εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης που εγγυώνται την τήρηση της θεμελιώδους αρχής του ελεύθερου ανταγωνισμού, οσάκις η δραστηριότητα των επιχειρήσεων συνεπάγεται την άσκηση δημόσιας εξουσίας. Όπως αποφανθήκατε με την απόφαση σας Inno ( 9 ), τα άρθρα 85 και επόμενα θα έχαναν κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα αν οι επιχειρήσεις μπορούσαν να αποφύγουν την εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης περί ανταγωνισμού, εκ μόνου του γεγονότος ότι η συμπεριφορά τους κατέστη δυνατή λόγω της δημόσιας εξουσίας.
Κατά συνέπεια, ο κανονιστικός χαρακτήρας των μέτρων που θέσπισε η BT, για να απαγορεύσει την παροχή υπηρεσιών διεθνών τηλεπικοινωνιών από τους φορείς αναμεταδόσεως μηνυμάτων, δεν μπορεί να εμποδίσει τη δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 86 της Συνθήκης.
2. Ως προς την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης
Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει κυρίως ότι τα μέτρα που έλαβε η BT αποτελούν μέσο προστασίας κατά των καταχρήσεων που διαπράττουν φορείς αναμεταδόσεως μηνυμάτων, οι οποίες συνίστανται στο ότι παρέχεται η δυνατότητα στους πελάτες τους να αποφεύγουν την ολοσχερή καταβολή των τελών που οφείλονται για τη χρήση των διεθνών τηλεπικοινωνιών. Η κατάχρηση αυτή καθίσταται δυνατή λόγω των υφιστάμενων τιμολογιακών διαφορών και καταλήγει, με την εκτροπή του ρεύματος του εμπορίου που γίνεται κατ' αυτό τον τρόπο, στο να στερούνται οι δημόσιες υπηρεσίες το πιο προσοδοφόρο τμήμα εκμετάλλευσης των τηλεπικοινωνιακών υπηοεσιών.
Πράγματι, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η ανάπτυξη μιας υπηρεσίας παροχής διεθνών τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών από φορείς αναμεταδόσεως μηνυμάτων εγκατεστημένους, κυρίως, στο Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί τον καρπό ιδιωτικής πρωτοβουλίας που μπόρεσε να επωφεληθεί από την προηγμένη τεχνολογία και από την τιμολογιακή πολιτική σχετικά με την οποία δεν είναι περιττό να επισημανθεί ότι προσδιορίζεται και επομένως ελέγχεται από το δημόσιο.
V — Επί η/ς εφαρμογής του άρθρον 90, παράγραφος 2
Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, αν έπρεπε να εφαρμοστεί επί της BT το άρθρο 86 και να της απαγορευτεί να προστατεύεται από τις δραστηριότητες των φορέων αναμεταδόσεως, αυτό θα αποτελούσε ακριβώς εμπόδιο στην εκπλήρωση της αποστολής ως δημόσιας υπηρεσίας που της έχει ανατεθεί. Κατά συνέπεια, στην προκείμενη περίπτωση, πρέπει να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 90, παράγραφος 2.
Στο σημείο αυτό αρκεί να επισημανθεί ότι η BT δεν άσκησε προσφυγή κατά της επικρινόμενης απόφασης και να αναγνωριστεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θεώρησε ότι η ρύθμιση που επεξεργάστηκε η BT για τους φορείς αναμεταδόσεως δεν ήταν αναγκαία για την εκπλήρωση της αποστολής της ως δημόσιας υπηρεσίας. Επομένως, με την επιφύλαξη των προνομίων που η Συνθήκη αναγνωρίζει στα αρμόδια κοινοτικά όργανα, τέτοιου είδους εκτίμηση μπορεί να γίνει μόνο από το ίδιο το κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται η επιχείρηση. Κατά συνέπεια, υπό τις περιστάσεις της προκείμενης υπόθεσης, ο λόγος αυτός πρέπει να κηρυχτεί απαράδεκτος.
Κατά συνέπεια, προτείνω
— την απόρριψη της προσφυγής ακυρώσεως που άσκησε η ιταλική κυβέρνηση και
— την καταδίκη της προσφεύγουσας στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 1 ) Απόφαση 82/861 (EEL 360, σ. 36).
( 2 ) Προαναφερθείσα απόφαση 82/861, σημείο 14.
( 3 ) Aplipa 5-4 δ) και II-1 ( 2 ) της Σύμβασης του 1973.
( 4 ) Aplipo II-2 β) της Σύμβασης του 1973.
( 5 ) Προαναφερθείσα απόφαση της Επιτροπής 82/861, σημείο 25.
( 6 ) Προαναφερθείσα απόφαση της Επιτροπής 82/861, σημείο 24.
( 7 ) 'Αρθρο 4-1 της Διεθνούς ΣύμΡασης Τηλεπικοινωνιών του 1973 ( Malaga-Torremolinos ).
( 8 ) Ή αναγνωρισμένες ιδιωτικές επιχειρήσεις.
( 9 ) Υπόθεση 13/77, Inno (Rec. 1977, σ. 2115), σκέψεις 30 έως 34.
Full & Egal Universal Law Academy