ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ CARL OTTO LENZ
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 28 ΜΑΡΤΊΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαοτες,
Στη σημερινή διαδικασία για την έκδοση προδικαστικής απόφασης, επί της οποίας θα λά6ω θέση, πρόκειται για τη σχέση μεταξύ διατάξεων Μπενελούξ και διατάξεων σχετικά με την κοινοτική διαμετακόμιση. Η υπόθεση συνοψίζεται ως εξής:
Α — Τέλη 1976 με αρχές 1977, η εκτελωνίστρια εταιρία Pakvries BV, με έδρα το Ρότ-τερνταμ, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, υπέβαλε δηλώσεις στο Ontvanger der invoerrechten en accijnzen (γραφείο είσπραξης δασμών και φόρων κατανάλωσης) στο Ρόττερνταμ, σύμφωνα με τη διαδικασία της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης, όπως προδλεπόταν στον κανονισμό 542/69 του Συμβουλίου (PB L 77 της 29. 3. 1969, σ. 1) που ίσχυε κατά τον υπό κρίση χρόνο· οι δηλώσεις αφορούσαν τη μεταφορά με φορτηγό έξι παρτίδων κατεψυγμένου αποστεωμένου 6οείου κρέατος προέλευσης Αργεντινής με τελωνείο αναχώρησης το Ρόττερνταμ και τελωνείο προορισμού το Μιλάνο.
Στη συνέχεια, η ολλανδική φορολογική υπηρεσία ερευνών και πληροφοριών διαπίστωσε ότι τα εμπορεύματα δεν προσκομίστηκαν στο τελωνείο προορισμού, αλλά ότι τέθηκαν αντικανονικά σε ελεύθερη κυκλοφορία στο Βέλγιο. Κατόπιν αυτού, το γραφείο είσπραξης δασμών και φόρων κατανάλωσης ζήτησε από την προσφεύγουσα στις 19 Σεπτεμβρίου 1979, μεταξύ άλλων, να καταβάλει τις γεωργικές εισφορές που όφειλε συνολικού ύψους 695945,30 ολλανδικών φιορινίων (HFL). Η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε τα γεγονότα με την προσφυγή που άσκησε κατ' αυτού του εντάλματος πληρωμής. Πρόβαλε, αντιθέτως, ότι το γραφείο είσπραξης δασμών και φόρων κατανάλωσης δεν είναι αρμόδιο για την είσπραξη των γεωργικών εισφορών. Πράγματι με το άρθρο 36, παράγραφος 1, του κανονισμού 542/69, στην περίπτωση που διαπράττεται παράβαση ή παρατυπία, όσον αφορά την κοινοτική διαμετακόμιση, σε συγκεκριμένο κράτος μέλος, οι δασμοί και οι λοιπές επιβαρύνσεις που καθίστανται λόγω αυτής της παράβασης ή παρατυπίας απαιτητοί εισπράττονται σε αυτό το κράτος μέλος σύμφωνα με τις νομοθετικές και διοικητικές του διατάξεις. Επομένως, αφού η παράβαση ή η παρατυπία διαπράχθηκε στο Βέλγιο, αρμόδιες είναι οι βελγικές αρχές.
Το καθού ολλανδικό Υπουργείο Γεωργίας και Αλιείας πρόβαλε αντιθέτως, επικαλούμενο το άρθρο 59 του κανονισμού 542/69, ότι οι Κάτω Χώρες είναι αρμόδιες για την είσπραξη των εισφορών.
Η διάταξη αυτή ορίζει:
Κατά παρέκκλιση του παρόντος κανονισμού, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και οι Κάτω Χώρες μπορούν να εφαρμόζουν στα παριστατικά κοινοτικής διαμετακόμισης τις συμφωνίες που συνήψαν ή θα συνάψουν μεταξύ τους, με σκοπό τον περιορισμό ή την κατάργηση των διατυπώσεων διέλευσης των βελγο-λουξεμβουργιανών και βελγο-ολλανδικών συνόρων.
Σύμφωνα με την άποψη του καθού Υπουργείου, το πρόσθετο πρωτόκολλο που περιέχει ειδικές διατάξεις περί φόρων και επιβαρύνσεων ( 2 ) (στο εξής: πρόσθετο πρωτόκολλο) και αποτελεί παράρτημα της σύμβασης Μπενελούξ περί διοικητικής και δικαστικής συνεργασίας σε θέματα ποινικής καταστολής στον τομέα των ρυθμίσεων που αφορούν την πραγματοποίηση των στόχων της οικονομικής ένωσης Μπενελούξ ( 3 ), της 29ης Απριλίου 1969, πρέπει να θεωρηθεί ως συμφωνία υπό την έννοια αυτής της διάταξης.
Το άρθρο 5 του πρόσθετου πρωτοκόλλου που εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση περιέχει ειδική ρύθμιση για την εκ των υστέρων απαίτηση καταβολής επιβαρύνσεων στις περιπτώσεις που έχει εκδοθεί παραστατικό, προοριζόμενο να χρησιμοποιηθεί σε δύο ή περισσότερες χώρες της Μπενελούξ. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 αυτού του άρθρου, η είσπραξη των επιβαρύνσεων πρέπει να πραγματοποιηθεί στις Κάτω Χώρες, εφόσον αυτό είναι το κράτος, όπου έχουν εκδοθεί τα παραστατικά αποστολής.
Κατόπιν αυτού, το College van Beroep voor het Bedrijfsleven, αποφάσισε με Διάταξη της 20ής Μαΐου 1983 να αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης και να υποβάλει στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 177 της συνθήκης ΕΟΚ, το ακόλουθο ερώτημα για έκδοση προδικαστικής απόφασης:
«Πρέπει το άρθρο 59 του κανονισμού 542/69, όπως ίσχυε πριν από την 1η Ιουλίου 1977, να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι οι Κάτω Χώρες μπορούν να εφαρμόσουν σε κοινοτικό παραστατικό διαμετακόμισης, συμφωνία Μπενελούξ η οποία κατά παρέκκλιση από το άρθρο 36, παράγραφος 1, του παραπάνω κανονισμού προβλέπει ότι η είσπραξη φόρων πραγματοποιείται από χώρα της Μπενελούξ, στην οποία εκδόθηκε το παραστατικό αυτό, ακόμη και αν διαπιστωθεί ότι κατά τη διενέργεια της κοινοτικής διαμετακόμισης διαπράχθηκαν παρατυπίες σε άλλο κράτος της Μπενελούξ;»
Β — Η άποψη μου επί του ερωτήματος αυτού είναι η ακόλουθη:
Το άρθρο 59, για το οποίο γίνεται λόγος, περιέχει μία επιφύλαξη υπέρ του Βελγίου, του Λουξεμβούργου και των Κάτω Χωρών. Η επιφύλαξη αυτή επιτρέπει στα κράτη της Μπενελούξ να παρεκκλίνουν από τον κανονισμό 542/69 και να εφαρμόζουν στα παραστατικά που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της κοινοτικής διαμετακόμισης τις συμφωνίες που έχουν συνάψει ή θα συνάψουν μεταξύ τους με σκοπό την απλοποίηση ή την κατάργηση των διατυπώσεων στα σύνορά τους. Η ολλανδική κυβέρνηση και η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι η σύμβαση Μπενελούξ, της οποίας παράρτημα αποτελεί το πρόσθετο πρωτόκολλο, πρέπει να θεωρηθεί και να εφαρμοστεί ως συμφωνία υπό την έννοια αυτού του άρθρου. Η προσφεύγουσα θεωρεί, αντιθέτως, ότι από την εφαρμογή της διαδικασίας της κοινοτικής διαμετακόμισης παρεκκλίνουν μόνο οι διατάξεις Μπενελούξ που εξυπηρετούν την υπό στενή έννοια κατάργηση των διατυπώσεων στα εσωτερικά σύνορα της ένωσης Μπενελούξ. Σ'αυτές δεν υπάγεται η ρύθμιση της αρμοδιότητας για την αντιμετώπιση παρατυπιών.
1. Πρέπει να συμφωνήσω με την προσφεύγουσα στο βαθμό που το άρθρο 5 του πρόσθετου πρωτοκόλλου καθεαυτό, ανεξάρτητα από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, δεν εξυπηρετεί άμεσα την κατάργηση των διατυπώσεων στα σύνορα. 'Σκοπός αυτής της διάταξης είναι, αντιθέτως, να εξασφαλιστεί η είσπραξη επιβαρύνσεων και εισφορών στην περίπτωση παρατυπιών που είναι δυνατό να διαπραχθούν σε συνάρτηση με την κατάργηση των διατυπώσεων στα σύνορα.
Σύμφωνα με το άρθρο 36 του κανονισμού 542/69, αρμόδιο για την είσπραξη τέτοιου είδους επιβαρύνσεων είναι βασικά το κράτος μέλος, στο οποίο έχουν διαπραχθεί οι παραβάσεις. Αντιθέτως, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του πρόσθετου πρωτοκόλλου ορίζει ότι τέτοιου είδους επιβαρύνσεις εισπράττονται από τη χώρα, στην οποία το παραστατικό έχει εκδοθεί ή έχει επικυρωθεί.
Και ναι μεν, μία τέτοια ρύθμιση δεν εξυπηρετεί κατά τρόπο άμεσο την υπό στενή έννοια κατάργηση των διατυπώσεων στα σύνορα, αλλά αυτό δεν σημαίνει, αντιθέτως προς την άποψη της προσφεύγουσας στην κύρια δίκη, ότι δεν εμπίπτει στην επιφύλαξη του άρθρου 59 ως αναγκαίο στοιχείο συμφωνιών με τέτοιους στόχους. Μία τέτοια ρύθμιση που παρεκκλίνει από το άρθρο 36 του κανονισμού 542/69 πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθεί ως αναγκαίο στοιχείο συμφωνίας υπό την έννοια του άρθρου 59 αυτού του κανονισμού εφόσον η συνάφεια που υπάρχει στην κατάργηση των εμποδίων στα σύνορα και τον έλεγχο της τήρησης των σχετικών διατάξεων ή η ρύθμιση των συνεπειών της μη τήρησης επιτάσσουν τέτοια παρέκκλιση.
Όπως επισημαίνουν και η ολλανδική κυβέρνηση και η Επιτροπή, πολλοί λόγοι συνηγορούν υπέρ της αποδοχής της ύπαρξης συνάφειας μεταξύ της κατάργησης των διατυπώσεων στα σύνορα στο πλαίσιο της διαδικασίας διαμετακόμισης και του αναγκαίου ελέγχου, όσον αφορά τη χρησιμοποίηση των εμπορευμάτων ο εν λόγω κανονισμός περί κοινοτικής διαμετακόμισης επιδιώκει πρωτίστως, όπως προκύπτει και από τις αιτιολογικές σκέψεις, να διευκολύνει τις μεταφορές στο εσωτερικό της Κοινότητας και κυρίως να απλοποιήσει τις διατυπώσεις κατά τη διεύλευση των εσωτερικών συνόρων. Περιλαμβάνει, όπως η ρύθμιση Μπενελούξ, μια διάταξη στο άρθρο 36, η οποία ρυθμίζει τις συνέπειες από ενδεχόμενη παράβαση της διαδικασίας διαμετακόμισης.
Το άρθρο 36 λαμβάνει υπόψη του το στόχο της κοινοτικής διαμετακόμισης τα εμπορεύματα να εκτελωνίζονται κοντά στον τόπο χρησιμοποίησης τους και σε περίπτωση που αυτός δεν μπορεί να καθοριστεί να προσδιορίζεται στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό με τη βοήθεια των παραστατικών που χρησιμοποιούνται κατά τη διέλευση των συνόρων. Ακόμη η ρύθμιση περί αρμοδιοτήτων που περιλαμβάνεται στο άρθρο 36 εξηγείται και από το γεγονός ότι κράτος μέλος δεν δικαιούται, στο σημερινό στάδιο ολοκλήρωσης της Κοινότητας, να εισπράξει εισφορές, για τις οποίες αρμόδιο είναι άλλο κράτος μέλος.
Αντιθέτως, στο πλαίσιο της τελωνειακής ένωσης που δημιουργήθηκε με τη σύμβαση περί ενοποιήσεως του τελωνειακού εδάφους Μπενελούξ, της 29ης Απριλίου 1969, υφίσταται διαφορετική κατάσταση. Αυτή χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων, από το ότι μεταξύ των τριών κρατών της Μπενελούξ δεν πραγματοποιούνται έλεγχοι στα σύνορα. Η σύμβαση Μπενελούξ περί διοικητικής και δικαστικής συνεργασίας σε θέματα ποινικής καταστολής στο τομέα των ρυθμίσεων που αφορούν την πραγματοποίηση των στόχων της οικονομικής ένωσης Μπενελούξ, καθώς και το πρόσθετο πρωτόκολλο αυτής της σύμβασης, ρυθμίζουν τη διοικητική και τη δικαστική συνεργασία σε θέματα ποινικής καταστολής στο εσωτερικό των κρατών Μπενελούξ. Κοινοτικό τελωνειακό παραστατικό, που ισχύει για περισσότερα κράτη μέλη, πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 5 του πρόσθετου πρωτοκόλλου να τύχει ίδιας μεταχείρισης με παραστατικό Μπενελούξ. Αποσκοπώντας στην απλοποίηίση των διοικητικών ενεργειών, η διάταξη αυτή προβλέπει ότι, στην περίπτωση παράβασης της διαδικασίας διαμετακόμισης Μπενελούξ, οι δασμοί, φόροι ή λοιπές επιβαρύνσεις, ακόμη και αν ανήκουν σε κάποιο άλλο κράτος της Μπενελούξ, μπορούν να εισπραχθούν μόνο από το κράτος στο οποίο έχει εκδοθεί ή επικυρωθεί το παραστατικό. Επειδή, λόγω του ότι δεν πραγματοποιούνται έλεγχοι στα σύνορα μεταξύ των χωρών της Μπενελούξ, είναι δυσκολότερη η λεπτομερής παρακολούθηση της πορείας ενός εμπορεύματος, μια τέτοια ρύθμιση θεωρείται απαραίτητη. Καταρχάς, εμποδίζει τη σύγκρουση αρμοδιοτήτων σχετικά με το ποια χώρα της Μπενελούξ είναι αρμόδια για την είσπραξη των οφειλομένων επιβαρύνσεων. Δεύτερον, παραμερίζει τον κίνδυνο κερδοσκοπικών ελιγμών, ο οποίος υπάρχει στο βαθμό που οι επιχειρηματίες θα μπορούσαν να προσποριστούν όφελος με την πληρωμή των επιβαρύνσεων στη χώρα της Μπενελούξ με τους χαμηλότερους συντελεστές. Τρίτον, αποκλείεται τυχαία αρμοδιότητα του «κράτους εξαγωγής» της Μπενελούξ.
2. Σύμφωνα με το άρθρο 233 της Συνθήκης ΕΟΚ, αυτή η Συνθήκη δεν εμποδίζει την ύπαρξη και ολοκλήρωση της οικονομικής και τελωνειακής ένωσης μεταξύ των χωρών της Μπενελούξ, εφόσον οι στόχοι που επιδιώκονται με τον τρόπο αυτό δεν έχουν ήδη επιτευχθεί με τη Συνθήκη ΕΟΚ. Η διάταξη αυτή, επομένως, θα πρέπει να διευκολύνει από πλευράς κοινοτικού δικαίου τη συνέχιση και την περαιτέρω ανάπτυξη της οικονομικής ολοκλήρωσης της Μπενελούξ, η οποία έναντι της Συνθήκης ΕΟΚ είναι, συγκριτικά πιο έντονη.
Πέραν αυτού, και το άρθρο 19, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ αναγνωρίζει το έδαφος των κρατών της Μπενελούξ, για τον καθορισμό του κοινού δασμολογίου, ως ενιαίο τελωνειακό έδαφος.
Επίσης και το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο λαμβάνει υπόψη του την τελωνειακή ένωση Μπενελούξ. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού μας, κάθε κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να προβλέπει αντί της διαδικασίας της εξωτερικής ή της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης την εφαρμογή εθνικής διαδικασίας, εφόσον τα εμπορεύματα μεταφέρονται επί του εδάφους του. Υπό αυτή την έννοια το έδαφος της οικονομικής ένωσης Μπενελούξ θεωρείται, όσον αφορά μεταφορές εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Μπενελούξ, ως έδαφος κράτους μέλους.
Τέλος, και το άρθρο 59 αυτού του κανονισμού αναγνωρίζει την οικονομική ενότητα των κρατών της Μπενελούξ, δεδομένου ότι στα κράτη αυτά επιτρέπεται η εφαρμογή των συμφωνιών Μπενελούξ σχετικά με την απλοποίηση ή την κατάργηση των διατυπώσεων στα σύνορα ως προς τα παραστατικά που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της διαδικασίας της κοινοτικής διαμετακόμισης, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο τόπος προορισμού.
3. Η κατάργηση των διατυπώσεων στα σύνορα είναι δυνατό να λειτουργήσει, μόνο εφόσον έχει ρυθμισθεί και ο έλεγχος της τήρησης της διαδικασίας διαμετακόμισης. Από αυτό προκύπτει ότι λογικά, σύμφωνα με το άρθρο 59 του κανονισμού μας, τα κράτη της Μπενελούξ δικαιούνται να ρυθμίζουν και το ζήτημα ποια χώρα της Μπενελούξ είναι αρμόδια για την είσπραξη των οφειλομένων επιβαρύνσεων στην περίπτωση που έχει διαπραχθεί παρατυπία. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο, εφόσον δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η ταύτιση τόπου εισαγωγής και τόπου είσπραξης των επιβαρύνσεων διευκολύνει τη διοικητική απλοποίηση.
Μόνο μια τέτοια ερμηνεία του εν λόγω άρθρου 59 ανταποκρίνεται τελικά και στο άρθρο 233 της Συνθήκης. Το άρθρο αυτό προϋποθέτει ότι το κοινοτικό δίκαιο υπερέχει του δικαίου Μπενελούξ, μόνο καθόσον αυτό το τελευταίο δεν επιδιώκει σε μεγαλύτερο βαθμό ένωση των κρατών της Μπενελούξ.
4. Το πρόβλημα που εν συνεχεία έθεσε η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, κατά πόσον το παραπέμπον δικαστήριο είναι αρμόδιο να κρίνει τη νομιμότητα της είσπραξης των επίδικων επιβαρύνσεων και ποιο δίκαιο πρέπει να εφαρμόσει εν προκειμένω, είναι θέμα εσωτερικού δικαίου, δηλαδή του δικαίου Μπενελούξ, που το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύσει. Δεν μας απαλλάσει όμως από την υποχρέωση να απαντήσουμε στο υποβληθέν ερώτημα βάσει του κοινοτικού δικαίου.
Γ — Προτείνω, επομένως, στην ερώτηση αυτή να δοθεί η εξής απάντηση:
Το άρθρο 59 του κανονισμού 542/69 του Συμβουλίου της 18ης Μαρτίου 1969 περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι οι Κάτω Χώρες μπορούν να εφαρμόζουν διάταξη συμφωνίας Μπενελούξ σε κοινοτικό παραστατικό, η οποία, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 36, παράγραφος 1, του αναφερόμενου κανονισμού, ορίζει ότι οι επιβαρύνσεις εισπράττονται στη χώρα της Μπενελούξ, στην οποία έχει εκδοθεί το παραστατικό. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι κατά τη διάρκεια κοινοτικής διαμετακόμισης έγινε παρατυπία σε άλλο κράτος της Μπενελούξ.
( 1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 2 ) Aanvullend Protocol houdende bijzondenc bepalingen op het stuk van de belastingen.
( 3 ) Benelux Overeenkomst inzake de administratieve en strafrechtelijke samenwerking op het gebied van de regelingen die verband houden met de verwezenlijking van de doelstellingen van de Benelux Economische Unie.
Full & Egal Universal Law Academy