ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLVNN
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ3 ΙΟΥΛΊΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η παρούσα υπόθεση έχει ως αντικείμενο τμήμα ενός φορτίου βουτύρου που εξήχθη από την Αυστραλία και εισήχθη προσωρινά στο Βέλγιο προς ενεργητική τελειοποίηση, χωρίς την καταβολή δασμών ή γεωργικών εισφορών.
Περί τα τέλη του 1975, αφού περατώθηκε η ενεργητική τελειοποίηση, το εμπόρευμα απεστάλη στην Ελβετία, στον ελεύθερο λιμένα της Γενεύης La Praille, με παραλήπτη την εταιρία Roba SA της Βασιλείας, ως έλαιο Βιομηχανικής χρήσεως. Μεταφέρθηκε σιδηροδρομικώς, συνοδευόμενο από έξι διεθνείς φορτωτικές CIM μαζί με άλλες ποσότητες του προϊόντος που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω. Από τον ελεύθερο λιμένα La Praille το εν λόγω εμπόρευμα απεστάλη εκ νέου από την εταιρία Roba SA στις Γενικές Αποθήκες Cariplo της Cremona στην Ιταλία, ως έλαιο βιομηχανικής χρήσεως, βουτυρέλαιο, μεταφέρθηκε δε σιδηροδρομικώς, συνοδευόμενο από μία δεύτερη σειρά φορτωτικών και έφθασε στον προορισμό του στις αρχές του 1976. Η εταιρία Gormec srl του Μιλάνου επιφόρτισε ένα ιταλό εκτελωνιστή, τον Claudio Fioravanti, να εκτελωνίσει το εμπόρευμα. Το εμπόρευμα εκτελωνίστηκε βάσει τριών τελωνειακών αποδείξεων που εξέδωσε το ιταλικό τελωνείο. Το ιταλικό τελωνείο δέχτηκε ότι το εμπόρευμα ήταν βελγικής καταγωγής και δεν ζήτησε την καταβολή δασμών ή γεωργικών εισφορών, διότι το ελβετικό τελωνείο είχε αναγράψει την ένδειξη «Τ2» στις φορτωτικές.
Στη συνέχεια όμως, το ιταλικό τελωνείο διαπίστωσε ότι το εμπόρευμα ήταν καταγωγής τρίτης χώρας και ζήτησε από την εταιρία Gormec την καταβολή ποσού 243400755 ιταλικών λιρών ως γεωργικής εισφοράς. Η εταιρία Gormec δεν κατέβαλε το ανωτέρω ποσό. Φαίνεται ότι δυνάμει του ιταλικού δικαίου, ο Fioravanti ήταν επικουρικά υπεύθυνος και, το Μάιο του 1977, οι τελωνειακές αρχές στράφηκαν εναντίον του. Ο Fioravanti άσκησε ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής που του κοινοποίησαν οι τελωνειακές αρχές. Η διαφορά ήχθη ενώπιον του Corte d'appello της Brescia, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ. Από τα επίμαχα πραγματικά περιστατικά ανέκυψαν δύο ζητήματα. Το πρώτο αφορά τη υποχρέωση του Fioravanti να καταβάλει τις γεωργικές εισφορές στις ιταλικές τελωνειακές αρχές και το δεύτερο την υποχρέωση της ιταλικής κυβερνήσεως να επιστρέψει τις εισφορές στην Κοινότητα. Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα εμπορεύματα εισήχθησαν στην Ιταλία χωρίς να καταβληθούν οι εισφορές, λόγω πλάνης στην οποία υπέπεσαν οι βελγικές τελωνειακές αρχές. Κατά συνέπεια, το κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για την είσπραξη των εισφορών και την καταβολή τους στην Κοινότητα είναι το Βέλγιο και όχι η Ιταλία. Η ιταλική κυβέρνηση συμμερίζεται κατ' ουσία ενώπιον του Δικαστηρίου την άποψη του Fioravanti ότι οι εισφορές δεν ήταν πληρωτέες κατά την εισαγωγή του εμπορεύματος στην Ιταλία.
To πρώτο υποβληθέν ερώτημα είναι το ακόλουθο:
«Λαμβανομένων ιδιαιτέρως υπόψη των άρθρων 1 και 5 της συμφωνίας μεταξύ της ΕΟΚ και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την εφαρμογή της σχετικής με την κοινοτική διαμετακόμιση ρυθμίσεως, η οποία περιλαμβάνεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2812/72 του Συμβουλίου, καθώς και των άλλων ειδικών διατάξεων της εν λόγω κανονιστικής ρυθμίσεως, πρέπει να θεωρηθεί ως κοινοτική διαμετακόμιση η μεταφορά εμπορευμάτων τα οποία, αφού απεστάλησαν από το Βέλγιο (τελωνείο του Montzen) σε συγκεκριμένο παραλήπτη στον ελεύθερο λιμένα της Γενεύης La Praille (Ελβετία), απεστάλησαν εκ νέου από το πρόσωπο αυτό, μέσω του τελωνείου του ανωτέρω ελεύθερου λιμένα, σε άλλο παραλήπτη στην πόλη της Cremona (Ιταλία) όπου και εισήχθησαν οριστικά;»
Κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 542/69 του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1969 (JO L 77, 1969, σ. 1), διείπε τη διαδικασία που ισχύεικατά τη διακίνηση εμπορευμάτων μεταξύ δύο σημείων που βρίσκονται εντός της Κοινότητας. Ο εν λόγω κανονισμός όριζε δύο διαδικασίες: την «εξωτερική κοινοτική διαμετακόμιση» για εμπορεύματα που, εν συντομία, δεν τελούν σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας και την «εσωτερική κοινοτική διαμετακόμιση» για εμπορεύματα (χαρακτηριζόμενα ως «κοινοτικά εμπορεύματα») που τελούν σε ελεύθερη κυκλοφορία: άρθρο 1 του κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ 2719/72 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972 (JO L 291, 1972, σ. 24). Τα εμπορεύματα που διακινούνται υπό καθεστώς εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως πρέπει να αποτελέσουν το αντικείμενο δηλώσεως που διενεργείται με το έντυπο Τ 1, εκείνα δε που διακινούνται υπό καθεστώς εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως πρέπει να αποτελέσουν το αντικείμενο δηλώσεως που διενεργείται με το έντυπο Τ 2: άρθρα 12, παράγραφος 1, και 39, παράγραφος 1, του κανονισμού 542/69.
Σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού αυτού, δεδομένου ότι τα επίμαχα εμπορεύματα μεταφέρθηκαν από το Βέλγιο στην Ιταλία συνοδευόμενα από δύο σειρές φορτωτικών, η διαδικασία κοινοτικής διαμετακομίσεως δεν θα εφαρμοζόταν ελλείψει συμφωνίας μεταξύ Κοινότητας και Ελβετίας. Τέτοια συμφωνία συνήφθη το 1972
και είναι συνημμένη στον κανονισμό 2812/72 της 21ης Νοεμβρίου 1972 (ΕΕ. ειδ. έκδ. 02/001, σ. 158), τροποποιήθηκε δε μεταγενέστερα με τους κανονισμούς του Συμβουλίου 3613/73 της 27ης Δεκεμβρίου 1973 (JO L 365, σ. 187) και 1291/77, της 14ης Ιουνίου 1977 (JO L 151,1977, σ. 1).
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της συμφωνίας ορίζει ότι η ρύθμιση περί κοινοτικής διαμετακομίσεως «εφαρμόζεται, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της συμφωνίας, στα εμπορεύματα που κυκλοφορούν μεταξύ δύο σημείων τα οποία ευρίσκονται εντός της Κοινότητας, μέσω του ελβετικού εδάφους και τα οποία: — αποστέλλονται απευθείας με ή χωρίς μεταφόρτωση στην Ελδετία ή — αποστέλλονται εκ νέου από την Ελβετία μετά από τη θέση σε τελωνειακή αποταμίευση, κατά περίπτωση». Το άρθρο 5 της συμφωνίας αφορά την έκδοση εντύπων Τ 2 και Τ 2 L για τα εμπορεύματα που αποστέλλονται εκ νέου από την Ελβετία κατά τη διάρκεια μεταφοράς μεταξύ δύο σημείων που βρίσκονται εντός της Κοινότητας. Τα έντυπα Τ 2 L χρησιμοποιούνται για να πιστοποιήσουν την κοινοτική προέλευση εμπορευμάτων που δεν μεταφέρονται υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως (κανονισμός 2313/69 της 19. 11. 1969, JO L 295, σ. 8, όπως τροποποιήθηκε).
Οι διάδικοι που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο (ο Fioravanti, η ιταλική κυβέρνηση και η Επιτροπή) συμφωνούν ως προς το ότι υπό το φως διατάξεων της συμφωνίας μεταξύ Κοινότητας και Ελβετίας, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση.
Είναι προφανές ότι εφόσον η μεταφορά εμπορευμάτων συνεπάγεται τη διέλευση εσωτερικών κοινοτικών συνόρων, τα εμπορεύματα αυτά τελούν υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως, εκτός αν (πράγμα που, από όσα γνωρίζω, δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση) έχουν θεσπιστεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 58 ειδικές διατάξεις κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 542/69, όσον αφορά εμπορεύματα που εισάγονται προσωρινά για τελειοποίηση, τα οποία, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, αποκλείονται από το καθεστώς της Κοινοτικής διαμετακομίσεως. Δεδομένου ότι η σιδηροδρομική μεταφορά των εν λόγω εμπορευμάτων από το Βέλγιο στην Ελβετία συνεπαγόταν κατ' ανάγκη τη διέλευση εσωτερικών κοινοτικών συνόρων (τα προϊόντα μεταφέρθηκαν προφανώς μέσω Γαλλίας), τα εμπορεύματα αυτά θα έπρεπε συνεπώς να είχαν τεθεί υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως στο Βέλγιο.
Πάντως, όταν τα εμπορεύματα διακινούνται μεταξύ Κοινότητας και Ελβετίας υπό καθεστώς διεθνούς σιδηροδρομικής μεταφοράς, το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως δεν εφαρμόζεται σε τέτοια μεταφορά (άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 542/69 και άρθρο 2, παράγραφος 2, της συμφωνίας με την Ελβετία).
Αφετέρου, όταν τα εμπορεύματα διακινούνται, μέσω του ελβετικού εδάφους, μεταξύ δύο σημείων που βρίσκονται εντός της Κοινότητας, ανεξάρτητα του αν αποστέλλονται απευθείας ή αποστέλλονται εκ νέου από την Ελβετία μετά τη θέση τους ενδεχομένως υπό τελωνειακή αποταμίευση, ισχύει η ρύθμιση περί κοινοτικής διαμετακομίσεως (άρθρο 1 της συμφωνίας).
Από την αντιπαραβολή των δύο ανωτέρω διατάξεων συνάγεται το συμπέρασμα ότι αν τα εμπορεύματα αποστέλλονται στην Ελβετία με σκοπό την επαναποστολή τους από την Ελβετία στην Ιταλία και η επαναποστολή αυτί] διενεργείται πράγματι, ισχύει η ρύθμιση περί κοινοτικής διαμετακομίσεως και πρέπει να τηρηθούν οι σχετικές διαδικασίες.
Αντίθετα, αν τα εμπορεύματα αποστέλλονται απλώς στην Ελβετία υπό καθεστώς διεθνούς σιδηροδρομικής μεταφοράς σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 542/69, το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως δεν ισχύει για το τμήμα αυτό της μεταφοράς, έστω και αν στη συνέχεια συνάπτεται σύμβαση μεταφοράς των εμπορευμάτων στην Ιταλία.
Εφόσον όμως τα εμπορεύματα αποστέλλονται από την Ελβετία στην Ιταλία, πρέπει, από την άποψη της εφαρμογής του κανονισμού 304/71 του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 1971 (JO L 35, 1971, σ. 31), περί απλουστεύσεως των διαδικασιών της κοινοτικής διαμετακομίσεως για τα εμπορεύματα που μεταφέρονται σιδηροδρομικώς, να θεωρούνται «ως διακινούμενα υπό καθεστώς εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως» (άρθρο 8, παράγραφος 1, της συμφωνίας με την Ελβετία).
Πρέπει συνεπώς να διαπιστώνεται, κατά την αρχική αποστολή των εμπορευμάτων, αν αυτά έχουν υπαχθεί ή όχι στη διαδικασία της κοινοτικής διαμετακομίσεως.
Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα πρέπει κατά την άποψη μου να δοθεί η απάντηση ότι αν τα εμπορεύματα αποστέλλονται από το Βέλγιο σε ορισμένο παραλήπτη στην Ελβετία με σκοπό την περαιτέρω αποστολή τους σε άλλο σημείο εντός της Κοινότητας και εφόσον αποστέλλονται εκ νέου από τον ελβετό παραλήπτη σε άλλο παραλήπτη στην Cremona όπου και εισάγονται, πρέπει να θεωρούνται ανά πάσα στιγμή ως τελούντα υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως. Εν πάση περιπτώσει, όταν αποστέλλονται από την Ελβετία στην Cremona, πρέπει να θεωρούνται ως τελούντα υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως και ως διακινούμενα σύμφωνα με τη διαδικασία της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως από την άποψη της εφαρμογής του κανονισμού 304/71 του Συμβουλίου.
To δεύτερο ερώτημα είναι το ακόλουθο:
«Στην περίπτωση αυτή, είναι νόμιμη η έκδοση, εκ μέρους του ελβετικού τελωνείου, διεθνών φορτωτικών CIM οι οποίες περιέχουν μνεία των φορτωτικών που αφορούν την προηγούμενη φάση της μεταφοράς, με την αναγραφή της ενδείξεως Τ 2 που προορίζεται να χαρακτηρίσει τις εσωτερικές κοινοτικές μεταφορές, ενδείξεως που δικαιολογείται με τον ισχυρισμό (που δεν αποδείχθηκε, δεδομένου ότι υποτίθεται ότι χάθηκε το αντίτυπο αριθ. 3 των εγγράφων αυτών) ότι οι προηγούμενες φορτωτικές δεν περιείχαν καμία ένδειξη και συνεπώς ούτε την ένδειξη Τ 1, ελλείψει της οποίας η κοινοτική διαμετακόμιση πρέπει να θεωρηθεί ως εσωτερική και όχι εξωτερική, ως αναφερόμενη δηλαδή σε εμπορεύματα μη προερχόμενα από εξωκοινοτικές χώρες;»
Γίνεται δεκτό από τους διαδίκους ότι οι ελβετικές τελωνειακές αρχές ανέγραψαν την ένδειξη «Τ 2» στις φορτωτικές που κάλυπταν τη μεταφορά των εμπορευμάτων από το λιμένα La Praille στην Cremona. To δεύτερο ερώτημα εκκινεί από την υπόθεση ότι καμία ένδειξη δεν είχε αναγραφεί στις προηγούμενες φορτωτικές. Στο Corte d'appello της Brescia απόκειται προφανώς να διαπιστώσει αν αυτό συνέβαινε πράγματι. Είναι πάντως ορθό να παρατηρηθεί από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το αντίτυπο αριθ. 3 τεσσάρων φορτωτικών που αφορούσαν τη μεταφορά από το Βέλγιο στην Ελβετία δεν έφεραν καμία ένδειξη, φαίνεται δε ότι οι ελβετικές αρχές δέχονται ότι το αντίτυπο αριθ. 3 των λοιπών δύο φορτωτικών έφερε την ένδειξη «Τ 1». Για λόγους που δεν είναι σαφείς, το αντίτυπο αριθ. 3 των φορτωτικών αυτών δεν βρισκόταν στην κατοχή των ελβετικών τελωνειακών αρχών όταν εκδόθηκε η δεύτερη σειρά φορτωτικών, στο δε αντίτυπο αριθ. 2 των φορτωτικών ανεγράφη η ένδειξη «(3)». Οι βελγικές φορτωτικές έφεραν εντούτοις τη χειρόγραφη ένδειξη T2L, την οποία κατά τα φαινόμενα ανέγραψαν οι ελβετικές αρχές.
Η εξουσία των ελβετικών τελωνειακών αρχών να εκδίδουν φορτωτικές Τ 2 καθορίζεται στα άρθρα 5, 6 και 8 της συμφωνίας μεταξύ Κοινότητας και Ελβετίας. Στο μέτρο που ενδιαφέρει εν προκειμένω, η εκ μέρους των ελβετικών αρχών έκδοση εγγράφου Τ 2 προϋποθέτει την προσκόμιση εγγράφου Τ 2 ή Τ 2 L που έχει εκδοθεί σε κράτος μέλος (άρθρο 6, παράγραφος 1) και την τήρηση των διατάξεων του άρθρου 5, που επιβάλλει όρους όσον αφορά τη μεταχείριση των προϊόντων, όταν αυτά αποστέλλονται εκ νέου από την Ελβετία μετά τη θέση τους υπό τελωνειακή αποταμίευση.
Δεν υποστηρίχθηκε ότι οι όροι αυτοί δεν τηρήθηκαν κατά την αποθήκευση των εμπορευμάτων.
Το μόνο ζήτημα είναι συνεπώς αν τα προσκομισθέντα έγγραφα παρείχαν τη δυνατότητα στις ελβετικές τελωνειακές αρχές να εκδώσουν τα έγγραφα για τη μεταφορά των εμπορευμάτων στην Ιταλία. Οι ελβετικές τελωνειακές αρχές ήταν εξουσιοδοτημένες και υποχρεωμένες να αναγράψουν την ένδειξη Τ 2 στο αντίτυπο αριθ. 3 των φορτωτικών μόνο αν τα εμπορεύματα τελούσαν υπό καθεστώς εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως. Σε αντίθετη περίπτωση, δεν ήταν αναγκαία η αναγραφή ενδείξεως στο αντίτυπο αριθ. 3 (βλέπε άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 3, της συμφωνίας).
Ο κανονισμός 304/71 της Επιτροπής απλούστευσε τη διαδικασία κοινοτικής διαμετακομίσεως για τα σιδηροδρομικώς μεταφερόμενα εμπορεύματα που συνοδεύονται από διεθνείς φορτωτικές CIM και, για το λόγο αυτό, αντικατέστησε σε μεγάλο βαθμό τις διατάξεις των τίτλων II και III του κανονισμού 542/69 (βλέπε άρθρο 17 του κανονισμού 304/71), παρά το ότι δεν απέκλεισε την εφαρμογή της διαδικασίας που προβλέπεται στον κανονισμό 542/69 (βλέπε άρθρο 19 του κανονισμού 304/71). Ο κανονισμός 304/71 δεν τροποποίησε συνεπώς καταρχήν τους βασικούς κανόνες που διατυπώνονται στον τίτλο 1 του κανονισμού 542/69 όσον αφορά την εφαρμογή της διαδικασίας κοινοτικής διαμετακομίσεως κατά τη διακίνηση των προϊόντων. Αποσκοπούσε στην απλούστευση της εν λόγω διαδικασίας, όταν αυτή εφαρμόζεται. Κατά συνέπεια, το άρθρο 5 του κανονισμού 304/71 ορίζει ότι η διοίκηση σιδηροδρόμων πρέπει να λαμβάνει πρόνοια ώστε κατά τις μεταφορές που πραγματοποιούνται υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως να γίνεται χρήση χαρακτηριστικών ετικετών οι οποίες, μεταξύ άλλων, επιτίθενται στις φορτωτικές. Στην περίπτωση κατά την οποία τα εμπορεύματα δεν μεταφέρονται υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως, έντυπο κοινοτικής διαμετακομίσεως εκδίδεται μόνον αν είναι αναγκαίο για να αποδείξει την κοινοτική προέλευση των εμπορευμάτων, ώστε να εξασφαλιστεί η εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (βλέπε άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 542/69). Κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, το έγγραφο αυτό ήταν το Τ 2 L.
Σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού 304/71, η διεθνής φορτωτική πρέπει να θεωρείται ως έντυπο Τ 1 ή Τ 2 κατά περίπτωση, αναλόγως του αν τα εμπορεύματα τελούν υπό εξωτερική ή εσωτερική διαμετακόμιση. Σε περίπτωση μεταφοράς που αρχίζει εντός και περατώνεται εκτός της Κοινότητας, εφαρμόζεται η ίδια διαδικασία με εκείνη που ισχύει για τις μεταφορές οι οποίες αρχίζουν και περατώνονται εντός της Κοινότητας (άρθρο 10, παράγραφος 1), με τη διαφορά ότι το τελωνείο στο οποίο ανήκει ο μεθοριακός σταθμός στον οποίο τα υπό διαμετακόμιση εμπορεύματα εγκαταλείπουν το έδαφος της Κοινότητας εκτελεί καθήκοντα τελωνείου προορισμού (άρθρο 10, παράγραφος 2). Η ένδειξη Τ 1 πρέπει να αναγράφεται στο αντίτυπο αριθ. 3 της φορτωτικής από το τελωνείο αναχωρήσεως, αν τα εμπορεύματα διακινούνται υπό καθεστώς εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως (άρθρο 7, παράγραφος 2). Αφετέρου, δεν είναι αναγκαία η αναγραφή της ενδείξεως Τ 2 στη φορτωτική αν τα εμπορεύματα διακινούνται υπό καθεστώς εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, τα δε κράτη μέλη έχουν μάλιστα τη δυνατότητα να προβλέψουν ότι τα εμπορεύματα αυτά μπορούν να τεθούν υπό καθεστώς εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως χωρίς να είναι αναγκαία η επίδειξη της σχετικής φορτωτικής στο τελωνείο αναχωρήσεως (άρθρο 7, παράγραφος 4).
Από τα άρθρα 2 και 5 του κανονισμού συνάγεται ότι αν η φορτωτική φέρει ετικέτα που αναφέρει ότι τα εμπορεύματα διακινούνται υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως και αν το αντίτυπο αριθ. 3 της φορτωτικής δεν φέρει την ένδειξη Τ 1, η φορτωτική πρέπει να θεωρηθεί ως έντυπο Τ 2. Πάντως, ενώ αυτό ισχύει όσον αφορά τα κράτη μέλη, η εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφοι 2 και 4, αποκλείεται ρητά όσον αφορά τη συμφωνία μεταξύ Κοινότητας και Ελβετίας (βλέπε άρθρο 13, παράγραφος 1, της συμφωνίας). Κατά την άποψη μου, με τη ρύθμιση αυτή επιδιωκόταν η αποφυγή κάθε συγκρούσεως με τα άρθρα 5, 6 και 8 της συμφωνίας όσον αφορά, στην περίπτωση του άρθρου 7, παράγραφος 2, την αναγραφή των ενδείξεων στις φορτωτικές από τις ελβετικές τελωνειακές αρχές. Αυτό δεν σημαίνει ότι όταν οι τελωνειακές αρχές κράτους μέλους δεν ανέγραψαν την ένδειξη Τ 1 στο αντίτυπο αριθ. 3 φορτωτικής που συνοδεύει κοινοτικά εμπορεύματα που διακινούνται υπό καθεστώς εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, η φορτωτική δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έντυπο Τ 2 όταν προσκομίζεται στις ελβετικές τελωνειακές αρχές. Στην περίπτωση αυτή, η φορτωτική αποτελεί κατά την άποψη μου έντυπο Τ 2 κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της συμφωνίας μεταξύ Κοινότητας και Ελβετίας, οι δε ελβετικές τελωνειακές αρχές έχουν τη δυνατότητα να αναγράψουν την ένδειξη Τ 2 στις φορτωτικές βάσει των οποίων διενεργείται η μεταφορά προς την Ιταλία. Αν το αντίτυπο αριθ. 3 της φορτωτικής φέρει σαφώς την ένδειξη Τ 1, οι ελβετικές τελωνειακές αρχές δεν έχουν φυσικά τη δυνατότητα να το πράξουν. Το ίδιο ισχύει αν λείπει το αντίτυπο αριθ. 3, διότι στην περίπτωση αυτή οι ελβετικές τελωνειακές αρχές δεν δα ήταν σε θέση να διαπιστώσουν, βάσει της φορτωτικής και μόνο, το καθεστώς υπό το οποίο διακινούνται τα εμπορεύματα. Στην περίπτωση αυτή, οι ελβετικές τελωνειακές αρχές δεν μπορούν κατά την άποψη μου να εκδώσουν εγκύρως έντυπα Τ 2, εκτός αν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 1, της συμφωνίας, επικοινωνήσουν με τις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους από το οποίο προέρχονται τα εμπορεύματα και πληροφορηθούν από αυτές ότι πρόκειται για κοινοτικά εμπορεύματα.
Αυτό προϋποθέτει ότι το επίμαχο εμπόρευμα μεταφέρθηκε υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως από το Βέλγιο στο λιμένα La Praille. Αν η μεταφορά αυτή αποτελούσε απλώς το πρώτο στάδιο μεταφοράς των εμπορευμάτων από το Βέλγιο σε άλλο σημείο εντός της Κοινότητας, οι φορτωτικές που συνόδευαν το εμπόρευμα από το Βέλγιο στην Ελβετία ορθά θεωρήθηκαν ως έντυπα Τ 2, οι δε ελβετικές αρχές είχαν τη δυνατότητα να αναγράψουν την ένδειξη Τ 2 στις νέες φορτωτικές. Αν επρόκειτο για απλή αποστολή του εμπορεύματος από το Βέλγιο στην Ελβετία, τότε, κατά την άποψη μου, εφόσον η Ελβετία δεν θεωρείται ως μέρος της Κοινότητας από την άποψη του άρθρου 7 του κανονισμού 542/69, δεν ισχύει το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως και στις φορτωτικές δεν έπρεπε να αναγραφούν ενδείξεις σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού 304/71. Στην περίπτωση αυτή, η κοινοτική προέλευση των εμπορευμάτων μπορούσε να αποδειχθεί μόνο αν αυτά συνοδεύονταν από έγγραφο T 2 L. Ελλείψει τέτοιων εγγράφων, οι ελβετικές, τελωνειακές αρχές δεν είχαν την εξουσία, σύμφωνα με τα άρθρα 6, παράγραφος 1, και 8, παράγραφος 2, της συμφωνίας, να αποστείλουν εκ νέου τα εμπορεύματα εκδίδοντας φορτωτικές με την ένδειξη Τ 2. Τα εμπορεύματα θα έπρεπε αντίθετα να μεταφερθούν με τη διαδικασία της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, για την οποία δεν είναι αναγκαία η αναγραφή της ενδείξεως Τ1 στις φορτωτικές (βλέπε άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 3, της συμφωνίας).
Το τρίτο ερώτημα έχει την ακόλουθη διατύπωση:
«Αντιστρόφως, δεδομένου ότι τα εμπορεύματα είναι εξωκοινοτικής προελεύσεως (εν προκειμένω προέρχονται από την Αυστραλία) και εισήχθησαν προσωρινά, συνεπώς χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε δασμού, στο Βέλγιο, χώρα μέλος της Κοινότητας από την οποία έγινε η εν λόγω μεταφορά, η μεταφορά αυτή, που πραγματοποιήθηκε με έγγραφα το οποία χαρακτηρίζουν την εσωτερική κοινοτική διαμετακόμιση, συνεπάγεται την ευθύνη της χώρας (και των επιχειρηματιών) από την οποία διενεργήθηκε η αποστολή των εμπορευμάτων (Βέλγιο) ή της χώρας από την οποία πραγματοποιήθηκε η εκ νέου αποστολή τους (Ελβετία) και όχι της χώρας της οριστικής εισαγωγής (Ιταλία), η οποία πραγματοποιήθηκε βάσει εγγράφων τυπικώς εντάξει;»
Το τέταρτο ερώτημα αναφέρεται στο αν, βάσει του άρθρου 36, παράγραφος 1, του κανονισμού 542/69, στην είσπραξη της γεωγρικής εισφοράς από τους οικείους επιχειρηματίες πρέπει να προβεί «το κράτος από το οποίο άρχισε η διενέργεια της μεταφοράς που χαρακτηρίστηκε ως εσωτερική κοινοτική μεταφορά ή εκείνο από το οποίο έγινε η εκ νέου αποστολή των εμπορευμάτων», παρά το ότι εν προκειμένω η παράβαση διαπιστώθηκε στην Ιταλία.
Όσον αφορά το τρίτο ερώτημα, δεν νομίζω ότι μπορεί να υποστηριχθεί ότι η μεταφορά καθεαυτή γεννά ευθύνη για την καταβολή των δασμών ή εισφορών. Όταν τα εμπορεύματα εισάγονται σε κράτος μέλος υπό καθεστώς ενεργητικής τελειοποιήσεως, δεν απαιτείται η καταβολή δασμών και γεωργικών εισφορών σύμφωνα με την οδηγία 69/73, της 4ης Μαρτίου 1969 (ΕΕ ειδ. έκδ., 02/001, σ. 34). Όταν τα εμπορεύματα τίθενται, ενόψει εξαγωγής τους, υπό καθεστώς εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως ή εξάγονται από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, δεν καταβάλλονται δασμοί ή γεωργικές εισφορές (άρθρο 13 της οδηγίας). Αφετέρου, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στα οποία διενεργείται η τελειοποίηση μπορούν να επιτρέψουν τη διάθεση στο εμπόριο των προϊόντων υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 14 και 15 της οδηγίας, μία από τις οποίες είναι ότι πρέπει να καταβληθούν οι βάσει της οδηγίας υπολογιζόμενοι δασμοί και γεωργικές εισφορές. Νομίζω ότι από αυτό προκύπτει σαφώς ότι οι δασμοί και εισφορές εισπράττονται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών στα οποία διενεργείται η τελειοποίηση, εκτός αν τα εμπορεύματα διατίθενται στο εμπόριο υπό την ειδική προϋπόθεση ότι οι δασμοί πρέπει να καταβληθούν σε άλλο κράτος της Κοινότητας. Κατά συνέπεια, αν στην προκειμένη περίπτωση τα εμπορεύματα διατέθηκαν στο εμπόριο στο Βέλγιο έτσι ώστε να μπορούν να αποσταλούν στην Ιταλία ή να επιτρέπεται η μεταφορά τους στην Ιταλία υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως, οι δασμοί και οι γεωργικές εισφορές έπρεπε να εισπραχθούν στο Βέλγιο, εκτός αν ειδικές διατάξεις προέβλεπαν την καταβολή τους στην Ιταλία. Αν απεστάλησαν απλώς στην Ελβετία μετά την περάτωση της ενεργητικής τελειοποιήσεως, κανένας δασμός δεν έπρεπε να καταβληθεί στο Βέλγιο ή, προφανώς, στην Ελβετία. Οι δασμοί ήταν απαιτητοί κατά την πρώτη εισαγωγή των εμπορευμάτων στην Ιταλία.
Το άρθρο 36 του κανονισμού 542/69 ορίζει τα εξής:
«1.
Όταν διαπιστώνεται ότι κατά τη διάρκεια ή επ' ευκαιρία κοινοτικής διαμετακομίσεως διεπράχθη παράβαση ή αντικανονικότητα εντός κράτους μέλους, η είσπραξη των ενδεχομένως απαιτητών δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων διενεργείται από αυτό το κράτος μέλος, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις του, υπό την επιφύλαξη της ασκήσεως ποινικής διώξεως.
2.
Αν δεν μπορεί να διαπιστωθεί σε ποιο τόπο διαπράχθη η παράβαση ή αντικανονικότητα, αυτή τεκμαίρεται ότι διεπράχθη:
α)
όταν κατά την κοινοτική διαμετακόμιση η παράβαση ή αντικανονικότητα βεβαιώνεται σε τελωνείο διελεύσεως που βρίσκεται σε εσωτερικά σύνορα: στο κράτος μέλος από το οποίο διήλθε τελευταία το μέσο μεταφοράς των εμπορευμάτων
6)
όταν κατά την κοινοτική διαμετακόμιση η παράβαση ή αντικανονικότητα βεβαιώνεται σε τελωνείο διελεύσεως κατά την έννοια του άρθρου 11, στοιχείο δ, δεύτερη περίπτωση: στο κράτος μέλος στο οποίο ανήκει το εν λόγω τελωνείο
γ)
όταν κατά την κοινοτική διαμετακόμιση η παράβαση ή αντικανονικότητα βεβαιώνεται στο έδαφος κράτους μέλους, όχι όμως στο τελωνείο διελεύσεως: στο κράτος μέλος όπου διενεργείται η βεβαίωση
δ)
όταν τα έγγραφα βάσει των οποίων διενεργείται η μεταφορά δεν προσκομίζονται στο τελωνείο προορισμού: στο τελευταίο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου διαπιστώνεται, βάσει των δελτίων διελεύσεως, ότι εισήλθε το μέσο μεταφοράς των εμπορευμάτων
ε)
όταν η παράβαση ή αντικανονικότητα βεβαιώνεται μετά την περάτωση της κοινοτικής διαμετακομίσεως: στο κράτος μέλος όπου διενεργείται η βεβαίωση.»
Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, της συμφωνίας με την Ελβετία, η Ελβετική Συνομοσπονδία έχει τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με τα κράτη μέλη όσον αφορά την εφαρμογή της ρυθμίσεως περί κοινοτικής διαμετακομίσεως και κάθε αναφορά στην Κοινότητα ή τα κράτη μέλη ισχύει επίσης για την Ελβετική Συνομοσπονδία, εκτός αν προβλέπονται εξαιρέσεις, όπως παραδείγματος χάριν όσον αφορά τα άρθρα 1 και 7 του κανονισμού 542/69. Το άρθρο 36 δεν αποκλείεται, δυνάμει του άρθρου 13 της συμφωνίας, από τις κοινοτικές διατάξεις που ισχύουν για την Ελβετία. Επομένως, ο όρος «Κοινότητα» πρέπει να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει και την Ελβετία. Κατά συνέπεια, η εγγύηση που πρέπει να συσταθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 27 του κανονισμού 542/69 για την εξασφάλιση της εισπράξεως των δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων ισχύει επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 11 της συμφωνίας, για την Ελβετία.
Το άρθρο 36, που ισχύει συνεπώς για την Ελβετία, δεν αναφέρεται στην ευθύνη για την καταβολή των επιβαρύνσεων αλλά στην ευθύνη για την είσπραξη τους.
Ο Fioravanti υποστηρίζει ότι ευθύνη για την είσπραξη των επιβαρύνσεων υπέχει κράτος μέλος απλώς διότι μπορεί να αποδειχθεί ότι κατά τη διενέργεια κοινοτικής διαμετακομίσεως διεπράχθη στο έδαφός του παράβαση ή αντικανονικότητα. Εν προκειμένω, οι αντικανονικότητες συνέβησαν εκτός Ιταλίας και δεν απόκειται συνεπώς στην Ιταλία να προβεί στην είσπραξη των επιβαρύνσεων. Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι η άποψη αυτή είναι εντελώς εσφαλμένη. Το άρθρο 36 αναφέρεται αποκλειστικά στην παράβαση ή αντικανονικότητα που γεννά υποχρέωση δασμολογικής φύσεως πρέπει να πρόκειται για παράβαση ή αντικανονικότητα «που αφορά την ανάγκη εισπράξεως δασμών ή εισφορών». Το μόνο σημαντικό ζήτημα είναι συνεπώς, κατά την άποψη της Επιτροπής, πού πρέπει να καταβληθεί ο δασμός ή η εισφορά' σε περίπτωση μη καταβολής, συντρέχει αντικανονικότητα. Εν προκειμένω, τα εμπορεύματα διατέθηκαν προς κατανάλωση στην Ιταλία. Η εισφορά δεν καταβλήθηκε εκεί και αυτή είναι η μόνη αντικανονικότητα που έχει σημασία. Κατά συνέπεια στην είσπραξη της οφειλής πρέπει να προβεί η Ιταλία. Αντικανονικότητες σχετικά με τη μεταφορά ή τα έγγραφα της μεταφοράς δεν γεννούν ευθύνη όσον αφορά τους δασμούς' δεν υπάρχει καμία σύνδεση μεταξύ της ευθύνης όσον αφορά τους δασμούς και της παραβάσεως που διαπράττεται κατά τη μεταφορά. Κατά συνέπεια, η παράβαση αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη από την άποψη του άρθρου 36. Μόνο όταν δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί σε ποιο κράτος μέλος είναι καταβλητέα η εισφορά πρέπει να εφαρμοστούν οι διατάξεις του άρθρου 36, παράγραφος 2.
Δεν συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής. Το άρθρο 36 διέπει την είσπραξη των ενδεχομένως απαιτητών δασμών. Δεν ορίζει απλώς ότι «εισπράττονται από το κράτος μέλος όπου πρέπει να καταβληθούν» και δεν αφορά μόνο τα περιστατικά που γεννούν οφειλή δασμολογικής φύσεως. Το γεγονός που συνήθως γεννά οφειλή δασμολογικής φύσεως είναι η εισαγωγή, η οποία καθεαυτή δεν συνιστά παράβαση. Το εν λόγω άρθρο ορίζει ότι οι απαιτητοί δασμοί πρέπει να εισπραχθούν από το κράτος μέλος στο οποίο διεπράχθη παράβαση ή αντικανονικότητα κατά τη διάρκεια κοινοτικής διαμετακομίσεως. Η παράβαση ή η αντικανονικότητα πρέπει συνεπώς να συμβεί «κατά τη διάρκεια» διαμετακομίσεως και, κατά την άποψη μου, πρέπει να συνδέεται με τη διενέργεια της μεταφοράς. Το κράτος μέλος στο οποίο διαπράττεται η παράβαση αυτή μπορεί να είναι ή όχι το κράτος μέλος στο οποίο εισάγει τα εμπορεύματα το πρόσωπο που ευθύνεται για την καταβολή των δασμών.
Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί κατά την άποψη μου και η παράγραφος 2 του άρθρου 36, που καθορίζει το κράτος μέλος στο οποίο πρέπει να διενεργηθεί η είσπραξη των δασμών αν δεν μπορεί να προσδιοριστεί ο τόπος όπου συνέβη η παράβαση ή η αντικανονικότητα. Αυτό μπορεί συνεπώς να είναι το κράτος μέλος από το οποίο διήλθαν τελευταία τα εμπορεύματα ή το μεταφορικό μέσο ή το κράτος μέλος στο οποίο ανήκει το τελωνείο διελεύσεως όπου διαπιστώθηκε η αντικανονικότητα. Επιπλέον, στη σκέψη 14 της αποφάσεως που εξέδωσε επί της υποθέσεως 105/83, Pakvries BV κατά Κάτω Χωρών (16 Μαΐου 1984), το Δικαστήριο υπογράμμισε τη σχέση που υπάρχει μεταξύ της ευθύνης των κρατών μελών για την είσπραξη των δασμών και του τελωνειακού ελέγχου που ασκείται στα σύνορα των κρατών μελών.
Ότι αυτό ισχύει και για την Ελβετία προκύπτει σαφώς από το παράρτημα IV της συμφωνίας, σύμφωνα με το οποίο, οι διατάξεις που θεσπίζονται ώστε οι αντικανονι-κότητες που διαπιστώνονται κατά τη διάρκεια ή με την ευκαιρία κοινοτικής διαμετακομίσεως να αντιμετωπίζονται αποκλειστικά από τις διοικήσεις τελωνείων και σιδηροδρόμων του ίδιου κράτους μέλους (με σκοπό την ταχύτερη επίλυση ενδεχομένων διαφορών), ισχύουν επίσης για την Ελβετία.
Κατά συνέπεια, αν στην προκειμένη περίπτωση τα εμπορεύματα απεστάλησαν από το Βέλγιο στην Ελβετία με την πρόθεση να αποσταλούν περαιτέρω στην Ιταλία, έχω την άποψη ότι η παράλειψη αναγραφής της ενδείξεως Τ 2 στις αρχικές φορτωτικές (ή σε τέσσερις από αυτές) συνιστά αντικανονικότητα που διεπράχθη στο Βέλγιο. Η πλάνη συνέβη κατά τη διάρκεια κοινοτικής διαμετακομίσεως. Το Βέλγιο είναι υπεύθυνο για την είσπραξη των επιβαρύνσεων. Αφετέρου, αν τα εμπορεύματα μεταφέρθηκαν καταρχάς στην Ελβετία υπό το καθεστώς της συμβάσεως TIF και αν η μεταφορά έπρεπε να περατωθεί εκεί, τότε τα εμπορεύματα δεν διακινήθηκαν υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως και το άρθρο 36 δεν εφαρμόζεται στην εν λόγω μεταφορά. Στην περίπτωση αυτή, διεπράχθη παράβαση κατά την μεταφορά από την Ελβετία στην Ιταλία διότι τα εμπορεύματα χαρακτηρίστηκαν εσφαλμένα ως κοινοτικά και τέθηκαν υπό καθεστώς εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως. Η αντικανονικότητα διεπράχθη στην Ελβετία διότι εκεί τέθηκαν τα εμπορεύματα υπό εσφαλμένο καθεστώς, ανεξάρτητα του αν η αντικανονικότητα οφείλεται σε γεγονός που συνέβη πριν από την άφιξη των εμπορευμάτων στην Ελβετία ή σε αντικανονικότητα που διεπράχθη κατά τη διάρκεια προηγούμενης μεταφοράς. Τελικά, το γεγονός ότι οι ελβετικές τελωνειακές αρχές διέπραξαν ίσως αντικανονικότητα κατόπιν πλάνης στην οποία υπέπεσαν οι βελγικές τελωνειακές αρχές δεν μεταβάλλει την κατάσταση. Από τις ανωτέρω παρατεθείσες διατάξεις προκύπτει κατά την άποψη μου ότι αν κατά τη διάρκεια κοινοτικής διαμετακομίσεως διαπράττεται παράβαση ή αντικανονικότητα στην Ελβετία, η Ελβετία έχει την ίδια υποχρέωση με τα κράτη μέλη να προβεί εν ονόματι της Κοινότητας στην είσπραξη των ενδεχομένως απαιτητών δασμών και εισφορών αντίστροφα, στην είσπραξη πρέπει να προβεί το οικείο κράτος μέλος εν ονόματι της Ελβετίας αν η αντικανονικότητα διαπράττεται εντός της Κοινότητας.
Για τους λόγους αυτούς, έχω την άποψη ότι πρέπει να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις στα υποβληθέντα ερωτήματα:
1.
Η μεταφορά εμπορευμάτων που απεστάλησαν από το Βέλγιο σε ορισμένο παραλήπτη στον ελεύθερο λιμένα της Γενεύης και κατόπιν απεστάλησαν εκ νέου μέσω του τελωνείου του εν λόγω ελεύθερου λιμένα σε άλλο παραλήπτη στην Cremona όπου εισήχθησαν οριστικά, πρέπει να θεωρηθεί ως κοινοτική διαμετακόμιση αν, κατά την αποστολή των εμπορευμάτων από το Βέλγιο, προβλεπόταν η περαιτέρω αποστολή τους από την Ελβετία στην Ιταλία· αν τα εμπορεύματα μεταφέρθηκαν στην Ελβετία χωρίς καμία πρόθεση να αποσταλούν περαιτέρω σε άλλο σημείο της Κοινότητας και αν παρά ταύτα απεστάλησαν στη συνέχεια από την Ελβετία στην Ιταλία, μόνο η μεταφορά από την Ελβετία στην Ιταλία πρέπει να θεωρηθεί ως κοινοτική διαμετακόμιση.
2.
α)
Αν οι φορτωτικές που απεστάλησαν από το Βέλγιο στην Ελβετία («βελγικές φορτωτικές» έφεραν, σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού 304/71, ετικέτες στις οποίες αναγραφόταν ότι τα εμπορεύματα διακινούνταν υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως και αν δεν είχε αναγραφεί στο αντίτυπο αριθ. 3 των φορτωτικών αυτών η ένδειξη Τ1 που χαρακτηρίζει την εξωτερική κοινοτική διαμετακόμιση, οι ελβετικές τελωνειακές αρχές είχαν τη δυνατότητα να αναγράψουν την ένδειξη Τ 2 στις φορτωτικές για τη μεταφορά των εμπορευμάτων από την Ελβετία στην Ιταλία («ελβετικές φορτωτικές»).
β)
Αν οι βελγικές φορτωτικές δεν έφεραν τέτοιες ετικέτες (στις οποίες να αναγράφεται ότι τα εμπορεύματα διακινούνταν υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως), οι ελβετικές τελωνειακές αρχές δεν είχαν τη δυνατότητα να αναγράψουν την ένδειξη Τ 2 στις ελβετικές φορτωτικές, εκτός αν έλαβαν έγγραφο «Τ 2 L» από τις βελγικές αρχές.
γ)
Αν τα εμπορεύματα δεν μεταφέρονταν υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως και αν απεστάλησαν από το Βέλγιο στην Ελβετία υπό καθεστώς διεθνούς σιδηροδρομικής διαμετακομίσεως (σύμβαση TIF) και συνεπώς δεν έφεραν τέτοιες ετικέτες αλλά οι βελγικές τελωνειακές αρχές είχαν εντούτοις αναγράψει στις βελγικές φορτωτικές την ένδειξη Τ 2, οι ελβετικές τελωνειακές αρχές είχαν τη δυνατότητα να αναγράψουν την ένδειξη Τ 2 στις ελβετικές φορτωτικές.
δ)
Αν έλειπε το αντίτυπο αριθ. 3 των φορτωτικών, οι ελβετικές τελωνειακές αρχές δεν είχαν τη δυνατότητα να αναγράψουν την ένδειξη Τ 2 στις φορτωτικές για τη μεταφορά των εμπορευμάτων στην Ιταλία, ελλείψει σαφούς δηλώσεως των τελωνειακών αρχών του κράτους μέλους προελεύσεως των εμπορευμάτων ότι επρόκειτο για κοινοτικά εμπορεύματα.
3.& 4.
Η διαμετακόμιση καθεαυτή δεν γεννά ευθύνη για δασμούς ή γεωργικές εισφορές. Σύμφωνα με το άρθρο 36 του κανονισμού 542/69, η είσπραξη δασμών και εισφορών διενεργείται από το κράτος μέλος στο οποίο διεπράχθη παράβαση ή αντικανονικότητα κατά τη διάρκεια κοινοτικής διαμετακομίσεως. Αν τα εμπορεύματα μεταφέρονταν υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως από το Βέλγιο στην Ιταλία μέσω Ελβετίας και στο Βέλγιο διεπράχθη παράβαση, η είσπραξη των δασμών πρέπει να διενεργηθεί από το Βέλγιο. Αν τα εμπορεύματα, παρά το ότι απεστάλησαν από το Βέλγιο στην Ελβετία, μεταφέρθηκαν μόνο από την Ελβετία στην Ιταλία υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως και αν διαπιστώνεται ότι διεπράχθη παράβαση στην Ελβετία κατά τη διάρκεια της μεταφοράς αυτής, η είσπραξη των δασμών και εισφορών πρέπει να διενεργηθεί από την Ελβετία, κατ' εφαρμογή της συνημμένης στον κανονισμό 2812/72, όπως τροποποιήθηκε, συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και της Ελβετίας.
Στο παραπέμπον δικαστήριο απόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων της κύριας δίκης. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Επιτροπή και η ιταλική κυβέρνηση δεν αποδίδονται.
( 1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy