ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
P. VERLOREN VAN THEMAAT
της 21ης Νοεμβρίου 1984 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Εισαγωγή
1.1. Αντικείμενο της προσφυγής
Η παρούσα διαδικασία επί της προσφυγής των επιχειρήσεων Allied Corporation, Demufert SA, Kaiser Aluminium Domestic and International Sales Corporation ( εφεξής « Transcontinental » ) αφορά οριστικούς δασμούς αντιντάμπινγκ επί των λιπασμάτων που αποτελούνται από διάλυμα ουρίας και νιτρικού αμμωνίου ( UNA ) που εισήγαγαν οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, οι οποίοι καθορίστηκαν με τον κανονισμό 101/83, της 17ης Ιανουαρίου 1983 (ΕΕ L 15 της 19.1.1983). Οι προσφεύγουσες ζητούν την ακύρωση του κανονισμού αυτού. Οι οριστικοί δασμοί αντιντάμπινγκ που ανέρχονται, αντιστοίχως, σε 19,05o/ο ( για την Allied Corporation ), σε 12,13o/ο ( για την Kaiser) και 12,01 ο/ο (για την Transcontinental) αντιπροσωπεύουν περίπου το τριπλάσιο ή το διπλάσιο των προσωρινών δασμών αντιντάμπινγκ, δηλαδή ποσό σαφώς υψηλότερο από ό,τι των δασμών που η Επιτροπή θέσπισε με τους κανονισμούς 1976/82 και 2302/82 ( ΕΕ L 214 της 22.7.1982 και ΕΕ L 246 της 21.8.1982) που ανέρχονταν σε 6,5 ο/ο και σε 5 ο/ο ( για την Kaiser ), και που έδωσαν αφορμή για την απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Φεβρουαρίου 1984 (υποθέσεις 239 και 275/82, Allied Corporation και άλλοι κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 1005 ).
1.2. Το ζήτημα του παραδεκτού
Ο σύνδικος της πτώχευσης της ανώνυμης εταιρίας Demufert παραιτήθηκε από την προσφυγή που είχε ασκήσει η εν λόγω εισαγωγέας των προϊόντων της Allied Corporation, κατόπιν της κηρύξεως από το Δικαστήριο ως απαραδέκτου της προσφυγής που είχε ασκήσει στις υποθέσεις 239 και 275/82. Όσον αφορά τις προσφυγές των άλλων διαδίκων, το Συμβούλιο δεν πρόβαλε ένσταση απαραδέκτου. Για τους λόγους που αναπτύχθηκαν στην απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Φεβρουαρίου 1984, καθώς και στις προτάσεις μου πριν από την έκδοση αυτής της απόφασης, η παρούσα προσφυγή πρέπει ασφαλώς να θεωρηθεί ως παραδεκτή.
1.3. Ιστορικό της υπόθεσης και εξέλιξη νης διαδικασίας
Όσον αφορά τα ουσιώδη περιστατικά του ιστορικού της υπόθεσης και την εξέλιξη της διαδικασίας παραπέμπω αντιστοίχως στις δώδεκα πρώτες αιτιολογικές σκέψεις του προσβαλλόμενου κανονισμού, καθώς και στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή παρενέβη υπέρ του Συμβουλίου. Ο προβαλλόμενος κανονισμός στηρίζεται πράγματι, ως προς τα κύρια σημεία του, στα αποτελέσματα της επανεξέτασης που άρχισε η Επιτροπή στις 16 Ιουλίου 1982 ( πριν λάβει προσωρινά μέτρα στις 19 Ιουλίου και 18 Αυγούστου 1982 κατόπιν καταγγελίας από τις προσφεύγουσες Allied Corporation, Transcontinental και Kaiser των προηγούμενων υποχρεώσεων τους ως προς τις τιμές ).
Όπως καταφαίνεται από τη γνωστοποίηση που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Q 179 της 16ης Ιουλίου 982, σ. 4, προσαρτημένη ως παράρτημα 4 της προσφυγής, η Επιτροπή προέβη σ' αυτή την επανεξέταση βάσει αιτήσεων — που αρχικά απορρίφθηκαν — που υπέβαλαν δύο από τις προσφεύγουσες, αφενός, μια επιτροπή που αντιπροσώπευε το σύνολο σχεδόν των ευρωπαίων παραγωγών των εν λόγω προϊόντων, αφετέρου. Η διαπίστωση αυτή έχει ορισμένη σημασία, επειδή οι προσφεύγουσες δημιούργησαν την εντύπωση ότι η Επιτροπή είχε αποφασίσει να προβεί σε επανεξέταση απλώς και μόνο κατόπιν της αιτήσεως των ευρωπαίων παραγωγών. Η έκταση της επανεξέτασης καταφαίνεται, μεταξύ άλλων, από την ενδέκατη και δωδέκατη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλόμενου κανονισμού, καθώς και από το ότι κατά τη δέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού η προθεσμία ισχύος των προσωρινών δασμών αντιντάμ-πινγκ παρατάθηκε κατά δύο μήνες στις 18 Νοεμβρίου 1982.
1.4. Διαφορές σε σχέση με την πρώτη ôiaôi-κασία
Αποφασιστικής σημασίας παράγων για την απόρριψη της προσφυγής που είχαν ασκήσει οι προσφεύγουσες κατά του καθορισμού των προσωρινών δασμών αντιντάμπινγκ ήταν η ταχύτητα που προφανώς επιβάλλεται για τη λήψη τέτοιου προσωρινού μέτρου κατόπιν της καταγγελίας υποχρεώσεων ως προς τις τιμές. Σχετικώς, παραπέμπω στις σκέψεις 18 έως 24 της απόφασης του Δικαστηρίου της 21ης Φεβρουαρίου 1984. Η λήψη τέτοιων προσωρινών μέτρων διέπεται επίσης από άλλες διατάξεις του βασικού κανονισμού 3017/79 ( Ε Ε ειδ. έκδ. 11017, σ. 67 ) που είναι λιγότερο αυστηρές από τις διατάξεις που εφαρμόζονται κατά τον καθορισμό των οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ. Εν προκειμένω, στην πρώτη περίπτωση, σημασία έχει ιδίως το άρθρο 10, παράγραφος 6, του βασικού κανονισμού.
Τα νέα περιστατικά που επικαλέστηκαν οι προσφεύγουσες στην πρώτη διαδικασία αφορούσαν αποκλειστικά την απαίτηση υπάρξεως ζημίας που να συνδέεται: 1 ) με τα μέτρα που είχαν θεσπίσει οι γαλλικές αρχές στον τομέα της πολιτικής των τιμών και του ανταγωνισμού, 2 ) με τη συνεχή άνοδο του δολαρίου και 3 ) με τη φερόμενη μείωση των εισαγωγών των εν λόγω προϊόντων. Εν προκειμένω, οι προσφεύγουσες δεν επέμειναν τελικά στα επιχειρήματα τους ιδίως ως προς το πρώτο σημείο. Βάσει της σκέψεως 29 της προαναφερθείσας απόφασης του Δικαστηρίου δεν χρειάζεται επίσης να ερευνηθεί η επίπτωση από τη συνεχή αύξηση της τιμής του δολαρίου. Και οι προσφεύγουσες επίσης εκθέτουν τώρα με διαφορετικό τρόπο τις αιτιάσεις που είχαν διατυπώσει σχετικά με την απαίτηση υπάρξεως ζημίας. Αυτά που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο ως προς το τρίτο σημείο που αναφέρεται πιο πάνω δεν έχουν πλέον μεγάλη σημασία εν προκειμένω, επειδή η περίοδος αναφοράς για τον καθορισμό των εισαγωγών εκτείνεται ήδη στους οκτώ πρώτους μήνες του 1982 και όχι πλέον αποκλειστικά στο πρώτο τρίμηνο του ίδιου έτους ( όπως συνέβαινε στην πρώτη υπόθεση ).
Η σύνοψη των λόγων που προβάλλουν οι προσφεύγουσες εν προκειμένω, την οποία θα κάνω τώρα, θα καταδείξει ότι οι λόγοι αυτοί αφορούν ουσιαστικώς τις απαιτήσεις που θέτονται με το βασικό κανονισμό για τον καθορισμό των οριστικών δασμών αντιντά-μπινγκ. Οι απαιτήσεις αυτές είναι πιο αυστηρές από τις απαιτήσεις που το Δικαστήριο συνήγαγε από το άρθρο 10, παράγραφος 6, του βασικού κανονισμού με την απόφαση του της 21ης Φεβρουαρίου 1984. Η απόφαση του Δικαστηρίου στην προκειμένη υπόθεση θα πρέπει, κατά πρώτο λόγο, ενόψει των προβλη-θέντων λόγων, να ρίξει νέο φως στην έννοια του ντάμπινγκ και στις απαιτήσεις που θέτουν για την εφαρμογή αυτής της έννοιας τα άρθρα 2 και 7, παράγραφος 7, στοιχείο β), του βασικού κανονισμού. Κατά δεύτερο λόγο, η απαίτηση υπάρξεως ζημίας (άρθρο 2, παράγραφος 1, και άρθρο 4 του βασικού κανονισμού) αποτελεί εν προκειμένω αποφασιστικό στοιχείο. Κατά τρίτο λόγο, φαίνεται ότι και η απαίτηση που θέτει το άρθρο 12, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, δηλαδή ότι « τα συμφέροντα της Κοινότητος επιβάλλουν μια κοινοτική ενέργεια » έχει ορισμένη σημασία. Εκτός από αυτές τις τρεις κύριες προϋποθέσεις ουσιαστικού δικαίου, από τις οποίες εξαρτάται ο καθορισμός οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ, σημασία εντούτοις έχουν εν προκειμένω στοιχεία περισσότερο διαδικαστικού χαρακτήρα.
2. Οι προβληθέντες λόγοι
Οι έξι λόγοι που προβάλλουν οι προσφεύγουσες και που εκτίθενται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση εν μέρει συμπίπτουν. Θα εξετάσω τους λόγους αυτούς κατά την ακόλουθη σειρά:
Στο πρώτο υποτμήμα της εξέτασης των προ-βληθέντων λόγων ( σημείο 4.1 των προτάσεων μου) η προσοχή μου θα συγκεντρωθεί στις αιτιάσεις που διατυπώνονται στο πλαίσιο του πέμπτου και έκτου λόγου, σχετικά με τον τρόπο καθορισμού της « κανονικής αξίας » των εν λόγω προϊόντων [ άρθρο 2, παράγραφοι 3 έως και 7, και άρθρο 7, παράγραφος 7, στοιχείο β ) του βασικού κανονισμού ]. Σ' αυτό το υποτμήμα των προτάσεών μου θα εξετάσω επίσης την αιτίαση που περιέχεται στον τέταρτο λόγο, δηλαδή τη ανεπαρκή αιτιολογία του κανονισμού επί αυτού του σημείου. Το ίδιο θα κάνω ως προς τη μορφή που απευθύνεται κατά της Επιτροπής στο πλαίσιο του τρίτου λόγου, δηλαδή ότι δεν προέβη σε επανεξέταση « ab initio ».
Το σημείο 4.2 των προτάσεων μου αφορά τις αιτιάσεις που διατυπώνουν οι προσφεύγουσες στο πλαίσιο του πέμπτου και έκτου λόγου σχετικά με την απαίτηση υπάρξεως ζημίας ( άρθρο 4 του βασικού κανονισμού ).
Το σημείο 4.3 αφορά τις αιτιάσεις που διατυπώνονται στο πλαίσιο του έκτου λόγου, σχετικά με την απαίτηση κοινοτικού συμφέροντος (άρθρο 12, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού). Πάντως, εδώ, θα αναφερθώ επίσης στην αιτίαση που διατυπώνεται στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου (σημείο 50 της προσφυγής), στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου ( σημεία 59, 79 και 86 της προσφυγής ) και του έκτου λόγου ( σημεία 104 και 107 ), δηλαδή ότι οι δασμοί που θεσπίστηκαν περιέχουν κύρωση για την καταγγελία των συμβατικών υποχρεώσεων ως προς τις τιμές.
Στο σημείο 4.4 θα εξετάσω τις αιτιάσεις που διατυπώνονται στο πλαίσιο του πρώτου λόγου, δηλαδή ότι οι προσφεύγουσες είχαν ανεπαρκώς ενημερωθεί εκ των προτέρων [άρθρο7, παράγραφος 4, στοιχείο β ) του βασικού κανονισμού )].
Τέλος, στο σημείο 4.5 θα εξετάσω το δεύτερο λόγο, τον οποίο προβάλλουν οι προσφεύγουσες και με τον οποίο προσάπτουν στο Συμβούλιο ότι εξαιτίας του υπέστησαν αυθαίρετη διάκριση σε σχέση με τους άλλους αμερικανούς εξαγωγείς.
3. Οι αρχές του βασικού κανονισμού
3.1.
Για την καλή κατανόηση της ανάλυσης των λόγων που προέβαλαν οι προσφεύγουσες και που ανέφερα με συντομία, θεωρώ ότι είναι καταρχάς χρήσιμο να κάνω ορισμένες γενικές παρατηρήσεις επί των αρχών του βασικού κανονισμού, θεωρούμενες σε συνδυασμό μεταξύ τους. Η ουσιώδης αρχή του βασικού κανονισμού περιέχεται στο άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, κατά τη διατύπωση του οποίου η επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ εξαρτάται από δύο προϋποθέσεις. Κατά πρώτον, το προϊόν, για το οποίο πρόκειται, πρέπει να αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ. Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου διευκρινίζει την προϋπόθεση αυτή υπό την έννοια ότι ένα προϊόν θεωρείται ότι αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ, εφόσον η τιμή του εξαγωγής προς την Κοινότητα είναι κατώτερη της κανονικής αξίας ομοειδούς προϊόντος. Κατά δεύτερον, η εφαρμογή δασμού αντιντάμπινγκ εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι η εισαγωγή του συγκεκριμένου προϊόντος, προκειμένου να διατεθεί στην κατανάλωση μέσα στην Κοινότητα, προξενεί ζημία.
3.2.
Παρόλο που το άρθρο 91 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν απαιτεί ρητά ύπαρξη ζημίας σε περίπτωση ντάμπινγκ στο εσωτερικό της Κοινότητας, η ύπαρξη εντούτοις ζημίας απαιτείτο κατά την εφαρμογή αυτής της διάταξης στην πράξη. Κατά γενικό κανόνα, όσον αφορά τις δύο απαιτούμενες προϋποθέσεις, θεωρούνταν αρκετή, κατά την πρακτική εφαρμογή αυτών των διατάξεων ( για την οποία ήμουν υπεύθυνος κατά την μεταβατική περίοδο ως γενικός διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμός), η αναφορά σε δύο εμπειρικές μεθόδους. Το εν λόγω προϊόν θεωρούνταν ότι αποτελούσε αντικείμενο ντάμπινγκ, εφόσον η τιμή του εξαγωγής ήταν κατώτερη από την τιμή που εφαρμόζεται κανονικά για το προϊόν αυτό στη χώρα εξαγωγής [ πρβλ. την ανάλογη βάση, του άρθρου 2, παράγραφος 2 και παράγραφος 3, στοιχείο α) του βασικού κανονισμού]. Καταρχήν, θεωρούνταν ότι είχε προκληθεί ζημία μέσα στη χώρα εισαγωγής, όταν η τιμή εξαγωγής ήταν ταυτόχρονα προφανώς κατώτερη από την τιμή που εφαρμοζόταν κανονικά στην αγορά της χώρας εισαγωγής- η εισαγωγή έπρεπε συγχρόνως να αναφέρεται σε επαρκή ποσότητα των συγκεκριμένων προϊόντων για να προκληθεί έτσι αισθητή βλάβη στο συγκεκριμένο τομέα στη χώρα εισαγωγής. Από τη δεύτερη επίσης από αυτές τις δύο εμπειρικές μεθόδους καταφαίνεται μία παραλληλία με τις διατάξεις του βασικού κανονισμού, εν προκειμένω με το άρθρο 4, παράγραφος 2, υπό την επιφύλαξη πάντως ότι τότε κατά την εξέταση των αιτήσεων βάσει του άρθρου 91 της Συνθήκης ΕΟΚ, η σημασία των εισαγομένων ποσοτήτων συνιστούσε αυτή καθαυτή μάλλον δευτερεύον στοιχείο ( προκειμένου να καθοριστεί η έκταση της προκληθείσας ζημίας ).
3.3.
Η σημασία της διπλής σύγκρισης τιμών, η οποία γινόταν σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 91 της Συνθήκης ΕΟΚ, καταφαίνεται επίσης από το γεγονός ότι η κύρωση που προβλέπει το άρθρο 91, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και η διαχρονική μόνο εφαρμογή αυτού του άρθρου ( μόνο κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου) δεν εξηγούνται παρά μόνο από αυτή την ίδια. Εκτός από την περίπτωση υπάρξεως διακρίσεων ως προς τις τιμές που υφίσταται στο πλαίσιο μιας συμφωνίας ή προκαλείται από μία επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση, το εφαρμοζόμενο ντάμπινγκ με περιθώριο ντάμπινγκ που υπερβαίνει το κόστος μεταφοράς προϊόντων μαζικής παραγωγής (με εξαίρεση την περίπτωση ενισχύσεων στην εξαγωγή ), μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι δυνατό μόνο αν υφίστανται δασμοί ή ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών ή μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος. Ελλείψει τέτοιων εμποδίων στις εισαγωγές, που θέτονται από τις δημόσιες αρχές, το ενδεχόμενο επανεισαγωγής στη χώρα εξαγωγής φαίνεται πράγματι να αποτελεί επαρκή εγγύηση κατά των διαφόρων μεθόδων ντάμπινγκ. Η προσαρμογή των τιμών στις τιμές της αγοράς στη χώρα εισαγωγής θεωρήθηκε, εξάλλου, πάντοτε, στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, ως εμπορική πρακτική απολύτως κανονική, η οποία, καθαυτή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προκαλεί ζημία που μπορεί να επιφέρει την εφαρμογή του άρθρου 91 της Συνθήκης ΕΟΚ. Σχετικώς, δεν πρέπει επίσης να αγνοηθεί ότι το άρθρο 91 αποτελεί τμήμα του κεφαλαίου που επιγράφεται « κανόνες ανταγωνισμού ». Το ντάμπινγκ συνιστά επίσης μορφή διακρίσεως από απόψεως τιμών που παρεμποδίζει την καλή λειτουργία του μηχανισμού του ανταγωνισμού και που πρέπει να καταπολεμηθεί.
3.4.
Εν προκειμένω, είναι επίσης σημαντικό, κατ' εμέ, να αναφερθεί το ιστορικό πλαίσιο — που σχετίζεται με την οικονομία της αγοράς — της ενδοκοινοτικής πολιτικής αντιντάμπινγκ των ετών 1958 έως 1968. Στο σύγγραμμα που αναφέρθηκε συχνά κατά τη διαδικασία και που αφορά το εξωτερικό κοινοτικό δίκαιο αντιντάμπινγκ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ( 1 ) ( στη σελίδα 41 ), ο J. F. Beseler θεωρεί πράγματι επίσης το ντάμπινγκ ως ιδιαίτερη μορφή διακρίσεων ως προς τις τιμές ( που νοθεύει τον ανταγωνισμό), το οποίο κατά γενικό κανόνα δεν μπορεί να εφαρμοστεί παρά μόνο όταν υφίστανται διεθνή εμπόδια στις εμπορικές ανταλλαγές. Σχετικώς, η GATT εκκινεί πράγματι, σε θέματα οικονομίας της αγοράς, από βασικά στοιχεία παρόμοια με αυτά της Συνθήκης ΕΟΚ, παρόλο που στο πλαίσιο της GATT τα στοιχεία αυτά αφορούν απλώς μείωση και όχι, όπως στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, πλήρη εξάλειψη των δασμών και άλλων εμποδίων στις διεθνείς εμπορικές ανταλλαγές. Ακριβώς γι' αυτό το λόγο οι συνήθεις εμπορικές μέθοδοι, που είναι σύμφωνες με την αρχή που προβλέπει ότι ο ανταγωνισμός δεν πρέπει να νοθεύεται, δεν πρέπει να θίγονται κατά την εφαρμογή του βασικού κανονισμού που στηρίζεται στην GATT και στον κώδικα της GATT, όπως επιβεβαιώνεται, μεταξύ άλλων, από το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α ), του εν λόγω βασικού κανονισμού.
3.5.
Εν προκειμένω, το τελευταίο συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξα, φαίνεται καταρχάς να έχει ορισμένη σημασία για την ενδεχόμενη εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού. Γι' αυτό και μόνο το λόγο θα πρέπει, κατά την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, να τηρηθεί ορισμένη επιφυλακτικότητα, επειδή αυτή καθαυτή δεν βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 2, παράγραφος 4, του κώδικα της GATT ( 2 ). Η τελευταία αυτή διάταξη δεν επιτρέπει την εφαρμογή των κριτηρίων που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού από το γεγονός και μόνο ότι υπάρχει τεκμήριο πωλήσεων με ζημία, την επιτρέπει όμως υπό τις περιστάσεις του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β), του βασικού κανονισμού. Ορισμένη επιφυλακτικότητα είναι, επομένως, ευκταία κατά την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης και επειδή, σε διαφορετική περίπτωση, σε περίοδο γενικής υφέσεως (κατά τη διάρκεια της οποίας σημαντικό μέρος των επιχειρήσεων αναγκάζονται να πωλήσουν με ζημία κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4 ), θα εξαφανιζόταν κάθε σχεδόν δυνατότητα καθορισμού δασμών αντιντάμπινγκ. Η πρακτική εφαρμογή αυτής της δυνατότητας, σχεδόν απεριόριστης, εφαρμογής του βασικού κανονισμού συνεπάγεται, ακριβώς, μεταξύ άλλων, συνεπεία της αρχής της αμοιβαιότητας που περιέχεται στην GATT, σημαντικό κίνδυνο αντιμέτρων κατά της Κοινότητας. Τέλος, δεν πρέπει να λησμονείται ότι σε περίοδο υφέσεως, η πώληση προϊόντων σε τιμή που, εκτός από τα διάφορα έξοδα μεταφοράς, δεν καλύπτει παρά ένα μέρος του σταθερού κόστους παραγωγής και δεν περιλαμβάνει έτσι περιθώριο κέρδους, μπορεί κάλλιστα να δικαιολογείται από άποψη διαχειρίσεως των επιχειρήσεων ( καθώς επίσης και από κοινωνικοοικονομική άποψη ) προκειμένου να συγκρατηθούν οι ζημίες στο χαμηλότερο επίπεδο και να εξασφαλιστεί η συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης. Σε περιστάσεις κρίσεως, η πρακτική αυτή, μπορεί, συνεπώς, να θεωρείται επίσης στις περισσότερες των περιπτώσεων ως εμπορική πρακτική απολύτως εύλογη και κανονική. Εξάλλου, αντίθετα προς το άρθρο 2, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κώδικα της GATT δεν επιτρέπει βεβαίως, εξάλλου την εφαρμογή περιθωρίου κέρδους στο πλαίσιο μιας τέτοιας γενικευμένης κατάστασης ζημιών. Επομένως, είναι επίσης χαρακτηριστικό το ότι, σύμφωνα με το γράμμα του και τη συστηματική του θέση, όπως τις ανέφερα, το άρθρο 91 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν θεωρεί προφανώς άνευ ετέρου παρόμοιες μεθόδους ως πρακτική ντάμπινγκ. Κατά τη Συνθήκη ΕΟΚ, ακόμη και σε περίοδο υφέσεως, μπορεί να γίνει λόγος για πρακτική ντάμπινγκ μόνο όταν οι εξαγωγές γίνονται με τιμές χαμηλότερες από αυτές που εφαρμόζονται κατά την πώληση στην εγχώρια αγορά.
Κατά δεύτερο λόγο, σημασία έχει, κατ'εμέ, το ιστορικό πλαίσιο από άποψη οικονομίας της αγοράς του κανονισμού αντιντάμπινγκ, προκειμένου να εκτιμηθεί το επιχείρημα που αντλείται από την προσαρμογή των τιμών, η οποία εν προκειμένω επηρέασε σε αρκετά μεγάλο βαθμό τις συζητήσεις σχετικά με την απαίτηση υπάρξεως ζημίας. Πράγματι, η προσαρμογή των τιμών στις τιμές που εφαρμόζονται στην αγορά της χώρας εισαγωγής περιλαμβάνεται στις συνήθεις εμπορικές μεθόδους, στο επίπεδο του διεθνούς εμπορίου. Αν καταργούνταν η δυνατότητα αυτή προσαρμογής των τιμών, οι εξαγωγές από χώρες που έχουν επίπεδο τιμών σχετικά υψηλό θα καθίσταντο πρακτικά αδύνατες και το διεθνές εμπόριο των εν λόγω εξαγωγικών χωρών δεν θα βρισκόταν πλέον σε αντιστοιχία με την προσπάθεια επιτεύξεως ισορροπίας του ισοζυγίου εξωτερικού εμπορίου. Είναι βέβαιο ότι, σε συνδυασμό με μία υπερβολικά ανενδοίαστη εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, η κατάργηση της δυνατότητας προσαρμογής των τιμών στις τιμές αγοράς που ισχύουν στην χώρα εισαγωγής (και αυτό, σε περίπτωση υπάρξεως γενικής καταστάσεως ζημιών, και πάλι χωρίς περιθώριο κερδών και μάλιστα, ενδεχομένως, χωρίς πλήρη κάλυψη του γενικού κόστους) θα μπορούσε να βρίσκεται σε αντίφαση με τις προσπάθειες ελευθερώσεως του διεθνούς εμπορίου, ελευθερώσεως που είναι ένα από τα θεμέλια της GATT και — όπως καταδεικνύεται από την έκτη παράγραφο του προοιμίου της Συνθήκης ΕΟΚ — θεμέλιο επίσης της κοινής γεωργικής πολιτικής της Κοινότητας.
3.6.
Τέλος, για να εκτιμηθεί το βάρος που αποδίδει ο προσβαλλόμενος κανονισμός στο ότι υπήρξε άρνηση υποβολής σε έλεγχο στη χώρα εξαγωγής, ιδίως από την Allied Corporation, πρέπει ακόμα να κάνω μία τελευταία προκαταρκτική παρατήρηση. Από την αρχή της εθνικής κυριαρχίας απορρέει ότι η Κοινότητα δεν μπορεί, χωρίς έγκριση των αρχών της χώρας εξαγωγής και, επιπλέον, χωρίς τη συνεργασία των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, να προβεί σε τέτοιους επιτόπιους ελέγχους. Προκειμένου να εκτιμηθεί η υπό κρίση περίπτωση, η άρνηση που αντέταξαν οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να συνεργαστούν, όπως τους ζητήθηκε, έχει σημασία σε δύο επίπεδα. Πρώτον, πρέπει να ερευνηθεί ποια σχέση υπάρχει μεταξύ των λέξεων « διαθέσιμα στοιχεία » που αναφέρονται στο άρθρο 7, παράγραφος 7, στοιχείο β ), και των αρχών που διέπουν την εφαρμογή της έννοιας « κανονική αξία » σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφοι 3 και 4. Δεύτερον, λαμβάνοντας υπόψη την εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη, την απαίτηση υπάρξεως ζημίας, την απαίτηση συμφέροντος της Κοινότητας και την αιτιολογία του ύψους των θεσπισθέντων δασμών αντι-ντάμπινγκ, πρέπει να τεθεί το ερώτημα κατά πόσο η άρνηση συνεργασίας, όπως εν προκειμένω, μπορεί να έχει επίπτωση στο ύψος των θεσπιζόμενων δασμών. Στο δικόγραφο της προσφυγής, το δεύτερο αυτό ζήτημα θίγεται στο σημείο 50 σχετικά με τον τρίτο λόγο και στα σημεία 59, 79, 86, 104 και 107, στα οποία αναπτύσσεται ο πέμπτος και ο έκτος λόγος.
4. Εκτίμηση των προβληθέντων λόγων
4.1. Ο καθορισμός rt/ς κανονικής αξίας
Οι προσφεύγουσες προσάπτουν ιδίως στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός προβλέπει, σύμφωνα με τις προτάσεις της Επιτροπής, τον υπολογισμό της κανονικής αξίας σύμφωνα με έναν τύπο αυτόματης ποσοστιαίας προσαρμογής των τιμών που περιείχετο στις καταγγελθείσες συμβατικές υποχρεώσεις περί τιμών και εφαρμοζόταν στη βασική τιμή που είχε συμφωνηθεί (δέκατη τέταρτη και δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού ). Όσον αφορά την Kaiser και την Transcontinental, η παράβαση της απαγόρευσης εμμέσων εξαγωγών μέσω της Transcontinental, η οποία διαπιστώθηκε — απαγόρευση που περιείχετο για την υπό κρίση περίοδο στη συμβατική υποχρέωση περί τιμών της Kaiser — επέφερε προσαρμογή της αμοιβαίας σχέσης των τιμών μεταξύ των δύο επιχειρήσεων ( δέκατη έκτη έως δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη ). Προκειμένου να ληφθεί υπόψη περιθώριο κέρδους 5o/ο για την Transcontinental, το περιθώριο ντάμπινγκ της Kaiser καθορίστηκε σε υψηλότερο επίπεδο απ' ό,τι για την Transcontinental. Συγχρόνως, επειδή η διαφορά τιμών ήταν μεγαλύτερη στις καταγγελθείσες συμβατικές υποχρεώσεις ως προς τις τιμές αυτών των δύο επιχειρήσεων, έγινε περαιτέρω προσαρμογή προς την κανονική αξία, επειδή κατά την εξέταση καταφάνηκε ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς — αντίθετα με αυτό που είχε συμβεί προηγουμένως — η Transcontinental είχε εξαγάγει αποκλειστικά προϊόντα της Kaiser.
Όσον αφορά τη μέθοδο υπολογισμού, ο πέμπτος και έκτος από τους λόγους που προέβαλαν οι προσφεύγουσες πρέπει τελικά να απορριφθούν, παρόλο που εν μέρει είναι βάσιμοι. Σχετικώς, πρέπει να τονιστεί καταρχάς ότι καλώς το Συμβούλιο και η Επιτροπή προσήψαν στις τρεις προσφεύγουσες την άρνηση τους να συνεργαστούν κατά την νέα έρευνα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 7, στοιχείο β ), του βασικού κανονισμού. Η Allied Corporation αρνήθηκε άνευ ετέρου να γίνει επιτόπια έρευνα. Η Transcontinental δέχτηκε μεν την έρευνα, αλλά αρνήθηκε κατά τη διενέργειά της να ανακοινώσει τις τιμές αγοράς, πράγμα που ήταν ουσιώδες για τον έλεγχο. Όσον αφορά τις έμμεσες εξαγωγές προς την Κοινότητα κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, οι οποίες διαπιστώθηκαν κατά τον έλεγχο που έγινε στην Transcontinental, η Kaiser αρνήθηκε κάθε συνεργασία κατά τον έλεγχο. Όπως καταφαίνεται από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο, η συνεργασία με τις κοινοτικές αρχές, την οποία αποδέχτηκαν οι προσφεύγουσες σε μεταγενέστερη από τους ελέγχους φάση δεν μπόρεσε να αντισταθμίσει την άρνηση συνεργασίας που είχε αντιταχθεί κατά την έρευνα επί των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 2, μέρος β ), του βασικού κανονισμού.
Οι προσφεύγουσες ορθώς, πράγματι, προέβαλαν ότι τα « διαθέσιμα στοιχεία » κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 7, στοιχείο β), πρέπει να βρίσκονται σε εύλογη σχέση με τις μεθόδους υπολογισμού που καθορίζονται από το άρθρο 2, μέρος Β. Μπορούν πράγματι να χρησιμεύσουν για τον κατά το δυνατό ορθότερο καθορισμό της « κανονικής αξίας ». Εξέφρασα ήδη, εξάλλου, προηγουμένως τις σοβαρές επιφυλάξεις που διατυπώνω ως προς την καθοριστική σημασία που αποδίδεται στο τεκμήριο που περιέχεται στη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, δηλαδή ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες η Allied Corporation πωλεί σε τιμές που δεν καλύπτουν το κόστος της. Το άρθρο 7, παράγραφος 7, στοιχείο β), κατά ορθή ερμηνεία, απαιτεί σαφώς εν προκειμένω ότι η Επιτροπή, ήδη από το χρονικό σημείο των ελέγχων της, έπρεπε να λάβει υπόψη επίσης όλα τα άλλα στοιχεία, τα οποία θα μπορούσε να έχει χωρίς υπέρμετρη διοικητική προσπάθεια, και όχι μόνο τον τύπο αυτόματης ποσοστιαίας προσαρμογής των τιμών που περιείχετο στις καταγγελθείσες συμβατικές δεσμεύσεις περί τιμών. Σ' αυτό προστίθεται ότι λόγω της αποκτηθείσας και γενικής γνωστής πείρας, η Επιτροπή δεν μπορούσε να θεωρήσει άνευ ετέρου ότι το γενικό « Implicit Price Deflator of Gross National Product » που εφαρμόζεται γενικά εν προκειμένω παρείχε επίσης ασφαλή αποτελέσματα και όσον αφορά τις εν λόγω πρώτες ή δευτερεύουσες ύλες. Ούτε το γεγονός ότι, κατά μία ορισμένη περίοδο, οι προσφεύγουσες είχαν αποδεχτεί τον τύπο αυτόματης ποσοστιαίας προσαρμογής των τιμών μπορεί να δικαιολογήσει άνευ ετέρου την εφαρμογή αυτού του τύπου μετά την καταγγελία των συμβατικών υποχρεώσεων ως προς τις τιμές. Πάντως, η παράλειψη αυτή δεν μπορεί να επιφέρει την ακύρωση του κανονισμού, επειδή κατά τη συνεδρίαση η Επιτροπή διευκρίνισε, χωρίς να διαψευσθεί, ότι τα άλλα στοιχεία, τα οποία διέθετε κατά τον υπό κρίση χρόνο και τα οποία προέρχονταν από ανακοινώσεις των ευρωπαίων παραγωγών, αφενός, και από επιτόπιους ελέγχους που διενεργήθηκαν σε άλλους αμερικανούς παραγωγούς, αφετέρου, είχαν καταδείξει ότι η εφαρμογή τους θα συνεπήγετο τον καθορισμό υψηλότερης κανονικής αξίας. Τέλος, κατά τη συνεδρίαση προέκυψε ότι η εφαρμογή των στατιστικών επί της εξελίξεως της τιμής του εν λόγω προϊόντος στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη διάρκεια των έξι πρώτων μηνών της περιόδου αναφοράς, τις οποίες οι προσφεύγουσες πρότειναν ως εναλλακτικά στοιχεία απαντώντας σε μία ερώτηση του Δικαστηρίου, θα είχε επίσης επιφέρει τον καθορισμό υψηλότερης κανονικής αξίας από αυτή που είχε καθοριστεί από την Επιτροπή. Ούτε η εφαρμογή στοιχείων, που αυτές οι ίδιες οι προσφεύγουσες θεώρησαν ως πλέον βάσιμα, μπορεί, επομένως, να έχει αποτέλεσμα ευνοϊκότερο γι' αυτές. Τέλος, οι προσφεύγουσες δεν υποστήριξαν — και δεν προέκυψε εξάλλου κάτι τέτοιο — ότι ο τύπος αυτόματης ποσοστιαίας προσαρμογής των τιμών συνεπήγετο την αναγνώριση ότι οι κανονικές τιμές πωλήσεως είχαν υψωθεί με την προσθήκη ορισμένου περιθωρίου κέρδους.
Η επιχειρηματολογία που ανέπτυξε η Kaiser κατά τη συνεδρίαση, δηλαδή ότι για τις άμεσες και έμμεσες εξαγωγές ( με την παρεμβολή εμπορικού μεσάζοντα) των προϊόντων της δεν ήταν δυνατό να καθοριστούν κανονικές αξίες και διαφορετικά περιθώρια ντάμπινγκ, δεν μπορεί να γίνει δεκτή βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β ), και παράγραφοι 9 και 10, στοιχείο γ). Η άποψη που υποστηρίζει η Kaiser συνεπάγεται αδυναμία χωριστών ενεργειών κατά των μεθόδων ντάμπινγκ επιχειρήσεων που ασκούν εξαγωγικό εμπόριο. Πάντως, η άποψη αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στον βασικό κανονισμό. Ο υπολογισμός του περιθωρίου ντάμπινγκ της Kaiser μέσω συγκρίσεως των τιμών κατά τη φάση « εργοστάσιο » είναι σύμφωνος με το άρθρο 2, παράγραφος 9, δεύτερη φράση, του βασικού κανονισμού, ενώ ορθώς ελήφθη υπόψη για τις εξαγωγές που διενήργησε η εμπορική επιχείρηση Transcontinental ένα εύλογο περιθώριο κέρδους, όπως εκτίθεται στη δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού και διευκρινίστηκε από την Kaiser κατά τη συνεδρίαση μέσω ενός πίνακα συγκρίσεως των τιμών. Η αιτίαση που αποτελεί το αντικείμενο του τέταρτου λόγου των προσφευγουσών, δηλαδή ότι ο τρόπος υπολογισμού της κανονικής αξίας δεν αιτιολογήθηκε επαρκώς, δεν είναι τελείως αβάσιμη για τους ίδιους λόγους όπως αυτοί που αναπτύχθηκαν πιο πάνω. Εντούτοις, βάσει των ίδιων σκέψεων, όπως αυτές που ήδη εκτέθηκαν ενόψει του πέμπτου και έκτου λόγου, ο λόγος αυτός δεν μπορεί να επιφέρει την ακύρωση του κανονισμού. Ορθότερη αιτιολογία δεν θα μπορούσε εν προκειμένω να έχει διαφορετικό αποτέλεσμα.
Η αιτίαση που αποτελεί το αντικείμενο του τρίτου λόγου των προσφευγουσών, δηλαδή ότι συνεπεία της καταγγελίας των συμβατικών υποχρεώσεων ως προς τις τιμές η Επιτροπή δεν κίνησε εκ νέου τη διαδικασία ελέγχου « ab initio », πρέπει επίσης να απορριφθεί. Το ότι η Επιτροπή δεν μπόρεσε να προβεί σε επιτόπιο έλεγχο των λογιστικών στοιχείων των προσφευγουσών για να ερευνήσει, ιδίως, ποιες ήταν οι τιμές αγοράς των αναγκαίων πρώτων υλών και οι τιμές πωλήσεως των προσφευγουσών στην αμερικανική αγορά πρέπει οι προσφεύγουσες να το καταλογίσουν στη δική τους άρνηση να συνεργαστούν προς το σκοπό αυτού του ελέγχου. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή ορθώς, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 7, στοιχείο β), του βασικού κανονισμού, στήριξε την έρευνα της μόνο στα διαθέσιμα στοιχεία κατά τη διοικητική φάση των ελέγχων. Εξέθεσα ήδη γιατί η υπερβολικά συσταλτική ερμηνεία της έννοιας « διαθέσιμα στοιχεία » από την Επιτροπή δεν μπορεί εν προκειμένω να επιφέρει την ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού.
4.2. Η απαίτηοη υπάρξεως ζημίας
Στον έκτο ιδίως λόγο οτ προσφεύγουσες διατυπώνουν ορισμένο αριθμό αιτιάσεων, από τις οποίες, κατ' αυτές, συνάγεται ότι δεν αποδείχτηκε η ύπαρξη ζημίας κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, και του άρθρου 4 του βασικού κανονισμού. Οι αιτιάσεις που διατυπώνονται σχετικώς πρέπει να εξεταστούν υπό το φως του άρθρου 4 του βασικού κανονισμού, των αιτιολογικών σκέψεων 25 έως 28 του προσβαλλόμενου κανονισμού και των στατιστικών δεδομένων που προσεκόμισαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή ενώπιον του Δικαστηρίου απαντώντας σε γραπτές ερωτήσεις του σχετικά με την παραγωγή, το ενδοκοινοτικό εμπόριο, το εισαγωγικό εμπόριο και τις τιμές εισαγωγής στην πιο σημαντική αγορά για την πώληση των εν λόγω προϊόντων, δηλαδή τη γαλλική αγορά (παραρτήματα 2 και 3 της απάντησης του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 17ης Ιουλίου 1984).
Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν κατά πρώτο ότι όπως αναφέρεται στην εικοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλόμενου κανονισμού, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς ( δηλαδή τους οκτώ πρώτους μήνες του έτους 1982), εισήγαγαν 118850 τόνους UNA στην Κοινότητα. Καθόσον η αμφισβήτηση των προσφευγουσών αφορά τους 20000 τόνους που η Transcontinental εισήγαγε εμμέσως κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου, κατά παράβαση της συμβατικής της δέσμευσης ως προς τις τιμές, πρέπει να απορριφθεί, επειδή κατά τους επιτόπιους ελέγχους καταδείχτηκε ότι επρόκειτο πράγματι για απαγορευμένη έμμεση εξαγωγή της Kaiser. Το γεγονός ότι, κατά τις προσφεύγουσες, η Allied Corporation εισήγαγε 100000 τόνους περίπου UNA μόνο τον Αύγουστο του 1982 δεν έχει αποφασιστική σημασία, επειδή ο Αύγουστος περιλαμβάνεται επίσης στην περίοδο αναφοράς που είχε επιλεγεί.
Από τις αιτιολογικές σκέψεις 26 και 28 του κανονισμού καταφαίνεται ότι η αιτίαση των προσφευγουσών ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός αφορά μόνο τη ζημία που υπέστησαν οι γάλλοι παραγωγοί είναι ανακριβής.
Για το λόγο αυτό, αυτό που τελικά ενδιαφέρει είναι το διπλό ζήτημα αν έγινε ορθή εφαρμογή του άρθρου 4 του βασικού κανονισμού από τον εν λόγω κανονισμό και αν τα στατιστικά δεδομένα που το Συμβουλιο προσκόμισε εδώ θεμελιώνουν επαρκώς τις διαπιστώσεις που περιέχονται στον προσβαλλόμενο κανονισμό.
Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, η αρχή που διέπει την τήρηση της απαίτησης υπάρξεως ζημίας είναι ότι « ζημία δεν καθορίζεται παρά μόνο αν οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ... προκαλούν... σημαντική ζημία σε υφιστάμενο κλάδο παραγωγής της Κοινότητος ή καθυστερούν αισθητά τη δημιουργία αυτής της παραγωγής. Οι ζημίες που προκαλούνται από άλλους παράγοντες, όπως είναι ο όγκος και οι τιμές εισαγωγών που δεν αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων, ή η μείωση της ζητήσεως, οι οποίες ζημίες από μόνες τους ή σε συνδυασμό μεταξύ τους ασκούν ομοίως δυσμενή επίδραση επί του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, δεν πρέπει να αποδίδονται στις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων ».
Δεδομένου ότι κατά την εικοστή έκτη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλόμενου κανονισμού υπήρξε προσφορά σε μειωμένες τιμές κατώτερες από τις τιμές των παραγωγών μέσα στην Κοινότητα μπορεί να μη ληφθεί υπόψη εν προκειμένω το αν κατά πόσο η ζημία που υπέστησαν οι γάλλοι παραγωγοί προκλήθηκε επίσης από τις χαμηλές τιμές εξαγωγής που εφαρμόζουν οι παραγωγοί των Κάτω Χωρών.
Θα ενθυμείστε ότι κατά την προηγούμενη διαδικασία η Επιτροπή είχε διατυπώσει περισσότερα επιχειρήματα για να στηρίξει την υπόθεση ότι η ζημία ιδίως που είχαν υποστεί οι γάλλοι παραγωγοί είχε περιληφθεί στις αιτιολογικές σκέψεις της Επιτροπής' συνεπώς, στις προτάσεις μου της 10ης Ιανουαρίου 1984 απέδωσα πολύ μεγάλη προσοχή στην επίπτωση των ολλανδικών τιμών εξαγωγής. Το κείμενο της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης του εν λόγω κανονισμού επιβάλλει να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση του προσβαλλόμενου κανονισμού υπό το φως του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο β), του βασικού κανονισμού οι τιμές που εφαρμόζονται από όλους τους σημαντικούς παραγωγούς μέσα στην Κοινότητα, οι οποίοι πωλούν τα προϊόντα τους στη σπουδαιότερη αγορά, δηλαδή τη γαλλική αγορά.
Τα όρια διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής, τη σημασία των οποίων δικαίως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας Warner στις προτάσεις του επί της υποθέσεως 113/77, σελίδα1266 ( υπόθεση των « ενσφαίρων τριβέων » [ roulements], Jurispr. 1979, σ. 1185 και επ. ) πρέπει να εκτιμηθούν σε ευρύτατη έκταση βάσει ιδίως της εικοστής πέμπτης αιτιολογικής σκέψης του προσβαλλόμενου κανονισμού υπό το φως του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο α), του βασικού κανονισμού. Δοθέντος ότι εν προκειμένω, όπως έχω ήδη πει, πρόκειται για εκτίμηση που αφορά τον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού, δεν μπορεί, κατ' εμέ, να προσαφθεί στην Επιτροπή το ότι ερμηνεύει τον παράγοντα αυτό κατά κάποιο τρόπο ως « κριτήριο του αισθητού αποτελέσματος » που εφαρμόζει επίσης για να μην εφαρμόσει το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ σε « συμφωνίες μικρής σημασίας ». Η ερμηνεία αυτή αντιστοιχεί επίσης, βάσει των στοιχείων που προ-σεκόμισε το Συμβούλιο, στη σχετική αμερικανική πρακτική. Στο πλαίσιο αυτών των ορίων διακριτικής ευχέρειας, και χωρίς να λησμονηθεί η αρχή της αμοιβαιότητας που έχει μεγάλη σημασία στον τομέα της εμπορικής πολιτικής, η Επιτροπή μπορεί πάντοτε, εξάλλου, να λαμβάνει υπόψη την αμερικανική πρακτική, παρόλο που είναι ίσως ευκταία ορισμένη διεθνής εναρμόνιση προς τα πάνω. Ακόμα και αν τεθεί ερωτηματικό στα αποτελέσματα που συνάγονται συμπερασματικώς για όλο το έτος από τις ποσότητες που εισήχθησαν κατά τη διάρκεια των οκτώ πρώτων μηνών 1982 όπως αναφέρεται στην 25η αιτιολογική σκέψη του επίδικου κανονισμού, το μέρος που αντιπροσωπεύει εν προκειμένω στην αγορά η εν λόγω εισαγωγή και που έχει αποδειχτεί, μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκώς σημαντικό, για τους λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί, για να εμποδίσει να θεωρηθεί ως άδικος ο τρόπος με τον οποίο ελήφθη υπόψη ο πρώτος παράγων του άρθρου 4, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού. Κατ' εμέ, η πρακτική που ακολουθήθηκε παραμένει απολύτως μέσα στα όρια της ελευθερίας εκτιμήσεως που έχει η Επιτροπή και το Συμβούλιο εν προκειμένω. Το ζήτημα αν οι εισαγωγές που διενεργήθηκαν κατά την περίοδο αναφοράς ήταν ή όχι σημαντικά κατώτερες από τις εισαγωγές των προηγουμένων ετών ( όπως ισχυρίστηκαν οι προσφεύγουσες προσκομίζοντας ενώπιον του Δικαστηρίου στατιστικά στοιχεία) δεν πρέπει αυτές καθαυτές να θεωρηθούν σχετικώς ως καθοριστικής σημασίας.
Έχω ήδη, εξάλλου, υπογραμμίσει ότι ενόψει του σχετικού με την οικονομία της αγοράς χαρακτήρα του υπόβαθρου του δασμού ντάμπινγκ επιβάλλεται να δοθεί περισσότερη σημασία στο δεύτερο παράγοντα που αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο β ). Όπως καταδεικνύεται επίσης από τη διατύπωση του βασικού κανονισμού, ο πρώτος ιδίως παράγοντας έχει αυτοτελή σημασία σε περίπτωση σημαντικής αυξήσεως των εισαγωγών. Κατά τα λοιπά, όπως έχω ήδη πει, ο παράγοντας αυτός έχει αποκλειστικά τη σημασία ενός « κριτηρίου του αισθητού αποτελέσματος » ενόψει της ζημίας που καθορίζεται κατ' εφαρμογή των παραγόντων που αναφέρονται στα στοιχεία β) και γ). Σύμφωνα με τον παράγοντα του στοιχείου β ), πρέπει ειδικότερα να ερευνηθεί « αν υπάρχει προσφορά σημαντικά κατώτερης τιμής σε σχέση με την τιμή ενός ομοειδούς προϊόντος μέσα στην Κοινότητα ». Κατ' εμέ, με την τιμή αυτή πρέπει να νοείται η συγκρίσιμη πραγματική τιμή αγοράς που εφαρμόζεται από τους παραγωγούς της χώρας εισαγωγής. Φρονώ ότι δεν είναι σύμφωνο ούτε με το γράμμα του άρθρου 4 ούτε με το σχετικό με την οικονομία της αγοράς χαρακτήρα του υπόβαθρου του συγκεκριμένου νομικού τομέα, ως προς την πτυχή του οπού αφορά την οικονομία της αγοράς να καθορίζει η Επιτροπή αφηρημένα — σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε το Συμβούλιο κατά τη συνεδρίαση —, γι' αυτή τη σύγκριση των τιμών, μια ιδανική τιμή αγοράς των κοινοτικών παραγωγών βάσει του κόστους παραγωγής, προσαυξάνοντας το με περιθώριο κέρδους που θεωρείται ως κανονικό. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε την ορθότητα αυτών των στοιχείων κατά το πέρας της συνεδρίασης απαντώντας σε ερώτηση ενός από τα μέλη του Δικαστηρίου. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι επιχειρηματίες που κάνουν εισαγωγές από τρίτες χώρες δεν μπορούν να προσαρμόσουν τις τιμές τους στις τιμές των παραγωγών της Κοινότητας παρά μόνο καθόσον, εκτός από την κάλυψη των εξόδων, οι τιμές αυτές εξασφαλίζουν ένα κανονικό κέρδος. Δεδομένου ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι η 26η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλόμενου κανονισμού στηρίζεται επίσης σ' αυτή την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο β ), η οποία, κατ' εμέ, δεν ευσταθεί, η άποψη αυτή θα μπορούσε να θεμελιώσει λόγο ακυρώσεως του κανονισμού, αν δεν καταδειχτεί, συγχρόνως, ότι υπήρξε προσφορά κατώτερων πραγματικών τιμών στο εσωτερικό της Κοινότητας.
Ως προς αυτή τη σύγκριση των τιμών, το παράρτημα 3 της απάντησης του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 17ης Ιουλίου 1984, στις γραπτές ερωτήσεις του Δικαστηρίου, μπορεί να χρησιμεύσει ως σημείο εκκινήσεως. Όπως ήδη το αναφέρατε, κύριε πρόεδρε, διατυπώνοντας μια ερώτηση κατά τη διάρκεια της συζήτησης, το Συμβούλιο δεν έδωσε εντούτοις, κατά τη συνεδρίαση, ικανοποιητική απάντηση στην επιχειρηματολογία που προβάλλουν οι προσφεύγουσες, δηλαδή ότι τα αριθμητικά στοιχεία που περιέχονται στο προαναφερθέν παράρτημα δεν αφορούν το ίδιο στάδιο εμπορίας και συνεπώς δεν είναι απολύτως συγκρίσιμα. Οι γάλλοι παραγωγοί ειδικότερα πωλούν το 70 έως 80 ο/ο των προϊόντων τους απευθείας στο λιανικό εμπόριο και στους γεωργικούς συνεταιρισμούς και μόνο το 20 έως 30o/ο στο χονδρικό εμπόριο, ενώ οι εισαγωγείς ( πρόκειται εν προκειμένω ιδίως κατά τον υπό κρίση χρόνο για τη SA Demufert ) πωλούν το 97o/ο των εισαγομένων προϊόντων στους χονδρεμπόρους. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο η Επιτροπή και το Συμβούλιο έπρεπε στην παρούσα διαδικασία να συγκρίνουν, όσον αφορά τις εισαγωγές, τις τιμές που εφαρμόζουν οι χονδρέμποροι με τις τιμές « εργοστασίου » των συγκεκριμένων κοινοτικών παραγωγών, πράγμα που, κατά τη γνώμη των προσφευγουσών, θα συνεπήγετο αύξηση των τιμών εισαγωγής που ανακοινώθηκαν από 2 σε 3o/ο.
Με τηναπάντησή του το Συμβούλιο παραδέχτηκε ότι οι τιμές που ανέφερε ως προς τους παραγωγούς της Κοινότητας ήταν οι τιμές που εφαρμόζονται σε περίπτωση παραδόσεως από τον παραγωγό στους γεωργικούς συνεταιρισμούς. Κατά το Συμβούλιο, πρέπει να συναχθεί από αυτό ότι ως συγκρίσιμες τιμές εισαγωγής θα έπρεπε να ληφθούνοι τιμές αί των αμερικανών παραγωγών. Για το λόγο αυτό, οι ανακοινωθείσες τιμές για τις αμερικανικές εισαγωγές δεν είναι υπερβολικά χαμηλές, αλλά ακριβώς υπερβολικά υψηλές, επειδή υπολογίζονται βάσει των τιμών που εφαρμόζει ο εισαγωγέας.
Έχω τη γνώμη ότι η απάντηση αυτή αγνοεί τελείως το καίριο σημείο της επιχειρηματολογίας των προσφευγουσών. Το ουσιώδες της επιχειρηματολογίας τους είναι ότι ο ανταγωνισμός τιμών που προέρχεται από τα εισαγόμενα προϊόντα έχει επιπτώσεις μόνο γι' αυτούς που χρησιμοποιούν σύνθετα λιπάσματα ή αναφορικά με τις τιμές αγοράς στον τελευταίο κρίκο της εμπορικής αλυσίδας, τις οποίες εφαρμόζουν τόσο οι κοινοτικοί παραγωγοί όσο και οι εισαγωγείς, δηλαδή οι λιανοπωλητές ή οι γεωργικοί συνεταιρισμοί. Κατ' εμέ, στην αντιπαράθεση αυτή επιχειρημάτων, οι προσφεύγουσες έχουν καταρχήν πράγματι το δίκιο με το μέρος τους.
Δυστυχώς όμως, αυτό δεν αποτελεί ακόμη επαρκή διευκρίνιση ως προς το συγκρίσιμο χαρακτήρα των παρασχεθέντων αριθμητικών στοιχείων. Βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέφεραν οι προσφεύγουσες και που δεν αμφισβητήθηκαν από το Συμβούλιο, σχετικά με τους τρόπους διοχετεύσεως των προϊόντων στο εμπορικό κύκλωμα που χρησιμοποιούν, αφενός, οι ευρωπαίοι παραγωγοί, αφετέρου, οι εισαγωγείς δικαιολογείται διόρθωση 7/10 του 2 έως 3 ο/ο, δηλαδή Π/2 σε 2 % των τιμών εισαγωγής ( 3 ) από το οποίο προκύπτει, συνεπώς, για το πρώτο εξάμηνο του 1982 τιμή εισαγωγής απο 827 σε 831 γαλλικών φράγκων ανά τόνο. Στην περίπτωση αυτή, οι τιμές εισαγωγής θα παρέμεναν ακόμη κάτω από τις τιμές που εφαρμόζουν οι γάλλοι παραγωγοί, αλλ' όχι πλέον κάτω από τις τιμές των ολλανδών παραγωγών. Το « περιθώριο ζημίας » ( που δεν πρέπει να συγχέεται με το περιθώριο ντάμπινγκ ) θα ήταν τότε πάντως το πολύ από 1 1/2 έως 2 ο/ο.
Όπως καταδεικνύεται από το παράρτημα 2 της απάντησης της Επιτροπής και του Συμβουλίου, που ήδη αναφέρθηκε, το μερίδιο των ολλανδών παραγωγών στη γαλλική αγορά κατά τη διάρκεια της περιόδου 1982-1983 ήταν σημαντικά ανώτερο από το μερίδιο των γάλλων παραγωγών στην εγχώρια τους αγορά, κατά τη διάρκεια δε της προηγούμενης περιόδου ήταν κάπως κατώτερο, παρόλο που είχε ήδη μεγάλη σημασία για τη σχέση μεταξύ των τιμών στην αγορά αυτή. Επιπλέον, το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης του προσβαλλόμενου κανονισμού προσδίδει επίσης καθοριστικό χαρακτήρα ενόψει της αποφάσεως που θα εκδώσετε στη σύγκριση με τις τιμές των ολλανδών παραγωγών.
Για τους λόγους που ήδη ανέπτυξα, θεωρώ ότι καταρχήν επιτρέπεται, βάσει του γράμματος της εν λόγω διάταξης και του σχετικού με την οικονομία της αγοράς χαρακτήρα του υπόβαθρου του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο β), να προσαρμόζονται οι τιμές εισαγωγής στις τιμές που εφαρμόζονται από τους ανταγωνιστές ολλανδούς παραγωγούς. Πάντως, υπάρχουν δύο λόγοι, για τους οποίους η προσφυγή των προσφευγουσών δεν μπορεί τελικά, κατά τη γνώμη μου, να ευδοκιμήσει, όσον αφορά τη σύγκριση με τις τιμές που πράγματι εφαρμόζονται από τους ολλανδούς παραγωγούς. Κατά πρώτον, τα αριθμητικά στοιχεία που περιέχονται στο παράρτημα 3 της απάντησης του Συμβουλίου και της Επιτροπής στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου δείχνουν καθαρά ότι στην παρούσα υπόθεση δεν πρόκειται τόσο για προσαρμογή των τιμών εισαγωγής στις τιμές των ολλανδών παραγωγών, αλλά μάλλον, αντιθέτως, για προσαρμογή των τιμών των παραγωγών στις τιμές εισαγωγής. Πράγματι, οι ολλανδικές τιμές είναι σημαντικά κατώτερες από τις γαλλικές τιμές και πολύ πλησιέστερα στις αμερικανικές τιμές εισαγωγής. Η παρατήρηση αυτή ισχύει επίσης και αν οι τιμές αυτές εισαγωγής προσαρμοστούν όπως επιθυμούν οι προσφεύγουσες κατά τον προαναφερόμενο τρόπο. Δεύτερον, έχω σημαντικές αμφιβολίες ότι η εφαρμογή των προσαρμογών αυτών δικαιολογείται πράγματι για τη σύγκριση των τιμών που πρέπει να γίνει εν προκειμένω. Στην επεξηγηματική σημείωση που έπεται των στατιστικών στο παράρτημα 3 αναφέρεται ρητώς ότι οι τιμές των παραγωγών στην Κοινότητα είναι είτε οι τιμές « εργοστασίου » είτε οι τιμές που εφαρμόζονται στο χονδρικό εμπόριο. Νομίζω ότι μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι ολλανδοί ιδίως παραγωγοί πραγματοποιούν τις πωλήσεις τους στη Γαλλία μέσω χονδρεμπόρων. Οι τιμές που εφαρμόζουν οι ολλανδοί παραγωγοί είναι επομένως απόλυτες συγκρίσιμες με τις τιμές εισαγωγής, ακόμη και αν προστεθεί στις δύο κατηγορίες τιμών το ίδιο περιθώριο από 2 έως 3 ο/ο για τους χονδρεμπόρους. Οι τιμές εισαγωγής παραμένουν έτσι εν πάση περιπτώσει περίπου 1o/ο κατώτερες από τις τιμές που πράγματι εφαρμόζουν οι ολλανδοί παραγωγοί.
Δεδομένου ότι οι διαφορές των τιμών που διαπιστώθηκαν είναι σχετικά αμελητέες, είναι δυνατό εντούτοις να εξακολουθεί να υφίσταται αμφιβολία ως προς το αν υπάρχει « προσφορά σημαντικά κατώτερης τιμής » κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο β ). Πάντως, κατ' εμέ, και εδώ πρέπει επίσης να αφεθεί στην Επιτροπή ορισμένο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας, επειδή πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνει υπόψη την πρακτική των κυριότερων εμπορικών εταίρων της Κοινότητας. Επιπλέον, και οπωσδήποτε σε περίοδο υφέσεως, διαφορές τιμών σχετικά αμελητέες μπορούν ήδη να επιφέρουν ουσιώδη μετατόπιση των μεριδίων της αγοράς. Αυτό ακριβώς καταφαίνεται σαφώς από τα αριθμητικά στοιχεία που περιέχονται στο παράρτημα 2 της απάντησης της Επιτροπής και του Συμβουλίου στις ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο, το οποίο αναφέρθηκε κατ' επανάληψη, ιδίως δε ο πρώτος και δεύτερος πίνακας αριθμητικών στοιχείων ( που αφορούν την αύξηση των ολλανδικών εξαγωγών με προορισμό τη Γαλλία ). Βάσει συνεπώς του άρθρου 13, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού πρέπει σαφώς να ληφθεί υπόψη η σημασία της διαφοράς των τιμών για να προσδιοριστεί το ύψος των δασμών αντιντάμπινγκ που πρέπει να καθοριστούν. Θα επανέλθω αργότερα στο σημείο αυτό.
Για την εκτίμηση του προσβαλλόμενου κανονισμού υπό το φως του τρίτου παράγοντα που αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ ), σημασία έχουν, εκτός από τις στατιστικές που προσκομίστηκαν, ιδίως η εικοστή έβδομη και εικοστή όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού. Οι αιτιολογικές αυτές σκέψεις κατά πρώτο λόγο ενισχύουν το συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξα προηγουμένως, δηλαδή ότι οι ολλανδοί παραγωγοί προσάρμοζαν τις τιμές τους στις αμερικανικές τιμές εισαγωγής. Κατά δεύτερο λόγο, στην εικοστή όγδοη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ότι οι τιμές που εφαρμόζουν οι ολλανδοί παραγωγοί είχαν ως αποτέλεσμα σημαντικές ζημίες, πράγμα που δεν αμφισβητούν οι προσφεύγουσες. Η εικοστή έβδομη αιτιολογική σκέψη αναφέρει τις ζημίες που υπέστη το σύνολο του εν λόγω τομέα στην Κοινότητα. Κατά συνέπεια, συντρέχουν εν πάση περιπτώσει οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή των κριτηρίων που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ), έκτη και έβδομη περίπτωση, δηλαδή ότι οι τιμές εισαγωγής των προσφευγουσών άσκησαν πίεση στην πτώση των τιμών που εφαρμόζουν οι παραγωγοί της Κοινότητας και είχαν δυσμενή επίδραση στα κέρδη. Για το λόγο αυτό, η εκτίμηση έναντι του τρίτου παράγοντα που αναφέρεται στο άρθρο 4 συνεπάγεται τελικά αρνητικό ομοίως αποτέλεσμα για τις προσφεύγουσες. Ακόμη και αν η ασκηθείσα πίεση στις τιμές των γάλλων παραγωγών που επέφερε την πτώση τους ( όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες ) οφειλόταν κυρίως στις τιμές που εφαρμόζουν οι ολλανδοί παραγωγοί, αυτό δεν μπορεί να αποβεί προς όφελος των προσφευγουσών. Πράγματι, όπως είπα, οι τιμές που εφαρμόζουν οι ολλανδοί παραγωγοί υφίστανται με απόλυτη σχεδόν βεβαιότητα πίεση προς τα κάτω λόγω των τιμών εισαγωγής, για τις οποίες πρόκειται εδώ, έτσι ώστε ακόμη και η ασκηθείσα πίεση στις τιμές των γάλλων παραγωγών που επέφερε την πτώση τους φαίνεται να προέρχεται εν μέρει εμμέσως από τις τιμές εισαγωγής που εφαρμόζουν οι προσφεύγουσες. Στο πλαίσιο των ορίων εκτιμήσεως που πρέπει επίσης να γίνει δεκτό ότι διαθέτει η Επιτροπή για την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος Ι,του βασικού κανονισμού αυτό φαίνεται να είναι επαρκές.
4.3. Η απαίτηοη υπάρξεως συμφέροντος της Κοινότιμας
Το άρθρο 12, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού απαιτεί, όπως ήδη είπα, τα συμφέροντα της Κοινότητας να καθιστούν αναγκαία μία κοινοτική ενέργεια. Στην τριακοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλόμενου κανονισμού η αναγκαιότητα θεσπίσεως των οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ αιτιολογείται με τη διαπίστωση ότι « εν πάση περιπτώσει τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των καταναλωτών της Κοινότητας δεν εξυπηρετούνται από την εξασθένηση μιας κοινοτικής βιομηχανίας ή τη μείωση των δραστηριοτήτων της που προκαλείται από την έμμονη άσκηση πρακτικής ντάμπινγκ ». Ως προς το ύψος των δασμών αναφέρεται απλώς ότι « λαμβάνοντας υπόψη την έκταση της ζημίας που προξενήθηκε οι συντελεστές των δασμών αυτών θα έπρεπε να ισούνται με τα περιθώρια ντάμπινγκ που διαπιστώθηκαν ».
Οι προσφεύγουσες, στο πλαίσιο του έκτου λόγου που προβάλλουν, υποστηρίζουν ότι το συμφέρον της Κοινότητας δεν μπορεί άνευ ετέρου να εξομοιώνεται με το συμφέρον ορισμένων παραγωγών και ότι εν προκειμένω δεν εξετάστηκε καθόλου το συμφέρον των καταναλωτών. Το Συμβούλιο δεν αντέκρουσε αυτό το πρώτο επιχείρημα μάλλον προσυπογράφει. Σχετικώς, το Συμβούλιο αναφέρει ορισμένες άλλες όψεις του κοινοτικού συμφέροντος, μεταξύ των οποίων πάντως αναφέρεται ρητά μόνο το υποτιθέμενο συμφέρον των καταναλωτών στην αναφερόμενη αιτιολογική σκέψη. Παρόλο που πρέπει βεβαίως να αναγνωριστεί ότι το Συμβούλιο διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως για να καθορίσει το περιεχόμενο της έννοιας κοινοτικό συμφέρον, η δυνατότητα αυτή δεν απαλλάσσει, εντούτοις, το Συμβούλιο από την υποχρέωση να συμπεριλάβει επίσης στον κανονισμό τους λόγους που, κατά τη γνώμη του, καθιστούν αναγκαία μία επέμβαση. Το δεύτερο επιχείρημα των προσφευγουσών βρίσκει σαφώς έρεισμα στην αρχή της τριακοστής δεύτερης αιτιολογικής σκέψης, όπου αναφέρεται ότι « οι καταναλωτές της Κοινότητας δεν προέβησαν σε διαβήματα προς την Επιτροπή ». Η συνέχεια της αιτιολογικής σκέψης, που ήδη ανέφερα, δηλαδή « ότι τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των καταναλωτών της Κοινότητας δεν εξυπηρετούνται από την εξασθένηση μιας κοινοτικής βιομηχανίας ή τη μείωση των δραστηριοτήτων της που προκαλείται από την έμμονη άσκηση πρακτικής ντάμπινγκ » εντάσσεται σαφώς, ως γενική θεώρηση, στο πλαίσιο των ορίων εκτιμήσεως που διαθέτουν και εδώ επίσης το Συμβούλιο και η Επιτροπή. Δεδομένου ότι η δυνατότητα εφαρμογής της στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν θεμελιώθηκε ειδικότερα, δεν μπορεί εντούτοις να γίνει δεκτό το συμπέρασμα που συνήχθη, δηλαδή ότι τα συμφέροντα της Κοινότητας απαιτούν εν προκειμένω τη θέσπιση οριστικών δασμών αντιντάμ-πινγκ. Τα στατιστικά στοιχεία που προσκόμισε το Συμβούλιο στο Δικαστήριο ως απάντηση στις ερωτήσεις του υπογραμμίζουν τον αποκλειστικά αφηρημένο χαρακτήρα της προαναφερθείσας αιτιολογικής σκέψης και το ότι αυτή δεν εφαρμόζεται άνευ ετέρου εν προκειμένω. Από τα εν λόγω στοιχεία καταφαίνεται τουλάχιστον ότι δεν μπορεί εδώ να γίνει λόγος για μείωση των δραστηριοτήτων της κοινοτικής βιομηχανίας. Ενόψει των στοιχείων που ανακοινώθηκαν για τις περιόδους 1979-1980 έως 1982-1983, προκύπτει ότι η παραγωγή της Κοινότητας πράγματι αυξήθηκε συνεχώς.
Όπως ειπώθηκε κατά τη συνεδρίαση σε απάντηση σε μία ερώτηση που έθεσα, η απόδειξη ότι εν προκειμένω η κοινοτική βιομηχανία εξαοθένηβε πρέπει να αναζητηθεί στη διαπίστωση που περιέχεται στην 28η αιτιολογική σκέψη, η οποία αφορά τις ουσιώδεις ζημίες που υπέστησαν οι ολλανδοί παραγωγοί. Πάντως, το γεγονός ότι η τριακοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη παραπέμπει εμμέσως στην εικοστή όγδοη αιτιολογική σκέψη δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συνιστά επαρκή αιτιολογία του συμπεράσματος που συνάγεται στην τριακοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη, δηλαδή ότι οι οριστικοί δασμοί πρέπει να ισούνται με τα περιθώρια ντάμπινγκ που διαπιστώθηκαν.
Κατ' εμέ, για να εκτιμηθούν οι συνέπειες από την έλλειψη αιτιολογίας του ύψους των οριστικών δασμών καθοριστικής σημασίας είναι το άρθρο 13, παράγραφος 3, του κανονισμού. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι « το ποσό των δασμών αυτών δεν δύναται να υπερβεί το περιθώριο “ ντάμπινγκ ” ( ή το ποσό της επιδοτήσεως ) όπως έχουν προσωρινά εκτιμηθεί ή οριστικά υπολογιστεί. Το ποσό αυτό θχ πρέπει να είναι μικρότερο αν ο μικρότερος αυτός δασμός θα αρκούσε για να εξαφανιστεί η ζημία » ( η υπογράμμιση δική μου ). Κατ' εμέ, από τη διάταξη αυτή που έπεται άμεσα του άρθρου 12 πρέπει να συναχθεί ότι η απαίτηση υπάρξεως κοινοτικού συμφέροντος που περιέχεται στο άρθρο 12 πρέπει να ληφθεί υπό την έννοια ότι το επίπεδο των απαιτούμενων δασμών κατά τον καθορισμό των οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ πρέπει επίσης να αιτιολογείται. Πρέπει ιδίως να γίνει δεκτό ότι οι μικρότεροι δασμοί δεν επαρκούν για να πάψει να υφίσταται η ζημία. Κατά συνέπεια, εκτός από το περιθώριο ντάμπινγκ, το «περιθώριο ζημίας » συνιστά επίσης όριο που δεν πρέπει να παραβιαστεί.
Θεωρώ ότι υπό το φως αυτών των παρατηρήσεων πρέπει επίσης να νοηθεί η εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλόμενου κανονισμού και ιδίως — αλλά εν πάση περιπτώσει όχι αποκλειστικά — οι σχετικές αιτιάσεις που διατυπώνονται στα σημεία 50, 59, 79, 86, 104 και 107 του δικογράφου της προσφυγής. Ο πέμπτος λόγος, με τον οποίο αναπτύσσονται ιδιαιτέρως οι αιτιάσεις αυτές, περιέχει επίσης ρητώς (στο σημείο 58, στοιχείο β )) την παράβαση του άρθρου 13, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού που μόλις προανέφερα. Αυτό ακριβώς επαναλαμβάνεται σαφέστερα στην αιτίαση που διατυπώνεται στο σημείο 104 και στην τελευταία φράση της αιτίασης που διατυπώνεται ως συμπέρασμα, στο σημείο 107 του δικογράφου της προσφυγής. Η εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη του υπό κρίση κανονισμού επαναλαμβάνει τη γνώμη της Επιτροπής, δηλαδή ότι « τα αποτελέσματα της έρευνας της ( σχετικά με το περιθώριο ντάμπινγκ) δίνουν την ακριβέστερη δυνατή βάση για τον καθορισμό του επιπέδου ντάμπινγκ και ότι τα κατώτερα επίπεδα ντάμπινγκ θα αποτελούσαν ανταμοιβή για την καταγγελία από την Allied Corporation των υποχρεώσεων της, καθώς και για τη μεταγενέστερη έλλειψη συνεργασίας και την καταγγελία των υποχρεώσεων τους από τις εταιρίες Kaiser και Transcontinental ».
Πράγματι, ορθώς το Συμβούλιο υπογραμμίζει στο υπόμνημά του αντίκρουσης ότι η « άρνηση ανταμοιβής » για την καταγγελία των συμβατικών υποχρεώσεων ως προς τις τιμές και για την άρνηση συνεργασίας που επακολούθησε δεν συνιστά ακόμη « κύρωση ». Πάντως, πρέπει να αντιταχθεί σχετικώς κατά πρώτο λόγο ότι το προαναφερθέν χωρίο της εικοστής τετάρτης αιτιολογικής σκέψης του υπό κρίση κανονισμού δίνει εντούτοις λαβή σε ορισμένες αντιρρήσεις. Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες έχουν αναμφισβητήτως το δικαίωμα να καταγγείλουν τις αναληφθείσες υποχρεώσεις ως προς τις τιμές ( σαφώς όταν οι προϋποθέσεις αγοράς που θεωρούνταν αρχικά ότι υφίσταντο φαίνονται, κακώς ή καλώς, ότι μεταβλήθηκαν), η υπαναχώρηση αυτή καθαυτή δεν μπορεί να έχει καμία επίδραση στην επιμέλεια και την αντικειμενικότητα που πρέπει να διέπουν την έρευνα. Η άρνηση συνεργασίας στην έρευνα αποτελεί αυτή καθαυτή δικαίωμα που θεμελιώνεται αναντιρρήτως και γενικώς στο διεθνές δημόσιο δίκαιο, όπως έχω ήδη υπογραμμίσει. Συνεπώς, ούτε αυτή καθαυτή μπορεί να δικαιολογήσει το εν λόγω χωρίο. Πάντως, θεωρώ ότι είναι πολύ σημαντικότερο ότι το χωρίο αυτό είναι πράγματι η μόνη σκέψη του κανονισμού που μπορεί να αιτιολογήσει ενδεχομένως τη μη εφαρμογή του άρθρου 13, παράγραφος 3, τελευταίο μέρος. Προκαλεί έκπληξη σχετικώς ότι στο υπόμνημα του αντικρούσεως το Συμβούλιο δεν δίνει σχεδόν καμία σημασία στην αιτίαση που στηρίζεται στην παράβαση αυτού του άρθρου. Τέλος, θεωρώ ότι έχει καθοριστική σημασία το γεγονός ότι για τον υπολογισμό των οριστικών δασμών και μη λαμβάνοντας υπόψη το τελευταίο μέρος του άρθρου 13, παράγραφος 3, το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν προέβησαν σε καμία αιτιολογία σχετικά με το επίπεδο της διαπιστωθείσας ζημίας.
Θεωρώ ότι η αμέλεια των κοινοτικών οργάνων σχετικώς είναι ακόμη βαρύτερη, καθόσον από τις αναλύσεις μου του τρόπου υπολογισμού του περιθωρίου ντάμπινγκ και του τρόπου θεμελιώσεως της ζημίας που προέκυψε καταφαίνεται ότι, ως προς τα δύο αυτά στοιχεία, άσκησαν επίσης αποφασιστική επίδραση ορισμένες απαράδεκτες απόψεις της Επιτροπής. Όσον αφορά τον υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ, η ανάλυση που έκανα δεν επιτρέπει το συμπέρασμα ότι ο τρόπος υπολογισμού που τελικά εφαρμόστηκε ήταν πράγματι απαράδεκτος. Είναι επίσης αληθές ότι, όσον αφορά τη ζημία, κατέληξα εν πάση περιπτώσει στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 4 δεν εφαρμόστηκε κατά τρόπο νομικώς απαράδεκτο. Πάντως, προσέθεσα ότι η ζημία που διαπιστώθηκε με τον κανονισμό είναι πράγματι πολύ κατώτερη από ό, τι υπέθεσαν η Επιτροπή και το Συμβούλιο ενόψει του κανονισμού και των διευκρινίσεων που παρασχέθηκαν σχετικά. Για τους γάλλους παραγωγούς υπολόγισα περιθώριο ζημίας 11/2 ώς 2 ο/ο. Οι ζημίες που υπέστησαν οι ολλανδοί παραγωγοί κατά τον κανονισμό συνεπεία της προσαρμογής των τιμών τους στις τιμές εισαγωγής μπορεί το πολύ να δικαιολογήσει διόρθωση του ύψους της ζημίας που υπέστησαν προκειμένου να αναχθεί στο ίδιο επίπεδο. Ακόμη και ελλείψει εισαγωγών προελεύσεως Ηνωμένων Πολιτειών δεν θα μπορούσαν να υπολογίσουν, για τη γαλλική αγορά, υψηλότερες τιμές από ό,τι οι γάλλοι ανταγωνιστές τους. Το προαναφερθέν περιθώριο ζημίας θα μπορούσε ενδεχομένως να αυξηθεί προσηκόντως συμπληρωματικά ενόψει των ζημιών που υπέστησαν οι γάλλοι παραγωγοί, καθόσον οι ζημίες για το UNA είναι σημαντικότερες από τις ζημίες που υπέστησαν οι παραγωγοί αυτοί σχετικά με τα σύνθετα λιπάσματα που δεν αποτελούν αντικείμενο « ντάμπινγκ ». Οι ζημίες που υπέστησαν οι γάλλοι παραγωγοί συνεπεία της υφέσεως ή λόγω των ολλανδικών εισαγωγών δεν μπορούν να θεωρηθούν καθαυτές, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1 δεύτερη φράση, ως ζημία κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 3. Πρέπει ομοίως να αποκλειστεί η επίπτωση άλλων εισαγωγών προελεύσεως Ηνωμένων Πολιτειών επί των γαλλικών ζημιών. Οι δασμοί αντιντάμπινγκ που καθορίστηκαν για τις προσφεύγουσες δεν μπορούν, συνεπώς, να έχουν ως συνέπεια για αυτές επίπεδο τιμών εισαγωγής υψηλότερο από αυτό που είχε εφαρμοστεί για τους αμερικανούς ανταγωνιστές τους κατά το χρόνο θεσπίσεως του κανονισμού. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο δασμοί σημαντικά κατώτεροι από αυτούς που θεσπίστηκαν θα ήταν εν προκειμένω πιθανώς επαρκείς για να εξαλειφθεί η ζημία που προ-ξενήθηκε συνεπεία του ντάμπινγκ. Η αναγκαιότητα να τριπλασιαστούν ή διπλασιαστούν αντίστοιχα οι δασμοί που θεσπίστηκαν προσωρινά φαίνεται εν πάση περιπτώσει εξαιρετικά απίθανη, έτσι ώστε χωρίς αμφιβολία κακώς δεν εφαρμόστηκε το άρθρο 13, παράγραφος 3, δεύτερο μέρος. Πάντως, αυτό που έχει σημασία για το Δικαστήριο, είναι το γεγονός ότι η τριακοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλόμενου κανονισμού δεν περιέχει κανένα στοιχείο, από το οποίο να αποδεικνύεται ότι με το δασμό που θεσπίστηκε τηρήθηκε επίσης το δεύτερο όριο που προβλέπεται υποχρωτικά από το άρθρο 13, παράγραφος 3, σχετικά με το περιθώριο ζημίας, καθώς και κανένα στοιχείο, από το οποίο να καταφαίνεται ότι ακόμα και ο τριπλασιασμός ή διπλασιασμός αντιστοίχως των δασμών που θεσπίστηκαν προσωρινά δικαιολογούνταν.
Συνοψίζοντας, θεωρώ, επομένως, ότι ο τρίτος, ο πέμπτος και ο έκτος λόγος που προβάλλουν οι προσφεύγουσες και που εξετάστηκαν εδώ είναι βάσιμοι, καθόσον στηρίζονται ή επιχειρείται να στηριχθούν στην επιχειρηματολογία ότι τα συμφέροντα της Κοινότητας δεν δικαιολογούν τους οριστικούς δασμούς που θεσπίστηκαν ή τουλάχιστον ότι δεν αποδείχτηκε ότι τηρήθηκε αυτή η απαίτηση, θεωρούμενη επίσης υπό το φως του άρθρου 13, παράγραφος 3, δεύτερο μέρος. Επ' αυτού του σημείου, συμπεραίνω ότι οι προαναφερθείσες αιτιάσεις έχουν μεγάλη βαρύτητα ώστε να μπορούν να δικαιολογήσουν την ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού.
4.4. Η φερόμενη ανεπαρκής πληροφόρηαη των προοφευγουσών
Με τον πρώτο προβαλλόμενο λόγο οι προσφεύγουσες παραπονούνται ότι η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε επαρκώς με την υποχρέωση που υπέχει βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχείο β ), του βασικού κανονισμού, δηλαδή ότι έπρεπε να πληροφορήσει τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις κατά την έναρξη της έρευνας (εν προκειμένω στην αρχή της νέας έρευνας ) « για τα κύρια γεγονότα και τις εκτιμήσεις βάσει των οποίων προβλέπεται να διατυπωθεί σύσταση για την επιβολή οριστικών δασμών ή την οριστική είσπραξη των ποσών που αποτελούσαν αντικείμενο εγγυήσεως υπό μορφή προσωρινών δασμών ». Κατά την εξέταση της διατυπωθείσας αιτίασης μπορεί να μη ληφθεί υπόψη το αν καλώς ή κακώς το Συμβούλιο υποστήριξε στο υπόμνημα του αντικρούσεως ότι οι προσφεύγουσες είχαν αμελήσει να ζητήσουν από την Επιτροπή να τους ανακοινώσει αυτά τα στοιχεία ( 4 ). Ομοίως, το ζήτημα αν το άρθρο 7 προβλέπει πράγματι εν προκειμένω ( όπως ισχυρίζεται το Συμβούλιο) την υποβολή σχετικής αιτήσεως ως προκαταρκτική προϋπόθεση μπορεί να μην εξεταστεί εδώ. Είναι σαφές, πράγματι, ότι με τηλετύπημα της 17ης και 30ής Νοεμβρίου 1982 η Επιτροπή συμμορφώθηκε προς το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο β ) ( πρβλ. παραρτήματα 2 και 3 του υπομνήματος αντικρούσεως ). Στα τηλετυπήματα αυτά περιέχονται τα ουσιώδη περιστατικά, βάσει των οποίων η Επιτροπή σκεπτόταν να συστήσει τη θέσπιση οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ για τις προσφεύγουσες.
Πράγματι, εναπόκειται στο Συμβούλιο να αιτιολογήσει την οριστική απόφαση εν προκειμένω, τα δε αντίθετα επιχειρήματα που προβάλλουν οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις μπορούν επίσης να έχουν επιρροή σ' αυτή την οριστική απόφαση. Πέραν αυτού δεν είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την ανακοίνωση των « αιτιάσεων » στο πλαίσιο μιας διαδικασίας σχετικά με συμφωνίες, τα « κύρια γεγονότα και εκτιμήσεις » κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχείο β), του βασικού κανονισμού να περιέχουν ήδη τα στοιχεία της αιτιολογίας της οριστικής απόφασης ή το μέγεθος της « κύρωσης » που αντιμετωπίζεται. Αρκεί τα στοιχεία που ανακοινώνονται να καθιστούν δυνατό στους ενδιαφερομένους να ασκούν το δικαίωμα τους υπερασπίσεως ως προς τα καθοριστικής σημασίας σημεία. Από τα έγγραφα που προσεκόμισαν οι προσφεύγουσες σχετικά με την άμυνα που αντέταξαν ( παραρτήματα 12, 13 και 14 του δικογράφου της προσφυγής) και το Συμβούλιο (παράρτημα 1 της απάντησης του, της 27ης Ιουλίου 1984, στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου) συνάγεται ότι δόθηκε η δυνατότητα στις προσφεύγουσες να προβάλουν τις αντιρήσεις τους ως προς όλα τα σημεία που θεωρούν σημαντικά. Δεδομένου ότι καταφαίνεται έτσι ότι το δικαίωμα υπερασπίσεως των προσφευγουσών δεν εθίγη καίρια κατά τη διοικητική διαδικασία της έρευνας, ο προβαλλόμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως προς το σημείο αυτό.
4.5. Η φερόμενη αυθαίρετη διάκριοη σε βάρος των προαφευγουσών
Με το δεύτερο λόγο τους οι προσφεύγουσες προσάπτουν στο Συμβούλιο ότι θέσπισε τον προσβαλλόμενο κανονισμό, ενώ δεν είχε ακόμα περατωθεί η νέα διαδικασία έρευνας σχετικά με άλλες εξαγωγές από τις Η ΠΑ. Για το λόγο αυτό, ο κανονισμός έχει χαρακτήρα μέτρου που συνιστά διάκριση και οι προσφεύγουσες υπέστησαν διάκριση σε σχέση με άλλους αμερικανούς εξαγωγείς του εν λόγω προϊόντος.
Σε απάντηση σε αυτή την αιτίαση, το Συμβούλιο ορθώς υπογραμμίζει ότι τα άρθρα 7 και 14 του βασικού κανονισμού δεν αποτελούν εμπόδιο στη διενέργεια χωριστών ερευνών σχετικά με μεθόδους πρακτικής ντάμπινγκ διαφόρων επιχειρήσεων, οι οποίες διαφέρουν μεταξύ τους σε σημαντικά σημεία. Ομοίως, ορθώς το Συμβούλιο τονίζει ότι τα άρθρα 7, 10, παράγραφος 6, και 14 δεν αποτελούν εμπόδιο στη θέσπιση οριστικών μέτρων, που διαφέρουν μεταξύ τους τόσο ως προς το χρόνο θεσπίσεως όσο και ως προς το περιεχόμενο, έναντι διαφορετικών ενδιαφερομένων εξαγωγέων. Αυτό επαληθεύεται και από το ότι η νέα έρευνα επί των εξαγωγών των προσφευγουσών έπρεπε να περατωθεί εντός το πολύ τεσσάρων ή έξι μηνών λόγω των προσωρινών μέτρων που είχαν ληφθεί έναντι αυτών. Επ' αυτού του σημείου, παραπέμπω στο άρθρο 11, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού. Όσον αφορά τις άλλες εξαγωγές από τις ΗΠΑ, δεν υφίστατο τέτοια πίεση χρόνου, επειδή ως προς αυτές εξακολουθούσε να υφίσταται ένα γενικό μέτρο και ότι δεν είχαν θεσπιστεί παρόμοια μέτρα προσωρινού χαρακτήρα. Σημειώνω ακόμη γενικώς ως προς το σημείο αυτό ότι — όπως ήδη ανέπτυξα προηγουμένως — οι μέθοδοι πρακτικής ντάμπινγκ έχουν από τη φύση τους υποκειμενικό χαρακτήρα που μπορεί να καταστήσει αναγκαία τη διενέργεια έρευνας ως προς το κόστος παραγωγής και τις τιμές πωλήσεως ( στην εγχώρια αγορά και για εξαγωγή ) κάθε επιχειρήσεως, τα οποία μπορούν να διαφέρουν. Για το λόγο αυτό πρέπει επίσης να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος που προβάλλουν οι προσφεύγουσες.
Η απόρριψη αυτού του λόγου δεν θίγει βεβαίως το ενδεχόμενο ο τρόπος καθορισμού των οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ να συνιστά επίσης έναντι αυτών, θεωρούμενος εκ των υστέρων, εκτός από παράβαση των άρθρων 12 και 13 του βασικού κανονισμού, διάκριση σε βάρος των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων σε σχέση με τους άλλους αμερικανούς εξαγωγείς. Πάντως, δεν θεωρώ ότι ο δεύτερος λόγος αφορά αυτό το ενδεχόμενο. Κατ' εμέ, αφορά αποκλειστικά το χρονικό σημείο της περατώσεως της έρευνας, η οποία πρέπει αυτή καθαυτή, κατά τις προσφεύγουσες, να θεωρηθεί ως αυθαίρετη και συνιστώσα διάκριση.
5. Σύνοψη και συμπέρασμα
5.1. Σύνοφη
Στις αναλύσεις που προηγούνται κατέληξα καταρχάς στο συμπέρασμα ότι κατά τον καθορισμό των περιθωρίων ντάμπινγκ κακώς περιελήφθησαν στις αιτιολογικές σκέψεις εκτιμήσεις σχετικά με τη ζημία των προσφευγουσών. Κατά δεύτερον, προκύπτει ότι η Επιτροπή ερμήνευσε υπερβολικά συσταλτικά την έννοια « διαθέσιμα στοιχεία » που περιέχεται στο άρθρο 7, παράγραφος 7, στοιχείο β). Πάντως, κατά τη διαδικασία, καταφάνηκε ότι η εξάλειψη αυτών των σφαλμάτων δεν θα είχε ως συνέπεια αποτελέσματα ευνοϊκότερα για τις προσφεύγουσες από αυτή την άποψη. Οι αιτιάσεις που διετόπωσαν οι προσφεύγουσες σχετικώς δεν μπορούν, συνεπώς, να επιφέρουν την ακύρωση του αμφισβητούμενου κανονισμού.
Οι αναλύσεις, τις οποίες έκανα, με οδήγησαν στη συνέχεια στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος διαπιστώσεως της αιτίας της προκληθείσας ζημίας, κατά την έννοια του άρθρου 4 του βασικού κανονισμού, παρέμεινε εντός των ορίων και της ελευθερίας εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή. Η εξάλειψη των σφαλμάτων που ομοίως διαπίστωσα εδώ στο συλλογισμό που ακολούθησε η Επιτροπή και το Συμβούλιο δεν επιτρέπει επίσης το συμπέρασμα ότι η ύπαρξη ζημίας δεν καταδείχτηκε επαρκώς σύμφωνα με το άρθρο 4. Προκύπτει ότι τα προαναφερόμενα σφάλματα στη σύγκριση των τιμών ενδιαφέρουν αποκλειστικά ως προς τη οημααία της διαπιστωθείσας ζημίας. Πάντως, αν εξεταστεί ο προσβαλλόμενος κανονισμός υπό το φως του άρθρου 4 του βασικού κανονισμού, τα σφάλματα αυτά δεν μπορούν εν προκειμένω να αποτελέσουν λόγο ακυρώσεως βάσει αυτού του άρθρου. Αντιθέτως, οι αναλύσεις μου καταλήγουν
σαφώς στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι στην τριακοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη ο κανονισμός δεν αιτιολογεί τη θέσπιση οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ, κατά τρόπο ώστε, εξεταζόμενοι υπό το φως του άρθρου 12, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, οι εκτιθέμενοι λόγοι μπορούν να στηρίξουν το συμπέρασμα που συνήχθη, δηλαδή ότι τα συμφέροντα της Κοινότητας καθιστούν αναγκαία κοινοτική δράση εν προκειμένω. Εξάλλου, οι αναλύσεις μου με οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι, αντίθετα προς τις διατάξεις του άρθρου 12, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 13, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, δεν υπάρχει καμία αιτιολογία σχετικά με το συμπέρασμα που περιέχεται στην τριακοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη ως προς το ύψος των οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ που θεσπίστηκαν. Τέλος, πρέπει να συναχθεί από το εναπομένον μέρος της εξετάσεως μου ως προς τα περιστατικά που διαπιστώθηκαν και ανεκοίνωσαν αυτό το ίδιο το Συμβούλιο και η Επιτροπή ότι δασμοί αντιντάμπινγκ σημαντικά χαμηλότεροι θα επαρκούσαν πιθανώς για να εμποδίσουν τις προσφεύγουσες να συνεχίσουν την πρακτική τους ντάμπινγκ κατά του ανταγωνισμού με τις τιμές ή τουλάχιστον ότι δεν έγινε με κανένα τρόπο δεκτό ότι οι δασμοί που θεσπίστηκαν λαμβάνουν υπόψη την επιτακτική διάταξη του άρθρου 13, παράγραφος 3, τελευταίο μέρος, του βασικού κανονισμού. Συνεπώς, οι αιτιάσεις που διετύπωσαν οι προσφεύγουσες ως προς τα σημεία 59, 79, 86, 104 και 107, τελευταία φράση, στο δικόγραφο της προσφυγής, ιδίως ως προς το ύψος των δασμών αντιντάμπινγκ που θεσπίστηκαν, πρέπει να θεωρηθούν ότι είναι βάσιμες. Κατά τη γνώμη μου, οι αιτιάσεις που συνόψισα στην παρούσα παράγραφο πρέπει να επιφέρουν την ακύρωση του κανονισμού λόγω της βαρύτητας τους.
Για τους λόγους που αναπτύχθηκαν προηγουμένως πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους οι άλλες αιτιάσεις που διατύπωσαν οι προσφεύγουσες.
5.2. Συμπέρασμα
Συμπεραίνοντας, προτείνω στο Δικαστήριο:
α)
να ακυρώσει τον κανονισμό 101/83 του Συμβουλίου, της 17ης Ιανουαρίου 1983, για τη θέσπιση οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ σε ορισμένα χημικά λιπάσματα καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής
β)
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα, η δε Επιτροπή να φέρει τα έξοδα που προκλήθηκαν από την παρέμβαση της.
( *1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
( 1 ) J. F. Beseler: Die Abwehr von Dumping und Interventionen durch die Europäische Gemeinschaft. Baden-Baden, 1980.
( 2 ) Ως προς το κείμενο του κώδικα αντιντάμπινγκ στο πλαίσιο της GATT, πρβλ. Beseler, οπ. π. σ. 233.
( 3 ) Κατ' αυτό τον τρόπο λαμβάνεται υπόψη η ανακοίνωση των προσφευγουσών, δηλαδή ότι οι παραγωγοί πωλούν επίσης μέχρι 30 ο/ο της παραγωγής τους μέσω των χονδρεμπόρων.
( 4 ) Από το παράρτημα 10 του δικογράφου της προσφυγής συνάγεται ότι τουλάχιστον η Allied Corporation είχε πράγματι υποβάλει σχετική αίτηση στις 27 Αυγούστου 1982.
Full & Egal Universal Law Academy