ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLVNN
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 5 ΑΠΡΙΛΊΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η γαλλική εταιρία παραγωγής σιδήρου και χάλυβα, την οποία θα αποκαλώ «Usinor», άσκησε την υπό κρίση προσφυγή, με την οποία ζητεί να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής, της 27ης Απριλίου 1983, με την οποία η Επιτροπή κοινοποίησε στην Usinor την παραγωγή και τις ποσότητες αναφοράς, τις ποσοστώσεις παραγωγής και το τμήμα των ποσοστώσεων που μπορεί να διατεθεί στην κοινή αγορά το δεύτερο τρίμηνο του 1983. Κυρίως, η Usinor διατυπώνει δύο παράπονα κατά της απόφασης:
1)
Εσφαλμένως καθόρισε ποσοστώσεις για τα προϊόντα της κατηγορίας V, διότι, ως προς τα προϊόντα αυτά, η απόφαση έπρεπε να είχε απευθυνθεί σε μια ξεχωριστή επιχείρηση, την εταιρία παραγωγής χάλυβα «Alpa» επικουρικώς, αν η Επιτροπή ορθώς απηύθυνε την απόφαση αυτή στην Usinor, η ποσόστωση για τα προϊόντα της κατηγορίας V έπρεπε να είχε προσαρμοστεί σύμφωνα με το άρθρο 14 της απόφασης 1696/82 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1982 (ΕΕ L 191, 1982, σ. 1).
2)
Λόγω του καθορισμού των ποσοστών μείωσης με την απόφαση 950/83 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 1983 (ΕΕ L 104, 1983, σ. 19), η ποσόστωση της κατηγορίας Ιδ δεν επαρκούσε στην Usinor για να καλύψει την αυξανόμενη ζήτηση που προέκυψε από τη ριζική μεταβολή της αγοράς.
Η απόφαση 1696/82 καθόρισε το σύστημα ποσοστώσεων που ίσχυσε από την 1η Ιουλίου 1982 μέχρι τις 30 Ιουνίου 1983. Το άρθρο 5 προβλέπει ότι η Επιτροπή καθορίζει ανά τρίμηνο, για κάθε επιχείρηση, τις ποσοστώσεις παραγωγής και το τμήμα των ποσοστώσεων αυτών που είναι δυνατό να διατεθεί στην κοινή αγορά, βάσει των διατάξεων της απόφασης. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, όπως τροποποιήθηκε διαδοχικά με τις αποφάσεις της Επιτροπής 3324/82, της 8ης Δεκεμβρίου 1982 (ΕΕ L 351, 1982, σ. 31) και 87/83, της 12ης Ιανουαρίου 1983 (ΕΕ L 13, 1983, σ. 9), ορίζει:
«Η Επιτροπή καθορίζει σε τριμηνιαία βάση, περίπου 6 εβδομάδες πριν από την έναρξη του τριμήνου, τα ποσοστά μείωσης για τον καθορισμό των ποσοστώσεων παραγωγής καθώς και του τμήματος των ποσοστώσεων αυτών που είναι δανατό να διατεθεί στην κοινή αγορά. Η Επιτροπή μπορεί, όχι αργότερα από την πρώτη εβδομάδα του δεύτερου μήνα του εν λόγω τριμήνου, να τροποποιήσει αυτά τα ποσοστά μείωσης βάσει της εξέλιξης της κατάστασης στην αγορά.»
Τα ποσοστά μείωσης για το δεύτερο τρίμηνο του 1983 καθορίστηκαν με την απόφαση 379/83 της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 1983 (ΕΕ L 45, 1983, σ. 19), και η Επιτροπή, με έγγραφο της 28ης Φεβρουαρίου 1983, κοινοποίησε στην Usinor τις παραγωγές και ποσότητες αναφοράς, καθώς και τις ποσοστώσεις παραγωγής και παράδοσης για το τρίμηνο αυτό. Τα ποσοστά μείωσης τροποποιήθηκαν με την απόφαση 950/83, σύμφωνα με το τροποποιηθέν άρ9ρο 9, παράγραφος 1, της απόφασης 1696/82. Κατά συνέπεια, με την προσοαλλόμενη στην παρούσα διαδικασία απόφαση της 27ης Απριλίου, η Επιτροπή κοινοποίησε στην Usinor τις νέες ποσότητες αναφοράς και τις ποσοστώσεις για το δεύτερο τρίμηνο.
Η Usinor είναι όμιλος επιχειρήσεων, από τις οποίες η Alpa αποτελεί χωριστό νομικό πρόσωπο γαλλικού δικαίου. Η Alpa είναι το μόνο μέλος του ομίλου που παράγει προϊόντα της κατηγορίας V. Η Usinor υποστηρίζει την άποψη ότι οποιαδήποτε απόφαση καθορισμού ποσοστώσεων για τα προϊόντα της κατηγορίας V πρέπει, επομένως, να απευθύνεται μόνο στην Alpa. Η Επιτροπή επικαλείται το άρθρο 2, παράγραφος 4, της απόφασης 1696/82 το οποίο ορίζει:
«Κατά την έννοια της παρούσας αποφάσεως, μια συγκέντρωση επιχειρήσεων, κατά την έννοια του άρθρου 66 της Συνθήκης, νοείται ως μια μόνη επιχείρηση ακόμη και όταν οι επιχειρήσεις είναι εγκατεστημένες σε διαφορετικά κράτη μέλη.»
Συνοπτικά, η Usinor ισχυρίζεται ότι το άρ9ρο 2, παράγραφος 4, είναι άκυρο, λόγω του ότι η Επιτροπή δεν είχε το δικαίωμα να υιοδετήσει τον ορισμό των συγκεντρωμένων επιχειρήσεων του άρ9ρου 66 της Συνθήκης και ότι η εξομοίωση της Alpa με το υπόλοιπο του ομίλου συνιστά δυσμενή διάκριση μεταξύ Alpa και άλλων παραγωγών παρόμοιων προϊόντων χάλυβα, δηλαδή εκείνων που παράγουν αποκλειστικώς προϊόντα της κατηγορίας V από παλαιοσίδηρο.
Η Usinor δεν αρνείται ότι ελέγχει την Alpa κατά την έννοια του άρ9ρου 66 της Συν9ήκης και της απόφασης 24/54 της 6ης Μαΐου 1954 (ΕΕ, ειδ. έκδ. 08/001, σ. 13). Πράγματι, φαίνεται ότι η Usinor κατέχει όλο το μετοχικό κεφάλαιο της Alpa. Είναι αλήθεια ότι το άρθρο 66 περιλαμβάνεται στις διατάξεις περί ανταγωνισμού της Συν9ήκης ΕΚΑΧ και δεν έχει ρητώς εφαρμογή στο σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής που θεσπίστηκε βάσει του άρ9ρου 58. Πάντως, η Επιτροπή δεν επιδιώκει να εφαρμόσει ολόκληρο το άρ9ρο 66 στο σύστημα ποσοστώσεων, αλλά χρησιμοποιεί τον ορισμό των συγκεντρωμένων επιχειρήσεων του άρ9ρου αυτού. Δεν θεωρώ παράνομο το ότι η Επιτροπή χρησιμοποιεί το κριτήριο του ελέγχου για τους σκοπούς του συστήματος ποσοστώσεων, καταφεύγοντας στον ορισμό του άρθρου 66. Δεν μπορεί να υποστηριχτεί, στο πλαίσιο του συστήματος ποσοστώσεων, ότι η χρησιμοποίηση του κριτηρίου αυτού ήταν παράνομη, διότι δεν δικαιολογούνται αντικειμενικά ή ότι τα αποτελέσματα του εν λόγω κριτηρίου φαίνονται ως αυ9αίρετα ή δημιουργούν δυσμενείς διακρίσεις. Θεωρώ ότι ενέπιπτε στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής να ενεργήσει κατά τον τρόπο αυτό, υιοθετώντας αυτό το κριτήριο.
Σκοπός του άρθρου 2, παράγραφος 4, είναι η απλοποίηση της διαχείρισης του συστήματος ποσοστώσεων. Επιτρέπει στην ελέγχουσα επιχείρηση ενός ομίλου να είναι ο επώνυμος υποδέκτης των αποφάσεων που προορίζονται για τις επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στον όμιλο. Οι ποσοστώσεις καθορίζονται για το σύνολο του ομίλου και όχι για τις επί μέρους επιχειρήσεις, υπολογίζονται δε 6άσει της παραγωγής και των ποσοτήτων αναφοράς του ομίλου. Το σύστημα αυτό διαχείρισης δικαιολογείται από το ότι η ελέγχουσα επιχείρηση ενός ομίλου είναι σε θέση να προσδιορίζει την πολιτική παραγωγής και παράδοσης κά9ε μέλους του ομίλου. Επιπροσθέτως, όπως τόνισε ο εκπρόσωπος της Επιτροπής, αυτό παρέχει μεγαλύτερη ευελιξία στο σύστημα ποσοστώσεων, διότι επιτρέπει στους ομίλους να οργανώνουν την παραγωγή όπως επιθυμούν, χωρίς να υφίστανται μείωση των ποσοστώσεων. Για παράδειγμα, όσον αφορά τα προϊόντα της κατηγορίας V, η Usinor έχει οργανώσει ορθολογικά την παραγωγή, διακόπτοντας την παραγωγή χάλυβα στις άλλες βιομηχανικές της εγκαταστάσεις και συγκεντρώνοντας την στην Alpa. Εντούτοις, για τον υπολογισμό της ποσόστωσης για τα προϊόντα της κατηγορίας V, ελήφθη υπόψη η θέση του ομίλου ως συνόλου, και όχι μόνο της Alpa. Συνεπώς, υπολογίστηκε, προς όφελος της Alpa, η παραγωγή προϊόντων της κατηγορίας V των άλλων μελών του ομίλου Usinor, τα οποία έκτοτε σταμάτησαν την παραγωγή στην κατηγορία αυτή.
Πάντως, το άρθρο 2, παράγραφος 4, θα ήταν μη νόμιμο αν είχε ως σκοπό να καταργήσει τη χωριστή εταιρική ταυτότητα των διαφόρων επιχειρήσεων, όπως ορίζεται με το άρθρο 80 της Συνθήκης και τη νομολογία του Δικαστηρίου (ιδίως στις υποθέσεις 42 και 49/59, SNUPAT κατά Ανωτάτης Αρχής, ECR 1961, σ. 53 και ειδ. σ. 80, υποθέσεις 17 και 20/61, Klöckner και Hoesch κατά Ανωτάτης Αρχής, ECR 1962, σ. 325 και ειδ. σ. 341-342, και υπόθεση 19/61, Mannesmann κατά Ανωτάτης Αρχής, ECR 1962, σ. 357 και ειδ. σ. 371-372), ή αν, αντιμετωπίζοντας διαφορετικές επιχειρήσεις ως μία επιχείρηση, έθιγε τα εκ της Συνθήκης δικαιώματα τους. Κατά την άποψη μου, καμία από τις δύο συνέπειες δεν απορρέει από το άρθρο 2, παράγραφος 4. Ορίζει ότι μια συγκέντρωση επιχειρήσεων «νοείται» ως μια μόνη επιχείρηση. Αυτό σημαίνει ότι, καίτοι οι επιχειρήσεις διατηρούν τη χωριστή τους ταυτότητα από νομική άποψη, πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μία επιχείρηση. Εξάλλου, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής, όπως το αντιλαμβάνομαι, υπαινίσσεται ότι το άρθρο 2, 7ΐαράγραφος 4,^ υποβάλλει στο σύστημα ποσοστώσεων μόνο την ελέγχουσα επιχείρηση ενός ομίλου. Αυτό, κατά την άποψη μου, πάει πάρα πολύ μακριά. Ουσιαστικά, θα σήμαινε ότι η Επιτροπή έχει νομοθετήσει κατά τρόπο ώστε να στερεί μια επιχείρηση ενός ομίλου από το δικαίωμα της βάσει, για παράδειγμα, του άρθρου 33 της Συνθήκης, να ασκεί προσφυγή κατά απόφασης που την αφορά ατομικώς. Τα δικαιώματα προσφυγής ασκούνται μόνον από την ελέγχουσα επιχείρηση. Κατά την άποψη μου, η Επιτροπή δεν έχει τέτοια εξουσία. Εν πάση περιπτώσει, δεν νομίζω ότι το άρθρο 2, παράγραφος 4, μπορεί ή πρέπει να ερμηνευτεί κατά τρόπο που να οδηγεί στο αποτέλεσμα αυτό. Αποτελεί μια καθαρώς διοικητική ρύθμιση. Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θίγει δικαιώματα που απορρέουν από τη Συνθήκη. Όταν μια απόφαση απευθύνεται σην ελέγχουσα επιχείρηση, δεσμεύει όλες τις επιχειρήσεις του ομίλου μέσω του επώνυμου αποδέκτη. Κατά την άποψη μου πάντως, κάθε επιχείρηση μπορεί να προσβάλει την απόφαση κατά το μέτρο που την αφορά.
Θεωρώ πάντως ότι η ποσόστωση για τα προϊόντα της κατηγορίας V κοινοποιήθηκε προσηκόντως στην Usinor. Το τμήμα αυτό του εγγράφου της Επιτροπής, της 27ης Απριλίου 1983, αφορούσε τόσο την Usinor, ως ελέγχουσα επιχείρηση, όσο και την Alpa, ως πραγματικό παραγωγό των προϊόντων της κατηγορίας V του ομίλου. Επομένως, καθεμιά από τις επιχειρήσεις μπορεί να προσβάλει το τμήμα αυτό της απόφασης βάσει του άρθρου 33 της Συνθήκης.
Το άρθρο 14 της απόφασης 1696/82, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2751/82 της Επιτροπής, της 6ης Οκτωβρίου 1982 (ΕΕ L 291, 1982, σ. 8), έχει ως εξής:
«Εάν, λόγω της εκτάσεως των καθορισμένων ποσοστών μειώσεως για ένα τρίμηνο, το καθεστώς των προσοστώσεων δημιουργεί εξαιρετικές δυσκολίες σε κάποια επιχείρηση, η Επιτροπή προβαίνει σε κατάλληλη προσαρμογή αυτών των παραγωγών αναφοράς ή/και των ποσοτήτων αναφοράς για τις εν λόγω κατηγορίες, εάν η επιχείρηση υποβάλει σχετική αίτηση κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων μηνών του σχετικού τριμήνου, στις εξής περιπτώσεις:
...
—
όσον αφορά τα προϊόντα της κατηγορίας V:
—
όταν η συνολική παραγωγή των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 δεν έχει υπερβεί τους 700000 τόνους το 1981, και
—
η παραγωγή των κατηγοριών IV, V και VI περιλαμβάνει τουλάχιστον το 90 0/0 του συνόλου της παραγωγής της επιχειρήσεως το 1981, και
—
η παραγωγή της κατηγορίας V αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 30 % της παραγωγής των κατηγοριών IV, V, και VI το 1981, και
—
το ποσοστό μειώσεως για τα προϊόντα της κατηγορίας V υπερβαίνει το40%.»
Με την από 23 Φεβρουαρίου 1983 επιστολή, η Alpa ζήτησε προσαρμογή βάσει του άρθρου 14. Στην επιστολή δεν αναφέρεται ρητά ότι η προσαρμογή ζητείται για το πρώτο τρίμηνο του 1983, αλλά αυτό φαίνεται ότι προκύπτει έμμεσα, διότι αναφέρεται στην κατάσταση κατά το τρίμηνο αυτό. Η επιστολή απευθύνθηκε προς τον κόμητα Davignon, τον Επίτροπο που είναι αρμόδιος, μεταξύ άλλων, για το σύστημα ποσοστώσεων χάλυβα. Ο τελευταίος απάντησε με έγγραφο της 5ης Απριλίου 1983. Κατά το μέτρο που μπορεί να διερευνηθεί, το έγγραφο αυτό δεν ελήφθη από την Alpa. Με επιστολή της 26ης Μαΐου, η Alpa ζήτησε την προσαρμογή των ποσοτήτων αναφοράς για τα προϊόντα της κατηγορίας V για το δεύτερο τρίμηνο του 1983. Και αυτή η επιστολή απευθύνθηκε προς τον κόμητα Davignon. Με έγγραφο της 22ας Ιουνίου (δηλαδή αφού είχε κινηθεί η διαδικασία για την υπό κρίση προσφυγή), ένας από τους διευθυντές της Διεύθυνσης Ε της Γενικής Διεύθυνσης III, αρμόδιας διεύθυνσης στον τομέα του χάλυβα, απάντησε στην Alpa, επισυνάπτοντας και το έγγραφο του κόμητα Davignon της 5ης Απριλίου, το οποίο, όπως αναφερόταν, παρείχε απάντηση σε όλα τα ζητήματα που έθεσε η Alpa με προηγούμενες επιστολές της. Το έγγραφο του Davignon αναφέρει ότι μόνο η Usinor μπορεί να υποβάλει αίτηση προσαρμογής δυνάμει των διατάξεων της απόφασης 1696/82 και ότι η Usinor, λόγω του μεγέθους της, δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 14.
Η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά την απόφαση με την οποία η Επιροπή απέρριψε την αίτηση της Alpa να τύχει εφαρμογής του άρθρου 14. Αφορά την απόφαση της 27ης Απριλίου 1983. Κατά το χρόνο που ελήφθη η απόφαση αυτή, καμία αίτηση δεν είχε υποβληθεί στην Επιτροπή, ούτε από την Usinor ούτε από την Alpa, για την προσαρμογή της παραγωγής ή των ποσοτήτων αναφοράς για το δεύτερο τρίμηνο του 1983. Κατά την άποψη μου, αυτό αρκεί προς αντίκρουση του δεύτερου σκέλους του πρώτου ισχυρισμού της Usinor, εφόσον μια τέτοια αίτηση αποτελεί προϋπόθεση για την υποχρέωση της Επιτροπής να ενεργήσει βάσει του άρθρου 14. Επομένως, δεν χρειάζεται στην περίπτωση αυτή να εξεταστεί ποια είναι η αληθής ερμηνεία του άρθρου 14, ούτε και ο ισχυρισμός που προέβαλε η Usinor με την απάντηση της, ότι το άρθρο 14 είναι άκυρο. Ο ισχυρισμός αυτός είναι, εν πάση περιπτώσει, απαράδεκτος, διότι προβλήθηκε για πρώτη φορά με την απάντηση (βλέπε άρθρο 42, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας). Με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, η Usinor ισχυρίστηκε ότι συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις για να τύχει της εφαρμογής του άρθρου 14 και ότι το μόνο εμπόδιο στην εφαρμογή του ήταν το άρθρο 2, παράγραφος 4. Η διαφοροποίηση που γίνεται με την απάντηση, η οποία εν μέρει στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι το ίδιο το άρθρο 14 κακώς αποκλείει από την εφαρμογή του επιχειρήσεις όπως η Alpa και εν μέρει στον ισχυρισμό ότι το άρθρο 14 κακώς συνεπάγεται μείωση των ποσοστώσεων που χορηγήθηκαν στις επιχειρήσεις, οι οποίες αποκλείστηκαν από το πεδίο εφαρμογής του, αποτελεί σαφώς νέο ισχυρισμό που δεν στηρίζεται σε κανένα νομικό ή πραγματικό στοιχείο που ενέκυψε κατά τη διαδικασία.
Όσον αφορά την ποσόστωση της κατηγορίας Ιδ, η Usinor επικαλείται τη ριζική μεταβολή που επήλθε στην αγορά χάλυβα. Τα προϊόντα της κατηγορίας Ιδ χρησιμοποιούνται στις κατασκευές οικοδομών και στην αυτοκινητοβιομηχανία. Προς το παρόν, ο ρυθμός κατασκευής οικοδομών είναι στάσιμος ή φθίνων. Εξάλλου, η ζήτηση προϊόντων της κατηγορίας Ιδ από την αυτοκινητοβιομηχανία έχει αυξηθεί, λόγω ματατόπισης της ζήτησης από τις λαμαρίνες ψυχρής έλασης, που εμπίπτουν στην κατηγορία 16, προς τις επιψευδαρ-γυρωμένες ηλεκτρολυτικά λαμαρίνες, οι οποίες υπάγονται στην κατηγορία Ιδ. Η Usinor αποδίδει αυτή τη μετατόπιση της ζήτησης στην ανάπτυξη του «Monogal», είδος γαλβανισμένης λαμαρίνας από χάλυβα που είναι προϊόν κατηγορίας Ιδ. Από την πρώτη εμφάνιση του στην αγορά το 1978, η ζήτηση του Monogal από 500 τόνους κατ' έτος ανήλθε σε 84000 τόνους το 1983. Από το φάκελο της υπόθεσης 78/83, η Usinor κατά Επιτροπής, προσφυγή με την οποία η Usinor βάλλει κατά του προστίμου που της επέβαλε η Επιτροπή λόγω υπέρβασης των ποσοστώσεων για το τέταρτο τρίμηνο του 1981, προκύπτει ότι τα εν λόγω προϊόντα της κατηγορίας Ιδ παράγονται από προϊόντα της κατηγορίας 16, τα τελευταία δε περιλαμβάνονται στην ποσόστωση της κατηγορίας 16, αν η περαιτέρω απαιτούμενη κατεργασία γίνεται σε άλλες επιχειρήσεις της Κοινότητας.
Το άρθρο 18, παράγραφος 1, της απόφασης 1696/82 ορίζει:
«Αν προκληθούν ριζικές αλλαγές στην αγορά σιδήρου και χάλυβα ή η εφαρμογή της παρούσας αποφάσεως προσκρούει σε απρόβλεπτες δυσκολίες, η Επιτροπή, με απόφαση γενικής φύσεως, επιφέρει τις αναγκαίες τροποποιήσεις.»
Η Usinor προβάλλει ότι η Επιτροπή υποχρεούταν από τη διάταξη αυτή να μεταβάλει τα ποσοστά μείωσης για τα προϊόντα της κατηγορίας Ιδ, αλλά παρέλειψε να το πράξει όταν εξέδωσε την απόφαση 950/83. Συνεπώς, κατά το μέτρο αυτό, η απόφαση είναι παράνομη, όπως είναι, κατά προέκταση, και η απόφαση της 27ης Απριλίου 1983.
Η Επιτροπή αντέδρασε στη μεταβολή της ζήτησης προϊόντων της κατηγορίας Ιδ, εκδίδοντας την απόφαση 1619/83, της 8ης Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 159, 1983, σ. 56). Στο προοίμιο αναφέρεται ότι «η ταχεία αύξηση των αναγκών σε προϊόντα της κατηγορίας Ιδ, τα οποία υποκαθιστούν τις λαμαρίνες της κατηγορίας 16 ή/και Ιγ, έχει προκαλέσει βαθιά μεταβολή στην αγορά του χάλυβα, με αποτέλεσμα να προκληθούν δυσκολίες στην εφαρμογή του συστήματος των ποσοστώσεων ...». Κατά συνέπεια, η απόφαση αυτή τροποποίησε την απόφαση 1696/82, προσθέτοντας ένα νέο άρθρο, το 17α, που ορίζει:
«Αν η Επιτροπή διαπιστώσει, κατόπιν αιτήσεως την οποία υπέβαλε μια επιχείρηση κατά τη διάρκεια ενός τριμήνου, ότι η επιχείρηση αυτή δεν είναι πλέον σε θέση να εξασφαλίσει την ικανοποίηση των αναγκών των πελατών της σε προϊόντα της κατηγορίας Ιδ, λόγω της χαμηλής παραγωγής αναφοράς και συνεπώς των ποσοστώσεων που της έχουν επιβληθεί, καθώς και λόγω του γεγονότος ότι οι πελάτες ζητούν να προμηθευτούν προϊόντα της κατηγορίας 16 ή/και Ιγ η Επιτροπή δύναται να επιτρέψει μια μερική μεταβίβαση προς την κατηγορία Ιδ ποσοστώσεων παραγωγής της κατηγορίας 16 ή/και Ιγ και του μέρους των ποσοστώσεων αυτών, το οποίο επιτρέπεται να διατεθεί εντός της κοινής αγοράς, υπό τον όρο ότι αυτό δεν διαταράσσει τη λειτουργία του συστήματος.»
Η τροποποίηση αυτή ίσχυσε από τις 17 Ιουνίου 1983, ημερομηνία της δημοσίευσης της στην Επίσημη Εφημερίδα, δηλαδή αφού είχε κινηθεί η διαδικασία στην υπό κρίση υπόθεση. Η απόφαση 1696/82 έπαυσε να ισχύει στις 30 Ιουνίου. Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής προέβαλε ότι η έκδοση της απόφασης 1619/83 κατέστησε άνευ αντικειμένου την αίτηση της Usinor αλλά, όπως τόνισε ο εκπρόσωπος της Usinor, εκδόθηκε στο τέλος σχεδόν του δευτέρου τριμήνου του 1983 (και πραγματικά, κατά τη λήξη σχεδόν της ισχύος της απόφασης 1696/82), ώστε να έχει σημαντικά πρακτικά αποτελέσματα.
Το κύριο μέσο άμυνας της Επιτροπής είναι ότι δεν θα ήταν σκόπιμο να αυξηθούν τα ποσοστά μείωσης για τα προϊόντα της κατηγορίας Ιδ, χωρίς να προσαρμοστούν και τα ποσοστά για τις κατηγορίες ως προς τις οποίες σημειωνόταν μείωση της ζήτησης λόγω της στροφής προς τα προϊόντα της κατηγορίας Ιδ. Συνεπώς, ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπιστεί η μεταβολή στην αγορά συνίστατο στο να επιτραπεί στις επί μέρους επιχειρήσεις να μεταφέρουν τμήμα των ποσοστώσεών τους από τη μια κατηγορία στην άλλη. Πάντως, στο άρθρο 15, παράγραφος 5, της απόφασης 2177/83, της 28ης Ιουλίου 1983 (ΕΕ L 208, 1983, σ. 1), με το οποίο παρατάθηκε το σύστημα ποσοστώσεων μετά τη λήξη της ισχύος της απόφασης 1696/82, η Επιτροπή χρησιμοποίησε ελαφρώς διαφορετική μέθοδο προς αντιμετώπιση του προβλήματος. Αντί να επιτρέψει τη μεταφορά ποσοστώσεων, προέβλεψε αύξηση των ποσοτήτων αναφοράς στην κατηγορία Ιδ και μείωση στην κατηγορία 16 ή Ιγ. Οποιεσδήποτε κι αν είναι οι επικρίσεις που μπορούν να διατυπωθούν κατά της απόφασης 1619/83 ή ακόμη και κατά της απόφασης 2177/83, το κρίσιμο ζήτημα στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσον, αντί να ενεργήσει όπως ενήργησε, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να τροποποιήσει τα προσοστά μείωσης για το δεύτερο τρίμηνο του 1983, δυνάμει της εξουσίας που της παρείχε το άρθρο 18, παράγραφος 1, της απόφασης 1696/82.
Φαίνεται ότι η Eurofer, με επιστολή της 30ής Νοεμβρίου 1981, επέστησε την προσοχή της Επιτροπής στην αύξηση της ζήτησης προϊόντων της κατηγορίας Ιδ από την αυτοκινητοβιομηχανία. Η Usinor απέδωσε την παράλειψη της να τηρήσει τις ποσοστώσεις για τα προϊόντα της κατηγορίας Ιδ για το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 1981 στην εν λόγω αύξηση της ζήτησης (βλέπε τις επιστολές της προς την Επιτροπή, της 26. 3. και 15. 7. 1982, τα πρακτικά της συνάντησης της 22. 6. 1982 με τους αντιπροσώπους της Επιτροπής και τις προτάσεις της στην υπόθεση 78/83). Πρέπει να αναφερθεί ότι, κατά το χρονικό εκείνο διάστημα, η Επιτροπή εξέταζε την περίπτωση αποκλεισμού των προϊόντων της κατηγορίας Ιδ από το σύστημα ποσοστώσεων. Πάντως, στις διαβουλεύσεις που έγιναν, πριν εκδοθεί η απόφαση 1696/82, φαίνεται ότι οι παραγωγοί χύλυβα εκδήλωσαν την προτίμηση τους στη διατήρηση του συστήματος ποσοστώσεων στα προϊόντα αυτά. Με επιστολή της 18ης Νοεμβρίου 1982, η Usinor ζήτησε από την Επιτροπή να προσαρμόσει το σύστημα ποσοστώσεων, ώστε να λαμβάνεται υπόψη η εκ μέρους της αυτοκινητοβιομηχανίας ζήτηση και επανέλαβε τα παράπονά της με επιστολές της 22ας Δεκεμβρίου 1982 και 10ης Μαΐου 1983. Η Επιτροπή απάντησε με έγγραφο της 26ης Ιουνίου 1983, αναφέροντας την έκδοση της απόφασης 1619/83. Από τα «προτεινόμενα από την Επιτροπή προγράμματα» για το χάλυβα για κάθε τρίμηνο του 1982 και για τα δύο πρώτα τρίμηνα του 1983 (ΕΕ C 337, 1981, σ. 3· C 78, 1982, σ. 2 C 171, 1982, σ. 2· C 256, 1982, σ. 1 και C 332, 1982, σ. 2· C 105, 1983, σ. 2) προκύπτει ότι τα ποσοστά μείωσης καθορίστηκαν βάσει των ενδείξεων για τη συνολική ζήτηση, αλλά η Επιτροπή δεν αναφέρει καμιά μετατόπιση της ζήτησης από μια κατηγορία σε άλλη. Ούτε και προκύπτει, από τα περιορισμένα αποδεικτικά στοιχεία που διαθέτει το Δικαστήριο, ότι η μετατόπιση της ζήτησης κατέστησε τις συνολικές ποσοστώσεις για τα προϊόντα της κατηγορίας Ιδ εξαιρετικά χαμηλές. Οι περισσότερες επιχειρήσεις φαίνεται ότι κατόρθωσαν να αντιμετωπίσουν τη μεταβολή με τις υπάρχουσες ποσοστώσεις, πράγμα που υποδηλώνει ότι η αύξηση της ζήτησης από την αυτοκινητοβιομηχανία αντισταθμίστηκε από άλλες μεταβολές στις συνθήκες της αγοράς.
Καίτοι είναι προφανές ότι η μετατόπιση της ζήτησης συνιστούσε ριζική αλλαγή στην αγορά, είναι εξίσου σαφές ότι η αλλαγή αυτή είχε διάφορες επιπτώσεις στις επιχειρήσεις, προκαλώντας ειδικότερα δυσκολίες σε επιχειρήσεις όπως η Usinor, της οποίας οι προσοστώσεις για τα προϊόντα της κατηγορίας Ιδ ήταν σχετικά χαμηλές. Επιπλέον, με την από 7 Ιουλίου 1983 επιστολή του προς την Επιτροπή, ο πρόεδρος της Usinor υπέδειξε ότι μόνο η μεταφορά ποσοστώσεων από την κατηγορία 16 στην κατηγορία Ιδ θα αποτελούσε πραγματική λύση του προβλήματος. Αυτή ασφαλώς ήταν η λύση που υιοθέτησε τελικά η Επιτροπή με την απόφαση 2177/83. Το ότι η Επιτροπή μπορούσε ή όφειλε να το πράξει νωρίτερα είναι ζήτημα άσχετο με τον ισχυρισμό της Usinor, ότι ο καθορισμός των ποσοστών μείωσης στην απόφαση 950/83 ήταν παράνομος. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν θεωρώ ότι η Usinor απέδειξε ότι η μόνη δυνατότητα που είχε η Επιτροπή συνίστατο στην τροποποίηση των ποσοστών μείωσης για το δεύτερο τρίμηνο του 1983, βάσει των εξουσιών που της παρέχει το άρθρο 18, παράγραφος 1, της απόφασης 1696/82. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει κατά την άποψη μου να απορριφθεί.
Για τους λόγους αυτούς, είμαι της γνώμης ότι η προσφυγή της Usinor περί ακυρώσεως της απόφασης που περιέχεται στο έγγραφο της 27ης Απριλίου 1983 πρέπει να απορριφθεί, η δε Usinor να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy