ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 9 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Στην παρούσα προδικαστική υπόθεση καλείστε να ερμηνεύσετε τον κανονισμό 827 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως της αγοράς για ορισμένα προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα II της συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ., 03/003, σ. 95). Συγκεκριμένα, θα πρέπει να αποφανθείτε αν ορισμένο προϊόν — τα έρια — εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του.
Η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης CILFIT, με έδρα την Τεργέστη, και άλλες 55 εταιρείες, οι οποίες επίσης εδρεύουν στην Ιταλία, άσκησαν το 1974 αγωγή κατά του Ministero della Sanità (υπουργείου υγιεινής) ενώπιον του Tribunale της Ρώμης, με την οποία ζητούν την επιστροφή των ποσών που είχαν καταβάλει κατά την περίοδο 1968-1970 ως τέλη υγειονομικού ελέγχου για την εισαγωγή ερίων. Το Tribunale απέρριψε την αγωγή. Οι επιχειρήσεις τότε προσέβαλαν την απόφαση του ενώπιον του Corte d'appello της Ρώμης και όταν το δικαστήριο αυτό απέρριψε την έφεση τους (στις 12 Δεκεμβρίου 1978), άσκησαν αναίρεση (στις 4 Οκτωβρίου 1979). Με διάταξη της 27ης Μαΐου 1981, το αναιρετικό δικαστήριο ανέβαλε τη διαδικασία και διατύπωσε ένα πρώτο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε με απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 (Συλλογή 1982, σ. 3415) ως εξής: «το άρθρο 177, τρίτη παράγραφος, της συνθήκης πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένα δικαστήριο, οι αποφάσεις του οποίου δεν υπόκεινται στα ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει, όταν ανακύπτει ενώπιον του ζήτημα κοινοτικού δικαίου, να τηρεί την υποχρέωση του προς παραπομπή, εκτός αν διαπιστώνει ότι το ζήτημα που έχει ανακύψει δεν είναι ουσιώδες ή ότι η οικεία κοινοτική διάταξη έχει ήδη ερμηνευθεί από το Δικαστήριο ή ότι η ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου παρίσταται τόσο προφανής, ώστε να μην αφήνει περιθώρια για καμιά εύλογη αμφιβολία».
Όταν το Corte dicassazione επανήλθε στην εξέταση της υποθέσεως υπό το φως των παραπάνω αρχών, θεώρησε ότι έπρεπε να αναβάλει και πάλι τη διαδικασία και να σας υποβάλει ένα δεύτερο ερώτημα σχετικά με την κοινοτική ρύθμιση που εφαρμόζεται εν προκειμένω. Με διάταξη της 22ας Φεβρουαρίου 1983, το Corte di cassazione υπέβαλε το ακόλουθο ερώτημα:
«Μεταξύ των προϊόντων για τα οποία ισχύει η κοινή οργάνωση αγορών που καθιέρωσε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 827/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, και τα οποία απαριθμούνται σε παράρτημα του ανωτέρω κανονισμού, περιλαμβάνονται τα έρια υπό την περιγραφική έκφραση “προϊόντα ζωικής προελεύσεως μη αλλαχού κατονομαζόμενα ή περιλαμβανόμενα”, η οποία χρησιμοποιείται και στην κλάση 05.15 του κοινού δασμολογίου;»
2.
Δυο λόγια για τη διαφορά στην κύρια δίκη. Όπως είπα, η διαφορά ανέκυψε όταν ορισμένοι επιχειρηματίες ζήτησαν από την ιταλική διοίκηση την επιστροφή των τελών υγειονομικού ελέγχου που είχαν καταβάλει για την εισαγωγή ερίων. Κατά τη γνώμη τους, ο νόμος 30 της 30ής Ιανουαρίου 1968, βάσει του οποίου οι αρχές είχαν ζητήσει την καταβολή των τελών αυτών, δεν έπρεπε να εφαρμοστεί στην προκειμένη υπόθεση, επειδή είναι ασυμβίβαστος με τον κανονισμό 827/68. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι κατά συνέπεια έχουν δικαίωμα να αναζητήσουν όλα τα ποσά που κατέβαλαν αχρεωστήτως στο Δημόσιο κατά την περίοδο 1968-1970. Η διοίκηση βέβαια έχει αντίθετη γνώμη και υποστηρίζει ότι ο κανονισμός δεν αφορά τα έρια και επομένως δεν αποτελεί κώλυμα για την εφαρμογή των εσωτερικών διατάξεων που διέπουν τους υγειονομικούς ελέγχους κατά την εισαγωγή του προϊόντος αυτού.
Το κεντρικό ζήτημα επομένως στην υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του Corte di cassazione είναι αν τα έρια εμπίπτουν ή όχι στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 827/68. Και αυτό ακριβώς το πρόβλημα σας ζητεί να λύσετε το εθνικό δικαστήριο καταφεύγοντας στη διαδικασία του άρθρου 177.
3.
Ας εξετάσουμε καταρχάς τα σχετικά κοινοτικά κείμενα. Το πρώτο που πρέπει να εξεταστεί είναι το άρθρο 38 της συνθήκης, το οποίο ορίζει στην παράγραφο 1 ότι «η κοινή αγορά περιλαμβάνει τη γεωργία και το εμπόριο των γεωργικών προϊόντων» και αμέσως κατόπιν προσθέτει: «ως γεωργικά προϊόντα νοούνται τα προϊόντα του εδάφους, της κτηνοτροφίας και της αλιείας, καθώς και τα προϊόντα πρώτης μεταποιήσεως τα οποία έχουν άμεση σχέση με αυτά». Η παράγραφος 3 καθορίζει στη συνέχεια αναλυτικά τα προϊόντα «τα οποία υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 39 μέχρι και 46» (και επομένως τα προϊόντα που αφορά η γεωργική πολιτική, η οποία ρυθμίζεται από τον τίτλο II) παραπέμποντας στον πίνακα του παραρτήματος II της συνθήκης. Τέλος, η κλάση 05.15 του πίνακα αυτού — η οποία και αποτελεί τη διάταξη που μας ενδιαφέρει πιο άμεσα — αναφέρει τα «προϊόντα ζωικής προελεύσεως μη αλλαχού κατονομαζόμενα ή περιλαμβανόμενα».
Η δεύτερη πηγή δικαίου, την οποία αναφέρει ρητά το ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου, είναι ο κανονισμός 827/68. Ο κανονισμός αυτός αφορά «την κοινή οργάνωση της αγοράς για ορισμένα προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα II της συνθήκης» και το πεδίο εφαρμογής του ορίζεται στο άρθρο 1, σύμφωνα με το οποίο η οργάνωση αυτή «διέπει τα προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα». Το παράρτημα αυτό παραπέμπει με τη σειρά του στις κλάσεις του κοινού δασμολογίου και απαριθμεί ορισμένα προϊόντα που αναφέρονται στο παράρτημα II της συνθήκης, μεταξύ των οποίων και τα «προϊόντα ζωικής προελεύσεως, μη αλλαχού κατονομαζόμενα ή περιλαμβανόμενα». Αξίζει να σημειωθεί ότι με τη διατύπωση αυτή επαναλαμβάνεται κατά γράμμα η διατύπωση του παραρτήματος II, την οποία παρέθεσα μόλις προηγουμένως.
Το ζήτημα επομένως είναι αν τα έρια περιλαμβάνονται στην παραπάνω κλάση. Οι ενάγοντες στην κύρια δίκη θεωρούν ότι πράγματι περιλαμβάνονται. Θα ήθελα να πω αμέσως ότι δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή.
4.
Μια καταρχήν παρατήρηση μου φαίνεται αναγκαία: η ερμηνεία της κλάσης «προϊόντα ζωικής προελεύσεως, μη αλλαχού κατονομαζόμενα ή περιλαμβανόμενα», η οποία αναφέρεται στο παράρτημα του κανονισμού 827/68, πρέπει να συμπίπτει αναγκαστικά με την ερμηνεία της ίδιας κλάσης που περιλαμβάνεται στο παράρτημα II της συνθήκης. Και αυτό τόσο επειδή ακριβώς οι δύο κλάσεις είναι ταυτόσημες, όσο και λόγω της ιεραρχικής σχέσης που υπάρχει μεταξύ αυτών. Με άλλα λόγια: αφού ο κανονισμός αποτελεί δευτερογενή πηγή δικαίου που βασίζεται στον τίτλο II της συνθήκης, το πεδίο εφαρμογής του δεν μπορεί να είναι ευρύτερο από το πεδίο εφαρμογής του τίτλου αυτού και επομένως και των διατάξεων (όπως στο παράρτημα II) στις οποίες παραπέμπει για τον προσδιορισμό των προϊόντων που υπόκεινται στη ρύθμιση του. Θα ήταν επομένως απαράδεκτο η κλάση που περιέχεται στον κανονισμό να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει και τα αέρια, αν γινόταν δεκτό ότι η αντίστοιχη κλάση του παραρτήματος II δεν τα περιλαμβάνει.
Με αυτή την αφετηρία πρέπει να αναγνωριστεί η αποφασιστική σημασία που έχει για την ερμηνεία του παραρτήματος II η νομολογία του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα η απόφαση της 26ης Μαρτίου 1981 στην υπόθεση 61/80, Cooeperative Stremsel- en Kleurselfabriek, Συλλογή 1981, σ. 851, από την οποία παραθέτω το απόσπασμα που έχει τη μεγαλύτερη σημασία για μας: «ελλείψει κοινοτικών διατάξεων που ερμηνεύουν τις έννοιες που περιέχονται στο παράρτημα II της συνθήκης, δεδομένου μάλιστα ότι το εν λόγω παράρτημα επαναλαμβάνει αρκιβώς ορισμένες κλάσεις της ονοματολογίας του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας, για την ερμηνεία του παραρτήματος αυτού χρειάζεται αναδρομή στις επεξηγηματικές σημειώσεις αυτής της ονοματολογίας».
Τότε λοιπόν, οι σημειώσεις αυτές παρέχουν στοιχεία για την επίλυση του ζητήματος αν τα έρια περιλαμβάνονται στην κλάση 05.15 του παραρτήματος II της συνθήκης; Κατά τη γνώμη μου ναι. Πράγματι, ο γενικός κανόνας ερμηνείας 3α) ορίζει ότι «η πλέον εξειδικευμένη κλάση θεωρείται επικρατέστερη από τις κλάσεις γενικότερου περιεχομένου»· και με αυτό αφήνει να εννοηθεί ότι, αν ορισμένο προϊόν περιλαμβάνεται σε ειδική κλάση της ονοματολογίας των Βρυξελλών, δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτό ότι περιλαμβάνεται και σε μια άλλη κλάση, η οποία περιλαμβάνει τα προϊόντα που δεν εμπίπτουν στις ειδικές κλάσεις. Η έκφραση «μη αλλαχού κατονομαζόμενα ή περιλαμβανόμενα» που χρησιμοποιείται στην κλάση 05.15 πρέπει επομένως να θεωρηθεί — ακριβώς λόγω της σημασίας που το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι έχει η ονοματολογία για την ορθή ερμηνεία του παραρτήματος II — ότι έχει την έννοια ότι ένα προϊόν μπορεί να εμπίπτει στη γενική αυτή κλάση, μόνο εφόσον δεν αναφέρεται στις διάφορες ειδικές κλάσεις της ίδιας ονοματολογίας. Τελικά, το επίρρημα «αλλαχού» αναφέρεται στην ονοματολογία αυτή και όχι στις διατάξεις της συνθήκης.
Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα του ιταλικού δικαστηρίου αρκεί επομένως να διαπιστωθεί αν τα έρια αναφέρονται σε κάποια ειδική κλάση της ονοματολογίας. Η εξέταση αυτή δίνει θετικά αποτελέσματα: για τα έρια κάνει ακριβώς λόγο το κεφάλαιο 53. Από αυτό συνάγεται ότι τα έρια δεν εμπίπτουν ούτε στο παράρτημα II της συνθήκης ούτε, λόγω της ιεραρχικής σχέσης που αναφέρθηκε παραπάνω, στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 827/68.
5.
Τελειώνοντας προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο ερώτημα που του υπέβαλε το Corte suprema di cassazione της Ιταλικής Δημοκρατίας με διάταξη της 22ας Φεβρουαρίου 1983, στο πλαίσιο της υπόθεσης που εκκρεμεί μεταξύ της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης CILFIT και άλλων 54 επιχειρήσεων αφενός και του υπουργείου υγιεινής αφετέρου:
«Ο κανονισμός 827 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως της αγοράς για ορισμένα προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα II της συνθήκης, έχει την έννοια ότι δεν περιλαμβάνει τα έρια μεταξύ των προϊόντων τα οποία διέπει και των οποίων γίνεται ειδική απαρίθμηση στο σχετικό παράρτημα. Συγκεκριμένα, τα έρια δεν καλύπτονται από την έκφραση “προϊόντα ζωικής προελεύσεως μη αλλαχού κατονομαζόμενα ή περιλαμβανόμενα”, η οποία αναφέρεται στο παραπάνω παράρτημα του κανονισμού στην κλάση 05.15.»
( 1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy