ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 20 ΙΟΥΝΊΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριεπρόεδρε,
Κύριοι δικασνές,
1. Εισαγωγή
1.1.
Στην υπό κρίση υπόθεση το εθνικό δικαστήριο έχει υποβάλει ερωτήματα σχετικά με τη νομική φύση και λειτουργία των ασφαλειών που συνιστώνται σύμφωνα με τις διατάξεις που θεσπίζονται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, όπως ορίζει το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 352/78 του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/020, σ. 102).
Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα διάταξη, οι ασφάλειες αυτές απαντούν με διάφορους χαρακτηρισμούς στους κανονισμούς περί γεωργικής πολιτικής. Η διάταξη αναφέρει τις «ασφάλειες» και τις «εγγυήσεις» ως συνώνυμα του όρου «χρηματικές καταθέσεις ως εγγυήσεις» [εγγυοδοσίες]. Το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει το ζήτημα ποια είναι η κύρια υποχρέωση την οποία εξασφαλίζει η ασφάλεια.
1.2.
Από την απάντηση της Επιτροπής στις γραπτές ερωτήσεις που της έθεσε το Δικαστήριο στις 15 Δεκεμβρίου 1983, καθώς και από τη δική μας έρευνα, προκύπτει ότι τέτοιες ασφάλειες απαιτούνται πολύ συχνά στο γεωργικό τομέα, αλλά και σε άλλους τομείς. Η Επιτροπή αναφέρει ενδεικτικά στην απάντηση της το τελωνειακό δίκαιο και ένα πρόσφατο μέτρο στη βιομηχανία χάλυβα (απόφαση 3716/83/ΕΚΑΧ, της 23. 12. 1983, ΕΕ 1983, L 373, σ.5).
Από την απάντηση της Επιτροπής προκύπτει ακόμη ότι η νομική φύση και λειτουργία των εν λόγω ασφαλειών δεν εξαρτάται τόσο από την ονομασία τους, όσο από τη διατύπωση και τους σκοπούς των κανονισμών, οδηγιών ή αποφάσεων που τις αναφέρουν. Ως προς τη νομική τους φύση, μπορεί να αποτελούν ασφάλεια που συνιστάται προς εξασφάλιση της εκπληρώσεως ορισμένων χρηματικών υποχρεώσεων. Ωστόσο, κατά την άποψη της Επιτροπής, η νομική φύση της εγγυοδοσίας ενδέχεται ακόμη να προσομοιάζει περισσότερο με τη φύση της διοικητικής ποινής ή της ποινικής ρήτρας. Στην απάντηση της η Επιτροπή έδωσε παραδείγματα διαφόρων τύπων εγγυοδοσίας. Αναγνωρίζει πάντως ότι ο εν λόγω χαρακτήρας ποινής δεν προκύπτει πάντοτε με την επιθυμητή σαφήνεια από τη διατύπωση των κανονισμών, οδηγιών ή αποφάσεων. Και αυτό για το λόγο ότι ορισμένα κράτη μέλη δεν θέλουν να αναγνωριστεί ρητά η εξουσία της Κοινότητας να επιβάλλει διοικητικές ή άλλες κυρώσεις στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής. Η Επιτροπή ανέπτυξε το ζήτημα αυτό εκτενώς, ιδίως κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση. 'Οσον αφορά τη νομική λειτουργία των ασφαλειών, η Επιτροπή δεν γνωρίζει καμία διάταξη, δυνάμει της οποίας η ελευθέρωση της ασφάλειας να συνεπάγεται αυτοδικαίως την απόσβεση της κύριας ενοχής, την οποία εξασφαλίζει η ασφάλεια.
1.3.
Εν όψει της σύντομης αυτής σύνοψης της απάντησης της Επιτροπής στην πρώτη γραπτή ερώτηση, είναι κατανοητό ότι και το εθνικό δικαστήριο Θεωρεί ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, έχει να αντιμετωπίσει προβλήματα σχετικά με τη νομική φύση και λειτουργία της ασφάλειας η οποία αρχικά ελευθερώνεται και στη συνέχεια αναζητείται. Όπως προκύπτει από την απάντηση της Επιτροπής, είναι αλήθεια ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο οικείος κανονισμός προβλέπει ρητά την επανασύσταση της ασφάλειας που έχει ελευθερωθεί (άρθρα 31 και 40 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3183/80 της Επιτροπής, ΕΕ ειδ. έκδ. 11/022, σ. 66) ( 2 ). Κάτι τέτοιο δεν ισχύει όμως στην υπό κρίση υπόθεση. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχει στη διάθεση της η Επιτροπή, η πρακτική που ισχύει στο θέμα αυτό στα κράτη μέλη δεν είναι ομοιόμορφη. Σχετικώς παραπέμπω, πρώτον, στην απάντηση της Επιτροπής στη γραπτή ερώτηση και, δεύτερον, στις περαιτέρω διευκρινίσεις που έδωσε η Επιτροπή επ' ακροατηρίου. Η απόφαση στην υπό κρίση υπόθεση μπορεί, επομένως, να συμβάλει σημαντικά στην περαιτέρω αποσαφήνιση της νομικής φύσης και λειτουργίας ασφαλειών σαν την επίδικη, αλλά και σαν αυτές που προβλέπονται από πολλές άλλες διατάξεις.
1.4.
Τα ερωτήματα που υπέβαλε το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main έχουν ως εξής:
«1.
Το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1071/68 της Επιτροπής, της 25. 7. 1968, περί των λεπτομερειών εφαρμογής της χορηγήσεως ενισχύσεων στην ιδιωτική αποθεματοποίηση στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 137), παρέχει στους εθνικούς οργανισμούς παρέμβασης την εξουσία να αναζητούν μετά την πάροδο του χρόνου της αποθεματοποίησης τα ποσά των ασφαλειών που ελευθερώθηκαν κακώς;
2.
Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο ερώτημα 1: Συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο η εθνική ρύθμιση που παρέχει εξουσία ανακλήσεως της παράνομης απόφασης με την οποία ελευθερώθηκε η ασφάλεια και εξουσία αναζητήσεως του ποσού της ασφάλειας μετά την πάροδο του χρόνου της αποθεματοποίησης;
3.
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο ερώτημα 2: Συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο η εθνική ρύθμιση που περιγράφεται στο ερώτημα 2 και βάσει της οποίας η ανάκληση της απόφασης με την οποία έχει ελευθερωθεί η ασφάλεια και επομένως η αναζήτηση της ασφάλειας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του οργανισμού παρέμβασης;
4.
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο ερώτημα 1 ή στο ερώτημα 2: Ποιο είναι το περιεχόμενο της αξίωσης που εξασφαλίζεται με την ασφάλεια του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1071/68;
5.
Σε περίπτωση που στο ερώτημα 4 δοθεί η απάντηση ότι η αξίωση που εξασφαλίζεται με την ασφάλεια αποτελεί ποινική αξίωση: Μήπως το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1071/68 και η συμφυής με τον κανονισμό αυτό ποινική αξίωση αντιβαίνουν προς το υπέρτερο κοινοτικό δίκαιο;»
1.5.
Η συνέχεια των προτάσεων μου θα ακολουθήσει το εξής διάγραμμα:
Στο τμήμα 2 θα εξετάσω τις κοινοτικές διατάξεις που ισχύουν στην υπό κρίση περίπτωση, κατά το μέτρο που έχουν σημασία.
Στο τμήμα 3 θα συνοψίσω με συντομία τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά.
Στο τμήμα 4 θα εξετάσω αναλυτικότερα τα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο, μαζί με τα σχόλιά του επ' αυτών, και ταυτόχρονα θα εξετάσω τις διάφορες απόψεις που διατυπώθηκαν κατά την εξέλιξη της διαδικασίας.
Στο τμήμα 5 θα προτείνω τις απαντήσεις που θα μπορούσε, κατά τη γνώμη μου, να δώσει το Δικαστήριο στα προδικαστκά ερωτήματα.
2. Η εφαρμοστέα κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
2.1. Ο βασικός κανονισμός
Τα μέτρα παρεμβάσεως που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση στηρίζονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 989/68 του Συμβουλίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 124). Ο κανονισμός αυτός προβλέπει τη δυνατότητα παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος με τη μορφή ενισχύσεως στην ιδιωτική αποθεματοποίηση νωπού βοείου κρέατος καταγωγής Κοινότητας. Το άρθρο 1, παράγραφος 3, ορίζει ότι η ενίσχυση στην ιδιωτική αποθεματοποίηση χορηγείται «σύμφωνα με τις διατάξεις των συμβάσεων οι οποίες συνάπτονται με τους οργανισμούς παρεμβάσεως' οι συμβάσεις αυτές καθορίζουν τις αμοιβαίες υποχρεώσεις των συμβαλλομένων με ενιαίους όρους για κάθε προϊόν».
Από την τελευταία πρόταση της τρίτης αιτιολογικής σκέψης του προοιμίου του κανονισμού προκύπτει ότι η ομοιομορφία αυτή απαιτείται λόγω της ανάγκης «η χορήγηση της ενισχύσεως ... να πραγματοποιείται χωρίς [...] διάκριση μεταξύ των ενδιαφερομένων που είναι εγκατεστημένοι εντός της Κοινότητος». Από το άρθρο 3 και από το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού καθίσταται σαφές ότι οι συμβάσεις αποθεματοποιήσεως πρέπει να προσδιορίζουν, μεταξύ άλλων, τη διάρκεια της αποθεματοποίησης. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 4, παράγραφος 2, ορίζει ότι «... στη σύναψη των συμβάσεων γίνονται δεκτοί μόνον οι ενδιαφερόμενοι που εξασφαλίζουν την τήρηση των υποχρεώσεών τους με παροχή ασφάλειας, η οποία καταπίπτει εν όλω ή εν μέρει, αν οι εκ των συμβάσεων υποχρεώσεις δεν πραγματοποιηθούν [εκπληρωθούν] ή πραγματοποιηθούν [εκπληρωθούν] μόνον εν μέρει» (η υπογράμμιση και οι παραλείψεις δικές μου).
2.2. Ο εκτελεστικός κανονισμός
Αναλυτικοί κανόνες για την εκτέλεση του κανονισμού του Συμβουλίου με τον οποίο ασχολήθηκα μόλις προηγουμένως θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1071/68 της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 137). Το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού απαριθμεί αναλυτικά τα στοιχεία, τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που πρέπει οπωσδήποτε να περιέχει κάθε σύμβαση αποθεματοποιήσεως. Το άρθρο 3, παράγραφος 4, ορίζει: «Η υποχρέωση αποθεματοποιήσεως της συμφωνημένης ποσότητος θεωρείται ικανοποιητική [ως εκπληρωθείσα], αν τουλάχιστον 90 ο/ο ή κατ' ανώτατο [όριο] 110 % της ποσότητος αυτής ετέθη σε αποθέματα [εναποθηκεύτηκε] και αποθεματοποιήθηκε». Από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του προοί-μιου του κανονισμού συνάγεται ότι η διάταξη αυτή δεν αποτελεί εκδήλωση της αρχής της αναλογικότητας επί καταπτώσεως της ασφάλειας, όπως υποστήριξε η Επιτροπή επ' ακροατηρίου, αλλά ότι, «για να λαμβάνονται υπόψη οι εμπορικές συνήθειες», κρίθηκε σκόπιμο «να γίνονται δεκτά ορισμένα περιθώρια μεταβολής της αποθεματοποιουμένης ποσότητος που έχει συμφωνηθεί».
Μεταξύ των συμβατικών υποχρεώσεων που προσδιορίζει το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού όεν περιλαμβάνεται και η υποχρέωση συστάσεως ασφάλειας. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ε, ορίζει, βέβαια, ότι μεταξύ των «στοιχείων» της σύμβασης πρέπει να περιλαμβάνεται και «η φύση και το ύψος της εγγυήσεως». Η υποχρέωση όμως του πραγματοποιούντος την αποθεματοποίηση προς σύσταση ασφάλειας ρυθμίζεται χωριστά από το άρθρο 4 του κανονισμού. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, ορίζει: «Κατά τη σύναψη συμβάσεως, πρέπει να παρέχεται από τον πραγματοποιούντα την αποθεματοποίηση ασφάλεια ποσού μη υπερβαίνοντος το 50 ο/ο του ποσού της ενισχύσεως που έχει ληφθεί υπόψη στη σύμβαση αυτή, σε μετρητά ή υπό μορφή εγγυήσεως, η οποία δίδεται από πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο πληροί τους όρους που έχουν καθοριστεί από κάθε κράτος μέλος». Αν μου επιτρέπεται να διατυπώσω την άποψη μου, προτού προβώ στην αναλυτικότερη εξέταση της νομικής φύσης της ασφάλειας, θα ήθελα να παρατηρήσω εδώ ότι η δομή αυτή του κανονισμού γεννά κάποιες αμφιβολίες για την άποψη της Επιτροπής (που αναπτύχθηκε εκτενώς επ' ακροατηρίου) ότι πρόκειται εδώ για ποινική ρήτρα. Ωστόσο, το άρ8ρο 3 του κανονισμού δεν φαίνεται να αποκλείει την εισαγωγή τέτοιας ποινικής ρήτρας στη σύμβαση αποθεματοποιήσεως. Η υποχρέωση συστάσεως ασφαλείας, όμως, που θεσπίζεται με το άρθρο 4 μπορεί να σχετίζεται και με άλλη χρηματική υποχρέωση, που είναι δυνατό να πηγάζει από το διοικητικό δίκαιο. Για τον προσδιορισμό της νομικής φύσης της ασφάλειας, έχουν επίσης σημασία οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 4. Το άρθρο 4, παράγραφος 3, έχει ως εξής: «Η ασφάλεια καταπίπτει εξ ολοκλήρου αν οι υποχρεώσεις οι οποίες προβλέπονται στη σύμαση δεν έχουν πραγματοποιηθεί' εντούτοις, αν λιγότερο από 90 °/ο της συμφωνηθείσης στη σύμβαση ποσότητος έχει τεθεί σε αποθέματα και έχει αποθεματοποιηθεί εντός των προβλεπομένων προθεσμιών, η ασφάλεια καταπίπτει κατ' αναλογία του ελλείποντος μέρους της ποσότητος που αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, υπό α». Το τελευταίο χωρίο σε περιορισμένο μόνο βαθμό μπορεί να θεωρηθεί ως αναγνώριση του ότι ισχύει η αρχή της αναλογικότητας. Η Επιτροπή το παραδέχεται ρητά στην πρώτη πλήρη παράγραφο της σελίδας 15 των γραπτών της παρατηρήσεων. Το άρθρο 4, παράγραφος 4, έχει ως εξής: «Η ασφάλεια δεν καταπίπτει όταν ο πραγματοποιών την αποθεματοποίηση αδυνατεί, λόγω ανωτέρας βίας, να τηρήσει τις παραπάνω αναφερόμενες υποχρεώσεις.»
2.3. Μερικά ουμπεράοματα
Από την προηγηθείσα εξέταση είναι δυνατό να συναχθούν ευθύς αμέσως μερικά προκαταρκτικά συμπεράσματα που έχουν σημασία προκειμένου να δοθεί απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα:
α)
Πρώτον, αρκεί μια απλή εξέταση του βασικού κανονισμού, για να διαπιστωθεί ότι οι περί αποθεματοποιήσεως διατάξεις πρέπει να εφαρμόζονται ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη. Βάσει του άρθρου 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, η αρχή αυτή της απαγόρευσης των διακρίσεων πρέπει να τηρείται και στο σύστημα της εγγυοδοσίας.
β)
Δεύτερον, όπως προκύπτει τόσο από το προαναφερθέν άρθρο 4, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού του Συμβουλίου, όσο και από το άρθρο 4 του κανονισμού της Επιτροπής, το οποίο είναι ακόμη σαφέστερο εν προκειμένω, η ασφάλεια δεν αποτελεί, από άποψη κοινοτικού δικαίου, αναγκαίο συστατικό στοιχείο των συμβατικών υποχρεώσεων του πραγματοποιούντος την αποθεματοποίηση. Αποτελεί μάλλον χωριστή υποχρέωση του που υπάρχει έξω από τη σύμβαση και που επιβάλλεται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως, μπορεί δε να εκπληρωθεί είτε με την καταβολή μετρητών είτε με τη σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως. Από την άλλη πλευρά, ο κανονισμός της Επιτροπής δεν φαίνεται να αποκλείει τη δυνατότητα οι οργανισμοί παρεμβάσεως να ρυθμίζουν αναλυτικότερα την ασφάλεια στις συμβάσεις αποθεματοποιήσεως τις οποίες συνάπτουν.
γ)
Τρίτον, τόσο από το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, όσο και από το άρθρο 4 του κανονισμού της Επιτροπής, καθίσταται σαφές ότι η ασφάλεια δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εγγύηση για την απόδοση της ενίσχυσης που καταβλήθηκε κακώς. Πρώτα-πρώτα, δεν είναι αρκετή για να αποτελεί τέτοια εγγύηση, εφόσον μπορεί να ανέρχεται το πολύ στο 50 °/ο της ενίσχυσης. 'Επειτα, όπως προκύπτει από τις περί καταπτώσεως διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού και του άρθρου 4, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού της Επιτροπής, η κατάπτωση θεωρείται ως παρεμπίπτουσα και χωριστή έννομη συνέπεια της παράβασης των υποχρεώσεων που υπέχει από τη σύμβαση ο πραγματοποιών την αποθεματοποίηση. Η έννομη αυτή συνέπεια δεν θίγει τη δυνατότητα, σε περίπτωση μη εκτελέσεως της σύμβασης, να αναζητηθεί η συνομολογη-θείσα ενίσχυση. Αντιστρόφως, η απόδοση της ενίσχυσης, σε περίπτωση μη εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων, δεν θίγει τη δυνατότητα να αναγνωριστεί η κατάπτωση της ασφάλειας ως πρόσθετο μέτρο.
δ)
Ούτε ο βασικός κανονισμός του Συμβουλίου ούτε ο κανονισμός της Επιτροπής προβλέπουν την κατάσταση που βρίσκεται στο επίκεντρο της υπό κρίση υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση η ασφάλεια ελευθερώθηκε, στη συνέχεια όμως έγινε αντιληπτό ότι ο οργανισμός παρεμβάσεως κακώς θεώρησε ότι οι υποχρεώσεις που απέρρεαν από τη σύμβαση αποθεματοποιήσεως είχαν εκπληρωθεί. Ανακύπτει λοιπόν το ερώτημα αν βάσει της όλης οικονομίας των κανονισμών μπορεί, παρ' όλα αυτά, να αναζητηθεί το ποσό της ασφάλειας. Το ζήτημα αυτό θα το εξετάσω μόνο στο τέταρτο τμήμα των προτάσεων μου.
3. Τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα, δεν είναι κρίσιμες οι επί μέρους υποχρεώσεις από τη σύμβαση αποθεματοποιήσεως, τις οποίες δεν εκπλήρωσε η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη. Όπως όμως προκύπτει από την απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1980 του Πενταμελούς Ποινικού Τμήματος του Landgericht Bremen, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο επ' ακροατηρίου, δεν είχαν τηρηθεί υποχρεώσεις που απέρρεαν από 13 διαφορετικές συμβάσεις που είχαν συναφθεί μεταξύ 17 Μαΐου 1974 και 17 Σεπτεμβρίου 1975 και που αναφέρονταν στη φύση και την καταγωγή του αποθεματοποιούμενου κρέατος. Επί πλέον, είχαν γίνει αναληθείς δηλώσεις προς τον οργανισμό παρεμβάσεως και, για το λόγο αυτό, οι υπεύθυνοι είχαν κατηγορηθεί, σύμφωνα με την απόφαση, μεταξύ άλλων, για «απάτη προς λήψη ενισχύσεως» ( 3 ). Εν όψει της σημαντικής ποσότητας κρέατος για την οποία η προσφεύγουσα επιχείρηση είχε λάβει ενίσχυση αχρεωστήτως, ο Könecke, μόνος κύριος της επιχείρησης, τιμωρήθηκε με διετή ποινή φυλακίσεως με αναστολή και υποχρεώθηκε να καταβάλει χρηματική ποινή 600 DM ημερησίως επί 360ημέρες.
Σημαντικότερο για την υπό κρίση υπόθεση είναι, ωστόσο, το ότι, όπως αναφέρει στη σελίδα 45 της απόφασης του, το Landgericht κατά τον υπολογισμό της χρηματικής ποινής έλαβε μεταξύ άλλων υπόψη το γεγονός ότι η Könecke είχε εν τω μεταξύ επιστρέψει το ποσό της ενίσχυσης που είχε λάβει, κατά το μέτρο που της το είχε αξιώσει ο οργανισμός παρεμβάσεως. Όπως αναφέρει περαιτέρω στη σελίδα 45 της απόφασης του, το Landgericht έλαβε επίσης υπόψη το γεγονός ότι ο οργανισμός παρεμβάσεως δεν είχε κάνει ακόμη καμία ενέργεια μετά την άρνηση της Könecke να αποδώσει τις ασφάλειες που είχαν ελευθερωθεί κακώς. Εξακολουθεί, επομένως, να έχει σημασία το ζήτημα της ενδεχόμενης εφαρμογής της αρχής ne bis in idem ως προς την αναζήτηση των ασφαλειών, καθόσον το ποινικό δικαστήριο δεν μπορούσε να λάβει και δεν έλαβε υπόψη την τυχόν απόδοση των ασφαλειών ως ποσό που έπρεπε να αφαιρεθεί κατά τον υπολογισμό του ύψους της χρηματικής ποινής. Από την απόφαση προκύπτει, ωστόσο, ότι το ποινικό δικαστήριο έλαβε, υπέρ της Könecke, υπόψη το γεγονός ότι ο οργανισμός παρεμβάσεως δεν είχε ελέγξει προσηκόντως αν η Könecke είχε τηρήσει τις υποχρεώσεις της και δεν είχε ενεργήσει με την επιβαλλόμενη επιμέλεια μετά την αποκάλυψη των παραβάσεων. Η βαρεία και επανειλημμένη παράβαση των υποχρεώσεων αυτών και των κοινοτικών κανόνων σχετικά με την αποθεματοποίηση νωπού βοείου κρέατος καταγωγής Κοινότητας δεν αποκαλύφθηκε κατόπιν πρωτοβουλίας του οργανισμού παρεμβάσεως, αλλά κατόπιν ελέγχου των τελωνειακών αρχών. Για λόγους, μεταξύ άλλων, γενικής προλήψεως (σ. 47 της απόφασης), το Landgericht επέβαλε τότε τις προαναφερθείσες ποινές για βαρεία απάτη, η οποία είχε διαπραχθεί κατά παράβαση των κανόνων της κοινής γεωργικής πολιτικής και, όπως ελέχθη, είχε αποκαλυφθεί τυχαία.
Ωστόσο, σύμφωνα με τη Διάταξη του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main, ο οργανισμός παρεμβάσεως εξέδωσε στις 26 Μαΐου 1976 δύο αποφάσεις, με τις οποίες ανακάλεσε τη χορήγηση της ενίσχυσης και την ελευθέρωση των ασφαλειών. Η προσφυγή την οποία άσκησε η προσφεύγουσα αφορά αποκλειστικά την ανάκληση της ελευθέρωσης των ασφαλειών. Το Verwaltungsgericht θεωρεί την ανάκληση αυτή, η οποία συνοδευόταν από αξίωση αποδόσεως του ποσού που είχε ελευθερωθεί, ως διοικητική πράξη κατά της οποίας χωρεί προσφυγή. Όπως αναφέρει στο τέλος της σελίδας 3 της Διάταξης του, το Verwaltungsgericht θεωρεί ότι το κεντρικό ζήτημα στην υπό κρίση προσφυγή είναι αν είναι καταρχήν δυνατή η ανάκληση της ελευθέρωσης μιας ασφάλειας. Όλα τα ερωτήματα που υποβάλλει το Verwaltungsgericht συνδέονται με το κεντρικό αυτό ζήτημα.
4. Τα ερωτήματα
4.1.
Για να δοθεί απάντηση στο κεντρικό ζήτημα το οποίο θίγει το Verwaltungsgericht, απαιτείται πριν απ' όλα σαφής ορισμός της νομικής φύσης και λειτουργίας της ασφάλειας, καθώς και της οφειλής την οποία εξασφαλίζει. Το τέταρτο ερώτημα που υποβάλλει το εθνικό δικαστήριο αναφέρεται στην πλευρά αυτή. Συμμερίζομαι, κατά βάση, την άποψη της Επιτροπής ότι από το άρθρο 4, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, καθώς και από το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού της Επιτροπής, συνάγεται σαφέστατα ότι το σύστημα εγγυοδοσίας έχει διττή φύση. Σκοπός του είναι να παρασχεθεί ασφάλεια για την εκτέλεση παρεπόμενης χρηματικής υποχρεώσεως ή να προβλεφθεί «ποινή» για την περίπτωση αθετήσεως των συμβατικών υποχρεώσεων. Σχετικώς παραπέμπω στην προηγηθείσα εξέταση των δύο κανονισμών. Αντίθετα όμως από ό,τι η Επιτροπή, φρονώ ότι, βάσει της εξετάσεως αυτής που προηγήθηκε, η παρεπόμενη «ποινή», την οποία εξασφαλίζει η σύσταση ασφάλειας, δεν έχει κατ' ανάγκη το χαρακτήρα ποινικής ρήτρας εκ συμβάσεως. Το σύστημα εγγυοδοσίας μπορεί, βάσει της διατυπώσεως του κανονισμού, να λειτουργήσει και με διοικητικές αποφάσεις. Με μια τέτοια απόφαση ενδέχεται, μεταξύ άλλων, να καθορίζεται το ύψος της ασφάλειας που πρέπει να συσταθεί βάσει των οικείων διατάξεων. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού, μόνο το αποτέλεσμα της απόφασης αυτής πρέπει να αποτελεί «στοιχείο» της σύμβασης. Εφόσον ο τρόπος εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών, μπορεί να θεωρηθεί ότι οι σχετικές με την εγγυοδοσία διατάξεις επιβάλλουν υποχρέωση για την επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος. Το ίδιο ισχύει, κατά τη γνώμη μου, και όσον αφορά την κατάπτωση της ασφάλειας. Αν σε κάποιο κράτος μέλος το σύστημα εγγυοδοσίας, μαζί με την ποινική ρήτρα, ενσωματώνεται και εξειδικεύεται στις συμβάσεις αποθεματοποιήσεως, η κατάπτωση της ασφάλειας (εφόσον δεν έχει ακόμη ελευθερωθεί) ή η καταβολή της ποινής (εφόσον η ασφάλεια έχει ήδη ελευθερωθεί) μπορεί να ζητηθεί από το αρμόδιο δικαστήριο. Αν το σύστημα εγγυοδοσίας εφαρμόζεται με διοικητική απόφαση, η διοίκηση μπορεί, εφόσον εκ των υστέρων ανακαλύψει αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων, να επιλέξει — σύμφωνα με τις διατάξεις της εθνικής εκτελεστικής πράξης και αναλόγως του αν η ασφάλεια έχει ήδη ελευθερωθεί ή όχι — μία από τις ακόλουθες λύσεις. Αν μεν η ασφάλεια δεν έχει ελευθερωθεί, τότε θα αναγνωριστεί κατά κανόνα η κατάπτωση της. Αν όμως η ασφάλεια έχει ήδη ελευθερωθεί, τότε — ανάλογα με τις διατάξεις της πράξης με την οποία εφαρμόζεται το σύστημα εγγυοδοσίας — μπορεί είτε να καταπέσει η ποινή, την οποία εξασφαλίζει η ασφάλεια, είτε να ανακληθεί η απόφαση με την οποία ελευθερώθηκε η ασφάλεια. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, μπορεί να αναγνωριστεί είτε η ολική είτε η μερική κατάπτωση της ασφάλειας. Αυτό απορρέει, κατά τη γνώμη μου, από το γεγονός ότι το σύστημα εγγυοδοσίας, που περιλαμβάνει και τους κανόνες περί καταπτώσεως, πρέπει σαφώς να θεωρηθεί ότι αποτελεί υποχρέωση προς επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος. Το ότι και τα κράτη μέλη θεωρούν το σύστημα εγγυοδοσίας ως υποχρέωση προς επίτευξη αποτελέσματος, οι λεπτομέρειες του οποίου εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών, επιβεβαιώνεται σαφώς, κατά τη γνώμη μου, από τα στοιχεία που προσκόμισε γραπτά η Επιτροπή επ' ακροατηρίου σε απάντηση ερωτήσεως που είχε θέσει το Δικαστήριο ακριβώς ως προς τις διαφορές της πρακτικής που ισχύει στα κράτη μέλη.
Χάριν πληρότητας, ωστόσο, θα ήθελα να συμπληρώσω τα πρώτα αυτά συμπεράσματά μου και να επισημάνω ότι το φαινόμενο της ποινικής ρήτρας που εξασφαλίζεται με σύσταση ασφάλειας οπωσδήποτε δεν απαντά σε όλες από τις πολλές περιπτώσεις συστάσεως ασφάλειας που βρήκα. Σε πολλές από τις περιπτώσεις αυτές (παραδείγματος χάρη, στις ασφάλειες που συνιστώνται προς εξασφάλιση της τήρησης των προϋποθέσεων που ορίζονται στα πιστοποιητικά εισαγωγής ή εξαγωγής, ή στις ασφάλειες που συνδέονται με την προκαταβολή των επιστροφών λόγω εξαγωγής και των θετικών νομισματικών εξισωτικών ποσών, τις οποίες πραγματεύεται ο κανονισμός (ΕΟΚ) 798/80), δεν υφίσταται συμβατική σχέση, αλλά πρόκειται αποκλειστικά για υποχρέωση εκ του νόμου, η οποία, όπως συμβαίνει με πολλές φορολογικές υποχρεώσεις εκ του νόμου, πρέπει να εξειδικευτεί και να εφαρμοστεί από τις αρχές με διοικητική απόφαση. Ως παράδειγμα θα ήθελα να αναφέρω τα άρθρα 7 και 10 του κανονισμού 798/80 της Επιτροπής. Ένα άλλο παράδειγμα (η σύσταση ασφάλειας προς εξασφάλιση της εκτέλεσης των πράξεων που καλύπτονται από άδειες εισαγωγής ή εξαγωγής) αποτελούσε το αντικείμενο της απόφασης της 17ης Δεκεμβρίου 1970 στην υπόθεση 11/70 ((Internationale Handelsgesellschaft κατά Einfuhrland Vorratsstelle für Getreide und Futtermittel, Jurispr. 1970, σ. 1125).
4.2.
Για να απαντήσω στο πέμπτο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο, είναι αναγκαίο να πω κάτι ακόμη σχετικά με τη φύση της «ποινής», την καταβολή της οποίας εξασφαλίζει η ασφάλεια. Από τις εξηγήσεις που παρέσχε το εθνικό δικαστήριο αναφορικά με το τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα του προκύπτει ότι, κατά την άποψή του, δεν τίθεται εν προκειμένω ζήτημα ούτε αποζημιώσεως ούτε «Reugeld» (ποινής) κατά την έννοια της απόφασης του Bundesverfassungsgericht την οποία παραθέτει ( 4 ). Κατά την άποψη του, στην υπό κρίση υπόθεση τίθεται μάλλον ζήτημα χρηματικής ποινής ποινικού χαρακτήρα, η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί βάσει των γενικών αρχών του ποινικού δικαίου, στις οποίες παραπέμπει. Άρα το εθνικό δικαστήριο δεν είναι ακόμη πεπεισμένο ότι η ποινή αυτή δεν έχει τέτοιο ποινικό χαρακτήρα, όπως δέχτηκε το το Δικαστήριο με τη σκέψη 18 της προαναφερθείσας απόφασης στην υπόθεση 11/70, υπόθεση την οποία είχε παραπέμψει στο Δικαστήριο το ίδιο εθνικό δικαστήριο. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από τον ανεπίσημο σχολιασμό των προδικαστικών ερωτημάτων στην υπό κρίση υπόθεση, τον οποίο δημοσίευσε ένας από τους δικαστές του Verwaltungsgericht, κατά τρόπο κάπως ασυνήθη στο Neue Juristische Wochenschrift, 1983, σ. 2727-2730. Για να ενθαρρυνθεί, επομένως, ο γόνιμος διάλογος μεταξύ εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, τον οποίο επιθυμούμε να επιτύχουμε με τις αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αλλά και λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της υπό κρίση υποθέσεως, νομίζω ότι, παρά την ύπαρξη της απόφασης την οποία μόλις ανέφερα, είναι επιθυμητό να εξεταστεί αναλυτικότερα η νομική φύση της επίδικης χρηματικής υποχρέωσης.
Το γεγονός ότι η Κοινότητα δεν έχει επί του παρόντος εξουσία να εφαρμόζει ποινικά μέτρα αναγνωρίζεται σήμερα γενικά. Θα έπρεπε να θεσπιστεί κοινοτικός «Κώδικας Ποινικού Δικαίου» με κανονισμό, μονονότι οι Συνθήκες δεν παρέχουν στα κοινοτικά όργανα καμία εξουσία για το σκοπό αυτό.
Είναι επίσης σαφές, κατά τη γνώμη μου, ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν είναι δυνατό να γίνει λόγος για διοικητικές ποινές της ίδιας ακριβώς φύσεως με τα πρόστιμα, που επιβάλλονται βάσει του άρθρου 87, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ και διαφόρων άρθρων της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Κατά την επιβολή προστίμων που προβλέπονται από τις Συνθήκες και για τα οποία οι Συνθήκες — ή, στην περίπτωση του άρθρου 87 της Συνθήκης ΕΟΚ, οι εκτελεστικές διατάξεις — ορίζουν απλώς το ανώτατο ύψος, είναι, κατά τη νομολογία σας, αναγκαίο να λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, η βαρύτητα και η διάρκεια των συγκεκριμένων παραβάσεων. Οι επίδικες εν προκειμένω διατάξεις ορίζουν, ωστόσο, ότι το ύψος της ποινής καθορίζεται κατά περίπτωση, κατά τον ίδιο όμως τρόπο για κάθε σύμβαση, και ότι δεν μπορεί να υπερβαίνει το ήμισυ της χορηγηθείσας ενίσχυσης. Το καθοριζόμενο ποσό καταπίπτει σε περίπτωση αθετήσεως των υποχρεώσεων που αναλήφθηκαν οικειοθελώς με τη σύμβαση αποθεματοποιήσεως. Και για αυτό το ζήτημα παραπέμπω στην προηγηθείσα ανάλυση μου για τις οικείες διατάξεις. Εξάλλου, έχω ήδη παρατηρήσει ότι οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στην εφαρμογή του συστήματος εγγυοδοσίας μέσω ποινικής ρήτρας που περιλαμβάνεται στη σύμβαση. Και σ' αυτή την περίπτωση η ποινή δεν έχει κατ' ανάγκη το χαρακτήρα διοικητικού προστίμου. Αντίθετα, συμπληρώνει το θετικό «κίνητρο» δηλαδή τη χορήγηση ενισχύσεως, με το (μικρότερο) αρνητικό «αντι-κίνητρο», που αποσκοπεί στην εξασφάλιση του σκοπού της αποθεματοποίησης, στην αποφυγή δηλαδή της δαπανηρής παρέμβασης στην αγορά εκ μέρους των οργανισμών παρεμβάσεως ( 5 ). Τέλος, από τη φύση της εγγυοδοσίας προκύπτει (οπωσδήποτε στην περίπτωση που συνιστάται τραπεζική εγγύηση) ότι, αν δεν εκπληρωθούν ot συμβατικές υποχρεώσεις, καταπίπτει καταρχήν ολόκληρο το ποσό της ασφάλειας.
4.3.
Το γεγονός ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για ποινικό μέτρο ούτε για διοικητικό πρόστιμο κατά την évvota των κοινοτικών Συνθηκών δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η «ποινή» που συνίσταται στην κατάπτωση της ασφάλειας δεν πρέπει να ελεγχθεί βάσει των υπέρτερων αρχών του κοινοτικού δικαίου.
Το ότι τα κοινοτικά όργανα έχουν εξουσία καθορισμού μιας τέτοιας ιδιόρρυθμης χρηματικής ποινής έχει ήδη αναγνωριστεί από το Δικαστήριο σε παρόμοια περίπτωση, με την προαναφερθείσα απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση 11/70 (σκέψη 12). Με την απόφαση του στην υπόθεση 240/78 (Atalanta Amsterdam BV κατά Produktschap voor Vee en Vlees, Jurispr. 1979, σ. 2137), το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι σε αυτά τα συστήματα εγγυοδοσίας ισχύει η αρχή της αναλογικότητας, πράγμα που είχε ήδη αναγνωρίσει με τις σκέψεις 14 έως 16 της απόφασης στην υπόθεση 11/70.
Με τη σκέψη 15 της απόφασης του στην υπόθεση 240/78 το Δικαστήριο έκρινε ότι η περί καταπτώσεως διάταξη του κανονισμού της Επιτροπής η οποία ήταν το αντικείμενο της υπόθεσης εκείνης αντέβαινε, λόγω του απόλυτου χαρακτήρα της, «στην αρχή της αναλογικότητας, κατά το ότι δεν επιτρέπει την προσαρμογή της κύρωσης, την οποία προβλέπει, στο μέτρο της αθέτησης των συμβατικών υποχρεώσεων ή στη βαρύτητα της παράβασης των υποχρεώσεων αυτών». Σύμφωνα με τη δική μου ανάλυση, οι επίδικες διατάξεις στην υπό κρίση υπόθεση έχουν παρομοίως απόλυτο χαρακτήρα. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως και στην υπόθεση 240/78, μπορεί να γίνει προσφυγή στη διάταξη του οικείου κανονισμού του Συμβουλίου (άρθρο 4, παράγραφος 2), η οποία επιτρέπει την ολική ή μερική κατάπτωση και καθιστά έτσι δυνατή την πλήρη εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας. Εν όψει, όμως, της φύσεως της ασφάλειας — που μπορεί να έχει και τη μορφή τραπεζικής εγγυήσεως — η ενδιαφερόμενη επιχείρηση θα πρέπει κανονικά να επικαλεστεί ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν τη μερική μόνο κατάπτωση. Σχετικώς υπενθυμίζω στο Δικαστήριο ότι στις αποφάσεις του τις σχετικές με την πολιτική που αφορά τα πρόστιμα στη βιομηχανία χάλυβα έκρινε ότι, ακόμη και ως προς τις γνήσιες διοικητικές ποινές, οι οποίες αποτελούσαν το αντικείμενο των υποθέσεων εκείνων, νομίμως η Επιτροπή επιβάλλει πρόστιμα που είναι εν γένει καθορισμένα εκ των προτέρων. Και σ' αυτό τον τομέα πρέπει οι ενδιαφερόμενοι να επικαλεστούν ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν μείωση στη συγκεκριμένη περίπτωση.
4.4.
Ιδιαίτερο πρόβλημα ανακύπτει στην υπό κρίση υπόθεση, διότι έχουν ήδη επιβληθεί χρηματικές ποινές κατά την προαναφερθείσα ποινική δίκη. Μολονότι οι ποινές τις οποίες εξασφαλίζουν οι επίδικες ασφάλειες δεν είναι απολύτως ανάλογες, όπως ανέφερα ήδη, με τα πρόστιμα που προβλέπονται στο άρθρο 87 της Συνθήκης ΕΟΚ, το συγκεκριμένο πρόβλημα μπορεί ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, εν προκειμένω να επιλυθεί, αν εφαρμοστεί mutatis mutandis η άποψη που διατύπωσε το Δικαστήριο στη σκέψη 11 της απόφασης του στην υπόθεση 14/68 (Walt Wilhelm κατά Bundeskartellamt, Jurispr. 1969, σ. 1). Εκεί το Δικαστήριο έκρινε:
«Το ενδεχόμενο της συρροής κυρώσεων δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι είναι ανεπίτρεπτη η κίνηση δύο παράλληλων διαδικασιών, με τις οποίες επιδιώκονται διαφορετικοί σκοποί. Πράγματι, το ότι η παράλληλη κίνηση των δύο αυτών διαδικασιών επιτρέπεται, με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων και ορίων που τίθενται με την απάντηση στο πρώτο ερώτημα, προκύπτει από το ιδιόρρυθμο σύστημα κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών για τις συμφωνίες επιχειρήσεων. Αν, ωστόσο, το ενδεχόμενο της κίνησης δύο διαδικασιών μπορεί να οδηγήσει σε επιβολή δύο κυρώσεων, η γενική αρχή της επιείκειας, που βρίσκει άλλωστε έκφραση στο τέλος της δεύτερης παραγράφου του άρ9ρου 90 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, επιβάλλει, κατά τον καθορισμό της ενδεχόμενης κύρωσης, να λαμβάνεται υπόψη κάδε προηγούμενη απόφαση περί ποινής. Εν πάση περιπτώσει, ενόσω δεν έχει εκδοθεί κανονισμός δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχείο ε, δεν μπορεί, βάσει των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, να βρεθεί τρόπος για την αποφυγή του ενδεχομένου αυτού, χωρίς αυτό να θίγει την απάντηση που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα.»
Για να δικαιολογήσω την αναλογική εφαρμογή της άποψης αυτής, θα κάνω τις ακόλουθες παρατηρήσεις. Το ενδεχόμενο της σώρευσης της ποινής που επιβάλλεται βάσει του εσωτερικού ποινικού δικαίου και της χρηματικής ποινής που επιβάλλεται βάσει του κοινοτικού δικαίου δεν μου φαίνεται ότι καταρχήν αποκλείεται στην υπό κρίση υπόθεση, εφόσον, και στην παρούσα περίπτωση, οι δύο παράλληλες διαδικασίες, που αφορούν σε σημαντικό βαθμό ή και εντελώς τα ίδια πραγματικά περιστατικά, επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως και στην προηγούμενη, το ενδεχόμενο της κίνησης παράλληλων διαδικασιών είναι αποτέλεσμα του καταμερισμού των εξουσιών μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών. Βάσει αυτού του καταμερισμού, η εξουσία ασκήσεως ποινικής διώξεως λόγω απάτης που συνδέεται με την κοινή γεωργική πολιτική ανήκει στα κράτη μέλη και μόνο. Μολονότι η επίδικη ποινή έχει, κατά την άποψη μου, λιγότερο το χαρακτήρα πραγματικού ποινικού μέτρου από ό,τι τα πρόστιμα που προβλέπονται στο άρθρο 87 της Συνθήκης ΕΟΚ, είναι σύμφωνο κατά τη γνώμη μου, με το πνεύμα που διατρέχει το χωρίο που παρέθεσα να εφαρμοστεί Kat στην υπό κρίση περίπτωση η αρχή ότι, κατά τον καθορισμό του ύψους της μεταγενέστερης ποινής, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι προηγούμενες ποινές που έχουν επιβληθεί κατά το ποινικό δίκαιο. Είναι σαφές ότι, για την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, την οποία εξέτασα προηγουμένως, δεν είχε ληφθεί υπόψη η αξίωση αποδόσεως της ασφάλειας, η οποία εκκρεμούσε τότε, ούτε η επακολουθήσασα δήλωση του καθού ότι η ασφάλεια κατέπεσε. Επομένως, οι ποινές που έχουν επιβληθεί προηγουμένως πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την εφαρμογή των διατάξεων περί εγγυοδοσίας που είναι υπό κρίση τώρα. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να θεωρηθεί ως ειδική εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, η οποία έχει αναγνωριστεί σε υποθέσεις που αφορούν την παρέμβαση στο γεωργικό τομέα, και όχι ως εφαρμογή της αρχής του ποινικού δικαίου ne bis in idem. Ούτε και οι άλλες αρχές του ποινικού δικαίου στις οποίες αναφέρεται το ποινικό δικαστήριο στα σχόλιά του επί του πέμπτου ερωτήματος ισχύουν, κατά τη γνώμη μου, αυτούσιες επί ασφαλειών σαν τις υπό κρίση.
4.5.
Είναι σκόπιμο, κατά την άποψη μου, να συνεξεταστούν τα τρία πρώτα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο. Σχετίζονται όλα ευθέως με το κεντρικό ζήτημα που θέτει το εθνικό δικαστήριο, το κατά πόσον δηλαδή η απόφαση περί ελευθερώσεως της ασφάλειας μπορεί να ανακληθεί (τελευταία παράγραφος των γενικών σχολίων του επί των ερωτημάτων αυτών).
Για δύο λόγους νομίζω ότι στα ερωτήματα αυτά πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, αντίθετα με την άποψη της γερμανικής κυβέρνησης και της Επιτροπής, οι εθνικές αρχές καταρχήν έχουν όχι μόνο την εξουσία αλλά και την υποχρέωση να αναζητούν και να κηρύσσουν την κατάπτωση εν όλω ή εν μέρει των ασφαλειών που ελευθερώθηκαν κακώς ή ίσων ποσών. Αυτό απορρέει, κατά τη γνώμη μου, πρώτον, από το νόημα του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού του Συμβουλίου. Η παράγραφος αυτή ορίζει ότι η ασφάλεια «καταπίπτει, εν όλω ή εν μέρει, αν οι εκ των συμβάσεων υποχρεώσεις δεν πραγματοποιηθούν [εκπληρωθούν] ή πραγματοποιηθούν [εκπληρωθούν] μόνον εν μέρει». Ίδιο είναι το περιεχόμενο, πέρα από την περίπτωση ανωτέρας βίας η οποία δεν κρίνεται εδώ, του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού της Επιτροπής. Όπως είπα, οι διατάξεις αυτές πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι θεσπίζουν υποχρέωση προς επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και, επομένως, σε περίπτωση που η ασφάλεια ελευθερώνεται παρανόμως, δεν έχουν σημασία οι συγκεκριμένοι κανόνες με τους οποίους θα επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό. Δεύτερον, η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων, στην οποία ρητά θεμελιώνεται ο κανονισμός του Συμβουλίου, συνηγορεί εναντίον κάθε άλλης ερμηνείας. Κάθε άλλη ερμηνεία θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε νομική ανισότητα μεταξύ των ενδιαφερομένων στα διάφορα κράτη μέλη και επομένως θα αντέβαινε προς το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ.
5. Συμπέρασμα
Βάσει των σκέψεων που προηγήθηκαν προτείνω τις ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο:
1, 2 και 3: Σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 989/68 του Συμβουλίου και το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1071/68 της Επιτροπής, σε συνδυασμό με την απαγόρευση των διακρίσεων που διατυπώνεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, οι εθνικές αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή των κανονισμών αυτών έχουν υποχρέωση να αναζητούν τα ποσά των ασφαλειών που ελευθερώθηκαν κακώς ή το ισόποσό τους και να αναγνωρίζουν την κατάπτωση τους εν όλω ή εν μέρει, εφαρμόζοντας, αν χρειαστεί, και το εθνικό τους δίκαιο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών.
4: Η ασφάλεια που αναφέρεται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1071/68 αποτελεί εγγύηση για τις χρηματικές συνέπειες τις οποίες επιβάλλει σιωπηρά το άρθρο αυτό ή το αντίστοιχο άρθρο του κανονισμού 989/68 για την περίπτωση αθετήσεως των υποχρεώσεων που υπέχουν οι ιδιώτες από τη σύμβαση αποθεματοποιήσεως βοείου κρέατος, για την οποία τους χορηγήθηκε ενίσχυση κατά τους προαναφερθέντες κανονισμούς.
5: Το άρθρο 4 του κανονισμού 1071/68 δεν αποκλείει τη μερική κατάπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 989/68 και με την αρχή της αναλογικότητας, ως προς την οποία το Δικαστήριο έχει δεχτεί ότι ισχύει για τις ασφάλειες αυτές ( 6 ). Είναι, ωστόσο, αναγκαίο να ληφθεί υπόψη ο κανόνας που προκύπτει από τη φύση των ασφαλειών και κατά τον οποίο, εφόσον ο ενδιαφερόμενος δεν επικαλείται τη συνδρομή ειδικών περιστάσεων, καταπίπτει ολόκληρη η ασφάλεια ( 7 ). Όταν η βαρύτητα της αθέτησης των σχετικών συμβάσεων έχει αναγνωριστεί με απόφαση στο πλαίσιο προηγούμενης ποινικής δίκης και έχουν επιβληθεί βαριές ποινές λόγω αυτής, η αρχή της αναλογικότητας σημαίνει επίσης ότι, κατά τον καθορισμό του ποσού κατά το οποίο θα καταπέσει η ασφάλεια, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η απόφαση στην ποινική δίκη που προηγήθηκε ( 8 ).
( 1 ) Μετάφραση από το ολλανδικά.
( 2 ) Κατα την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή παρέθεσε ως δεύτερο παράδειγμα το άρθρο 10 του κανονισμού 798/80 της Επιτροπής, της 31ης Μαρτίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 86). Στην περίπτωση αυτή όμως γίνεται ρητή αναφορά στην ολική ή μερική επιστροφή ποσού ίσου προς την ασφάλεια.
( 3 ) Σύμφωνα με την απόφαση, η απάτη ήταν πολύ βαρύτερη από ό,τι προκύπτει από την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η οποία στηρίχτηκε στη Διάταξη παραπομπής.
( 4 ) Bundesverfassungsgericht 37, σ. 288.
( 5 ) Η ίδια, κατά τη γνώμη μου, άποψη εκφράζεται στη σκέψη 6 της απόφασης στην υπόθεση 26/70 (Jurispr. 1970,σ.1183).
( 6 ) Πρ6λ. παράγραφο 2 της απάντησης του Δικαστηρίου στα προδικαστικά ερωτήματα στην υπόδεση 240/78, Jurispr. 1979, σ. 2152.
( 7 ) Η παρατήρηση αυτη μου φαίνεται τώρα αναγκαία υπό το φως των αποφάσεων που έχει εκδώσει το Δικαστήριο μετά την απόφαση στην υπόθεση 240/78. Εφόσον σε υποθέσεις που αφορούν την πολιτική ως προς τα πρόστιμα στη βιομηχανία χάλυβα το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή έχει εξουσία να λαμβάνει ως βάση καθορισμένα ποσά, ακόμη και προκειμένου για γνήσιες διοικητικές ποινές, όπως αυτές που προβλέπουν ρητά οι Συνθήκες, αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο λόγω της φύσεως τους για ασφάλειες σαν τις υπό κρίση.
( 8 ) Πρβλ. την τρίτη περίοδο της σκέψης 11 (που παρατίθεται ανωτέρω) της απόφασης στην υπόθεση 1468.
Full & Egal Universal Law Academy