ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 5ης Ιουλίου 1984 ( *1 )
Περιεχόμενα
Α — Περιστατικά
1. Οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου
2. Τα αμφισβητούμενα περιστατικά
3. Η προηγούμενη διαδικασία
4. Τα προδικαστικά ερωτήματα
Β — Η γνώμη μου
1. Περί της εκτάσεως του καθήκοντος του πωλητή να διαθέσει βούτυρο σε μειωμένη τιμή για μεταποίηση ορισμένων προϊόντων
α) Περί της ερμηνείας του άρθρου 6α του κανονισμού 1259/72
β) Περί ερμηνείας της λέξης « μόνο» στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ), του κανονισμού 1259/72
γ) Συμπέρασμα
2. Περί των προϋποθέσεων της ελευθερώσεως της ασφάλειας ( καθήκον αποδείξεως)
α) Περί της αποδείξεως της παρασκευής του τελικού προϊόντος
β) Περί της αποδείξεως της εμπρόθεσμης παρασκευής του ενδιάμεσου προϊόντος
3. Περί της περαιτέρω μεταποιήσεως του ενδιάμεσου προϊόντος
4. Περί της προσμίξεως του τυρινικού νατρίου
α) Περί του αποδεκτού
β) Περί της υποχρεώσεως αποδείξεως σχετικά με την περαιτέρω διάθεση του προϊόντος
Γ — Συμπέρασμα
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαατές,
Η διαδικασία για την έκδοση προδικαστικής απόφασης, επί της οποίας θα διατυπώσω τη γνώμη μου σήμερα, αφορά την ερμηνεία διατάξεων που αποσκοπούν στη μείωση των πλεονασμάτων βουτύρου που υπάρχουν στην Κοινότητα: σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, το βούτυρο μπορεί να πωληθεί σε μειωμένη τιμή σε ορισμένες επιχειρήσεις μεταποίησης. Σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι να καταστήσει ανταγωνιστικό το βούτυρο που έχει αποθεματοποιηθεί από τους οργανισμούς παρέμβασης σε σχέση με τα άλλα — φθηνότερα — λίπη, που χρησιμοποιούνται συνήθως στη βιομηχανία μεταποίησης.
Α —
Για την κατανόηση των δύο αιτήσεων για έκδοση προδικαστικής απόφασης που πρέπει να εξεταστούν σήμερα, θα αναφέρω από την εν λόγω ρύθμιση — όπως ίσχυε το 1974 — τα εξής:
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού 1259/72 περί διαθέσεως βουτύρου σε μειωμένη τιμή σε ορισμένες επιχειρήσεις μεταποίησης της Κοινότητας ( ABl. 1972, L 139, σσ. 18 και επ. όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 2815/72, ABl. 1972, L 297, σσ. 3 και επ. ) η πώληση βουτύρου πραγματοποιείται μέσω δημοπρασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού αυτού, ο προσφέρων μπορεί να συμμετάσχει στη δημοπρασία, μόνο αν αναλάβει γραπτώς ορισμένες υποχρεώσεις, δηλαδή:
—
να μεταποιήσει το βούτυρο σε συμπυκνωμένο βούτυρο σε εγκεκριμένες εγκαταστάσεις και ταυτόχρονα να προβεί σε ορισμένες προσμίξεις ( μεταξύ άλλων υλικού προερχόμενου από βανίλια ή από ζάχαρη )·
—
να μεταποιήσει τα προϊόντα που παρασκευάστηκαν με τον ανωτέρω τρόπο μόνο σε προϊόντα της εκλεκτής αρτοποιίας της κλάσης 19.08 του κοινού δασμολογίου ή σε παγωτό των διακρίσεων ex 18.06 Β και ex 21.07 Γ του κοινού δασμολογίου ή σε παρασκευάσματα σε σκόνη των διακρίσεων ex 18.06 Δ ή ex 21.07 Ζ του κοινού δασμολογίου « για την παρασκευή παγωτού » ( για τα οποία σημειώνεται ότι πρέπει να μπορούν να καταναλωθούν « χωρίς άλλη επεξεργασία από την προσθήκη νερού και την κατάψυξη » ) ( βλέπε κανονισμό 2815/72, άρθρο 6, όπ. π. ).
Επιπλέον, στο άρθρο 6 προβλέπεται ότι η μεταποίηση πρέπει να γίνει εντός τεσσάρων μηνών, ότι ο προσφέρων οφείλει να τηρεί λογιστικά βιβλία, από τα οποία να εμφαίνονται οι αγοραστές του προϊόντος που προέκυψε μετά από την πρώτη διαδικασία μεταποίησης (συμπυκνωμένο βούτυρο σε ορισμένες προσμίξεις ) και ότι σε περίπτωση περαιτέρω πώλησης του αναφερθέντος ενδιάμεσου προϊόντος να επαγρυπνεί ώστε στη σύμβαση πώλησης να περιέχεται η υποχρέωση μεταποίησης στα αναφερθέντα τελικά προϊόντα, καθώς και η αναφερθείσα υποχρέωση τηρήσεως λογιστικών βιβλίων. Αργότερα ( δηλαδή με τον κανονισμό 1910/73, ABl. 1973, L 196, σσ. 10 και επ. ) στη ρύθμιση προστέθηκε ακόμη ένα άρθρο, το 6α, βάσει του οποίου περαιτέρω μεταποίηση των εν λόγω τελικών προϊόντων επιτρέπεται μόνο, αν τα προϊόντα υπάγονται επίσης σε μία από τις αναφερθείσες δασμολογικές διακρίσεις, «χωρίς να προκύπτει, σε μία από τις ενδιάμεσες φάσεις της μεταποίησης αυτής προϊόν που υπάγεται σε άλλη δασμολογική διάκριση ».
Σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού 1259/72, καθορίζεται λαμβανομένων υπόψη των υποβαλλόμενων προσφορών, η ελάχιστη τιμή πώλησης και το ύψος της ασφάλειας μεταποίησης, την οποία πρέπει να παράσχει ο υπερθεματιστής ( για την οποία — όπως αναφέρεται — λαμβάνεται υπόψη η διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς του βουτύρου και της ελάχιστης τιμής πώλησης). Πριν από την παραλαβή του βουτύρου, ο υπερθεματιστής κατά κανόνα οφείλει ( σύμφωνα με το άρθρο 11 της ρύθμισης) να πληρώσει μόνο το ποσό, που αντιστοιχεί στη προσφορά του.
Το άρθρο 15 ορίζει ότι από την έξοδό του από την αποθήκη μέχρι τη μεταποίηση του στα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ), το βούτυρο υπόκειται σε τελωνειακό έλεγχο ή σε διοικητικό έλεγχο που παρέχει τις ίδιες εγγυήσεις. Τέλος, το άρθρο 18 του κανονισμού (όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1237/73, ABl. 1973, L 128, σσ. 1 και επ. ) ορίζει ότι η ελευθέρωση της εγγύησης για τη μεταποίηση επέρχεται μόνο για τις ποσότητες « για τις οποίες ο υπερθεματιστής προσκόμισε την απόδειξη ότι συγκεντρώνονται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6 » και επίσης στο ίδιο σημείο αναφέρεται ότι — αν η μεταποίηση πραγματοποιήθηκε στο κράτος μέλος που προέβη στη πώληση — η απόδειξη προσκομίζεται « με την υποβολή εγγράφου που καθορίζει το κράτος μέλος που προβαίνει στη πώληση ».
2.
Για τις υποθέσεις που εξετάζονται στην κύρια δίκη, η μόλις αναφερθείσα ρύθμιση έχει σημασία για τους ακόλουθους λόγους:
Η προσφεύγουσα στην πρώτη δίκη αγόρασε το Μάρτιο του 1974 βούτυρο από τη γερμανική υπηρεσία παρέμβασης με την υποχρέωση — για την οποία εγγυήθηκε συνιστώντας ασφάλεια μεταποίησης — να το μεταποιήσει σε συμπυκνωμένο βούτυρο και από το προϊόν αυτό να παρασκευάσει, μεταξύ άλλων, παγωτό σε σκόνη. Ένα μέρος από το βούτυρο αυτό πώλησε η προσφεύγουσα στην επιχείρηση Suwelack — προσεπικληθείσα στη διοικητική δίκη —, η οποία ανέλαβε γραπτώς έναντι της προσφεύγουσας την υποχρέωση να προβεί σε μεταποίηση σύμφωνα με τις αναφερθείσες διατάξεις. Τον Ιούλιο του 1974, η επιχείρηση Suwelack υπέβαλε στις τελωνειακές αρχές, μετά από τη μεταποίηση του συμπυκνωμένου βουτύρου, βεβαίωση περί της χρησιμοποιήσεως της πρώτης ύλης ( που προβλέπεται από τη γερμανική νομοθεσία ), καθώς και δήλωση για τη μεταποίηση, σύμφωνα με την οποία είχε παραχθεί παρασκεύασμα σε σκόνη για τη παρασκευή παγωτού των διακρίσεων 18.06 Δ ή 21.07 Ζ του κοινού δασμολογίου. Μεγάλο όμως μέρος από το προϊόν αυτό ( όπως αναφέρεται στη Διάταξη περί παραπομπής, της οποίας η ορθότητα σαφώς αμφισβητήθηκε εν μέρει από τη προσφεύγουσα και από την προσεπικληθείσα) δεν πωλήθηκε σε παρασκευαστές παγωτού, αλλά, μεταξύ άλλων, σε μία επιχείρηση, η οποία αφαίρεσε από το παρασκεύασμα αυτό τη ζάχαρη (την οποία πώλησε σε μια σοκολατοβιομηχανία ) και μεταποίησε το υπόλοιπο σε μίγματα γάλακτος σε σκόνη με διαφορετικά ποσοστά παγωτού σε σκόνη, που αναφέρονται στη Διάταξη περί παραπομπής. Τα μίγματα γάλακτος σε σκόνη μεταπωλήθηκαν περαιτέρω σε διάφορες επιχειρήσεις και προφανώς δεν έχει διευκρινισθεί τι απέγιναν τελικά ( εν πάση περιπτώσει, όπως τόνισε η προσφεύγουσα, δεν εξακριβώθηκε ότι δεν έγινε η παρασκευή παγωτού ).
Η προσφεύγουσα στη δεύτερη δίκη αγόρασε τον Ιούνιο του 1974 βούτυρο από τη γερμανική υπηρεσία παρέμβασης, με την υποχρέωση επίσης να το μεταποιήσει σε συμπυκνωμένο βούτυρο και από το προϊόν αυτό να παρασκευάσει μεταξύ άλλων παγωτό σε σκόνη. Ένα μέρος του βουτύρου το πώλησε στην προσφεύγουσα στην πρώτη δίκη ( η οποία είχε το δικαίωμα να το μεταποιήσει σε συμπυκνωμένο βούτυρο ), η οποία πώλησε στη συνέχεια το συμπυκνωμένο βούτυρο στην επιχείρηση Suwelack — με την ήδη αναφερθείσα υποχρέωση που είχε αναληφθεί εγγράφως. Και στην περίπτωση αυτή η επιχείρηση Suwelack μετά από τη μεταποίηση του συμπυκνωμένου βουτύρου, υπέβαλε τον Ιούλιο του 1974 βεβαίωση περί της χρησιμοποιήσεως της πρώτης ύλης και δήλωση περί μεταποιήσεως με το περιεχόμενο που ήδη αναφέρθηκε. Και πάλι όμως ( σύμφωνα με τη Διάταξη περί παραπομπής, για την οποία η προσφεύγουσα δήλωσε ότι διατηρεί επιφυλάξεις) το μεγαλύτερο μέρος του παρασκευασθέντος προϊόντος πωλήθηκε όχι σε παραγωγούς παγωτού, αλλά σε άλλες επιχειρήσεις, μια από τις οποίες αφαίρεσε τη ζάχαρη και την πώλησε, ενώ μεταποίησε το υπόλοιπο σε μίγματα γάλακτος σε σκόνη, τα οποία — μετά από πώληση σε διάφορες επιχειρήσεις — δεν είναι γνωστό τι απέγιναν τελικά.
Κατά την εξέταση δειγμάτων της σκόνης που είχε παρασκευάσει η επιχείρηση Suwelack, διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για κρέμα γάλακτος που περιέχει ζάχαρη της διάκρισης 04.02 του κοινού δασμολογίου. Βάσει των στοιχείων αυτών, η προκάτοχος του Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung προέβη τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο του 1975 σε δήλωση περί καταπτώσεως της ασφάλειας για τη μεταποίηση με την αιτιολογία ότι το παρασκευασθέν από τις προσφεύγουσες συμπυκνωμένο βούτυρο δεν είχε χρησιμοποιηθεί για το σκοπό, για τον οποίο προοριζόταν.
3.
Οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις άσκησαν σχετικώς ένσταση, η οποία απορρίφθηκε και στη συνέχεια προσέφυγαν στο Verwaltungsgericht, το οποίο τις δικαίωσε. Με την απόφαση του του Δεκεμβρίου 1980, το εν λόγω δικαστήριο έκρινε, ως προς το βασικό ζήτημα της διαφοράς, αν δηλαδή η σκόνη που είχε παρασκευαστεί από την επιχείρηση Suwelack ανταποκρινόταν στις προδιαγραφές των δασμολογικών διακρίσεων 18.06 Δ ή 21.07 Ζ, ότι οι γνωματεύσεις, οι οποίες συνέβαλαν στην κατάπτωση της εγγύησης, ήταν άνευ αξίας, επειδή τα δείγματα παγωτού σε σκόνη, επί των οποίων βασίστηκαν, υφίσταντο ήδη από εννέα μήνες. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ακόμη ότι η μικρή διαπιστωθείσα περιεκτικότητα σε αρωματικές ουσίες δεν συνεπάγεται αναγκαστικά ότι το παγωτό που παρασκευάζεται από τη σκόνη αυτί] δεν είναι κατάλληλο για κατανάλωση και ότι επίσης η προσθήκη του σταθεροποιητή Natrium caseinat ( τυρινικό νάτριο ) είναι ακίνδυνη, επειδή επιτρέπεται από τα κράτη της Μπενελούξ και δεν είναι δυνατό να έχει αποφασιστική σημασία το αν μια τέτοια σκόνη μπορεί να κυκλοφορεί στο εμπόριο στη Γερμανία ( όπου τέτοιες προσθήκες δεν επιτρέπονται). Επιπλέον, το Verwaltungsgericht θεώρησε δεδομένο ότι δεν έχει σημασία το γεγονός ότι η σκόνη που παρασκεύασε η επιχείρηση Suwelack δεν μεταποιήθηκε από τρίτους σε παγωτό, αλλά σε άλλα προϊόντα, επειδή σύμφωνα με τον κανονισμό 1259/72 πρέπει να ληφθεί υπόψη μόνο η παρασκευή του παγωτού σε σκόνη, αλλά όχι και η τελική χρησιμοποίηση του προϊόντος. Σχετικά, το δικαστήριο αυτό έλαβε επίσης υπόψη το γεγονός ότι η επιχείρηση Suwelack είχε ήδη υποβάλει την αναφερθείσα δήλωση περί μεταποίησης. Έκρινε ότι έτσι αντιστράφηκε το βάρος της αποδείξεως, επειδή ιδίως ο γερμανός νομοθέτης δεν είχε ακόμη καθορίσει το έγγραφο που αναφέρεται στο άρθρο 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 1259/72' επίσης, σύμφωνα με την πρακτική του Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung, η δήλωση περί μεταποιήσεως θεωρείται σταθερά ως έγγραφο κατά την έννοια της διάταξης που αναφέρθηκε.
Το Φεβρουάριο και Μάρτιο 1981 το Bundesanstalt άσκησε έφεση ενώπιον του Hessischer Verwaltungsgerichtshof κατά των αποφάσεων αυτών. Ισχυρίστηκε αφενός ότι ορθά κηρύχθηκε η κατάπτωση της ασφάλειας, επειδή δεν είχε παραχθεί σκόνη παγωτού κατάλληλη για κατανάλωση. Πράγματι, η σκόνη δεν είχε αισθητά γλυκιά γεύση ούτε άρωμα και το παγωτό που παρασκευαζόταν απ' αυτήν δεν είχε επαρκή συνεκτικότητα. Αφετέρου, κατά το Bundesanstalt, αυτό που έχει σημασία είναι η απόδειξη της μεταποίησης της σκόνης σε παγωτό. Εν προκειμένω, δεν επαρκεί βέβαια η δήλωση περί μεταποιήσεως που υπέβαλε η επιχείρηση Suwelack, η οποία λόγω ελλείψεως βεβαίωσης του τελωνείου δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 18 του κανονισμού 1259/72. Εξάλλου, το Bundesanstalt τόνισε ότι βάσει του κοινοτικού δικαίου υποχρεούται να επεκτείνει τον έλεγχο στα στάδια της μεταποίησης που έπονται της παρασκευής της σκόνης και αμφισβήτησε ότι σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθεί δεν έχει σημασία ο τρόπος της περαιτέρω μεταποίησης της σκόνης για παγωτό. Το Bundesanstalt ανέφερε επίσης ότι, αν και κατά κανόνα περιορίζει τον έλεγχό του στο δεύτερο στάδιο της μεταποίησης και στο παρελθόν αποδέσμευε την ασφάλεια μετά την παρασκευή της σκόνης για παγωτό, εν πάση περιπτώσει οι προσφεύγουσες δεν είχαν καμία αξίωση στη συνέχιση της πρακτικής αυτής η πρακτική αυτή σίγουρα δεν αποκλείει να λάβει υπόψη του το Bundesanstalt και τη μη σύμφωνη με τον προορισμό της τελική χρησιμοποίηση της παρασκευαζόμενης σκόνης.
Κατά των επιχειρημάτων αυτών — και όσον αφορά τις ιδιότητες της παρασκευασμένης σκόνης — οι εφεσίβλητες τόνισαν ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του δικαστηρίου, για να είναι κατάλληλη προς κατανάλωση η σκόνη πρέπει να έχει γλυκιά γεύση ή άρωμα, προϋπόθεση που αισθητά πληρούσε το επίδικο μίγμα σε σκόνη. Επιπλέον θεωρούν ότι δεν έχει σημασία το τελικό προϊόν, στο οποίο μεταποιήθηκε το παγωτό σε σκόνη, αλλά αντίθετα έχει σημασία μόνο αν η σκόνη για παγωτό — και αυτό συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση — ανταποκρίνεται στις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), του κανονισμού 1259/72. Ως τελικό προϊόν πρέπει να θεωρηθεί η σκόνη για παγωτό, και για το λόγο αυτό το ίδιο το Bundesanstalt θεώρησε ότι η περαιτέρω μεταποίηση δεν έχει σημασία και επίσης για το λόγο αυτό δεν προβλέπεται έλεγχος για το τι απέγινε η σκόνη, όπως επίσης δεν προβλέπεται καμία υποχρέωση να επιβληθούν στον αγοραστή της σκόνης για παγωτό περιορισμοί ως προς τη χρησιμοποίηση της. Οι εφεσίβλητες πίστεψαν στη συνέχιση της πρακτικής αυτής κατά τα λοιπά — όπως ισχυρίζονται — προφανώς δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση τους το άρθρο 6α του κανονισμού 1259/72 που αναφέρθηκε στην αρχή, επειδή στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1910/73, με τις οποίες εισήχθη η διάταξη αυτή, αναφέρονται ρητά μόνο τα προϊόντα της κλάσης 19.08 του κοινού δασμολογίου ( προϊόντα της εκλεκτής αρτοποιίας ).
Η προσεπικληθείσα επιχείρηση Suwelack στην ουσία προέβαλε τα ίδια επιχειρήματα. Επιπλέον ανέφερε ότι το άρθρο 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 1259/72 δεν παραπέμπει στο άρθρο 6α θεωρεί επίσης ότι από το γεγονός ότι στο άρθρο 18 δεν προβλέπονται κυρώσεις για τον τρόπο της περαιτέρω μεταποίησης, το μόνο συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί είναι ότι η περαιτέρω χρησιμοποίηση ενός μίγματος σκόνης για παγωτό δεν έχει σημασία στο πλαίσιο της κοινοτικής ρύθμισης.
4.
Ενόψει της αντιδικίας αυτής, ανακύπτουν για το Hessischer Verwaltungsgerichtshof διάφορα προβλήματα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, τα οποία — όπως έχει αναλυτικά καταδειχθεί — είναι αποφασιστικά για την έκδοση της απόφασης του. Για το λόγο αυτό με Διατάξεις της 30ής Μαΐου 1983 διέταξε την αναβολή της ενώπιον του διεξαγόμενης δίκης και σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ υπέβαλε τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα — που είναι τα ίδια και για τις δύο υποθέσεις:
α)
Θεωρείται ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ) ( τρίτη εναλλακτική περίπτωση ), του κανονισμού 1259/72 της 16ης Ιουνίου 1972 (ABl. L 139, σ. 18), όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2161/72 της 10ης Οκτωβρίου 1972 ( ABl. L 231, σ. 12 ) και όταν το παρασκεύασμα σε σκόνη της διάκρισης ex 18.06 Δ ή ex 21.07 Ζ του κοινού δασμολογίου για την παρασκευή παγωτού δεν χρησιμοποιείται τελικώς για την παρασκευή παγωτού, αλλά το εν λόγω παρασκεύασμα διαχωρίζεται κατά τα διάφορα στάδια μεταποιήσεως στα συστατικά του, τα οποία στη συνέχεια υφίστανται περαιτέρω επεξεργασία για την παρασκευή μιγμάτων γάλακτος σε σκόνη και σοκολάτας;
β)
Η υποχρέωση αποδείξεως που βαρύνει τον υπερθεματιστή σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 2, εδάφιο 1, του κανονισμού 1259/72, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του κανονισμού 1237/73 της 10ης Μαιιου 1973 (ABI. L 128, σ. 1 ) επεκτείνεται και στα στάδια μεταποιήσεως που έπονται της παρασκευής του παρασκευάσματος σε σκόνη σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ ) ( τρίτη εναλλακτική περίπτωση ), του κανονισμού 1259/72, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2161/72;
γ)
Σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις, ισχύει, το άρθρο 6α, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1910/73 της 13ης Ιουλίου 1973 (ABl. L 196, σ. 10), μόνο για προϊόντα της κλάσης 19.08 του κοινού δασμολογίου και για παγωτά των διακρίσεων ex 18.06 Δ ή ex 21.07 Ζ του κοινού δασμολογίου;
δ)
Αποτελεί ο χαρακτηρισμός του προϊόντος « παρασκευάσματα σε σκόνη της διάκρισης ex 18.06 Δ ή ex 21.07 Ζ του κοινού δασμολογίου » που αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 2161/72, αποκλειστικό προορισμό χρήσεως ή μπορούν να παραχθούν στο πλαίσιο της περαιτέρω μεταποίησης που επιτρέπεται βάσει του άρθρου 6α, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1910/73, όλα τα προϊόντα που αναφέρονται στις διακρίσεις 18.06 Δ και 21.07 Ζ, χωρίς αυτό να συνεπάγεται κατάπτωση της ασφάλειας;
ε)
Το γεγονός ότι στην τροποποίηση του άρθρου 18, παράγραφος 2, που επέφερε ο κανονισμός 1237/73 δεν περιέχεται αναφορά στο άρθρο 6α του κανονισμού 1910/73 πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι είναι άνευ σημασίας ενδεχόμενη παράβαση του άρθρου 6α για την ελευθέρωση της ασφάλειας ή η ελευθέρωση της ασφάλειας καθίσταται αδύνατη σε περίπτωση που διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 6α;
στ)
Η προσθήκη του σταθεροποιητή « τυρινικό νάτριο » αντίκειται στο σκοπό του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ) ( τρίτη εναλλακτική περίπτωση ), του κανονισμού 1259/72, ο οποίος συνίσταται στη διευκόλυνση της παρασκευής κατάλληλου για κατανάλωση παγωτού σε σκόνη, αν με την πρόσμιξη αυτού του σταθεροποιητή προκύπτει παρασκεύασμα σκόνης, του οποίου η χρησιμοποίηση για την παρασκευή παγωτού επιτρέπεται από τη νομοθεσία περί τροφίμων ορισμένων χωρών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όχι όμως και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας;
ζ)
Σε περίπτωση που η πρόσμιξη του « τυρινικού νάτριου » δεν επιδρά στην ελευθέρωση της ασφάλειας σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 2, πρώτη φράση, του κανονισμού 1259/72, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 3 του κανονισμού 1237/73, έχει σημασία το ότι ο υπερθεματιστής δεν μπορεί να αποδείξει ότι τα παρασκευάσματα σκόνης, στα οποία έχει προστεθεί « τυρινικό νάτριο », διοχετεύτηκαν σε κράτη μέλη, στα οποία ( όπως το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και οι Κάτω Χώρες ) επιτρέπεται η χρησιμοποίηση του σταθεροποιητή και ως προς τα παγωτά σε σκόνη;
Β —
Επί των ερωτημάτων αυτών η άποψη μου είναι η ακόλουθη:
1.
Μία πρώτη σειρά ερωτημάτων αφορά την έκταση της υποχρέωσης του αγοραστή βουτύρου σε μειωμένη τιμή να μεταποιήσει το βούτυρο αυτό εντός ορισμένης προθεσμίας (τεσσάρων μηνών) μόνο σε ορισμένα προϊόντα (παγωτό, σκόνη που προορίζεται για την παρασκευή παγωτού και προϊόντα της εκλεκτής αρτοποιίας) [άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ)(τρίτη εναλλακτική περίπτωση) του κανονισμού 1259/72 το οποίο αναφέρεται στη παραγωγή παρασκευασμάτων σε σκόνη των διακρίσεων ex 18.06 Δ ή ex 21.07 Ζ του κοινού δασμολογίου]. Σχετικά, το παραπέμπον δικαστήριο επιθυμεί ιδίως να πληροφορηθεί αν η αναφερθείσα υποχρέωση θεωρείται ότι έχει τηρηθεί, όταν η σκόνη δεν χρησιμοποιείται για την παρασκευή παγωτού, αλλά διαχωρίζεται στα συστατικά της και στη συνέχεια αυτά μεταποιούνται περαιτέρω σε μίγματα γάλακτος σε σκόνη και σοκολάτα. Συνεπώς καθίσταται σαφές, ότι υπ' αυτές τις συνθήκες έχει σημασία το άρθρο 6α του κανονισμού 1259/72, το οποίο έχει επανειλημμένα αναφερθεί και του οποίου η έκταση εφαρμογής πρέπει να καθοριστεί μεταξύ άλλων στο πλαίσιο του ερωτήματος γ ).
Οι προσφεύγουσες και η προσεπικληθείσα επιχείρηση υποστήριξαν σχετικά την άποψη ότι σε μία περίπτωση, όπως αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, ο αγοραστής βουτύρου σε μειωμένη τιμή έχει μόνο την υποχρέωση παρασκευής σκόνης για παγωτό' σύμφωνα με το γράμμα και την οικονομία της ρύθμισης, το προϊόν αυτό πρέπει να θεωρηθεί ως τελικό προϊόν, αντίθετα δε — δεδομένου ότι δεν ρυθμίζεται η περαιτέρω χρησιμοποίηση και το ζήτημα τι απέγινε τελικά το εμπόρευμα δεν αποτελεί αντικείμενο των συμφωνημένων όρων της πωλήσεως — ο αγοραστής του βουτύρου δεν έχει καμία υποχρέωση σχετικά με τη μεταγενέστερη χρησιμοποίηση του προϊόντος και συνεπώς ο εν λόγω αγοραστής δεν υποχρεούται να επιβάλει στους πελάτες του ανάλογη υποχρέωση. Αντίθετα, κατά το Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung και την Επιτροπή, ο κανονισμός περί διαθέσεως βουτύρου σε μειωμένη τιμή πρέπει — επειδή πρόκειται για ρύθμιση που εισάγει εξαίρεση — να ερμηνευτεί στενά και αυστηρά. Θεωρούν ότι μεγάλη σημασία έχει ακριβώς η τελική χρησιμοποίηση του βουτύρου, συνεπεία της οποίας πρέπει να αποκλειστεί η επαναδιάθεση του εμπορεύματος στην κανονική αγορά βουτύρου και επομένως η δημιουργία στρεβλώσεων του ανταγωνισμού στην αγορά αυτή. Η χρησιμοποίηση του βουτύρου ρυθμίζεται οριστικά και αποκλειστικά με τον κανονισμό 1259/72. Πρέπει συνεπώς να εξασφαλιστεί ότι η σκόνη για παγωτό, που μπορεί να θεωρηθεί μόνο ως ενδιάμεσο προϊόν ( με επιφύλαξη των όσων προκύπτουν από το άρθρο 6α ), θα μεταποιηθεί μόνο σε παγωτό.
Όσον αφορά το αναφερθέν άρθρο 6α, οι προσφεύγουσες και η προσεπικληθείσα θεωρούν ότι από το γεγονός ότι στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1910/73 αναφέρονται μόνο προϊόντα της κλάσης 19.08 του κοινού δασμολογίου (προϊόντα της εκλεκτής αρτοποιίας) καθώς και από τη διαπίστωση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ), προβλέπει δύο περαιτέρω δυνατότητες μεταποίησης, συνάγεται μόνο ότι το άρθρο 6α δεν ισχύει για την τρίτη εναλλακτική περίπτωση που αναφέρεται εκεί, δηλαδή την παρασκευή σκόνης για παγωτό. Επιπλέον ανέφεραν ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι το άρθρο 6α έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής, δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό ότι στην περίπτωση τους υπήρξε παραβίαση αυτής της διάταξης. Πράγματι, δεν έχει διαπιστωθεί αναμφισβήτητα ότι από το παρασκεύασμα σε σκόνη που παρήγαγε η επιχείρηση Suwelack, αφαιρέθηκε η ζάχαρη και — αν γίνει δεκτή η υπόθεση αυτή — μια τέτοια ενέργεια (μεταβολή της περιεκτικότητας σε γλυκαντικές ουσίες) δεν συνεπάγεται την εφαρμογή του άρθρου 6α, εφόσον και μετά από αυτό το προϊόν εξακολουθούσε να είναι σκόνη για παγωτό και δεν προέκυψε κανένα άλλο προϊόν σε ενδιάμεση φάση της μεταποίησης.
Αντίθετα, κατά το Bundesanstalt και την Επιτροπή, αποφασιστικό στοιχείο για την ερμηνεία του άρθρου 6α δεν είναι οι αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού, με τις οποίες εισήχθη το άρθρο αυτό (οι αιτιολογικές σκέψεις δεν είναι πάντα πλήρεις), αλλά το γράμμα της ίδιας της διάταξης, απ' αυτή δε συνάγεται σαφέστατα ότι δεν περιορίζεται μόνο στα προϊόντα εκλεκτής αρτοποιίας, αλλά περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ), συνεπώς και τη σκόνη για παγωτό. Επιπλέον, βάσει της ερμηνείας αυτής και βάσει της περιγραφής των πραγματικών περιστατικών που δίδει το παραπέμπον δικαστήριο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 6α με τις προϋποθέσεις που θέτει — οι οποίες ισχύουν σωρευτικά — εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που αποτελούν το αντικείμενο στην κύρια δίκη, ακριβώς επειδή, αφού διαχωρίστηκαν τα συστατικά της σκόνης για παγωτό, προέκυψε ζάχαρη που πωλήθηκε, δηλαδή ένα προϊόν, το οποίο — επειδή εμπίπτει στο κεφάλαιο 17 του κοινού δασμολογίου — πρέπει να υπαχθεί σε άλλη δασμολογική διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 6α.
α)
Αν η εν λόγω αντιδικία κριθεί καταρχήν υπό το φως του προβλήματος που μόλις αναφέρθηκε, δηλαδή της ερμηνείας του άρθρου 6α, διαπιστώνεται άνευ ετέρου ότι σύμφωνα με το κείμενο της διάταξης αυτής επιδιώκεται μόνο η ρύθμιση της νόμιμης περαιτέρω μεταποίησης όλων των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ), και όχι μόνο των προϊόντων της εκλεκτής αρτοποιίας της κλάσης 19.08 του κοινού δασμολογίου. Δεδομένου ότι η διατύπωση της διάταξης αυτής είναι σαφέστατη, περιορισμός του πεδίου εφαρμογής της σίγουρα δεν μπορεί να συναχθεί από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1910/73, οι οποίες έναντι της ανωτέρω διάταξης έχουν φυσικά μικρότερη ισχύ. Επιπλέον, η διατύπωση αυτή των αιτιολογικών σκέψεων εξηγείται πειστικά από το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος λόγος για τη θέσπιση της διάταξης του άρθρου 6α ήταν προφανώς οι προσπάθειες καταστρατήγησης της ρύθμισης που εφαρμόζεται στα προϊόντα εκλεκτής αρτοποιίας. Αν όμως — όπως είναι δυνατό να συναχθεί από τις εν λόγω αιτιολογικές σκέψεις — σκοπός της ρύθμισης είναι να προληφθούν καταστρατηγήσεις κατά την τελική χρησιμοποίηση του μεταποιηθέντος βουτύρου, ακριβώς ο σκοπός αυτός επιβάλλει διασταλτική ερμηνεία, επειδή προφανώς — κι' αυτό δείχνει και η υπό κρίση υπόθεση — υπάρχει τέτοιος κίνδυνος καταστρατήγησης για όλα τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ). Από το άρθρο 6α, συνεπώς, μπορεί να συναχθεί η επεξεργασία που μόνο αυτή επιτρέπεται για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), και συνεπώς η διάταξη αυτή καθιστά ήδη σαφές ότι η περαιτέρω τύχη των ενδιάμεσων προϊόντων που σαφώς λαμβάνονται από το βούτυρο και η τελική χρησιμοποίηση τους δεν έχουν σημασία στο πλαίσιο αυτής της ρύθμισης. Μπορεί ακόμα να προστεθεί ότι — αν είναι ορθή η περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που έδωσε το παραπέμπον δικαστήριο ( περιγραφή που δεν χρειάζεται να επαληθευτεί τώρα ) και αν από τα παρασκευάσματα σε σκόνη που παρήγαγε η προσεπικληθείσα επιχείρηση σε μεταγενέστερη επεξεργασία πράγματι αφαιρέθηκε η ζάχαρη — αυτό πράγματι δίνει αφορμή να γίνει λόγος για μη τήρηση του άρθρου 6α. Σχετικά, δεν είναι πράγματι σημαντικό αν τα εναπομείναντα μίγματα σκόνης μπορούν επίσης να θεωρηθούν ως σκόνη για παγωτό — με λιγότερο γλυκιά γεύση — αυτό που έχει σημασία είναι απλώς ότι κατά την περαιτέρω μεταποίηση προέκυψε ζάχαρκ συνεπώς ένα προϊόν, το οποίο σίγουρα δεν εμπίπτει στις δασμολογικές διακρίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ).
β)
Σύμφωνα με το δεσμευτικό περιεχόμενο του άρθρου 6α, είναι πράγματι ήδη σαφές ότι δεν ευσταθεί το βασικό επιχείρημα που προβάλλουν οι προσφεύγουσες και η προσεπικληθείσα, δηλαδή ότι σημασία έχει μόνο η παραγωγή ενός παρασκευάσματος σε σκόνη και ότι δεν έχει σημασία στο πλαίσιο της εν λόγω ρύθμισης η περαιτέρω τύχη του. Αλλά υπέρ της ορθότητας της άποψης που υποστηρίζει η Επιτροπή και το Bundesanstalt, μπορούν να προβληθούν και άλλα ακόμη επιχειρήματα.
Σημασία έχει ότι σύμφωνα με το άρθρο 6 υφίσταται η υποχρέωση να μεταποιηθεί το συμπυκνωμένο βούτυρο «μόνο» σε τελείως συγκεκριμένα προϊόντα, δηλαδή τα προϊόντα που αναφέρονται στο στοιχείο γ), πράγμα που προφανώς σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται καμία άλλη χρησιμοποίηση. Ως προς το σημείο αυτό, η τρίτη εναλλακτική περίπτωση — παρασκευάσματα σε σκόνη για την παρασκευή παγωτού, των οποίων η σύσταση είναι τέτοια ώστε μόνο με την προσθήκη νερού και μετά από κατάψυξη να δίνουν κατάλληλο για την κατανάλωση παγωτό. Καθιστά σαφές ότι τα παρασκευάσματα σε σκόνη ( με την επιφύλαξη του αναφερθέντος άρθρου 6α ) πρέπει να προορίζονται μόνο για τη χρήση αυτή και ότι συνεπώς ο αγοραστής βουτύρου, ο οποίος δεν προβαίνει μόνος του στην περαιτέρω μεταποίηση, πρέπει να φροντίζει το προϊόν να χρησιμοποιείται για το σκοπό αυτό.
Είναι επίσης σημαντικό ότι στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1259/72 αναφέρεται ότι « πρέπει να εξασφαλιστεί ότι το βούτυρο θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για το σκοπό που προορίζεται ». Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να λαμβάνεται πρόνοια — ενδεχομένως μέσω αντίστοιχων συμφωνιών — ότι η μεταποίηση έχει ως αποτέλεσμα την οριστική αποσυμφόρηση της αγοράς βουτύρου και γαλακτοκομικών προϊόντων συνεπώς πρέπει να εξασφαλίζεται ότι τα προερχόμενα από τη μεταποίηση προϊόντα δεν θα επιστρέφουν στην αγορά υπό άλλη μορφή (π.χ. ως γάλα σε σκόνη), αυτό όμως δεν θα ήταν δυνατό, αν δεν είχε σημασία στο πλαίσιο της ρύθμισης η περαιτέρω τύχη ενός παρασκευάσματος σε σκόνη που παράγεται σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ ).
Επιπλέον μπορεί να γίνει παραπομπή στη μέχρι σήμερα σχετική νομολογία. Υπενθυμίζω π.χ. αυτό που έγινε δεκτό στην απόφαση επί των υποθέσεων 99 και 100/76 ( 1 ), ότι δηλαδή πρέπει να εξασφαλίζεται ότι το βούτυρο που διατίθεται σε μειωμένη τιμή δεν πρέπει να φτάσει στην κανονική αγορά (Sig. 1977, σ. 872, σκέψη 7). Υπενθυμίζω μια ανάλογη διαπίστωση στην απόφαση επί της υποθέσεως 217/78 ( 2 ) (να εξασφαλίζεται ότι το πωλούμενο βούτυρο χρησιμοποιείται σύμφωνα με τον προορισμό του και δεν κυκλοφορεί ελεύθερα στην αγορά — Sig 1979, σ. 2300, σκέψη 9 ). Υπενθυμίζω δε ακόμη ότι στην απόφαση επί της υποθέσεως 64/81 ( 3 ) τονίστηκε ότι η καταλληλότητα του προϊόντος προς κατανάλωση ως παγωτού κατά την έννοια του κανονισμού 1259/72 προϋποθέτει επεξεργασία του προϊόντος βάσεως, σε τέτοιο βαθμό ο οποίος επιτρέπει ως μόνη χρήση την παρασκευή παγωτού ( Συλλογή 1982, σ. 25, σκέψη 9)
Τα επιχειρήματα που αντιπαραθέτουν στα ανωτέρω οι προσφεύγουσες και η προσεπικληθείσα για να στηρίξουν την άποψη τους δεν περιέχουν τίποτα το αποφασιστικό.
Όταν αντιλαμβάνονται τη λέξη « μόνο » που αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ), του κανονισμού 1259/72 υπό την έννοια ότι η υποχρέωση του αγοραστή στην τρίτη εναλλακτική περίπτωση εκτείνεται μόνο μέχρι την παρασκευή του ενδιάμεσου προϊόντος, τότε πρέπει να αναμένουν ότι θα τους αντιταχθεί ότι έτσι, όχι μόνο δεν λαμβάνεται υπόψη το προφανές πνεύμα και ο σκοπός της ρύθμισης, όπως συνάγεται από τις αιτιολογικές σκέψεις, αλλά και η οικονομία του συστήματος και ιδίως το άρθρο 6α, με το οποίο, όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1910/73, διευκρινίστηκε απλώς ο προορισμός της χρησιμοποίησης, πράγμα που κάνει σαφές ότι μη προβλεπόμενη περαιτέρω μεταποίηση αποκλειόταν ήδη από τον κανονισμό 1259/72 ).
Βέβαια πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην περίπτωση της παραγωγής σκόνης για παγωτό οι υποχρεώσεις του αγοραστή σχετικά με την τήρηση βιβλίων, την αποθήκευση των εμπορευμάτων, καθώς και την υποχρέωση συνεργασίας ( ιδίως όπως οι υποχρεώσεις αυτές ρυθμίζονται από την εθνική νομοθεσία) λήγουν με την παρασκευή του ενδιάμεσου προϊόντος, ότι η κοινοτική νομοθεσία δεν περιέχει ιδιαίτερη ρύθμιση για την παρασκευή του τελικού προϊόντος « παγωτό » και ότι για την παρασκευή αυτή δεν προβλέπεται ούτε κρατικός έλεγχος ούτε καμία προθεσμία. Αυτό όμως σημαίνει προφανώς μόνο ότι ως προς το σημείο αυτό ελήφθησαν υπόψη ορισμένες διοικητικής και οικονομικής φύσεως ανάγκες' από τα πιο πάνω όμως δεν είναι δυνατό να συναχθεί — σε αντίθεση με το σαφές πνεύμα και το σκοπό της ρύθμισης — ότι η υποχρέωση του αγοραστή σε σχέση με το σκοπό που επιδιώκεται με τη ρύθμιση λήγει με την παρασκευή του ενδιάμεσου προϊόντος.
Εξάλλου, παραπέμποντας στη διάταξη του άρθρου 18, παράγραφος 2, εδάφιο 3 — σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη σε περίπτωση μικρών ποσοτήτων μπορούν να θεωρήσουν ότι προσκομίστηκε η αναγκαία απόδειξη, όταν έχει υποβληθεί η δήλωση περί της χρησιμοποιήσεως του προϊόντος —, ορθά παρατηρήθηκε σχετικώς ( επί της εκτάσεως της υποχρέωσης αποδείξεως θα επανέλθω) ότι η διευκόλυνση της εκπλήρωσης της υποχρέωσης αποδείξεως δεν έχει καθόλου εξαναγκαστικό χαρακτήρα ως προς την έκταση των υποχρεώσεων από άποψη ουσιαστικού δικαίου.
Τέλος είναι σαφές ότι δεν έχει σημασία το επιχείρημα των προσφευγουσών σχετικά με τις φερόμενες δηλώσεις — που αμφισβητήθηκαν κατά την προφορική διαδικασία — των υπαλλήλων της Επιτροπής ( σύμφωνα με τις οποίες δεν έχει σημασία η περαιτέρω χρησιμοποίηση της σκόνης για παγωτό). Ούτε προφανώς και σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι η υποχρέωση για την παροχή εγγυήσεως του αγοραστή επεκτείνεται και στην παρασκευή του τελικού προϊόντος είναι δυνατό να γίνει λόγος για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας (επειδή ο αγοραστής υποχρεούται ενδεχόμενα να ελέγξει ο ίδιος για μακρύτερη περίοδο και κατά τη διάρκεια πεισσότερων σταδίων εμπορίας τι απέγινε το ενδιάμεσο προϊόν ). Πράγματι, η αναφερθείσα αρχή εφαρμόζεται μόνο σε διοικητικές πράξεις που επιβάλλουν υποχρέωση, ενώ αντίθετα στο πλαίσιο του κανονισμού 1259/72 πρόκειται για υποχρεώσεις βάσει συμβάσεων πωλήσεως του ιδωτικού δικαίου. Εκτός αυτού όμως φαίνεται ότι μπορεί να απαιτηθεί η σύναψη αντίστοιχων συμφωνιών σε περίπτωση περαιτέρω διάθεσης των ενδιάμεσων προϊόντων και η λήψη μέτρων για να εξασφαλιστεί ότι θα πραγματοποιηθεί ο σκοπός της ρύθμισης.
γ)
Συνεπώς, σχετικά με την πρώτη σειρά ερωτημάτων διαπιστώνεται ότι σύμφωνα με τον κανονισμό 1259/72, ο οποίος ως προς το σημείο αυτό είναι σαφής, κατά την παρασκευή σκόνης για παγωτό η υποχρέωση που υπέχει ο προσφέρων από το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ), εκπληρούται μόνο όταν από το παρασκεύασμα σε σκόνη πράγματι παρασκευάζεται παγωτό [ή, σύμφωνα με το άρθρο 6, στοιχείο α ), ένα από τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο αυτό], ότι όμως πρέπει να θεωρηθεί ότι υπάρχει παράβαση της υποχρέωσης που έχει αναληφθεί, όταν η σκόνη για παγωτό διαχωρίζεται στα συστατικά της και η ζάχαρη που προκύπτει εν προκειμένω διατίθεται χωριστά στο εμπόριο.
2.
Η οεντερη σειρά ερωτημάτων, που θα εξετάσω τώρα, αφορά την υποχρέωση αποδείξεως που ρυθμίζεται από το άρθρο 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 1259/72 (όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1237/73), από την εκπλήρωση της οποίας εξαρτάται η ελευθέρωση της ασφάλειας μεταποιήσεως. Σχετικά, το παραπέμπον δικαστήριο επιθυμεί να πληροφορηθεί αν η υποχρέωση αποδείξεως του αγοραστή επεκτείνεται και στα στάδια μεταποιήσεως που έπονται της παρασκευής της σκόνης για παγωτό, δηλαδή αν αυτός, σε περίπτωση που δεν έχει μεταποιήσει ο ίδιος τη σκόνη για παγωτό, αλλά το πωλεί, πρέπει να αποδείξει ότι ένας από τους μεταγενέστερους αγοραστές πράγματι παρασκεύασε παγωτό. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και το ερώτημα ε), με το οποίο ζητείται να διευκρινιστεί αν η παράβαση του άρθρου 6α δεν έχει επίδραση στην ελευθέρωση της ασφάλειας, επειδή η διάταξη αυτή δεν μνημονεύεται στο άρθρο 18, παράγραφος 2.
Οι προσφεύγουσες και η προσεπικληθείσα υποστήριξαν σχετικά την άποψη ότι στην περίπτωση του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ ) (τρίτη εναλλακτική περίπτωση), σημασία έχει μόνο η παραγωγή του παρασκευάσματος σε σκόνη συνεπώς δεν χρειάζεται να γίνει έρευνα σχετικά με τις περαιτέρω μεταποιήσεις κατά την εξέταση του θέματος της ελευθέρωσης της ασφάλειας. Όσον αφορά το άρθρο 6α και την ενδεχόμενη μη τήρηση του, δεν έχει σημασία στο πλαίσιο του άρθρου 18, παράγραφος 2, αφενός, επειδή το άρθρο 6 δεν μνημονεύεται στο άρθρο 18, αφετέρου, επειδή η περαιτέρω μεταποίηση του παρασκευάσματος σε σκόνη — για την οποία δεν προβλέπεται προθεσμία — κατά κανόνα πραγματοποιείται κατά χρονικό σημείο πολύ μεταγενέστερο από τον έλεγχο σχετικά με την ελευθέρωση της ασφάλειας, η οποία εξάλλου πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 3, να γίνει αμέσως μετά την παρασκευή του μεταποιημένου προϊόντος.
Με το έγραφό του το Bundesanstalt υποστήριξε καταρχάς την άποψη ότι είναι αναγκαίο να επεκταθεί η υποχρέωση αποδείξεως στην περαιτέρω μεταποίηση του ενδιάμεσου προϊόντος « σκόνη για παγωτό » και γι' αυτό δεν χρειάστηκε να περιληφθεί το άρθρο 6α στο άρθρο 18, παράγραφος 2, επειδή το άρθρο 6α απλώς διευκρινίζει το περιεχόμενο του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ). Κατά την προφορική διαδικασία φαίνεται ότι η άποψη αυτή αποδυναμώθηκε κάπως, επειδή κατά την εν λόγω διαδικασία ειπώθηκε ότι δεν είναι δυνατό να αντιμετωπισθούν με τον ίδιο τρόπο οι προϋποθέσεις για την ελευθέρωση της ασφάλειας και οι προϋποθέσεις που αφορούν την εκτέλεση της σύμβασης, δεδομένου ότι ενδεχόμενη απώλεια της αξίωσης για παροχή ασφάλειας δεν θα είχε ως συνέπεια την κατάρρευση της υπό ασφάλεια αξίωσης για πληρωμή ολοκλήρου του τιμήματος της πώλησης, όπως συμβαίνει σε περίπτωση που το βούτυρο χρησιμοποιείται για σκοπό αντίθετο από αυτόν για τον οποίο προορίζεται. Η Επιτροπή υποστηρίζει την ίδια ακριβώς άποψη. Στις γραπτές παρατηρήσεις της χαρακτήρισε ανεπαρκή την απόδειξη της παραγωγής ενός παρασκευάσματος σε σκόνη και εξέφρασε την άποψη ότι η απόδειξη πρέπει να επεκτείνεται και στα στάδια που έπονται της παραγωγής του παρασκευάσματος σε σκόνη. Στις παρατηρήσεις της διατυπώνεται επίσης η άποψη ότι η έλλειψη μνείας του άρθρου 6α στο άρθρο 18 δεν έχει σημασία, επειδή η υποχρέωση αυτή είναι προφανής, όπως συνάγεται από τη μεταγενέστερη κωδικοποίηση που έγινε με τον κανονισμό 232/75 ( εν πάση περιπτώσει μπορεί να θεωρηθεί ότι για το άρθρο 6α δεν ισχύει ννπικά η υποχρέωση αποδείξεως). Κατά την προφορική διαδικασία η Επιτροπή δείχτηκε λιγότερο απόλυτη ως προς το σημείο αυτό υποστηρίζοντας ότι κατά κανόνα αρκεί η απόδειξη της παραγωγής ενός παρασκευάσματος σε σκόνη ( επειδή επιτρέπει την υπόθεση ότι επακολούθησε η παρασκευή παγωτού ) αν αντίθετα υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις ότι διαπράχθηκαν πλημμέλειες σχετικά με την τελική χρησιμοποίηση της σκόνης για παγωτό, οι αρμόδιες εθνικές αρχές μπορούν να διενεργήσουν έλεγχο ( και στην περίπτωση αυτή ενδεχόμενα αντιστρέφεται το βάρος της αποδείξεως ) και εν πάση περιπτώσει πρέπει να κηρύξουν την κατάπτωση της ασφάλειας, αν διαπιστωθεί ότι το προϊόν δεν χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τον προορισμό του ή ότι δεν τηρήθηκε το άρθρο 6α.
α)
Επί του πρώτου σκέλους αυτής της σειράς ερωτημάτων, θα μπορούσε να πιθανολογηθεί βάσει του γράμματος του άρθρου 18, παράγραφος 2 ( το οποίο αναφέρεται στην απόδειξη ότι τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 6 ) και σύμφωνα με όσα ελέχθησαν στο πλαίσιο του πρώτου ερωτήματος σχετικά με την έκταση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνει ο αγοραστής βουτύρου με μειωμένη τιμή ότι πρέπει να αποδειχτεί η παρασκευή του τελικού προϊόντος — συνεπώς του παγωτού στην περίπτωση σκόνης για παγωτό. Διάφοροι συλλογισμοί όμως, που σχετίζονται ιδίως με την αλληλεξάρτηση των διατάξεων, καθιστούν σαφές ότι τελικά ο νομοθέτης δεν μπορούσε να εννοεί αυτό.
Έτσι, ορθώς οι προσφεύγουσες παρέπεμψαν στην απόφαση επί των υποθέσεων 99 και 100/76 ( 1 ) σύμφωνα με την οποία για την ελευθέρωση της ασφάλειας μεταποιήσεως απαιτείται μόνο η απόδειξη « ότι τα προϊόντα μεταποίησης ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ), και έχουν παρασκευασθεί εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην εν λόγω διάταξη » ( Slg. 1977, σ. 872, σκέψη 8 ). Στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ), όμως — και καθόσον έχει σημασία για την κύρια δίκη — αναφέρεται όχι μόνο το παγωτό, αλλά και τα παρασκευάσματα σε σκόνη για την παρασκευή παγωτού. Συνεπώς πρέπει να αρκεί η απόδειξη ότι παρασκευάστηκε το τελευταίο εν λόγω προϊόν.
Ενώ ίσως δεν φαίνεται απόλυτα αναγκαίο να γίνει συσχέτιση μεταξύ του ελέγχου από τις αρχές της μεταποίησης του βουτύρου και της υποχρεωσης αποδείξεως που υπέχει ο αγοραστής, είναι εντούτοις χαρακτηριστικό ότι — σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού 1259/72 — ο έλεγχος (εφόσον πρόκειται για σκόνη για παγωτό) λήγει με την παρασκευή του προϊόντος αυτού. Συνεπώς, συνάγεται σχεδόν το συμπέρασμα ότι, όσον αφορά την προσκόμιση αποδείξεων, για την ελευθέρωση της ασφάλειας δεν είναι δυνατόν να απαιτούνται από το μεταποιητή περισσότερα απ' αυτά που εύλογα δεν είναι υποχρεωμένη να πράξει η ίδια η διοίκηση στο σχετικό τομέα.
Δεν πρέπει κυρίως να παραβλεφθεί ότι η προθεσμία για τη μεταποίηση — αυτό προκύπτει σαφώς από το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ) —, εφόσον πρόκειται για σκόνη για παγωτό, ισχύει μόνο για την παρασκευή του προϊόντος αυτού. Στη συνέχεια μπορεί να αποθηκευτεί από τον παραγωγό, αργότερα — ενδεχομένως μάλιστα πολλές φορές — να μεταπωληθεί και να μεταποιηθεί οποτεδήποτε ( επειδή γι' αυτό δεν προβλέπεται προθεσμία ) από τον αγοραστή σε παγωτό. Εξάλλου, το άρθρο 18, παράγραφος 3, προβλέπει ότι η ασφάλεια για τη μεταποίηση ελευθερώνεται αμέσως, δηλαδή μόλις ο παρέχων την ασφάλεια προσκομίσει την απαιτούμενη από αυτόν απόδειξη. Αν η απόδειξη αυτή αφορά την παρασκευή παγωτού από το παρασκεύασμα σε σκόνη που παράγεται αρχικά, η ελευθέρωση της ασφάλειας μπορεί ενδεχομένως να επέλθει μετά από χρόνια. Αυτό όμως σίγουρα δεν θα ήταν σύμφωνο με την αναφερθείσα αρχή της άμεσης ελευθέρωσης της ασφάλειας, η οποία αρχή κατά ορθή ερμηνεία πρέπει να θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε συνάρτηση με την προθεσμία που αναφέρεται στο άρθρο 6.
Συνεπώς πρέπει να θεωρηθεί — και υπέρ αυτού συνηγορεί επίσης η ήδη αναφερθείσα δυνατότητα διευκολύνσεως της απόδειξης για μικρές ποσότητες που προβλέπεται στο άρθρο 18, παράγραφος 2 — ότι σε περίπτωση παρασκευής σκόνης για παγωτό η ελευθέρωση της ασφάλειας εξαρτάται μόνο από την απόδειξη ότι έχει παρασκευασθεί το ενδιάμεσο αυτό προϊόν, αντίθετα δε δεν μπορεί να απαιτηθεί η απόδειξη της τελικής χρησιμοποίησης, η οποία ενδεχομένως μπορεί να παρουσιάζει σοβαρές δυσκολίες. Αν αργότερα καταδειχτεί — ο αγοραστής βέβαια οφείλει να συμβάλει κατά το δυνατό στην εξακρίβωση της αλήθειας — ότι παρά τη μετάθεση της υποχρέωσης παρασκευής αποκλειστικώς ενός από τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ ) ( στην οποία υποχρεούται — όπως καταδείχθηκε — ο αγοραστής σύμφωνα με το άρθρο 6 ) δεν επετεύχθη το αποτέλεσμα αυτό, τότε η αρμόδια εθνική υπηρεσία μπορεί πάντα να προβάλλει την αξίωση για την καταβολή ολόκληρου του τιμήματος της πώλησης, με την αιτιολογία ότι η μεταποίηση δεν έγινε προσηκόντως, δηλαδή λόγω μη εκπληρώσεως ενός από τους όρους που είχαν τεθεί για την πώληση του βουτύρου — ακριβώς επειδή το γεγονός ότι δεν υφίσταται πλέον εξασφάλιση υπό τη μορφή « ασφάλειας μεταποιήσεως » δεν συνεπάγεται αναγκαία την απόσβεση της υπό ασφάλεια αξίωσης. Ως προς το σημείο αυτό, καθορίζεται βέβαια βάσει του εθνικού δικαίου αν είναι αναγκαίο ένα ειδικό μέτρο για την καταβολή ή αν — όταν δεν έχει ελευθερωθεί η ασφάλεια — μπορεί αυτό να επιτευχθεί μέσω συμψηφισμού με την απαίτηση για ελευθέρωση της ασφάλειας.
β)
Με τα πιο πάνω ειπώθηκαν όλα όσα χρειάζονται για το δεύτερο μέρος της σειράς ερωτημάτων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την υπό κρίση υπόθεση και τα οποία αφορούν την τήρηση του άρθρου 6α.
Είναι αποφασιστικό το γεγονός ότι για την περαιτέρω μεταποίηση που επιτρέπει το άρθρο 6α δεν ορίζεται προθεσμία, συνεπώς μπορεί να πραγματοποιηθεί ακόμη και μετά τη λήξη της προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 6 για την παρασκευή των προϊόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχείο γ). Συνεπώς η ασφάλεια καταρχήν ελευθερώνεται, όταν προσκομίζεται η απόδειξη της έγκαιρης παρασκευής σκόνης για παγωτό και δεν είναι δυνατό να απαιτηθεί από τον αγοραστή να αποδείξει ότι κατά την περαιτέρω μεταποίηση από τον μετέπειτα αγοραστή τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 6α. Εν πάση περιπτώσει, μπορεί να θεωρηθεί ότι, αν η αρμόδια εθνική αρχή κατά την εξέταση της αίτησης για την ελευθέρωση της ασφάλειας έχει ενδείξεις ότι διαπράχθηκε παράβαση του άρθρου 6α, προβαίνει σε σχετική έρευνα ( στην οποία πρέπει να συμβάλει κατά το δυνατόν ο αγοραστής του βουτύρου σε μειωμένη τιμή ) και ότι, αφού διαπιστωθεί παράβαση του άρθρου 6α ( γεγονός που αποδεικνύει ταυτόχρονα ότι δεν εκπληρώθηκε κανονικά η υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 6), δεν ελευθερώνει την ασφάλεια.
Κατά την εκτίμηση αυτή, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος ποια είναι η σημασία της έλλειψης μνείας του άρθρου 6α στο άρθρο 18, παράγραφος 2, και αν αυτό πράγματι μπορεί να θεωρηθεί χωρίς επιβλαβείς συνέπειες λόγω μεταγενέστερων κωδικοποιήσεων (με τους κανονισμούς 232/75 και 262/79) ή με την αιτιολογία ότι είναι προφανές ( όπως φαίνεται και από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1910/73 ) ότι το άρθρο 6α, ως διάταξη που εισάγει εξαίρεση στο άρθρο 6, πρέπει να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του τελευταίου αυτού άρθρου. Ομοίως, δεν χρειάζεται να εξεταστεί το ζήτημα, αν είναι σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας να εξαρτηθεί η κατάπτωση της ασφάλειας από την έλλειψη αποδείξεως ότι τηρήθηκε το άρθρο 6α.
3.
Ένα άλλο ερώτημα, δηλαδή το ερώτημα δ), αφορά επίσης την ερμηνεία του άρθρου 6α του κανονισμού 1259/72. Με το ερώτημα αυτό ζητείται να διευκρινιστεί αν στο πλαίσιο της επιτρεπόμενης περαιτέρω μεταποίησης των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ), μπορούν να παρασκευαστούν όλα τα προϊόντα των δασμολογικών διακρίσεων ex 18.06 Δ ή ex 21.07 Ζ κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ).
Μπορώ να είμαι σύντομος ως προς το σημείο αυτό. Αν όντως έτσι είναι, τα όσα αναφέρονται στις Διατάξεις περί παραπομπής (δηλαδή ότι τα παρασκευάσματα σε σκόνη που παρήγαγε η προσεπικληθείσα αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας, έτσι ώστε αφαιρέθηκε η ζάχαρη και πουλήθηκε χωριστά), τότε είναι βέβαιο — αυτό ήδη το ανέφερα — ότι δεν τηρήθηκε το άρθρο 6α ( ακριβώς επειδή κατά τη μεταποίηση προέκυψε ένα προϊόν που υπάγεται σε άλλη δασμολογική κλάση ) και συνεπώς παρέλκει η εξέταση αν τα μίγματα σε σκόνη εξακολουθούσαν να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του άρθρου 6α.
Επιπλέον, όμως, πρέπει να σημειωθεί ότι στο ερώτημα μπορεί να δοθεί απάντηση μόνο κατά την έννοια της άποψης του Bundesanstalt, δηλαδή ότι δεν μπορεί να παραχθεί οποιοδήποτε προϊόν των δασμολογικών διακρίσεων 18.06 Δ και 21.07 Ζ. Για να καταφανεί αυτό, αρκεί η διαπίστωση ότι σύμφωνα με το άρθρο 6 για τα παρασκευάσματα σε σκόνη για παγωτό ισχύουν τελείως συγκεκριμένες απαιτήσεις (σχετικά με την περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες και την καταλληλότητα για κατανάλωση)' οι απαιτήσεις αυτές θα ήταν προφανώς χωρίς αντικείμενο σε περίπτωση διασταλτικής ερμηνείας του άρθρου 6α. Σχετικά υπενθυμίζεται επίσης ότι το άρθρο 6α θεσπίστηκε για να αποφευχθούν καταστρατηγήσεις της ρύθμισης σχετικά με τη διάθεση του βουτύρου. Ακριβώς όμως τέτοιες καταστρατηγήσεις θα διευκολύνονταν προφανώς αν επιτρεπόταν να παραχθούν όλα τα προϊόντα που υπάγονται στις δασμολογικές διακρίσεις 18.06 Δ και 21.07 Ζ και αν συνεπώς επιτρεπόταν να μεταποιηθούν τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ), σε οποιαδήποτε βρώσιμα παρασκευάσματα με τελείως διαφορετική περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες.
4.
Τέλος πρέπει ακόμη να ασχοληθώ με τη σειρά ερωτημάτων που αφορά την πρόσμιξη του σταθεροποιητή τυρινικού νατρίου στα παρασκευάσματα σκόνης για παγωτό. Σχετικά, τίθεται το πρόβλημα, αν τέτοιες προσμίξεις είναι σύμφωνες με το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ )( τρίτη εναλλακτική περίπτωση ), του κανονισμού 1259/72, όταν τα παραγόμενα με τον τρόπο αυτό παρασκευάσματα σε σκόνη επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή παγωτού μόνο σε ορισμένες χώρες της ΕΟΚ, όχι όμως στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Αφετέρου πρέπει να εξεταστεί αν σε περίπτωση που τέτοιες προσμίξεις είναι αβλαβείς, έχει σημασία για την ελευθέρωση της ασφάλειας το γεγονός ότι ο υπερθεματιστής δεν μπορεί να αποδείξει ότι τέτοια παρασκευάσματα σε σκόνη έχουν διατεθεί σε κράτος μέλος, το οποίο επιτρέπει τη χρησιμοποίησή τους στην παρασκευή παγωτού.
α)
Όσον αφορά το πρώτο μέρος της σειράς αυτής ερωτημάτων, όλοι οι διάδικοι συμφωνούν ότι για την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ )( τρίτη εναλλακτική περίπτωση ), δεν έχει σημασία η δυνατότητα διαθέσεως του παρασκευάσματος σε σκόνη σε όλα τα κράτη μέλη, αντίθετα αρκεί ότι η χρησιμοποίηση επιτρέπεται σε ένα κράτος μέλος. Το Bundesanstalt εξέθεσε ως προς το σημείο αυτό ότι ο σκοπός της ρύθμισης μπορεί σαφώς να επιτευχθεί, ακόμη και όταν τα προϊόντα μεταποίησης δεν μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο σε όλα τα κράτη μέλη. Επιπλέον, οι προσφεύγουσες και η προσεπικληθείσα ανέφεραν ότι, επειδή η Επιτροπή με τη ρύθμιση της βασίζεται στο κοινό δασμολόγιο, αρκεί να τηρούνται οι απαιτήσεις που περιέχονται σ' αυτό. Εν προκειμένω, όμως, είναι σημαντικό το ότι βάσει των επεξηγηματικών σημειώσεων της ονοματολογίας του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας, που έχουν σημασία και για το κοινό δασμολόγιο, το τυρινικό νάτριο μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά την παρασκευή παγωτού.
Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με την άποψη αυτή. Προς επίρρωση της ορθότητας της μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να αναφερθεί η απόφαση στην υπόθεση 64/81 ( 3 ). Πράγματι, στην απόφαση αυτή τονίζεται ότι το παρασκεύασμα σε σκόνη που παρασκευάζεται από βούτυρο πρέπει να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή του προϊόντος σε μια από τις πιο πάνω δύο διακρίσεις του κοινού δασμολογίου και επιπλέον τονίζεται ότι η έννοια και το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1259/72 δεν προσδιορίζονται δι' αναγωγής στις νομοθεσίες των κρατών μελών ( Συλλογή 1982, σσ. 23 και 24, σκέψεις 5 και 8 ).
β)
Όσον αφορά το δεύτερο μέρος της τελευταίας σειράς ερωτημάτων, οι απόψεις που υποστηρίχτηκαν διαφέρουν και αυτές μεταξύ τους.
Η Επιτροπή θεωρεί αναγκαίο να προσκομιστεί η απόδειξη ότι το παρασκεύασμα σε σκόνη διατέθηκε σε κράτος μέλος, στο οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παρασκευή παγωτού. Το Bundesanstalt θεωρεί ομοίως ότι για τα παρασκευάσματα αυτά σε σκόνη ισχύει η προϋπόθεση ότι επιτρέπεται να τεθούν σε κυκλοφορία μόνο σε κράτος μέλος, στο οποίο επιτρέπεται η πρόσμιξη αυτή και συνεπώς πρέπει να απαιτείται να αποδειχθεί ότι το εμπόρευμα διατέθηκε σε ένα τέτοιο κράτος μέλος και χρησιμοποιήθηκε εκεί.
Αντίθετα, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν την άποψη ότι δεν είναι δυνατό να απαιτούνται αποδείξεις και έλεγχοι που αντιβαίνουν στην αρχή της άμεσης ελευθέρωσης της ασφάλειας και που πρέπει να θεωρηθούν ότι δεν μπορούν πρακτικά να διεξαχθούν ούτε από τη διοίκηση ούτε από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις. Η προσεπικληθείσα υποστηρίζει ομοίως την άποψη ότι δεν πρέπει να ζητηθεί η απόδειξη ότι το παρασκεύασμα σε σκόνη διατέθηκε σε κράτος μέλος, στο οποίο από το παρασκεύασμα αυτό επιτρέπεται να παραχθεί παγωτό, αυτό δε, αφενός, επειδή η κοινοτική ρύθμιση δεν περιέχει οποιοδήποτε περιορισμό σχετικά με τη διάθεση, αφετέρου, ενόψει της διαπίστωσης ότι η διάθεση στο εμπόριο δεν σημαίνει τίποτα ως προς το αν το παρασκεύασμα σε σκόνη παρέμεινε στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ή διοχετεύτηκε περαιτέρω σε μία άλλη χώρα.
Έχω την εντύπωση ότι η ορθή εκτίμηση του προβλήματος αυτού συνάγεται απ' αυτά που ήδη ειπώθηκαν σχετικά με την υποχρέωση απόδειξης και με τις προϋποθέσεις για την ελευθέρωση της ασφάλειας. Αν — κατά την παραγωγή των παρασκευασμάτων σε σκόνη για παγωτό — σημασία έχει μόνο να τηρηθεί η διάταξη του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ )( τρίτη εναλλακτική περίπτωση ), του κανονισμού 1259/72 και είναι χωρίς σημασία το τι απέγινε το προϊόν (επειδή η περαιτέρω πώληση ενδεχομένως πραγματοποιείται πολύ αργότερα από τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 6), δεν είναι βεβαίως δυνατό να ισχύει ως προϋπόθεση για την ελευθέρωση της ασφάλειας η προσκόμιση της απόδειξης ότι έγινε εξαγωγή του παρασκευάσματος σε σκόνη με την αναφερθείσα πρόσμιξη σε κράτος μέλος, στο οποίο από τη σκόνη αυτή επιτρέπεται παρασκευή παγωτού, χωρίς να παραβιάζεται η εθνική νομοθεσία περί τροφίμων. Με τα πιο πάνω δεν λέγεται φυσικά τίποτα — επειδή, όπως καταδείχτηκε, ο αγοραστής έχει από το ουσιαστικό δίκαιο την υποχρέωση να φροντίζει ώστε το παρασκεύασμα σε σκόνη για παγωτό να μεταποιείται τελικά σε παγωτό ( ή σε ένα άλλο προϊόν από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 6α) — ως προς το άλλο ερώτημα, δηλαδή αν, ως προς το ότι επετεύχθη ο επιδιωκόμενος σκοπός (από το οποίο εξαρτάται αν η πληρωμή του βουτύρου θα γίνει στη μειωμένη τιμή), ο αγοραστής υποχρεούται να συμβάλει κατά το δυνατό στις αναγκαίες εξακριβώσεις και για το σκοπό αυτό να δώσει στοιχεία σχετικά με το τι έγινε περαιτέρω το παρασκεύασμα σε σκόνη. Δεν είναι πάντως αναγκαίο να εξεταστεί τώρα ποιες είναι οι συνέπειες από την παράβαση μιας τέτοιας υποχρέωσης.
Γ —
Βάσει των ανωτέρω, προτείνω να δοθεί η εξής απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το Hessischer Verwaltungsgerichtshof:
α)
Όταν ο αγοραστής βουτύρου σε μειωμένη τιμή υποχρεούται βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ)(τρίτη εναλλακτική περίπτωση), του κανονισμού 1259/72 (όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 2161/72), να παραγάγει παρασκευάσματα σε σκόνη των διακρίσεων ex 18.06 Δ ή ex 21.07 Ζ του κοινού δασμολογίου για την παρασκευή παγωτού, πρέπει να φροντίζει αποτελεσματικά να πραγματοποιηθεί πράγματι ο σκοπός αυτός — με επιφύλαξη της σύμφωνα με το άρθρο 6α δυνατότητας της περαιτέρω μεταποίησης. δεν θεωρούνται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1 στοιχείο γ )( τρίτη εναλλακτική περίπτωση ), αν τα παρασκευάσματα αυτά σε σκόνη σε περαιτέρω στάδια μεταποίησης διαχωρίστηκαν στα συστατικά τους μέλη, τα οποία μεταποιήθηκαν περαιτέρω σε μίγματα γάλακτος σε σκόνη και σοκολάτα.
β)
Η υποχρέωση αποδείξεως που φέρει ο υπερθεματιστής σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 2, πρώτη φράση, του κανονισμού 1259/72 ( όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1237/72 ) δεν επεκτείνεται στα στάδια μεταποίησης, τα οποία έπονται της παραγωγής του παρασκευάσματος σε σκόνη κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ) (τρίτη εναλλακτική περίπτωση), του κανονισμού 1259/72 ( όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2161/72 ).
γ)
Το άρθρο 6α του κανονισμού 1259/72 δεν εφαρμόζεται μόνο στα προϊόντα της κλάσης 19.08 του κοινού δασμολογίου, αλλά και στα παγωτά των διακρίσεων ex 18.06 Δ ή ex 21.07 Ζ του κοινού δασμολογίου.
δ)
Στο πλαίσιο της περαιτέρω μεταποίησης που επιτρέπεται από το άρθρο 6α μπορούν να παραχθούν μόνο τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ), του κανονισμού 1259/72, όχι όμως, αντιθέτως, όλα τα προϊόντα των διακρίσεων 18.06 Δ και 21.07 Ζ του κοινού δασμολογίου.
ε)
Παράβαση του άρθρου 6α δεν έχει σημασία για την ελευθέρωση της ασφάλειας σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 2, όταν η ανεπίτρεπτη περαιτέρω μεταποίηση παρασκευάσματος σε σκόνη που έχει κανονικά παραχθεί κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ), πραγματοποιείται μόλις κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο έπρεπε να ληφθεί απόφαση για την ελευθέρωση της ασφάλειας σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 3.
στ)
Η προσθήκη του σταθεροποιητή υπό την ονομασία τυρινικό νάτριο δεν αντίκειται στο σκοπό του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ )( τρίτη εναλλακτική περίπτωση ), του κανονισμού 1259/72, αν το παρασκεύασμα σε σκόνη που λαμβάνεται με τον τρόπο αυτό επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή παγωτού κατάλληλου για κατανάλωση βάσει του δικαίου περί τροφίμων κράτους μέλους της ΕΟΚ, ακόμη και αν αυτό δεν συμβαίνει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
ζ)
Για την ελευθέρωση της ασφάλειας σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 1259/72 (όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1273/73) δεν έχει σημασία το ότι ο υπερθεματιστής — σε περίπτωση προσθήκης τυρινικού νατρίου κατά την παραγωγή ενός παρασκευάσματος σε σκόνη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας — δεν μπορεί να αποδείξει ότι το παρασκεύασμα σε σκόνη διατέθηκε σε κράτος μέλος, στο οποίο επιτρέπεται η χρησιμοποίηση του αναφερθέντος σταθεροποιητή.
( *1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 1 ) Απόφαση της 11ης Μαΐου 1977 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 99 και 100/76, NV Roomboterfabriek « De Beste Boter » και Josef Hoche, Butterschmelzwerk, κατά Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung, Slg. 1977, σ. 861.
( 2 ) Απόφαση της 28ης Ιουνίου 1979 επί της υποθέσεως 217/78, SA Nicolas Corman & Fils κατά Hauptzollamt Aachen-Süd, Slg. 1979, σ. 2287.
( 3 ) Απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1982 στην υπόθεση 64/81, Nicolas Corman & Fils SA κατά Hauptzollamt Gronau, Συλλογή 1982, σ. 13.
Full & Egal Universal Law Academy