ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 17 ΜΑΪΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Καλείστε να αποφανθείτε επί δύο παράλληλων προσφυγών που άσκησαν ολλανδικές εταιρίες και που έχουν ως αντικείμενο την ακύρωση αποφάσεων με τις οποίες η Επιτροπή αναγνώρισε ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση διαγραφής εισαγωγικών δασμών. Κεντρικό θέμα των διαφορών είναι η ερμηνεία του άρ8ρου 13 του κανονισμού 1430 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/029, σ. 73), με τον οποίο έχετε ήδη ασχοληθεί τελευταία επ' ευκαιρία της υποθέσεως 283/82, Schoellershammer κατά Επιτροπής (απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1983 που δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στη Συλλογή). Αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης είναι η αποσαφήνιση ενός άλλου σημείου της εν λόγω διάταξης: συγκεκριμένα να αναγνωριστεί αν μεταξύ των ειδικών και άτυπων περιπτώσεων στις οποίες η εν λόγω διάταξη επιτρέπει τη διαγραφή συγκαταλέγεται και εκείνη εκτελωνιστή, ο οποίος ενήργησε με καλή πίστη, στηριζόμενος σε παραστατικά που του προσκόμισαν οι εντολείς του και τα οποία στη συνέχεια αποδείχτηκαν πλαστά.
Οι εταιρίες Van Gend & Loos και Expeditiebedrijf Wim Bosman BV, με έδρες την Ουτρέχτη και το 's-Heerenberg, Κάτω Χώρες, ασκούν για λογαριασμό των πελατών τους καθήκοντα εκτελωνιστή. Υπό την ιδιότητά τους αυτή προέβησαν σε διασάφηση προς τις ολλανδικές αρχές λόγω εισαγωγής ορισμένων παρτίδων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, προσκομίζοντας πιστοποιητικά τα οποία βεβαίωναν την προέλευση τους από την Αίγυπτο, το Μαρόκο και την Τουρκία. Τα εμπορεύματα υπήχθησαν λόγω της καταγωγής τους αυτής σε καθεστώς προτιμησιακών δασμών, ενώ ορισμένα από αυτά εισήχθησαν ατελώς. Εντούτοις, ύστερα από μακρά έρευνα οι αρχές διαπίστωσαν ότι πολλά πιστοποιητικά ήταν πλαστά με αποτέλεσμα να απαιτήσουν από τις δύο εταιρίες την καταβολή των μη καταβληθέντων δασμών. Κατόπιν αυτού, η εταιρία Van Gend & Loos και η εταιρία Bosman ζήτησαν από το ολλανδικό υπουργείο των οικονομικών να τις απαλλάξει από την πληρωμή, ενώ το υπουργείο με τη σειρά του, τηρώντας τη διαδικασία που προβλέπει ο κανονισμός 1575 της Επιτροπής, της 20ής Ιουνίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/015, σ. 162), απευθύνθηκε στην Επιτροπή. Η τελευταία έκρινε ότι οι αιτούμενες διαγραφές δεν δικαιολογούνταν. Οι δύο εταιρίες προσέφυγαν χωριστά στις 30 Μαρτίου και στις 10 Οκτωβρίου 1983 κατά των σχετικών αποφάσεων, οι οποίες εκδόθηκαν στις 10 Ιανουαρίου 1983, ζητώντας την ακύρωση τους.
2.
Δύο πηγές κοινοτικού δικαίου υπεισέρχονται στην υπόθεση μας: ο κανονισμός 1430/79 του Συμβουλίου, περί της επιστροφής ή της διαγραφής εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών και ο κανονισμός 1575/80 της Επιτροπής, ο οποίος περιλαμβάνει διατάξεις εφαρμογής του πρώτου.
Κατά τον κανονισμό 1430, επιτρέπεται η επιστροφή στον ενδιαφερόμενο ή η διαγραφή βεβαιωθέντος ποσού εισαγωγικών δασμών που αναφέρεται σε:
α)
εμπορεύματα για τα οποία δεν γεννήθηκε καμιά τελωνειακή οφειλή ή για τα οποία η τελωνειακή οφειλή απο-σβέσθη κατ' άλλο τρόπο πλην της πληρωμής ή της διαγραφής ή απεδείχθη «ανώτερο από εκείνο που νομίμως έπρεπε να εισπραχθεί» (άρθρο 2, παράγραφος 1),
6)
εμπορεύματα, τα οποία συνεπεία λάθους τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία, ενώ έπρεπε να υπαχθούν σε άλλο τελωνειακό καθεστώς (άρθρο 3, παράγραφος 1),
γ)
εμπορεύματα, την παραλαβή των οποίων αρνήθηκε ο εισαγωγέας ως ελαττωματικών ή μη συμμορφούμενων προς τους όρους της σύμβασης σε εκτέλεση της οποίας πραγματοποιήθηκε η εισαγωγή στο έδαφος της Κοινότητας, υπό τον όρο ότι επανεξήχθησαν ή κατεστράφησαν (άρθρα 5 και 6),
δ)
εμπορεύματα που εμπίπτουν σε μια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 10 καταστάσεις, υπό τον όρο πάντοτε ότι ο εισαγωγέας προτίθεται να τα επανεξα-γάγει ή να τα καταστρέψει (άρθρα 10 και 11) και
ε)
εμπορεύματα που εμπίπτουν σε άλλες καταστάσεις, εκτός από εκείνες που προσιδιάζουν στις καταστάσεις που προβλέπει το άρθρο 10, εφόσον ανακύπτουν από ιδιαίτερες συνθήκες «για της οποίες δεν υπήρξε καμία αμέλεια ή δόλος εκ μέρους του ενδιαφερομένου» (άρθρο 13).
Επαναλαμβάνω ότι εμάς ενδιαφέρει η τελευταία αυτή κατηγορία. Προκειμένου να κριθεί ποιες περιπτώσεις εμπίπτουν σ' αυτήν, προβλέπεται ειδική διαδικασία (πρβλ. άρθρο 9, παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού 1798/75) εφόσον όμως οι σχετικές διατάξεις εφαρμογής δεν έχουν ακόμη εκδοθεί, ανατρέχει κανείς στη διαδικασία του κανονισμού 1575/80. Αυτή περιλαμβάνει τέσσερις φάσεις. Ο ενδιαφερόμενος οφείλει να καταθέσει στο αρμόδιο τελωνειακό γραφείο αίτηση, συνοδευόμενη από επαρκή δικαιολογητικά στοιχεία ώστε να καταστεί δυνατόν να ληφθεί υπόψη (άρθρα 2 και 3) η επιτροπή τελωνειακών ατελειών την εξετάζει και εκφέρει γνώμη, την οποία λαμβάνει υπόψη της η Επιτροπή, προκειμένου να αποφασίσει αν «η εξετασθείσα ειδική περίπτωση δικαιολογεί τη χορήγηση της επιστροφής ή της διαγραφής, είτε ότι δεν την δικαιολογεί» (άρθρο 5, παράγραφος 1) τέλος, η εθνική αρχή κάνει δεκτή ή απορρίπτει την αίτηση «επί τη βάσει της αποφάσεως της Επιτροπής» (άρθρο 6, παράγραφος 2).
3.
Το καθού όργανο προβάλλει το απαράδεκτο των δύο προσφυγών για δύο λόγους: η προσβαλλόμενη πράξη δεν επηρεάζει άμεσα την έννομη κατάσταση των προσφευγουσών και οι αιτιάσεις διατυπώθηκαν όψιμα. Πράγματι πρέπει να υπομνηστεί ότι το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ επιτρέπει σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο να ασκήσει προσφυγή κατά των πράξεων της Επιτροπής και του Συμβουλίου, εξαρτά όμως τη δυνατότητα αυτή από δύο προϋποθέσεις: πρώτον, πρέπει να πρόκειται για αποφάσεις που απευθύνονται σ' αυτό ή που, όταν πρόκειται για κανονισμό ή για απόφαση που απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, το αφορούν άμεσα και ατομικά δεύτερον, ότι δεν πρέπει να έχουν παρέλθει δύο μήνες από τη δημοσίευση της πράξης, από την κοινοποίηση της στον προσφεύγοντα ή, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, από την ημέρα κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση της πράξεως.
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι αποφάσεις της αφορούν ατομικά τις προσφεύγουσες θεωρεί ότι ήταν αδύνατον να μην το πράξει λόγω της αίτησης που υπέβαλαν οι προσφεύγουσες και που της διαβίβασαν οι εθνικές αρχές. Πάντως, αρνείται ότι οι δύο αποφάσεις αφορούν την Van Gend & Loos και Bosman άμεσα. Αυτά προς τα οποία απευθύνονται οι αποφάσεις είναι τα κράτη: πράγματι, τα κράτη είναι εκείνα στα οποία οι εταιρίες υποβάλλουν αίτηση για διαγραφή και τα οποία κάνουν δεκτές ή απορρίπτουν τις αιτήσεις των εταιριών.
Η άποψη είναι ελκυστική, προσκρούει όμως σε ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο του ήδη αναφερθέντος άρθρου 6 του κανονισμού 1575/80. Όπως έχω ήδη αναφέρει, το άρθρο αυτό ορίζει ότι στις αιτήσεις για επιστροφή ή διαγραφή οι εθνικές αρχές αποφαίνονται «επί τη βάσει της αποφάσεως της Επιτροπής». Μου φαίνεται ότι από αυτό συνάγεται ότι κατά την αποφασιστική φάση της διαδικασίας οι εν λόγω αρχές δεν έχουν κανένα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας και κατά συνέπεια καμία εξουσία για τη λήψη απόφασης. Όλη η εξουσία ανήκει στην Επιτροπή: επομένως, οι αποφάσεις της έχουν άμεσες συνέπειες για την έννομη κατάσταση των ιδιωτών. Προς την κατεύθυνση αυτή εξάλλου προσανατολίζεται και η νομολογία σας: υπενθυμίζω τις αποφάσεις της 13ης Μαΐου 1971 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 41-44/70, Fruit Company κατά Επιτροπής, Race. 1971, σ. 411, της 23ης Νοεμβρίου 1971 στην υπόθεση 62/70, Bock κατά Επιτροπής, Racc. 1971, σ. 897, και της 6ης Μαρτίου 1979 στην υπόθεση 92/78, Simmenthai κατά Επιτροπής, Race. 1979, σ. 777.
Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο απαραδέκτου, η καθής διακρίνει την περίπτωση της εταιρίας Van Gend & Loos από εκείνη της Bosman. Ισχυρίζεται ότι η απόφαση της για την πρώτη κοινοποιήθηκε στην ολλανδική κυβέρνηση στις 11 Ιανουαρίου 1983 · και δεδομένου ότι είναι αδιανόητο η εν λόγω κυβέρνηση να χρειάστηκε περισσότερο από δύο μήνες για να της την κοινοποιήσει, οι τέσσερις και πλέον μήνες που μεσολαβούν μεταξύ της ημερομηνίας αυτής και της ημερομηνίας που ασκήθηκε η προσφυγή (30 Μαΐου) επιτρέπουν να στοιχειοθετηθεί το εκπρόθεσμό της. Αλλά η Επιτροπή πλανάται. Πράγματι, η Van Gend & Loos προσκόμισε το έγγραφο με το οποίο το υπουργείο των οικονομικών της κοινοποίησε την απόφαση: το έγγραφο αυτό φέρει ημερομηνία 30 Μαρτίου 1983.
Αντίθετα, στην πρίπτωση της εταιρίας Bosman, η Επιτροπή στηρίζεται στις ίδιες τις δηλώσεις της προσφεύγουσας: σύμφωνα με τα λεγόμενα της τελευταίας, οι ολλανδικές διοικητικές υπηρεσίες συμπεριφέρθηκαν επ' ευκαιρία δύο πανομοιότυπων διαφορών με διαφορετικό τρόπο, ώστε ειδοποίησαν την εταιρία Van Gend & Loos στις 30 Μαρτίου, ενώ την Bosman στις 10 Αυγούστου και ακόμη σπουδαιότερο, ειδοποίησαν την πρώτη με υπουργικό έγγραφο, ενώ τη δεύτερη μέσω περιφερειακού οργάνου (του επιθεωρητή εισαγωγικών δασμών και ειδικών φόρων του Lobith). Όλα αυτά είναι πολύ «λίγο αξιόπιστα» για να μη μπορεί να συναχθεί ότι η προσφυγή ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Ενδέχεται στο σημείο αυτό η Επιτροπή να έχει δίκιο: εντούτοις, όλα αυτά είναι μόνον υπόνοιες και δεν είναι δυνατό το απαράδεκτο μιας προσφυγής να στηρίζεται σε υπόνοιες. Το αναγνωρίζει άλλωστε και η ίδια η Επιτροπή όταν δηλώνει ότι θεωρεί, τουλάχιστον «προς στιγμήν», «ως ακριβή» την ημερομηνία 10 Αυγούστου (βλέπε υπόμνημα αντίκρουσης της 15.11.1983).
4.
Όσον αφορά την ουσία, οι προσφεύγουσες συνάγουν ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις:
α)
στερούνται αιτιολογίας ή τουλάχιστον δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένες,
6)
εκδόθηκαν βάσει ελάχιστα σαφών κριτηρίων και για το λόγο αυτό έρχονται σε αντίθεση με το άρθρο 13, κατά το οποίο επιστροφές και απαλλαγές μπορούν να χορηγηθούν μόνο σε ακριβείς και προκαθορισμένες περιπτώσεις,
γ)
δεν περιέχουν λεπτομερείς πληροφορίες για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, ειδικότερα όσον αφορά τη γνώμη της ομάδας εμπειρογνωμόνων, εκφεύγοντας με τον τρόπο αυτό και για το συγκεκριμένο σημείο από το δικαστικό έλεγχο,
δ)
δεν λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι στην κατάσταση πλάνης που περιήλθαν οι προσφεύγουσες συνέβαλε η αμελής συμπεριφορά των εθνικών αρχών,
ε)
εκδόθηκαν χωρίς να δώσουν τη δυνατότητα στους ενδιαφερόμενους να παρέμβουν προληπτικά και να χρησιμοποιήσουν τα κατάλληλα μέσα άμυνας,
στ)
εκδόθηκαν κατόπιν διαδικασίας η οποία δεν τήρησε τις προθεσμίες που προβλέπουν τα άρθρα 5 και 6 του κανονισμού 1575/80 και
ζ)
αγνοούν τους λόγους ανωτέρας βίας που δικαιολογούν τις αιτήσεις διαγραφής.
Αρχίζω με το επικαλούμενο υπό α) ελάττωμα. Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι δύο αποφάσεις δεν είναι αιτιολογημένες: και το χειρότερο, προς στήριξη της άρνησης για χορήγηση της διαγραφής, προβάλλονται σκοτεινοί ή απερίφραστα ακατανόητοι λόγοι. Ειδικότερα, δεν λαμβάνουν υπόψη τις περιστάσεις που επικαλούνται οι προσφεύγουσες για να καταδείξουν την καλή τους πίστη στην υποβολή των διασαφήσεων που αποδείχθηκαν στη συνέχεια αναληθείς και συγκεκριμένα το δόλο του οποίου υπήρξαν θύματα λαμβάνοντας από τους εντολείς πλαστά πιστοποιητικά, καθώς και το γεγονός ότι δεν μπορούσαν να διαπιστώσουν την πλαστότητα, δεδομένου ότι επρόκειτο για παραστατικά που εξέδωσαν τρίτα κράτη.
Η διάταξη στην οποία στηρίζεται η αιτίαση περιλαμβάνεται στο άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ (... οι αποφάσεις του Συμβουλίου και της Επιτροπής πρέπει να αιτιολογούνται ...»). Το Δικαστήριο της έδωσε την ερμηνεία ότι η διοίκηση οφείλει να αναφέρει με σαφήνεια και συνοχή τα κύρια πραγματικά περιστατικά και τις νομικές σκέψεις επί των οποίων στηρίζει την απόφαση · πάντως, δεν υπάρχει απαγόρευση να το πράττουν συνοπτικά και να μην εκφέρουν γνώμη επί όλων των επιχειρημάτων που προβάλλουν οι ενδιαφερόμενοι (πρβλ. την απόφαση της 4ης Ιουλίου 1963 στην υπόθεση 24/62, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Επιτροπής, Racc. 1963, σ. 127 καθώς και τη νεώτερη απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980 στις συνεκδικα-σθείσες υποθέσεις 209-215 και 218/78, Van Landewyck και λοιποί κατά Επιτροπής, Racc. 1980, σ. 3125).
Υπό το φως των αρχών αυτών, έρχομαι τώρα στην εξέταση της αιτιολογίας των επιδίκων αποφάσεων. Ανευρίσκεται σε τρεις αιτιολογικές σκέψεις. Στην πρώτη παρατίθενται τα περιστατικά: αναγνωρίζεται ότι μετά από τους ελέγχους που ακολούθησαν την υποβολή τους στις αρμόδιες υπηρεσίες, τα πιστοποιητικά αποδείχθηκαν ψευδή και για το λόγο αυτό τα οικεία εμπορεύματα δεν μπορούσαν πλέον να υπάγονται σε προνομιακή δασμολογική μεταχείριση · σημειώνεται επίσης ότι οι προσφεύγουσες ισχυρίστηκαν ότι προέβησαν στη διασάφηση χωρίς να γνωρίζουν ή να υποθέτουν την πλαστότητα των παραστατικών καταγωγής (και κατά συνέπεια με απόλυτη καλή πίστη), αλλ' αντιθέτως παρασυρ-θείσες από τις εθνικές αρχές που παρέλειψαν να τις ενημερώσουν για τις υπόνοιες τους ως προς την αυθεντικότητα των πιστοποιητικών. Με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη υπενθυμίζεται ότι μια ομάδα αποτελούμενη από εμπειρογνώμονες όλων των κρατών μελών συνήλθε στο πλαίσιο της επιτροπής τελωνειακών ατελειών και εξέτασε τις δύο περιπτώσεις στις συνεδριάσεις της 26ης Νοεμβρίου και 8ης Δεκεμβρίου 1982.
Η τρίτη αιτιολογική σκέψη αποδίδει την πραγματική αιτιολόγηση των αποφάσεων. Με αυτή γίνεται δεκτό ότι, όταν ενεργεί ιδίω ονόματι όπως στην εν λόγω περίπτωση, ο εκτελωνιστής ευθύνεται άμεσα έναντι του Δημοσίου για την καταβολή των εισαγωγικών δασμών διευκρινίζεται ότι η άγνοια της πλαστότητας των πιστοποιητικών καταγωγής κατά το χρόνο της παράδοσης τους δεν συνιστά «ειδική περίσταση» κατά την έννοια του άρθρου 13: γίνεται σαφές ότι για την έγκριση της διαγραφής δεν αρκεί η καλή πίστη του εκτελωνιστή, αλλ' απαιτείται ακριβώς κάποια αποκαλούμενη «περίσταση» · τέλος, παρατηρείται ότι, αν γινόταν δεκτή αίτηση για διαγραφή σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, θα κατέληγε στην αποδυνάμωση του συστήματος των μεταγενέστερων ελέγχων.
Νομίζω ότι η αιτιολόγηση αυτή είναι ενδεικτική των βασικών στοιχείων της υπόθεσης και των επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν για να στηρίξουν την απόφαση: επομένως, ικανοποιεί απόλυτα τις απαιτούμενες προϋποθέσεις που θέσατε με τη νομολογία σας. Οι προσφεύγουσες την επικρίνουν για δύο λόγους:
α)
δεν γίνεται λόγος για τις ειδικές συνθήκες που επικαλούνται (το γεγονός δηλαδή ότι δεν γνώριζαν ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζουν την πλαστότητα των εγγράφων) και
6)
ότι είναι αντιφατική η άποψη κατά την οποία η έγκριση της διαγραφής καθιστά περιττούς τους μεταγενέστερους ελέγχους.
Όσον αφορά το πρώτο σημείο, μπορεί να αντιταχθεί ότι η επίκριση είναι αβάσιμη ακόμη και αν ανταποκρινόταν προς την πραγματικότητα · πράγματι, μόλις προανέφερα δύο αποφάσεις που επιτρέπουν στην Επιτροπή να μη λάβει θέση επί όλων των επιχειρημάτων που επικαλείται ο ενδιαφερόμενος. Δεν χωρεί λοιπόν αμφιβολία ότι στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή δεν αγνόησε σε καμιά περίπτωση τα πραγματικά περιστατικά που εξέθεσαν οι προσφεύγουσες. Ενήργησε διαφορετικά και κατ' εμέ απόλυτα εύλογα. Υποστήριξε ότι αν και αποδεικνύουν την καλή πίστη των προσφευγουσών, τα περιστατικά αυτά δεν ισοδυναμούν με «ιδιαίτερες συνθήκες» · συνεπώς, δεν συντρέχει η δεύτερη από τις δύο προϋποθέσεις από τις οποίες το άρθρο 13 εξαρτά τη διαγραφή των δασμών.
Ως προς το δεύτερο σημείο, θεωρώ ότι είναι άνευ σημασίας: τόσο διότι το επιχείρημα της Επιτροπής είναι έγκυρο (πώς είναι δυνατόν να αρνείται κανείς ότι η απαλλαγή οιουδήποτε που προσκομίζει ψευδή πιστοποιητικά, έστω και καλόπιστα, δεν καθιστά περιττούς κατά μεγάλο μέρος τους μεταγενέστερους ελέγχους;), όσο, κυρίως, διότι το επιχείρημα αυτό προβλήθηκε ad colorandum. Άρα, από άποψη οικονομίας της απόφασης, ο ρόλος του δεν είναι αποφασιστικός.
5.
Η αιτίαση που αφορά την παράβαση του άρθρου 13 του κανονισμού 1430 είναι συναφής προς την πρώτη. Κατά τις προσφεύγουσες, η εν λόγω διάταξη προϋποθέτει ότι λαμβάνει χώρα επιστροφή ή διαγραφή μόνο σε σαφείς και προκαθορισμένες περιπτώσεις πρότυπα. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπήρξε προκαθορισμός: είναι γεγονός ότι ελλείπουν γενικοί κανόνες που εξατομικεύουν τις εν λόγω περιπτώσεις, ενώ η αιτιολόγηση των προσβαλλόμενων αποφάσεων δεν καθιστά σαφή τα κριτήρια αρχής με βάση τα οποία δεν έγινε δεκτή η διαγραφή. Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος.
Όπως έχω ήδη τονίσει στην παράγραφο 2, οι λεπτομέρειες εφαρμογής των επιστροφών και των απαλλαγών που προβλέπονται από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 13 δεν έχουν ακόμη θεσπιστεί και αυτό παρά το γεγονός ότι η δεύτερη παράγραφος της εν λόγω διάταξης προβλέπει ρητά τη θέσπιση τους με την διευκρίνιση ότι προς το σκοπό αυτό πρέπει να τηρείται η διαδικασία του άρθρου 9 του κανονισμού 1798/75 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουλίου 1975 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/002, σ. 87). Από αυτό έπεται ότι σε καμιά περίπτωση οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν ήταν δυνατό να αφορούν περιπτώσεις πρότυπα που διέπονται από γενικούς και αφηρημένους κανόνες.
Απομένει προς εξέταση η αιτίαση που προσάπτεται στις εν λόγω αποφάσεις ότι δεν αναφέρουν τα κριτήρια αρχών επί των οποίων στηρίζονται η έγκριση ή η απόρριψη των διαγραφών. Αλλά και αυτό δεν ευσταθεί. Κατά το άρθρο 13, καθώς και κατά τον κανονισμό εφαρμογής 1575/80, ανήκει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής κατ' ουσία, να αποφασίσει για κάθε περίπτωση χωριστά αν συντρέχουν οι ειδικές συνθήκες που δικαιολογούν την έγκριση της διαγραφής και αφού προηγουμένως ακουστεί η γνώμη ομάδας εμπειρογνωμόνων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τηρήθηκε επακριβώς η διαδικασία αυτή' χάρη μάλιστα στο σαφές περιεχόμενο των αιτιολογικών τους σκέψεων, οι πράξεις που θέσπισε η Επιτροπή υπόκεινται σε πραγματικό δικαστικό έλεγχο.
6.
Επίσης, αναφερόμενες στην αιτιολογία των δύο αποφάσεων, οι προσφεύγουσες παρατηρούν ότι οι αποφάσεις αυτές δεν μνημονεύουν τη γνώμη της επιτροπής τελωνειακών ατελειών: με τον τρόπο αυτό παρεμποδίζεται ο έλεγχος περί του αν το καθού όργανο τήρησε το άρθρο 5 του κανονισμού 1575, καθώς και το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η εν λόγω αιτίαση — τρίτη κατά σειρά — είναι προδήλως αβάσιμη. Όπως έχω ήδη αναφέρει, κατά το άρδρο 5, η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να συμβουλεύεται «ομάδα εμπειρογνωμόνων αποτελούμενη από εκπροσώπους όλων των κρατών μελών που συνέρχεται στα πλαίσια της επιτροπής τελωνειακών ατελειών». Περαιτέρω, το άρδρο 190 ορίζει ότι «... οι αποφάσεις ... αναφέρονται στις ... γνώμες που απαιτούνται ...». Αληθεύει, επομένως, ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις έπρεπε να μνημονεύουν το εν λόγω ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας. Αντίθετα, δεν αληθεύει ότι δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, δεδομένου ότι με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη παρέχεται ρητά η διαβεβαίωση ότι δύο φορές η ομάδα εμπειρογνωμόνων εξέτασε την περίπτωση. Παραδέχομαι ότι δεν προστίθεται ότι η ομάδα αυτή διατύπωσε και γνώμη: το να γίνεται όμως επίκληση της ελάχιστης αυτής και ασφαλώς μη ηθελημένης παράλειψης για να προσάπτεται στις δύο πράξεις ότι πάσχουν ακυρότητα, συνιστά καθαρή argutie.
7.
Ο τέταρτος λόγος αφορά τη συμπεριφορά των ολλανδικών αρχών. Υποστηρίζεται ότι κατά το χρόνο της κατάθεσης των διασαφήσεων οι εν λόγω αρχές δεν έλεγξαν τα πιστοποιητικά καταγωγής των εμπορευμάτων και με τον τρόπο αυτό δημιούργησαν στις προσφεύγουσες την εύλογη πεποίθηση ότι τα παραστατικά ήταν αυθεντικά. Το γεγονός ότι μετά την εξακρίβωση της πλαστότητας των διασαφήσεων, οι ίδιες αρχές απήτησαν την καταβολή των δασμών έρχεται σε αντίθεση προς την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Η άποψη αυτή δεν με πείθει. Κατά την οδηγία 695 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 262), για την εναρμόνιση των διαδικασιών θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι διασαφήσεις ώστε να γίνονται δεκτές από τα αρμόδια γραφεία έχουν αποκλειστικά τυπικό χαρακτήρα (άρθρο 6). Από αυτό έπεται ότι η αποδοχή των εν λόγω διασαφήσεων δεν εξαρτάται από ελέγχους, αντικείμενο των οποίων είναι η αυθεντικότητα των συνημμένων παραστατικών. Το ζήτημα δεν σταματάει εδώ: πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ίδιου κανονισμού, η αποδοχή δεν παρακωλύει τη διενέργεια μεταγενέστερων ελέγχων και όπως είναι εμφανές η αποδοχή δεν θέτει περιορισμούς ως προς τις συνέπειες που ενδέχεται να έχουν οι έλεγχοι σε σχέση με το ύψος των εισαγωγικών δασμών.
Τελικά, από τις κοινοτικές διατάξεις προκύπτει με σαφήνεια ότι, αποδεχόμενα τις διασαφήσεις, τα τελωνειακά γραφεία σε καμιά περίπτωση δεν προδικάζουν τον αυθεντικό χαρακτήρα των πιστοποιητικών προέλευσης. Εξετάζοντας άλλωστε προσεκτικά δεν είναι δυνατό να συμβαίνει οτιδήποτε άλλο. Ας μη λησμονείται ο εξαιρετικά μεγάλος αριθμός πράξεων που διενεργούν κάθε ημέρα τα γραφεία και η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης τους που επιβάλλουν έκδηλες εμπορικές ανάγκες' κατανοεί κανείς ότι η με γενικευμένο τρόπο διενέργεια των ελέγχων που αφορούν την αυθεντικότητα κατά το χρόνο της παράδοσης είναι εντελώς αδύνατη γι' αυτά. Αλλά και στην πράξη δεν είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς πώς η απλή αποδοχή των πιστοποιητικών μπορεί να οδηγήσει επιχειρηματίες, οι οποίοι ασφαλώς γνωρίζουν τις συνθήκες υπό τις οποίες τα γραφεία ασκούν τα καθήκοντα τους, να προσδώσουν οιαδήποτε εμπιστοσύνη στο θέμα της αυθεντικότητας ή της εγκυρότητας των πιστοποιητικών αυτών.
8.
Με την πέμπτη αιτίαση προσάπτεται η παραβίαση του δικαιώματος ακροάσεως. Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η διαδικασία που ακολούθησε η Επιτροπή τόσο κατά το στάδιο του ελέγχου των αιτήσεων διαγραφής, όσο και κατά την λήψη τελικά αποφάσεων επ' αυτών δεν τους έδωσε τη δυνατότητα να παρέμβουν προκειμένου να εκθέσουν τα επιχειρήματα τους.
Διαφωνώ για μια ακόμη φορά. Όπως έχω ήδη αναφέρει στην παράγραφο 2, η πρώτη φάση της διαδικασίας που προβλέπει ο κανονισμός 1575 επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να εκθέσουν με τα έγγραφα που προσκομίζουν τις εθνικές αρχές όλα τα επιχειρήματα που στηρίζουν τα αιτήματα τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό συνέβη στην υπό εξέταση περίπτωση' άλλωστε, τα επιχειρήματα των προσφευγουσών περιλαμβάνονται στο φάκελο που οι εθνικές αρχές έθεσαν στη διάθεση της επιτροπής τελωνειακών ατελειών και εν συνεχεία της Επιτροπής. Επ' ευκαιρία, υπενθυμίζω τις σκέψεις 16 και 17 της απόφασης του Δικαστηρίου της 17ης Μαρτίου 1983 στην υπόθεση 294/81, Control Data κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 911.
9.
Ο έκτος λόγος αφορά τη μη τήρηση των προθεσμιών που τάσσουν τα άρθρα 5, παράγραφος 2 και 6 του κανονισμού 1575. Υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με την πρώτη διάταξη, η Επιτροπή οφείλει να αποφανθεί επί των αιτήσεων επιστροφής ή διαγραφής εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία διαβίβασης τους προς αυτή από το ενδιαφερόμενο κράτος. Το άρθρο 6 ορίζει στη συνέχεια ότι «η ανακοίνωση της αποφάσεως ... πρέπει να γίνεται στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος το ταχύτερο δυνατό, και εν πάση περιπτώσει εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από της ημερομηνίας εκπνοής» του εν λόγω τριμήνου. Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η καθής δεν τήρησε ούτε τη μία, ούτε την άλλη προθεσμία: τα στοιχεία όμως που προκύπτουν από τη δίκη τις διαψεύδουν. Πράγματι, και στις δύο περιπτώσεις η αίτηση των ολλανδικών αρχών για διαγραφή περιήλθε στην Επιτροπή στις 11 Οκτωβρίου 1982, ενώ η απόφαση εκδόθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1983 (επομένως εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 5) και κοινοποιήθηκε τις κάτω Χώρες στις 11 Ιανουαρίου ιδίου έτους (δηλαδή στα πλαίσια του άρθρου 6). Δεν πιτεόω λοιπόν ότι, έστω και αν τα πράγματα εξελίσσονταν διαφορετικά, οι αποφάσεις θα έπρεπε να θεωρηθούν άκυρες.
Χωρίς να ισχυρίζομαι ότι εξαντλώ το θέμα, σημειώνω ότι η μη τήρηση προθεσμίας που συνδέεται με διοικητική διαδικασία δεν μπορεί να καταστήσει άκυρη την πράξη με την οποία ολοκληρώνεται η διαδικασία παρά μόνο εφόσον την παρεμποδίζει να εκπληρώσει την αποστολή για την οποία θεσπίστηκε. Αυτό όμως δεν συμβαίνει με τις δύο εξεταζόμενες προθεσμίες, που στην πραγματικότητα περιορίζονται να αναφέρουν τα συνήθη χρονικά διαστήματα εντός των οποίων πρέπει να λάβει χώρα η διαδικασία: πρόκειται με άλλα λόγια όχι για «επιτακτικές», αλλ απλώς για «ενδεικτικές» προθεσμίες.
10.
Ο έβδομος και τελευταίος λόγος αφορά την παράβαση των κοινοτικών κανόνων σε θέματα ανωτέρας βίας. Οφείλεται σε δύο αιτίες:
α)
οι άτυπες περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430 στην ουσία οφείλονται στο σύνολο τους σε ανωτέρα βία,
6)
στο κοινοτικό δίκαιο η ανωτέρα βία δεν ταυτίζεται με αντικειμενική και απόλυτη αδυναμία τήρησης μιας δεδομένης συμπεριφοράς.
Όπως προκύπτει από την απόφαση σας της 17ης Δεκεμβρίου 1970 στην υπόθεση 11/70, Internationale Handelsgesellschaft (Race. 1970, σ. 1125), συντρέχει ακόμη και όταν ασυνήθεις και απρόβλεπτες περιστάσεις δεν επιτρέπουν στους ενδιαφερομένους να τηρήσουν ορισμένους κανόνες συμπεριφοράς. Παρατηρείται λοιπόν ότι δεν χωρεί συζήτηση ότι οι προσφεύγουσες, παρ' όλον ότι επέδειξαν τη συνήθη επιμέλεια, δεν μπόρεσαν να αποκαλύψουν την πλαστότητα των εγγράφων που έλαβαν από τους εντολείς. Υπήρξαν λοιπόν θύματα ανωτέρας βίας: υπό την έννοια αυτή, η ανωτέρα βία καθιστά άμεμπτη την πράξη τους και τους νομιμοποιεί να λάβουν τη διαγραφή.
Η άποψη αυτή είναι περισσότερο προσεγμένη από τις άλλες: όμως και στην περίπτωση αυτή είναι αντίθετη προς διάφορους λόγους που δεν είναι δυνατόν να αγνοηθούν. Ο πρώτος οφείλεται στη νομολογία σας. Εξετάζοντας πρόσφατα την ανωτέρα 6ία, την ταυτίσατε με «εξωτερική αιτία», ικανή να επιφέρει «αναπόφευκτες συνέπειες ... μέχρι τέτοιο βαθμό ώστε να καταστήσει αντικειμενικά αδύνατο για τους ενδιαφερομένους να τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους» (απόφαση της 18. 3. 1980 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 154, 205, 206, 226-228, 263 και 264/78, 31, 39, 83 και 85/79, Valsabbia και λοιποί κατά Επιτροπής, Race. 1980, σ. 907, σκέψη 140). Νομίζω ότι η έννοια αυτή είναι ακόμη αυστηρότερη από εκείνη που επικαλούνται οι προσφεύγουσες. Ακόμη όμως και αν γίνει δεκτό ότι συμπίπτουν, αποκλείω, όταν πρόκειται για επαγγελματίες επιχειρηματίες όπως οι εταιρίες Van Gend & Loos και Bosman, η λήψη ψευδών τελωνειακών πιστοποιητικών να συνιστά, για να χρησιμοποιήσω την δική τους έκφραση, «ασυνήθη και απρόβλεπτη» περίσταση. Η αλήθεια είναι ότι ο κίνδυνος αυτός συνδέεται άρρηκτα με το επάγγελμα του εκτελωνιστή, ότι όταν αναλαμβάνεται ο κίνδυνος αυτός συνεκτιμάται για τον καθορισμό των αντισταθμισμάτων και ότι οι θυσίες που προέρχονται απ' αυτόν δικαιολογούνται σύμφωνα με το γνωστό αξίωμα cuius commoda eius et incommoda.
Η υποχρέωση των εκτελωνιστών να καταβάλουν εισαγωγικούς δασμούς, ακόμη και αν προσκόμισαν καλόπιστα πιστοποιητικά προέλευσης που τους παρέσχον οι εντολείς τους και που στη συνέχεια αποδείχθηκαν ψευδή, επιβεβαιώνεται σε τελευταία ανάλυση εύσχημα με την απαράδεκτη πολιτικά αντίθετη άποψη: πράγματι, αν δεν συνέτρεχε η υποχρέωση αυτή, αν το Δημόσιο παραιτούνταν από την είσπραξη των εν λόγω δασμών, ο κίνδυνος για τον οποίο έγινε λόγος θα μεταβιβαζόταν αδικαιολόγητα από την ενδιαφερόμενη επαγγελματική τάξη στο κοινωνικό σύνολο. Οι προσφεύγουσες έχουν επίγνωστη του γεγονότος αυτού εντούτοις, επιδιώκουν να καταστήσουν τη μεταβίβαση αυτή περισσότερο ανεκτή, βεβαιώνοντας ότι πρόκειται για προϋπόθεση αναγκαία για την ενάσκηση του επαγγέλματος του εκτελωνιστή. Ισχυρίζονται ότι αν δεν προστατεύονταν με τον τρόπο αυτό, οι εκτελωνιστές θα ήταν υποχρεωμένοι είτε να απαιτούν πολύ μεγαλύτερα αντισταθμίσματα, είτε να διενεργούν τις πράξεις ως εντολοδόχοι, επιρρίπτοντας με τον τρόπο αυτό στους εντολείς τους την ευθύνη έναντι του Δημοσίου: με αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις να παρεμποδίζουν σημαντικά το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Η ανάλυση αυτή δεν είναι αντικειμενική: συγκεκριμένα αποσιωπά το γεγονός ότι ο κίνδυνος διαβίβασης ψευδών παραστατικών είναι επαγγελματικής φύσης και για το λόγο αυτό τα αντισταθμίσματα των εκτελωνιστών έχουν ήδη υπολογιστεί ώστε να τον λαμβάνουν υπόψη.
11.
Λαμβάνοντας υπόψη τις προηγούμενες σκέψεις, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τις προσφυγές των εταιριών Van Gend & Loos και Expeditiebedrijf Wim Bosman BV κατά της Επιτροπής, που ασκήθηκαν αντίστοιχα στις 30 Μαΐου και 10 Οκτωβρίου 1983.
Ως προς την επιδίκαση των δικαστικών εξόδων, αυτά πρέπει να βαρύνουν τις προσφεύγουσες.
( 1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy