ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ SIR GORDON SLYNN
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 12 ΑΠΡΙΛΊΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι οικαατές,
Στις 21 Αυγούστου 1976 επεσυνέβη ένα ατύχημα μεταξύ δύο αυτοκινήτων οχημάτων, από τα οποία το μεν ένα ανήκε στον Fantozzi, κάτοικο του Βασιλείου του Βελγίου, το δε άλλο ήταν εγγεγραμμένο στη Γαλλία αλλά οδηγούμενο από πρόσωπο που το είχε κλέψει.
Το τελευταίο όχημα ήταν ασφαλισμένο από τον κύριο του σε γαλλική ασφαλιστική εταιρεία. Η εταιρεία αυτή αρνήθηκε να καλύψει τη ζημία στο όχημα, στηριζόμενη σε ρήτρα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου η οποία απέκλειε την ευθύνη για ατύχημα προκαλούμενο από όχημα που έχει κλαπεί και οδηγούμενο από τον κλέπτη. Η ασφαλιστική εταιρεία στηρίχθηκε επίσης στο γεγονός ότι, βάσει της γαλλικής νομοθεσίας δεν γεννάται αξίωση για ασφαλιστική κάλυψη όταν οι ζημίες προκλήθηκαν από όχημα το οποίο εκλάπη.
Ο Fantozzi άσκησε αγωγή κατά του Bureau belge des assureurs automobiles (Βελγικό γραφείο ασφαλιστών αυτοκινήτων οχημάτων), που είναι το εθνικό γραφείο το οποίο αντιπροσωπεύει τις ασφαλιστικές εταιρείες στο Βέλγιο. Το δικαστήριο έκρινε πρωτοδίκως ότι το Γραφείο ευθυνόταν για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο Fantozzi. Το Γραφείο άσκησε έφεση ενώπιον του Cour d'appel της Mons. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι υπήρχαν αντικρουόμενες αποφάσεις μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας του Συμβουλίου 72/166, της 24ης Απριλίου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 136), όπως τροποποιήθηκε. Κατόπιν τούτου υπέβαλε προς το Δικαστήριο βάσει του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Συνάγεται από τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου ότι η υποχρέωση των εθνικών ασφαλιστικών γραφείων περιλαμβάνει την αποκατάσταση των ζημιών που προκαλούνται στο έδαφος κράτους μέλους της ΕΟΚ από όχημα που έχει τη συνήθη στάθμευση του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της ΕΟΚ, όταν ο οδηγός του οχήματος αυτού απόκτησε την κατοχή του με κλοπή ή βία;»
Ο εκπρόσωπος του Γραφείου έθεσε προκαταρκτικό διαδικαστικό ζήτημα ενιστάμενος κατά του ότι οι γραπτές του παρατηρήσεις προς το Δικαστήριο δεν έγιναν δεκτές. Ελέχθη ότι η απόφαση αυτή ελήφθη από το γραμματέα του Δικαστηρίου και ήταν εσφαλμένη. Η κατάσταση φαίνεται ότι έχει ως εξής: όταν ελήφθη η διάταξη περί παραπομπής του εθνικού δικαστηρίου, κοινοποιήθηκε στους δικηγόρους του Γραφείου που παρίσταντο στη διαδικασία ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Αυτό έγινε στις 8 Ιουλίου 1983 και οι δικηγόροι γνώρισαν λήψη της κοινοποίησης στις 11 Ιουλίου. Διέθεταν έκτοτε προθεσμία δύο μηνών εντός της οποίας μπορούσαν να υποβάλουν γραπτές παρατηρήσεις. Στην πραγματικότητα δεν κατατέθηκαν παρατηρήσεις μέχρι το Δεκέμβριο του 1983, όταν ο δικηγόρος που παρίσταται τώρα για το Γραφείο κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο. Οι παρατηρήσεις αυτές δεν έγιναν δεκτές διότι κατατέθηκαν εκπρόθεσμα. Ο δικηγόρος με επιστολή ζήτησε να γίνουν δεκτές οι γραπτές του παρατηρήσεις.
Στις 26 Ιανουαρίου 1984 ο γραμματέας του Δικαστηρίου ανακοίνωσε στο δικηγόρο ότι η απόφαση να μη γίνουν δεκτές οι παρατηρήσεις ελήφθη εντολή του προέδρου του Δικαστηρίου και αφού είχε ληφθεί η γνώμη του προέδρου του τμήματος και ότι ο γραμματέας ενήργησε βάσει της εντολής αυτής όταν αρνήθηκε να δεχθεί τις γραπτές παρατηρήσεις. Θεωρώ ότι αυτό που έγινε εν προκειμένω ήταν σύμφωνο προς την πρακτική του Δικαστηρίου να μη δέχεται παρατηρήσεις που κατατίθενται πολύ μετά τη λήξη της προθεσμίας. Η κοινοποίηση προς τους δικηγόρους που παρίσταντο κατά τη διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ήταν, κατ' εμέ, σύμφωνη προς την πρακτική του Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ ότι το Γραφείο είχε και χρησιμοποίησε την ευχέρεια, με τις προφορικές του παρατηρήσεις, να εκθέσει πλήρως ενώπιον του Δικαστηρίου τις παρατηρήσεις του επί των υπό κρίση ζητημάτων.
Το ερώτημα αφορά την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας στην οποία αναφέρθηκα. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι οι διατάξεις της οδηγίας τίθενται σε ισχύ μετά τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ των έξι εθνικών γραφείων ασφαλίσεως, κατά την οποία κάθε εθνικό γραφείο εγγυάται την ικανοποίηση, σύμφωνα με τις διατάξεις της εθνικής του νομοθεσίας περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως, των αξιώσεων από ατυχήματα τα οποία έγιναν στο έδαφος του και τα οποία προκλήθηκαν από την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, είτε αυτά τα οχήματα είναι ασφαλισμένα είτε όχι. Οι κρίσιμοι όροι είναι: «σύμφωνα με τις διατάξεις της εθνικής του νομοθεσίας περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως».
Προβλήθηκαν ορισμένα επιχειρήματα ως προς την ερμηνεία των όρων αυτών, τα οποία εξετάστηκαν στην υπόθεση 64/83, Bureau centra/français κατά Fontti de garantie automobile, με την απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1984. Με τις προτάσεις μου στην υπόθεση αυτή, εξέτασα λεπτομερειακά τα επιχειρήματα αυτά και προέβλεψα ότι η επανάληψη τους εν προκειμένω δεν θα βοηθούσε. Με την απόφαση του το Δικαστήριο έκρινε ότι, βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 2, ένα όχημα που έχει τη συνήθη στάθμευση του στο έδαφος κράτους μέλους εξομοιώνεται με όχημα ασφαλισμένο κανονικά σύμφωνα με τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας περί υποχρεωτικής ασφάλισης που ισχύουν στο κράτος μέλος όπου συμβαίνει το ατύχημα, κατά το χρόνο του ατυχήματος. Οι όροι, στους οποίους είχα δώσει έμφαση, έπρεπε να νοηθούν ως αναφερόμενοι στα όρια και στις προϋποθέσεις της αστικής ευθύνης που εφαρμόζονται στην υποχρεωτική ασφάλιση' εννοείται ότι κατά τη στιγμή που συνέβη το ατύχημα ο οδηγός του οχήματος θεωρείται ότι καλύπτεται από έγκυρη ασφάλιση σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτή.
Έπεται ότι το εθνικό Γραφείο του κράτους μέλους όπου συνέβη το ατύχημα εγγυάται την ικανοποίηση όλων των αξιώσεων σύμφωνα με τις νομοθετικές αυτές διατάξεις, ανεξαρτήτως του αν ο οδηγός του οχήματος για το οποίο πρόκειται καλύπτεται πράγματι από ασφάλιση. Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε ότι το όχημα που φέρει πινακίδα κυκλοφορίας η οποία εκδόθηκε κανονικά, πρέπει να θεωρείται ότι έχει τη συνήθη στάθμευση του στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο ήταν εγγεγραμμένο, ακόμη κι αν στο συγκεκριμένο χρόνο, η άδεια κυκλοφορίας του οχήματος είχε ανακληθεί, και ανεξαρτήτως του αν η ανάκληση της άδειας καθιστά άκυρη την εγγραφή. Επομένως, το γεγονός ότι το εν λόγω όχημα είχε κλαπεί ή κατεχόταν δολίως δεν επιδρά επί του ζητήματος αν είχε τη συνήθη στάθμευση του σε ορισμένο κράτος μέλος. Αν η εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους όπου συμβαίνει το ατύχημα δεν απαιτεί την υποχρεωτική ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται από όχημα που έχει κλαπεί το εθνικό Γραφείο δεν υποχρεούται, βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 2, να εγγυάται την ικανοποίηση αξιώσεων που προκύπτουν από τις ζημίες αυτές. Εξάλλου, αν η εν λόγω εθνική νομοθεσία προβλέπει την περίπτωση αυτή, το εθνικό γραφείο ευθύνεται ακόμη κι αν το όχημα δεν καλύπτεται από ασφάλιση σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του εδάφους στο οποίο το όχημα έχει τη συνήθη στάθμευση του.
Είναι αρκούντως σαφές ότι η οδηγία δεν εμποδίζει τα εθνικά γραφεία να συνάπτουν οποιαδήποτε συμφωνία με ευρύτερο πεδίο εφαρμογής από τη συμφωνία που προέβλεψε η οδηγία, εφόσον η τελευταία είχε ως αντικείμενο απλώς την καθιέρωση ορισμένων ελάχιστων προϋποθέσεων που έπρεπε να συγκεντρώνει η συμφωνία εγγύησης την οποία έπρεπε να συνάψουν τα εθνικά γραφεία ασφάλισης.
Πάντως, το Γραφείο και η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προβάλλουν ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς ως προς την ερμηνεία των συμφωνιών που συνήψαν τα εθνικά γραφεία. Αυτό είναι απολύτως ορθό. Οι συμφωνίες αυτές δεν είναι ούτε πράξεις των οργάνων της Κοινότητας ούτε καταστατικά των οργάνων που ιδρύθηκαν με πράξη του Συμβουλίου, κατά την έννοια του άρθρου 177.
Υποστηρίχθηκε περαιτέρω ότι η νέα οδηγία 84/5, της 30ής Δεκεμβρίου 1983 (ΕΕ 1984, L 8, σ. 17), με την οποία έγιναν ορισμένες τροποποιήσεις στη νομοθεσία που αφορά την ασφάλιση των αυτοκινήτων οχημάτων, πρέπει να έχει επίδραση στην απόφαση του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση. Υποστηρίζεται ότι, το γεγονός ότι η οδηγία αντιμετώπισε το πρόβλημα που προκύπτει στην παρούσα υπόθεση σημαίνει ότι η προηγούμενη οδηγία δεν κάλυπτε το ζήτημα αυτό. Στην υπόθεση 64/83, το Δικαστήριο είχε γνώση του σχεδίου της εν λόγω οδηγίας και συμμερίζομαι την άποψη ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να λάβει υπόψη την οδηγία αυτή για την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 72/166 που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Έχω επομένως τη γνώμη ότι στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι όροι «σύμφωνα με τις διατάξεις της εθνικής του νομοθεσίας περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως» του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 72/166 έχουν την έννοια ότι το εθνικό γραφείο ασφάλισης του κράτους μέλους όπου επισυμβαίνει το ατύχημα εγγυάται την ικανοποίηση των αξιώσεων που προκύπτουν από το ατύχημα αυτό ως εάν το όχημα να ήταν ασφαλισμένο σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία περί υποχρεωτικής ασφάλισης που ισχύει στο κράτος αυτό.
Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων των διαδίκων στην κύρια δίκη και δεν συντρέχει λόγος να αποφανθεί το Δικαστήριο επί των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι παρεμβαίνουσες κυβερνήσεις ή η Επιτροπή.
( 1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy