ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ CARL OTTO LENZ
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 4 ΙΟΥΛΊΟΥ 1984 ( 1 )
Πίνακας περιεχομένων
Α — Περιστατικά και διαδικασία
Προδικαστικό ερώτημα
Β — Γνώμη όσον αφορά
1. την υποβολή του ερωτήματος
2. τα επιχειρήματα των διαδίκων
3. την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ Κοινότητας και κρατών μελών
α) στον τομέα της επισιτιστικής βοήθειας
6) κατά τη χρηματοδότηση της
γ) σύμφωνα με την απόφαση της Επιτροπής της 10ης Σεπτεμβρίου 1976
4. την αρμοδιότητα των κρατών μελών κατά τη χορήγηση της κοινοτικής επισιτιστικής βοήθειας
5. τη συμπεριφορά της Επιτροπής
α) την εξουσία ελέγχου της Επιτροπής
6) την αναστολή των πληρωμών από την Επιτροπή
γ) την εξουσία της Επιτροπής να ενεργήσει ως εντολέας της ενάγουσας
Γ — Πρόταση αποφάσεως
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαοτές,
Στην παρούσα διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, ζητείται από το Δικαστήριο να προ6εί στην ερμηνεία κοινοτικών διατάξεων περί επισιτιστικής βοήθειας. Η ερμηνεία αυτή θα πρέπει να οδηγήσει στη διασάφηση των σχέσεων μεταξύ Κοινότητας, εθνικών οργανισμών παρεμβάσεως και επιχειρηματιών κατά την εφαρμογή προγράμματος επισιτιστικής βοήθειας.
Α — Τα πραγματικά περιστατικά μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
Την άνοιξη του 1976, το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εξέφρασε την πρόθεση να χορηγήσει, στα πλαίσια κοινοτικής ενέργειας, 3750 τόνους αποφλοιωμένης όρυζας με μακρούς κόκκους στη Δημοκρατία του Νίγηρα, βάσει του προγράμματος επισιτιστικής βοήθειας για το 1975/76.
Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή εξέδωσε στις 10 Σεπτεμβρίου 1976 την απευθυνθείσα στην Ιταλική Δημοκρατία απόφαση 76/748/ΕΟΚ, που αφορούσε την επείγουσα χορήγηση αποφλοιωμένης όρυζας με μακρούς κόκκους ως επισιτιστικής βοήθειας στη Δημοκρατία του Νίγηρα (ABl. L 259, σ. 22). Ενόψει της ανάγκης άμεσης παροχής βοήθειας, η Επιτροπή έκρινε αναγκαίο να καταφύγει στη διαδικασία της συμβάσεως απευθείας αναθέσεως για τη χορήγηση της βοήθειας. Για το λόγο αυτό, όρισε στο άρθρο 1 της ανωτέρω αποφάσεως ότι ο ιταλικός οργανισμός παρεμβάσεως Ente Nazionale Risi (στο εξής ENR) θα αγοράσει από την κοινοτική αγορά, με τη σύναψη συμβάσεως απευθείας αναθέσεως, 3750 τόνους αποφλοιωμένης όρυζας με μακρούς κόκκους προοριζόμενης για τη Δημοκρατία του Νίγηρα.
Ο ENR συνήψε με την εταιρία Eurico s.r.l. σύμβαση η οποία, σύμφωνα με την απόφαση της Επιτροπής, έπρεπε να προβλέπει την αγορά και την παράδοση του προϊόντος.
Μετά τη διατύπωση παραπόνων από τις αρχές της χώρας προορισμού όσον αφορά την ποιότητα του προϊόντος, ο ENR, κατόπιν υποδείξεως της Επιτροπής, ανέστειλε κατ' αρχάς πλήρως την πληρωμή του συνολικού ποσού 1770000000 ιταλικών λιρών και αργότερα κατέβαλε μόνο τμήμα 1500000000 λιρών.
Η εταιρία Eurico ενήγαγε τον ENR ενώπιον του Tribunale του Μιλάνου, ζητώντας να καταδικαστεί να της καταβάλει το υπόλοιπο ποσό 270000000 λιρών, προσαρμοσμένο στη νέα τιμή του νομίσματος και προσαυξημένο κατά τους τόκους.
Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με απόφαση της 19ης Ιουνίου 1980 λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως του ENR. Το δικαστήριο ανέφερε στο σκεπτικό της αποφάσεως ότι ο ENR ενήργησε ως εντολοδόχος αντιπρόσωπος της Επιτροπής. Επισυνάπτοντας στην προκήρυξη δημόσιου διαγωνισμού την αναφερθείσα απόφαση της Επιτροπής της 10ης Σεπτεμβρίου 1976, ο ENR ενήργησε επ' ονόματι της Επιτροπής. Επιπλέον, η Επιτροπή παρενέβαινε συνεχώς κατά την εκτέλεση της συμβάσεως δίνοντας στον ENR εντολές, οι οποίες εκτελούνταν πάντοτε.
Η εταιρία Eurico άσκησε έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του Corte d'appello του Μιλάνου, συγχρόνως δε ενήγαγε την Επιτροπή ενώπιον του Tribunale του Μιλάνου ζητώντας την καταβολή ποσού 283000000 λιρών, προσαρμοσμένου στη νέα τιμή του νομίσματος και προσαυξημένου κατά τους τόκους.
Κατά τη διαδικασία αυτή, στα πλαίσια της οποίας υποβλήθηκε η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που εξετάζω σήμερα, η Επιτροπή προέβαλε την ένσταση της ελλείψεως νομιμοποιήσεως. Υποστηρίζει ότι μόνο το ιταλικό κράτος και ο κρατικός οργανισμός παρεμβάσεως ENR νομιμοποιούνται παθητικά ως αντισυμβαλλόμενοι, δεδομένου ότι οι διατάξεις κοινοτικού δικαίου αναθέτουν στα κράτη μέλη το καθήκον να μεριμνούν για την εκτέλεση όλων των μέτρων που εντάσσονται στα πλαίσια της εφαρμογής του προγράμματος επισιτιστικής βοήθειας της ΕΟΚ.
Το επιληφθέν δικαστήριο έχει την άποψη ότι η Επιτροπή, και συνεπώς η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα σύμφωνα με το άρθρο 211 της Συνθήκης ΕΟΚ, είναι υποχρεωμένη ως αντισυμβαλλόμενο μέρος να προβεί σε εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων μόνον αν ο ENR ενήργησε κατά τη σύναψη της επίμαχης συμβάσεως πωλήσεως ως εντολοδόχος αντιπρόσωπος της Επιτροπής.
Επειδή κατά την άποψη του Tribunale του Μιλάνου είναι αμφίβολο αν υπάρχει εν προκειμένω εντολή της ΕΟΚ προς τον ENR, το εν λόγω δικαστήριο, με διάταξη της 24ης Μαρτίου 1983, ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, υπέβαλε στο Δικαστήριο προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως το ερώτημα αν η απόφαση της Επιτροπής ΕΟΚ της 10ης Σεπτεμβρίου 1976 (ABl. της 23. 9. 1976) και οι κανονιστικές πράξεις οι οποίες αναφέρονται ή προϋποτίθενται σε αυτή συνεπάγονται την παροχή στον Ente Nazionale Risi (τον ιταλικό οργανισμό παρεμβάσεως) εντολής με εξουσία αντιπροσωπεύσεως της ΕΟΚ προς σύναψη συμβάσεως απευθείας αναθέσεως αγοράς 3750 τόνων αποφλοιωμένης όρυζας με μακρούς κόκκους, προοριζόμενης για τη Δημοκρατία του Νίγηρα.
Β — Επί του ερωτήματος αυτού παρατηρώ τα ακόλουθα:
1.
Το παραπέμπον δικαστήριο εκκινεί ορ9ά από την ιδέα ότι κατ'αρχήν είναι αρμόδιο όσον αφορά συμβατική ευθύνη της Κοινότητας σύμφωνα με τα άρθρα 215, πρώτη παράγραφος, 183 και 211 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Τέτοια ευθύνη συντρέχει όμως μόνον αν η Επιτροπή χρησιμοποίησε τον ENR ως εντολοδόχο κατά τη σύναψη της επίμαχης συμβάσεως. Όπως ορθά παρατηρούν οι διάδικοι της κύριας δίκης, το αν o ENR πρέπει να θεωρηθεί ως εντολοδόχος της Επιτροπής σύμφωνα με τον ιταλικό αστικό κώδικα δεν είναι δυνατό να κριθεί από το Δικαστήριο μέσω της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Το Δικαστήριο δεν μπορεί ιδίως να προβεί στη διαπίστωση και εκτίμηση περιστατικών, για τα οποία αρμόδιο είναι μόνο το παραπέμπον δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Δικαστήριο είναι αντίθετα αρμόδιο μόνο για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου.
Κατά συνέπεια, το ερώτημα του δικαστηρίου του Μιλάνου αναφέρεται μόνο στο αν, σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου περί επισιτιστικής βοήθειας, ο ιταλικός οργανισμός παρεμβάσεως που ήταν επιφορτισμένος με την εκτέλεση του κοινοτικού μέτρου έλαβε εντολή να προβεί στη σύναψη της επίμαχης συμβάσεως ως αντιπρόσωπος της Κοινότητας.
2.
Κατά την άποψη του παραπέμποντος δικαστηρίου και της ενάγουσας στην κύρια δίκη, υπέρ της καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα συνηγορεί το γεγονός ότι η επισιτιστική βοήθεια χορηγείται κατ' εφαρμογή διεθνών συμφωνιών που δεσμεύουν την Κοινότητα. Η ένταξη της επισιτιστικής βοήθειας στην κοινοτική πολιτική επί της αγοράς όρυζας εξηγείται κυρίως, κατά την άποψη του παραπέμποντος δικαστηρίου, από το ότι η συγκέντρωση σημαντικών ποσοτήτων όρυζας μπορεί να έχει επίπτωση στην κοινή αγορά όσον αφορά αυτό το προϊόν. Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι στην περίπτωση της επισιτιστικής βοήθειας, η σύμπραξη των εθνικών οργανισμών παρεμβάσεως κατά τη συγκέντρωση των προϊόντων πραγματοποιείται απευθείας υπέρ της ΕΟΚ και όχι, όπως κατά την παρέμβαση της Κοινότητας στο γεωργικό τομέα, για λογαριασμό και προς το συμφέρον των κρατών μελών. Τέλος, από τη ρύθμιση περί κοινοτικής χρηματοδοτήσεως των εξόδων της επισιτιστικής βοήθειας δεν μπορεί επίσης να συναχθεί σαφώς ότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως δεν ενεργούσαν στην περίπτωση αυτή ως αντιπρόσωποι της Κοινότητας.
Η εναγομένη στην κύρια δίκη αντιτείνει στα επιχειρήματα αυτά ότι η πολιτική επισιτιστικής βοήθειας, τουλάχιστον κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, συνδεόταν στενά με την κοινή γεωργική πολιτική. Για το λόγο αυτό, μετά την εξέταση των ουσιωδών αρχών που διέπουν την κοινή γεωργική πολιτική και τον καταμερισμό των ευθυνών μεταξύ Κοινότητας και κρατών μελών, λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, η εναγομένη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων στον τομέα της πολιτικής της επισιτιστικής βοήθειας εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των εθνικών υπηρεσιών που έχουν καθοριστεί για το σκοπό αυτό. Συνεπώς, σύμφωνα με τη βάσει του κοινοτικού δικαίου κατανομή των αρμοδιοτήτων, ο ΕΝΡ δεν ενήργησε κατά τη σύναψη της συμβάσεως με την ενάγουσα στην κύρια δίκη ως αντιπρόσωπος της Επιτροπής.
3.
Όσον αφορά την εκτίμηση των επιχειρημάτων αυτών, πρέπει να παρατηρηθεί κατ' αρχάς ότι η κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ Κοινότητας και κρατών μελών διέπεται αποκλειστικά από το κοινοτικό δίκαιο και όχι από το ιδιωτικό δίκαιο των κρατών μελών. Από τη βάσει του κοινοτικού δικαίου κατανομή των αρμοδιοτήτων που πρέπει να εξεταστεί κατωτέρω, προκύπτει περαιτέρω η αντίστοιχη κατανομή της συμβατικής ευθύνης μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών.
α)
Η Συνθήκη ΕΟΚ δεν περιλαμβάνει καμία ρητή διάταξη που να ρυθμίζει την αρμοδιότητα της Κοινότητας όσον αφορά την πολιτική επισιτιστικής βοήθειας. Σειρά όμως παραγόντων, όπως η αρμοδιότητα της Κοινότητας για τη γεωργική πολιτική, την εμπορική πολιτική και τη σύνδεση των υπερπόντιων χωρών και εδαφών (μέρος τέταρτο της Συνθήκης ΕΟΚ) που εντάσσεται στον τομέα της αναπτυξιακής πολιτικής καθώς και τις συμφωνίες που συνήφθησαν στην συνέχεια, συνηγορούσαν υπέρ του ότι η Κοινότητα έπρεπε να θεωρηθεί συναρμόδια με τα κράτη μέλη επίσης όσον αφορά την επισιτιστική βοήθεια.
Προς το σκοπό αυτό, ο αρχικά ισχύων κανονισμός 359/67/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1967, περί κοινής οργανώσεως της αγοράς όρυζας (ABI. L 174, σ. 1), όπως διατυπώθηκε με τον κανονισμό 668/75 (ABl. L 72, σ. 18), περιελάμβανε ήδη διάταξη όσον αφορά τη σνγκεντρωβη όρυζας για επισιτιστική βοήθεια. Και ο σήμερα ισχύων κανονισμός 1418/76 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1976, περί κοινής οργανώσεως της αγοράς όρυζας (ΕΕ ειδ. έκδ., 03/015, σ. 127 — στο εξής κανονισμός περί της αγοράς όρυζας), προβλέπει επίσης μεταξύ άλλων στο άρθρο 25 ότι η συγκέντρωση όρυζας για την επισιτιστική βοήθεια πραγματοποιείται με την αγορά όρυζας στην αγορά της Κοινότητας ή με τη χρησιμοποίηση της όρυζας που βρίσκεται στην κατοχή των οργανισμών παρεμβάσεως. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 της διατάξεως αυτής, τα κριτήρια της συγκεντρώσεως και ιδίως τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία πραγματοποιείται η αγορά όρυζας στην αγορά της Κοινότητας και η διάθεση της όρυζας που κατέχουν οι οργανισμοί παρεμβάσεως καθορίζονται από το Συμβούλιο προτάσει της Επιτροπής.
Το Συμβούλιο έκανε χρήση της δυνατότητας αυτής εκδίδοντας τον κανονισμό 2750/75, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί καθορισμού των κριτηρίων συγκεντρώσεως των δημητριακών που προορίζονται για επισιτιστική βοήθεια (ΕΕ ειδ. έκδ., 03/013, σ. 228 — στο εξής κανονισμός συγκεντρώσεως). 'Εννοια και σκοπός του κανονισμού αυτού είναι μεταξύ άλλων, όπως αναφέρεται στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη, να αποφευχθεί η διαταραχή της αγοράς των δημητριακών από ενέργειες αποσύρσεως δημητριακών που προορίζονται για επισιτιστική βοήθεια. Το άρθρο 4 ορίζει κατά συνέπεια ότι οι προβλεπόμενες στον εν λόγω κανονισμό αγορές εντός της Κοινότητας πραγματοποιούνται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως με διαγωνισμό. Το άρθρο 6 του κανονισμού ορίζει τέλος ότι σε περίπτωση κοινοτικής ενέργειας, η Επιτροπή καθορίζει τους όρους συγκεντρώσεως, κατόπιν εξετάσεως της καταστάσεως της αγοράς και σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στον κανονισμό περί της αγοράς όρυζας. Το άρθρο 7, παράγραφος 4, εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να αποφασίσει, μόλις εγκριθεί κατ' αρχήν άμεση κοινοτική ενέργεια, ποιο κράτος μέλος πρέπει να επιφορτισθεί με την εκτέλεση της.
Επειδή, κατά την άποψη του Συμβουλίου, η προσφυγή στην προβλεπόμενη στον εν λόγω κανονισμό διαδικασία διαγωνισμού δεν επέτρεψε πάντοτε να επιτευχθεί η επιδιωκόμενη ευελιξία και ταχύτητα ενεργείας, το Συμβούλιο, με τον κανονισμό 696/76 (κανονισμός της 25. 3. 1976 περί παρεκκλίσεως από τον κανονισμό 2750/75 όσον αφορά τις διαδικασίες συγκεντρώσεως των σιτηρών που προορίζονται για επισιτιστική βοήθεια, ΕΕ ειδ. έκδ., 03/014, σ. 219), προέβλεψε τη δυνατότητα προσφυγής, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, σε διαδικασία διαφορετική από το διαγωνισμό.
Η Επιτροπή έκανε χρήση της δυνατότητας αυτής στην επίμαχη απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 1976.
Αυτές οι κανονιστικές πράξεις που αποτελούν τη βάση της επίμαχης αποφάσεως, οι οποίες στηρίζονται αποκλειστικά στις περί γεωργίας διατάξεις της Συνθήκης, δείχνουν σαφώς κατά την άποψη μου ότι η κοινοτική επισιτιστική βοήθεια, κατά το μέτρο που αφορούσε τη συγκέντρωση δημητριακών, εντασσόταν κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο στην κοινή γεωργική πολιτική.
Οι πράξεις αυτές καθιστούν ακόμη σαφές ότι όσον αφορά την εφαρμογή αυτής της πολιτικής επισιτιστικής βοήθειας, η Κοινότητα, ελλείψει ιδίων εκτελεστικών οργάνων, προσέτρεξε όπως και στη γεωργική πολιτική στη συνεργασία των κρατικών οργανισμών παρεμβάσεως. Έστω και αν αυτοί οι οργανισμοί πρεμβάσεως εφαρμόζουν το κοινοτικό δίκαιο άμεσα, «με διαπερατότητα», δηλαδή χωρίς τη σύμπραξη οργάνων των κρατών μελών, εξακολουθούν να αποτελούν και στον τομέα αυτό κρατικά εκτελεστικά όργανα, τα οποία ενεργούν όχι ως εντολοδόχοι της Επιτροπής, αλλά ως αντιπρόσωποι του οικείου κράτους μέλους.
Αυτό συνάγεται εξάλλου και από τις ιταλικές νομικές πράξεις, που απονέμουν στον ENR την ιδιότητα οργανισμού παρεμβάσεως (υπουργικές αποφάσεις της 22. 10. 1964 και της 27. 10. 1967) και από τις οποίες προκύπτει ότι ο ENR, ως οργανισμός παρεμβάσεως, ενεργεί κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων που ορίζονται στον κανονισμό περί της αγοράς όρυζας για λογαριασμό, προς το συμφέρον και υπό την εποπτεία του ιταλικού κράτους.
Τέλος, η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας στον τομέα της γεωργικής πολιτικής, η οποία μπορεί να έχει ανάλογη ισχύ και στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνει υπόψη αυτή την κατανομή αρμοδιοτήτων. Όπως εδέχθη το Δικαστήριο κατά πάγια νομολογία, (βλ. ιδίως τις υποθέσεις 12/79 και 217/81 ( 2 )), σκοπός της κατά τα άρθρα 178 και 215 της Συνθήκης ΕΟΚ αγωγής αποζημιώσεως δεν είναι να παρασχεθεί η δυνατότητα στο Δικαστήριο να ελέγχει την αποτελεσματικότητα αποφάσεων των κρατικών οργανισμών παρεμβάσεως που είναι επιφορτισμένοι με τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής. Συνεπώς, το Δικαστήριο θεώρησε πάγια τη δραστηριότητα των οργανισμών παρεμβάσεως στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής ως διοικητική ενέργεια των κρατών μελών κατά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, ο έλεγχος της οποίας εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων.
Το ίδιο ισχύει όμως όταν οι κρατικοί οργανισμοί παρεμβάσεως, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί στα πλαίσια της κοινοτικής πολιτικής επισιτιστικής βοήθειας, συνάπτουν συμβάσεις με επιχειρηματίες. Και σε τέτοιες περιπτώσεις ενεργούν επίσης όχι ως εντολοδόχοι της Επιτροπής, αλλά ως αντιπρόσωποι του κράτους μέλους του οποίου αποτελούν αρχή.
6)
Αυτή την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ Κοινότητας και κρατών μελών στον τομέα της επισιτιστικής βοήθειας λαμβάνει τέλος υπόψη και το κοινοτικό χρηματοδοτικό σύστημα. Και το σύστημα αυτό επίσης, που συνδέεται στενά με το χρηματοδοτικό σύστημα της κοινής γεωργικής πολιτικής, καθιστά σαφές ότι ο ENR, κατά την εκτέλεση της επίμαχης αποφάσεως της Επιτροπής, δεν πρέπει να θεωρηθεί σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο ως εντολοδόχος της Επιτροπής.
Η κοινοτική χρηματοδότηση των δαπανών της επισιτιστικής βοήθειας πραγματοποιείται από την 1η Ιανουαρίου 1975 βάσει του κανονισμού 2681/74 του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 1984 (ΕΕ ειδ. έκδ., 03/011, σ. 59, στο εξής κανονισμός χρηματοδοτήσεως). Τα μέσα που διατίθενται από την Κοινότητα για τη χρηματοδότηση της επισιτιστικής βοήθειας μεταβιβάζονται στα κράτη μέλη και, όπως ορίζει το άρθρο 2 του κανονισμού, υπάγονται εν μέρει στο τμήμα εγγυήσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και εν μέρει στον τίτλο 9 (κεφάλαιο «Δαπάνες επισιτιστικής βοήθειας») του γενικού προϋπολογισμού των Κοινοτήτων. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, απόκειται στα κράτη μέλη να καθορίσουν τις υπηρεσίες και τους οργανισμούς που εξουσιοδοτούν για την πληρωμή των δαπανών που προβλέπονται στον κανονισμό. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 της εν λόγω διατάξεως, η Επιτροπή αποφασίζει, περιοδικά και κατόπιν αιτήσεως των κρατών μελών, σχετικά με τη χορήγηση προκαταβολών καθώς και την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών, μετά από διαβούλευση με την επιτροπή που προβλέπεται στο άρθρο 11 του κανονισμού 729/70 του Συμβουλίου περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ., 03/005, σ. 93). Όπως προκύπτει από το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 249/77 της Επιτροπής, της 2ας Φεβρουαρίου 1977 (ΕΕ ειδ. έκδ, 03/017, σ. 112), περί εφαρμογής του κανονισμού χρηματοδοτήσεως, το κράτος μέλος που ζητεί την προκαταβολή προβαίνει τελικά στην πληρωμή της παροχής του αναδόχου ή του αντισυμβαλλομένου.
Σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού χρηματοδοτήσεως, οι διατάξεις των άρθρων 8 και 9 και κανονισμού 729/70 περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ισχύουν κατ' αναλογία όσον αφορά τις δαπάνες χρηματοδοτήσεως της επισιτιστικής βοήθειας. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές και διοικητικές διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα ώστε 1. να εξασφαλίζουν την πραγματική κανονική εκτέλεση των μέτρων που χρηματοδοτούνται από το γεωργικό ταμείο, 2. να προλαμβάνουν και να διώκουν τις παρατυπίες, 3. να ανακτούν τα ποσά που καταβλήθηκαν κατόπιν παρατυπιών ή αμελειών. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή όσον αφορά τα ληφθέντα προς το σκοπό αυτό μέτρα και ιδίως όσον αφορά την πορεία των διαδικασιών ενώπιον διοικητικών και δικαστικών αρχών. Από το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70 προκύπτει ότι σε περίπτωση μη πλήρους ανακτήσεως, η Κοινότητα φέρει τις οικονομικές συνέπειες των παρατυπιών ή αμελειών, εφόσον αυτές οι παρατυπίες ή αμέλειες δεν μπορούν να καταλογιστούν στις διοικητικές αρχές ή τους οργανισμούς των κρατών μελών.
γ)
Υπό το φως αυτής της κατανομής αρμοδιοτήτων, ήταν τελικά απόλυτα εύλογο το ότι η απόφαση της Επιτροπής, της 10ης Σεπτεμβρίου 1976, περί χορηγήσεως της επίμαχης επισιτιστικής βοήθειας απευθύνθηκε σύμφωνα με το άρθρο 6 στην Ιταλική Δημοκρατία και όχι στον ENR. Όπως ορθά παρατηρεί το παραπέμπον δικαστήριο, από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 189, τέταρτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, η απόφαση ήταν δεσμευτική μόνο για την Ιταλική Δημοκρατία και όχι για τον επίσης αναφερόμενο στην εν λόγω απόφαση ENR. Η μνεία του κρατικού οργανισμού παρεμβάσεως που ήταν επιφορτισμένος με την εκτέλεση του μέτρου ήταν δικαιολογημένη διότι ο οργανισμός αυτός, τόσο σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο όσο και σύμφωνα με το ιταλικό δίκαιο — όπως διαπιστώνει το παραπέμπον δικαστήριο (διάταξη παραπομπής, σ. 6) —, ήταν αρμόδιος να προβεί στην αγορά του επίμαχου εμπορεύματος κατόπιν εντολής του ιταλικού κράτους και επιπλέον διότι, λόγω του επείγοντος χαρακτήρα του μέτρου, επιβαλλόταν ταχεία ενέργεια.
4.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς ότι τα κράνη μέλη ευθύνονται κατ' αρχάς για την κανονική χρησιμοποίηση των πόρων που διέθεσε η Κοινότητα για τη χρηματοδότηση της κοινοτικής επισιτιστικής βοήθειας. Συνεπώς, επίσης στα κράτη μέλη απόκειται κατ' αρχήν, εκπροσωπούμενα ενδεχομένως από τους κρατικούς οργανισμούς παρεμβάσεως, να ζητήσουν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο τη μείωση της τιμής αγοράς, σε περίπτωση πλημμελούς εκτελέσεως της συμβάσεως. Όπως δέχτηκε κατά πάγια νομολογία το Δικαστήριο, αν και όσον αφορά κυριαρχικές ενέργειες των οργανισμών παρεμβάσεως (6λ. ιδίως τις υποθέσεις 99/74, 101/78, 133/79 ( 3 )), το ένδικο μέσο που αρμόζει εναντίον τέτοιου μέτρου είναι η αγωγή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων κατά των κρατών μελών ή των οικείων οργανισμών παρεμβάσεως. Αν αντίθετα γινόταν δεκτό ότι η Επιτροπή νομιμοποιείται παθητικά στα πλαίσια τέτοιας διαδικασίας, αυτό θα σήμαινε ότι αντίθετα προς το γράμμα, την έννοια και το σκοπό του συστήματος συγκεντρώσεως και χρηματοδοτήσεως που εισήγαγε το κοινοτικό δίκαιο, η Κοινότητα θα έπρεπε να καταβάλει, αντί των αρμοδίων αρχών του οικείου κράτους μέλους, το ποσό που ζητείται βάσει της συμβάσεως.
5.
Τέλος, δεν μένει παρά να εξεταστεί με συντομία αν, όπως υποστηρίζει η ενάγουσα στην κύρια δίκη, η συμπεριφορά της Επιτροπής κατά την εκτέλεση της συμβάσεως ήταν ικανή να επηρεάσει τον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ των κοινοτικών οργάνων και των κρατών μελών.
Κατά την άποψη της ενάγουσας, εφόσον η Επιτροπή παρενέβη άμεσα στον έλεγχο του επίμαχου εμπορεύματος και ρύθμισε επίσης την πραγματοποίηση των πληρωμών, κατέστησε προφανή την πρόθεση της να αναλάβει απευθείας υπέρ και κατά αυτής όλα τα αποτελέσματα της συμβάσεως που συνήψε ο ENR.
α)
Όσον αφορά τον έλεγχο των εμπορευμάτων, πρέπει εντούτοις να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 9 του κανονισμού 729/70, το οποίο ισχύει κατ' αναλογία σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού χρηματοδοτήσεως, παρέχει εκτός από τα κράτη μέλη και στην Επιτροπή το δικαίωμα να διενεργεί τους ελέγχους που θεωρεί σκόπιμους στα πλαίσια της διαχειρίσεως της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 της διατάξεως αυτής, οι εντεταλμένοι από την Επιτροπή υπάλληλοι για επιτόπιους ελέγχους μπορούν ιδίως να ελέγχουν αν η διοικητική πρακτική συμφωνεί με τις κοινοτικές διατάξεις, αν υπάρχουν τα αναγκαία δικαιολογητικά και αν συμφωνούν με τα χρηματοδοτούμενα από το γεωργικό ταμείο μέτρα καθώς και τον τρόπο κατά τον οποίο εκτελούνται και ελέγχονται τα εν λόγω μέτρα.
Τέτοιο δικαίωμα ελέγχου είναι επιπλέον εύλογο, διότι η Κοινότητα, κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών, οφείλει να καλύψει τη διαφορά για τη χρηματοδότηση της επισιτιστικής βοήθειας εφόσον η χορήγηση της επισιτιστικής βοήθειας πραγματοποιήθηκε αύμφωνα με τις κοινοτικές διατάξεις. Όπως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση 819/79 ( 4 ), αντικείμενο μιας αποφάσεως της Επιτροπής περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών ως προς τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ είναι η διαπίστωση ότι οι δαπάνες αυτές έγιναν από τις εθνικές υπηρεσίες σύμφωνα με τις κοινοτικές διατάξεις. Όπως τόνισε το Δικαστήριο στην ανωτέρω υπόθεση, αν δεν τηρηθεί η προϋπόθεση αυτή, η σχετική δαπάνη δεν είναι κατ' αρχήν δυνατό να αναγνωριστεί εις βάρος του ΕΓΤΠΕ.
Το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ειδοποίησε την Ιταλική Δημοκρατία πριν από τον έλεγχο, όπως προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο της εν λόγω διατάξεως, δεν είναι ικανό να μεταβάλει καθόλου την εξουσία της να προβαίνει στη διενέργεια τέτοιων ελέγχων. Δεδομένου ότι, σύμφωνα με την επίμαχη απόφαση, οι σάκοι έπρεπε να φέρουν την επιγραφή «Όρυζα — δωρεά της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στη Δημοκρατία του Νίγηρα», εύλογο ήταν να απευθύνουν κατ' αρχάς στην Επιτροπή οι αρμόδιες αρχές της χώρας προορισμού τα παράπονά τους όσον αφορά την ποιότητα της όρυζας. Επιπλέον, λόγω της ανάγκης ταχείας ενεργείας, δεν μπορεί να επικριθεί το γεγονός ότι η Επιτροπή, που ήταν σε θέση να λάβει τα μέτρα ελέγχου, ενήργησε αμέσως. Πρέπει επίσης να παρατηρηθεί σχετικά ότι η Επιτροπή προέβη στη συλλογή αποδείξεων όχι μόνο προς το δικό της συμφέρον αλλά και προς το συμφέρον του ιταλικού κράτους, στο οποίο, κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών, θα καταλογιζόταν μια ενδεχόμενη πλημμέλεια όσον αφορά την εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής της 10ης Σεπτεμβρίου 1976.
6)
Στο πλαίσιο αυτό πρέπει επίσης να ενταχθεί και η εντολή της Επιτροπής προς τον ENR και την Ιταλική Δημοκρατία να αναστείλουν τις πληρωμές. Εφόσον πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων στον τομέα της επισιτιστικής βοήθειας (υπό τη μορφή χορηγήσεως όρυζας) εμπίπτει στην ευθύνη των κρατικών υπηρεσιών που έχουν καθοριστεί προς το σκοπό αυτό, η Επιτροπή δεν είχε το δικαίωμα παροχής εντολών σχετικά με τη διενέργεια των πληρωμών. Επομένως, όπως στις υποθέσεις Sucrimex ( 5 ) και Interagra ( 6 ), και στην προκειμένη περίπτωση πρέπει επίσης να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή είχε μόνο τη δυνατότητα να διατυπώσει την άποψη της, η οποία πάντως δεν μπορούσε να δεσμεύσει τις εθνικές υπηρεσίες. Κατά συνέπεια, όπως τόνισε το Δικαστήριο στις αναφερθείσες υποθέσεις, τέτοιες εντολές εντάσσονται στα πλαίσια της εσωτερικής συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών υπηρεσιών των επιφορτισμένων με την εφαρμογή της κοινοτικής ρυθμίσεως στον εν λόγω τομέα. Από τέτοια συνεργασία δεν είναι δυνατό να συναχθεί ότι κατά τη χορήγηση της επίμαχης επισιτιστικής βοήθειας, ο ENR ενήργησε βάσει του κοινοτικού δικαίου ως εντολοδόχος της Επιτροπής.
γ)
Σύμφωνα με ένα τελευταίο επιχείρημα της εναγομένης, χαρακτηριστικό στοιχείο της εντολής αποτελεί η δυνατότητα του εντολέα να προβεί ο ίδιος στη διενέργεια των νομικών πράξεων των οποίων την εκτέλεση ανέθεσε στον εντολοδόχο. Η προϋπόθεση αυτή δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι όπως ελέχθη, η Επιτροπή, σύμφωνα με την κατανομή αρμοδιοτήτων που ορίζει το κοινοτικό δίκαιο, δεν μπορούσε να αναλάβει η ίδια την εκτέλεση των καθηκόντων που ανέθεσε στον ENR με την απευθυνθείσα στην Ιταλική Δημοκρατία απόφαση.
Γ — Τελειώνοντας, προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο υποβλη9έν ερώτημα:
Στις νομικές σχέσεις μεταξύ Επιτροπής και ENR όσον αφορά την σύναψη της συμβάσεως απευθείας αναθέσεως αγοράς 3750 τόνων αποφλοιωμένης όρυζας με μακρούς κόκκους, προοριζόμενης για τη Δημοκρατία του Νίγηρα σύμφωνα με την απόφαση 76/748/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 10ης Σεπτεμβρίου 1976, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εθνικού — εν προκειμένω του ιταλικού — ιδιωτικού δικαίον περί εντολής, αλλά οι κανόνες του κοινοτικού δικαίον περί κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των οργάνων και αρχών της Κοινότητας και των κρατών μελών. Σύμφωνα με το δίκαιο αυτό, ο ENR ενήργησε με δική του αρμοδιότητα.
( 1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 2 ) Απόφαση της 12. 12. 1979 στην υπόθεση 12/79 — Hans-Ouo Wagner GmbH Agrarhandel KG κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Sig. 1979, σ. 3657.
Απόφαση της 10. 6. 1982 στην υπόθεση 217/81 — Intcragra SA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Συλλογή 1982, σ. 2233.
( 3 ) Απόφαση της 26. 11. 1975 στην υπόθεση 99/74 — Société des grands moulins des Amules κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Slg. 1975, σ. 1531. Απόφαση της 13. 2. 1979 στην υπόθεση 101/78 — Granaria BV κατά Hoofdproduktscliap voor Akkcrbomvprodukten —, Slg. 1979, σ. 623.Απόφαση της 27. 3. 1980 στην υπόθεση 133/79 — Sucrimex SA και Westzucker GmbH κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Slg. 1980, σ. 1299.
( 4 ) Απόφαση της 14. 1. 1981 στην υπόθεση 819/79 — Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Συλλογή 1981, σ. 21.
( 5 ) Απόφαση της 26. 11. 1975 στην υπόθεση 99/74 — Société des grands moulins des Antilles κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Slg. 1975, σ. 1531.
Απόφαση της 13. 2. 1979 στην υπόθεση 101/78 — Granaria BV κατά Hoofdproduktschap voor Akkerbouwprodukten —, Slg. 1979, σ. 623. Απόφαση της 27. 3. 1980 στην υπόθεση 133/79 — Sucrimex SA και Westzucker GmbH κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων—, Slg. 1980, σ. 1299.
( 6 ) Απόφαση της 12. 12. 1979 στην υπόθεση 12/79 — Hans-Otto Wagner GmbH Agrarhandel KG κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Sig. 1979, σ. 3657. Απόφαση της 10. 6. 1982 στην υπόθεση 217/81 — Interagra SA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων—, Συλλογή 1982, σ. 2233.
Full & Egal Universal Law Academy