ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ CARL OTTO LENZ
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 23 ΜΑΪΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι δικαστές,
Α —
Με την παρούσα προσφυγή της, που άσκησε σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, η Επιτροπή ζητεί να διαπιστώσετε ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η Ιταλική Δημοκρατία περιόρισε την εισαγωγή τροφίμων που περιέχουν ζωική ζελατίνη και έχουν νομίμως παραχθεί και κυκλοφορήσει στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος.
Το επίδικο διάταγμα του ιταλικού υπουργείου υγείας, της 20ής Οκτωβρίου 1978 (decreto ministeriale del 20.10.1978, supplemento ordinario alla Gazzetta ufficiale αριθ. 337 της 2.12.1978) περί της ρυθμίσεως των χημικών προσθέτων ουσιών που επιτρέπονται κατά την παρασκευή και συντήρηση τροφίμων προβλέπει ότι ορισμένα από τα προϊόντα αυτά μπορούν να παραχθούν και να κυκλοφορήσουν στην Ιταλία μόνο εφόσον το ποσοστό ζωικής ζελατίνης που περιέχουν δεν υπερβαίνει ορισμένο ποσοστό. Για τα διατηρημένα κρέατα (carni cotte) προβλέπεται ανώτατο ποσοστό 0,4 % ενώ για τα προϊόντα ζαχαροπλαστικής (prodotti dolciari) προβλέπεται ανώτατο ποσοστό 1 %.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, η ρύθμιση αυτή συνιστά απαγορευμένο μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών, υπό την έννοια του άρθρου 30, καθόσον το μέτρο αυτό δεν επιβάλλεται για λόγους προστασίας των καταναλωτών ούτε δικαιολογείται από λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας. Για το λόγο αυτό κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, για τις λεπτομέρειες της οποίας παραπέμπω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Μετά από μια προκαταρκτική ανταλλαγή επιστολών, που αφορούσε τον περιορισμό εισαγωγής στην Ιταλία ζαχαροπήκτων, η Επιτροπή στο έγγραφο με το οποίο αμφισβήτησε τη νομιμότητα της επίδικης ρυθμίσεως επέκρινε κυρίως τον προβλεπόμενο περιορισμό του ποσοστού ζωικής ζελατίνης στα προϊόντα ζαχαροπλαστικής. Με την αιτιολογημένη γνώμη της, της 24ης Νοεμβρίου 1982, η Επιτροπή επέκρινε ρητώς στο σύνολο της την εν λόγω ρύθμιση και ζήτησε από την Ιταλική Δημοκρατία να άρει τον περιορισμό αυτό του εμπορίου εντός δύο μηνών.
Η Ιταλική Δημοκρατία κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία υποστήριξε την άποψη ότι δεν απαγορεύεται στα κράτη μέλη, μέχρι την οριστική εναρμόνιση του εν λόγω τομέα, να ορίζουν ανώτατο ποσοστό περιεκτικότητας ζωικής ζελατίνης ωστόσο, με την απάντηση της στην αιτιολογημένη γνώμη δήλωσε ότι είναι έτοιμη να αυξήσει το προβλεπόμενο ανώτατο ποσοστό ζωικής ζελατίνης για τα ζαχαρόπηκτα. Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή, στις 29 Μαρτίου 1983, άσκησε προσφυγή με το προαναφερθέν αίτημα. Ευθύς μετά την άσκηση της προσφυγής, η Ιταλική Δημοκρατία με υπουργική απόφαση της 14ης Απριλίου 1983 (decreto ministeriale της 14.4.1983, Gazzetta ufficiale αριθ. 120 της 4.5.1983) ήρε τον επίδικο περιορισμό χρησιμοποιήσεως ζωικής ζελατίνης στα ζαχαρόπηκτα και επέτρεψε την προσθήκη της εν λόγω ουσίας σύμφωνα «με τις συνήθεις μεθόδους παραγωγής (secondo buona tecnica industriale)».
Η ιταλική κυβέρνηση ζητεί να αναγνωριστεί ότι έχει αρθεί ο περιορισμός της χρησιμοποιήσεως ζωικής ζελατίνης στα ζαχαρόπηκτα και να απορρίψει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
Β —
Επί των αιτημάτων αυτών η άποψη μου έχει ως εξής:
1. Επί του παραδεκτού
α)
Η άσκηση της προσφυγής επιτρέπεται μόνο εφόσον διεξήχθη κανονικά η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία. Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι να δώσει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να υπερασπιστούν τις ενέργειες τους ή να τις τροποποιήσουν προκειμένου να αποφευχθεί προσφυγή στο Δικαστήριο. Για το λόγο αυτό απαιτείται, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, να υπάρχει ταυτότητα μεταξύ του αντικειμένου της προσφυγής και του αντικειμένου της προδικασίας. Η προβλεπόμενη υποχρέωση παροχής στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος της δυνατότητας να διατυπώσει την άποψη του προϋποθέτει ότι καταρχήν έχουν ήδη γίνει γνωστές στο εν λόγω κράτος μέλος, από το αρχικό στάδιο της διαδικασίας, κατ' ουσία όλες οι κατ' αυτού αιτιάσεις πραγματικής και νομικής φύσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή, με το έγγραφο στο οποίο διατυπώνει τις αιτιάσεις της, αναφέρει ρητώς μόνο τον περιορισμό της περιεκτικότητας ζωικής ζελατίνης στα ζαχαρόπηκτα, χωρίς να αναφέρει τον περιορισμό πρόσθετων ουσιών στα διατηρημένα κρέατα και τα παγωτά. Πρέπει επομένως να εξεταστεί αν με την ενέργεια αυτή περιορίστηκε το δικαίωμα υπερασπίσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας. Ωστόσο, κατά την ορθότερη άποψη αυτό δεν ευσταθεί. Πράγματι, όπως ήδη συνάγεται από το έγγραφο με το οποίο η Επιτροπή διατύπωσε τις αιτιάσεις της, η τελευταία θεωρεί ότι αντιβαίνει προς τη Συνθήκη ο επιβαλλόμενος με την υπουργική απόφαση περιορισμός της προσθήκης ζωικής ζελατίνης σε ορισμένα τρόφιμα και είδη ζαχαροπλαστικής. Το δικαίωμα υπερασπίσεως της καθής, όπως προκύπτει μεταξύ άλλων και από το απαντητικό της έγγραφο, δεν περιορίστηκε καθόσον, τόσο στην αιτιολογημένη γνώμη όσο και στην προσφυγή, διατυπώνονται αιτιάσεις και για τους υπόλοιπους περιορισμούς της προσθήκης ζωικής ζελατίνης που προβλέπει η επίδικη υπουργική απόφαση. Τέλος, όπως προκύπτει από την υπόθεση 45/65 — Επιτροπή κατά Ιταλίας ( 2 ) —, το έγγραφο που επισημαίνει τις παραβάσεις και η αιτιολογημένη γνώμη προσδιορίζουν από κοινού το αντικείμενο της προσφυγής. Εφόσον λοιπόν τόσο η αιτιολογημένη γνώμη όσο και η προσφυγή στηρίζονται στους ίδιους λόγους και αιτιάσεις, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, όπως τελικά παραδέχτηκε και η ιταλική κυβέρνηση, το σύννομο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας.
β)
Εξάλλου, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της ιταλικής κυβερνήσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον, καθόσον η καθής τροποποίησε την αρχική κανονιστική ρύθμιση περί προσθήκης ζωικής ζελατίνης στα ζαχαρόπηκτα, μετά την άσκηση της προσφυγής. Δεδομένου ότι το αντικείμενο της διαφοράς καθορίζεται οριστικά με την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, εξακολουθεί, καταρχήν, να υφίσταται έννομο συμφέρον, εφόσον η επίδικη παράλειψη ήρθη μετά την εκπνοή της προθεσμίας που καθορίστηκε βάσει του άρθρου 169, παράγραφος 2 (βλέπε υπόθεση 39/72, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας ( 3 )). Έννομο συμφέρον για την αναγνώριση παραβιάσεως της Συνθήκης εξακολουθεί να υφίσταται όταν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η αμφισβητούμενη κανονιστική ρύθμιση τροποποιήθηκε μετά την άσκηση της προσφυγής και μόνο μερικώς.
2. Επί της ουσίας
α)
Κατά την άποψη της Επιτροπής, η επίδικη κανονιστική ρύθμιση συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών, κατά την έννοια του άρθρου 30, καθόσον μπορεί να παρεμποδίσει την εισαγωγή αντίστοιχων προϊόντων, τα οποία περιέχουν μεγαλύτερο ποσοστό ζωικής ζελατίνης και έχουν νομίμως παρασκευαστεί και κυκλοφορήσει στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος.
Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να οδηγήσει σε περιορισμούς της εισαγωγής ζαχαρόπηκτων με ζωική ζελατίνη, αμφισβητεί όμως ότι περιορίζει πράγματι την εισαγωγή ή την εμπορία διατηρημένων κρεάτων ή παγωτών. Κατά την άποψη της μπορεί να αναγνωριστεί παραβίαση της Συνθήκης, στο πλαίσιο προσφυγής του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, μόνο όταν υπάρχει συγκεκριμένη παρεμπόδιση του ενδοκοινοτικού εμπορίου.
Ωστόσο, η άποψη αυτή της ιταλικής κυβερνήσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αν ληφθεί υπόψη η νομολογία του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το βασικό κανόνα που διατυπώθηκε για πρώτη φορά στην υπόθεση Dassonville ( 4 ), και παγίως επαναλαμβανόμενο από τότε, ως μέσο ισοδυνάμου αποτελέσματος πρέπει να θεωρείται κάθε εθνικό μέτρο που «μπορεί να παρεμποδίσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά». Αυτός ο ιδιαίτερα ευρύς ορισμός περιλαμβάνει όλα τα μέτρα που μπορούν αντικειμενικά να επηρεάσουν, κατά τρόπο αρνητικό, τις εισαγωγές. Δεν έχει σχετικά σημασία αν το ενδοκοινοτικό εμπόριο επηρεάστηκε πράγματι ή αν η περιοριστική επιρροή των μέτρων στο εμπόριο μπορεί να αποδειχτεί αριθμητικώς. Όπως διευκρινίστηκε στην υπόθεση «Cassis de Dijon» ( 5 ), συντρέχει περίπτωση μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος όταν ένα εμπόρευμα που μπορεί να κυκλοφορήσει σε ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να κυκλοφορήσει σε άλλο κράτος μέλος λόγω διατάξεων εσωτερικού δικαίου του τελευταίου αυτού κράτους. Το ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση μπορεί να παρεμποδίσει το εμπόριο προϊόντων που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη και περιέχουν υψηλό ποσοστό ζωικής ζελατίνης δεν χρειάζεται περαιτέρω απόδειξη.
Εξάλλου, η προσφεύγουσα κατέστησε σαφές το σημείο αυτό, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της ιταλικής κυβερνήσεως, ήδη κατά το στάδιο της προδικασίας. Τέλος, όπως σαφώς συνάγεται από τον πίνακα που κατατέθηκε κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και στις Κάτω Χώρες δεν υφίσταται, όσον αφορά πχ. την προσθήκη ζωικής ζελατίνης σε διατηρημένα κρέατα, καμία νομοθετική ρύθμιση.
Στη Γαλλία και το Βέλγιο για ορισμένα προϊόντα δεν υφίσταται επίσης κανένας περιορισμός, ενώ για ορισμένα άλλα το επιτρεπόμενο ποσοστό περιεκτικότητας ζωικής ζελατίνης είναι κατά πολύ υψηλότερο από το ανώτατο ποσοστό του 0,4 ο/ο που επιτρέπεται στην Ιταλία.
Όσον αφορά την προσθήκη ζωικής ζελατίνης σε είδη ζαχαροπλαστικής, από τον πίνακα προκύπτει ότι και στα τέσσερα κράτη μέλη όπου ερεύνησε η Επιτροπή δεν υφίσταται, αντίθετα προς την Ιταλία, κανένας περιορισμός. Όσον αφορά τα παγωτά, στη Γαλλία και το Βέλγιο υπάρχει ο ίδιος περιορισμός με την Ιταλία, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας το επιτρεπόμενο ποσοστό είναι ακόμη μικρο τερο, ενώ στις Κάτω Χώρες δεν προβλέπεται ανώτατο ποσοστό περιεκτικότητας ζωικής ζελατίνης. Από τον πίνακα αυτό προκύπτει ότι, τουλάχιστον παγωτά που περιέχουν περισσότερο από 1 % ζωική ζελατίνη και τα οποία νομίμως παρασκευάστηκαν και κυκλοφόρησαν στο εμπόριο στις Κάτω Χώρες, δεν μπορούν να κυκλοφορήσουν στην ιταλική αγορά, σύμφωνα με την ιταλική υπουργική απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1978.
β)
Ως απαγορευμένα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν πρέπει να θεωρηθούν, σύμφωνα με την απόφαση Cassis de Dijon ( 6 ), η οποία περιόρισε κατά κάποιο τρόπο τη γενική διατύπωση της απόφασης Dassonville ( 7 ), εκείνες μόνο οι ρυθμίσεις του εμπορίου που, πρώτον, ισχύουν χωρίς διαφορές και, δεύτερον, «... είναι απαραίτητες για την αντιμετώπιση επιτακτικών αναγκών, ιδίως των αναγκών ... της διαφάνειας του εμπορίου και της προστασίας των καταναλωτών».
Από την οδηγία του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1974, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τους γαλακτωματοποιητές, σταθεροποιητές, τα πυκνωτικά και πηκτικά μέσα που επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν στα τρόφιμα (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/011, σ. 10), η ιταλική κυβέρνηση συνάγει σχετικά ότι, μέχρι την εναρμόνιση των όρων προσθήκης πηκτικών ουσιών, σύμφωνα με το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να προβαίνουν στη ρύθμιση των όρων αυτών. Κατά την άποψη της ιταλικής κυβερνήσεως, ο κοινοτικός νομοθέτης ρητώς αναγνώρισε στην τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας την ανάγκη να λαμβάνονται υπόψη οι απαιτήσεις της προστασίας των καταναλωτών κατά τη θέσπιση ρυθμίσεων που αφορούν τις ουσίες που καλύπτει η εν λόγω οδηγία. Η προστασία της διαφάνειας του εμπορίου και των καταναλωτών κατά τη θέσπιση ρυθμίσεων σχετικών με τη χρησιμοποίηση ζωικής ζελατίνης είναι ιδιαίτερα επιβεβλημένη, καθόσον με τη βοήθεια της εν λόγω ουσίας είναι δυνατόν, ιδίως όταν πρόκειται για διατηρημένα κρέατα και παγωτά, να προστεθεί μεγάλη ποσότητα νερού.
Ωστόσο, τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά, για πολλούς λόγους. Βεβαίως, ορθώς υποστηρίζει η καθής ότι το επιτρεπόμενο ποσοστό ζωικής ζελατίνης στα τρόφιμα δεν έχει ρυθμιστεί από το κοινοτικό δίκαιο και ότι, καταρχήν, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι αρμόδια για τη ρύθμιση του σχετικού τομέα. Ωστόσο, παραμένει ανοικτό το ζήτημα αν, όπως ισχυρίζεται η ιταλική κυβέρνηση, η ζωική ζελατίνη μπορεί να θεωρηθεί ως πυκνωτικό ή πηκτικό μέσο κατά την έννοια του άρθρου 1 της εν λόγω οδηγίας και αν, κατά συνέπεια, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής. Σημασία έχει μόνο το γεγονός ότι η ζωική ζελατίνη δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των ουσιών που αναφέρονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας, οι οποίες και μόνο επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν, σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας, για την επεξεργασία των τροφίμων με γαλακτωματοποιητές, σταθεροποιητές, πυκνωτικά και πηκτικά μέσα. Ο εν λόγω κανονισμός περιέχει στα άρθρα 5 έως 8 σειρά διατάξεων — που αφορούν μόνο τα προϊόντα που αναφέρονται — σχετικών με την προστασία της δημόσιας υγείας και την προστασία του καταναλωτή από νοθείες. Αν η ζωική ζελατίνη θεωρηθεί ως πυκνωτικό ή πηκτικό μέσο, κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας, αυτό θα έχει ως συνέπεια ότι αποκλείεται η χρησιμοποίηση της ως πρόσθετης ουσίας στα τρόφιμα. Πράγματι, η ζωική ζελατίνη δεν αναφέρεται στο παράρτημα Ι. Το άρθρο 9 της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι το άρθρο 2 δεν εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στις βρώσιμες ζελατίνες. Από αυτό συνάγεται ότι, εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω οδηγία δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιτρέπουν, εκτός από τα προϊόντα που αναφέρονται στο παράρτημα Ι, και τη χρησιμοποίηση της ζωικής ζελατίνης ως πρόσθετης ουσίας στα τρόφιμα. Εφόσον, λοιπόν, δεν υπάρχει καμία σχετική κοινοτική ρύθμιση, τα κράτη μέλη παραμένουν, καταρχήν, αρμόδια, όπως μεταξύ άλλων αποφάνθηκε το Δικαστήριο στην υπόθεση Gilli ( 8 ), να θεσπίζουν διατάξεις ρυθμίζουσες την παραγωγή, την εμπορία και την κατανάλωση, εντός του εδάφους τους, υπό την προϋπόθεση ότι οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Το ίδιο συμπέρασμα συνάγεται εξάλλου αν, όπως υποστηρίζει η ιταλική κυβέρνηση, η ζελατίνη θεωρηθεί ως πυκνωτικό ή ιηκτικό μέσο, κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας. Το άρθρο 4 της οδηγίας, το οποίο προβλέπει μεταξύ άλλων ότι το Συμβούλιο πρέπει να προβεί το συντομότερο δυνατό στην εναρμόνιση των όρων χρησιμοποιήσεως των εν λόγω ουσιών, ως διάταξη του παραγώγου κοινοτικού δικαίου, δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση, να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι μέχρι να πραγματοποιηθεί η εναρμόνιση αυτή τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να θεσπίζουν ρυθμίσεις που είναι ασυμβίβαστες με τις διατάξεις των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ένα μέτρο που παρακωλύει το εμπόριο μπορεί να μη θεωρηθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος μόνο όταν είναι απαραίτητο για να ανταποκριθεί σε επιτακτικές ανάγκες της προστασίας της διαύγειας των συναλλαγών και της προστασίας του καταναλωτή. Πρέπει, κατά συνέπεια, να σταθμίζονται κατά περίπτωση οι απαιτήσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στην κοινή αγορά και των λοιπών εννόμων συμφερόντων που πρέπει να προστατευτούν.
Η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σε ένα κράτος μέλος που έχει να επιλέξει μεταξύ περισσοτέρων του ενός μέτρων προκειμένου να επιτύχει τον ίδιο σκοπό «να επιλέξει εκείνο το μέτρο που παρακωλύει το λιγότερο δυνατό την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων» (υπόθεση Rau 261/81 ( 9 ). Το Δικαστήριο, άλλωστε, έχει επανειλημμένα αποφανθεί (υποθέσεις Cassis, Gilli, Fietje, Kelderman, Επιτροπή κατά Ιταλίας, 193/80 Robertson, Rau ( 10 )
Σχετικά με το θέμα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτή η αντίρρηση της ιταλικής κυβερνήσεως, σύμφωνα με την οποία οι ενδείξεις που αναγράφονται βάσει της οδηγίας του Συμβουλίου 79/112 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμιση τους της 18ης Δεκεμβρίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33), που αναφέρουν μόνο την ποσοστιαία περιεκτικότητα των διαφόρων συστατικών κατά σειρά ελλατούμενης περιεκτικότητας, δεν αρκεί για την προστασία του καταναλωτή στην προκειμένη περίπτωση. Οι γενικής ισχύος κοινοτικοί κανόνες, οι καλούμενοι «οριζόντιοι», που ισχύουν για όλα τα τρόφιμα, δεν αποκλείουν, καταρχήν, όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, ειδικούς κανόνες ισχύοντες για ορισμένα μόνο τρόφιμα.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας, το κοινοτικό δίκαιο μπορεί να προβλέπει σχετικά υποχρεωτικές συμπληρωματικές ενδείξεις. Αν δεν υπάρχουν τέτοιες κοινοτικές διατάξεις, τα κράτη μέλη μπορούν, σύμφωνα με το εδάφιο 2 της εν λόγω παραγράφου, να προβλέπουν τέτοιες ενδείξεις, εφόσον βέβαια τηρείται η διαδικασία του άρθρου 16 της εν λόγω οδηγίας.
Κατά συνέπεια, η διάταξη της εν λόγω υπουργικής αποφάσεως, της 20ής Οκτωβρίου 1978, που προβλέπει ανώτατο ποσοστό περιεκτικότητας ζωικής ζελατίνης πρέπει να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος, κατά την έννοια του άρθρου 30.
γ)
Απομένει να εξεταστεί αν, όπως ισχυρίζεται η ιταλική κυβέρνηση, το μέτρο αυτό δικαιολογείται, σύμφωνα με το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας.
Από την οδηγία 74/329, που επικαλέστηκε η ιταλική κυβέρνηση, δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο κοινοτικός νομοθέτης αναγνώρισε, καταρχήν, με την εν λόγω πράξη, τον επικίνδυνο χαρακτήρα της προσθήκης ζωικής ζελατίνης στα τρόφιμα. Όπως αποδείχτηκε, η εν λόγω οδηγία επιτρέπει την απεριόριστη χρησιμοποίηση βρώσιμης ζελατίνης.
Η ιταλική κυβέρνηση θεωρεί, επικαλούμενη ιδίως την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Sandoz ( 11 ), ότι δικαιολογείται περιορισμός της προσθήκης ζελατίνης στα τρόφιμα, καθόσον η ζελατίνη παρασκευάζεται από κατεργασμένα ζωικά δέρματα και περιέχει επικίνδυνες για την υγεία ουσίες όπως βρώμιο και χλώριο.
Ωστόσο, η απόφαση Sandoz δεν έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση. Στην υπόθεση εκείνη επρόκειτο για χρησιμοποίηση βιταμινών οι οποίες, γενικώς, δεν είναι επικίνδυνες καθαυτές, σε υπερβολική όμως συμπύκνωση μπορούν να προκαλέσουν επικίνδυνες για την υγεία συνέπειες. Λόγω της α6ε6αώνητας που προέκυπτε από τις κρίσεις των επιστημόνων ως προς το ποια είναι η επικίνδυνη ποσότητα και ποιες οι ακριβείς συνέπειες, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, ελλείψει εναρμονίσεως στον τομέα αυτό, παραμένει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών να αποφασίζουν σε ποιο βαθμό επιθυμούν να διασφαλίσουν τη δημόσια υγεία και τη ζωή των ανθρώπων, λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας.
Αντίθετα προς τις βιταμίνες, σύμφωνα με τα πορίσματα των ερευνών, η συγκέντρωση μεγάλων ποσοτήτων ζωικής ζελατίνης δεν είναι, καθαυτή, επικίνδυνη για την υγεία. Εν πάση περιπτώσει, ο εκπρόσωπος της καθής δεν έδωσε καμία απάντηση σε αντίστοιχη ερώτηση. Υπέρ του συμπεράσματος αυτού, το οποίο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Επιτροπής, επιβεβαιώνουν επίσης οι έρευνες της ΔΟΥ και του FAO, συνηγορεί, τέλος, και το γεγονός ότι δεν υφίστανται περιορισμοί στη χρησιμοποίηση ζελατίνης ούτε κοινοτικό δίκαιο ούτε στις έννομες τάξεις ορισμένων κρατών μελών. Αν, όπως υποστηρίζει η ιταλική κυβέρνηση, η κατανάλωση χημικώς μολυσμένων ζελατινών σε μεγάλες ποσότητες μπορεί να δημιουργήσει κίνδυνο για την υγεία, αυτό δεν οφείλεται στη ζελατίνη, ως πρόσθετης ουσίας, αλλά στα προαναφερθέντα χημικά κατάλοιπα, τα οποία δεν 9α έπρεπε να απαντώνται σε τρόφιμα ή άλλα προϊόντα διατροφής. Για την αντιμετώπιση του κινδύνου αυτού που επικαλείται η ιταλική κυβέρνηση, αρκεί να απαγορευτεί η χρησιμοποίηση χημικώς μολυσμένων ζελατινών. Ένα τέτοιο μέτρο 8α παρεμπόδιζε, εν πάση περιπτώσει, πολύ λιγότερο την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που εγγυάται η Συνθήκη από ό,τι η επίδικη ρύθμιση του ανωτάτου ορίου περιεκτικότητας.
3. Επί των δικαστικών εξόδων
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Η Επιτροπή, όμως, υπέβαλε το αίτημα μόλις κατά την προφορική διαδικασία.
Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 38, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, όλα τα αιτήματα του προσφεύγοντος πρέπει να περιέχονται, καταρχήν, στο δικόγραφο της προσφυγής. Δεδομένου ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχει κανένας προφανής λόγος, βάσει του οποίου θα μπορούσε να επιτραπεί η συμπλήρωση των αιτημάτων του δικογράφου της προσφυγής σε μεταγενέστερο στάδιο της δίκης, το αίτημα της προσφεύγουσας να καταδικαστεί η καθής στα δικαστικά έξοδα πρέπει να απορριφθεί ως εκπρόθεσμο και να αποφασιστεί ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Γ —
Κατά συνέπεια προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθόσον περιόρισε την εισαγωγή τροφίμων που περιέχουν ζωική ζελατίνη και τα οποία νομίμως παρήχθησαν και κυκλοφόρησαν στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος.
Εξάλλου, προτείνω να αποφανθεί ότι κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση οπό τα γερμανικά.
( 2 ) Απόφαση της 1.12.1965 στην υπόθεση 45/64 —Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας —, Sig. 1965, σ. 1125.
( 3 ) Απόφαση της 7.2.1973 στην υπόθεση 39/72 — Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιταλικής Δημοκρατίας—, Sig. 1973, σ. 101.
( 4 ) Απόφαση της 11.7.1974 στην υπόθεση 8/74 — Εισαγγελική αρχή κατά Benoît και Gustave Dassonville—, Sig. 1974, σ. 837.
( 5 ) Απόφαση της 20.2.1979 στην υπόθεση 120/78 — Rewe-Zentral-AG κατά Bundesmonopolverwaltung für Branntwein —, Sig. 1979, σ. 649.
( 6 ) Απόφαση της 20.2.1979 στην υπόθεση 120/78 — Rewe-Zentral-AG κατά Bundesmonopolverwaltung für Branntwein —, Sig. 1979, σ. 649.
( 7 ) Απόφαση της 11.7.1974 στην υπόθεση 8/74 — Εισαγγελική αρχή κατά Benoit και Gustave Dassonville —, Sig. 1974, σ. 837.
( 8 ) Απόφαση της 26.6.1980 στην υπόθεση 788/79 — Ποινική διαδικασία κατά Herben Gilli και Paul Andres—, Sig. 1980, σ. 2071.
( 9 ) Απόφαση της 10.11.1982 στην υπόθεση 261/81 — Walter Rau Lebensmittelwerke κατά De Smedt PvbA —, Συλλογή 1982, σ. 3961.
( 10 ) Απόφαση της 20.2.1979 στην υπόθεση 120/78 — Rewe-Zentral-AG κατά Bundesmonopolverwaltung für Branntwein —, Sig. 1979, σ. 649.
Απόφαση της 26.6.1980 στην υπόθεση 788/79 — Ποινική διαδικασία κατά Herbert Gilli και Paul Andres—, Sig. 1980, σ. 2071.
Απόφαση της 16.12.1980 στην υπόθεση 27/80 — Ποινική διαδικασία κατά Anton Adriaan Fietje —, Sig. 1980, σ. 3839
Απόφαση της 19.2.1981 στην υπόθεση 130/80 — Ποινική διαδικασία κατά Fabriek voor Hoogwaardige Voedingsprodukten Kelderman BV —, Συλλογή 1981, σ. 527
Απόφαση της 22.6.1982 στην υπόθεση 220/81 — Ποινική διαδικασία κατά Timothy Frederick Robertson και λοιπών —, Συλλογή 1982, σ. 2349
Απόφαση της 10.11.1982 στην υπόθεση 261/80 — Walter Rau Lebensmittelwerke κατά De Smedt PvbA —, Συλλογή 1982, σ. 3961.) ότι δεν δικαιολογείται απόλυτη απογόρευση της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων για λόγους προστασίας του καταναλωτή, όταν είναι δυνατό να ενημερωθούν επαρκώς οι καταναλωτές από τις επιγραφές των προϊόντων. Η κατάλληλη ενημέρωση των καταναλωτών, όπως ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή, επιτυγχάνεται επίσης, στην προκειμένη περίπτωση, από το γεγονός ότι προβλέπεται, για τα σχετικά προϊόντα, η αναγραφή του ποσοστού ζωικής ζελατίνης που περιέχουν. Για τα συσκευασμένα προϊόντα οι πληροφορίες αυτές μπορούν να αναγραφούν στη συσκευασία, ενώ για τα μη συσκευασμένα προϊόντα μπορεί να προβλεφθεί διαφορετική, αλλά επαρκώς σαφής, μέθοδος αναγραφής των προσθέτων ουσιών.
( 11 ) Απόφαση της 14.7.1983 στην υπόθεση 174/82 — Ποινική διαδικασία κατά Sandoz BV —, Συλλογή 1983, σ. 2445.
Full & Egal Universal Law Academy