ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 11ης Ιουλίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Με την απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1979 στην υπόθεση 85/76, Hoffmann-La Roche κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( Race. 1979, σ. 461 ), το Δικαστήριο έκρινε για πρώτη φορά ότι « απαγορεύοντας την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης στην αγορά, ... το άρθρο 86 (της Συνθήκης ΕΟΚ) δεν αναφέρεται μόνο στις πρακτικές που μπορούν να ζημιώσουν άμεσα τους καταναλωτές αλλά και σ' εκείνες που τους ζημιώνουν έμμεσα, διαταράσσοντας την αποτελεσματική δομή του ανταγωνισμού όπως την εννοεί το άρθρο 3, εδάφιο στ ), της Συνθήκης ». Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε ότι η συμπεριφορά της ελβετικής πολυεθνικής εταιρίας στο εμπόριο βιταμινών φαρμακευτικής και διαιτητικής χρήσεως ήταν ικανή να επηρεάσει δυσμενώς τόσο τον ανταγωνισμό όσο και το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και επομένως έπρεπε να εξουδετερωθεί και να παταχθεί.
Καίτοι δεν διαθέτω ακριβή στοιχεία, έχω την πεποίθηση ότι η απόφαση εκείνη συνέβαλε σημαντικά στην απελευθέρωση της ευρωπαϊκής αγοράς βιταμινών — προϊόντων θεμελιώδους σημασίας για τη φυσιολογική και την οικονομική ζωή του σύγχρονου ανθρώπου — από το μονοπωλιακό μάγκανο όπου ασφυκτιούσε από χρόνια και της επέτρεψε να αναπνεύσει και πάλι το ζωογόνο αέρα της ελευθερίας.
Ορθά λοιπόν σκέφτηκε κάποιος που, στις αρχές του 1973, συνέστησε στην Επιτροπή να ερευνήσει τα μυστικά και σχεδόν απρόσιτα παρασκήνια μιας εμπορικής αυτοκρατορίας που στηρίχτηκε κατά μεγάλο μέρος σε παράνομους κανόνες και ρήτρες. Με « προσωπική και εμπιστευτική » επιστολή της 25ης Φεβρουαρίου προς το τότε αρμόδιο για τον ανταγωνισμό μέλος της Επιτροπής, Borschette, το πρόσωπο αυτό ζήτησε ρητά από την Επιτροπή να στραφεί κατά της εταιρίας Hoffmann-La Roche για παράβαση του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η επιστολή περιέγραφε λεπτομερώς το ρόλο και τη δραστηριότητα της επιχείρησης αυτής στη διεθνή αγορά βιταμινών, περιείχε δε εξίσου εμπεριστατωμένη καταγγελία των υπονομευτικών του ανταγωνισμού μέτρων που εφήρμοζε και επέβαλλε.
Η επιστολή καταλήγει ως εξής: « Σας ζητώ να μεριμνήσετε, ώστε το όνομά μου να μη μνημονευτεί στο πλαίσιο της υπόθεσης αυτής. Πάντως, παραμένω πλήρως στη διάθεση σας για να σας παράσχω άλλες πληροφορίες καθώς και έγγραφα σχετικά με κάθε ζήτημα που προκαλεί η παρούσα επιστολή. Εξάλλου, είμαι διατεθειμένος να συζητήσω κάθε σημείο με τους συνεργάτες σας ή με εσάς τον ίδιο σε οποιαδήποτε στιγμή και, αν χρειαστεί, είμαι διατεθειμένος για το σκοπό αυτό να πάρω το αεροπλάνο για το Βέλγιο ή τη Ρώμη. Επιπλέον, όταν θα έχω αποχωρήσει από τη Roche κατά τον Ιούλιο 1973, θα είμαι μάλιστα διατεθειμένος να εμφανιστώ ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου για να καταθέσω ενόρκως για την ακρίβεια των ισχυρισμών μου. Ελπίζω να με πληροφορήσετε σύντομα πώς θα μπορούσα να σας είμαι ακόμη χρήσιμος... ».
Ο συντάκτης της επιστολής ήταν λοιπόν υπάλληλος της ελβετικής εταιρίας. Σήμερα το όνομά του είναι γνωστό: Stanley George Adams, υπήκοος Μάλτας και διευθυντής του τμήματος « εξωτερικές υποθέσεις » της Hoffmann-La Roche στη Βασιλεία.
Στην πραγματικότητα, το ότι ο Adams ήταν ο πληροφοριοδότης της Επιτροπής στην υπόθεση των βιταμινών δεν παρέμεινε μυστικό για πολύ καιρό. Αναμφισβήτητα δεν ήταν πλέον μυστικό μετά την 31η Δεκεμβρίου 1974, όταν συνελήφθη στα ιταλοελβετικά σύνορα από τις ιταλικές αρχές κατόπιν μηνύσεως της εταιρίας Roche και κατηγορήθηκε για τα ποινικά αδικήματα της κοινολόγησης επαγγελματικών πληροφοριών και παραβίασης του επαγγελματικού απορρήτου (άρθρα 273 και 162 του ελβετικού ποινικού κώδικα ). Εδώ αρχίζει ο γολγοθάς του πρώην υπαλλήλου της πολυεθνικής εταιρίας. Στις 21 Μαρτίου 1975 αφέθηκε προσωρινά ελεύθερος χάρη στην καταβολή εγγυήσεως 25000 ελβετικών φράγκων, ενώ την 1η Ιουλίου 1976, μετά από διαδικασία κατά την οποία ορισμένες συνεδριάσεις πραγματοποιήθηκαν κεκλεισμένων των θυρών, καταδικάστηκε ερήμην από το ποινικό δικαστήριο της Βασιλείας σε φυλάκιση ενός έτους με αναστολή και σε πενταετή απαγόρευση της διαμονής στο έδαφος της Ελβετίας. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση, στη συνέχεια δε προσέφυγε στο ομοσπονδιακό δικαστήριο της Λωζάνης όμως, η καταδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επικυρώθηκε και στη συνέχεια κατέστη οριστική.
Αντιλαμβάνομαι ότι η υπόθεση στην οποία υπήρξε πρωταγωνιστής ο Adams δεν εξαντλείται στη σύντομη αυτή έκθεση. Δεν θεωρώ όμως σκόπιμο να εκθέσω εδώ όλα τα γεγονότα — συχνά θλιβερά και ενίοτε τραγικά — που ακολούθησαν την πρώτη επιστολι-μαία επαφή του με τις υπηρεσίες της Επιτροπής. Με την αγωγή 145/83 που άσκησε στις 18 Ιουλίου 1983 ο Adams ζήτησε από το Δικαστήριο να κρίνει ότι η Επιτροπή ήταν υπεύθυνη για ορισμένες πράξεις και παραλείψεις συνεπεία των οποίων αποκαλύφθηκε η ταυτότητά του και να την καταδικάσει σε αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη κατ' αυτόν τον τρόπο. Ο Adams προσάπτει εξάλλου στην Επιτροπή ότι παρέβη την υποχρέωση που είχε αναλάβει εκουσίως, να ενημερώσει δηλαδή τους δικηγόρους του ως προς τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατά της Ελβετίας για παραβίαση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (άρθρα 6 και 10). Θα εξετάσω λοιπόν μόνο εκείνα τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων ο ενάγων στηρίζει την εν λόγω ευθύνη και μόνο προς το σκοπό να διαπιστωθεί αν και κατά πόσο η συμπεριφορά της Επιτροπής πρέπει να θεωρηθεί παράνομη και αν αποτελεί την αιτία της ζημίας, την αποκατάσταση της οποίας ζητεί ο Adams.
Πρέπει να σημειωθεί εξάλλου ότι την 31η Ιανουαρίου και 1η Φεβρουαρίου 1985 κατέθεσαν, κατά τη διάρκεια αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του δευτέρου τμήματος του Δικαστηρίου, εκτός του Adams, ο Portmann, δικηγόρος του κατά το χρόνο της δίκης της Βασιλείας, και ορισμένοι υπάλληλοι της Επιτροπής, επιφορτισμένοι με την έρευνα στην υπόθεση Roche. Αμφότεροι οι διάδικοι ζήτησαν τότε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει προπάντων την ευθύνη της Επιτροπής και την ενδεχόμενη παραγραφή της αγωγής του Adams επιφυλάσσοντας για μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας την κρίση του ως προς την έκταση και την εκκαθάριση της αποζημίωσης. Κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης θα λάβω λοιπόν υπόψη και τα όρια που τίθενται κατόπιν αυτού του αιτήματος.
Μια τελευταία παρατήρηση. Στις 29 Φεβρουαρίου 1984 ο Adams άσκησε δεύτερη αγωγή ( υπόθεση 53/84 ), με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Επιτροπή υπέχει εξω-συμβατική ευθύνη διότι δεν προσέφυγε στη συγκροτηθείσα δυνάμει της συμφωνίας ελευθέρων συναλλαγών μεταξύ της ΕΟΚ και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας επιτροπή, σχετικά με τα μέτρα που έλαβαν εναντίον του οι ελβετικές αρχές. Δεδομένου ότι στην υπόθεση αυτή πρόκειται για την ίδια ζημία με εκείνη της οποίας ζητείται η αποκατάσταση στην υπόθεση 145/83, θα την εξετάσω στο πλαίσιο αυτών των προτάσεων και συγκεκριμένα στην τελευταία παράγραφο.
2.
Δίνοντας συνέχεια στην επιστολή της 25ης Φεβρουαρίου 1973, ο Schlieder, γενικός διευθυντής της διευθύνσεως « ανταγωνισμός » της Επιτροπής (στο εξής: ΓΔ IV), κάλεσε τον Adams να συναντήσει ορισμένους από τους υπαλλήλους της διευθύνσεως του προκειμένου να συζητήσουν τα ζητήματα που είχε εγείρει. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης αυτής που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες, στις 9 Απριλίου του ίδιου έτους, αναπτύχθηκε σχέση καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ του Adams και των υπαλλήλων της Επιτροπής. Ο Adams κατέθεσε ορισμένα έγγραφα της εταιρίας Roche, που οι υπάλληλοι θεώρησαν ως περιορισμένου ενδιαφέροντος. Τους διαβεβαίωσε πάντως ότι μπορούσε να παράσχει άλλα, περισσότερο σημαντικά, πράγμα που έπραξε την επομένη ( 10 Απριλίου 1973 ) αφού επέστρεψε στη Βασιλεία. Μεταξύ των πολυαρίθμων εγγράφων που έστειλε περιλαμβάνονταν δεκατέσσερις εσωτερικές διοικητικές εγκύκλιοι, καλούμενες « Management Information Memoranda ». Επακολούθησαν δύο άλλες αποστολές εγγράφων στις 15 Απριλίου και στις 21 Ιουλίου 1973, πλούσιες σε έγγραφα σχετικά με την εμπορική δραστηριότητα της εταιρίας Roche, μεταξύ των οποίων η φωτοτυπία εγγράφου του προέδρου, Adolf Jann, προς τους διευθυντές όλων των θυγατρικών. Με την επιστολή της 21ης Ιουλίου ο Adams γνωστοποίησε την πρόθεση του να εγκαταλείψει την εταιρία Roche στο τέλος του Οκτωβρίου 1973.
Έκτοτε, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν είχε πλέον ειδήσεις από τον Adams και έχασε έτσι τελείως τα ίχνη του. Αντιθέτως ο ενάγων παρατηρεί ότι ήδη με την από 25 Φεβρουαρίου 1973 πρώτη επιστολή του ανέφερε «ότι σκοπεύει να εγκαταλείψει την εταιρία... και επιθυμεί να συστήσει δική του μονάδα βιομηχανικής παραγωγής κρέατος στην Ιταλία, κοντά στη Ρώμη ». Επιπλέον, καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, παρατήρησε ότι κατά την επίσκεψη του στις Βρυξέλλες, στις 9 Απριλίου 1973 γνωστοποίησε στους υπαλλήλους της ΓΔ IV και συγκεκριμένα στον Carisi την πρόθεση του να εγκατασταθεί με την οικογένεια του στη Latina, πολίχνη πλησίον της Ρώμης, όπου σκόπευε να συστήσει βιομηχανική μονάδα χοιροτροφείου. Κατά τον ενάγοντα, η Επιτροπή γνώριζε επομένως τα σχέδια του και τον τόπο όπου επρόκειτο να πραγματοποιηθούν. Τέλος ο ενάγων υποστηρίζει ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Carisi στις αρχές Νοεμβρίου 1973 — δηλαδή μερικές ημέρες μετά την παραίτηση του από την εταιρία Roche — του έδωσε τον αριθμό τηλεφώνου της οικίας των γονέων της συζύγου του στην Ιταλία, όπου σκόπευε να περάσει μερικούς μήνες διακοπών πριν μετακομίσει στη Latina. Το στοιχείο αυτό δεν επιβεβαιώθηκε από τους υπαλλήλους που κατέθεσαν κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων, στην οποία πάντως δεν παρέστη ο Carisi (περισσότερες λεπτομέρειες κατωτέρω στο σημείο 7, in fine ).
Όταν έφθασε στις Βρυξέλλες η τελευταία επιστολή του Adams, η Επιτροπή είχε ήδη αρχίσει να μελετά τα έγγραφα που της είχε διαβιβάσει, με συγκεκριμένη προοπτική τη διεξαγωγή έρευνας σχετικά με τις δραστηριότητες της Roche. Πράγματι οι υπάλληλοι της ΓΔ IV είχαν αντιληφθεί από αρκετό χρόνο — και συγκεκριμένα από τότε που ο Adams παρέσχε τις πρώτες αποδείξεις για τις καταγγελίες του — ότι είχαν να κάνουν με ακανθώδη και πολύ λεπτή υπόθεση. Αποφάσισαν λοιπόν να προχωρήσουν με μεγάλη προσοχή συγκεκριμένα, όπως αναφέρει ο διευθυντής του τμήματος αποφασίστηκε να μην αρχίσει η έρευνα στις θυγατρικές της Roche πριν ο Adams εγκαταλείψει οριστικά την ελβετική επιχείρηση.
Αντιθέτως μετά την παραίτηση του θα μπορούσαν να ενεργήσουν με μεγαλύτερη άνεση. Πράγματι οι επιφορτισμένοι με την έρευνα υπάλληλοι ήταν πεπεισμένοι ότι, μετά τη λύση της σχέσης εργασίας μεταξύ της εταιρίας Roche και του υπαλλήλου της, ήταν λιγότερο επιτακτική η ανάγκη προστασίας της ταυτότητας του τελευταίου λόγω κυρίως του ότι ήταν διατεθειμένος, όπως είχε δηλώσει, να επιβεβαιώσει τις καταγγελίες του « ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου ». Με άλλα λόγια, ήταν πεπεισμένοι ότι αν, προκειμένου να τεθεί τέρμα στη συμπεριφορά της εταιρίας Roche, έπρεπε να αναγνωριστεί το βάσιμο των εναντίον της καταγγελιών από κάποιο δικαιοδο-τικό όργανο, η Επιτροπή θα μπορούσε να υπολογίζει στη μαρτυρική κατάθεση του Adams ως πρώην υπεύθυνου σε κάποιο εμπορικό τομέα της επιχείρησης.
Με βάση αυτές τις σκέψεις, η Επιτροπή ανέμενε μέχρι τις 22 Οκτωβρίου 1974, δηλαδή επί ένα έτος περίπου μετά την αποχώρηση του Adams, για να αρχίσει την έρευνά της ( προηγουμένως είχε διεξαχθεί απλώς « περιφερειακή » έρευνα στους συνήθεις πελάτες της εταιρίας Roche η οποία δεν απέδωσε σημαντικά αποτελέσματα ). Εκείνη την ημέρα του Οκτωβρίου λοιπόν, τρεις υπάλληλοι της ΓΔ IV μετέβησαν στα γραφεία της εταιρίας Roche στο Παρίσι: σκοπός τους ήταν να λάβουν επίσημα από το διευθυντή της εκεί θυγατρικής τα έγγραφα που η Επιτροπή είχε ήδη στη διάθεσή της από καιρό εν αγνοία της επιχείρησης και στα οποία θα στήριζε στη συνέχεια την απόφαση περί παραβάσεως ( άρθρο 86 της Συνθήκης). Ωστόσο όλες οι προσπάθειες τους απέβησαν άκαρπες. Διάβασαν μάλιστα στο διευθυντή τα πλέον εύγλωττα χωρία των «Management Information Memoranda»· μάταια όμως γιατί εκείνος ισχυρίστηκε ότι δεν τα γνωρίζει. Δεν απέμενε πλέον παρά να του επιδείξουν τα έγγραφα και τον αναγκάσουν να δηλώσει ότι είναι γνήσια: αυτή η απόφαση όμως δεν είχε προηγούμενο και ήταν πολύ τολμηρή για να πραγματοποιηθεί παραχρήμα.
« Όταν επιστρέψαμε άπρακτοι — αναφέρει στην κατάθεση του ένας άλλος υπάλληλος της ΓΔ IV, ο Rihoux — διερωτηθήκαμε εάν θα έπρεπε να θέσουμε την υπόθεση στο αρχείο παρά τις συντριπτικές αποδείξεις που είχαμε στη διάθεση μας ή να φέρουμε σε πέρας την έρευνα. Αποφασίστηκε να εκτιμήσουμε προπάντων τα διακυβευόμενα συμφέροντα σταθμίζοντας τα στοιχεία που συνηγορούσαν υπέρ ή κατά της επιδίωξης τους. Αφενός, υπάρχει το γενικό συμφέρον της Κοινότητας που επιβάλλει επαγρύπνηση για την εφαρμογή της Συνθήκης και συγκεκριμένα των αρχών που θέτουν τα άρθρα 85 και 86' αφετέρου, εξακολουθούσε ακόμη να υπάρχει το συμφέρον του πληροφοριοδότη να διατηρήσει μυστική την ταυτότητά του καίτοι δεν δέσμευε πλέον το όργανο. Κατά της προβολής των εγγράφων συνηγορούσαν ο τρόπος με τον οποίο περιήλθαν στο Berlaymont και οι ενδείξεις της ταυτότητας του πληροφοριοδότη που περιείχαν. Ωστόσο, — αναφέρει περαιτέρω ο Rihoux — ο Adams δεν είχε δώσει καμιά οδηγία, ούτε καν γενικότατη, ως προς τον τρόπο κατά τον οποίο η Επιτροπή θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες του και σχετικά με τον οποίο δεν είχε ζητήσει να τηρείται ενήμερος ». Τέλος, όπως ανέφερα, οι υπάλληλοι ήταν πεπεισμένοι ότι, μετά την αναχώρηση του από τη Βασιλεία, « ο Adams δεν είχε πλέον κανέναν ιδιαίτερο λόγο να αποκρύψει την ταυτότητά του » ( βλ. τη δήλωση του Pappalardo, μεταξύ των υπευθύνων για την έρευνα). Παρ' όλα αυτά, όταν ελήφθη η απόφαση να προβληθούν τα έγγραφα, οι ελεγκτές της ΓΔ IV φρόντισαν να επιλέξουν μεταξύ αυτών εκείνα τα οποία εκτός του ότι χρησίμευαν ως απόδειξη για την απόφαση περί επιβολής κυρώσεως είχαν την πλέον ανώνυμη ή μάλλον την πλέον ουδέτερη εμφάνιση, όπως οι εγκύκλιοι που διανέμονται σε αντίγραφα στις διάφορες θυγατρικές. Εξάλλου αφαιρέθηκαν από τα έγγραφα αυτά όλες οι ενδείξεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κάποια συγκεκριμένη πηγή.
Αφού έλαβαν αυτές τις προφυλάξεις και αποφάσισαν τη στρατηγική που θα ακολουθούσαν, οι κοινοτικοί υπάλληλοι παρουσιάστηκαν στις 29 Οκτωβρίου 1974 συγχρόνως στους διευθυντές των θυγατρικών της Roche στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες ελπίζοντας ακόμα να τους πείσουν να βγάλουν από τα αρχεία τους τα ενοχοποιητικά έγγραφα. Δεδομένου όμως ότι και οι δύο εξακολουθούσαν να τηρούν στάση υπεκφυγής ή μάλιστα και κωλυσιεργίας, οι υπάλληλοι της ΓΔ IV αποφάσισαν να επιδείξουν τις δεκατέσσερις εσωτερικές διοικητικές εγκυκλίους και την επιστολή του Adolf Jann. Προ των αποδείξεων αυτών οι υπεύθυνοι των θυγατρικών επιβεβαίωσαν τελικώς την ύπαρξη και τη γνησιότητα των εγγράφων, που τους επετράπη εξάλλου να φωτοτυπήσουν.
Μερικές εβδομάδες αργότερα και συγκεκριμένα στις 18 Δεκεμβρίου 1974, ο δικηγόρος Alder κατέθεσε, εν ονόματι της εταιρίας Roche, στις ελβετικές αρχές μήνυση για παράβαση των άρθρων 273 και 162 του ελβετικού ποινικού κώδικα. Τυπικά η μήνυση στρεφόταν κατ' αγνώστων. Αφού εξέθεσε τα των επισκέψεων των υπαλλήλων στις θυγατρικές του Παρισιού και των Βρυξελλών καθώς και το περιεχόμενο των εγγράφων που είχαν φωτοτυπήσει οι διευθυντές, ο Alder δήλωσε συγκεκριμένα ότι «η εταιρία Hoffmann-La Roche αγνοεί κατά ποιο τρόπο περιήλθαν στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τα εμπιστευτικά έγγραφα... Η συζήτηση που είχε ο υπογράφων με τους Carisi, Pappalardo και Rihoux στις 8 Νοεμβρίου 1974 στις Βρυξέλλες δίνει την εντύπωση ότι οι υπάλληλοι των Κοινοτήτων... έλαβαν τα εν λόγω έγγραφα χωρίς δική τους πρωτοβουλία και ότι γνωρίζουν το πρόσωπο που τους τα παρέσχε. Δεν κατέστη πάντως δυνατό να εξακριβωθεί σε ποιο χρονικό σημείο τα έλαβαν ».
Η εταιρία ανέφερε λοιπόν στη μήνυση της ότι, βάσει των εγγράφων που είχε στη διάθεση της και παρά τις έρευνες που πραγματοποίησε εντός του ομίλου, δεν ήταν σε θέση να εξακριβώσει την ταυτότητα του πληροφοριοδότη. Ο δικηγόρος της πάντως μετέδωσε στους ανακριτές μια βεβαιότητα και μια υποψία: η πρώτη αφορούσε την προέλευση των εγγράφων, φωτοαντίγραφα των οποίων είχε λάβει η Επιτροπή, που είχαν όλα συνταχθεί, χωρίς αμφιβολία, στα κεντρικά γραφεία, στη Βασιλεία. Η δεύτερη εντοπίστηκε στο όνομα του πιθανού ενόχου: Stanley Adams. Με τη μήνυση, ο Alder δικαιολόγησε αυτή την υποψία αναφέροντας ότι εδώ και μερικά χρόνια η συμπεριφορά του Adams είχε προκαλέσει τις επικρίσεις των προϊσταμένων του σε σημείο ώστε, κατά το θέρος του 1973, η διεύθυνση της εταιρίας του συνέστησε να υποβάλει παραίτηση. Το γεγονός ότι οι σχέσεις του Adams με την εταιρία La Roche, όταν την εγκατέλειψε, δεν ήταν ακριβώς εγκάρδιες καθώς και ορισμένα συμπεράσματα από τη σύγκριση των πρωτοτύπων με τα αντίγραφα που κατείχε η Επιτροπή « καθιστούν εύλογη — κατέληξε ο Alder — την υποψία ότι ο Adams είναι ο ένοχος ».
Στις 31 Δεκεμβρίου 1974 συνελήφθη ο ενάγων. Στις 21 Μαρτίου 1975 αφέθηκε προσωρινά ελεύθερος και επανέλαβε τις επαφές με την Επιτροπή, που είχαν διακοπεί επί ενάμισι έτος περίπου, στις αρχές Απριλίου δε συνάντησε στις Βρυξέλλες τους υπαλλήλους που είχαν διεξαγάγει την έρευνα κατά της Roche. Οι διάδικοι ομολογούν ότι κατά τη συνάντηση επικράτησε φιλική ατμόσφαιρα. Εκφράζοντάς του την αλληλεγγύη τους, οι υπάλληλοι υποσχέθηκαν στον Adams ότι η Επιτροπή θα κατέβαλλε όλα τα δικαστικά έξοδα περιλαμβανομένης και της εγγυήσεως που είχε καταβληθεί για την αποφυλάκιση του. Κατά τον ενάγοντα, ανέλαβαν επίσης την υποχρέωση της παροχής νομικών συμβουλών στον Portmann, τότε δικηγόρο του Adams, προκειμένου να προετοιμάσει την υπεράσπιση του. Η εναγόμενη επιβεβαιώνει ότι πράγματι κατέβαλε τα έξοδα στα οποία είχε υποβληθεί ο Adams και ότι τον βοήθησε κατά διάφορους τρόπους ακόμη και όταν έληξαν πλέον οι περιπέτειες του με τη δικαιοσύνη, αρνείται όμως ότι ανέλαβε την υποχρέωση να συνεργαστεί με τους δικηγόρους του.
Κατά τη συνάντηση τους μίλησαν εξάλλου και για τα πλέον πρόσφατα γεγονότα. Οι υπάλληλοι ζήτησαν να μάθουν από τον Adams λεπτομέρειες ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες συνελήφθη και διηγήθηκαν, από την πλευρά τους, τα διαδραματισθέντα στις Βρυξέλλες μετά την τελευταία του επίσκεψη συγκεκριμένα του μίλησαν για την έρευνα που είχαν διεξαγάγει στις θυγατρικές της Roche. Μάλιστα ο Pappalardo ενθυμείται ότι τότε ακριβώς οι διευθυντές των θυγατρικών του Παρισιού και των Βρυξελλών έλαβαν φωτοαντίγραφα ορισμένων από τα έγγραφα που του είχε παράσχει ο Adams: αυτό το ανέφερα — παρατηρεί ο υπάλληλος — σαν « υπόθεση ικανή να εξηγήσει αυτό που ήταν ακόμα για μας ανεξήγητο, δηλαδή την αποκάλυψη της ταυτότητας και τη σύλληψη » του Adams, ο οποίος όμως — καταλήγει ο Pappalardo — δεν έδειξε έκπληξη γι' αυτές τις αποκαλύψεις και δεν διατύπωσε καμία επίκριση σχετικά με την ενέργεια της Επιτροπής.
Σ' αυτό το σημείο της συνομιλίας οι αναμνήσεις του ενάγοντος διαφέρουν. Ο ενάγων υποστηρίζει συγκεκριμένα ότι ουδέποτε ρώτησε τους παρόντες υπαλλήλους πώς, κατά τη γνώμη τους, τα ενοχοποιητικά έγγραφα περιήλθαν στις ελβετικές αρχές. Εδώ πάντως πρέπει να σημειωθεί ότι — όπως προκύπτει από τα πρακτικά της ανάκρισης στην οποία υποβλήθηκε ο Adams κατά τη διάρκεια της κράτησης του — οι ελβετοί ανακριτές του επέδειξαν ορισμένα έγγραφα, παρατηρώντας ότι τα είχαν παραδώσει στους διευθυντές της βελγικής και της γαλλικής θυγατρικής οι υπάλληλοι της Επιτροπής. Ο ενάγων δεν αμφισβητεί αυτό το στοιχείο, υποστηρίζει πάντως ότι δεν του έδωσε σημασία αλλά θεώρησε ότι πρόκειται για τέχνασμα της ελβετικής αστυνομίας προκειμένου να του αποσπάσει κάποια ομολογία. Ωστόσο, από τα πρακτικά της ανάκρισης προκύπτει περαιτέρω ότι ο Adams σχεδόν δέχτηκε ότι είχε διαβιβάσει στην Επιτροπή τα « Management Information Memoranda»: αναγνωρίζει ότι αυτό είναι « απολύτως πιθανό ».
Στις 9 Ιουνίου 1976 η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση με την οποία διαπιστώνει ρητά ότι η επιχείρηση Hoffmann-La Roche εκμεταλλεύτηκε καταχρηστικά τη δεσπόζουσα θέση της στην ελβετική αγορά βιταμινών. Έτσι έληξε ο πρώτος γύρος της υπόθεσης που, δυόμισι χρόνια αργότερα, οδήγησε στην έκδοση της απόφασης την οποία ανέφερα στην αρχή των προτάσεων μου.
3.
Μετά την επίσκεψη του Adams στο Berlaymont σημειώθηκαν και άλλα γεγονότα, μικρότερης σημασίας για την απόφαση του Δικαστηρίου θα τα αναφέρω χωρίς συγκεκριμένη σειρά. Με την αγωγή και το απαντητικό υπόμνημα, π.χ., ο ενάγων μνημονεύει διάφορες τηλεφωνικές συνομιλίες και αργότερα συναντήσεις που είχε με τους υπαλλήλους της Επιτροπής, τις μεν πρώτες πριν και μετά την αναχώρησή του από τη Roche και τις δεύτερες μετά την αποφυλάκισή του στην Ελβετία. Αναφέρει επίσης ορισμένα επεισόδια που σημειώθηκαν κατά τη σύλληψη, την ανάκριση και την κράτηση του. Περιγράφεται εξάλλου ο ρόλος που έπαιξε η Επιτροπή κατά την περίοδο αυτή και τα διαβήματά της υπέρ του Adams. Ένα τμήμα της εκθέσεως του ενάγοντος αφιερώνεται τέλος στο ιταλικό κεφάλαιο της ιστορίας του. Οι εμπειρίες του εκεί — υπενθυμίζω — δεν ήταν πολύ ευτυχέστερες απ' ό,τι στην Ελβετία δεδομένου ότι τα φιλόδοξα σχέδιά του απέτυχαν σχεδόν εξαρχής λόγω κυρίως της ελλείψεως κεφαλαίων, ο ίδιος δε αναγκάστηκε να καταφύγει στη Μεγάλη Βρετανία για να αποφύγει τις αστικές και ποινικές συνέπειες της κατάρρευσης της επιχείρησης του.
Η Επιτροπή εξάλλου αμφισβητεί ως ανακριβή ορισμένα συμπεράσματα του Adams και διορθώνει την εκδοχή του για ορισμένα περιστατικά. Συγκεκριμένα, κατά τη γνώμη της, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι, σε τηλεφωνική επικοινωνία του Alder με τον Schlieder κατά τις πρώτες ημέρες του 1975, ο τελευταίος επιβεβαίωσε ρητά ότι ο πληροφοριοδότης της Επιτροπής ήταν ο Stanley Adams. Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν διαθέτουμε ακριβή στοιχεία ως προς αυτό το γεγονός που συνέβη εν πάση περιπτώσει μετά την ομολογία του Adams στην ελβετική αστυνομία, ότι δηλαδή είχε παράσχει πληροφορίες στην Επιτροπή και κυρίως ως προς το περιεχόμενο της συνομιλίας μεταξύ Alder και Schlieder' όπως είναι προφανές, το Δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεσμεύεται από όσα αναφέρει σχετικώς η απόφαση του δικαστηρίου της Βασιλείας. Το επεισόδιο είναι πράγματι πάρα πολύ σκοτεινό και δεν βοηθά την επίλυση του ήδη δύσκολου ζητήματος της ευθύνης επί του οποίου καλείστε να αποφανθείτε.
Διαφορετική είναι αντιθέτως η βοήθεια που αντιπροσωπεύει για την επιτέλεση του έργου σας — εξίσου σημαντική θα έλεγα με εκείνη που παρέχουν τα περιστατικά τα οποία εκτίθενται στην παράγραφο 2 — η συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες, στις 8 Νοεμβρίου 1974, δηλαδή λίγες ημέρες μετά την επίσκεψη στις θυγατρικές της Roche, μεταξύ του δικηγόρου Alder και των υπαλλήλων της ΓΔ IV. Με τη συνάντηση αυτή — κατά την οποία ο Alder διατύπωσε απειλές που οι συνομιλητές του θεώρησαν εκβιασμό, οι οποίες όμως στην ουσία στερούνται ερείσματος — θα ασχοληθώ εκτενώς στην παράγραφο 7. Αρκεί να σημειωθεί εδώ ότι η εν λόγω συνάντηση μνημονεύεται για πρώτη φορά στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής στο υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής. Ο Adams δεν τη μνημονεύει καθόλου στην αγωγή του' αντιθέτως την προβάλλει με την ανταπάντηση ως στοιχείο που αύξησε εκ των υστέρων τη ζημία που υπέστη.
4.
Με την αγωγή στην υπόθεση 145/83, ο Adams ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει ότι η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων: α) αποκαλύπτοντας επανειλημμένα ότι ήταν ο πληροφοριοδότης της στην έρευνα που διεξήγαγε κατά της επιχείρησης Hoffmann-La Roche, παρέβη την υποχρέωση του επαγγελματικού απορρήτου και κατ' αυτό τον τρόπο προκάλεσε τη σύλληψη, κράτηση και καταδίκη του από τις ελβετικές αρχές· β) παρέβη την υποχρέωση να συμβουλεύσει τους δικηγόρους του ως προς τη δυνατότητα προσφυγής στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Λόγω αυτών των πράξεων και παραλείψεων, ο ενάγων ζητεί να καταδικαστεί η Επιτροπή στην αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη και στην καταβολή των δικαστικών εξόδων. Το εναγόμενο όργανο εξάλλου ζητεί να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη· επιπλέον προβάλλει, ως προς το σημείο α ) και δυνάμει του άρθρου 43 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου, την παραγραφή της εναντίον της αξιώσεως.
5.
Σχετικά με την παραβίαση του επαγγελματικού απορρήτου, ο ενάγων υποστηρίζει ότι οι σχέσεις του με την Επιτροπή ήταν εξαρχής εμπιστευτικές. Αυτό αποδεικνύεται τόσο από το κείμενο της πρώτης επιστολής του όσο και από το περιεχόμενο των συνομιλιών που είχε με τους υπαλλήλους της ΓΔ IV κατά τη συνάντηση της 9ης Απριλίου 1973. Ακόμη και μόνο γι' αυτό το λόγο η Επιτροπή όφειλε να μην αποκαλύψει το όνομά του. Η υποχρέωση αυτή είχε πάντως διπλή νομική βάση: αφενός, τα άρθρα 214 της Συνθήκης ΕΟΚ και 20 του κανονισμού 17/62/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962' αφετέρου, τις σχετικές αρχές του δικαίου των κρατών μελών.
Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός είναι βεβαίως αβάσιμος. Οι προβλεπόμενες από τη Συνθήκη και τον κανονισμό απαγορεύσεις έχουν τεθεί υπέρ του επιχειρηματία και όχι υπέρ του πληροφοριοδότη. Από την ανάλυση, εξάλλου, των εθνικών εννόμων τάξεων δεν προκύπτει ότι υπάρχει κοινή ρύθμιση του θέματος' επιπλέον, οι περί ευθύνης των διοικητικών αρχών κανόνες τους παρέχουν λιγοστές δυνατότητες προστασίας στον πληροφοριοδότη, ιδίως στην περίπτωση που η διοικητική πράξη επιδιώκει συγκεκριμένους στόχους δημοσίου συμφέροντος. Φυσικά, το πράγμα διαφέρει όταν η διοίκηση αναλαμβάνει ρητά έναντι του πληροφοριοδότη την υποχρέωση να διαφυλάξει το ανώνυμο και να χρησιμοποιήσει με συνέπεια τις πληροφορίες που της παρέσχε. Ο Adams τα αντιλαμβάνεται όλα αυτά' και όπως είδαμε, προσπαθεί να αναγάγει την ευθύνη της Επιτροπής κυρίως στην ανάληψη της εν λόγω υποχρεώσεως.
Αυτά όμως είναι απλώς αψιμαχίες. Το πεδίο στο οποίο συμπλέκονται οι διάδικοι είναι διαφορετικό: αν γίνει δεκτό ότι υπάρχει βάσιμη κατά κάποιο τρόπο υποχρέωση είναι δυνατόν να συνδεθεί με κάποια dies ad quem, είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι έχει ορισμένη διάρκεια; Ο Adams ισχυρίζεται ότι δεν είναι. Κατά τη γνώμη του, η υποχρέωση ήταν διαρκής και απόλυτη: έτσι διαγράφεται στην επιστολή προς τον Borschette, έτσι ακριβώς την αντελήφθη και η ίδια η Επιτροπή, όπως αποδεικνύει ποικιλοτρόπως η συμφεριφορά της κατά την όλη υπόθεση.
Αντιθέτως, η εναγομένη υποστηρίζει ότι, από τη στιγμή κατά την οποία ο Adams εγκατέλειψε τη θέση του, η υποχρέωση του απορρήτου δεν τη δέσμευε πλέον. Ο ίδιος ο Adams περιόρισε κατ' αυτόν τον τρόπο την υποχρέωση της Επιτροπής, αναφέροντας στην πρώτη επιστολή του ότι, μετά την παραίτηση του από την εταιρία La Roche, δεν θα δίσταζε να καταθέσει ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου. Πώς είναι δυνατό να καταθέσει κάποιος ενώπιον δικαστηρίου — ερωτά συγκεκριμένα η Επιτροπή — χωρίς να αποκαλύψει την ταυτότητα του; Όταν αναχώρησε, εξάλλου, από τη Βασιλεία ο ενάγων δεν φρόντισε καν να αφήσει στη ΓΔ IV τη νέα του διεύθυνση, επιδεικνύοντας έτσι πλήρη αδιαφορία για τη μελλοντική εξέλιξη της έρευνας και για την πιθανότητα να αναμιχθεί το όνομα του.
Όπως ανέφερα στην παράγραφο 2, ο Adams αμφισβητεί τον τελευταίο αυτό ισχυρισμό και παρατηρεί ότι έδωσε στον Carisi τη μελλοντική του διεύθυνση στην Ιταλία. Το βασικό του όμως επιχείρημα είναι άλλο. Ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή παρενόησε τα λόγια του. « Όταν έγραψα ” είμαι διατεθειμένος να καταθέσω “, δεν είχα καθόλου την πρόθεση να θέσω τέρμα στην υποχρέωση της Επιτροπής, παραιτούμενος από την ανωνυμία που είχα ζητήσει επίμονα. Αντιθέτως εννοούσα ότι θα ήμουν πρόθυμος να αποκαλύψω την ταυτότητά μου — αλλά με δική μου απόφαση και πρωτοβουλία — μετά τον τερματισμό της έρευνας και την υποβολή της υπόθεσης στο Δικαστήριο. Με άλλα λόγια, εγώ μόνο θα καθόριζα τον τρόπο και το χρόνο της δημόσιας εμφάνισης μου ».
Έχουμε λοιπόν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις. Η δεύτερη μου φαίνεται πειστικότερη καίτοι ίσως πολύ αυστηρά διατυπωμένη. Ούτε και αυτή όμως μας οδηγεί μακριά αν αληθεύει ότι μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1974 — δηλαδή μέχρι την αρχή της επέλευσης της σειράς των γεγονότων που προκάλεσαν στον Adams τη ζημία, της οποίας ζητεί την αποκατάσταση — η εναγομένη δεν αποκάλυψε ανοικτά το όνομα του πληροφοριοδότη της. Προτείνω λοιπόν να θέσουμε σε παρένθεση το ζήτημα της χρονικής διάρκειας των υποχρεώσεων που ανέλαβε η Επιτροπή και να εντοπίσουμε την έρευνα σε άλλες πλευρές τους. Αυτό όμως προϋποθέτει καλύτερη γνώση της εκτάσεως αυτής της υποχρέωσης' προς τούτο απαιτείται προπάντων να εξεταστεί το έγγραφο με το οποίο ανελήφθη, δηλαδή η επιστολή προς τον Borschette.
Το πρώτο μέρος της επιστολής, όπως είναι γνωστό, αρχίζει με την ευχή «να αναλάβει κάποια δράση » η Επιτροπή κατά της εταιρίας La Roche, στη συνέχεια περιγράφει λεπτομερώς τις βλαπτικές του ανταγωνισμού πρακτικές που εφαρμόζει η επιχείρηση και καταλήγει ως εξής: « σε συνεργασία με διάφορους άλλους παραγωγούς βιταμινών χύμα, η εταιρία La Roche ... εξαφάνισε το θεμιτό ανταγωνισμό και... όπου δεν μπόρεσε να τον εξαφανίσει, στρέβλωσε τελείως τη λειτουργία του ». Αυτό είναι «σαφές», ισχυρίζεται ο Adams' και εννοεί αρκετό ώστε να εγγυάται την καλή έκβαση της «δράσης» που προτείνει στον ανταποκριτή του να αναλάβει. « Σας ζητώ — προσθέτει στη συνέχεια — να μην αναφερθεί το όνομα μου στο πλαίσιο αυτής της υπόθεσης. Ωστόσο παραμένω στη διάθεση σας για την παροχή περαιτέρω πληροφοριών καθώς και εγγράφων ως προς όλα τα ζητήματα που εγείρω... εξάλλου είμαι διατεθειμένος να συζητήσω... με τους συνεργάτες σας... οποτεδήποτε. Επιπλέον, όταν θα έχω εγκαταλείψει τη Roche... θα είμαι μάλιστα διατεθειμένος κλπ. ». Με άλλα λόγια ο ενάγων ήταν πεπεισμένος ότι είχε παράσχει στοιχεία αφ' εαυτών ικανά να δικαιολογήσουν την ανάληψη δράσεως κατά της Roche' πάντως, — αυτή είναι η έννοια του εναντιωματικού συνδέσμου — θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω αυτά τα στοιχεία κατά τρεις τρόπους: α) παρέχοντας και άλλες πληροφορίες και/ή έγγραφα' β) συζητώντας με τους υπαλλήλους της Κοινότητας' γ) καταθέτοντας ενόρκως για την ακρίβεια των στοιχείων που είχε παράσχει. Η επιλογή αφέθηκε στην Επιτροπή. « Ελπίζω — έτσι καταλήγει η επιστολή — ότι θα μου υποδείξετε σύντομα κατά ποιο τρόπο μπορώ ακόμα να σας φανώ χρήσιμος ».
Ποιο συμπέρασμα προκύπτει απ' αυτές τις φράσεις; Ο ενάγων — δεν υπάρχει αμφιβολία — επιβάλλει στο μέλος της Επιτροπής Borschette υποχρέωση απορρήτου ως προς την ταυτότητα του, δηλαδή ως προς την πηγή των αιτιάσεων που θα διατυπώνονταν κατά της Roche. Εξίσου βέβαιο είναι όμως ότι η υποχρέωση αυτή δεν έχει τέτοια έκταση ώστε να περιλαμβάνει τον τρόπο και το χρόνο χρησιμοποιήσεως των καταγγελλομένων. Αν επιθυμούσε να θέσει περιορισμούς ή όρους και ως προς αυτά τα σημεία ο Adams όφειλε να παράσχει στην Επιτροπή τις αναγκαίες οδηγίες' δεν το έπραξε όμως. Της ζήτησε μάλιστα να αρχίσει αμέσως την έρευνα δίνοντας της συγχρόνως τη δυνατότητα να του ζητήσει εντατικότερη συνεργασία με δική της επιλογή των σχετικών λεπτομερειών. Σε τελευταία ανάλυση, σύμφωνα με την επιστολή, η εναγομένη μπορούσε να χρησιμοποιήσει κατά πλήρη διακριτική ευχέρεια τα στοιχεία που της είχε παράσχει ο ενάγων. Υπό τον όρο να μην αποκαλύψει το όνομα του, η Επιτροπή ήταν ελεύθερη να δράσει κατά τον τρόπο που θα έκρινε αποτελεσματικότερο.
Τα μεταγενέστερα γεγονότα δεν μεταβάλλουν καθόλου αυτή την εικόνα. Ο Adams κλήθηκε στις Βρυξέλλες για να συζητήσει σχετικά με τις καταγγελίες του, όπου και παρουσιάστηκε με ορισμένα έγγραφα, τα οποία — υποστηρίζει — χαρακτήρισε ως εμπιστευτικά. Θα παρατηρήσω πάντως ότι τα έγγραφα αυτά κρίθηκαν περιορισμένου ενδιαφέροντος, στα δε πρακτικά της σύσκεψης που συνέταξε ο Rihoux δεν αναφέρονται ως εμπιστευτικά. Εν πάση περιπτώσει είναι βέβαιο ότι ο Adams δεν συνέστησε στην Επιτροπή, ούτε τότε ούτε με τις τρεις μεταγενέστερες επιστολές του, να χρησιμοποιήσει με ιδιαίτερη προσοχή τα έγγραφα που της είχε παραδώσει ή να μην τα χρησιμοποιήσει καθόλου λόγω του κινδύνου να αποκαλυφθεί η πηγή τους από το περιεχόμενό τους. Τέλος με την κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ενάγων ομολόγησε ότι ουδέποτε τόνισε στους ελεγκτές της ΓΔ IV ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν έπρεπε να χρησιμοποιηθούν εκτός του Berlaymont.
Κατόπιν αυτού μπορούμε να προχωρήσουμε ένα βήμα. Ο Adams δεν έδωσε οδηγίες στην Επιτροπή — νομίζω — λόγω της εμπιστοσύνης που είχε στους κοινοτικούς υπαλλήλους, στην ικανότητα τους να ενεργήσουν αποτελεσματικά αλλά συγχρόνως με περίσκεψη και διακριτικότητα. Πράγματι η περίσκεψη, η επιμέλεια, ενδεχομένως δε και η διακριτικότητα περιλαμβάνονται στους θεμελιώδεις κανόνες της διοικητικής δράσης' καίτοι δε η Επιτροπή ήταν ελεύθερη να χρησιμοποιήσει τα έγγραφα που της είχε εμπιστευθεί ο Adams όπως και όταν θα έκρινε σκόπιμο, δεν μπορούσε να τα αγνοήσει. Να λοιπόν το ερώτημα: μπορεί να λεχθεί ότι η Επιτροπή τήρησε αυτούς τους κανόνες; Οι μέθοδοι που επέλεξε για να αποσπάσει από τη Roche τις αποδείξεις που χρειαζόταν και τα μέτρα που έλαβε για να τις εφαρμόσει ανταποκρίνονται στη στάση που θα τηρούσε σε ανάλογη κατάσταση συνετό και υπεύθυνο άτομο ή, όπως έλεγαν οι Ρωμαίοι, ο « συνετός οικογενειάρχης » ;
Ο Adams ισχυρίζεται ότι δεν ανταποκρίνονται. Κατά την άποψη του, η επίδειξη των « Management Information Memoranda » στους διευθυντές της βελγικής και της γαλλικής θυγατρικής ήταν πράξη τουλάχιστον απερίσκεπτη διότι επέτρεψε στην εταιρία La Roche να αντιληφθεί ότι, κατά πάσα πιθανότητα, εκείνος ήταν η πηγή των πληροφοριών. Τελείως αντίθετη γνώμη έχει η Επιτροπή. Ο ενάγων — ισχυρίζεται η Επιτροπή — εκτός του ότι δεν της έδωσε οδηγίες δεν την προειδοποίησε ότι η κοινολόγηση των συγκεκριμένων αυτών εγγράφων ενείχε τον κίνδυνο αποκαλύψεως της πηγής τους. Εξάλλου, οι επιφορτισμένοι με την έρευνα υπάλληλοι επέλεξαν να επιδείξουν τα πλέον « ανώνυμα » έγγραφα από τα οποία και φρόντισαν να εξαφανίσουν τις ικανές να διευκολύνουν την αναζήτηση του πληροφοριοδότη αναγνωριστικές ενδείξεις. Βεβαίως κανείς δεν μπορεί να πει αν οι προφυλάξεις που πήραν υπήρξαν επιτυχείς· ενδεικτικό είναι όμως το ότι η μήνυση της Roche δικαιολογεί τις υποψίες κατά του Adams σε σχέση με τις άσχημες σχέσεις που διατηρούσε με τους προϊσταμένους του και με περιστάσεις που αφορούν στοιχεία τα οποία ουδέποτε περιήλθαν στην Επιτροπή.
Από τις απόψεις που εξέθεσα συνοπτικά συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής. Υπενθυμίζω ότι ο ενάγων της είχε δώσει διακριτική ευχέρεια ως προς το χρόνο και τον τρόπο χρησιμοποιήσεως των πληροφοριών που παρέσχε. Η Επιτροπή χρησιμοποίησε αυτές τις πληροφορίες ένα έτος μετά την παραίτηση του Adams και μόνο αφού απέτυχαν οι απόπειρες της να αποσπάσει αποδείξεις, αρχικά από τους πελάτες της Roche και στη συνέχεια από τα αρχεία των θυγατρικών των Βρυξελλών και του Παρισιού. Αυτή όμως η επλογή — που πραγματοποιήθηκε δηλαδή μετά την παρέλευση ευλόγου χρόνου, ως extrema ratio και με τις προφυλάξεις που ανέφερα — πρέπει να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται στους κανόνες της περίσκεψης και της επιμέλειας. Με άλλα λόγια η εναγομένη δεν όφειλε να πράξει περισσότερα των όσων έπραξε για να προστατεύσει το ανώνυμο του Adams.
Το συμπέρασμά μου ως προς αυτό το σημείο είναι ότι η συμπεριφορά της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της έρευνας εις βάρος της εταιρίας Hoffmann-La Roche δεν περιλαμβάνει παράνομες πράξεις ικανές να στηρίξουν, αν υποτεθεί ότι αποδεικνύεται η ζημία και η σχέση αιτιότητας, την εξωσυμβατική ευθύνη του εναγομένου οργάνου.
6.
Η Επιτροπή, καίτοι αναπτύσσει την άμυνά της κυρίως επί της ουσίας της αγωγής του Adams, ισχυρίζεται ότι η αγωγή προσκρούει στο άρθρο 43 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι « αξιώσεις κατά της Κοινότητας στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης παραγράφονται μετά πέντε έτη από της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος » με την πρόσφατη δε νομολογία του το Δικαστήριο διευκρίνισε ένα ουσιώδες σημείο της διάταξης αυτής κρίνοντας ότι η προθεσμία για την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως « δεν δύναται να αρχίσει προ της πληρώσεως όλων των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται η υποχρέωση αποκαταστάσεως της ζημίας, και ιδίως πριν συγκεκριμενοποιηθεί η προς αποκατάσταση ζημία » ( απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1982, υπόθεση 51/81, De Franceschi κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 117).
Ο συλλογισμός της εναγομένης είναι απλός. Ισχυρίζεται ότι, όπως προκύπτει από τη χρονολογική αναπαράσταση των περιστατικών, οι προϋποθέσεις επί των οποίων ο Adams στηρίζει την αγωγή του είχαν πληρωθεί την 1η Ιουλίου 1976, δηλαδή την ημέρα εκδόσεως της αποφάσεως του δικαστηρίου της Βασιλείας. Όπως αναγνώρισε ο ίδιος ο ενάγων, οι πράξεις και οι παραλείψεις που επικαλείται προκειμένου να αποδείξει την παραβίαση του επαγγελματικού απορρήτου ανατρέχουν σε χρόνο προγενέστερο της εν λόγω ημερομηνίας το ίδιο ισχύει και για τις ζημίες ( σύλληψη, κράτηση), που προέκυψαν και των οποίων ακριβώς ζητεί την αποκατάσταση. Υπό τις συνθήκες αυτές η προθεσμία για την άσκηση αγωγής παραβιάστηκε κατά πολύ. Συγκεκριμένα η αγωγή περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Ιουλίου 1983, δηλαδή πολύ μετά τη λήξη της πενταετούς προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 43.
Ο Adams αντικρούει σθεναρά αυτή την ένσταση. Ωστόσο τα επιχειρήματα του συνίστανται στο μόνο ισχυρισμό ότι έλαβε γνώση της παράνομης συμπεριφοράς επί της οποίας στηρίζεται η ευθύνη της Επιτροπής, τον Αύγουστο του 1980. Πράγματι, τότε μόνο ο νέος του δικηγόρος έλαβε από το δικαστήριο της Βασιλείας ολόκληρο το φάκελο και, διαβάζοντας τον, πληροφορήθηκε ότι οι υπάλληλοι της Επιτροπής είχαν επιδείξει στους διευθυντές των θυγατρικών της Roche ορισμένα από τα έγγραφα που τους είχε παραδώσει ο ενάγων. Μέχρι τότε — υποστηρίζει ο ενάγων — αγνοούσε αυτό το στοιχείο. Ποτέ μέχρι τότε δεν είχε δει τα πρακτικά της ανάκρισης του και τη σχετική δικογραφία ακόμη δε και αν τα είχε δει, δεν τα είχε εννοήσει διότι ήταν συντεταγμένα στη γερμανική, την οποία αγνοεί.
Πώς πρέπει να εκτιμηθεί αυτή η άποψη; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι για τον υπολογισμό της προθεσμίας του άρθρου 43 πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η άγνοια, εφόσον όμως δεν προκλήθηκε από το ίδιο το πρόσωπο που την επικαλείται. Ο επικαλούμενος την άγνοια οφείλει να αποδείξει ότι έπραξε ότι ήταν δυνατό προκειμένου να γνωρίσει τα περιστατικά που προκάλεσαν τη ζημία την οποία υπέστη. Όπως όμως ανέφερα λεπτομερώς στην παράγραφο 2, ο Adams αναγνωρίζει ο ίδιος ότι, κατά τη διάρκεια της ανακρίσεως του, πληροφορήθηκε από τους ελβετούς ανακριτές για την επίδειξη των εγγράφων στους υπευθύνους των θυγατρικών. Βεβαίως ο ενάγων δηλώνει ότι δεν έδωσε τότε μεγάλη σημασία σ' αυτή την πληροφορία. Μ' αυτά τα επιχειρήματα όμως καταλήγει σε παράλογο συμπέρασμα: εξαρτά δηλαδή την άσκηση της αγωγής του άρθρου 215 όχι από την ύπαρξη ορισμένων πραγματικών περιστατικών — όπως η παράνομη ζημιογόνος πράξη — αλλά από την εντύπωοη που σχηματίζει ο υποστάς τη ζημία ως προς τη δυνατότητα αποδόσεώς τους σε συγκεκριμένο υποκείμενο.
Είμαι εξάλλου πεπεισμένος ότι από το νέο του δικηγόρο ο Adams δεν πληροφορήθηκε πολύ περισσότερα των όσων ήδη γνώριζε από καιρό. Συγκεκριμένα παρατηρώ ότι στη μήνυση της La Roche αναφέρεται: « τα αντίγραφα... των εγγράφων... που είχε στη διάθεση της η Επιτροπή ελήφθησαν » ( από το προσωπικό της γαλλικής και της βελγικής θυγατρικής ) « με τη συναίνεοη των υπαλλήλων... και εστάλησαν στη Βασιλεία ( αμέσως ) ». Είναι όμως βέβαιο ότι ο ενάγων έλαβε γνώση κατά τη διάρκεια της ανακρίσεώς του και συγκεκριμένα στις 23 Ιανουαρίου 1975 αυτού του χωρίου το οποίο είναι σημαντικότερο από κάθε άλλο διότι μαρτυρεί ότι η παράδοση των εγγράφων από τους κοινοτικούς ελεγκτές ήταν ηθελημένη εξάλλου ο ενάγων δεν μπορεί να επικαλεστεί σχετικώς άγνοια της γερμανικής. Πράγματι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, η μήνυση μεταφραζόταν από διερμηνέα ενώ παράλληλα ο επιθεωρητής της αστυνομίας υπέβαλε ερωτήσεις στον κατηγορούμενο' ο τελευταίος μάλιστα υπέγραψε τα πρακτικά αφού άκουσε τη μετάφραση.
Το συμπέρασμα είναι ότι ήδη από την αρχή του 1975 ο Adams γνώριζε λεπτομερώς τα περιστατικά που επικαλείται για να στηρίξει το πρώτο από τα αιτήματα που περιλαμβάνει η αγωγή του. Επομένως η ένσταση απαραδέκτου που προβάλλει η εναγομένη είναι βάσιμη.
7.
Πάντως, όταν εκδόθηκε η απόφαση του δικαστηρίου της Βασιλείας δεν ήταν γνωστά στον ενάγοντα όλα τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως που είναι ικανά να θεμελιώσουν ευθύνη της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, όπως ανέφερα στην παράγραφο 3, ο ενάγων αναφέρει ότι πληροφορήθηκε για τη συνάντηση της 8ης Νοεμβρίου 1974 μεταξύ του δικηγόρου Alder και της Επιτροπής μόνο από το υπόμνημα αντικρούσεως της τελευταίας. Ο ισχυρισμός μπορεί να μην είναι τελείως ακριβής. Πράγματι, ο Alder μνημονεύει αυτή τη συνάντηση στη μήνυση της Roche διευκρινίζοντας ότι επιζήτησε την πραγματοποίηση της προκειμένου να διαπιστώσει κατά ποιο τρόπο περιήλθαν στην Επιτροπή τα « Management Information Memoranda » και η επιστολή του Jann. Στο σημείο αυτό — προσθέτει ο Alder — οι υπάλληλοι δεν του έδωσαν διευκρινίσεις' όταν αργότερα ρώτησε αν ο πληροφοριοδότης ήταν κάποιο πρόσωπο εκτός ή εντός της εταιρίας οι υπάλληλοι επιφυλάχθηκαν να απαντήσουν αργότερα. Πάντως — καταλήγει ο Alder — στις 6 Δεκεμβρίου 1974, ο Pappalardo τον πληροφόρησε τηλεφωνικώς ότι η Επιτροπή δεν σκόπευε να απαντήσει ούτε στο δεύτερο ερώτημα και ότι δεν θα δεχόταν πλέον να συζητήσει για την προέλευση των εγγράφων.
Αφού ο Adams έλαβε γνώση της μηνύσεως κατά την ανάκριση είναι πιθανό ότι δεν αγνοούσε αυτό το επεισόδιο. Ωστόσο ο δικηγόρος Alder δεν παραθέτει στη μήνυση παρά μόνο ένα μέρος, και όχι το πλέον ενδιαφέρον, της συζήτησης που είχε με τους υπαλλήλους. Ας δούμε το υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής. Στο δικόγραφο αυτό αναφέρεται ότι ο Alder έκανε λόγο στους συνομιλητές του για την πρόθεση της Roche να διώξει τον πληροφοριοδότη δυνάμει διατάξεως του ελβετικού ποινικού κώδικα που τιμωρεί την κοινολόγηση απόρρητων εμπορικών στοιχείων. Μίλησε επίσης για τη δυνατότητα να τους καλέσει ως μάρτυρες ενώπιον του δικαστηρίου ούτως ώστε να πληροφορηθεί το κοινό με ποια ελαφρότητα διεξάγει τις έρευνες της η ΓΔ IV' τέλος υποσχέθηκε ότι αν η Επιτροπή αποκάλυπτε το όνομα του πληροφοριοδότη, η Roche θα απέφευγε την ποινική του δίωξη και θα παρέδιδε στους επιθεωρητές όλα τα έγγραφα που χρειάζονταν ακόμα. Εξ ονόματος της Επιτροπής, ο Pappalardo απέρριψε αυτές τις προτάσεις.
Αυτό είναι λοιπόν ολόκληρο το περιεχόμενο της συζητήσεως. Ο Adams προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν του το γνωστοποίησε εγκαίρως και ιδίως ότι δεν τον προειδοποίησε για τους σοβαρούς κίνδυνους που θα διέτρεχε αν επέστρεφε στην Ελβετία. Κατ αυτό τον τρόπο η Επιτροπή « παρέβη το καθήκον επιμελείας », συμφυές της δράσης της διοίκησης, η δε παράβαση αυτή «επιδείνωσε» τη ζημία που υπέστη λόγω της « παραβιάσεως του επαγγελματικού απορρήτου ».
Θα παρατηρήσω ότι το επιχείρημα που συνόψισα κατ' αυτό τον τρόπο αποτελεί στην πραγματικότητα νέο ισχυρισμό του ενάγοντος καίτοι αποβλέπει και αυτός στη θεμελίωση της ευθύνης της εναγομένης. Είχε άραγε ο ενάγων αυτό το δικαίωμα; Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με το άρθρο 42, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, δεν είναι δυνατή η προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της δίκης εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν για πρώτη φορά κατά την έγγραφη διαδικασία' εξάλλου, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου « ένα νέο πραγματικό γεγονός, για να δύναται να δικαιολογήσει την προβολή νέου ισχυρισμού κατά τη διάρκεια της δίκης πρέπει να μην υφίστατο ή να μην ήταν γνωστό στον ενάγοντα κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής » ( βλ. απόφαση της 1ης Απριλίου 1982, υπόθεση 11/81, Dürbeck κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 1251 ). Εν προκειμένω όμως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι συντρέχει αυτή η προϋπόθεση. Πράγματι, όπως είδαμε, όταν ο Adams άσκησε την αγωγή, οι απειλές και οι προτάσεις του Alder ήταν γνωστές μόνο στον ίδιο και στην Επιτροπή. Ο ενάγων δεν γνώριζε και δεν μπορούσε να γνωρίζει τίποτα σχετικώς.
Αντικρούοντας τη νέα αυτή αιτίαση η Επιτροπή υποστηρίζει πρώτον ότι δεν πίστευε ότι, βάσει της ελβετικής νομοθεσίας, ήταν δυνατή η ποινική δίωξη προσώπου λόγω της παροχής στοιχείων χρήσιμων για τον τερματισμό παράνομης συμπεριφοράς. 'Ετσι οι υπάλληλοι εξέλαβαν την απειλή ποινικής διώξεως ως κενή απειλή ( « bluff » ) που χρησιμοποίησε ο Alder για να τους αποσπάσει το όνομα του πληροφοριοδότη. Επιπλέον ο Adams είχε ήδη από μακρού αναχωρήσει από την Ελβετία όπου δεν είχε εκδηλώσει την πρόθεση να επιστρέψει, δεδομένου δε ότι δεν είχε αφήσει διεύθυνση ήταν αδύνατον να ειδοποιηθεί. Τέλος η εναγομένη υποστήριξε κατά την προφορική διαδικασία ότι ακόμη και σ' αυτή την περίπτωση η αξίωση του ενάγοντος έχει παραγραφεί. Πράγματι, από την ημέρα της συναντήσεως μεταξύ του Alder και των υπαλλήλων μέχρι την ημερομηνία ασκήσεως της αγωγής μεσολάβησε διάστημα άνω των πέντε ετών.
Θα παρατηρήσω εξαρχής ότι αν ευσταθούν τα όσα ανέφερα ως προς το χρόνο κατά τον οποίο ο Adams έλαβε γνώση της συνομιλίας (ή τουλάχιστον του σημαντικότερου μέρους της), ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός είναι απαράδεκτος. Αλλά και τα άλλα επιχειρήματα της εναγομένης είναι επίσης απορριπτέα.
Ας δούμε για ποιο λόγο. Η προστασία του πληροφοριοδότη με την τήρηση της ανωνυμίας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά αποβλέπει κυρίως να προλάβει τα ενδεχόμενα εις βάρος του αντίποινα εκείνου ο οποίος ζημιώθηκε από τις εκμυστηρεύσεις του. Όπως όμως είδαμε λεπτομερώς στην παράγραφο 6, η υποχρέωση απορρήτου που δεσμεύει την Επιτροπή δεν έπαυσε υφισταμένη με την επίσκεψη των ελεγκτών της Κοινότητας στις θυγατρικές του Παρισιού και των Βρυξελλών: η Επιτροπή όφειλε λοιπόν να φροντίσει να μην καταλήξει η επίσκεψη αυτή σε αποτελέσματα διαφορετικά εκείνων που την υπαγόρευσαν και συγκεκριμένα σε αρνητικές για τον Adams συνέπειες. Ακριβώς όμως τέτοιες συνέπειες — αντίποινα υπό μορφή ποινικής δίωξης με την προοπτική σύλληψης και καταδίκης — απείλησε ο Alder κατά τη διάρκεια συνάντησης που ήταν ήδη ένα από τα αποτελέσματα της εν λόγω επισκέψεως. Το συμπέρασμα είναι σαφές: η Επιτροπή όφειλε να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα, κατά τη συνήθη επιμέλεια, για να αποφευχθεί η πραγματοποίηση αυτών των απειλών.
Εντούτοις παρέμεινε άπρακτη' η παθητικότητα αυτή είναι αδικαιολόγητη. Ακόμη και αν η στάση του δικηγόρου Alder μπορούσε να εκληφθεί ως « μπλόφα », ήταν τέτοια τα διακυβευόμενα συμφέροντα ώστε έπρεπε να εξεταστεί αν τα χαρτιά που είχε στα χέρια του ήταν πράγματι ασήμαντα. Δεν θα πρέπει να ήταν πολύ δύσκολο για τους νομικούς της διευθύνσεως ανταγωνισμού να διαπιστώσουν αν υπάρχουν κανόνες σε κάποιο κώδικα που θα βρίσκεται σίγουρα στην κοινοτική βιβλιοθήκη και να εκτιμήσουν την ακριβή έκταση τους με μια απλή έρευνα της νομολογίας. Θα πρόσθετα μάλιστα ότι το περιεχόμενο των εν λόγω κανόνων δεν διαφέρει πολύ από τις διάφορες διατάξεις που υπάρχουν ακόμα στις έννομες τάξεις ορισμένων κρατών μελών ( λόγου χάρη το άρθρο 623 του ιταλικού ποινικού κώδικα ). Αν οι νομικοί τα είχαν σκεφθεί όλα αυτά και είχαν ενεργήσει αντίστοιχα θα είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Alder προσπάθησε πράγματι να τους εκφοβίσει, πλην όμως δεν « μπλόφαρε » · αντιθέτως, τα χαρτιά που είχε στα χέρια του ήταν πολύ ισχυρά.
Απομένει το επιχείρημα ότι ήταν αδύνατο να εντοπιστεί ο Adams. Δεν αρνούμαι βεβαίως ότι αφού παραιτήθηκε από τη θέση του, ο ενάγων δεν έδειξε πλέον ενδιαφέρον για την έρευνα, τα δε στοιχεία που έδωσε ως προς τα μελλοντικά του σχέδια στην Ιταλία ήταν σποραδικά και αρκετά ασαφή. Ο ενάγων υποστηρίζει πάντως ότι, το Νοέμβριο του 1973, τηλεφώνησε στον Carisi και του έδωσε τη διεύθυνση του ακριβώς για να δώσει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να διατηρήσει την επαφή μαζί του. Είναι πολύ πιθανό ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Όπως γνωρίζουμε, ο Carisi δεν παρέστη κατά την αποδεικτική διαδικασία' πάντως, άλλοι υπάλληλοι, και συγκεκριμένα ο Schlieder, ενθυμούνται κάποιο τηλεφώνημα από τον Adams. Σχετικά με το περιεχόμενó του δεν μπορούν να μας φωτίσουν αν όμως ληφθεί υπόψη ο χρόνος κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε ( αμέσως μετά την αποχώρηση του από τη Roche ) Kat ο τόπος από τον οποίο προερχόταν ( αναμφιβόλως η Ιταλία ) δεν βλέπω ποια ήταν η πρόθεση του Adams αν όχι να αφήσει τη διεύθυνση του στην Επιτροπή.
Εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβητείται ότι η Επιτροπή δεν επιχείρησε καν να αναζητήσει τον Adams καίτοι είχε όλο το χρόνο (ας μη λησμονούμε ότι ο Pappalardo απάντησε στη δεύτερη ερώτηση του Alder ένα μήνα μετά τη συνάντηση! ). Όλα αυτά αρκούν, νομίζω, για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά που τήρησε το όργανο δεν ανταποκρίνεται στη συνήθη επιμέλεια· και ότι επομένως μπορεί να επισύρει εξώδικα πρακτική ευθύνη.
8.
Στην υπόθεση 145/83, ο Adams προσάπτει στην εναγομένη και δεύτερη παράλειψη. Ότι δηλαδή δεν τον ενημέρωσε σχετικά με τη δυνατότητα να επικαλεστεί για την υπεράσπιση του την Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, παραβιάζοντας έτσι την υποχρέωση που είχε εκουσίως αναλάβει να παράσχει δηλαδή συνδρομή και συμβουλές στους δικηγόρους του.
Υπενθυμίζω ότι η Επιτροπή αρνείται ότι ανέλαβε αυτή την υποχρέωση και παρατηρεί ότι ο ενάγων δεν προσκόμισε αποδείξεις ικανές να τη διαψεύσουν. Είναι γεγονός ότι ο Portmann, καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, δήλωσε ότι μπορούσε πάντα να απευθυνθεί στους υπαλλήλους της ΓΔ IV και να λάβει πληροφορίες χρήσιμες για την εκτέλεση της εντολής του' τίποτα όμως δεν μαρτυρεί ότι οι επαφές αυτές, εξάλλου σποραδικές, πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο διαβουλεύσεων.
Επομένως η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη.
9.
Με την αγωγή της 29ης Φεβρουαρίου 1984 στην υπόθεση 53/84 ο ενάγων ζητεί από το Δικαστήριο: α) να καταδικάσει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να αποκαταστήσει τις ζημίες που υπέστη λόγω των πράξεων και παραλείψεών της οι οποίες οδήγησαν στη σύλληψη και την καταδίκη του από τις ελβετικές αρχές· β) να κρίνει ότι η Επιτροπή όφειλε να φέρει ενώπιον της μικτής επιτροπής, της συγκροτηθείσας στο πλαίσιο της συμφωνίας ελευθέρων συναλλαγών μεταξύ της ΕΟΚ και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας ( 1972 ) το ζήτημα των μέτρων τα οποία έλαβαν έναντι του ενάγοντος οι αρχές της εν λόγω χώρας και τα οποία αντιβαίνουν στους κανόνες της εν λόγω συμφωνίας· γ) να κρίνει ότι η Επιτροπή όφειλε να γνωστοποιήσει στην Ελβετία ότι είχε την πρόθεση να καταγγείλει τη συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών αν δεν κατορθώσει να την πείσει, εντός ευλόγου χρόνου, να ερμηνεύει ορθά τη συμφωνία και να τηρεί τους κανόνες διεθνούς δικαίου που περιέχει.
Η Επιτροπή εγείρει προκαταρκτικώς ένσταση εκκρεμοδικίας· ισχυρίζεται ότι, αφού η νέα αγωγή στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά και διατυπώνει ουσιαστικά τα ίδια αιτήματα με την αγωγή 145/83, αντιβαίνει στην αρχή ne bis in idem και πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτη. Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι οι ζημίες τις οποίες προβάλλει ο Adams ήταν η άμεση ή έμμεση συνέπεια της εναντίον του ποινικής δίκης, οι πράξεις και οι παραλείψεις που φέρονται ως βάση της ευθύνης της Επιτροπής ανατρέχουν κατ' ανάγκη σε χρόνο προγενέστερο της απαγγελίας της καταδικαστικής απόφασης ( 1η Ιουλίου 1976)' επομένως η αξίωση έχει παραγραφεί δυνάμει του άρθρου 43 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Τέλος, ο ενάγων δεν διευκρινίζει με την αγωγή του: α) ποιο κανόνα δικαίου παρέβη η Επιτροπή' β) σε τι συνίσταται η παράνομη συμπεριφορά του οργάνου· γ) κατά ποιο τρόπο η συμπεριφορά αυτή τον ζημίωσε. Με άλλα λόγια, εκτός του ότι είναι αβάσιμη, δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 215 της Συνθήκης.
Ο Adams, εξάλλου, απλώς απαντά ότι οι ζημίες που προβάλλει είναι μεν οι ίδιες και στις δύο αγωγές πλην όμως — το και σπουδαιότερο — διαφέρουν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στις δύο υποθέσεις. Η άποψη αυτή είναι συζητήσιμη. Η λεπτομερής εξέταση της όμως ( όπως και η εξέταση του ζητήματος αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 215 ) παρέλκει διότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το δεύτερο τουλάχιστον επιχείρημα της Επιτροπής είναι λυσιτελές. Συγκεκριμένα, αν οι ζημίες τις οποίες προβάλλει ο ενάγων στην υπό κρίση αγωγή δεν διαφέρουν από εκείνες τις οποίες αφορά η άλλη αγωγή η σχετική προθεσμία υπολογίζεται και σ' αυτή την περίπτωση από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως της Βασιλείας (βλ. ανωτέρω παράγραφο 6 )' είναι δε άνευ σημασίας εν προκειμένω το ότι η ζημία προκλήθηκε από τη μη υποβολή στη μικτή επιτροπή ΕΟΚ-Ελβετίας των προβλημάτων του Adams.
10.
Βάσει των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά την παρούσα διαδικασία και υπό το φως των προαναφερθέντων προτείνω στο Δικαστήριο:
α )
να κρίνει παραδεκτή την αγωγή που άσκησε ο Stanley George Adams στις 18 Ιουλίου 1983 στην υπόθεση 145/83 και να την κάνει εν μέρει δεκτή αναγνωρίζοντας ότι η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υπέχει εξωσυμβατική ευθύνη διότι δεν έλαβε μέτρα προκειμένου να προειδοποιήσει τον ενάγοντα για τον κίνδυνο που διέτρεχε αν επέστρεφε στην Ελβετία, παραβιάζοντας έτσι την υποχρέωση επιδείξεως της συνήθους επιμελείας η οποία διέπει τη διοικητική της δράση
β)
να επιφυλαχθεί να αποφανθεί με μεταγενέστερη απόφαση ως προς το ύψος της ζημίας και τη σχετική αποζημίωση'
γ)
να απορρίψει την προσφυγή 145/83 κατά τα λοιπά'
δ)
να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων της υπό κρίση υποθέσεως με την εκδο-θησομένη απόφαση επί του ύψους της ζημίας
ε)
να κρίνει απαράδεκτη την αγωγή που άσκησε ο Adams στις 29 Φεβρουαρίου 1984 στην υπόθεση 53/84 και, βάσει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας να καταδικάσει τον ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy