ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ CARL OTTO LENZ
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΥΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 19 ΣΕΠΤΕΜΒΡΊΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Στην προκειμένη υπόθεση ερωτάται ποια είναι βάσει του κοινοτικού δικαίου τα όρια απαιτήσεως παραλείψεως, η οποία στηρίζεται σε διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού και προστασίας των καταναλωτών και η οποία έχει ως αντικείμενο τη μη χρήση σε άλλο κράτος μέλος διακριτικού σημείου, το οποίο νομίμως χρησιμοποιείται στις εμπορικές σχέσεις σε ορισμένο κράτος μέλος.
Α —
Από τα επισυναφθέντα δικόγραφα της κύριας δίκης προκύπτουν τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Η ενάγουσα στην κύρια δίκη επιχείρηση Kohl KG, Regensburg, είναι γερμανική επιχείρηση που ηγείται στον τομέα της κατασκευής και εγκατάστασης εξοπλισμού φαρμακείων. Η πρώτη εναγομένη, η επιχείρηση Ringelhan & Rennett SA, Annecy, ιδρύθηκε το έτος 1971 ως θυγατρική εταιρία της γερμανικής εταιρίας Ringelhan & Rennett GmbH und Co. KG, Oberhausen, η οποία υφίσταται από τα τέλη της δεκαετίας του ·50. Η μητρική εταιρία, όπως και η ενάγουσα, συγκαταλεγόταν μεταξύ των μεγαλυτέρων γερμανικών εταιριών κατασκευής και εγκαταστάσεως εξοπλισμού φαρμακείων. Λίγο πριν από την πτώχευση της εκχώρησε τη γαλλική θυγατρική εταιρία σε τρίτον.
Η δεύτερη εναγομένη, η εταιρία Ringelhan Einrichtungs GmbH, είναι γερμανική εταιρία περιορισμένης ευθύνης που ιδρύθηκε μετά την πτώχευση, η οποία εμφανίζεται ως εμπορικός αντιπρόσωπος της γαλλικής επιχείρησης. Η γαλλική θυγατρική εταιρία και η πτωχεύσασα γερμανική μητρική εταιρία προσέφεραν αρχικά, χρησιμοποιώντας η καθεμιά τη δική της εμπορική επωνυμία, ενιαίο πρόγραμμα επίπλων και χρησιμοποίησαν ως εμπορικό διακριτικό σημείο τα αρχικά « R & R », με άσπρα γράμματα, σε έντονα χρωματισμένο βάθος. Μετά την πτώχευση της γερμανικής επιχείρησης, η γαλλική επιχείρηση και ο εμπορικός της αντιπρόσωπος συνέχισαν να εμφανίζονται με το επίδικο αυτό διακριτικό σημείο και ιδίως χρησιμοποίησαν διαφημιστική φωτεινή επιγραφή πάνω σε περίπτερο εκθέσεως, στην οποία απεικονιζόταν το εν λόγω διακριτικό σημείο.
Με την αγωγή της, η ενάγουσα ζήτησε, στηριζόμενη στα άρθρα 1 και 3 του γερμανικού νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού (UWG), να απαγορευθεί στις εναγόμενες να χρησιμοποιούν το περιγραφέν διακριτικό σημείο κατά τις εμπορικές τους επαφές για τη διαφήμιση εξοπλισμών φαρμακείου, αν δεν αναφέρουν σαφώς και κατά τρόπο που να μην επιτρέπει παρεξηγήσεις ότι δεν υπάρχει καμία νομική ή οικονομική σχέση με την παλιά γερμανική εταιρία.
Το σχετικό σημείο του άρθρου 3 του νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού έχει ως εξής:
«Εκείνος ο οποίος στις εμπορικές του σχέσεις χρησιμοποιεί, με σκοπό τον ανταγωνισμό, στοιχεία που είναι δυνατόν να παραπλανήσουν ως προς τα εμπορικά γνωρίσματα και ιδίως τα χαρακτηριστικά, την καταγωγή, τη μέθοδο παραγωγής ή τις τιμές ορισμένων προϊόντων ή εμπορικών υπηρεσιών ή του συνόλου των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσφέρει, ως προς τους τιμοκαταλόγους, τον τρόπο εφοδιασμού ή την πηγή εφοδιασμού, ..., μπορεί να υποχρεωθεί δικαστικώς να παύσει να χρησιμοποιεί τα εν λόγω στοιχεία.»
Η ενάγουσα, η οποία δεν προβάλλει κανένα ισχυρότερο δικό της δικαίωμα επί του διακριτικού σημείου, στηρίζει την αγωγή της, ουσιαστικώς, στον ισχυρισμό ότι το εν λόγω σημείο δημιουργεί την πεπλανημένη εντύπωση ότι η από οικονομική άποψη ασήμαντη γαλλική εταιρία Ringelhan & Rennett SA είναι η παλιά σημαντική επιχείρηση Ringelhan & Rennett, Oberhausen, ή ότι τουλάχιστον υφίστανται νομικές ή οικονομικές σχέσεις με αυτή την επιχείρηση που παλαιότερα είχε εξέχουσα φήμη.
Οι εναγόμενες ισχυρίζονται εξάλλου σχετικώς ότι η γαλλική εταιρία σε καμία περίπτωση δεν ήταν μία εντελώς ασήμαντη επιχείρηση αλλά ότι συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους προμηθευτές στη Γαλλία. Επιπλέον, οι δύο επιχειρήσεις που αρχικά αποτελούσαν σύμπραξη εκπροσωπούνταν από κοινό διαχειριστή και ακολουθούσαν πολιτική ενιαίας επιχειρήσεως. Ιδίως, είχαν ενιαίο πρόγραμμα κατασκευής και ενιαίο πρόγραμμα διαθέσεως στο εμπόριο των προϊόντων, εμφανίζονταν με ενιαίο πρόγραμμα διαφημίσεως και είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους ηγετικά στελέχη και παραγγελίες. Ήδη πριν από την πτώχευση, η γαλλική εταιρία είχε επίσης προμηθεύσει, μέχρις ενός σημείου, τον εξοπλισμό φαρμακείων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Οι εναγόμενες αναφέρουν ότι έχουν δικαίωμα να χρησιμοποιούν το επίδικο διακριτικό σημείο βάσει του άρθρου 12 του γερμανικού αστικού κώδικα (Deutsches bürgerliches Gesetzbuch) σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της συνθήκης των Παρισίων για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας. Ως πρώην μέλος συμπράξεως, η γαλλική εταιρία συνέχισε απλώς να χρησιμοποιεί ένα σήμα που μοιάζει με το αρχικό, το οποίο παλαιότερα χρησιμοποιούσε με την άδεια της μητρικής εταιρίας. Επιπλέον, από το σύνδικο πτωχεύσεως της γερμανικής επιχείρησης έλαβε ρητή άδεια για τη χρησιμοποίηση στη Γερμανία και, επομένως, εκτός από το ίδιο δικαίωμα, κατέχει επίσης συμβατικό δικαίωμα για τη χρησιμοποίηση του σήματος της άλλοτε μητρικής εταιρίας. Ιδίως το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ επιτρέπει τη χρησιμοποίηση του εν λόγω σήματος στη γερμανική αγορά. Κυρίως δεν είναι δυνατό να της επιβληθεί η προσθήκη ενδείξεων στο εν λόγω επιτρεπόμενο διακριτικό σημείο που βαίνουν πέρα από τη συνήθη ονομασία της επιχείρησης με τη μορφή της εταιρίας και τη γαλλική της διεύθυνση.
Κατόπιν αυτού, το τέταρτο τμήμα εμπορικών υποθέσεων του Landgericht München Ι ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως με διάταξη της 9ης Ιουνίου 1983 και ζήτησε από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί του εξής ερωτήματος:
«Εφόσον
—
ένα διακριτικό σημείο (στην προκειμένη περίπτωση: τα αρχικά “r + r” με άσπρα γράμματα σε σκουρόχρωμο βάθος) χρησιμοποιείται στο εμπόριο νόμιμα μέχρι σήμερα από μία αλλοδαπή (στην προκειμένη περίπτωση: γαλλική) επιχείρηση στη χώρα της (στην προκειμένη περίπτωση: στη Γαλλία) ως διακριτικό γνώρισμα της επιχειρήσεως αυτής,
—
η αλλοδαπή αυτή (στην προκειμένη περίπτωση: γαλλική) επιχείρηση είχε σχηματίσει όμιλο επιχειρήσεων μαζί με μία επιχείρηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η οποία χρησιμοποιούσε στη Γερμανία το ίδιο διακριτικό σημείο — ως γνώρισμα της — μέχρις ότου η (γερμανική) αυτή επιχείρηση κηρύχθηκε σε πτώχευση και έπαυσε να υφίσταται,
—
η χρήση του επίδικου διακριτικού σημείου από την αλλοδαπή (γαλλική) επιχείρηση στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι σύμφωνα με το εθνικό (γερμανικό) δίκαιο περί ανταγωνισμού παράνομη, επειδή το (γερμανικό) κοινό, στο οποίο απευθύνεται, ταυτίζει το διακριτικό σημείο αυτό με τη γερμανική επιχείρηση που δεν υφίσταται πλέον ή, εν πάση περιπτώσει, με τον όμιλο επιχειρήσεων που επίσης δεν υφίσταται πλέον, και συνεπώς η χρήση αυτή είναι δυνατό να παραπλανήσει (άρθρο 3 του LWG = Gesetz gegen den unlauteren Wettbewerb — γερμανικού νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού),
η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως του διακριτικού σημείου στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας από την αλλοδαπή (γαλλική) επιχείρηση αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο (ιδίως προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ);
'Εχει σημασία στην προκειμένη περίπτωση ο βαθμός της παραπλάνησης;»
Β —
Επ' αυτού η άποψη μου είναι η εξής:
Το παραπέμπον δικαστήριο κατ' ουσίαν ερωτά αν οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων είναι αντίθετες προς εθνική ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία μπορεί να απαγορευθεί σε επιχείρηση από άλλο κράτος μέλος που αρχικά είχε σχηματίσει σύμπραξη με εγχώρια επιχείρηση, η οποία εν τω μεταξύ έπαυσε να υφίσταται, η χρησιμοποίηση διακριτικού σημείου στο εσωτερικό του εν λόγω κράτους, επειδή η χρησιμοποίηση αυτή συνιστά αναφορά στην λυθείσα εγχώρια επιχείρηση ή τη λυθείσα σύμπραξη και, επομένως, είναι παραπλανητική. Εν προκειμένω, το παραπέμπον δικαστήριο φαίνεται να κλίνει προς την άποψη ότι η ενάγουσα μπορεί, βάσει της εθνικής διατάξεως η οποία αποβλέπει στην προστασία της εντιμότητας των εμπορικών συναλλαγών και στην προστασία των καταναλωτών από τη χρησιμοποίηση παραπλανητικών στοιχείων, να απαιτήσει από τις εναγόμενες να παύσουν να χρησιμοποιούν το εν λόγω διακριτικό σημείο.
1.
Κατά την εξέταση αυτού του ερωτήματος πρέπει καταρχάς να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο με πάγια νομολογία έχει τονίσει ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων αποτελεί μία από τις βάσεις της κοινής αγοράς. Κατόπιν αυτού προβαίνει πάντοτε σε εκτίμηση των συμφερόντων που προστατεύονται από το δίκαιο περί αθέμιτου ανταγωνισμού ή το δίκαιο της εμπορικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας και των συμφερόντων της ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων. Καταρχή με τον τρόπο αυτό έχει κάνει δεκτό ότι η άσκηση παρόμοιων εθνικών δικαιωμάτων προστασίας πρέπει να εκτιμάται με βάση τους στόχους που επιδιώκει το κοινοτικό δίκαιο.
2.
Η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εκ μέρους των εναγομένων του διακριτικού σημείου, που νομίμως χρησιμοποιούν στη Γαλλία ή η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως του σε περίπτωση που δεν γίνεται αναφορά στον αρχικό κάτοχο του σήματος που δεν υφίσταται πλέον, την οποία εξετάζει το παραπέμπον δικαστήριο, πρέπει όπως παραδέχονται όλοι οι διάδικοι να εκληφθεί ως μέτρο το οποίο μπορεί σύμφωνα με την άποψη που διατυπώνεται ατην απόφαση Dassonvilk (υπόθεση 8/74 ( 2 )) να παρεμποδίσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως του εν λόγω διακριτικού σημείου, το οποίο περιέχει ένδειξη της εμπορικής επωνυμίας της πρώτης από τις εναγόμενες, μπορεί δηλαδή να περιορίσει τις δυνατότητες της οιαφήμιοης και της προώθησης των πωλήσεων της γαλλικής επιχείρησης, που είναι κάτοχος του σήματος, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία. Παρόμοια ρύθμιση μπορεί, όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο στις αποφάσεις «Διαφήμιοη αλκοολούχων ποτών» (υπόθεση 152/78 ( 3 )) και Oosthoek (υπόθεση 286/81 ( 4 )), ακόμη και αν δεν αφορά άμεσα τις εισαγωγές, να περιορίσει τον όγκο των εισαγωγών δεδομένου ότι επηρεάζει τις δυνατότητες διαθέσεως των εισαγομένων προϊόντων.
Το αποτέλεσμα αντίστοιχων διατάξεων να παρεμποδίζουν το εμπόριο αναγνωρίζεται εν τέλει ρητώς και με την οδηγία του Συμβουλίου, που θεσπίστηκε στις 28 Ιουνίου 1984, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παραπλανητική διαφήμιση. Στις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας αυτής αναφέρεται μεταξύ άλλων το εξής: «ότι η διαφήμιση εκτείνεται και πέρα από τα σύνορα των κρατών μελών και έχει, συνεπώς, άμεσες επιπτώσεις στη δημιουργία και τη λειτουργία της κοινής αγοράς ... Οι διαφορές μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών όχι μόνο συνεπάγονται, σε πολλές περιπτώσεις, άνισο βαθμό προστασίας των καταναλωτών, αλλά και εμποδίζουν την πραγματοποίηση διαφημιστικής εκστρατείας πέρα από τα εθνικά σύνορα και θίγουν, επομένως, την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών». Επομένως, η εφαρμογή του άρθρου 3 του νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού την οποία εξετάζει το παραπέμπον δικαστήριο πρέπει βασικώς να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό των εισαγωγών.
3.
Επομένως έχει αποφασιστική σημασία κατά πόσον παρόμοια εφαρμογή του άρθρου 3 του νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού μπορεί να δικαιολογηθεί λόγω προστασίας της εντιμότητας των εμπορικών συναλλαγών και προστασίας των καταναλωτών.
Μία δικαστική απογόρευση της χρησιμοποίησης του εν λόγω διακριτικού σημείου μπορεί είτε σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Cassis de Dijon ( 5 ) να μη θεωρηθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος που απαγορεύεται δυνάμει του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ ή να δικαιολογηθεί σύμφωνα με το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ βάσει δικαιωμάτων επί του σήματος και της νομολογίας του Δικαστηρίου της σχετικής με τα δικαιώματα επί αρχικώς ομοίων σημάτων. Επομένως, και οι δύο δυνατότητες δικαιολογήσεως των διαδίκων υποβάλλονται σε εξέταση.
α)
Όσον αφορά τη δικαιολόγηση που στηρίζεται στο δίκαιο περί σημάτων, όλοι οι διάδικοι δικαίως θεωρούν ότι οι αρχές περί αναλώσεως των δικαιωμάτων όσον αφορά τα εμπορικά σήματα πρέπει να ισχύουν επίσης για την εμπορική επωνυμία. Η εμπορική επωνυμία και το εμπορικό σήμα ομοιάζουν ως προς τη φύση τους που έχει τα χαρακτηριστικά της κυριότητας, ως προς την αποστολή τους, που συνίσταται στο να εξασφαλίζουν την ταυτότητα της προέλευσης του εμπορεύματος και ως προς τη νομική προστασία που τους παρέχεται ευρέως, ούτως ώστε η νομολογία του Δικαστηρίου να μπορεί να αξιώνει και στην περίπτωση της εμπορικής επωνυμίας την από άποψη κοινοτικού δικαίου ανάλωση των δικαιωμάτων βιομιχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας Kat ιδίως τη διάσπαση των δικαιωμάτων που έχουν την ίδια προέλευση. Κατόπιν αυτού, το Δικαστήριο διατύπωσε και το διατακτικό της απόφασης Terrapin-Terranova (υπόθεση 119/75 ( 6 )) με ανάλογο τρόπο όσον αφορά τα νομικώς προστατευόμενα δικαιώματα επί των επωνυμιών και επί των σημάτων.
Εν τούτοις, στην προκειμένη περίπτωση, αντίθετα από ό,τι συνέβη στην υπόθεση Terrapin-Terranova, πρέπει να ληφθεί ως βάση η διάσπαση του δικαιώματος επί του σήματος, κατά την οποία μπορεί να μην εξεταστεί αν η διάσπαση επήλθε λόγω εκχωρήσεως ή λόγω πτωχεύσεως της γερμανικής επιχείρησης. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Kaffee-Hag (υπόθεση 192/73 ( 7 )) πρέπει εν τούτοις να ληφθεί ως βάση η ανάλωση του δικαιώματος επί του σήματος διότι η αποστολή του σήματος όσον αφορά την εγγύηση για την ταυτότητα του προϊόντος τελείωσε ήδη με τη διάσπαση και επομένως δεν μπορεί πλέον να παράσχει προστασία. Αυτό σημαίνει εξάλλου ότι και η ίδια η μητρική εταιρία, αν υπήρχε ακόμη, ή μία επιχείρηση που θα την είχε διαδεχθεί, θα εμποδιζόταν βάσει τον δίκαιον περί οημάτων, να απαγορεύσει τη χρησιμοποίηση του ίδιου εμπορικού σήματος που είχε την ίδια προέλευση στην εδαφική περιοχή στην οποία ισχύει το δικαίωμα της επί του σήματος. Αυτή η αρχή του κοινοτικού δικαίου πρέπει κατά την άποψη των εναγομένων στην κύρια δίκη, της γαλλικής κυβέρνησης και της Επιτροπής κατά μείζονα λόyo να ισχύει επίσης σε περιπτώσεις αγωγών επί παραλείψει οι οποίες δεν στηρίζονται σε δικαιώματα προστασίας της εμπορικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας αλλά, όπως στην προκειμένη περίπτωση, στην προστασία του θεμιτού ανταγωνισμού ή στην προστασία των καταναλωτών.
6)
Ακόμα και αν το αποτέλεσμα αυτό καθίσταται αμέσως εμφανές, η εφαρμογή της αναφερθείσας νομολογίας σχετικά με το άρθρο 36 στην προκειμένη περίπτωση, όπως ιδίως αναφέρουν οι εναγόμενες στην κύρια δίκη και η Επιτροπή, δεν είναι δυνατή άνευ ετέρου για πολλούς λόγους.
Αντίθετα από ό,τι συνέβη στις υποθέσεις που αναφέρθηκαν, στην κύρια δίκη δεν ασκεί αγωγή ο κάτοχος σήματος που έχει ίδια προέλευση και η αξίωση δεν στηρίζεται στην προσβολή δικαιωμάτων που προσομοιάζουν με αυτά της κυριότητας αλλά στην παραπλάνηση των καταναλωτών. Στην απόφαση Hag ( 7 ), όμως, το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι η απόφαση αυτή αναφέρεται μόνο σε αξιώσεις επί παραλείψει που απορρέουν από μία ρύθμιση του δικαίου σημάτων. Αναγνωρίζοντας ότι η απαγόρευση διαθέσεως ενός προϊόντος, για το οποίο νομίμως χρησιμοποιείται ένα εμπορικό σήμα σε δεδομένο κράτος μέλος, σε άλλο κράτος μέλος με τη μόνη αιτιολογία ότι στο κράτος αυτό υπάρχει όμοιο εμπορικό σήμα με ίδια προέλευση προσκρούει στις διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, εξέφρασε την άποψη ότι όταν συνδράμουν πρόσθετα στοιχεία περί ανέντιμης συμπεριφοράς, είναι δυνατή η εφαρμογή των διατάξεων περί αθέμιτου ανταγωνισμού.
Τουλάχιστον από την απόφαση Irish Souvenir (υπόθεση 113/80 ( 8 )) γίνεται όμως δεκτό ότι η προστασία των καταναλωτών και η εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο στο πλαίσιο του άρθρου 30 και όχι σε σχέση με το άρθρο 36, δεδομένου ότι τα έννομα αυτά αγαθά δεν συγκαταλέγονται στις εξαιρέσεις του άρθρου 36 που απαριθμούνται κατά τρόπο περιοριστικό.
4.
Όπως κατ' επανάληψη διασαφήνισε το Δικαστήριο στη νομολογία που ακολούθησε την απόφαση Cassis de Dijon (πρβλ. ιδίως τις υποθέσεις 6/81, Bede ( 9 ) υπόθεση 220/81, Robertson ( 10 ) υπόθεση 286/81, Oosthoek ( 11 )), ελλείψει κοινοτικής ρυθμίσεως για την εμπορευματοποίηση, τα εμπόδια του ελεύθερου εσωτερικού εμπορίου της Κοινότητας που προκύπτουν από τις διαφορές των εθνικών νομοθεσιών πρέπει να γίνουν δεκτά καθόσον παρόμοια ρύθμιση, πρώτον, ισχύει αδιακρίτως για εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα και, δεύτερον, είναι αναγκαία για να εκπληρωθούν επιτακτικές απαιτήσεις για την προστασία των καταναλωτών και την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών.
Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν η εφαρμογή του άρθρου 3 του νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού που αναφέρεται στη διάταξη του παραπέμποντος δικαστηρίου ανταποκρίνεται σ' αυτές τις προϋποθέσεις.
α)
Συμφωνώ με τις εναγόμενες στην κύρια δίκη και με την Επιτροπή ότι η απαγόρευση που εξετάζει το παραπέμπον δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αδιακρίτως εφαρμοζόμενο μέτρο. Αναμφισβήτητα, το άρθρο 3 του νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού ισχύει μεν σύμφωνα με τη διατύπωση του αδιακρίτως για την εμπορευματοποίηση τόσο των εγχωρίων όσο και των εισαγομένων εμπορευμάτων. Αλλά αν η διάταξη αυτή ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι η χρησιμοποίηση ενός διακριτικού σημείου απαγορεύεται μόνο επειδή με αυτό παραπλανώνται οι καταναλωτές ως προς την εθνική προέλευση των εμπορευμάτων και δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία ανέντιμης συμπεριφοράς, το γεγονός αυτό εξομοιώνεται με διαφορετική εφαρμογή αυτής της διάταξης ως προς τα εγχώρια απ' ό,τι ως προς τα εισαγόμενα προϊόντα, η οποία δεν βασίζεται σε οποιαδήποτε διαφορά των εμπορευμάτων αλλά, εν τέλει, στον εδαφικό περιορισμό εθνικών δικαιωμάτων επί των σημάτων. Η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την εδαφική ανάλωση των δικαιωμάτων επί του σήματος δείχνει όμως ότι η κοινή αγορά πρέπει να θεωρηθεί ως μία αγορά και από την άποψη του δικαίου περί σημάτων.
Η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης που επισημαίνεται στη διάταξη περί παραπομπής πρέπει επομένως να χαρακτηριστεί ως αδιακρίτως εφαρμοζόμενο μέτρο μόνο εφόσον μία αντίστοιχη εσωτερική κατάσταση αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο. Αυτό ιδίως συμβαίνει στην περίπτωση, για να λεχθεί το παράδειγμα που ανέφερε η Επιτροπή, που μπορεί βάσει του άθρου 3 του νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού να απαγορεύεται σε επιχείρηση που ασκεί τις δραστηριότητες στο βορειογερμανικό χώρο, η οποία εκχωρήθηκε πριν από την πτώχευση της μητρικής εταιρίας που ασκεί τις δραστηριότητες της στο νοτιογερμανικό χώρο, να χρησιμοποιεί μετά την πτώχευση για διαφημιστικούς λόγους στο νοτιογερ-μανικό χώρο το ίδιο σήμα της επιχείρησης που έχει την ίδια προέλευση, το οποίο δεν συνιστά ένδειξη για τη γεωγραφική προέλευση. Παρόμοιες αποφάσεις γερμανικών δικαστηρίων, στις οποίες σε παρόμοιες περιπτώσεις με καθαρά εγχώριο χαρακτήρα γίνεται δεκτή η εφαρμογή του άρθρου 3 του νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού, δεν ήταν εντούτοις δυνατό να αναφερθούν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας από κανένα από τους διαδίκους. Όμως, το γεγονός ότι δεν υπάρχουν παρεμφερείς περιπτώσεις με καθαρά εγχώριο χαρακτήρα, αποτελεί ένδειξη για το ότι η εφαρμογή του άρθρου 3 του νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού, που το παραπέμπον δικαστήριο εξετάζει, πραγματοποιείται κατά διαφορετικό τρόπο ανάλογο με το αν πρόκειται για εισαγόμενα ή εγχώρια εμπορεύματα.
Υπέρ αυτής της εφαρμογής συνηγορεί επίσης η διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος, σύμφωνα με την οποία η χρήση του εν λόγω διακριτικού σημείου από την αλλοδαπή επιχείρηση στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι παράνομη επειδή το (γερμανικό) κοινό, στο οποίο απευθύνεται, ταυτίζει το διακριτικό αυτό σημείο με τη γερμανική επιχείρηση που δεν υφίσταται πλέον.
Ρυθμίσεις για την προστασία κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού ή για την προστασία των καταναλωτών που εφαρμόζονται κατά τρόπο διαφορετικό στα εγχώρια και τα εισαγόμενα εμπορεύματα, οι οποίες εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων πρέπει, εντούτοις, πάντοτε να θεωρούνται, όπως ιδίως αποσαφηνίζεται στην απόφαση Dansk Supermarked ( 12 ), ως απα-γορευόμενα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό των εισαγωγών κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ. Το Δικαστήριο καταρχάς τόνισε στην υπόθεση αυτή ότι το κοινοτικό δίκαιο βασικώς δεν παρεμποδίζει την εφαρμογή των διατάξεων περί εμπορευματοποιήσεως που ισχύουν σε ένα κράτος μέλος στο εν λόγω κράτος στα εμπορεύματα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη. Στη συνέχεια όμως, παραπέμποντας στην απόφαση Béguelin ( 13 ) τόνισε ότι η απλή εισαγωγή ενός εμπορεύματος το οποίο νομίμως διατίθεται στο εμπόριο σε ένα άλλο κράτος μέλος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράνόμη ή αάέμιτη εμπορική πρακτική δεδομένου ότι αυτός ο χαρακτηρισμός της διάθεσης στο εμπόριο είναι δυνατός μόνο λόγω περιστατικών που είναι ανεξάρτητα από την εισαγωγή καθεαυτή. Κάτι ανάλογο πρέπει επίσης να ισχύσει για την περίπτωση που ένα εμπόρευμα διατέθηκε στην αγορά σε ένα άλλο κράτος μέλος νομίμως φέροντας ένα ορισμένο διακριτικό σημείο.
Η απαγόρευση της χρησιμοποίησης ενός διακριτικού σημείου που διατάσσεται 6άσει εθνικής νομοθεσίας, η οποία συνδέεται αποκλειστικά με την αλλοδαπή προέλευση του εν λόγω σήματος επιχειρήσεως, σύμφωνα και με το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο S, της οδηγίας 70/50 της Επιτροπής (ABl. L 13 της 19. 1. 1970, σ. 29) πρέπει να χαρακτηριστεί ως μέτρο που δεν ισχύει αδιακρίτως και που ευνοεί τα εγχώρια προϊόντα. Ως τέτοιου είδους μέτρα πρέπει, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, να θεωρηθούν μεταξύ άλλων ρυθμίσεις «που επιφυλάσσουν μόνο για εγχώρια εμπορεύματα ενδείξεις, οι οποίες δεν αποτελούν ούτε ενδείξεις καταγωγής ούτε ενδείξεις προελεύσεως».
5.
Σύμφωνα όμως με πάγια νομολογία του δικαστηρίου, η επίκληση διατάξεων που εφαρμόζονται κατά τρόπο που συνεπάγεται διακρίσεις δεν μπορεί να γίνει στο πλαίσιο του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ αλλά μόνο στο πλαίσιο του άρθρου 36. Εφόσον, όπως αποδείχθηκε, δεν μπορεί να προβληθεί ούτε η προστασία των καταναλωτών ούτε η εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών στο πλαίσιο του άρθρου 36, συνάγεται ότι μία εθνική ρύθμιση, η οποία αποβλέπει στην εν λόγω προστασία και δεν εφαρμόζεται αδιακρίτως σε εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα, πρέπει να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό των εισαγωγών, το οποίο απαγορεύεται βάσει του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Υπό αυτή την έννοια, το Δικαστήριο έκανε δεκτό στην υπόθεση Schutzverband gegen Unwesen in der Wirtschaft κατά Weinver-triebs-GmbH (υπόθεση 59/82 ( 14 ) ) ότι εθνική διάταξη που εξυπηρετεί την προστασία των καταναλωτών, η οποία αναφέρεται μόνο σε εισαγόμενα προϊόντα, οδηγεί σε διακρίσεις και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τα έννομα αγαθά που αναφέρονται στο άρθρο 36.
6.
Ακόμη όμως και αν ληφθεί υπόψη ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις με αμιγώς εσωτερικό χαρακτήρα το άρθρο 3 του νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού επίσης θα οδηγούσε σε απαγόρευση του διακριτικού σημείου και ότι επομένως η εν λόγω διάταξη την οποία έχει υπόψη του το παρα-πέμπον δικαστήριο θα χαρακτηριστεί ως μέτρο που ισχύει αδιακρίτως για εγχώρια καθώς και εισαγόμενα πρϊόντα, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου πρέπει επιπλέον να εξεταστεί στο πλαίσιο του άρθρου 30, αν το μέτρο που περιορίζει το εμπόριο μπορεί να δικαιολογηθεί από το ότι είναι αναγκαίο για να ικανοποιούνται επιτακτικές ανάγκες που έχουν σχέση ιδίως με την ¡προστασία των καταναλωτών και την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών. Με τον τρόπο αυτό, το Δικαστήριο έκανε δεκτό κατ' ουσία ήδη στην απόφαση Cassis de Dijon ότι αντίστοιχες εθνικές διατάξεις περί εμπορευματοποιήσεως μπορούν βασικώς να οδηγήσουν ελλείψει ρυθμίσεως του κοινοτικού δικαίου σε περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που εξασφαλίζεται από της Συνθήκης.
α)
Αναμφισβήτητα, η προστασία από τα παραπλανητικά στοιχεία σχετικά με τον κατασκευαστή ενός εμπορεύματος που επιδιώκεται μεταξύ άλλων από το άρθρο 3 του νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού συγκαταλέγεται επίσης στις, χάρη του γενικού συμφέροντος, επιτακτικές απαιτήσεις της προστασίας των καταναλωτών και της προστασίας των έντιμων εμπορικών συναλλαγών. Αφενός χρησιμεύει για την προστασία των καταναλωτών από παραπλάνηση όσον αφορά την προέλευση προϊόντος από εργοστάσιο ή επιχείρηση, με την οποία μπορούν να συνδεθούν ορισμένες ποιοτικές παραστάσεις και χρησιμεύει αφετέρου για την προστασία κατά της αθέμιτης εκμετάλλευσης της καλής φήμης μιας άλλης επιχείρησης. Το ότι αυτή η ρύθμιση πράγματι ανταποκρίνεται στις επιτακτικές απαιτήσεις, όπως τόνισε το Δικαστήριο στην υπόθεση Beele ( 15 ), επιβεβαιώνεται και από το ότι η εν λόγω ρύθμιση συμφωνεί με τη βασική ιδέα του άρθρου 10 α της σύμβασης των Παρισίων περί συστάσεως ενώσεως προς προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας που αναθεωρήθηκε για τελευταία φορά στις 14 Ιουλίου 1967 στη Στοκχόλμη, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται κάθε ενέργεια που μπορεί καθ' οιονδήποτε τρόπο να προκαλέσει σύγχυση με την εγκατάσταση, τα εμπορεύματα ή τη βιομηχανική ή εμπορική συμμετοχή ενός ανταγωνιστή.
6)
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, εντούτοις, κατά τη διαμόρφωση αυτής της προστασίας πρέπει να λαμδά-νονται υπόψη η ύπαρξη της κοινής αγοράς καθώς και οι περιορισμοί του κοινοτικού δικαίου που απορρέουν από τη βασική αρχή της ελεύ9ερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Για το λόγο αυτό, έχοντας ως 6άση τα κριτήρια ελέγχου που προβλέπονται στο άρθρο 36, εξετάζει πάντοτε στο πλαίσιο του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ αν μία εθνική ρύθμιση ή η εφαρμογή της είναι κατάλληλη και αναγκαία για την επίτευξη των αναφερθέντων σκοπών ή αν η εφαρμογή αυτή υπερβαίνει τα όρια εντός των οποίων μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει των σκοπών αυτών.
αα)
Από τις ήδη αναφερθείσες υποθέσεις Irish Souvenir ( 16 ), Béguelin ( 17 )και Dansk Supermarked ( 18 ) συνάγεται όμως ότι υπό το πρίσμα της προστασίας γενικών συμφερόντων και των ρυθμίσεων διαθέσεως στο εμπόριο που συνδέονται με αυτήν, η αλλοδαπή προέλευση ενός προϊόντος δεν επιτρέπεται να παίζει κανένα ρόλο δεδομένου ότι διαφορετικά δεν θα πρόκειται για μέτρο που εφαρμόζεται αδιακρίτως.
66)
Από τις υποθέσεις Dansk Supermarked ( 18 ), Beele ( 19 )και Oosthoek ( 20 ) προκύπτει περαιτέρω ότι μία απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο που απορρέει από ρυθμίσεις για την προστασία των καταναλωτών και την παρεμπόδιση του αθέμιτου ανταγωνισμού, που εφαρμόζονται αδιακρίτως, δικαιολογείται μόνο με τη συνδρομή πρόσθετων ειοικών στοιχείων αϋέμινΐ1ς συμπεριφοράς. Στην απόφαση Dansk Supermarked ( 18 ) αναφέρεται σχετικά ότι η διάθεση στο εμπόριο εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί μπορεί να απαγορευθεί «όταν οι συνθήκες, υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η διάθεση τους προς πώληση, συνιστούν παράβαση των συναλλακτικών ηθών τα οποία θεωρούνται κανονικά Kat θεμιτά στο κράτος εισαγωγής». Στην υπόθεση Beele ( 19 ) ειδικό στοιχείο αθέμιτης συμπεριφοράς θεωρήθηκε το «ότι κατά την προσωρινή κρίση του εθνικού δικαστηρίου, τα προϊόντα των οποίων αντιμετωπίζει να απαγορεύσει τη διάθεση στο εμπόριο είναι, χωρίς να υφίσταται ανάγκη, σχεδόν ταυτόσημα με τα απομιμούμενα προϊόντα και ότι η εφεσείουσα στην κύρια δίκη δημιουργεί έτσι, ασκόπως, σύγχυση». Στην υπόθεση Oosthoek ( 20 ) το Δικαστήριο κατέληξε στο ότι η απαγόρευση συστήματος πωλήσεων σε συνδυασμό με την προσφορά δώρων μπορεί να συμβάλει στην προστασία των καταναλωτών και στην εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών διότι «η προσφορά δώρων εις είδος ως μέσο προωθήσεως των πωλήσεων είναι δυνατό να παραπλανήσει τους καταναλωτές όσον αφορά τις πραγματικές τιμές των προϊόντων και να στρεβλώσει τους όρους του ανταγωνισμού που στηρίζεται στην ανταγωνιστικότητα των προϊόντων».
7.
Αν εξετάσουμε, λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία αυτή, κατά πόσο η απαγόρευση της χρησιμοποίησης του εν λόγω διακριτικού σημείου, την οποία αντιμετωπίζει το εθνικό δικαστήριο, μπορεί να δικαιολογηθεί λόγω επιτακτικών αναγκών που έχουν σχέση με την προστασία των καταναλωτών και την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών, πρέπει να συμφωνήσουμε με τις εναγόμενες στην κύρια δίκη, τη γαλλική κυβέρνηση και την Επιτροπή ότι μία επιχείρηση πρέπει βασικά να μπορεί παντού στην κοινή αγορά να εμφανίζεται με την εμπορική της επωνυμία και το εμπορικό της σήμα Kat ότι για τον περιορισμό της ελευθερίας αυτής χρειάζονται ειδικοί λόγοι που να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ.
α)
Η χρησιμοποίηση όμως του εν λόγω διακριτικού σημείου στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για τις εμπορικές συναλλαγές δεν μπορεί καθεαυτή, υπό το πρίσμα της προστασίας των ανταγωνιστών, να θεωρηθεί ως αθέμιτη, δεδομένου ότι αν ληφθεί υπόψη η απόφαση Kaffee-Hag ( 21 ) ούτε ο διάδοχος της γερμανικής εταιρίας, ο οποίος θα χρησιμοποιούσε ένα ταυτόσημο, με την ίδια προέλευση διακριτικό σημείο που έχει διασπαστεί, δεν θα είχει νομική αξίωση επί παραλείψει όσον αφορά το εν λόγω διακριτικό σημείο. Η κύρια αποστολή ενός εμπορικού σήματος — στο βαθμό που εξισώνεται με την εμπορική επωνυμία — να εγγυάται την ταυτότητα της προέλευσης του εμπορεύματος αμφισβητείται, όπως το Δικαστήριο ανέφερε στη υπόθεση Terrapin ( 22 ) και μάλιστα ήδη κατά τη διάσπαση του αρχικού δικαιώματος. Η άποψη αυτή πρέπει να ληφθεί υπόψη μόνο εφόσον μετά τη διάσπαση ένας κάτοχος σήματος αποσύρεται από τη αγορά και κατόπιν αυτού δεν υφίσταται σήμα ικανό να προκαλέσει σύγχυση. Πρέπει να συμφωνήσω με την άποψη της Επιτροπής ότι το κριτήριο που θέτει το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί βασικά να είναι λιγότερο αυστηρό σε περίπτωση που ο ενάγων στηρίζεται σε διατάξεις για την προστασία κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού αντί να στηρίζεται σε ίδιο δικαίωμα επί του σήματος.
β)
Πέραν αυτού, όπως ορθώς τονίζουν οι εναγόμενες στην κύρια δίκη και η Επιτροπή, πρέπει να ληφθεί υπόψη η ύπαρξη της κοινής αγοράς και η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων κατά την εξέταση του ερωτήματος κατά πόσον πρέπει να γίνει δεκτή η απαγόρευση της χρησιμοποίησης του εν λόγω διακριτικού σημείου σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο περί ανταγωνισμού, υπό το^ πρίσμα της προστασίας των καταναλωτών λόγω ενδεχόμενης παραπλανήσεως ως προς τον κατασκευαστή. Ως προς το σημείο αυτό πρέπει να συμφωνήσω με την ενάγουσα στην κύρια δίκη και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία ότι η απάντηση στο ερώτημα αν συντρέχει παραπλάνηση των καταναλωτών που να μπορεί να επηρεάζει την οικονομική τους συμπεριφορά εξαρτάται καταρχήν από τις προσδοκίες των ενδιαφερομένων εμπορικών κύκλων. Ο κίνδυνος παρόμοιας παραπλανήσεως δεν μπορεί να διαπιστωθεί κατά τρόπο γενικό και αόριστο αλλά, όπως πρέπει να παραδεχθούμε, μόνο βάσει εκτιμήσεως των συνθηκών της μεμονωμένης περίπτωσης στην οποία προβαίνει το εθνικό δικαστήριο. Κατά την εξέταση του κατά πόσον αποδίδεται νομική σημασία στα γεγονότα αυτά πρέπει, εντούτοις, το εθνικό δικαστήριο να λάβει υπόψη του τους περιορισμούς που θέτει το κοινοτικό δίκαιο. Από αυτή την άποψη σημασία έχει επίσης, για να δοθεί απάντηση και στο δεύτερο ερώτημα, ο βαθμός της παραπλάνησης.
αα)
Όπως ήδη αναφέρθηκε, το ερώτημα κατά πόσο οι καταναλωτές παραπλανώνται ως προς την αλλοδαπή προέλευση ενός προϊόντος αποκλειστικώς από τη χρησιμοποίηση ενός διακριτικού σημείου δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη, δεδομένου ότι διαφορετικά η εφαρμογή του εθνικού δικαίου θα συνεπάγεται διακρίσεις και δεν θα μπορεί να δικαιολογηθεί για λόγους προστασίας των καταναλωτών.
66)
Όσον αφορά τη λήψη υπόψη άλλων στοιχείων ανέντιμης συμπεριφοράς που μπορούν να οδηγήσουν, στο πλαίσιο του δικαίου του αθέμιτου ανταγωνισμού, σε περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων πρέπει, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά τόσο με το άρθρο 36 όσο και με το άρθρο 30, να σταθμιστούν τα δύο έννομα αγαθά λαμβάνοντας υπόψη την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα του περιοριστικού μέτρου. Ένα μέτρο που περιορίζει το εμπόριο συμφωνεί επομένως μόνο με τις διατάξεις περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, αφενός αν επιβάλλεται λόγω επιτακτικών αναγκών χάρη του γενικού συμφέροντος και αφετέρου αν η σαφής του διάρθρωση δεν προσκρούει στην απαγόρευση των υπερβολικών μέτρων, στην αρχή της ελάχιστης δυνατής παρέμβασης και στη βασική αρχή του άρθρου 36, δεύτερη πρόταση, σύμφωνα με την οποία οι περιορισμοί δεν επιτρέπεται να αποτελούν ούτε μέσο αυθαίρετων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
γγ)
Όσον αφορά την εφαρμογή του κριτηρίου αυτού, διαπιστώνουμε μαζί με τις εναγόμενες στην κύρια δίκη και την Επιτροπή ότι ο καταναλωτής, σύμφωνα με την υπάρχουσα γενική πείρα, με ένα διακριτικό σημείο συνδέει πρωτίστως ορισμένες ποιοτικές απαιτήσεις. Η προσδοκία αυτή του καταναλωτή μπορεί να είναι άξια προστασίας, ιδίως σε περίπτωση που το εμπόρευμα ή η παροχή υπηρεσιών που προσφέρει η γαλλική επιχείρηση, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται, διαφέρει ποιοτικά σε σημαντικό βαθμό από ό,τι προσέφερε ο πρώην όμιλος επιχειρήσεων. Το παραπέμπον δικαστήριο εντούτοις δεν ανέφερε τίποτε από το οποίο να προκύπτει ότι πρέπει να γίνει δεκτή η συνδρομή παρόμοιων ειδικών στοιχείων ανέντιμης συμπεριφοράς. Όταν όμως τα προϊόντα είναι ταυτόσημα, όπως αναμφισβήτητα φαίνεται ότι συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, δύσκολα μπορεί το αγοραστικό κοινό να παραπλανηθεί με τη χρησιμοποίηση δεδομένου σήματος ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εμπορευμάτων και παροχών υπηρεσιών που προσφέρονται υπό το εν λόγω σήμα. Αυτό το παραδέχθηκε και ο εκπρόσωπος της ενάγουσας στην κύρια δίκη κατά την προφορική διαδικασία.
Στο πλαίσιο της στάθμισης στην οποία προβαίνει το εθνικό δικαστήριο μεταξύ της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της προστασίας των καταναλωτών πρέπει περαιτέρω να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η προστασία των προσδοκιών των καταναλωτών ως προς τις ιδιότητες των εμπορευμάτων και τα δικαιώματα των διαφημιστών μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον συντρέχουν ειδικές περιστάσεις μπορεί να δικαιολογήσει παρέμβαση στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Στο πλαίσιο αυτής της εκτίμησης πρέπει ιδίως να ληφθεί υπόψη ότι δύσκολα θα έμενε κρυφό από τον κύκλο των αγοραστών εξοπλισμών φαρμακείου ότι ο αρχικός όμιλος δεν υπάρχει πλέον και ότι οι εν λόγω αγοραστές μπορούν να συνάγουν από την έδρα της εταιρίας (Annecy) και το χαρακτηρισμό της εταιρίας (SA) ότι στην περίπτωση της τωρινής εταιρίας, η οποία διαφημίζει τα εμπορεύματά της με τα αρχικά «R & R», πρόκειται για γαλλική επιχείρηση
Γ —
Για τους λόγους αυτούς προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα ως εξής:
Τα άρ9ρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η χρησιμοποίηση σε ένα κράτος μέλος διακριτικού σημείου, το οποίο σε άλλο κράτος μέλος χρησιμοποιείται νομίμως από μία επιχείρηση, υπό τις προϋποθέσεις της αρχικής οικονομικής μονάδας και της κοινής προέλευσης, τις οποίες ανέφερε το παραπέμπον δικαστήριο, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί καθεαυτή ως αθέμιτη εμπορική πρακτική. Αυτό ισχύει χωρίς να παραβλάπτεται ενδεχόμενη εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων του κράτους εισαγωγής, σύμφωνα με τις οποίες παρόμοια χρησιμοποίηση μπορεί να απαγορευθεί βάσει άλλων ειδικών στοιχείων αθέμιτης συμπεριφοράς, όπως είναι η παραπλάνηση των καταναλωτών σχετικά με την ιδιαίτερη φύση και την ποιότητα των εμπορευμάτων ή παροχών υπηρεσιών που προσφέρονται υπό αυτό το διακριτικό σημείο. Αλλά και στην περίπτωση αυτή πρέπει εντούτοις εθνικοί οργανισμοί να εξετάζουν αν ο περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων είναι απολύτως αναγκαίος προκειμένου να προστατευθούν οι νόμιμες εμπορικές συναλλαγές.
( 1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 2 ) Απόφαση της 11. 7. 1974 στην υπόθεση 8/74 — Εισαγγελική αρχή κατά Benoît και Gustave Dassonvilk —, Sig. 1974, σ. 837.
( 3 ) Απόφαση της 10. 7. 1980 στην υπόθεση 152/78 — Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Γαλλικής Δημοκρατίας —, Slg. 1980, σ. 2299.
( 4 ) Απόφαση της 15. 12. 1982 στην υπόθεση 286/81 — Ποινική δίκη κατά Oosthoek's Uitgeversmaatschappij BV—, Συλλογή 1982, σ. 4575.
( 5 ) Απόφαση της 20. 2. 1979 στην υπόθεση 120/78 — Rewe-Zentral AG κατά Bundesmonopolverwaltung für Branntwein —, Sig. 1979, σ. 649.
( 6 ) Απόφαση της 22. 6. 1976 στην υπό9εση 119/75 — Terrapin (Overseas) Ltd. κατά Terranova Industrie CA. Kapfcrer & Co. —, Slg. 1976, σ. 1039.
( 7 ) Απόφαση της 3. 7. 1974 στην υπόθεση 192/73 — Van Zuylen Frères κατά Hag AG —, Slg. 1974, σ. 731.
( 8 ) Απόφαση της 17. 6. 1981 στην υπό9εση 113/80 — Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιρλανδίας—, Συλλογή 1981, σ. 1625.
( 9 ) Απόφαση της 2. 3. 1982 στην υπόθεση 6/81 — BV Industrie Diensten Groep κατά J. Α. Beele Handelsmaatschappij BV—, Συλλογή 1982, σ. 707.
( 10 ) Απόφαση της 22. 6. 1982 στην υπό9εση 220/81 — Ποινικές διώξεις κατά Timothy Frederick Robertson και λοιπών —, Συλλογή 1982, σ. 2349.
( 11 ) Απόφαση της 15. 12. 1982 στην υπόθεση 286/81 — Ποινική δική κατά Oosthoek's Uitgeversmaatschappij BV—, Συλλογή 1982, σ. 4575.
( 12 ) Απόφαση της 22. 1. 1981 στην υπόθεση 58/80 — Dansk Supermarked A/S κατά A/S Imcrco — Συλλογή 1981, σ. 181.
( 13 ) Απόφαση της 25. 11. 1971 στην υπόθεση 22/71 —, Béguclin Import Co. και λοιποί κατά SA CL. Impon Export και λοιποί —, Slg. 1971, σ. 949.
( 14 ) Απόφαση της 20. 4. 1983 στην υπόθεση 59/82 — Schutzverband gegen Unwesen in der Wirtschaft κατά Weinvertriebs-GmbH —, Συλλογή 1983, σ. 1217.
( 15 ) Απόφαση της 2. 3. 1982 στην υπόθεση 6/81 — BV Industrie Diensten Groep κατά J. Α. Beele Handelsmaatschappij BV-, Συλλογή 1982, σ. 707.
( 16 ) Απόφαση της 17. 6. 1981 στην υπόθεση 113/80 — Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιρλανδίας—Συλλογή 1981,σ. 1625.
( 17 ) Απόφαση της 25. 11. 1971 στην υπόθεση 22/71 —, Béguelin Import Co. και λοιποί κατά SA G. L. Impon Expon και λοιποί —, sig. 1971, σ. 949.
( 18 ) Απόφαση της 22. 1. 1981 στην υπόθεση 58/80 — Dansk Supermarked A/S κατά A/S Imerco —, Συλλογή 1981, σ. 181.
( 19 ) Απόφαση της 2. 3. 1982 στην υπόθεση 6/81 — BV Industrie Diensten Groep κατά J. Α. Bcele Handelsmaatschappij BV —, Συλλογή 1982, σ. 707.
( 20 ) Απόφαση της 15. 12. 1982 στην υπόθεση 286/81 — Ποινική δίκη κατά Oosihock's Uitgeversmaatschappij BV-, Συλλογή 1982, a. 4575.
( 21 ) Απόφαση της 3. 7. 1974 στην υπόθεση 192/73 — Van Zuylen Frères κατά Hag AG — , Slg. 1974, σ.731.
( 22 ) Απόφαση της 22. 6. 1976 στην υπόθεση 119/75 — Terrapin (Overseas) Ltd. κατά Terranova Industrie CA. Kapferer & Co. —, Sig. 1976, σ. 1039.
Full & Egal Universal Law Academy