ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 23 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικασνές,
Η υπό κρίση προσφυγή ασκήθηκε από μια ολλανδική εταιρεία παραγωγής χάλυβα που θα ονομάζω στη συνέχεια Estel, η οποία είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως χαλυβουργίας, που θα την αποκαλώ Eurofer.
Στην υπόθεση αυτή η Estel ζητεί την ολική ή μερική ακύρωση της από 24 Μαρτίου 1983 αποφάσεως της Επιτροπής. Με την εν λόγω απόφαση διαπιστώθηκε ότι η Estel παρέβη την απόφαση της Επιτροπής 1831/81 της 24ης Ιουνίου 1981 (ΕΕ L 180 του 1981, σ. 1), διότι υπερέβη τις ποσοστώσεις παραδόσεως στην κοινή αγορά προϊόντων των κατηγοριών 16 και V που της είχαν καθοριστεί για το τέταρτο τρίμηνο του 1981. Στην απόφαση αναφέρεται ότι η Estel υπερέβη τις ποσοστώσεις για μεν τα προϊόντα της κατηγορίας 16 κατά 22131 τόνους περίπου, για δε τα προϊόντα της κατηγορίας V κατά 4334 τόνους. Για τις φερόμενες αυτές παραβάσεις η Επιτροπή επέβαλε στην Estel πρόστιμο 2183445 ECU. Για την περίπτωση που δεν γίνει δεκτό το κύριο αίτημα της η Estel ζητεί εν πάση περιπτώσει τη μείωση του προστίμου.
Κατά το άρθρο 5 της αποφάσεως 1831/81, η Επιτροπή καθορίζει ανά τρίμηνο για κάθε επιχείρηση, πρώτον, τις ποσοστώσεις παραγωγής και, δεύτερον, το τμήμα των ποσοστώσεων αυτών που μπορεί να διατεθεί στην κοινή αγορά με βάση τα στοιχεία που αναφέρονται στην απόφαση.Κατά το άρθρο 10, η Επιτροπή μπορεί να προσαρμόζει τις ποσοστώσεις για προϊόντα της κατηγορίας Ια, τα οποία χρησιμοποιούνται σε κατάσταση θερμής ελάσεως για την παραγωγή εντός της Κοινότητας μικρών συγκολλημένων σωλήνων, και να επιτρέπει τις αντίστοιχες παραδόσεις εντός της κοινής αγοράς. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 6 της αποφάσεως της Επιτροπής 1832/81 της 3ης Ιουλίου 1981 (ΕΕ L 184 του 1981, σ. 1), επιτρέπει την κατά 3% υπέρβαση της ποσοστώσεως παραγωγής, ενώ «εξυπακούεται ότι η παραγωγή του συνόλου των κατηγοριών αυτών δεν δύναται να υπερβεί το ποσό των ποσοστώσεων που έχει καθοριστεί για καθεμία των εν λόγω κατηγοριών προϊόντων». Αυτή ακριβώς την επιτρεπόμενη υπέρβαση αφορά συγκεκριμένα η υπό κρίση υπόθεση. Το άρθρο 12 της αποφάσεως προβλέπει επιβολή προστίμου σε περίπτωση μη τηρήσεως των ποσοστώσεων που καθορίζει η Επιτροπή. Το πρόστιμο ανέρχεται «κατά κανόνα» σε 75 ECU ανά τόνο υπερβάσεως, που μπορεί όμως να διπλασιαστεί αν η επιχείρηση υπερβεί την ποσόστωση της κατά 10 ο/ο ή περισσότερο ή αν υπερέβη τις ποσοστώσεις της κατά τη διάρκεια του προηγούμενου τριμήνου.
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως συνοψίζονται ως εξής.
Στις 10 Νοεμβρίου 1981, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην Estel τις παραγωγές αναφοράς και τις ποσοστώσεις για το τέταρτο τρίμηνο του 1981. Μετά την από 16 Ιανουαρίου του 1982 αίτηση της Estel για προσαρμογή των ποσοστώσεων 6άσει του άρθρου 10 της αποφάσεως, η Επιτροπή αύξησε, με έγγραφο της 8ης Μαρτίου του 1982, τις ποσοστώσεις παραγωγής για προϊόντα της κατηγορίας Ια και την ποσότητα που μπορεί να παραδοθεί εντός της κοινής αγοράς, που ανήλθε, κατόπιν διορθώσεως, σε 84343 τόνους. Η ποσότητα αυτή είναι κατά 12300 τόνους μικρότερη εκείνης που είχε ζητήσει η Estel, η οποία όμως δεν αμφισβήτησε την από 8 Μαΐου 1982 απόφαση.
Με άλλο έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 1982, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην Estel ότι είχε υπερβεί τις ποσοστώσεις της για το τέταρτο τρίμηνο του 1981 και ότι επομένως ήταν δυνατή η επιβολή προστίμου. Οι εκπρόσωποι της Estel εξέθεσαν την άποψη τους επί του θέματος κατά τη διάρκεια συναντήσεως, η δε Επιτροπή εξέδωσε στη συνέχεια την εν προκειμένω αμφισβητούμενη απόφαση.
Στην απόφαση αναφέρεται ότι η Estel υπερέβη τις ποσοστώσεις της κατά το τρίτο τρίμηνο του 1981 και γι' αυτήν την υπέρβαση της επιβλήθηκε πρόστιμο. 'Ετσι η Επιτροπή θεώρησε καλό να αυξήσει το πρόστιμο για το τέταρτο τρίμηνο, καθορίζοντάς το σε 82,5 ECU ανά τόνο, αυξάνοντάς το δηλαδή κατά 10 ο/ο σε σχέση με το κανονικό πρόστιμο των 95 ECU.
Η Estel έχει ήδη ασκήσει προσφυγή στο Δικαστήριο κατά της αποφάσεως με την οποία της επιβλήθηκε πρόστιμο για το τρίτο τρίμηνο. Με τις προτάσεις μου σ' εκείνη την υπόθεση υποστήριξα ότι, παρά την ανάγκη μειώσεως του προστίμου, δεν συντρέχει λόγος ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, διότι, η Estel υπερέβη τις ποσοστώσεις της. Κατά την αγόρευση του ενώπιον του Δικαστηρίου στη σημερινή συνεδρίαση, ο δικηγόρος της Estel παρατήρησε ότι, αν το Δικαστήριο δεν επιλύσει υπέρ της Estel το επίμαχο στην πρώτη υπόθεση ζήτημα, ο ίδιος δεν θα μπορέσει να επιτύχει την ολική ακύρωση της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου εν προκειμένω.
Το πρώτο επιχείρημα που προβάλλει η Estel για να στηρίξει το περί ακυρώσεως αίτημα είναι ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 15 της συνθήκης περί ιδρύσεως της ΕΚΑΧ, διότι δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή της. Η Estel υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τα επιχειρήματα της, ότι δεν εξήγησε για ποιο λόγο τα απέρριψε ούτε για ποιο λόγο θεώρησε ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του γενικού κανόνα του άρθρου 12 της αποφάσεως 1831/81 περί επιβολής προστίμου.
Κατά την άποψη μου τα επιχειρήματα αυτά είναι απορριπτέα. Νομίζω ότι κατά την επιβολή προστίμων η Επιτροπή δεν υποχρεούται να εξετάζει όλα τα ζητήματα επί των οποίων της εφιστάται η προσοχή. Αρκεί να αναφέρει τους λόγους στους οποίους στηρίζει την απόφαση της. Δεν υποχρεούται να αναφέρεται εν εκτάσει σε όλους τους λόγους που απορρίπτει. Νομίζω ότι η άποψη αυτή επιρρωνύεται από ορισμένες αποφάσεις του Δικαστηρίου, συγκεκριμένα τις αποφάσεις στην υπόθεση 86/82, Hasselblad κατά Επιτροπής (21 Φεβρουαρίου 1984, Συλλογή 1984, σ. 883, σκέψη 17) και 76/83 Usines Gustave Boël κατά Επιτροπής (16 Φεβρουαρίου 1984, Συλλογή 1984, σ. 859, σκέψη 9). Όπως ανέφερα στην πρώτη υπόθεση Estel και όπως, νομίζω, επιβεβαιώνεται με την απόφάση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 179/82, Lucchini κατά Επιτροπής (19 Οκτωβρίου 1983, Συλλογή 1983, σ. 3088, σκέψεις 7 και 8), η επιβολή προστίμου σε συγκεκριμένο ύψος δεν χρειάζεται να αιτιολογείται παρά μόνο αν δεν εφαρμόζεται ο γενικός κανόνας.
Εν προκειμένω, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η Επιτροπή δεν ανέφερε σαφώς για ποιο λόγο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να επιβληθεί πρόστιμο στην Estel μόνο για την υπέρβαση της ποσοστώσεως παραδόσεως προϊόντων των κατηγοριών 16 και V εντός της κοινής αγοράς, δεδομένου ότι στην απόφαση αναφέρεται ότι πραγματοποιήθηκε υπέρβαση ως προς όλα τα προϊόντα εκτός των προϊόντων της κατηγορίας Ια. Το σημείο αυτό όμως δεν δημιουργεί προβλήματα διότι, όπως γίνεται δεκτό, το ζήτημα της υπερβάσεως ως προς τις λοιπές κατηγορίες εκτός των 16 και V ρυθμίστηκε με την εφαρμογή του ορίου ανοχής του 3 ο/ο που ανέφερα ήδη, η δε Estel δεν υποστήριξε ότι το σημείο αυτό δεν αιτιολογήθηκε επαρκώς.
Δεύτερον, η Estel υποστηρίζει ότι, όσον αφορά την ποσότητα των 5459 τόνων, δηλαδή τμήμα του υπερβάλλοντος, για το οποίο της επιβλήθηκε πρόστιμο, η Επιτροπή ενήργησε παρά το νόμο, διότι στήριξε την απόφαση της σε μια μέθοδο εφαρμογής του άρθρου 10 της αποφάσεως 1831/81, η οποία δεν είχε κοινοποιηθεί παρά μετά το τέταρτο τρίμηνο του 1981.
Είναι βέβαιο ότι δεν υπήρξε υπέρβαση των ποσοστώσεων παραδόσεως εντός της κοινής αγοράς ή παραγωγής προϊόντων της κατηγορίας Ια. Πράγματι η ποσόστωση παραδόσεως προϊόντων της κατηγορίας Ια υπελείφθη κατά 5036 τόνους.
Η Estel ισχυρίζεται ότι αν η Επιτροπή είχε αυξήσει περισσότερο την ποσόστωση της για προϊόντα της κατηγορίας Ια βάσει του άρθρου 10, το σύνολο όλων των ποσοστώσεων της Estel θα ήταν μεγαλύτερο όπως θα ήταν μεγαλύτερο και το έλλειμμα στις παραδόσεις των ίδιων προϊόντων. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα ότι το όριο ανοχής του 3 % που προβλέπει το άρθρο 11 θα έδινε μεγαλύτερη ποσότητα, που θα αρκούσε να καλύψει κατά 5459 τόνους το υπερβάλλον, έτσι ώστε θα μειωνόταν η συνολική υπέρβαση.
Τα επιχειρήματα αυτά στηρίζονται στην άποψη ότι οι διατάξεις του άρθρου 11, που αφορούν μόνο τις ποσοστώσεις παραγωγής, εφαρμόζονται και στις παραδόσεις εντός της κοινής αγοράς. Δεδομένου ότι η άποψη αυτή δεν αμφισβητήθηκε, νομίζω ότι η εξέταση της παρέλκει.
Ωστόσο τα επιχειρήματα της Estel πρέπει κατά την άποψη μου να απορριφθούν. Είναι προφανές ότι η Estel δεν αμφισβήτησε τη νομιμότητα της αποφάσεως της 8ης Μαρτίου 1982 περί προσαρμογής των ποσοστώσεων δυνάμει του άρθρου 10, καίτοι είχε ήδη, και μάλιστα εν επιγνώσει, παραγάγει και παραδώσει 12300 τόνους προϊόντων θερμής ελάσεως για την παραγωγή μικρών συγκολλημένων σωλήνων περισσότερο από την επιτρεπόμενη ποσότητα, όπως την είχε προσαρμόσει η Επιτροπή, που αποτελούσαν όμως μέρος της ποσότητας την οποία είχε ζητήσει πράγματι η Estel. Η τελευταία παρέμεινε εντός των ορίων της συνολικής ποσοστώσεως για την κατηγορία Ια απλώς και μόνο διότι περιόρισε τις παραδόσεις άλλων προϊόντων της κατηγορίας Ια προφανώς για να μην υπερβεί τη συνολική ποσόστωση και να επωφεληθεί έτσι του ορίου ανοχής του 3 ο/ο, καίτοι είχε υπερβεί την ποσόστωση παραγωγής άλλων προϊόντων των άλλων κατηγοριών.
Όπως πιστεύω, το έλλειμμα ως προς τα προϊόντα της κατηγορίας Ια ήταν μικρότερο από ό,τι υπολόγιζε η Estel απλώς και μόνο διότι η προσαρμογή που έγινε βάσει του άρθρου 10 δεν κάλυψε τους 12300 τόνους.
Εν πάση περιπτώσει, αν η Επιτροπή εφήρμοσε το άρθρο 10 κατά τρόπο πεπλανημένο, η Estel μπορούσε να επιχειρήσει να διορθώσει την κατάσταση αμφισβητώντας την απόφαση περί αρχικής προσαρμογής. Ωστόσο δεν το έπραξε. Νομίζω ότι δεν μπορεί πλέον να επανέλθει επί του θέματος. Η ποσότητα των προϊόντων της κατηγορίας Ια που μπορούσε να παραδοθεί εντός της κοινής αγοράς, όπως καθορίστηκε με την απόφαση της 8ης Μαρτίου 1982, δεσμεύει την Estel, η δε Επιτροπή δεν μπορεί κατά τη γνώμη μου να κατηγορηθεί ότι ενήργησε παρά το νόμο, λαμβάνοντας υπόψη την ποσότητα αυτή κατά τον υπολογισμό του ορίου ανοχής του 3 %.
Κατά συνέπεια νομίζω ότι είναι εν προκειμένω περιττό να εξετάσει το Δικαστήριο — ή και εγώ — λεπτομερώς το ζήτημα αν η Επιτροπή εφήρμοσε ορθά το άρθρο 10.
Παρ' όλ' αυτά, σοβαρό είναι νομίζω το επιχείρημα που προέβαλε ο δικηγόρος της Επιτροπής κατά τη σημερινή συνεδρίαση ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή δεν είναι ορθό να ληφθεί υπόψη δύο φορές η ποσότητα των 12300 τόνων κατά τον υπολογισμό.
Για να στηρίξει τον ισχυρισμό της ότι η Επιτροπή ενήργησε παρά το νόμο, η Estel υποστήριξε περαιτέρω ότι το εν λόγω όργανο κοινοποίησε τη μέθοδο εφαρμογής του άρθρου 10 το πρώτον μετά τη λήξη του τέταρτου τριμήνου του 1981. Νομίζω ότι αυτό δεν αποδείχτηκε, καίτοι εμμένω στην άποψη που εξέφρασα με τις προτάσεις μου στην πρώτη υπόθεση Estel, ότι δηλαδή, αν πρόκειται για μέθοδο ερμηνείας που μπορεί να προκαλέσει αμφισβητήσεις, η Επιτροπή πρέπει να την εκθέτει στην ίδια την απόφαση της. Από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της πρώτης υποθέσεως Estel προκύπτει ότι η Eurofer έλαβε προφορικές εξηγήσεις ως προς τη μέθοδο που θα χρησιμοποιούσε η Επιτροπή για την εφαρμογή του άρθρου 10 και ότι πληροφόρησε σχετικώς τα μέλη της πάραυτα με τηλετύπημα της 2ας Νοεμβρίου 1981. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε την εν λόγω μέθοδο με έγγραφο της 10ης Νοεμβρίου. Ύστερα από ανταλλαγή απόψεων στο πλαίσιο της Eurofer, η τελευταία γνωστοποίησε στην Επιτροπή με έγγραφο της 12ης Νοεμβρίου το ότι τα μέλη της ζητούσαν νέα εξέταση του θέματος από το εν λόγω όργανο. Νομίζω ότι τα μέλη της Eurofer είχαν ήδη τότε σαφή γνώση της κατάστασης. Είναι πιθανό ότι δεν συμφωνούσαν, μάλιστα δε η Estel υποστηρίζει ότι συνέχιζε την ανταλλαγή απόψεων με την Επιτροπή κατά το Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο του επόμενου έτους' δεν μπορεί όμως να λεχθεί ότι η μέθοδος εφαρμογής του άρθρου 10 δεν είχε καθοριστεί ή ότι ήταν αδύνατο να προβλεφθούν οι προσαρμογές πριν το τέλος του 1981. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν νομίζω ότι είναι αναγκαίο να ληφθούν υπόψη συγκεκριμένες επιχειρήσεις που λέγεται ότι εφήρμοσαν μέθοδο διαφορετική από τη μέθοδο της Estel καίτοι, όπως παρατήρησε κατά τη σημερινή συνεδρίαση ο δικηγόρος της Estel, αυτό δεν προκύπτει σαφώς από τα προσκομισθέντα έγγραφα.
Πάντως η Estel ισχυρίζεται επικουρικά ότι, και αν ακόμα υποτεθεί ότι η μέθοδός της ήταν εσφαλμένη, δεν υπέπεσε σε πταίσμα, υιοθετώντας μια άποψη — μια ερμηνεία — που ήταν λογική και δεν είχε αμφισβητηθεί. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να της επιβληθεί πρόστιμο.
Νομίζω ότι και αυτό το επιχείρημα είναι απορριπτέο. Η Estel γνώριζε τις συνέπειες της παραγωγής και της παραδόσεως προϊόντων θερμής ελάσεως σε ποσότητες πέραν των καλυπτομένων από τις προσαρμογές που έγιναν βάσει του άρθρου 10. Μετά την ανταλλαγή απόψεων μεταξύ Eurofer και Επιτροπής, η Estel γνώριζε ήδη από τη δεύτερη εβδομάδα του Νοεμβρίου ποια ήταν η μέθοδος της Επιτροπής για την εφαρμογή του άρθρου 10. Επομένως, γνώριζε, ή πρέπει να θεωρηθεί ότι γνώριζε, ότι εφαρμόζοντας μια οποιαδήποτε άλλη μέθοδο διέτρεχε κίνδυνο επιβολής προστίμου είτε διότι είχε υπερβεί τις ποσοστώσεις παραγωγής προϊόντων της κατηγορίας Ια — ή το τμήμα των ποσοστώσεων αυτών που επιτρέπεται να παραδοθεί στην αγορά — είτε διότι θα μειωνόταν το ποσοστό επιτρεπόμενης υπερβάσεως για προϊόντα των άλλων κατηγοριών.
Έχω τη γνώμη ότι η Estel, επιμένοντας στην εφαρμογή της δικής της ερμηνείας κατά το τέταρτο τρίμηνο, αποδέχτηκε τους κινδύνους που διέτρεχε. Επίσης, αν η Estel είχε αμφισβητήσει την άποψη της Επιτροπής, μπορούσε να αμυνθεί προσφεύγοντας στο Δικαστήριο. Το αν θα κέρδιζε την υπόθεση είναι άλλο ζήτημα, αφού όμως δεν αποφάσισε να ενεργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο, νομίζω ότι πρέπει να υποστεί τις σχετικές συνέπειες.
Τέλος, η Estel υποστηρίζει ότι η Επιτροπή κακώς της επέβαλε το πρόστιμο, διότι δεν έλαβε υπόψη τα περιστατικά που προκάλεσαν την υπέρβαση. Η Επιτροπή δεν εκτίμησε ορ9ά τη σοβαρότητα της παράβασης και δεν στάθμισε την πραγματική ευθύνη που βαρύνει την Estel.
Με τις γραπτές παρατηρήσεις η Επιτροπή υποστήριξε ότι δεν είχε την ευχέρεια να λάβει υπόψη υποκειμενικά στοιχεία κατά τον καθορισμό του προστίμου βάσει της παραγράφου 1 του άρθρου 12. Για τους λόγους που εξέθεσα ήδη με τις προτάσεις μου στην πρώτη υπόθεση Estel, ο ισχυρισμός είναι, νομίζω, εσφαλμένος, η δε Επιτροπή έχει την ευχέρεια να μειώνει το πρόστιμο των 75 ECU αναλόγως των περιστάσεων.
Εντούτοις, ανεξαρτήτως του αν η Επιτροπή υπέπεσε, ή όχι, σε πταίσμα διότι δεν έλαβε υπόψη τις ιδιάζουσες περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως ή, όπως ισχυρίζεται η Estel, διότι δεν έλαβε υπόψη περιστάσεις αρκετά εξαιρετικές που να δικαιολογούν μείωση του συνήθους ύψους του προστίμου των 75 ECU, το Δικαστήριο έχει, βάσει του άρθρου 36 της συνθήκης, πλήρη δικαιοδοσία όσον αφορά τα πρόστιμα και μπορεί να τα καθορίζει στο προσήκον μέτρο.
Εν προκειμένω και αντίθετα προς την πρώτη υπόθεση Estel, δεν νομίζω ότι οι περιστάσεις δικαιολογούν μείωση του προστίμου. Στην υπό κρίση υπόθεση μπορεί να λεχθεί ότι υπήρξε ασάφεια ως προς την ορθή ερμηνεία ή εφαρμογή του άρθρου 10 της αποφάσεως 1831/81 που οδήγησε την επιχείρηση σε υπέρβαση της ποσοστώσεως για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια ή της ποσότητας που μπορούσε να παραδοθεί εντός της κοινής αγοράς, υπέρβαση η οποία επισύρει την επιβολή προστίμου. Η επίδικη ενώπιον του Δικαστηρίου υπέρβαση αφορά προϊόντα των κατηγοριών Ι6 και V. Η μόνη αιτίαση της Estel είναι ότι δεν μπορεί να μειώσει τις συνέπειες της υπερβάσεως στο μέτρο που επιθυμεί, διότι η Επιτροπή δεν προέβη σε μεγαλύτερη προσαρμογή βάσει του άρθρου 10 της αποφάσεως. Αν η Estel είχε τηρήσει ή εφαρμόσει τη μέθοδο της Επιτροπής για την ερμηνεία του άρθρου 10 και είχε περιορίσει την παραγωγή και την παράδοση προϊόντων θερμής ελάσεως κατά το τέταρτο τρίμηνο του 1981, δεν θα περιερχόταν σ' αυτή την κατάσταση. Εξάλλου, αν είχε επιχειρήσει να αμυνθεί, αμφισβητώντας την απόφαση περί προσαρμογής και αν είχε κερδίσει την υπόθεση, θα είχε επίσης διαφύγει τον κίνδυνο επιβολής προστίμου. Δεν έπραξε όμως τίποτε από όλα αυτά, νομίζω δε ότι κανένα πραγματικό στοιχείο δεν δικαιολογεί την τροποποίηση από το Δικαστήριο του προστίμου που επέβαλε εν προκειμένω η Επιτροπή.
Για τους λόγους αυτούς, φρονώ ότι είναι απορριπτέα η προσφυγή της Estel η οποία πρέπει να καταδικαστεί και στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy