ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ MARCO DARMON
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ30 ΜΑΪΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεόρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Το προδικαστικό ερώτημα το οποίο σας έχει υποβληθεί αφορά την ερμηνεία του άρθρου 40 (δεύτερη παράγραφος, πρώτο εδάφιο) της Σύμβασης των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, η οποία στο εξής θα καλείται «η Σύμβαση».
Ας υπενθυμίσουμε τα πραγματικά περιστατικά και τη διαδικασία.
Η ολλανδική εταιρία Ρ. επιτυγχάνει στις 20 Ιανουαρίου 1982 την έκδοση από το Arrondissementsrechtbank του Ρόττερνταμ αποφάσεως που καταδίκαζε ερήμην την επιχείρηση Κ., η έδρα της οποίας είναι στην Τζέντα (Σαουδική Αραβία), να της καταβάλει το ποσό των 678095 ριάλ, ή το ισόποσο σε δολάρια, νομιμοτόκως.
Η απόφαση αυτή είναι προσωρινώς εκτελεστή υπό την επιφύλαξη ότι, σε περίπτωση ανακοπής, η εταιρία Ρ. βαρύνεται με την υποχρέωση να παράσχει εγγυοδοσία ή να συστήσει επαρκή ασφάλεια.
Για να επιτύχει την εκτέλεση της απόφασης αυτής στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, όπου η εταιρία Κ. διαθέτει πιστωτικό υπόλοιπο τραπεζικού λογαριασμού, η εταιρία Ρ. ζητεί από το Landgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν να περιβάλει την ολλανδική απόφαση με τον εκτελεστήριο τύπο (άρθρα 31 και 32 της Σύμβασης).
Με Διάταξη της 10ης Ιανουαρίου 1983, ο πρόεδρος του τρίτου πολιτικού τμήματος του γερμανικού δικαστηρίου, εκδίδοντας απόφαση χωρίς η επιχείρηση Κ. να έχει κληθεί να παραστεί ( 2 ), αρνείται την εκτέλεση με την αιτιολογία ότι δεν προσκομίστηκαν τα έγγραφα που απαιτούνται από τα άρθρα 46, σημείο 2, και 47, σημείο 1, της Σύμβασης.
Πρόκειται για
«το πρωτότυπο ή κυρωμένο αντίγραφο εγγράφου που να αποδεικνύει ότι το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης έχει επιδοθεί στον ερημοδικήσαντα διάδικο» ( 3 )
και για
«κάθε έγγραφο κατάλληλο να αποδείξει ότι, κατά το δίκαιο του κράτους προελεύσεως, η απόφαση είναι εκτελεστή και έχει επιδοθεί» ( 4 ).
Η απόφαση αυτή σημειώνει επιπλέον ότι, μολονότι ο πρόεδρος χορήγησε προθεσμία στην εταιρία Ρ. για να προσκομίσει τα έγγραφα που αναφέρθηκαν πιο πάνω ( 5 ), η τελευταία δεν κατέθεσε παρά μόνο έγγραφα τα οποία το επιληφθέν δικαστήριο θεώρησε ότι δεν παρείχαν επαρκή απόδειξη.
Η εταιρία Ρ. άσκησε τότε προσφυγή, εν προκειμένω «Beschwerde», ενώπιον του Oberlandesgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν, σύμφωνα με το άρθρο 40, πρώτη παράγραφος, της Σύμβασης.
Η δεύτερη όμως παράγραφος του άρθρου 40 ορίζει ότι:
«Ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση καλείται να παραστεί ενώπιον του δικαστηρίου που εκδικάζει την προ σφυγή...»
Το Oberlandesgericht σας ερωτά αν η διάταξη αυτή πρέπει να εφαρμοστεί «ακόμα και» υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως.
Κλίνει προς την άποψη ότι δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση για δύο λόγους, οι οποίοι αποτελούν τα δύο στοιχεία του προδικαστικού ερωτήματος που σας υποβλήθηκε:
α)
Η αίτηση περιαφής του εκτελεστήριου τύπου απορρίφθηκε με την αιτιολογία και μόνο ότι τα έγγραφα δεν είχαν προσκομιστεί εμπρόθεσμα από την εταιρία Ρ.
6)
Το σύστημα που προβλέπει το άρθρο 40, δεύτερη παράγραφος, δεν καλύπτει την περίπτωση κατά την οποία η εκτέλεση πρέπει να γίνει σε κράτος που δεν είναι το κράτος κατοικίας του καθού η εκτέλεση, διότι στην περίπτωση αυτή ο διάδικος αυτός μπορεί γενικά να προσδιορίσει το αγαθό που απειλείται από την εκτέλεση και, επομένως, να το απαλλοτριώσει πριν από οποιαδήποτε κατάσχεση.
2.
Κατ' αρχάς, πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό της παρούσας αιτήσεως.
Το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου ορίζει, πράγματι, ότι
«στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 177 της Συνθήκης, η απόφαση του εθνικού δικαστηρίου που αναστέλλει τη διαδικασία και παραπέμπει στο Δικαστήριο ... κοινοποιείται ... επιμελεία του γραμματέως του Δικαστηρίου στους ενδιαφερομένους διαδίκους...».
Στην προκειμένη περίπτωση, η επιχείρηση Κ., καθής στην κύρια δίκη, δεν έλαβε κοινοποίηση της απόφασης αυτής. Θεωρήθηκε δηλαδή ότι δεν έπρεπε να χαρακτηριστεί ως «ενδιαφερόμενος διάδικος, κατά την έννοια του άρθρου 20, εφόσον το παραπέμπον δικαστήριο την απέκλειε από τη διαδικασία που εκκρεμεί ενώπιον του.
Η άποψη αυτή συμπίπτει με την άποψη της Επιτροπής. Πρέπει να γίνει αποδεκτή, διότι με το ερώτημα που σας υποβλήθηκε σας ζητείται να αποφανθείτε αν η καθής στην κύρια δίκη πρέπει ή όχι να κληθεί να παραστεί ενώπιον του Oberlandesgericht, του παραπέμποντος δικαστηρίου, δηλαδή να αποφανθείτε συγκεκριμένα αν είναι ή όχι ενδιαφερόμενος διάδικος. Η κοινοποίηση της απόφασης παραπομπής στην επιχείρηση Κ. Θα είχε επομένως προδικάσει την απόφαση σας ή θα είχε, τουλάχιστο, αφαιρέσει οποιαδήποτε αποτελεσματικότητα από την απόφαση του Oberlandesgericht.
Ας σημειωθεί, για να τελειώσουμε εδώ, ότι το τελευταίο αυτό δικαστήριο αποφασίζει επί της «Beschwerde» που άσκησε η επιχείρηση Ρ. κατά της απορριπτικής Διάταξης που εξέδωσε το Landgericht στις 10 Ιανουαρίου 1983. Το Oberlandesgericht αποφασίζει επομένως κατ' έφεση και σας υποβάλλει, κατά συνέπεια, το ερώτημα κατ' εφαρμογή των άρθρων 2, παράγραφος 2 (και όχι 3), και 3, παράγραφος 2, του Πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 για την ερμηνεία της Σύμβασης από το Δικαστήριο.
3.
Ας επανέλθουμε στο ερώτημα που υπέβαλε το Oberlandesgericht. Ερωτάται αν, ενόψει ορισμένων περιστάσεων, μπορεί να υπάρξει εξαίρεση από τον κανόνα που τίθεται στο άρθρο 40 (δεύτερη παράγραφος, πρώτο εδάφιο) της Σύμβασης.
Ως προς το θέμα αυτό, το γράμμα του άρθρου 40 δεν επιδέχεται κανένα περιορισμό. Ορίζει ότι, αν απορριφθεί η αίτηση περιαφής του εκτελεστήριου τύπου, ο αιτών μπορεί να ασκήσει προσφυγή, διευκρινίζοντας, όπως έχουμε υπενθυμίσει, ότι
«ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση καλείται να παραστεί ενώπιον του δικαστηρίου που εκδικάζει την προσφυγή».
Αυτά ως προς το γράμμα του άρθρου. Αντανακλά, κατά τα λοιπά, πιστά το πνεύμα της Σύμβασης, αν ληφθεί υπόψη η αιτιολογική έκθεση του Jenard, η οποία, καθώς υποβλήθηκε την εποχή εκείνη στις κυβερνήσεις συγχρόνως με το σχέδιο σύμβασης, αποτελεί τα αυθεντικά σχόλια ( 6 ).
Ο Jenard περιγράφει πρώτα τις γενικές γραμμές της διαδικασίας περιαφής του εκτελεστήριου τύπου ( 7 ). Η αίτηση, συνοδευόμενη από τα απαιτούμενα έγγραφα, απευθύνεται στο αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο
«εκδίδει απόφαση σε σύντομο χρονικό διάστημα χωρίς να μπορεί να καλέσει τον αντίδικο. Αποκλείεται οποιαδήποτε δυνατότητα κατ' αντιδικία διαδικασίας στο στάδιο αυτό».
Κατά της απόφασης που εκδίδει το δικαστήριο αυτό μπορεί να ασκηθεί προσφυγή, η οποία είναι
—
είτε ανακοπή ασκούμενη από το διάδικο κατά του οποίου επιτράπηκε η εκτέλεση ( 8 ),
—
είτε έφεση που ασκείται από τον αιτούντα του οποίου απορρίφθηκε η αίτηση εκτελέσεως ( 9 ).
Η ανακοπή, όπως και η έφεση, ασκείται ενώπιον που αρμόδιου δικαστηρίου κατά τη διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας ( 10 ). Κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της προσφυγής αυτής δεν μπορεί να ασκηθεί παρά μόνο αναίρεση και, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, «Rechtsbeschwerde» ( 11 ).
Μπορεί επομένως σχηματικά να λεχθεί ότι η διαδικασία περιαφής που εκτελεστήριου τόπου είναι
—
μονομερής στον πρώτο βαθμό,
—
κατ' αντιδικία σε περίπτωση άσκησης προσφυγής κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης.
Σχολιάζοντας τα άρθρα 34, 37, 40 και 41 της Σύμβασης, ο Jenard δικαιολογεί το επιλεγέν σύστημα, το οποίο πιστεύει ότι συμβιβάζει
—
το στοιχείο αιφνιδιασμού που πρέπει να συνοδεύει τη διαδικασία της περιαφής του εκτελεστήριου τύπου,
—
την τήρηση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως.
Και ναι μεν, σε πρώτο βαθμό,
«η Σύμβαση δεν αναγνωρίζει στο δικαστήριο, στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση, τη δυνατότητα να ζητήσει, ακόμα και σε εξαιρετικές περιπτώσεις, διευκρινίσεις από τον καθού» ( 12 ),
όταν όμως η αίτηση απορριφθεί, η κατ' έφεση διαδικασία διεξάγεται κατ' αντιδικία τόσο
—
«για να αποφευχθεί η πλειονότητα ενδίκων μέσων» ( 13 )
όσο και
—
«για να διαφυλαχτούν τα δικαιώματα της υπεράσπισης» ( 13 ).
Το πνεύμα συμπίπτει επομένως με το γράμμα, πράγμα που δεν είναι δυνατό να εκπλήσσει, διότι η αρχή της κατ' αντιδικία διεξαγωγής είναι θεμελιώδης κανόνας της πολιτικής δίκης, και επομένως η συσταλτική ερμηνεία πρέπει να ακολουθείται όχι κατά την εφαρμογή της αρχής αυτής, αλλά μόνο ως προς τις εξαιρέσεις της, οι οποίες εισάγονται ρητά.
4.
Συμφωνώντας, συνεπώς, με την άποψη που εξέφρασαν τόσο η Επιτροπή όσο και η γερμανική κυβέρνηση, σας προτείνω να δώσετε την ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το Oberlandesgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν:
Το δικαστήριο που εκδικάζει προσφυγή η οποία ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 40 της Σύμβασης των Βρυξελλών, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, οφείλει, κατ' εφαρμογή των διατάξεων της δεύτερης παραγράφου (πρώτο εδάφιο) του άρθρου αυτού, να καλέσει το διάδικο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση να παραστεί ενώπιον του, ακόμα και όταν αφενός η αίτηση για την περιαφή του εκτελεστήριου τύπου απορρίφθηκε για το μόνο λόγο ότι ορισμένα έγγραφα δεν είχαν προσκομιστεί εμπρόθεσμα και αφετέρου η εν λόγω περιαφή ζητείται για κράτος που δεν είναι το κράτος της διαμονής του διαδίκου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση.
( 1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 2 ) 'ApSpo 34 της Σύμβασης.
( 3 ) Άρθρο 46, σημείο 2, της Σύμβασης.
( 4 ) 'Αρ8ρο 47, σημείο 1, της Σύμβασης.
( 5 ) 'ApSpo 48 της Σύμβασης.
( 6 ) JO C 59 της 5.3.1979.
( 7 ) Ανωτέρω JO, σ. 48.
( 8 ) 'Αρθρο 36, πρώτη παράγραφος.
( 9 ) 'Αρθρο 40, πρώτη παράγραφος.
( 10 ) 'Αρθρο 37, πρώτη παράγραφος, και 40, δεύτερη παράγραφος.
( 11 ) 'Αρ9ρο 37, δεύτερη παράγραφος, και άρ3ρο 41.
( 12 ) Σχόλιο του άρθρου 34, προαναφερθείσα JO, σ. 50.
( 13 ) Σχόλιο του άρθρου 40, προαναφερθείσα JO, σ. 53.
Full & Egal Universal Law Academy