ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 21 ΜΑΡΤΊΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι όικαοτές,
Η βελγική εταιρεία Goeminne Hout NV είναι, όπως προκύπτει, κομιστής δύο φορτωτικών που αναφέρονται σε φορτία ξυλείας τα οποία είχε αγοράσει και τα οποία είχαν αποσταλεί από τον Καναδά. Όταν η ξυλεία έφτασε στην Αμβέρσα στις 7 Σεπτεμβρίου 1976, βρέθηκε ότι ένα μέρος της έλειπε. Η εταιρεία και οι πράκτορες της ενήγαγαν, όπως προκύπτει, τον πλοιοκτήτη στο εμπο-ροδικείο της Αμβέρσας. Τους αντιτάχθηκε η ένσταση ότι οι φορτωτικές περιείχαν τη διάταξη «4 (e) οποιαδήποτε διαφορά ανακύψει από την παρούσα φορτωτική θα κριθεί από τα δικαστήρια του Αμβούργου» και ότι, κατά συνέπεια, δυνάμει του άρθρου 17 της σύμβασης των Βρυξελλών για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, τα δικαστήρια της Αμβέρσας στερούνταν διεθνούς δικαιοδοσίας. Το εμποροδικείο καθώς και το Εφετείο στις 7 Οκτωβρίου 1981, απέρριψαν την ένσταση αυτή. Όταν το ζήτημα έφτασε ενώπιον του Ακυρωτικού (Hof van cassatie), το δικαστήριο αυτό ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως εν αναμονή της εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως από το Δικαστήριο επί του εξής ερωτήματος:
«Η φορτωτική, την οποία ο θαλάσσιος μεταφορέας παραδίδει στο φορτωτή, μπορεί, ενόψει των γενικώς κρατούντων στον τομέα αυτό συναλλακτικών ηθών, να 9εωρηθεί ως “γραπτή συμφωνία” ή ως “συμφωνία με γραπτή επιβεβαίωση” μεταξύ των μερών κατά την έννοια του άρθρου 17 της σύμβασης ... και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ισχύει αυτό και έναντι του τρίτου κομιστή της φορτωτικής;»
Το άρθρο 17, που εισάγει εξαίρεση από το γενικό κανόνα ότι τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους ενάγονται εκεί και από τις ειδικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας κατά τα άρθρα 5 και 6 για ορισμένες ενοχές, παρέχει, με την επιφύλαξη εξαιρέσεων, αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία στα δικαστήρια συμβαλλόμενου κράτους, αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους συμφώνησαν, είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση (αγγλικό κείμενο: «by agreement in writing or by an oral agreement evidenced in writing», ότι τα δικαστήρια αυτά θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση.
Στο γαλλικό κείμενο, το οποίο νομίζω ότι είναι παρόμοιο με τα κείμενα άλλων γλωσσών, η φράση αυτή έχει ως εξής: «par une convention écrite ou par une convention verbale confirmée par écrit». Δεν νομίζω ότι μια διάκριση μεταξύ «evidenced in writing» (αποδεικνυόμενη εγγράφως) και «confirmée par écrit» (με γραπτή επιβεβαίωση) θα ήταν χρήσιμη στην υπό κρίση διαφορά.
Το άρ9ρο 17 τροποποιήθηκε από τη σύμβαση προσχωρήσεως στη σύμβαση των Βρυξελλών της Δανίας, Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, που φέρει χρονολογία 9 Οκτωβρίου 1978. Στο μέτρο που αφορά την υπόθεση, η συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει, σύμφωνα με την τροποποίηση, «να καταρτισθεί είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση, είτε, στο διεθνές εμπόριο υπό τύπο ανταποκρινόμενο στις συνήθειες του διεθνούς εμπορίου που τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν». Επειδή όμως η τροποποίηση αυτή δεν έχει τεθεί ακόμη σε ισχύ, νομίζω ότι δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση των τύπων που απαιτούνται για την απόδειξη της συμφωνίας ως προς τη διεθνή δικαιοδοσία.
Το άρθρο, όπως έχει, επιβάλλει επομένως να αποδεικνύεται η σύμπτωση βουλήσεων ως προς τη ρήτρα επιλογής διεθνούς δικαιοδοσίας και ορίζει με ποιους τρόπους αποδεικνύεται αυτή η σύμπτωση βουλήσεων. Κατά πόσο υπήρξε πράγματι συμφωνία ως προς την επιλογή διεθνούς δικαιοδοσίας, η έκταση και το αποτέλεσμα της ρήτρας που συνομολογήθηκε και η επίλυση της διαφοράς μεταξύ των μερών είναι ζητήματα που πρέπει να κρίνει το εθνικό δικαστήριο σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο. Το τι μπορεί να συνιστά «γραπτή συμφωνία» ή προφορική συμφωνία «με γραπτή επιβεβαίωση», με άλλα λόγια πώς μπορεί να αποδειχτεί η συμφωνία, είναι ζήτημα κοινοτικού δικαίου που κρίνεται αμετάκλητα από το παρόν Δικαστήριο. Αλλιώς, οι προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 17 ως προς τον τύπο θα μπορούσαν να ερμηνεύονται διαφορετικά από τα δικαστήρια των διαφόρων κρατών μελών και δεν θα επιτυγχανόταν έτσι ο βαθμός ομοιομορφίας τον οποίο επιδιώκει η σύμβαση.
Κατά συνέπεια, νομίζω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο βάσει της συμβάσεως να κρίνει το ευρύ ζήτημα αν η φορτωτική συνιστά εν γένει — και πολύ περισσότερο αν συνιστά στην υπό κρίση υπόθεση — σύμβαση μεταφοράς ή γραπτή απόδειξη περί υπάρξεως προφορικής συμβάσεως μεταφοράς, ή αν, όπως υποστηρίζεται, αποτελεί απλή απόδειξη παραλαβής για τα αποστελλόμενα εμπορεύματα ή έγγραφο που ενσωματώνει την κυριότητα ξεχωριστό από τη σύμβαση μεταφοράς. Αυτό παραμένει ζήτημα εθνικού δικαίου. Το μοναδικό υπό κρίση ζήτημα είναι αν η φορτωτική μπορεί να συνιστά ή να παρέχει απόδειξη συμφωνίας διεθνούς δικαιοδοσίας.
Εξετάζοντας αυτού του είδους το ζήτημα που προκύπτει από τη σύμβαση, το Δικαστήριο έχει ήδη δεχτεί ότι ο βασικός κανόνας είναι ότι τα δικαστήρια συμβαλλόμενου κράτους τότε μόνο αποκτούν εγκύρως διεθνή δικαιοδοσία, όταν η σύμπτωση της βούλησης των μερών περί αυτού «εκδηλώνεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο». «Ο τύπος που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 17 αποσκοπεί να διασφαλίσει ότι η σύμπτωση της βούλησης των μερών είναι πράγματι αποδεδειγμένη» (υπόθεση 24/76, Estasis Salotti κατά RÜWA, [1976] ECR 1831, και υπόθεση 25/76, Galeries Segoura κατά Bonakdarían, ομοίως σ. 1851). Η προϋπόθεση της αληθούς σύμπτωσης βουλήσεων πληρούται, επομένως, είτε όταν η ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας περιέχεται στο ίδιο το έγγραφο με το οποίο καταρτίστηκε η σύμβαση ή στο έγγραφο που προβάλλεται προς απόδειξη της σύμβασης, είτε όταν στο έγγραφο αυτό γίνεται ρητή αναφορά στη ρήτρα ή η ρήτρα περιέχεται μεταξύ όρων που έχουν σαφώς και ρητώς ενσωματωθεί στη συμφωνία. Πρέπει να γίνεται προσήκουσα και σαφής μνεία περί της υπάρξεως όρων στους οποίους περιλαμβάνεται και ρήτρα επιλογής διεθνούς δικαιοδοσίας, της οποίας ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί ευχερώς να λάβει γνώση. Αν συνήφθη προφορική συμφωνία, που ρητά περιλαμβάνει όρους μεταξύ των οποίων και ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας, η γραπτή απόδειξη πρέπει να αναφέρεται στους όρους αυτούς είτε ρητά είτε κατά τη γνώμη μου και σιωπηρά. Μπορεί, όμως, να μην απαιτείται η τήρηση αυτών των βασικών κανόνων, αν υπάρχουν διαρκείς εμπορικές σχέσεις μεταξύ των μερών, στις οποίες έχει περιληφθεί και η ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας, και εφόσον 9α αποτελούσε κακόπιστη συμπεριφορά για έναν συμβαλλόμενο να επικαλεστεί τη μη τήρηση του τύπου που ορίζει το άρθρο 17. Βλέπε, πέρα από τις δύο προαναφερθείσες υποθέσεις, υπόθεση 23/78, Meetb κατά Glacetal [1978/ECR 2133, σκέψη 5· υπόθεση 784/79, Porta-Leasing κατά Prestige International [1980] ECR 1517, σκέψεις 5-7 υπόθεση 150/80, Ele/anten Sc/mb κατά Jacqmain, Συλλογή 1981, σ. 1671, σκέψεις 25 και 26' και υπόθεση 201/82, Gerling Konzern Speziale Kreditversicherung κατά Amministrazione del Tesoro,14 Ιουλίου 1983, σκέψεις 14, 15, 17, 18 και 20.
Συνοψίζοντας, λοιπόν, θεωρώ ότι οι τυπικές προϋποθέσεις τηρούνται, αν ο συμβαλλόμενος γνώριζε πράγματι ότι περιλαμβανόταν ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας ή αν του δηλώθηκε ότι περιεχόταν τέτοια ρήτρα και είχε ευχερώς τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου της.
Αυτή η συμφωνία ως προς τη διεθνή δικαιοδοσία μπορεί είτε να βρίσκεται στην αρχική σύμβαση μεταξύ των μερών (πώληση εμπορευμάτων, θαλάσσια μεταφορά, μίσθωση ακινήτου), είτε να εισαχθεί με τροποποίηση της αρχικής σύμβασης, είτε να περιέχεται σε ξεχωριστή σύμβαση που ορίζει διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση συγκεκριμένων διαφορών. Η ρήτρα ισχύει μόνο επί διαφορών που συνδέονται με τη συγκεκριμένη έννομη σχέση την οποία αφορά η συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας, αν και ενδέχεται να περιλαμβάνει και τις διαφορές ως προς τα δικαιώματα τρίτων που απορρέουν από την αρχική συμφωνία (υπόθεση 201/82, Gerling, ανωτέρω).
Η διαφορά στην προκειμένη υπόθεση αφορά τον κομιστή φορτωτικής και το μεταφορέα. Εφόσον η μεταξύ τους σχέση εξαρτάται από το αν η επίδικη ρήτρα στη φορτωτική είναι έγκυρη κατά την έννοια του άρθρου 17 μεταξύ του φορτωτή και του μεταφορέα, αυτό το τελευταίο αμφισβητούμενο ζήτημα εξετάστηκε, και νομίζω ότι πρέπει να εξεταστεί, πρώτο.
Θεωρώ άτοπο να υποστηριχτεί ότι μια φορτωτική σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αποτελεί γραπτή συμφωνία ή γραπτή επιβεβαίωση συμφωνίας μεταξύ φορτωτή και μεταφορέα, προκειμένου να αποδειχτεί η ύπαρξη ρήτρας διεθνούς δικαιοδοσίας κατά την évvota του άρθρου 17. Αυτό εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά και την έννομη σχέση που δημιουργείται με την έκδοση και την αποδοχή της φορτωτικής.
Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν είναι δυνατό να δοθεί ακριβής απάντηση στο ερώτημα βάσει των πραγματικών περιστατικών, εφόσον η απόφαση περί παραπομπής δεν περιέχει διαπιστώσεις σχετικές με ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, ούτε παραθέτει διαπιστώσεις (αν υπήρξαν) των κατώτερων δικαστηρίων. Εν προκειμένω τα πραγματικά περιστατικά είναι πολύ λιγότερο σαφή από ό,τι ήταν στις άλλες υποθέσεις στις οποίες παρέπεμψα. Λυπούμαι που έτσι έχουν τα πράγματα, για τους λόγους που ανέπτυξα στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως 227/81, Aubin κατά Unedic (Συλλογή 1982, σ. 1991, στη σ. 2008).
'Ετσι, για παράδειγμα, οι φορτωτικές, όπως εκδόθηκαν, αναφέρουν ένα φορτωτή και ένα μεταφορέα με διευθύνσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες' δεν διαπιστώνεται ότι κάποιος από τους δύο έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους, ο δε εναγόμενος μεταφορέας έχει άλλο όνομα από το μεταφορέα που αναγράφεται στη φορτωτική. Προτού τύχει οιασδήποτε εφαρμογής το άρθρο 17, πρέπει λοιπόν το εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει αν ο αρχικός φορτωτής ή μεταφορέας είχε την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους. Αν κανείς από τους δύο δεν είχε τέτοια κατοικία, πρέπει το εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει αν υπάρχει ξεχωριστή σύμβαση μεταξύ κομιστή και μεταφορέα, με την οποία ενσωματώνεται στη φορτωτική η ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας. Αν δεν υπάρχει τέτοια σύμβαση, ανακύπτει το ερώτημα αν υπ' αυτές τις περιστάσεις ο κομιστής (που έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους) υποκαθίσταται βάσει του εθνικού δικαίου στη θέση του φορτωτή διά της μεταβιβάσεως της φορτωτικής και αν τελεί πράγματι εν γνώσει της ρήτρας διεθνούς δικαιοδοσίας (ή αν του γνωστοποιήθηκε προσηκόντως η ύπαρξη της, ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να πληροφορηθεί ευχερώς το περιεχόμενο της). Αν πράγματι ο κομιστής έχει υποκαταστήσει το φορτωτή και του έχει γνωστοποιηθεί ή γνωρίζει ο ίδιος την ύπαρξη ή το περιεχόμενο της ρήτρας, τότε ανακύπτει επίσης το ερώτημα αν η προκύπτουσα συμβατική σχέση εμπίπτει στο άρθρο 17. Το ζήτημα αυτό δεν θίχτηκε και, εφόσον ενδέχεται να μην είναι αυτή η κρίσιμη σχέση που πρέπει να εξεταστεί, νομίζω ότι δεν είναι αναγκαίο να επιλυθεί. Εκ πρώτης όψεως νομίζω ότι, όταν ο κομιστής, που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, υποκαθίσταται στη θέση του ενός από τους δύο συμβαλλόμενους που δεν έχουν την κατοικία τους εκεί, η συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας με τον κομιστή δεν εμπίπτει στο άρθρο 17.
Όπως προκύπτει από τα αντίγραφα των φορτωτικών που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο, μια εταιρεία υπό την επωνυμία America Lumber International Inc., με διεύθυνση στην Πενσυλβανία, ΗΠΑ, φόρτωσε την ξυλεία επί του πλοίου «Tilly Russ» στο Τορόντο του Καναδά. Οι φορτωτικές εκδόθηκαν από την Tolmar International Inc., με διεύθυνση στο Cleveland, Ohio, και ενήργησε ως πράκτορας του μεταφορέα, της Europe Canada Lakes Line, Ernest Russ North America Inc., Σικάγο.
Η σελίδα 1 των φορτωτικών φέρει την επικεφαλίδα «Europe Canada Lakes Line, Ernest Russ, Hamburg». Η φορτωτική περιγράφεται ως «Φορτωτική μικρού σχήματος (δεν μεταβιβάζεται εκτός αν παραδοθεί “εις διαταγήν”)», παραπέμπει δε στους όρους της «Φορτωτικής μεγάλου σχήματος» του μεταφορέα, τους οποίους και ενσωματώνει. Τα τυπογραφικά στοιχεία είναι μικρά, αλλά η ρήτρα 4 φέρει με μεγάλα στοιχεία την επικεφαλίδα «Ευθύνη και δικαιοδοσία». Η ρήτρα 4 (a) παραπέμπει, επί μεταφοράς εμπορευμάτων από καναδικό λιμένα, στις διατάξεις του Water Carriage of Goods Act [Νόμου περί θαλάσσιας μεταφοράς εμπορευμάτων] του Καναδά του 1936. Η ρήτρα 4 (e) ορίζει ότι οποιαδήποτε διαφορά ανακύψει από τη φορτωτική θα κριθεί από τα δικαστήρια του Αμβούργου και, «εφόσον η παρούσα φορτωτική δεν ορίζει άλλως, σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο». Στο κάτω μέρος της σελίδας 1 υπάρχει η ένδειξη «Οι όροι συνεχίζονται στην οπίσθια όψη». Η οπίσθια όψη (με την ένδειξη σελίδα 2) περιέχει λεπτομερή στοιχεία για τη φόρτωση, συμπληρωμένα με γραφομηχανή. Στη θέση του παραλήπτη υπάρχει η μνεία «εις διαταγήν του φορτωτή», η βελγική όμως Goeminne Hout αναγράφεται στο πλαίσιο «notify party» («να ειδοποιηθεί»). Οι φορτωτικές φαίνεται να χρονολογήθηκαν στο Cleveland, στις 16 Αυγούστου 1976.
Με την παραπεμπτική απόφαση ζητείται από το Δικαστήριο να κρίνει «ενόψει των γενικώς κρατούντων στον τομέα αυτό συναλλακτικών ηθών». Τα συναλλακτικά αυτά ήθη μπορούν το πολύ-πολύ να χρησιμεύσουν 6οη0ητικά στο Δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει αν, σύμφωνα με το εν ισχύι κείμενο του άρθρου 17, τα στοιχεία που έχει στη διάθεση του μπορεί να συνιστούν γραπτή συμφωνία ή γραπτή επιβεβαίωση προφορικής συμφωνίας περί διεθνούς δικαιοδοσίας. Δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διασταλτική ερμηνεία της διάταξης.
Αυτά τα γενικώς κρατούντα συναλλακτικά ήθη εν πάση περιπτώσει δεν προσδιορίζονται και μεταξύ των διαδίκων στην υπό κρίση διαφορά δεν υπάρχει συμφωνία ούτε ως προς αυτά ούτε ως προς τις συνήθειες στην περιοχή των Μεγάλων Λιμνών.
Έτσι ο δικηγόρος της Goeminne Hout ισχυρίζεται ότι, σε μια περίπτωση όπως η υπό κρίση, στην οποία δεν υπάρχει ναυλοσύμφωνο, η σύμβαση μεταφοράς συνάπτεται στην πράξη με ανταλλαγή τηλετυπημάτων μεταξύ φορτωτή και ναυτικού πράκτορα, με την οποία απλώς «κρατούν» χώρο στο πλοίο για το φορτίο. Η φορτωτική εκδίδεται μετά τη σύναψη της σύμβασης. Δεδομένου ότι στην υπό κρίση περίπτωση αναφέρει τ εμπορεύματα ως «on board» (φορτωθέντα), εκδόθηκε μετά τη φόρτωση. Ο δικηγόρος της Goeminne Hout ισχυρίζεται ότι ο φορτωτής και οι πράκτορες του δεν υπέγραψαν τη φορτωτική. Το γεγονός όμως ότι το «μη μεταβιβάσιμο αντίγραφο» που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο δεν είναι υπογεγραμμένο δεν αποδεικνύει, κατά τη γνώμη μου, ότι το πρωτότυπο δεν έφερε υπογραφή και σφραγίδα. Επιπλέον, αν και δεν υπάρχει θέση για την υπογραφή του φορτωτή, φαίνεται ότι έχει τεθεί επί της φορτωτικής με σφραγίδα το όνομα και η διεύθυνση του πράκτορα του φορτωτή «Seaway Forwarding Corporation».
Οι γραπτές παρατηρήσεις της Ιταλικής Δημοκρατίας φαίνεται να ξεκινούν από την αφετηρία ότι ένα αντίγραφο της φορτωτικής υπογράφεται από το φορτωτή και φυλάσσεται από το μεταφορέα και ένα άλλο υπογράφεται από το μεταφορέα και φυλάσσεται από το φορτωτή. Η Επιτροπή, από την άλλη πλευρά υποστηρίζει την άποψη του κομιστή ότι ο φορτωτής δεν γνωρίζει τους όρους της φορτωτικής, την οποία στην πράξη σπανίως υπογράφει, κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης μεταφοράς, ούτως ώστε μια ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας τότε μόνο είναι έγκυρη, όταν ο φορτωτής την αποδέχεται ρητά και γραπτά.
Ο δικηγόρος του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι, κατά τη συνήθη πρακτική στο Λονδίνο, αγοράζονται από τα χαρτοπωλεία έντυπα υποδείγματα φορτωτικής, που εκδίδονται από διάφορες ναυτιλιακές εταιρείες, και ότι ο πράκτορας του φορτωτή συχνά διαθέτει απόθεμα από τα έντυπα αυτά. Ο φορτωτής ή ο πράκτορας του συμπληρώνει τις άγραφες στήλες της φορτωτικής και την προσκομίζει στον πράκτορα του μεταφορέα, ο οποίος την υπογράφει για λογαριασμό του μεταφορέα και την επιστρέφει στο φορτωτή ή τον πράκτορα του (βλ. επίσης Heskell κατά Continental Express Ltd. [1950] 1 AER 1033 στη σ. 1037, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη της πρακτικής αυτής από το δικαστή Devlin). Επειδή δε οι επίδικες φορτωτικές εκδόθηκαν στο Cleveland, Ohio, είναι σκόπιμο να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την «American Jurisprudence», δεύτερη έκδοση. Τόμος 13, «Carriers», παράγραφος 276,«είναι σύνηθες ο φορτωτής που πραγματοποιεί συχνές αποστολές να έχει στην κατοχή του άγραφες φορτωτικές, τις οποίες συμπληρώνει ο ίδιος και προσκομίζει προς υπογραφή στο μεταφορέα κατά το χρόνο της παράδοσης των εμπορευμάτων».
Ενόψει αυτών των διαφορετικών απόψεων ως προς την εξέλιξη των πραγματικών περιστατικών, επί των οποίων αρμόδιο να αποφανθεί είναι το εθνικό δικαστήριο, νομίζω ότι το μόνο που μπορεί να λεχθεί σε απάντηση του πρώτου σκέλους του προδικαστικού ερωτήματος είναι το εξής.
Αν βάσει του εθνικού δικαίου η φορτωτική αποτελεί τη σύμβαση μεταφοράς και αν η ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας περιελήφθη σαφώς σ'αυτήν κατά τρόπο που έχει ήδη καθορίσει το παρόν Δικαστήριο, η ρήτρα είναι έγκυρη.
Αν η σύμβαση μεταφοράς συνήφθη, προφορικά ή γραπτά, πριν από την έκδοση της φορτωτικής:
α)
Η ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας επί φορτωτικής είναι έγκυρη, αν, κατά το εθνικό δίκαιο, η φορτωτική θεωρείται ως δικαιοπραξία, ή ως απόδειξη δικαιοπραξίας, στην οποία είναι ενσωματωμένη συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας ξεχωριστή από τη σύμβαση μεταφοράς.
6)
Η ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας επί φορτωτικής είναι έγκυρη, αν η προφορική ή γραπτή σύμβαση μεταφοράς ρητώς περιλαμβάνει τη ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας που πρόκειται να περιληφθεί στη φορτωτική ή στους γενικούς όρους που περιέχονται στη φορτωτική, και περιλαμβάνουν και τη ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας και αν ο φορτωτής είτε γνώριζε τη ρήτρα ή τους όρους αυτούς είτε θα μπορούσε, αν είχε επιδείξει τη συνήθη στις συναλλαγές επιμέλεια, να λάβει γνώση αυτών πριν συνάψει τη σύμβαση μεταφοράς.
γ)
Η ρήτρα επί της φορτωτικής είναι έγκυρη, αν έχουν αναπτυχθεί κάποιες διαρκείς συναλλαγές (ή συνεχείς εμπορικές σχέσεις) μεταξύ φορτωτή και μεταφορέα, ευθέως ή μέσω πρακτόρων, κατά τις οποίες οι συμβάσεις μεταφοράς μεταξύ τους υπέκειντο στους όρους της φορτωτικής. Από αυτές τις διαρκείς συναλλαγές ο φορτωτής πρέπει να γνώριζε ή να ήταν καταρχήν σε θέση να γνωρίζει ότι η μεταφορά διεπόταν από τους όρους της φορτωτικής, στους οποίους περιλαμβανόταν και η ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας, οπότε λογίζεται ότι την αποδέχτηκε είτε ρητά είτε με τη συμπεριφορά του, έτσι ώστε η τυχόν άρνηση της εφαρμογής των όρων αυτών θα αντέβαινε στην καλή πίστη. Δεν δέχομαι το επιχείρημα της Επιτροπής ότι, για να θεμελιωθεί μια τέτοια διάρκεια των συναλλαγών, πρέπει πάνω από 70 ο/ο του εμπορίου του φορτωτή να διεξάγεται με το μεταφορέα. Πρόκειται για πραγματικό ζήτημα που πρέπει να κριθεί κατά περίπτωση το κατά πόσον από μια σειρά συναλλαγών ο φορτωτής έχει λάβει γνώση, ή οφείλει να έχει λάβει γνώση, της ρήτρας και την αποδέχτηκε.
Αν προκύπτει αμφισβήτηση ως προς ή από την ίδια τη φορτωτική, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ξεχωριστή σύμβαση μεταφοράς:
α)
Αν η φορτωτική συμπληρώθηκε από το φορτωτή ή τον πράκτορα του, που συμπλήρωσε επ' αυτής το όνομα του φορτωτή ιδιογράφως ή με σφραγίδα, και παραδόθηκε στο μεταφορέα ή τον πράκτορα του, ο οποίος την αποδέχτηκε υπογράφοντας ή επιθέτοντας με σφραγίδα το όνομα του μεταφορέα πάνω σ' αυτή, αυτό συνιστά επαρκή γραπτή συμφωνία ή συμφωνία με γραπτή επιβεβαίωση ως προς τη ρήτρα διε9νούς δικαιοδοσίας κατά την έννοια του άρθρου 17.
6)
Αν η φορτωτική συμπληρώθηκε από το μεταφορέα και παραδόθηκε στο φορτωτή, ο οποίος την υπέγραψε ή κατ' άλλο τρόπο την αναγνώρισε γραπτά, ή, γνωρίζοντας τους όρους της ή έχοντας επαρκή πληροφόρηση περί της υπάρξεως τους, την αποδέχτηκε ή συνηλλάγη βάσει αυτής, αυτό αρκεί για να αποτελέσει συμφωνία με γραπτή επιβεβαίωση ως προς τη ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας κατά την έννοια του άρθρου 17. Στην υπό κρίση περίπτωση, το γεγονός ότι τα στοιχεία συμπληρώθηκαν επί της σελίδας 2 της φορτωτικής αποτελεί, κατά την αντίληψη μου, επαρκή πληροφόρηση για το ότι υπάρχει και σελίδα Ι, αν και σαφώς θα ήταν πιο φρόνιμο ο μεταφορέας να περιλάβει στη σελίδα 2 παραπομπή στους όρους της σελίδας 1.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, πάντως, η συμφωνία περιορίζεται σε διαφορές που προκύπτουν «σε σχέση με συγκεκριμένη έννομη σχέση» που προσδιορίζεται ρητά ή σιωπηρά στη ρήτρα. Διαφορές εκτός του πεδίου εφαρμογής αυτής της ρήτρας δεν υπόκεινται στη ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας.
Στην υπόθεση Gating (ανωτέρω), της οποίας έγινε επίκληση κατά την προβολή επιχειρημάτων σχετικά με τη θέση του κομιστή φορτωτικής έναντι του μεταφορέα, έγινε σαφώς δεκτό ότι ο δικαιούχος εκ συμβάσεως ασφαλίσεως, ο οποίος δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη σύμβαση ασφαλίσεως, μπορεί να αντιτάξει ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας κατά του ασφαλιστή, εφόσον η ασφαλιστική σύμβαση συνήφθη υπέρ αυτού και εφόσον η ρήτρα έχει αρκετά ευρεία διατύπωση, ώστε να καλύπτει και τις διαφορές μεταξύ τρίτου δικαιούχου και ασφαλιστή, έστω και αν ο δικαιούχος δεν υπέγραψε τη ρήτρα, αρκεί ο ασφαλιστής να εκδήλωσε σαφώς την αποδοχή του για τη ρήτρα που γίνεται αντικείμενο επικλήσεως. Στην περίπτωση εκείνη το άρθρο 12 της σύμβασης έδινε κάποιες κατευθύνσεις (πράγμα που δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση) και φυσικά στην περίπτωση εκείνη η ρήτρα προβλήθηκε κατά συμβαλλομένου μέρους στην αρχική συμφωνία. Άρα, η ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας μπορεί να είναι αρκετά ευρεία ώστε να καλύπτει τρίτους, που μπορούν να είναι «μέρη» κατά την έννοια του άρθρου 17. Δεν έπεται, όμως, αυτομάτως ότι τη ρήτρα αυτή μπορεί να προβάλει συμβαλλόμενο μέρος στη σύμβαση κατά τρίτου που εμφανίζεται ως εκδοχέας ή δικαιοδόχος του αρχικού δικαιούχου. Από την άλλη πλευρά, δεν προκύπτει από την απόφαση Ger/ing ούτε ότι δεν μπορεί να την προβάλει, οπότε το ζήτημα μου φαίνεται ότι παραμένει ανοικτό.
Και πάλι, η απάντηση στο ερώτημα πρέπει, κατά την άποψη μου, να αναζητηθεί στα πραγματικά περιστατικά και στη φύση της σχέσης μεταξύ του τρίτου και του αντιδίκου, ο οποίος ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία για τη ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας. Κατά τη γνώμη μου, αν τα δικαιώματα του κομιστή έναντι του μεταφορέα απορρέουν, κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, από τη μεταβίβαση της φορτωτικής από το φορτωτή με οπισθογράφηση ή εκχώρηση ή κατ' άλλο τρόπο, τότε η ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας που είναι έγκυρη μεταξύ φορτωτή και μεταφορέα 9α είναι, κανονικά, εξίσου έγκυρη μεταξύ κομιστή και μεταφορέα. Αν ο κομιστής αποκτώντας τη φορτωτική δεσμεύεται από όλες τις επ' αυτής ρήτρες, τότε στις ρήτρες αυτές περιλαμβάνεται και η ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας (εφόσον αποδεικνύεται έγκυρη μεταξύ των αρχικών μερών), έστω και αν ο εκδοχέας ή ο εξ οπισθογραφήσεως δικαιούχος δεν υπέγραψε ειδικά τη ρήτρα. Στην υπό κρίση περίπτωση είναι σαφές κατά την αντίληψη μου ότι οι όροι της φορτωτικής που περιλαμβάνουν και τη ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας αφορούσαν και τους τρίτους. Η φορτωτική χαρακτηριζόταν ως μη μεταβιβάσιμη, εκτός αν μεταβιβαζόταν εις δια-ταγήν έφερε ειδική μνεία του ότι είχε εκδοθεί εις διαταγήν του φορτωτή. Επιπλέον, είναι σαφές ότι σημαντικός αριθμός διαφορών επί φορτωτικών αφορούν τους εξ οπισθογραφήσεως δικαιούχους και το μεταφορέα αντί για τους αρχικούς συμβαλλομένους της φορτωτικής, και πρέπει να θεωρηθεί ότι οι κομιστές υπόκεινται στις ρήτρες που περιέχονται στη φορτωτική, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας.
Αν ο κομιστής δεν υπεισέρχεται στη θέση του αρχικού φορτωτή βάσει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, τότε πρέπει να βρεθεί μια νέα συμφωνία, γραπτή ή με γραπτή επιβεβαίωση, μεταξύ κομιστή και μεταφορέα που να αφορά ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας. Δεν νομίζω ότι η απλή εμφάνιση της φορτωτικής εκ μέρους του κομιστή, ο οποίος αγόρασε ήδη τα εμπορεύματα, συνιστά αυτή καθαυτή τέτοια συμφωνία ή επιβεβαίωση συμφωνίας κατά την έννοια του άρθρου 17. Αν, από την άλλη πλευρά, υπάρχει ειδική σύμβαση μεταξύ μεταφορέα και τρίτου κομιστή ως προς τη διεθνή δικαιοδοσία (πράγμα μάλλον απίθανο), τότε το κύρος της ρήτρας θα εξαρτηθεί από τους κανόνες που έχει ήδη ορίσει το Δικαστήριο.
Συμπεραίνοντας, προτείνω να δοθούν οι εξής απαντήσεις στο προδικαστικό ερώτημα:
1.
Αν κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο η φορτωτική συνιστά συμφωνία μεταξύ μεταφορέα και φορτωτή, η οποία είτε αναφέρει ρητά είτε περιλαμβάνει σαφώς διά παραπομπής ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας, η φορτωτική μπορεί να αποτελεί γραπτή συμφωνία κατά την έννοια του άρθρου 17 της σύμβασης των Βρυξελλών του 1968. Η φορτωτική μπορεί να συνιστά γραπτή επιβεβαίωση προφορικής συμφωνίας διεθνούς δικαιοδοσίας κατά την έννοια του άρθρου 17, αν η προφορική συμφωνία περιλαμβάνει ρητά τους όρους της φορτωτικής, άρα και τη ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας, και αν ο φορτωτής γνώριζε τη ρήτρα αυτή (ή μπορούσε, επιδεικνύοντας τη συνήθη επιμέλεια, να λάβει γνώση αυτής πριν συνάψει τη σύμβαση), ή αν η ρήτρα αυτή έχει γίνει δεκτή στο πλαίσιο διαρκών συναλλαγών μεταξύ των μερών.
2.
Ο κομιστής φορτωτικής μπορεί να δεσμεύεται από ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας, αν συμφώνησε για αυτή τη δέσμευση ρητά και γραπτά, ή με γραπτή δήλωση που επιβεβαιώνει προφορική συμφωνία για τη δέσμευση αυτή, ή αν, βάσει του δικαίου που εφαρμόζεται στη μεταβίβαση της φορτωτικής, ο κομιστής διαδέχεται το φορτωτή σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τη φορτωτική, η οποία, μεταξύ φορτωτή και μεταφορέα, συνιστά γραπτή συμφωνία ή γραπτή επιβεβαίωση προφορικής συμφωνίας κατά την έννοια του άρθρου 17, και πάντως εφόσον η διαφορά μεταξύ μεταφορέα και κομιστή της φορτωτικής εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ρήτρας διεθνούς δικαιοδοσίας.
Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων στην κύρια δίκη ανήκουν στην κρίση του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί της υποθέσεως' το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να αποφανθεί ως προς τα έξοδα της Επιτροπής και της ιταλικής κυβέρνησης ή της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου.
( 1 ) Μι:τάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy