ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLVNN
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 5 ΑΠΡΙΛΊΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικασνές,
Στην υπό κρίση υπόθεση πρόκειται για προσφυγή που άσκησε η γαλλική επιχεί-ριση βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα «Alpa», θυγατρική κατά 100 % μιας άλλης γαλλικής επιχείρησης σιδήρου και χάλυβα, της «Usinor», ζητώντας την ακύρωση της «αποφάσεως» που περιέχεται σε έγγραφο της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 1983.
Κατά την κρίσιμη περίοδο, την παραγωγή χάλυβα διείπε το σύστημα ποσοστώσεων που είχε παρατείνει η απόφαση 1696/82/ΕΚΑΧ, της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1982 (ΕΕ L 191 της 1982). Το άρθρο 2, παράγραφος 4, της απόφασης ορίζει τα ακόλουθα:
«Κατά την έννοια της παρούσας αποφάσεως μία συγκέντρωση επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρ9ρου 66 της Συνθήκης, νοείται ως μία μόνη επιχείρηση ακόμη όταν οι επιχειρήσεις είναι εγκατεστημένες σε διαφορετικά κράτη μέλη».
Το άρθρο 14 της απόφασης, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση της Επιτροπής 2751/82 της 6ης Οκτωβρίου 1982 (ΕΕ L 292 της 15. 10. 1982, σ. 8), ορίζει τα ακόλουθα:
«Εάν, λόγω της εκτάσεως των καθορισμένων ποσοστών μειώσεως για ένα τρίμηνο, το καθεστώς των ποσοστώσεων δημιουργεί εξαιρετικές δυσκολίες σε κάποια επιχείρηση, η Επιτροπή προβαίνει σε κατάλληλη προσαρμογή αυτών των παραγωγών αναφοράς ή/και των ποσοτήτων αναφοράς για τις εν λόγω κατηγορίες, εάν η επιχείρηση υποβάλει σχετική αίτηση κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων μηνών του σχετικού τριμήνου, στις εξής περιπτώσεις:
...
—
όσον αφορά τα προϊόντα της κατηγορίας V:
—
όταν η συνολική παραγωγή των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 δεν έχει υπερβεί τους 700000 τόνους το 1981, και
—
η παραγωγή των κατηγοριών IV, V και VI περιλαμβάνει τουλάχιστον το 90 °/ο του συνόλου της παραγωγής της επιχειρήσεως το 1981, και
—
η παραγωγή της κατηγορίας V αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 30 % της παραγωγής των κατηγοριών IV, V και VI το 1981, και
—
το ποσοστό μειώσεως για τα προϊόντα της κατηγορίας V υπερβαίνει το 40%».
Η Alpa παράγει ράβδους οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής, (προϊόντα της κατηγορίας V) από παλαιοσίδηρο. Είναι η μόνη από τις συνδεόμενες με την Usinor επιχειρήσεις που παράγει προϊόντα της κατηγορίας V. Αν η Alpa εξεταστεί μεμονωμένα, η παραγωγή της πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 14, οπότε η επιχείρηση δικαιούται να τύχει προσαρμογής των οικείων παραγωγών αναφοράς και/ή ποσοτήτων αναφοράς, εφόσον βέβαια το ζητήσει και εφόσον αντιμετωπίζει εξαιρετικές δυσκολίες λόγω της εκτάσεως των ποσοστών μειώσεως που έχουν καθοριστεί για κάποιο τρίμηνο. Με έγγραφο της23ης Φεβρουαρίου 1983 προς τον Davignon, μέλος της Επιτροπής, υπεύθυνο μεταξύ άλλων για το σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής, ο πρόεδρος γενικός διευθυντής της Alpa ζήτησε προσαρμογή των ποσοτήτων αναφοράς της Alpa για τα προϊόντα της κατηγορίας V, βάσει του άρθρου 14 της προαναφερθείσας απόφασης. Στην αίτηση δεν διευκρινίστηκε ότι η προσαρμογή ζητείται για το πρώτο τρίμηνο του 1983, αυτό όμως εννοείται, δεδομένου ότι αναφέρεται σε στοιχεία που αφορούν αυτό το τρίμηνο. Στο τέλος του εν λόγω εγγράφου, ο πρόεδρος γενικός διευθυντής της Alpa ζήτησε από την Επιτροπή να θεωρήσει την επιχείρηση Alpa ως ανεξάρτητη μονάδα παραγωγής στο πλαίσιο του ομίλου Usinor και να της χορηγήσει κατά συνέπεια τη ζητούμενη προσαρμογή της παραγωγής αναφοράς. Ο Davignon απήντησε με έγγραφο της 5ης Απριλίου 1983. Όπως φαίνεται, η Alpa δεν έλαβε το εν λόγω έγγραφο. Με έγγραφο της 26ης Μαΐου η τελευταία υπέβαλε νέα αίτηση και πάλι προς το Davignon, αναφερόμενη ρητά στο δεύτερο τρίμηνο του 1983. Με το εν προκειμένω προσβαλλόμενο έγγραφο, ένας από τους διευθυντές της διευθύνσεως Ε (χάλυβας) της γενικής διεύθυνσης III της Επιτροπής, απήντησε στον πρόεδρο — γενικό διευθυντή της Alpa, επισυνάπτοντας το έγγραφο του Davignon της 5ης Απριλίου, το οποίο, όπως λέγεται, απαντούσε σε όλα τα επί μέρους ζητήματα που ήγειρε η Alpa με τα προηγηθέντα έγγραφα της. Το έγγραφο του Davignon αναφέρει ότι σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 4, της αποφάσεως 1696/82, μόνο η Usinor νομιμοποιείται να υποβάλει αίτηση βάσει των διατάξεων της αποφάσεως και ότι λόγω του μεγέθους της, η Usinor δεν πληροί τις προϋποθέσεις χορηγήσεως του ευνοϊκού μέτρου του άρθρου 14.
Με λίγα λόγια, η Alpa φρονεί ότι το από 22 Ιουνίου έγγραφο αποτελεί απόφαση που αρνείται τη χορήγηση προσαρμογής βάσει του άρθρου 14. Η απόφαση αυτή επιδιώκει να στηριχτεί στο άρθρο 2, παράγραφος 4, της αποφάσεως 1696/82, καθώς και στο ίδιο το άρθρο 14. Επομένως, είναι παράνομη και ακυρωτέα. (1) Το άρθρο 2, παράγραφος 4, είναι παράνομο κατά το ότι εξομοιώνει την Alpa προς την Usinor και (2) το άρθρο 14 είναι παράνομο κατά το ότι εισάγει διάκριση εις βάρος των επιχειρήσεων που ανήκουν σε όμιλο.
Η Επιτροπή προβάλει διάφορους ισχυρισμούς κατά του παραδεκτού της προσφυγής. Κατά την άποψη της, το έγγραφο της 22ας Ιουνίου δεν αποτελεί απόφαση για τους ακόλουθους λόγους: (1) ορθά ερμη-νευόμενο, το έγγραφο της Alpa της 26ης Μαΐου αποτελεί αίτηση προς την Επιτροπή να τροποποιήσει ή να παραβλέψει τις διατάξεις της αποφάσεως 1696/82 (2) το έγγραφο της 22ας Ιουνίου δεν περιέχει καμιά ένδειξη περί του ότι αποτελεί πράξη της Επιτροπής' (3) το έγγραφο της 5ης Απριλίου αποτελεί προσωπική επιστολή του Davignon και όχι έγγραφο της Επιτροπής στο σύνολο του ή έγγραφο του Davignon για λογαριασμό της Επιτροπής' (4) ούτε το έγγραφο της 22ας Ιουνίου, ούτε το έγγραφο της 5ης Απριλίου θέτουν κάποιο κανόνα ή υποχρέωση, διότι απλώς παραπέμπουν στους κανόνες της αποφάσεως 1696/82, εφαρμογή των αποίων αποτελεί η απόφαση προς την Usinor, περί καθορισμού των ποσοστώσεων για το δεύτερο τρίμηνο του 1983' (5) το έγγραφο της 5ης Απριλίου αποτελεί απλώς επεξηγηματικό σημείωμα που διευκρινίζει τις ισχύουσες γενικές διατάξεις και παραπέμπει σε ατομική απόφαση με έννομο αποτέλεσμα η οποία ελήφθη έναντι άλλης επιχείρησης (Usinor)' (6) το άρ8ρο 2, παράγραφος 4, εφαρμόστηκε με την απόφαση της Επιτροπής περί καθορισμού των ποσοστώσεων του ομίλου Usinor για το δεύτερο τρίμηνο του 1983 (η απόφαση αυτή προσεβλήθη από την Usinor στο πλαίσιο της υπόθεσης 103/83) δεν εφαρμόστηκε όμως με το έγγραφο της 22ας Ιουνίου (7) το έγγραφο της 22ας Ιουνίου δεν αποτελεί εφαρμογή του άρθρου 14, διότι η εφαρμογή του άρθρου αυτού στην περίπτωση της Alpa προκύπτει ευθέως από την απόφαση 1696/82 χωρίς να απαιτείται ατομική απόφαση.
Η Επιτροπή υπογράμμισε τη σημασία μιας απόφασης επί του παραδεκτού όχι μόνο για την υπό κρίση αλλά και για άλλες υποθέσεις. Εγώ προτείνω να εξετάσουμε μόνο τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης.
Το από 26 Μαΐου έγγραφο της Alpa αποτελούσε προφανώς αίτηση προσαρμογής βάσει του άρθρου 14, όσον αφορά τα προϊόντα της κατηγορίας V. Είναι εξίσου προφανές ότι, χωρίς αμφιβολία βάσει κυρίως του άρθρου 2, παράγραφος 4, η Alpa επιδίωξε να τονίσει την αυτονομία της, αποτέλεσμα της αναδιάρθρωσης του ομίλου Usinor εξάλλου, το έγγραφο περιλαμβάνει και δεύτερο αίτημα, να θεωρηθεί δηλαδή η Alpa ως ανεξάρτητη μονάδα παραγωγής.
Εν πάση περιπτώσει, με το από 22 Ιουνίου έγγραφο, η Επιτροπή θεωρεί το έγγραφο της Alpa της 26ης Μαΐου ως αίτηση εφαρμογής του άρθρου 14 για το δεύτερο τρίμηνο του 1983 και το από 5ης Απριλίου έγγραφο ως απάντηση σ' αυτήν την αίτηση. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα ότι στην πραγματικότητα η Alpa δεν υπέβαλε αίτηση αυτού του περιεχομένου και ότι η Επιτροπή (μέσω των υπαλλήλων της) δεν αντιμετώπισε ως αίτηση το εν λόγω έγγραφο της προσφεύγουσας.
Αυτό μάλιστα ισχύει έστω και αν η Alpa ζητούσε, είτε στο πλαίσιο του καθ' όλου αιτήματός της είτε επικουρικά, να θεωρηθεί ως μεμονωμένη επιχείρηση ενόψει της εφαρμογής του άρθρου 14 ή να απαλλαγεί από την αυστηρή εφαρμογή του άρθρου 14.
Η κύρια αιτιολογία της απορρίψεως του αιτήματος ήταν ότι, κατά την απόφαση 1696/82, μόνο η Usinor νομιμοποιείται να υποβάλει αίτηση προσαρμογής βάσει του άρθρου 14. Από τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, δεν προκύπτει ότι η Usinor υπέβαλε αίτηση δυνάμει του άρθρου 14 για το δεύτερο τρίμηνο. Η απόφαση την οποία προσέβαλε η Usinor στην απόφαση 103/83, είναι η απόφαση περί καθορισμού των ποσοστώσεων. Η απόφαση αυτή ελήφθη στις 27 Απριλίου 1983, πριν η Επιτροπή λάβει αίτηση από οποιοδήποτε μέλος του ομίλου Usinor, περί προσαρμογής για το δεύτερο τρίμηνο. Επομένως, δεν υπήρξε ατομική απόφαση προς την Usinor κατ' εφαρμογή του άρθρου 14. Το ζήτημα αν η Alpa είχε το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση η ίδια μεμονωμένως ή για λογαριασμό του ομίλου (δεδομένου ότι, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 4, ως μεμονωμένη επιχείρηση θεωρείται ο όμιλος των συγκεντρωμένων επιχειρήσεων και όχι η επιχείρηση που έχει τον έλεγχο του ομίλου) νομίζω ότι συζητείται, συνδέεται δε τόσο στενά με την ουσία της προσφυγής της Alpa ώστε η προσφυγή δεν θα πρέπει να θεωρηθεί εξαρχής απαράδεκτη.
Ο επόμενος ισχυρισμός της Επιτροπής είναι, κατά τα ουσιώδη, ότι τα έγγραφα της 22ας Ιουνίου και της 5ης Απριλίου δεν αποτελούν απόφαση διότι απλώς ενημερώνουν την Alpa σχετικά με τις διατάξεις της αποφάσεως 1696/82 από τις οποίες προκύπτει αμέσως το μη εφαρμοστέο του άρθρου 14, χωρίς να απαιτείται ατομική απόφαση. Το επιχείρημα αυτό είναι απορριπτέο. Το άρθρο 14 δεν είναι διάταξη που εφαρμόζεται αυτομάτως. Οι μεν επιχειρήσεις απαιτείται να ζητήσουν την εφαρμογή του, η δε Επιτροπή να αποφασίσει αν θα δεχθεί ή όχι το αίτημα. Κατά την άποψη μου η Επιτροπή υποχρεούται να απαντήσει στην αίτηση που υποβάλλεται κατά τα προβλεπόμενα, η δε απάντηση αποκτά τον τόπο αποφάσεως η οποία προσβάλλεται κατά το άρθρο 33 της Συνθήκης. Συνεπώς όταν η Επιτροπή απαντά στην αίτηση αρνούμενη να εφαρμόσει το άρθρο 14, η απάντηση αυτή αποτελεί απόφαση η οποία προσβάλλεται: με την απόφαση αυτή η Επιτροπή καθορίζει τη νομική θέση της επιχείρησης από τη σκοπιά του άρθρου 14. Τα έγγραφα της 22ας Ιουνίου και της 5ης Απριλίου ως σύνολο, αποτελούν στην ουσία απόφαση με την οποία δεν γίνεται δεκτό το έννομο δικαίωμα της Alpa να ζητήσει προσαρμογή δυνάμει του άρθρου 14 για τους λόγους που εκτίθενται στο έγγραφο της 5ης Απριλίου. Ο δικηγόρος της Επιτροπής ισχυρίστηκε πάντως ότι τα έγγραφα δεν πληρούν τις τυπικές προϋποθέσεις των αποφάσεων, επικαλούμενος τις υποθέσεις 53 και 54/63 Lemmerz-Werke κατά Ανωτάτης Αρχής ECR 1963, σ. 239.
Το ίδιο το άρθρο 14 της Συνθήκης ΕΚΑΧ δεν θέτει καμιά τυπική προϋπόθεση για τις αποφάσεις. Το αν μια ανακοίνωση αποτελεί απόφαση ή όχι κρίνεται βάσει της ουσίας της μάλλον παρά του τύπου της (βλ. λόγου χάρη υποθέσεις 1 και 14/57 Usines à tubes de la Sarre κατά Ανωτάτης Αρχής ECR 1957-1958, σ. 105, συγκεκριμένα σ. 114). Στην υπόθεση Lemmerz-Werke (σ. 247-248), το Δικαστήριο απέρριψε ρητά την άποψη ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απόφαση το μέτρο που απλώς και μόνο δεν πληροί κάποια προϋπόθεση μη ουσιώδους τόπου «αν κατά τα λοιπά πληρούνται οι θεμελιώδεις όροι που χαρακτηρίζουν την απόφαση κατά την έννοια της Συνθήκης».
Ένας από αυτούς τους θεμελιώδεις όρους είναι ότι το μέτρο έλαβε πράγματι εν προκειμένω η Επιτροπή, δηλαδή τα μέλη της Επιτροπής ενεργούντα ως συλλογικό όργανο ή ένα από αυτά (ή κάποιος υπάλληλος της Επιτροπής) δυνάμει εξουσιών που του ανέθεσαν τα μέλη της Επιτροπής ενεργούντα ως συλλογικό όργανο (υποθέσεις 43 και 63/82 Vereniging ter Bevordering van bet Vlaamse Boekwezen κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 19, σκέψη 14 υποθέσεις 8-11/66 Cimenteries κατά Επιτροπής, ECR 1967, σ. 75).
Εν προκειμένω νομίζω ότι το ορθό κριτήριο είναι αν προκύπτει από το περιεχόμενο της ανακοίνωσης και από το πλαίσιο στο οποίο τοποθετείται, ότι η ανακοίνωση αποτελεί ή πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί απόφαση των μελών της Επιτροπής. 'Αν η Επιτροπή επιδιώκει να αποδείξει ότι μια απόφαση ελήφθη νομίμως, θα πρέπει να αποδείξει ότι τηρήθηκαν οι αναγκαίες διατυπώσεις. 'Εναντι των τρίτων όμως, είναι δυνατό η Επιτροπή να ενήργησε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην μπορεί να αρνηθεί, σε διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι αυτό που εμφανίζεται πλήρως ως απόφαση είναι πράγματι απόφαση.
Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν απηύθυνε τα εν λόγω έγγραφα αυθόρμητα, χωρίς να έχουν ζητηθεί (όπως συνέβη στην υπόθεση Lemmerz-Werke κατά Ανωτάτης Αρχής). Τα έγγραφα αυτά αποτελούσαν την απάντηση σε αίτηση προς την Επιτροπή να ενεργήσει βάσει του άρθρου 14. Η Επιτροπή υποχρεούται να απαντήσει εκδίδοντας απόφαση επί της αιτήσεως η οποία μπορεί να προσβληθεί δυνάμει του άρθρου 33 της Συνθήκης. Όταν η επιχείρηση λαμβάνει την απάντηση στην αίτηση της, βασίμως πιστεύει, για τους λόγους αυτούς και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως της αλληλογραφίας, ότι η απάντηση που εκδόθηκε από την Επιτροπή, εκτός αν ρητώς αναφέρει ότι δεν εκδόθηκε από την Επιτροπή ούτε για λογαριασμό της Επιτροπής, ή πάλι, αν ένα μέλος (ή υπάλληλος) της Επιτροπής απαντήσει σε αίτηση με την οποία ζητείται από την Επιτροπή να ενεργήσει, το πράττει βάσει των εξουσιών που του έχουν ανατεθεί. Εν προκειμένω, το έγγραφο της 22ας Ιουνίου που υπογράφεται από υπάλληλο της Επιτροπής, αναφέρει ότι ο τελευταίος είχε εξουσιοδοτηθεί να απαντήσει από τον Davignon. Η απάντηση στην αίτηση της Alpa βρίσκεται ουσιαστικά στο από 5 Απριλίου έγγραφο του Davignon. Όπως προκύπτει Kat από τα δύο αυτά έγγραφα, οι υπογράφοντες είχαν επίγνωση του ότι η Alpa είχε υποβάλει νομοτύπως αίτηση προς την Επιτροπή να ενεργήσει βάσει του άρθρου 14 και όχι προσωπικό αίτημα προς τον Davignon. Και τα δύο έγγραφα είχαν ως σκοπό να απαντήσουν στην αίτηση που είχε υποβληθεί. Από κανένα δεν προκύπτει ότι δεν συντάχθηκαν στο όνομα της Επιτροπής. Το να υποστηρίζεται ότι ο Davignon έστειλε απλώς προσωπική επιστολή στον πρόεδρο της Alpa σημαίνει ότι αγνοείται ο πραγματικός σκοπός και η σημασία της αλληλογραφίας. Το εν λόγω έγγραφο διαβιβάστηκε από τον αντιπρόεδρο της Επιτροπής, για λογαριασμό της Επιτροπής προς τον πρόεδρο της Alpa για λογαριασμό της Alpa. Κατά την άποψη μου, έναντι της Επιτροπής, αρκεί να αποδειχθεί, όσον αφορά το παραδεκτό της προσφυγής, ότι η απάντηση αντιπροσωπεύει απόφαση που έλαβε η Επιτροπή.
Το ζήτημα αν, ένα μέτρο που φέρει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της απόφασης ελήφθη εγκύρως, από νομικής σκοπιάς, από την Επιτροπή, αφορά την ουσία και όχι το παραδεκτό. Επομένως, αν γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του δικηγόρου της Επιτροπής ότι δηλαδή ο Davignon δεν ενήργησε για λογαριασμό της Επιτροπής, θα πρέπει κατά συνέπεια να θεωρηθεί ότι είναι άκυρη η φερόμενη απόφαση (βλ. τη λύση που πρότεινε ο γενικός εισαγγελέας Lagrange στις υποθέσεις 15 και 29/59, Knutange κατά Ανωτάτ7]ς Αρχής, ECR 1960, σ. 1 και συγκεκριμένα σ. 12) και ότι η Επιτροπή, απαντώντας στην αίτηση, παρέλειψε να ενεργήσει κατά τον τρόπο που όφειλε. Νομίζω όμως ότι ο δικηγόρος της Επιτροπής δεν απέδειξε αυτόν τον ισχυρισμό. Δεν αρκεί απλώς να υποστηρίζεται ότι ένα μέλος της Επιτροπής απήντησε για δικό του λογαριασμό σε αίτηση που υποβλήθηκε νομοτύπως προς την Επιτροπή προκειμένου να ενεργήσει. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να αποδειχθεί. Δεν προσκομίστηκε όμως καμιά απόδειξη. Η ορθή ερμηνεία των εγγράφων οδηγεί μάλιστα στο αντίθετο συμπέρασμα.
Για τους λόγους αυτούς προτείνω να μη απορριφθεί, ως απαράδεκτη in limine η υπό κρίση προσφυγή.
Ο πρώτος λόγος που προβάλλει η Alpa υπέρ της ακυρώσεως της απόφασης που περιέχεται στα εν λόγω έγγραφα είναι ότι η Επιτροπή κακώς εφήρμοσε στο σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβα που θεσπίστηκε δυνάμει του άρθρου 58 της Συνθήκης, το κριτήριο του ελέγχου που τίθεται στο άρθρο 66 και ορίζεται με την απόφαση 24/54 της 6ης Μαΐου 1954 (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 13) κατά την Alpa, η έννοια των συγεντρωμένων επιχειρήσεων ανήκει στους κανόνες ανταγωνισμού στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ, είναι δε συγχρόνως παράνομη και ακατάλληλη η εφαρμογή της στο σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβα, εκτός δηλαδή αυτού του πλαισίου. Η εξομοίωση της Alpa με τον υπόλοιπο όμιλο Usinor δημιουργεί διάκριση μεταξύ αυτής και των παρομοίου μεγέθους ανεξαρτήτων επιχειρήσεων στον τομέα του χάλυβα που, όπως και η Alpa, παράγουν προϊόντα της κατηγορίας V και κανένα άλλο προϊόν από παλαιοσίδηρο. Η άποψη της Επιτροπής είναι ότι το άρθρο 2, παράγραφος 4, δικαιολογείται από την ανάγκη να λειτουργήσει απλά και αποτελεσματικά το σύστημα ποσοστώσεων στον τομέα του χάλυβα. Η ασκούσα τον έλεγχο εντός του ομίλου επιχείρηση μπορεί να προσδιορίζει την πολιτική ως προς την παραγωγή και τις παραδόσεις, για κάθε μέλος του ομίλου επομένως, η επιχείρηση αυτή πρέπει κατ' ανάγκη να χαρακτηριστεί ως η μόνη επιχείρηση, υποκείμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων κατά το σύστημα των ποσοστώσεων.
Κατά τη γνώμη μου, δεν αποδείχτηκε ότι το κριτήριο που θέτει το άρθρο 2, παράγραφος 4, είναι ακατάλληλο ή αυθαίρετο ή ότι, καθαυτό εξεταζόμενο, δημιουργεί διακρίσεις. Τα πλεονεκτήματα του άρθρου 2, παράγραφος 4, είναι φανερά. Οι ποσοστώσεις καθορίζονται για τον όμιλο συγκεντρωμένων επιχειρήσεων ως σύνολο και όχι για κάθε μια επιχείρηση του ομίλου, υπολογίζονται δε βάσει της παραγωγής και των ποσοτήτων αναφοράς του ομίλου. Αυτό προσδίδει ελαστικότητα στο σύστημα των ποσοστώσεων. Οι όμιλοι μπορούν να οργανώσουν την παραγωγή όπως επιθυμούν χωρίς να υφίστανται μείωση των ποσοστώσεων. Για παράδειγμα, όσον αφορά τα προϊόντα της κατηγορίας V, η Usinor προέβη σε ορθολογισμό της παραγωγής συγκεντρώνοντας την παραγωγή της στην Alpa και παύοντάς την στις άλλες μονάδες της παραγωγής χάλυβα. Προκειμένου να υπολογιστούν οι ποσοστώσεις για προϊόντα της κατηγορίας V, λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση του ομίλου ως συνόλου και όχι μόνο της Alpa. Επομένως, μπορεί να ληφθεί υπόψη, προς όφελος της Alpa η παραγωγή προϊόντων της κατηγορίας V των άλλων μελών του ομίλου κατά τη σχετική περίοδο αναφοράς.
Ωστόσο, το άρθρο 2, παράγραφος 4, δεν αίρει την ιδιαιτερότητα των διακεκριμένων επιχειρήσεων ούτε θίγει άλλα εκ της Συνθήκης δικαιώματα. Ούτε η μια ούτε η άλλη συνέπεια προκύπτει, κατά την άποψή μου από την ορθή ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 4. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι η συγκέντρωση επιχειρήσεων «νοείται» ως μία μόνη επιχείρηση. Αυτό σημαίνει ότι, καίτοι οι επιχειρήσεις διατηρούν τη νομική τους αυτονομία, αντιμετωπίζονται, ενόψει της εφαρμογής της αποφάσεως, ως μία επιχείρηση. Επομένως, όταν μια απόφαση απευθύνεται στην ασκούσα τον έλεγχο επιχείρηση, δεσμεύει όλες τις επιχειρήσεις του ομίλου μέσω του τυπικού αποδέκτη. Η απόφαση απευθύνεται σ' αυτόν τον αποδέκτη για λογαριασμό του ομίλου των συγκεντρωμένων επιχειρήσεων. Επομένως, κάθε επιχείρηση του ομίλου μπορεί να προσβάλει την απόφαση εφόσον την αφορά ατομικά.
Ναι μεν είναι πρακτικότερο για την Επιτροπή να απευθύνει ανακοινώσεις στην ασκούσα τον έλεγχο επιχείρηση σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση πλην όμως δεν μπορεί να λεχθεί ότι το άρθρο 2, παράγραφος 4, στερεί τα άλλα μέλη του ομίλου της δυνατότητας να υποβάλουν αίτηση στην Επιτροπή είτε για δικό τους λογαριασμό είτε για λογαριασμό της «συγκέντρωσης επιχειρήσεων». Σε περιπτώσεις όπου οι επιχειρήσεις ενός ομίλου αναλαμβάνουν διαφορετικές ειδικότητες, ίσως αποδειχθεί πρακτικότερο για την Επιτροπή να έρχεται σε άμεση επαφή με την επιχείρηση που ασχολείται με ένα ιδιαίτερο τεχνικό θέμα παρά μέσω της επιχείρησης που ασκεί τον έλεγχο. Αυτό δεν θίγει καθόλου τη θεμελιώδη αρχή που διατυπώνει το άρθρο 2, παράγραφος 4, ότι δηλαδή όλες οι επιχειρήσεις του ομίλου αντιμετωπίζονται ως σύνολο και όχι χωριστά για τους σκοπούς, μεταξύ άλλων, των άρθρων 5, 9 και 14. Σε περίπτωση εμφανούς συγκρούσεως μεταξύ της επιχειρήσεως που ασκεί τον έλεγχο και άλλης επιχειρήσεως του ομίλου (καμιά σχετική ένδειξη δεν υπάρχει εν προκειμένω) η Επιτροπή θα μπορούσε ορθώς να προτιμήσει την πρώτη, όταν όμως δεν υπάρχει σύγκρουση η Επιτροπή δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, νομίμως να αγνοήσει τη νομότυπη αίτηση επιχειρήσεως του ομίλου απλώς και μόνο διότι δεν υποβλήθηκε από την εταιρία που ασκεί τον έλεγχο. Καμιά διάταξη των συνθηκών ή των αποφάσεων που θεσπίζουν το σύστημα των ποσοστώσεων στον τομέα του χάλυβα δεν επιτρέπει, κατά τη γνώμη μου, στην Επιτροπή να ενεργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο, πράγμα που δεν είναι εξάλλου αναγκαίο για την ορθή λειτουργία του συστήματος των ποσοστώσεων.
Για τους λόγους αυτούς η γνώμη μου είναι ότι δεν αποδεικνύετει ότι είναι παράνομο το άρθρο 2, παράγραφος 4, της αποφάσεως 1696/82. Εξάλλου, η αίτηση περί προσαρμογής 6άσει του άρθρου 14 υποβλήθηκε κανονικά από την Alpa είτε για δικό της λογαριασμό είτε για λογαριασμό του ομίλου, η δε Επιτροπή δεν μπορεί νομίμως να αρνηθεί να εκδώσει απόφαση σε απάντηση σε αυτήν την αίτηση με την αιτιολογία ότι μόνο από την Usinor μπορούσε να υποβληθεί.
Με το έγγραφο της 5ης Απριλίου η Επιτροπή ανέφερε επίσης ότι οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 14 αποκλείουν την εφαρμογή του στην «Usinor», εννοώντας προφανώς τον όμιλο Usinor, λόγω του μεγέθους της. Επιπλέον, καίτοι η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε το ότι η Alpa πληρούσε, μόνη, τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 14, ισχυρίζεται ότι το σύστημα των ποσοστώσεων δεν προκαλεί στην Alpa εξαιρετικές δυσκολίες διότι η επιχείρηση είναι σε θέση να λειτουργεί σε ποσοστό 65,8 °/ο της ικανότητάς της ενώ ο μέσος όρος για τους ανταγωνιστές της στην Κοινότητα είναι 42,5 °/ο. Ο δικηγόρος της Alpa επισήμανε ότι ακόμη και σ' αυτήν την περίπτωση, η Alpa υφίσταται σήμερα βαρείες απώλειες για επιχείρηση του μεγέθους της και ότι, αν η Επιτροπή είχε κάποιο ενδιαφέρον για την κατάσταση της Alpa η απόφαση θα ήταν διαφορετική.
Ο δικηγόρος της Επιτροπής επιδίωξε να δικαιολογήσει την εφαρμογή, από την Επιτροπή, του άρθρου 14, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2751/82, με βάση στην ουσία τα ίδια πραγματικά επιχειρήματα που υποστηρίχτηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στις υποθέσεις 140, 146, 221 και 226/82, Walzstahl Kac Thyssen κατά Επιτροπής, απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1984. Με λίγα λόγια, η ζήτηση ράβδων οπλισμού σκυροδέματος μειώθηκε σοβαρά το 1981 και 1982 λόγω της στασιμότητας στον οικοδομικό τομέα και προκάλεσε πτώση των τιμών. Η Επιτροπή έκρινε ότι ήταν αναγκαίο να βοηθήσει «ορισμένες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις» η παραγωγή των οποίων εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από προϊόντα των κατηγοριών IV, V και VI και, σε σημαντικό βαθμό από την παραγωγή ράβδων οπλισμού σκυροδέματος. Η Επιτροπή αναφερόταν όπως διευκρίνησε κατά τις αγορεύσεις, στις επιχειρήσεις εκείνες που παράγουν ράβδους οπλισμού σκυροδέματος από παλαιοσί-δηρο, τις οποίες επιθυμούσε να ενισχύσει μέσω μιας γενικής μειώσεως των ποσοστών μειώσεως. Η ενίσχυση αυτή χορηγήθηκε με την απόφαση 533/82 της 3ης Μαρτίου 1982 (ΕΕ L 65, 1982, σ. 6), σε συνδυασμό με τους βασικούς κανόνες της αποφάσεως 1831/81 της 24ης Ιουνίου 1981 (ΕΕ L 180, 1981, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε. Δεν υπήρχε πρόθεση να χορηγηθεί αυτή η προσαρμογή των ποσοστών μειώσεων σε άλλες (τις μεγαλύτερες δηλαδή) επιχειρήσεις.
Όσον αφορά το σύστημα των ποσοστώσεων που διέπει η απόφαση 1696/82, η διευκόλυνση αυτή προς τις μικρότερες επιχειρήσεις αναγνωρίστηκε με την απόφαση 1698/82 της 30ής Ιουνίου 1982 (ΕΕ L 191, 1982, σ. 43) στο αναγκαίο μέτρο ώστε να μη «πλήττεται μακροχρονίως» η κατάσταση αυτών των μικρότερων επιχειρήσεων.
Ωστόσο, κατόπιν ορισμένων εξελίξεων μετά την έκδοση της αποφάσεως 1698/82, η Επιτροπή αποφάσισε να εξετάζει πλέον το θέμα κατά περίπτωση. Κατά συνέπεια, τροποποίησε το άρθρο 14 της αποφάσεως 1696/82 (με την απόφαση 2751/82) έτσι ώστε να επιτρέψει στις μικρότερες επιχειρήσεις να ζητούν προσαρμογή της οικείας παραγωγής αναφοράς και/ή των ποσοτήτων αναφοράς.
Κατόπιν αυτής της μεταβολής προς την εξέταση κατά περίπτωση, δεν μπορεί να λεχθεί, νομίζω, ότι ισχύει εν προκειμένω η συλλογιστική που οδήγησε το Δικαστήριο στην ακύρωση της αποφάσεως 1698/82 στις υποθέσεις Walzstahl και Thyssen. Εξάλλου, ουδείς υποστήριξε ότι η τροποποίηση του άρθρου 14 δεν δικαιολογήθηκε από τη ριζική αλλαγή στην αγορά σιδήρου και χάλυβα ή από απρόβλεπτες δυσκολίες στην εφαρμογή της απόφασης 1696/82 κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 1, της απόφασης αυτής.
Όπως φαίνεται, η εξήγηση τόσο για την προσαρμογή που θεσπίστηκε με την απόφαση 533/82 όσο και για την τροποποίηση του άρθρου 14 με την απόφαση 2751/82, είναι ότι οι μικροί ή μεσαίοι παραγωγοί που παράγουν μόνο προϊόντα των κατηγοριών IV, V και VI και κυρίως της κατηγορίας V, θα δυσκολεύονταν να επιζήσουν υπό τις παρούσες συνθήκες της αγοράς, ενώ οι συγκεντρωμένες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να συμψηφίσουν τις δυσκολίες των «τομέων» τους της κατηγορίας V με άλλες δραστηριότητες, δεδομένου μάλιστα ότι οι παραγωγοί ράβδων οπλισμού σκυροδέματος δεν αντιπροσώπευε περισσότερο από 5 ο/ο της συνολικής παραγωγής. Δεν γίνεται καμιά αναφορά στη διαφορά ως προς τις μεθόδους παραγωγής ή τις χρησιμοποιούμενες πρώτες ύλες.
Η Επιτροπή διευκρίνησε πάντως με την ανταπάντηση ότι ο λόγος της διαφοροποιήσεως αναλόγως του μεγέθους είναι ότι οι μικρές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν γενικώς παλαιοσίδηρο ενώ οι ενσωματωμένες μονάδες ορυκτό σίδηρο. Αν η Επιτροπή είχε προβεί στη διάκριση ενόψει της εφαρμογής του άρθρου 14 βάσει του ότι οι επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν παλαιοσίδηρο χρειάζονται προστασία τότε θα ήταν πολύ δύσκολο να δικαιολογηθεί ο αποκλεισμός μιας εταιρίας όπως η Alpa η οποία, εξαιρετικά για επιχείρηση που ανήκει σε όμιλο, χρησιμοποιεί παλαιοσίδηρο. Θεωρώ ωστόσο ορθό να προχωρήσουμε βάσει της διατυπώσεως της απόφασης, με τη σκέψη ότι το μέγεθος ήταν το κύριο στοιχείο ενώ η χρησιμοποιούμενη ύλη το δευτερεύον. Στην περίπτωση αυτή, νομίζω ότι η Επιτροπή μπορούσε να προβεί στη διάκριση βάσει του μεγέθους. Επομένως, όταν μια μικρή επιχείρηση χρησιμοποιεί ορυκτό σίδηρο δικαιούται να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του άρ9ρου 14 (τρίτη παράγραφος) όπως και η επιχείρηση που χρησιμοποιεί παλαιοσίδηρο για την παραγωγή ράβδων οπλισμού σκυροδέματος. Αντιστρόφως αν μια επιχείρηση, όπως η Alpa, χρησιμοποιεί παλαιοσίδηρο, πρέπει να αντιμετωπιστεί, ως μέλος ενσωματωμένου ομίλου, όπως και η επιχείρηση που χρησιμοποιεί ορυκτό σίδηρο. Με 6άση αυτό το συλλογισμό, δεν αποδείχθηκε νομίζω, ότι συντρέχει παράνομη διάκριση.
Δεν μπορώ να δεχτώ το επιχείρημα ότι, αφού στο προοίμιο της αποφάσεως 2751/82 γίνεται λόγος για επιχειρήσεις, αυτό πρέπει να σημαίνει ατομικές επιχειρήσεις όπως ορίζονται στο άρθρο 80 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, οπότε η προσθήκη της τρίτης περιπτώσεως στο άρθρο 14 της αποφάσεως 1696/82 συνεπάγεται ότι έχει την ίδια έννοια ο όρος «επιχειρήσεις» στο άρθρο 14, έτσι ώστε οι εξεταζόμενες διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 4, της απόφασης αυτής δεν έχουν εφαρμογή. Αν ήταν ορθό αυτό το επιχείρημα θα επέτρεπε βεβαίως στην Alpa να υποβάλει χωριστή αίτηση προκειμένου να αντιμετωπιστεί ως μεμονωμένη επιχείρηση. Νομίζω ότι δεν είναι δυνατό να συναχθεί αυτό το συμπέρασμα χωρίς να βιαστεί η οικονομία της αποφάσεως 1696/82 στην οποία είναι σαφής η πρόθεση να εφαρμόζεται το άρθρο 2, παράγραφος 4, εκτός αν η εφαρμογή του αποκλείεται ρητώς. Εν προκειμένω όμως, ήδη η τροποποίηση δεν παρέχει καμιά ένδειξη περί αποκλεισμού της εφαρμογής αυτής της διάταξης.
Βάσει των ανωτέρω σκέψεων καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, καίτοι η Επιτροπή κακώς απέρριψε την αίτηση της Alpa με την αιτιολογία που προέβαλε πρωτίστως, είχε το δικαίωμα να ενεργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο για το λόγο ότι η Alpa πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μέλος του ομίλου συγκεντρωμένων επιχειρήσεων Usinor ο όμιλος αυτός πρέπει να θεωρηθεί ως μία επιχείρηση, η δε παραγωγή του ήταν τέτοια που δεν του επέτρεπε να υποβάλει αίτηση βάσει του άρθρου 14 της αποφάσεως 1696/82.
Σας προτείνω λοιπόν να απορρίψετε την προσφυγή, εν πάση περιπτώσει όμως, να καταδικάσετε κάθε διάδικο στα δικά του δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy