ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 4 ΑΠΡΙΛΊΟΥ 1984 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Καλείσθε να αποφανθείτε επί προσφυγής που άσκησε η Επιτροπή κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας για παράβαση διαφόρων πρωταρχικών κανόνων: των άρθρων 30 και επ. της συνθήκης ΕΟΚ και των άρ9ρων 35 και 38 της πράξης προσχώρησης. Η παράβαση αφορά τους τρόπους της προοδευτικής κατάργησης των πληρωτέων τοις μετρητοίς ποσών επί των εισαγόμενων εμπορευμάτων.
Σύμφωνα με το άρθρο 35 της πράξης προσχώρησης, «οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών ..., καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος που υφίστανται μεταξύ της Κοινότητος ... και της Ελλάδος καταργούνται από της πορσχωρή-σεως». Το άρθρο όμως 38 προβλέπει ότι «τα ποσοστά χρηματικών καταθέσεων και τα πληρωτέα τοις μετρητοίς ποσά που ισχύουν στην Ελλάδα την 31η Δεκεμβρίου 1980, όσον αφορά τις εισαγωγές προελεύσεως των παρόντων κρατών μελών, καταργούνται προοδευτικώς κατά τη διάρκεια ... τριών ετών από την 1η Ιανουαρίου 1981 ... σύμφωνα με τον εξής ρυθμό: 1η Ιανουαρίου 1981: 25 0/0 1η Ιανουαρίου 1982: 25 % 1η Ιανουαρίου 1983: 25 % 1η Ιανουαρίου 1984: 25 ο/ο».
Με την απόφαση Ε 6/640/175 που εξέδωσε στις 23 Ιανουαρίου 1981 ο έλληνας υπουργός εμπορίου, διάφορα προϊόντα που στις 31 Δεκεμβρίου 1980 περιλαμβάνονταν μεταξύ των εμπορευμάτων για τα οποία προβλεπόταν η πληρωμή τοις μετρητοίς κατά την εισαγωγή περιελήφθησαν στον πίνακα των εμπορευμάτων των οποίων επιτρεπόταν η εισαγωγή επί πιστώσει και τα οποία επομένως είχαν ελευθερωθεί. Σύμφωνα με την ελληνική διοίκηση, οι συναλλαγές σχετικά με τα προϊόντα που είχαν απαλλαγεί από την υποχρέωση πληρωμής τοις μετρητοίς αντιπροσώπευαν το 25 ο/ο του συνολικού όγκου των εισαγωγών στην Ελλάδα: επομένως, ήταν δυνατό να ειπωθεί ότι είχαν τηρηθεί οι διατάξεις του άρθρου 38. Για το 1982 και το 1983 ελήφθησαν αποφάσεις με ανάλογο περιεχόμενο.
Μετά από διαμαρτυρία του Bureau de liaison des indutries du caoutchouc της Κοινότητας, η Επιτροπή συζήτησε τις αποφάσεις αυτές με την ελληνική κυβέρνηση στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα στις 4 και 5 Ιουνίου 1981. Στη συνάντηση εκείνη η Επιτροπή δήλωσε ότι η ετήσια μείωση του 25 °/ο έπρεπε να αναφέρεται όχι στο σύνολο των εισαγωγών, αλλά σε κάθε συγκεκριμένη εισαγωγή. Τα δύο μέρη εξάλλου συμφώνησαν: α) ότι το βάσιμο της ελληνικής άποψης θα εξακριβωνόταν βάσει των προπαρασκευαστικών εργασιών της πράξης προσχώρησης, 6) ότι η Ελλάδα έπρεπε να έχει διευκρινίσει τις «τεχνικής φύσεως» δυσκολίες που επικαλέστηκε για να δικαιολογήσει τον τρόπο με τον οποίο εφάρμοσε το άρθρο 38.
Με έγγραφο της 1ης Οκτωβρίου 1981 η Επιτροπή γνωστοποίησε στην ελληνική Μόνιμη Αντιπροσωπία στις Κοινότητες ότι η πολιτική που ακολουθούσε η κυβέρνηση της δεν επιβεβαιωνόταν από τις προπαρασκευαστικές εργασίες και επομένως έπρεπε να θεωρηθεί αυθαίρετη. Η Αντιπροσωπία της απάντησε με έγγραφο της 9ης Οκτωβρίου, με το οποίο δήλωνε ότι ο τρόπος με τον οποίο η Ελλάδα εφάρμοζε το άρθρο 38 βασίζεται:
α)
στο γράμμα της διάταξης αυτής, το οποίο δεν αναφέρει ότι η μείωση του 25% πρέπει να αναφέρεται σε κάθε συναλλαγή χωριστά,
β)
στους σκοπούς της μεταβατικής περιόδου που προβλέπεται από τη διάταξη. Με την περίοδο αυτή επιδιώκεται η προστασία της ελληνικής οικονομίας από την επίδραση των κοινοτικών εταίρων με την ισχυρότερη βιομηχανία, πράγμα που επιβάλλει να ερμηνευτεί η διάταξη υπό την έννοια που να ευνοεί περισσότερο τον αδύνατο συμβαλλόμενο,
γ)
στις πρακτικές δυσχέρειες που ανακύπτουν από το περίπλοκο της ελληνικής νομοθεσίας ως προς τις εισαγωγές εμπορευμάτων. Η νομοθεσία αυτή προβλέπει διαφορετικές προθεσμίες για την πληρωμή των εισαγωγών, ανάλογα με το αν πρόκειται για πράξεις τοις μετρητοίς ή επί πιστώσει ή για τον εκτελωνισμό.
Μετά από αυτά η Επιτροπή κίνησε, με έγγραφο της 24ης Μαρτίου 1982, τη διαδικασία του άρθρου 169 της συνθήκης ΕΟΚ και στις 25 Οκτωβρίου εξέδωσε την αιτιολογημένη γνώμη με την οποία έδινε στην Ελλάδα προθεσμία δύο μηνών για να συμμορφωθεί. Με έγγραφο εξάλλου της 22ας Φεβρουαρίου 1983 η Ελλάδα ενέμεινε στην άποψη της. Η Επιτροπή τότε προσέφυγε στο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 169, δεύτερη παράγραφος, κατέθεσε δε το δικόγραφο της προσφυγής της στις 11 Απριλίου 1983.
2.
Στο υπόμνημα αντικρούσεως η Ελλάδα επαναλαμβάνει τα τρία επιχειρήματα που είχε ήδη προβάλει πριν αρχίσει η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ας τα εξετάσουμε ένα προς ένα, αρχίζοντας με το γράμμα του άρθρου 38.
Σύμφωνα με την ελληνική κυβέρνηση, η γαλλική και η ελληνική απόδοση της διάταξης αυτής περιέχουν την έκφραση «πληρωτέα τοις μετρητοίς ποσά», χωρίς να διευκρινίζουν αν η μείωση αναφέρεται σε κάθε συναλλαγή ή στο σύνολο των εισαγωγών. Δεν μπορεί άλλωστε να ειπωθεί ότι είναι σαφέστερο το αγγλικό κείμενο («the rate of import deposits and cash payments shall be reduced»). Λόγω αυτής της αβεβαιότητας η Ελλάδα θεώρησε ότι ήταν θεμιτή η μεταφορά στον πίνακα των εμπορευμάτων που μπορούσαν να εισαχθούν επί πιστώσει ορισμένου αριθμού προϊόντων για τα οποία υπήρχε, κατά το χρόνο της προσχώρησης, υποχρέωση πληρωμής τοις μετρητοίς. 'Ετσι επιτεύχθηκε η συνολική μείωση κατά 25 % των πληρωτέων τοις μετρητοίς ποσών.
Για να στηρίξει ακόμη περισσότερο το επιχείρημα αυτό, η καθής επικαλείται στη συνέχεια τις προπαρασκευαστικές εργασίες της πράξης προσχώρησης. Υπογραμμίζει δε ιδιαίτερα ότι, σύμφωνα με τα πρακτικά της έκτης υπουργικής Συνόδου διαπραγματεύσεων (3 Απριλίου 1978), «η σταδιακή εξάλειψη των δύο αυτών συστημάτων θα πραγματοποιηθεί σε περίοδο τριών ετών μετά την προσχώρηση, υπό την επιφύλαξη συμφωνίας ως προς τις τεχνικές λετομέ-ρειες εφαρμογής κατά τις οποίες θα επέλθει η εξάλειψη» (Σύν. Ελλάδας-ΕΟΚ, έγγραφο 21/8). Δεν προδικάζεται δηλαδή η επιλογή των τεχνικών λεπτομερειών εφαρμογής-άρα η Ελλάδα είναι ελεύθερη να θεσπίσει αυτές που ανταποκρίνονται περισσότερο στα συμφέροντά της.
Η άποψη αυτή δεν με πείθει. Η διατύπωση του άρθρου 38 δεν είναι πράγματι πολύ επιτυχημένη και εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται δυνατό να προσδιοριστεί σε τι αναφέρεται η μείωση κατά 25 %. Αν όμως το άρθρο αυτό ερμηνευτεί τελολογικά, τότε φωτίζονται τα σκοτεινά σημεία του. Το άρθρο αυτό αποτελείται ως γνωστό από δύο παραγράφους. Η πρώτη ορίζει ότι τα πληρωτέα τοις μετρητοίς ποσά πρέπει να καταργηθούν προοδευτικά στο διάστημα μιας τριετίας (1η Ιανουαρίου 1981-1η Ιανουαρίου 1984). Η δεύτερη προσδιορίζει τη λήξη κατ' έτος της προθεσμίας και το ύψος των διαδοχικών μειώσεων (25 ο/ο). Η διάταξη αυτή παρεκκλίνει επομένως από την αρχή που καθιερώνει το άρθρο 35, προκειμένου να αποφευχθούν ζημίες της εθνικής βιομηχανίας, και αποβλέπει στη βαθμιαία ελευθέρωση του εμπορίου μεταξύ της Ελλάδας και των άλλων εννέα κρατών μελών.
Υπό το πρίσμα όμως ακριβώς της βαθμιαίας αυτής εξέλιξης — που προσιδιάζει άλλωστε σε κάδε μεταβατική περίοδο — πρέπει να εξεταστεί το πρόβλημά μας. Ας υποθέσουμε ότι η ελληνική άποψη είναι ορθή: δηλαδή ότι κατά τις τέσσερις ημερομηνίες λήξης των ετήσεων προθεσμιών είναι θεμιτή η μείωση κατά 25 % από την άποψη της υποχρέωσης πληρωμής τοις μετρητοίς της συνολικής αξίας των εισαγωγών, με τη μεταφορά εμπορευμάτων από τους «προστατευμένους» πίνακες στον «ελευθερωμένο» πίνακα. Στο τέλος της τριετίας θα απομείνει ορισμένος αριθμός προϊόντων (τα πιο ευαίσθητα) για τα οποία θα ισχύει ακόμη η υποχρέωση αυτή: εκτός αν η υποχρέωση αυτή — και να ποιο είναι το ζήτημα — καταργηθεί πλήρως από την 1η Ιανουαρίου 1984, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 35 και 38. Με άλλα λόγια, η ελληνική οικονομία θα βρεθεί ξαφνικά — και μάλιστα, επαναλαμβάνω, όσον αφορά τα πιο ευαίσθητα προϊόντα — εκτεθειμένη στο acquis communautaire (κοινοτικό κεκτημένο) στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
Αντίθετα, η μεταβατική περίοδος και η προοδευτική μείωση των περιορισμών των εισαγωγών προβλέφθηκαν ακριβώς για να προετοιμαστεί η ελληνική οικονομία για τη σύγκρουση αυτή. Επομένως, ο μόνος τρόπος για τη βαθμιαία εξάλειψη των περιορισμών αυτών συνίσταται στην εφαρμογή σε όλα τα προϊόντα της ετήσιας μείωσης της υποχρέωσης πληρωμής τοις μετρητοίς της συνολικής αξίας: και το αποτέλεσμα αυτό επιτυγχάνεται ακριβώς μόνο με τη μείωση της παραπάνω υποχρέωσης για κάθε συγκεκριμένη συναλλαγή.
Όσον αφορά τις προπαρασκευαστικές εργασίες, η επίκληση τους δεν μου φαίνεται ότι αποδεικνύει και πολλά. Το απόσπασμα των πρακτικών της υπουργικής συνόδου, στο οποίο η ελληνική υπεράσπιση αποδίδει τέτοια σημασία, αποτέλεσε την πρώτη παράγραφο του άρθρου 38. Είναι αλήθεια ότι στη φάση εκείνη των διαπραγματεύσεων είχαν οριστεί μόνο η αρχή της βαθμιαίας κατάργησης και η διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, ενώ δεν υπήρχε συμφωνία ως προς τις τεχνικές μεθόδους εφαρμογής. Αλλά το να συναχθεί από αυτό ότι δεν υπήρξε ποτέ συμφωνία, η απόσταση είναι μεγάλη. Λίγο καιρό αργότερα επιτεύχθηκε συμφωνία, από την οποία ακριβώς προήλθε η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 38, στην οποία ορίζονται τα ποσοστά της μείωσης και οι ετήσιες προθεσμίες. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι τα ποσοστά αυτά και οι προθεσμίες δεν εξαντλούν όλο το φάσμα των λεπτομερειών εφαρμογής του άρθρου 38 και ότι επομένως στην Ελλάδα απομένει κάποια διακριτική ευχέρεια ως προς την εφαρμογή, μου φαίνεται προφανές ότι η Ελλάδα θα έπρεπε παρ' όλα αυτά να είχε πάντοτε συμμορφωθεί με το παραπάνω κριτήριο ως προς την προοδευτική εξάλειψη των περιορισμών.
3.
Το δεύτερο επιχείρημα αναφέρεται στους σκοπούς της μεταβατικής περιόδου, οι οποίοι επιβάλλουν να ερμηνευτεί ευνοϊκά η διάταξη για την Ελλάδα. Εφόσον αυτή η περίοδος προβλέφθηκε υπέρ αυτής, θα πρέπει η Ελλάδα να διαθέτει και ορισμένη ευχέρεια για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που είναι συναφείς με την περίοδο αυτή.
Αλλά και αυτό το μέσο άμυνας, όπως συνοψίστηκε πιο πάνω, είναι αβάσιμο. Δεν αρνούμαι βέβαια ότι η μεταβατική περίοδος προβλέφθηκε υπέρ της Ελλάδας. Νομίζω όμως ότι έχω ήδη αποδείξει ότι ο τρόπος με τον οποίο η Ελλάδα εκπλήρωσε τις σχετικές υποχρεώσεις έχει αντίθετες συνέπειες από τις συνέπειες στις οποίες απέβλεπε η καθιέρωση της μεταβατικής περιόδου.
4.
Το τρίτο επιχείρημα στηρίζεται στις τεχνικές δυσχέρειες που εμποδίζουν την εφαρμογή της ετήσιας μείωσης σε κάθε συναλλαγή. Οι δυσχέρειες αυτές προκαλούνται από το περίπλοκο σύστημα που ισχύειύ (προθεσμίες πληρωμής και εκτελωνισμού, τραπεζικές εργασίες, έκδοση αδειών εισαγωγής, κλπ.).
Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι ορισμένες από αυτές τις δυσχέρειες είναι πραγματικές. Πραγματικές όμως δεν σημαίνει, όπως τονίζει η Επιτροπή, αρκετές για να δικαιολογηθεί η μη εκπλήρωση κοινοτικής υποχρέωσης από την Ελλάδα. Τη γνώμη αυτή πρέπει να συμμεριστούμε, επειδή επίσης επιβεβαιώνεται από πάγια πλέον νομολογία σας. «Οι πρακτικής φύσης δυσκολίες ... ως προς την εφαρμογή» — έχετε δεχτεί — «δεν επιτρέπουν στα κράτη μέλη να απαλλάσσονται μονομερώς από την τήρηση των υποχρεώσεων τους» (απόφαση της 7. 2. 1979, υπόθεση 128/78, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Race. 1979, σ. 419, σκέψη 10). «Τα κράτη μέλη» — προσθέσατε — «δεν μπορούν να επικαλούνται διατάξεις ή την πρακτική που ακολουθούν στην εσωτερική έννομη τάξη τους ... ή πραγματικές καταστάσεις σε εθνικό επίπεδο για να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων τους» (αποφάσεις της 2. 12. 1980, υποθέσεις 42/80 και 43/80, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Race. 1980, σ. 3635 και 3643, σκέψη 4 — της 1. 3. 1983, υπόθεση 301/81, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1983, σ. 467).
5.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης ανέφερε ότι, σύμφωνα με δηλώσεις που έκανε ο υπουργός εμπορίου στις 3 Ιανουαρίου 1984, το αμφισβητούμενο σύστημα καταργήθηκε από την 1η Ιανουαρίου 1984. Η αναγνώριση της παράβασης δεν θα είχε επομένως πρακτικά αποτελέσματα.
Ακόμη μια φορά διαφωνώ. Ας δεχτούμε έστω ότι η ρύθμιση που προσάπτεται στην Ελλάδα καταργήθηκε πράγματι (η Επιτροπή πάντως αμφιβάλλει). Παραμένει αναμφισβήτητο ότι για τρία χρόνια η ελληνική κυβέρνηση παρέβη τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 38, προστατεύοντας ορισμένους βιομηχανικούς τομείς μέσω επιλεκτικού περιορισμού των εισαγωγών. Η Επιτροπή εξάλλου επανέλαβε ότι έχει ίδιο συμφέρον για την αναγνώριση της παράβασης αυτής.
6.
Ενόψει των συλλογισμών που ανέπτυξα μέχρι εδώ, θεωρώ ότι η ελληνική κυβέρνηση, έχοντας διατηρήσει για ορισμένα εμπορεύματα την υποχρέωση πληρωμής τοις μετρητοίς της συνολικής αξίας τους κατά την εισαγωγή, δεν εξάλειψε προοδευτικά τους ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών ως προς τα προϊόντα αυτά, όπως της επέβαλε το άρθρο 38 της πράξης προσχώρησης. Οι αποφάσεις που έλαβε είχαν ως αποτέλεσμα τον επιλεκτικό περιορισμό των εισαγωγών, μέτρο που απαγορεύεται από το άρθρο 35 της πράξης προσχώρησης και 30 της συνθήκης ΕΟΚ.
Προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την πράξη προσχώρησης και τη συνθήκη ΕΟΚ.
Η καθής κυβέρνηση πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, εφόσον ηττηθεί.
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy