ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 31ης Ιανουαρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Είναι η δεύτερη φορά μέσα σε μερικές εβδομάδες που αντιμετωπίζετε ένα πρόβλημα το οποίο είναι από τεχνικής μεν πλευράς κάθε άλλο παρά εύκολο από πολιτικής δε ακανθώδες: την εκκαθάριση της ζημίας που προκλήθηκε από την καθυστέρηση της καταβολής των αναδρομικών αποδοχών που οφείλονται στους κοινοτικούς υπαλλήλους κατόπιν της αναπροσαρμογής των αποδοχών και/ή του συντελεστή αναπροσαρμογής, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 65 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Η μερική σύμπτωση μεταξύ των προτάσεων που ανέπτυξα επί του θέματος αυτού στις 11 Δεκεμβρίου 1984 και της λύσεως που δέχτηκε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 1985 (υπόθεση 158/79, Roumengous Carpentier και λοιποί κατά Επιτροπής· συνεκδικασθείσες υποθέσεις 543, 532, 534, 567, 600, 618 και 660/79, Birke και λοιποί κατά Επιτροπής· υπόθεση 737/79, Battaglia και λοιποί κατά Επιτροπής) μου επιτρέπει να περιορίσω τις παρούσες προτάσεις στα ολιγάριθμα αλλά όχι ασήμαντα ζητήματα που φαίνεται ότι εγείρει ακόμη το εν λόγω ερώτημα καθώς και στο πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται. Δεν θα ασχοληθώ δηλαδή σημείο προς σημείο με τα πάρα πολλά επιχειρήματα που προέβαλαν οι δικηγόροι των προσφευγόντων. Ωστόσο με απασχολεί αυτή η πληθώρα και γι' αυτό κρούω τον κώδωνα του κινδύνου. Δεν πρόκειται για τον αριθμό — πολύ μεγάλο εν πάση περιπτώσει — των προσφυγών που ασκούνται κάθε χρόνο από υπαλλήλους αλλά για τους λόγους για τους οποίους η δικαστική πορεία αυτών των προσφυγών εκφυλίστηκε προοδευτικά καθώς και για την απαράδεκτη κατάσταση στην οποία οδηγεί.
Υπενθυμίζω εξαρχής ότι οι συντάκτες του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως χώρισαν, με τα άρθρα 90 και 91, σε δύο διακριτές αλλά αλληλοσυμπληρούμενες φάσεις τη διαδικασία ασκήσεως προσφυγής από υπαλλήλους των Κοινοτήτων: η πρώτη φάση, διοικητικής φύσεως, είναι αναγκαία και εξελίσσεται εντός των οργάνων' η δεύτερη, δικαστικού χαρακτήρα, είναι ενδεχόμενη, εξαρτάται από συγκεκριμένες προϋποθέσεις παραδεκτού και εμπίπτει αποκλειστικά και μόνο στη δική σας αρμοδιότητα. Είναι προφανής ο λόγος υπάρξεως αυτού του συστήματος που είναι εξάλλου κοινός στο δημόσιο δίκαιο σχεδόν όλων των συγχρόνων κρατών: να φτάσει η διαφορά στη δικαστική φάση απαλλαγμένη περιττών ή τολμηρών αιτημάτων και επιχειρημάτων. Με άλλα λόγια η διοικητική φάση θα λειτουργήσει ως φίλτρο — και μάλιστα άκρως εκλεκτικό — για τις διαφορές που πρέπει να αχθούν ενώπιον του Δικαστηρίου.
Ήδη όμως η διοικητική φάση εξέπεσε σε μια σειρά γραφειοκρατικών διατυπώσεων χωρίς περιεχόμενο. Οι διοικητικές ενστάσεις των υπαλλήλων είναι ήδη στερεότυπες συνταγές' οι αποφάσεις επί των ενστάσεων αυτών — που βάσει του άρθρου 90 πρέπει να αιτιολογούνται δεόντως — είναι λακωνικές και ασαφείς, εφόσον βέβαια λαμβάνονται αποφάσεις. Η συνέπεια είναι φανερή στον καθένα: το Δικαστήριο υφίσταται επιδρομή που θυμίζει, από την κλαγγή και την ποικιλία των όπλων, τις επιθέσεις κατά των αμαξών του Φαρ Ουέστ από τους Σιου. 'Ετσι, λόγου χάρη, οι έξι υπό κρίση προσφυγές περιλαμβάνουν όλα τα αιτήματα που μπορεί να διανοηθεί κανείς: την ακύρωση διοικητικών αποφάσεων και την αναγνώριση της μη εφαρμογής κανονιστικών πράξεων, την αναγνώριση συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης, την αποκατάσταση των πλέον ποικίλων ζημιών και την επιδίκαση αποζημιώσεων που δεν έχουν ακόμη διευκρινιστεί. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί — σπάνιο δείγμα νομικού εκλεκτισμού — φαίνονται εξάλλου ικανοί να στηρίξουν αδιακρίτως καθεμιά από αυτές τις προσφυγές. Οι καθών διοικητικές αρχές από την πλευρά τους προσπαθούν να αντικρύσουν την πληθώρα επιχειρημάτων που προβάλλουν οι αντίδικοι αλλά, όπως δεν έχουν χαράξει κοινή γραμμή εκ των προτέρων, τελικά η καθεμία επαναλαμβάνει αυτά που ανέφερε ήδη η άλλη.
Μπροστά σε μια τόσο εκφυλισμένη διαδικασία ο νομοθέτης έχει το καθήκον να επέμβει' διαφορετικά θα πρέπει το Δικαστήριο να ενεργήσει προκειμένου να διαφυλάξει την αποστολή του. De jure condendo, λόγου χάρη, θα ήταν ευκταίο να υποχρεούται ο υπάλληλος να αιτιολογεί με ακρίβεια την ένσταση του και να αντιστραφούν οι συνέπειες της σιωπής της ΑΔΑ ως προς την ένσταση, δηλαδή να θεωρηθεί ότι ισοδυναμεί με αποδοχή της ( υπό την επιφύλαξη της δυνατότητας της διοίκησης να αναστείλει αυτό το αποτέλεσμα ζητώντας από το Δικαστήριο, και προβάλλουσα σοβαρούς λόγους, την παράταση της προθεσμίας για κοινοποίηση έγγραφης απόφασης). Στους δικαστές δεν έχω τίποτε να προτείνω. Αρκεί να προβληματιστούν επί ενός στοιχείου που είναι αρκετά γνωστό: σε πολλά εθνικά συστήματα, κατά το διοικητικό δίκαιο και τη σχετική πρακτική οι διοικητικές ενστάσεις των δημοσίων υπαλλήλων πρέπει να διατυπώνονται με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια όσον αφορά το petitum, τους ισχυρισμούς και τις διάφορες προϋποθέσεις του παραδεκτού, τούτο ήδη από τη διοικητική διαδικασία. Η ανεπαρκής θεμελίωση και το γενικό του αιτήματος επιφέρουν κατά κανόνα την απόρριψη της προσφυγής in limine litis.
Κατόπιν αυτών έρχομαι στην εξέταση των έξι υποθέσεων.
2.
Τα πραγματικά περιστατικά είναι τα ακόλουθα: με την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 στην υπόθεση 59/81 (Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1982, σ. 3329), το Δικαστήριο ακύρωσε, λόγω παραβάσεως του άρθρου 65 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, τον κανονισμό 187/81 του Συμβουλίου της 20ής Ιανουαρίου 1981 ( ΕΕ L 21 της 24.1.1981, σ. 18 όπως αντικαταστάθηκε από το κείμενο που δημοσιεύτηκε στην ΕΕ L 130 της 16.5.1982, σ. 26) με τον οποίο αναπροσαρμόστηκαν οι αποδοχές Kat οι συντάξεις των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς και οι διορθωτικοί συντελεστές που εφαρμόζονται επ' αυτών των αποδοχών και συντάξεων, από 1ης Ιουλίου και από 1ης Απριλίου 1980 αντιστοίχως. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι « τα αποτελέσματα των διατάξεων... περί αναπροσαρμογής των μισθών των κοινοτικών υπαλλήλων διατηρούν την ισχύ τους μέχρις ότου το Συμβούλιο θεσπίσει τα μέτρα τα οποία υποχρεούται να λάβει προκειμένου να διασφαλίσει την εκτέλεση της παρούσης αποφάσεως ». Το Συμβούλιο εξεπλήρωσε αυτή την υποχρέωση με τη θέσπιση του κανονισμού 3139/82 της 22ας Νοεμβρίου 1980 ( ΕΕ L 331 της 26.11.1982, σ. 1 ), που ίσχυσε αναδρομικά από τις πιο πάνω ημερομηνίες. Σχεδόν δύο χρόνια είχαν μεσολαβήσει από τις 15 Ιανουαρίου 1981, ημερομηνία της θέσεως σε ισχύ του ακυρωθέντος κανονισμού.
Οι καθών διοικήσεις κατέβαλαν τότες τις οφειλόμενες αναδρομικές αποδοχές για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1980 μέχρι 30 Νοεμβρίου 1982 χωρίς ωστόσο να καταβάλουν και τόκους για την καθυστέρηση που μεσολάβησε. Σ' αυτό ακριβώς το στοιχείο στηρίζονται οι υπό κρίση προσφυγές ενώ εξάλλου διαφέρουν εν μέρει οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί.
Στις υποθέσεις 174/83, 175/83, 176/83, 233/83 και 247/83 οι προσφεύγοντες ζητούν προπάντων την ακύρωση του εκκαθαριστικού σημειώματος αποδοχών του Δεκεμβρίου 1982 για το λόγο ότι οι αναδρομικές αποδοχές που προβλέπει δεν υπολογίστηκαν εντόκως. Η παράλειψη αυτή που συνιστά παράβαση των άρθρων 62 και 65 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δεν αποδίδεται στον κανονισμό 3139/82, το κύρος του οποίου δεν προσβάλλεται. Τη σχετική ευθύνη φέρουν οι καθών διοικήσεις. Ζητείται εξάλλου να καταδικαστούν οι τελευταίες βάσει του άρθρου 215 της Συνθήκης ΕΟΚ στην καταβολή επιπλέον τόκων για τη ζημία που προξένησε στους προσφεύγοντες το Συμβούλιο θεσπίζοντας εν επιγνώσει παράνομο κανονισμό (τον κανονισμό της 20ής Ιανουαρίου 1981 ) ενώ συγχρόνως παρέλειψε να προβεί στην ετήσια εξέταση των αποδοχών εντός της προθεσμίας που προβλέπει ο κανονισμός. Η ζημία αυτή συνίσταται στην απώλεια της αγοραστικής δύναμης που προκύπτει από την υποτίμηση του νομίσματος κατά τη διάρκεια της καθυστέρησης πρέπει λοιπόν να υπολογιστεί με την προσθήκη στα ποσά που καταβλήθηκαν καθυστερημένα των νομίμων τόκων που ισχύουν στο Βέλγιο (το επιτόκιο αυξήθηκε από 8 σε 12 ο/ο τον Αύγουστο του 1981 ) από τις ημερομηνίες κατά τις οποίες οι διοικήσεις όφειλαν να καταβάλουν αυτά τα ποσά.
Στην υπόθεση 264/83 οι προσφεύγοντες ακολουθούν άλλη γραμμή. Ζητούν και αυτοί την ακύρωση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων αποδοχών του Δεκεμβρίου 1982, καταλογίζουν όμως τη μη καταβολή τόκων στον κανονισμό 3139/82 που πρέπει συνεπώς να κριθεί ανεφάρμοστος κατά την έννοια του άρθρου 184 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο και ζητούν επικουρικώς. Συγκεκριμένα, με τη θέσπιση αυτού του κανονισμού, το Συμβούλιο εξετέλεσε μεν την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 59/81, δεν έλαβε όμως υπόψη την απώλεια της αγοραστικής δύναμης που προκλήθηκε από την υποτίμηση του νομίσματος καθώς και τους τόκους υπερημερίας επί των οφειλομένων ποσών, πράγμα που συνιστά παράβαση των άρθρων 62 και 65 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Οι προσφεύγοντες ζητούν λοιπόν την καταβολή τόκων υπερημερίας από τις ημερομηνίες κατά τις οποίες οι διοικήσεις όφειλαν να καταβάλουν τις αναδρομικές αποδοχές καθώς επίσης και καταβολή αποζημιώσεων από συμψηφισμό της απώλειας αγοραστικής δύναμης. Για τον υπολογισμό και των μεν και των δε επαφίενται στην κρίση του Δικαστηρίου.
3.
Οι καθών διοικήσεις υπέβαλαν κατά των έξι προσφυγών ενστάσεις απαραδέκτου ποικίλες και ποικίλως θεμελιωμένες. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας πάντως παραιτήθηκαν από την ανάπτυξη ορισμένων και άφησαν άλλες στην κρίση σας: υπό το φως της νομολογίας σας (που μνημονεύουν εξάλλου ορθώς οι προσφεύγοντες ) δεν μπορεί να λεχθεί ότι υπήρξε αδικαιολόγητη αυτή η διαλλακτική τους στάση. Σε μία περίπτωση πάντως το ζήτημα γίνεται πλέον περίπλοκο: αναφέρομαι στην ένσταση που ήγειρε η Επιτροπή κατά της προσφυγής 264/83.
Ο λόγος απαραδέκτου είναι καθεαυτός απλός: συνίσταται στη μη τήρηση της τρίμηνης προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 91 του κανονισμού κατά την άσκηση των προσφυγών στο Δικαστήριο. Τα προβλήματα προκύπτουν από το απαντητικό υπόμνημα που κατέθεσαν οι προσφεύγοντες. Συγκεκριμένα υποστηρίζουν ότι, καίτοι έχουν τοποθετηθεί σε υπηρεσίες της Επιτροπής που βρίσκονται σε διάφορες χώρες, ενήργησαν εξαρχής από κοινού υποβάλλοντας ενιαίες ενστάσεις και ένα μόνο αίτημα: την ακύρωση της ίδιας πράξης, για τους ίδιους λόγους, κατά του ίδιου οργάνου. Με άλλα λόγια πρόκειται για ομαδική προσφυγή, δηλαδή για ενέργεια όχι μόνο σκόπιμη (δικαιολογείται από λόγους οικονομίας της δίκης και από την πρόθεση διευκολύνσεως της καλής απονομής της δικαιοσύνης) αλλά βεβαίως και νόμιμη. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορούν συγκεκριμένα η έλλειψη απαγορευτικών κανόνων και η νομολογία του ίδιου του Δικαστηρίου που κρίνει παραδεκτές τις ομαδικές προσφυγές εφόσον στρέφονται κατά « πράξεων του ίδιου περιεχομένου και που αφορούν καθ' όμοιο τρόπο τους προσφεύγοντες » ( απόφαση της 14ης Ιουλίου 1965, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 18 και 19/64, Alvino και λοιποί κατά Επιτροπής, Race. 1965, σ. 971 ).
Κατόπιν αυτού, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι « δεδομένου ότι η εξέταση του παραδεκτού, ιδίως όσον αφορά την τήρηση της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής, αφορά το ίδιο το δικόγραφο και όχι τον προσφεύγοντα, η προσφυγή θεωρείται παραδεκτή στο σύνολό της εφόσον ασκήθηκε εμπροθέσμως από ορισμένους των προσφευγόντων ». Εν προκειμένω μάλιστα η προσφυγή ασκήθηκε εμπροθέσμως κατά τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως όχι μόνο από μερικούς αλλά από τους περισσότερους προσφεύγοντες· δεν πρέπει λοιπόν να αμφισβητείται το παραδεκτό της προσφυγής για το σύνολο της ομάδας των προσφευγόντων.
Ο συλλογισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Η μείζων πρόταση του — ότι δηλαδή μπορούν να ασκούνται ομαδικές προσφυγές ενώπιον του Δικαστηρίου — είναι ορθή. Εσφαλμένη είναι όμως η ελάσσων: το ότι δηλαδή ο ομαδικός χαρακτήρας της προσφυγής μπορεί να άρει την παραβίαση, από τον έναν ή τον άλλο προσφεύγοντα, των προϋποθέσεων του παραδεκτού. Ας μου επιτραπεί να παραπέμψω σε δικές μου προτάσεις. « Είναι αναμφισβήτητο — ανέφερα στις προτάσεις μου στην υπόθεση 50/84, Bensider και λοιποί κατά Επιτροπής — ότι στην περίπτωση συνάφειας μεταξύ περισσοτέρων προσφυγών ακολουθείται ενιαία διαδικασία: με άλλα λόγια οι προσφυγές συνεκδικάζονται. Αυτό όμως δεν θίγει τον ανεξάρτητο χαρακτήρα τους: απόδειξη είναι... ότι η από διαδικαστικής πλευράς κατάσταση των διαφόρων προσφευγόντων παραμένει... αυτόνομη. Έτσι αν προκύψει κάποιος λόγος καταργήσεως της δίκης ως προς έναν των προσφευγόντων (λόγου χάρη θάνατος... παραίτηση ) δεν επηρεάζει την κατάσταση των άλλων ».
Νομίζω ότι οι ίδιες αρχές ισχύουν και εν προκειμένω. Ακόμη και στο πλαίσιο ομαδικής προσφυγής η κατάσταση εκάστου των προσφευγόντων ως προς την προσβαλλόμενη πράξη δεν επεκτείνεται και στους άλλους προσφεύγοντες είτε είναι ευνοϊκή (όπως η εμπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής) είτε βλαπτική (όπως λόγου χάρη η επιγενόμενη ανικανότητα προς το είναι διάδικον). Από αυτή τη σκοπιά λοιπόν η εν λόγω προσφυγή εμφανίζεται ως δέσμη αυτονόμων αιτήσεων παροχής εννόμου προστασίας που διατυπώνονται με ενιαίο δικόγραφο από περισσότερα πρόσωπα. Επ' ευκαιρία σημειώνω εξάλλου ότι ο ίδιος ο δικηγόρος των προσφευγόντων φαίνεται, αν όχι να ασπάζεται αυτόν το συλλογισμό τουλάχιστον να ενεργεί σαν να ήταν αυτή η άποψη του. Πράγματι, για λόγους τους οποίους προτιμώ να μην εξετάσω, ο εν λόγω δικηγόρος ζήτησε από κάθε προσφεύγοντα να υπογράψει χωριστή εξουσιοδότηση ad litem ενώ, σύμφωνα με την άποψη του, θα αρκούσε ενιαία εντολή υπογεγραμμένη από όλους τους προσφεύγοντες.
Δεν νομίζω εξάλλου ότι έχει περισσότερη βαρύτητα το άλλο επιχείρημα που προέβαλε ο ίδιος δικηγόρος: ότι δηλαδή για να εκτιμηθεί το παραδεκτό της προσφυγής, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι λόγοι της οικονομίας της δίκης και καλής απονομής της δικαιοσύνης που ώθησαν τους προσφεύγοντες να ενεργήσουν από κοινού ή το γεγονός ότι έχουν τοποθετηθεί σε διαφορετικούς τόπους υπηρεσίας. Στην πραγματικότητα οι λόγοι, καλοί ή κακοί, για τους οποίους ασκήθηκε ομαδική προσφυγή δεν είναι σε καμιά περίπτωση ικανοί να θεραπεύσουν τα διαδικαστικά ελαττώματα που βαρύνουν την κατάσταση του ενός ή του άλλου προσφεύγοντος.
Καταρχήν λοιπόν η προσφυγή 264/83 πρέπει να κριθεί απαράδεκτη ως προς τους προσφεύγοντες που δεν κατέθεσαν το δικόγραφό τους εντός της προθεσμίας που τάσσει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως. Στο σημείο αυτό παρατηρώ πάντως ότι παρά τις ερωτήσεις που υπέβαλε το Δικαστήριο, οι διάδικοι δεν προσκόμισαν έγγραφα ικανά να προσδιορίσουν επακριβώς την ταυτότητα των εκπροθέσμων προσφευγόντων υπέπεσαν μάλιστα σε αντιφάσεις ή προέβαλαν άλλοθι τουλάχιστον παράξενα. Αυτό συνέβη πρώτον με την καθής. Συγκεκριμένα όταν ήγειρε την ένσταση απαραδέκτου ανέφερε ότι, από τους 302 προσφεύγοντες, ένας μόνο ( Η. C. Herold ) είχε τηρήσει τη σχετική προθεσμία· στη συνέχεια όμως δέχτηκε, απαντώντας σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου, ότι ύστερα από « εξονυχιστικό έλεγχο » διαπίστωσε ότι η προθεσμία είχε τηρηθεί ως προς τις προσφυγές που άσκησαν « οι περισσότεροι από τους προσφεύγοντες ». Εκπρόθεσμα ασκήθηκαν οι προσφυγές μόνο 25 από τους προσφεύγοντες, ενώ ως προς δύο άλλες ομάδες προσφευγόντων το απαράδεκτο στηρίζεται, αν όχι σε πραγματικές αποδείξεις, σε τεκμήρια όσον αφορά την ημερομηνία κατά την οποία οι προσφεύγοντες έλαβαν γνώση της απορρίψεως της ενστάσεως τους.
Ο δικηγόρος των προσφευγόντων αμφισβητεί αυτά τα στοιχεία αλλά δηλώνει ότι δεν είναι σε θέση να παράσχει άλλα και γι' αυτόν το λόγο δεν επιχειρεί να αποδείξει το παραδεκτό των προσφυγών. Αφού υπογράμμισε ότι οι αποφάσεις επί των ενστάσεων κοινοποιήθηκαν σχεδόν όλες κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών ( από 6 μέχρι 24 Ιουλίου 1983 ) αναφέρει συγκεκριμένα ότι « είναι αδύνατο ... να γίνει γνωστή η ατομική κατάσταση κάθε υπαλλήλου. Η έρευνα αυτή θα απαιτούσε να ερωτηθεί προσωπικώς ο καθένας χωρίς ωστόσο να θυμάται ακριβώς την ημερομηνία λήψεως της απορριπτικής της ενστάσεως του αποφάσεως ».
Υπό τις ασυνήθιστες, ή και παράδοξες, αυτές συνθήκες:
α)
θεωρώντας ότι πρέπει να διαφυλαχτεί η θεμελιώδης αρχή ότι οι προθεσμίες που καθορίζονται στα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως « είναι δημοσίας τάξεως και δεν τελούν στη διάκριση των διαδίκων και του δικαστή » ( απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984 στην υπόθεση 227/83, Μούσης κατά Επιτροπής)·
β )
υπογραμμίζοντας ιδίως ότι κατά το άρθρο 91, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως « προσφυγή στο Δικαστήριο ... γίνεται αποδεκτή [είναι παραδεκτή ] μόνο αν... αυτή η διατύπωση αιτήματος έχει αποτελέσει αντικείμενο ρητής ή σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως » και εφόσον ασκηθεί εμπροθέσμως·
γ )
έχοντας υπόψη ότι είναι αδύνατο να προσδιοριστούν εν προκειμένω οι dies a quibus των προθεσμιών για την άσκηση προσφυγής λόγω των διαδοχικών απορρίψεων, σιωπηρών και ρητών, εκατοντάδων ενστάσεων και ότι πρέπει επομένως να αναγνωριστεί σ' όλους τους προσφεύγοντες το ευεργέτημα της αμφιβολίας· αντίθετα με την πεποίθηση μου καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η προσφυγή 264/83 πρέπει να κριθεί παραδεκτή.
Από τις άλλες ενστάσεις απαραδέκτου που προέβαλαν οι διοικήσεις, η πρώτη αφορά όλες τις προσφυγές και στηρίζεται στο ότι δεν χωρεί ακύρωση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων αποδοχών τα οποία — κατά τα καθών όργανα — αποτελούν απλώς μέτρα εφαρμογής του κανονισμού 3139/82. Η δεύτερη αφορά μόνο το αίτημα που διατυπώνουν επικουρικώς οι προσφεύγοντες στην υπόθεση 264/83 · κατά την προσφεύγουσα, με αυτό το αίτημα αποσκοπείται η ακύρωση της αναφερόμενης πράξης χωρίς οι προσφεύγοντες να έχουν τηρήσει τις διατυπώσεις και τις προθεσμίες που προβλέπει σχετικώς το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Όπως ανέφερα στην αρχή, πρόκειται για επιχειρήματα αβάσιμα που το Δικαστήριο απορρίπτει από μακρού. Περιορίζομαι να παραπέμψω στην απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1984 στην υπόθεση 262/80, Andersen και λοιποί κατά Κοινοβουλίου. Στην απόφαση αυτή αναφέρεται:
α )
« το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών... αποτελεί βλαπτική πράξη κατά της οποίας μπορεί να... ασκηθεί προσφυγή. Είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι το ενδιαφερόμενο κοινοτικό όργανο απλώς εφαρμόζει τους ισχύοντες κανονισμούς »
β)
«το άρθρο 184 της Συνθήκης ΕΟΚ εκφράζει τη γενική αρχή που παρέχει σε κάθε διάδικο το δικαίωμα να προσβάλει παρεμπιπτόντως το κόρος κανονιστικών πράξεων που αποτελούν τη νομική βάση απόφασης που του έχει απευθυνθεί προκειμένου να επιτύχει την ακύρωση της απόφασης αυτής ».
4.
Έρχομαι τώρα στην ουσία. Οι προσφεύγοντες — όπως γνωρίζουμε — ζητούν την καταβολή τόκων υπερημερίας και συνήθων τόκων επί των ποσών που τους καταβλήθηκαν με καθυστέρηση σχεδόν δύο ετών. Βρισκόμαστε λοιπόν στον τομέα των χρηματικών ενοχών, δηλαδή σ' έναν τομέα του ιδιωτικού δικαίου που είναι ήδη δύσκολος ( « Alpengebiet des Schuldrechts » τον έχει χαρακτηρίσει ένας γερμανός αστικολόγος) και που καθίσταται ακόμα πλέον περίπλοκος λόγω της νομισματικής αστάθειας η οποία χαρακτηρίζει τις σύγχρονες οικονομίες. Η κοινοτική έννομη τάξη δεν περιέχει κανένα κανόνα που ρυθμίζει ειδικώς αυτόν τον τομέα: ωστόσο ορισμένες διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως βοηθούν στη λύση του προβλήματος που μας απασχολεί αν ερμηνευτούν με κάποια ευρύτητα πνεύματος.
Το πρόβλημα αυτό μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: υπάρχει κανόνας που αναγνωρίζει δικαίωμα τόκων; Και αν υπάρχει, πώς και πότε μπορεί να λεχθεί ότι γεννάται το δικαίωμα; Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι η απάντηση σ' αυτά τα ερωτήματα βρίσκεται ολόκληρη στα άρθρα 62 και 65 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Η άποψη τους όμως δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
Συγκεκριμένα οι δύο αυτές διατάξεις ορίζουν τα στοιχεία (βασικός μισθός, οικογενειακά επιδόματα κλπ. ) που συνθέτουν τις αποδοχές των υπαλλήλων ( άρθρο 62 ) και τους κανόνες κατά τους οποίους το Συμβούλιο υποχρεούται να αναπροσαρμόζει τα στοιχεία αυτά καθώς και το σχετικό διορθωτικό συντελεστή ( άρθρο 65 ). Οι ρυθμίσεις όμως αυτές δεν έχουν ούτε την ελάχιστη σχέση με τους επίδικους τόκους που ζητούν οι προσφεύγοντες λόγω της καθυστέρησης στην καταβολή των οφειλομένων ποσών και όχι βεβαίως λόγω του ότι τα ποσά αυτά υπολογίστηκαν εσφαλμένα. Στην πραγματικότητα, κατά την έννοια των άρθρων 62 και 65, το Συμβούλιο υποχρεούται μόνο να καθορίζει το ποσό των αποδοχών αντιθέτως δεν μπορεί, τουλάχιστον σ' αυτό το πλαίσιο ( και λέγω τουλάχιστον διότι τίποτα δεν το εμποδίζει έξω από αυτό το πλαίσιο ) να καθορίζει τα της καταβολής των αποδοχών αυτών σε περίπτωση καθυστέρησης. Με άλλα λόγια το Συμβούλιο είναι εν προκειμένω νομοθέτης και όχι οφειλέτης.
Ανάλογες σκέψεις ισχύουν και όσον αφορά τα υποκείμενα της υποχρεώσεως καταβολής των αποδοχών που θέτει ο κανονισμός. Δεδομένου ότι τα άρθρα 62 και 65 ρυθμίζουν τα του υπολογισμού των αποδοχών και όχι τα της καταβολής τους, δεν συνιστούν βεβαίως τη βάση της φερομένης υποχρεώσεως των κοινοτικών διοικήσεων να καταβάλουν επιπλέον τόκους. Προχωρώ μάλιστα περισσότερο : όταν οι διοικήσεις καταβάλλουν τις αμοιβές με καθυστέρηση όχι μόνο δεν υποχρεούνται να τροποποιήσουν τα ποσά που έχει καθορίσει το Συμβούλιο αλλά και δεν μπορούν. Απόδειξη αποτελεί, νομίζω, το άρθρο 63 του κανονισμού που ορίζει «οι αποδοχές ... εκφράζονται σε βελγικά φράγκα. Καταβάλλονται στο νόμισμα της χώρας, στην οποία ο υπάλληλος ασκεί τα καθήκοντά του ».
Είναι πράγματι προφανές ότι η εν λόγω διάταξη υπάγει τις υποχρεώσεις της Κοινότητας ως προς τις αποδοχές στη νομιναλιστική αρχή. Η έννοια της αρχής αυτής είναι γνωστή: Αν στις 15 Φεβρουαρίου 1981 ο Χ όφειλε να καταβάλει 1000 φράγκα στον Ψ, του οφείλει ακόμη σήμερα 1000 φράγκα. Το γεγονός ότι η καταβολή που γίνεται σήμερα σημαίνει καθυστέρηση σε σχέση με την ημερομηνία κατά την οποία το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και από το Φεβρουάριο 1981 μέχρι σήμερα τα 1000 φράγκα έχασαν ή αντιθέτως κέρδισαν σε αξία είναι άνευ σημασίας. Tot numeri tot nummi, και τότε όπως και τώρα: η νομιναλιστική αρχή καταργεί το χρόνο ή ακριβέστερα προστατεύει το χρέος από το πέρασμα του.
5.
Επομένως ο λόγος ακυρώσεως που στηρίζεται στην παράβαση των άρθρων 62 και 65 δεν μπορεί να γίνει δεκτός διότι είναι αβάσιμος είτε πρόκειται για το αίτημα ακυρώσεως των εκκαθαριστικών σημειωμάτων αποδοχών είτε για την ένσταση ως προς το νόμιμο του κανονισμού 3139/82. Ωστόσο με το συμπέρασμα αυτό δεν νομίζω ότι λύνεται το πρόβλημά μας. Το δίκαιο της αρχαίας Ρώμης αναγνώριζε, διά του στόματος του Ουλπιανού (qui tardais solvit minus solvit: D. 50, 16, 12, 1 ), ότι η καθυστέρηση ως προς την καταβολή επιφέρει ζημία για την οποία πρέπει να αποζημιωθεί ο δανειστής. Η Συνθήκης της Ρώμης το αναγνωρίζει και αυτή; Κατά την άποψη μου, υπό το φως των γενικών αρχών και βάσει ορισμένων διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως η απάντηση πρέπει να είναι καταφατική.
Τα άρθρα 16, παράγραφος 1, και 17, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII, στα οποία αναφέρεται το άρθρο 62, πρώτη παράγραφος, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, προβλέπουν αντιστοίχως ότι ο μισθός καταβάλλεται στον υπάλληλο την 15η κάθε μηνός και ότι τα ποσά που του οφείλονται καταβάλλονται επί τόπου και στο νόμισμα της χώρας στην οποία ασκεί τα καθήκοντά του. Είναι νομίζω προφανές ότι η μη τήρηση υποχρεώσεως που καθορίζεται με τόση ακρίβεια και μάλιστα με αυστηρότητα δεν μπορεί παρά να συνεπάγεται κυρώσεις, όταν πρόκειται δε για καθυστέρηση δεν μπορεί παρά να συνεπάγεται αυτή την ειδική κύρωση που αντιπροσωπεύουν οι τόκοι υπερημερίας.
Συγκεκριμένα, στις υπό κρίση υποθέσεις, η κατάσταση είναι αυτή ακριβώς. Οι διάδικοι συνομολογούν πράγματι χωρίς αμφισβήτηση ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταβολή των αναδρομικών αποδοχών μπορούμε λοιπόν αδίστακτα να θεωρήσουμε ότι οι παραπάνω κανόνες παραβιάστηκαν. Δεδομένου εξάλλου ότι τα καθών είναι τα μόνα υποκείμενα της υποχρεώσεως καταβολής των εν λόγω ποσών, είναι φυσικό το γιατί οι υπάλληλοι στράφηκαν κατ' αυτών για να επιτύχουν την καταβολή των τόκων τους οποίους θεωρούν ότι δικαιούνται. Οι καθών διοικήσεις αρνούνται πάντως να δεχτούν αυτές τις αξιώσεις. Υποστηρίζουν ότι δεν ευθύνονται για την καθυστέρηση, ότι όσον αφορά τους τόκους υπερημερίας ελλείπει η προηγούμενη όχληση εκ μέρους των προσφευγόντων ακόμη και αν γίνει δεκτό — πράγμα που πάντως αντικρούουν — ότι οφείλονται τόκοι, οι προσφεύγοντες υπολογίζουν αυθαίρετα το σχετικό επιτόκιο.
Ας δούμε ποια ισχύ έχουν αυτά τα επιχειρήματα. Υπό το φως των άρθρων 16 και 17 του παραρτήματος VII, είναι αναμφισβήτητο ότι οι υποχρεώσεις των καθών είναι: α) εκκαθαρισμένες ( δηλ. ορισμένες ως προς το ποσό ) β ) κομίσιμες ( δηλ. η καταβολή πρέπει να γίνει στην κατοικία του δανειστή ) γ ) υπόκεινται σε υποχρεωτικές προθεσμίες ( άρα απαιτητές μετά τη λήξη της σχετικής προθεσμίας ). Όπως όμως απέδειξα με τις προτάσεις μου της 11ης παρελθόντος Δεκεμβρίου δεν είναι δυνατό υπό τις συνθήκες αυτές, προς το σκοπό οχλήσεως του οφειλέτη και θεμελιώσεως της ευθύνης του να υποχρεωθεί ο δανειστής να λάβει πρωτοβουλίες ή να προσκομίσει αποδείξεις. « Η υπερημερία — ανέφερα — είναι αυτόματη και αρχίζει μόλις καταστεί ληξιπρόθεσμη η απαίτηση ( dies interpellât pro hornine ) ». Πρόσθεσα δε ότι η υποχρέωση καταβολής τόκων γεννάται από μόνο το αντικειμενικό γεγονός της καθυστέρησης στην καταβολή εκ μέρους του οφειλέτη χωρίς να απαιτείται να αποδειχθεί ότι ο τελευταίος ευθύνεται σχετικώς.
Η άποψη μου είναι λοιπόν σαφής: τα επιχειρήματα των καθών δεν αντέχουν τη βάσανο. Λιγότερο σαφής είναι, και φοβούμαι ότι ενέχει ανησυχητικές αναπτύξεις η συλλογιστική που αναδύεται από την απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1985. Πράγματι το Δικαστήριο καταδίκασε τις διοικήσεις να καταβάλλουν « τόκους υπερημερίας με επιτόκιο 6 % ετησίως » επί του ποσού των αναδρομικών αποδοχών που καταβλήθηκαν ήδη διευκρίνισε όμως ότι οι τόκοι «υπολογίζονται από... [την] ημερομηνία διοικητικής ενστάσεως... ή από τις ημερομηνίες κατά τις οποίες οι καθυστερούμενες αποδοχές κατέστησαν απαιτητές αν οι ημερομηνίες αυτές είναι μεταγενέστερες της πρώτης ». Χαίρομαι για την πρώτη κρίση ( εξ όσων γνωρίζω το Δικαστήριο δεν είχε δεχτεί ποτέ το δικαίωμα τόκων αποκλειστικά λόγω καθυστερήσεως)· αντιθέτως είναι προφανές ότι ως προς το δεύτερο σημείο — η dies a quo των τόκων — δεν συμφωνώ με τη λύση που έδωσε το Δικαστήριο.
Επαναλαμβάνω ότι η απόφαση μνημονεύει δύο ημερομηνίες που είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη: την ημέρα υποβολής της διοικητικής ενστάσεως ή την ημέρα κατά την οποία τα οφειλόμενα ποσά καθίστανται απαιτητά. Ας πάρουμε το πρώτο κριτήριο. Με την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1982 (που ήταν παρεμπίπτουσα σε σχέση με την απόφαση του 1985) το Δικαστήριο απέρριψε το κριτήριο αυτό καίτοι σε διαφορετικό πραγματικό και διαδικαστικό πλαίσιο, παρατηρώντας ότι η αποδοχή αυτού του κριτηρίου θα οδηγούσε σε κατάσταση παράλογη: ο υπάλληλος που θεωρεί ότι βλάπτεται από την καθυστέρηση του Συμβουλίου να προσαρμόσει το συντελεστή αναπροσαρμογής — έκρινε το Δικαστήριο — θα έπρεπε όχι μόνο να υποβάλει σειρά ενστάσεων που θα κάλυπταν πιθανώς πολλά έτη αλλ' επιπλέον να ασκήσει και σειρά προσφυγών ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλως θα εξέπιπτε του οικείου δικαιώματος (Συλλογή 1982, σ. 4399). Πρόκειται νομίζω για εξαιρετικά συνετές παρατηρήσεις και δεν αντιλαμβάνομαι γιατί δεν θα μπορούσαν να ισχύουν και για την ημερομηνία κατά την οποία αρχίζουν να τρέχουν οι τόκοι που οφείλονται λόγω της καθυστερήσεως στην καταβολή ποσών τα οποία — όπως συμβαίνει στις υπό κρίση υποθέσεις — είναι βεβαίως εκκαθαρισμένα και απαιτητά.
Προσθέτω ότι η σύμπτωση της dies a quo των τόκων με την ημερομηνία υποβολής της ενστάσεως στερεί σε μεγάλο βαθμό την αναδρομικότητα των αναπροσαρμογών που επιδίωξε ο κανονισμός 3139/82· τέλος νομίζω ότι η ανάγκη υποβολής ενστάσεως με μόνο σκοπό την έναρξη του υπολογισμού των τόκων σημαίνει επιβολή μιας περιττής διατύπωσης σε εκατοντάδες (που θα γίνουν ίσως χιλιάδες) υπαλλήλων. Πράγματι, βάσει της απόφασης της 15ης Ιανουαρίου 1985, οι διοικήσεις οφείλουν να αναγνωρίζουν εν πάση περιπτώσει το δικαίωμα αυτών των υπαλλήλων.
Αλλά σ' αυτή την περίπτωση δεν είναι λογικότερο να δεχτούμε ότι ένας οφειλέτης όπως ο εν προκειμένω, οφειλέτης που γνωρίζει ακριβώς το περιεχόμενο της οφειλής του καθώς επίσης το χρόνο και τον τόπο όπου οφείλει να την εκπληρώσει δεν χρειάζεται σχετική όχληση; Η αρχή dies interpellât pro hornine αναγνωρίζεται εξάλλου από το δίκαιο πολλών κρατών μελών: από το γερμανικό σύστημα δικαίου ( άρθρο 284, δεύτερη παράγραφος, του BGB ), το ιταλικό σύστημα (άρθρο 1219 του αστικού κώδικα), το ελληνικό σύστημα (άρθρο 341 του αστικού κώδικα), το ολλανδικό σύστημα (άρθρο 6.1.8.8 του κώδικα που βρίσκεται στο στάδιο της θέσεως σε ισχύ και άρθρο 1279 του ήδη ισχύοντος κώδικα) και το δανικό σύστημα ( άρθρο 3, παράγραφος 1, του νόμου 638 της 21ης Δεκεμβρίου 1977). Ούτε μπορεί να λεχθεί ότι το αγγλικό δίκαιο αποκλείει την εφαρμογή της αρχής αυτής δεδομένου ότι το άρθρο 35Α του Supreme Court Act του 1981 παρέχει στο δικαστή που έχει επιληφθεί της υποθέσεως την αρμοδιότητα να καθορίζει, αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης, την ημερομηνία από την οποία αρχίζουν να τρέχουν οι τόκοι υπερημερίας.
Άρα μόνο το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και η Γαλλία ακολουθούν την αρχή της προηγουμένης και τυπικής οχλήσεως. Ωστόσο, ο γάλλος νομοθέτης, φοβούμενος τα αναβλητικά τεχνάσματα των οφειλετών, τα καταπολεμά, αφενός, καθορίζοντας νόμιμους τόκους υπερημερίας βάσει του τραπεζικού επιτοκίου και, αφετέρου, προβλέποντας ότι σε περίπτωση καταδίκης « το επιτόκιο των νομίμων τόκων αυξάνεται κατά 5 μονάδες » ( νόμος 75-619 της 11ης Ιουλίου 1975, άρθρο 3 ). Ιδίως η τελευταία αυτή διάταξη αποτελεί αποτελεσματικό μέσο αποτροπής' ο κοινοτικός δικαστής δεν διαθέτει αυτό το μέσο, αντιθέτως όμως μπορεί να εφαρμόσει τον όχι λιγότερο αποτελεσματικό αλλά παλαιότερο και ευρύτερα γνωστό κανόνα που καθιστά αυτόματη τη mora solvendi.
Έρχομαι τώρα στο δεύτερο από τα δύο κριτήρια που δέχονται οι αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 1985 για τον προσδιορισμό της dies a quo των τόκων υπερημερίας. Το Δικαστήριο δέχτηκε ότι υπάρχει νομολογιακό προηγούμενο ως προς αυτό το σημείο στην απόφαση της 20ής Μαρτίου 1984 (συνεκδικασθείσες υποθέσεις 75 και 177/82, Razzouk και Beydoun κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 1509). Η παραπομπή όμως αυτή δεν μου φαίνεται βάσιμη. Πράγματι με την απόφαση Razzouk το Δικαστήριο έκρινε ανίσχυρους ορισμένους κανόνες του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καθόσον συνιστούσαν παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και αναγνώρισε κατά συνέπεια δικαίωμα συντάξεως στο σύζυγο θανούσης υπαλλήλου. Καταδικάζοντας λοιπόν την Επιτροπή στην καταβολή ποσού που οφείλεται βάσει δικαιώματος νέου και γι' αυτό ακριβώς αβέβαιου ως προς την ύπαρξη και ως προς το ποσό, ήταν λογικό να επιδικάσει το Δικαστήριο τόκους υπερημερίας « από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστησαν απαιτητά τα ποσά της συντάξεως», εφόσον είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας υποβολής της διοικητικής ενστάσεως.
Αντιθέτως στην υπό κρίση υπόθεση όπως και στις διαφορές που επιλύθηκαν με τις αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 1985, τα οφειλόμενα ποσά αντιπροσωπεύουν οφειλή των οργάνων η οποία — όπως είδαμε — δεν κατέστη δυνατόν να προσδιοριστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια· τα ποσά αυτά είχαν εξάλλου εκκαθαριστεί και καταστεί απαιτητά από 15 Φεβρουαρίου 1981, δηλαδή από την πρώτη ημέρα της καταβολής των αποδοχών μετά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 187/81. Βεβαίως το Δικαστήριο ακύρωσε την πράξη αυτή υποχρεώνοντας έτσι το Συμβούλιο να τροποποιήσει αναδρομικάτους πίνακες που περιελάμβανε. Αυτό όμως το γεγονός δεν ασκεί καμιά επιρροή όσον αφορά τα αποτελέσματα που παρήχθησαν στις 15 Φεβρουαρίου: δεν επηρεάζει δηλαδή το γεγονός ότι από την εν λόγω ημερομηνία — και από καμιά άλλη — οι υπάλληλοι απέκτησαν το δικαίωμα να λάβουν αναδρομικές αποδοχές.
6.
Μια τελευταία παρατήρηση. Όπως ανέφερα στην παράγραφο 2, εκτός από τους τόκους υπερημερίας, οι προσφεύγοντες ζητούν την αποκατάσταση της πρόσθετης ζημίας που υπέστησαν λόγω της υποτιμήσεως του νομίσματος η οποία επήλθε κατά την περίοδο της καθυστέρησης. Δεν θεωρώ σκόπιμο να ασχοληθώ διά μακρών με τη νομική φύση των ποσών αυτών (δηλαδή των τόκων συμψηφισμού ) ούτε να εξετάσω τα πολυάριθμα επιχειρήματα που προβάλλονται σχετικώς. Τα επιχειρήματα αυτά είναι δυνατό να ευσταθούν καταρχήν δεν έχουν όμως καμία βαρύτητα εφόσον αυτοί που τα προβάλλουν δεν αποδεικνύουν τη ζημία που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν.
Συγκεκριμένα, αντίθετα με τη ζημία εκ της καθυστερήσεως, η ζημία που οφείλεται στην υποτίμηση δεν γίνεται δεκτή ope legis, ακόμη και αν αναφέρεται σε καθυστέρηση ως προς την εκπλήρωση χρηματικής οφειλής. Πρέπει να αποδειχτεί και, όπως παρατηρώ στις προαναφερθείσες προτάσεις μου της 11ης Δεκεμβρίου, δεν πρόκειται «για εύκολη απόδειξη. Δεν αρκεί να προσκομίσει ο δανειστής στατιστικές ή να επικαλεστεί πασίδηλα περιστατικά... αλλά οφείλει να αποδείξει ότι, αν είχε λάβει κατά τον πρέποντα χρόνο τα οφειλόμενα ποσά, θα τα είχε επενδύσει σε αγαθά που δεν υπόκεινται σε υποτίμηση ». Αλλά ούτε στην έγγραφη ούτε στην προφορική διαδικασία υπάρχει ίχνος αυτής της απόδειξης.
7.
Για όλους τους προαναφερθέντες λόγους προτείνω στο Δικαστήριο, με την απόφαση που θα εκδώσει επί των προσφυγών 174/83, 175/83, 176/83, 233/83, 247/83, και 264/83:
α)
να ακυρώσει το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών των προσφευγόντων του Δεκεμβρίου 1982 κατά το ότι οι καθών διοικήσεις, εκτελώντας τον κανονισμό 3139/82 του Συμβουλίου, δεν έλαβαν υπόψη — παραβαίνοντας έτσι τα άρθρα 16, παράγραφος 1, και 17, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII στα οποία αναφέρεται το άρθρο 62, πρώτη παράγραφος, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως — την καθυστέρηση στην καταβολή των οφειλομένων ποσών να ακυρώσει περαιτέρω τις αποφάσεις με τις οποίες απορρίφθηκαν οι διοικητικές ενστάσεις των προσφευγόντων'
β )
να καταδικάσει το Συμβούλιο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή να καταβάλουν τόκους υπερημερίας προς 6 % ετησίως επί των αναδρομικών αποδοχών που κατεβλήθησαν σε εκτέλεση του κανονισμού 3139/82. Οι εν λόγω τόκοι υπολογίζονται από την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να καταβληθούν οι αναδρομικές αποδοχές μέχρις εξοφλήσεως, από 15 Φεβρουαρίου 1981, όσον αφορά τις αναδρομικές αποδοχές του δευτέρου εξαμήνου του 1980 και ως προς τις λοιπές από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστησαν απαιτητές σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον κανονισμό 3139/82'
γ )
να απορρίψει τις προσφυγές ως προς τα λοιπά'
δ )
να συμψηφίσει τα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με τα ισχύοντα για την περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων.
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy