ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 29ης Ιανουαρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεόρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η υπό κρίση υπόθεση έχει ως αντικείμενο την απόφαση της 13ης Ιουλίου 1983 με την οποία η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επέβαλε, δυνάμει του άρθρου 47 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, πρόστιμο πάνω από τρεισήμισι εκατομμύρια γερμανικά μάρκα στην εταιρία Krupp Stahl AG. Με την προσφυγή της, που άσκησε στις 26 Αυγούστου 1983, η εν λόγω εταιρία ζητεί από το Δικαστήριο κυρίως μεν να ακυρώσει την απόφαση, επικουρικά δε να μειώσει το πρόστιμο.
Για να εξασφαλίσει την τήρηση των κανόνων της Συνθήκης ΕΚΑΧ ως προς τις τιμές, η Επιτροπή διέταξε στις 23 Ιανουαρίου 1981 τη διενέργεια ελέγχου των λογιστικών βιβλίων στο Bochum, έδρα της επιχείρησης Krupp Stahl AG και της επιχείρησης διανομής Krupp Stahl Vertriebsgesellschaft mbH. Ο έλεγχος έγινε σε δύο στάδια. Κατά τη διάρκεια του πρώτου ( 9 έως 11 Φεβρουαρίου 1981 ), οι υπεύθυνοι των δύο επιχειρήσεων αμφισβήτησαν το δικαίωμα των εκπροσώπων της Επιτροπής να παρίστανται κατά την εξαγωγή των λογιστικών εγγράφων από τα αρχεία στα οποία φυλάσσονται. Ο έλεγχος διακόπηκε και μετά από ανταλλαγή επιστολών η Επιτροπή διευκρίνισε την έκταση των εξουσιών ελέγχου που διαθέτει, λαμβάνοντας (στις 22 Ιουνίου 1981 ) ειδική απόφαση με την οποία υποχρέωνε τις δύο επιχειρήσεις: α ) να επιτρέψουν στους κοινοτικούς ελεγκτές την πρόσβαση στα εμπορικά γραφεία των επιχειρήσεων β ) να επιδείξουν, όταν το ζητήσουν οι ελεγκτές, ακόμη και στους χώρους όπου φυλάσσονταν, τα λογιστικά βιβλία και έγγραφα σχετικά με τις συναλλαγές που αφορούν τα προϊόντα που αναφέρονται στο παράρτημα Ι της Συνθήκης ΕΚΑΧ γ) να παράσχουν τις προφορικές και γραπτές διευκρινίσεις που θα ζητούνταν επιτόπου.
Κατά τη διάρκεια του δεύτερου σταδίου του ελέγχου ( 24 Ιουνίου έως 30 Ιουλίου 1981 ), οι οδηγίες αυτές εκτελέστηκαν, με μεγάλες έστω δυσκολίες. Όταν η Επιτροπή έλαβε γνώση των στοιχείων που την ενδιέφεραν, κατηγόρησε την επιχείρηση Krupp Stahl AG, με έγγραφο της 30ής Σεπτεμβρίου 1982, ότι είχε παραβεί τα άρθρα 47 Kat 60 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και τις σχετικές εκτελεστικές διατάξεις. Κάλεσε δε την εν λόγω επιχείρηση να λάβει θέση επί των αιτιάσεων αυτών εντός προθεσμίας 14ημερών, η οποία στη συνέχεια παρατάθηκε σιωπηρά μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 1982. Την ημέρα αυτή, η προσφεύγουσα ανέπτυξε τις απόψεις της ως προς κάθε μία από τις αιτιάσεις και, μετά από αίτηση της, ανέπτυξε τις παρατηρήσεις της στις Βρυξέλλες στις 19 Ιανουαρίου 1983. Σύμφωνα με την ακολουθούμενη πρακτική, οι υπηρεσίες της Επιτροπής συνέταξαν ένα σχέδιο πρακτικών της ακρόασης αυτής. Στην επιχείρηση Krupp επιτράπηκε επίσης να ακούσει τη μαγνητοφώνηση της συζητήσεως και με επιστολή της 16ης Απριλίου 1983 γνωστοποίησε στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις της.
Τέλος, στις 13 Ιουλίου 1983, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση επί του κύρους της οποίας θα πρέπει να αποφανθεί το Δικαστήριο. Στην απόφαση αναφέρεται ότι από τους ελέγχους και από την ακρόαση που έγινε στις Βρυξέλλες συνάγεται ότι η επιχείρηση Krupp χορήγησε το 1980 και κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 1981 εκπτώσεις που δεν δημοσιεύτηκαν ούτε κοινοποιήθηκαν, όπως προβλέπουν οι σχετικοί κανόνες ( άρθρα 2 και 5 της απόφασης της 2ας Μαΐου 1953, αριθ. 31/53, GU 1953, σ. 111, περί των προϋποθέσεων δημοσιεύσεως των πινάκων τιμών και των όρων πωλήσεως που ακολουθούν οι επιχειρήσεις και οι βιομηχανίες χάλυβα διατάξεις της απόφασης της 8ης Ιουλίου 1964, αριθ. 14/64, GU 1964, σ. 1967, περί των εμπορικών και λογιστικών εγγράφων που οι επιχειρήσεις πρέπει να θέτουν στη διάθεση των εκπροσώπων της Ανωτάτης Αρχής που είναι επιφορτισμένοι με καθήκοντα ελέγχου ή επαληθεύσεων στον τομέα των τιμών). Εξάλλου, η επιχείρηση Krupp: α) απαγόρευσε στους ελεγκτές να εισέλθουν στους χώρους όπου τηρούνταν τα εμπορικά έγγραφα, υποχρεώνοντας έτσι την Επιτροπή να λάβει ειδική απόφαση β) τηρούσε μυστικά λογιστικά βιβλία με σκοπό να συγκαλύψει τις εκπτώσεις που παραχωρούσε εμπιστευτικά' γ) προσπάθησε να αποφύγει τους ελέγχους των κοινοτικών ελεγκτών.
Αυτή είναι η αιτιολογία της απόφασης. Με το διατακτικό της επιβάλλεται στην προσφεύγουσα πρόστιμο 3505414 γερμανικών μάρκων ( DM ), δηλαδή πρόστιμο ίσο με το 0,1 ο/ο του κύκλου εργασιών που πραγματοποίησε το 1981. Η ποινή βασίζεται στις κατηγορίες ότι η επιχείρηση τηρούσε « μυστικά λογιστικά βιβλία » και παρενέβαλε « εμπόδια στους ελέγχους ».
2.
Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η επιχείρηση Krupp προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως: παράβαση ουσιωδών τύπων παράβαση της Συνθήκης και των εκτελεστικών κανόνων κατάχρηση εξουσίας κατά τον καθορισμό του προστίμου. Αναφέρω αμέσως ότι, κατ' εμέ, ο πρώτος λόγος είναι αβάσιμος, ενώ οι δύο άλλοι είναι εν μέρει βάσιμοι. Οι λόγοι για τους οποίους υποστηρίζω την άποψη αυτή είναι κατά σειρά οι εξής.
Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως συνίσταται στο ότι η προσφεύγουσα δεν ενέκρινε τα πρακτικά της ακρόασης της 19ης Ιανουαρίου 1983, από τα οποία η Επιτροπή άντλησε στοιχεία που ήταν σημαντικά για τις ενέργειες της. Σύμφωνα με την επιχείρηση Krupp, η ακρόαση πριν από την επιβολή προστίμου είναι « απαραίτητο στοιχείο του δικαιώματος υπερασπίσεως ». Συνεπώς είναι αναγκαία η ακρόαση' αυτό σημαίνει ότι τα πρακτικά στα οποία περιέχονται οι δηλώσεις των προσώπων που ακούστηκαν κατά τη διάρκεια της εν λόγω ακροάσεως πρέπει να εγκριθούν ρητά από τα πρόσωπα αυτά. Αυτό άλλωστε προβλέπει και το άρθρο 9, παράγραφος 4, του κανονισμού 99/63, που θέσπισε η Επιτροπή στις 25 Ιουλίου 1963 για να ρυθμίσει τις ακροάσεις που προβλέπει το άρθρο 19 του κανονισμού 17/62, που εξέδωσε το Συμβούλιο στις 6 Φεβρουαρίου 1962 κατ' εφαρμογή των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η αντίρρηση ότι η υπό κρίση υπόθεση εντάσσεται στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ δεν ευσταθεί: πράγματι, η αναφερθείσα διάταξη θέτει αρχές γενικής ισχύος που εφαρμόζονται στην υπό κρίση υπόθεση απευθείας ή τουλάχιστον κατ' αναλογία.
Η καθής υποστηρίζει την αντίθετη ακριβώς άποψη. Ισχυρίζεται ότι η ρύθμιση ΕΚΑΧ δεν την υποχρεώνει, όταν θεωρεί ότι πρέπει να επιβάλει χρηματική ποινή, να δώσει τη δυνατότητα στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση να ακουστεί για να υποστηρίξει την άποψη της. Στην πρακτική δίδεται η δυνατότητα αυτή' αλλά αυτό σίγουρα δεν καθιστά την ακρόαση « αναγκαίο στοιχείο του δικαιώματος υπερασπίσεως ». Συνεπώς, το γεγονός ότι δεν συντάχθηκαν οριστικά πρακτικά για την ακρόαση ( τα οποία συνεπώς δεν ενέκρινε ποτέ η προσφεύγουσα) δεν μπορεί να έχει επιπτώσεις στο κύρος της απόφασης.
Όπως ήδη ανέφερα, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Υπενθυμίζω καταρχάς ότι η ίδια η προσφεύγουσα δεν έκρινε ότι έπρεπε να τον προβάλει ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, είναι προφανές ότι δεν ευσταθεί. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η αρχή της ακροάσεως του διοικούμενου κατά τη διοικητική διαδικασία πριν από την επιβολή προστίμου ή ποινής απαιτεί μόνο « να παρασχεθεί στον ενδιαφερόμενο η ευκαιρία να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του ». Νομίζω όμως ότι η Επιτροπή ανταποκρίθηκε επαρκώς στην υποχρέωσή της αυτή, τόσο με το έγγραφο της 30ής Σεπτεμβρίου 1982, όσο και με τη δίμηνη προθεσμία που όρισε στην επιχείρηση Krupp για να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επί των αιτιάσεων που περιείχε το εν λόγω έγγραφο. Βέβαια, οι ενέργειες που ακολούθησαν ( ακρόαση, δυνατότητα που δόθηκε στην επιχείρηση Krupp να ακούσει τη μαγνητοφώνηση, σχέδιο πρακτικών κλπ. ) ήταν σύμφωνες με την πρακτική αλλά — και αυτό είναι σημαντικό — δεν είχαν υποχρεωτικό χαρακτήρα. Πράγματι, η πρακτική αυτή είναι μια επιπλέον εγγύηση που δίνει από ετών η Επιτροπή εξ ιδίας πρωτοβουλίας στις επιχειρήσεις κατά των οποίων διατυπώνει αιτιάσεις.
Τέλος, δεν νομίζω ότι ευσταθεί η εκ μέρους της προσφεύγουσας επίκληση του άρθρου 9, παράγραφος 4, του κανονισμού 99/63. Οι υποχρεώσεις της Επιτροπής στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας απαριθμούνται εξαντλητικά στο ίδιο το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚΑΧ είναι συνεπώς προφανές ότι διατάξεις που υπάγονται σε διαφορετικό σύστημα, όπως το σύστημα της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην παρούσα διαδικασία ούτε κατ' αναλογία. Προσθέτω ότι η διάταξη την οποία επικαλείται η επιχείρηση Krupp περιέχεται σε μια πηγή δικαίου τρίτου βαθμού, δηλαδή τόσο μικρής σημασίας, ώστε δεν επιτρέπεται, όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, να αντληθούν απ' αυτή « αρχές γενικής ισχύος ».
3.
Με το δεύτερο λόγο — παράβαση της Συνθήκης και των κανόνων περί εκτελέσεως της η προσφεύγουσα διατυπώνει πολλούς ισχυρισμούς οι οποίοι, για λόγους σαφήνειας, μπορούν να διαιρεθούν σε τρεις κατηγορίες: 1 ) ελαττώματα σχετικά με τη νομική βάση της απόφασης' 2) ελαττώματα σχετικά με την αιτίαση ότι τηρούσε μυστικά λογιστικά βιβλία με σκοπό να συγκαλύψει τις εκπτώσεις' 3 ) ελαττώματα σχετικά με την αιτίαση ότι παρεμπόδισε τη δραστηριότητα των ελεγκτών της Επιτροπής.
Αρχίζω με την πρώτη κατηγορία. Τα ελαττώματα που αναφέρονται σ' αυτή συνίστανται: α ) στο γεγονός ότι η εκδοθείσα απόφαση δεν αναφέρει ειδικά τις διατάξεις της απόφασης 14/64 που παρέβη η επιχείρηση Krupp, ενώ το άρθρο 1 της τελευταίας αυτής απόφασης περιέχει ένα μεγάλο και λεπτομερή κατάλογο των εγγράφων, των οποίων η μη προσκόμιση συνιστά παράβαση β ) στο γεγονός ότι, αντίθετα απ' ό,τι ορίζει το άρθρο 47 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, οι παραβάσεις της απόφασης αυτής δεν συνεπάγονται την επιβολή χρηματικών ποινών.
Θεωρώ ότι και οι δύο αυτοί ισχυρισμοί είναι αβάσιμοι. Όσον αφορά τον πρώτο, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι η Επιτροπή δεν είχε την υποχρέωση να αναφέρει επακριβώς την παράβαση μιας συγκεκριμένης διάταξης. Τα έγγραφα που απαριθμούνται υπό τα στοιχεία α ) μέχρι ζ ) του άρθρου 1 της απόφασης 14/64 περιορίζονται πράγματι να αναφέρουν παραδείγματα των εγγράφων που πρέπει να τίθενται στη διάθεση των ελεγκτών. Ένα μόνο πράγμα ενδιαφέρει το νομοθέτη: ο φάκελος που παραδίδεται στους εκπροσώπους της Επιτροπής να περιέχει « όλα τα δικαιολογητικά έγγραφα » ( 8η αιτιολογική σκέψη ) και να περιέχει επίσης « τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για έναν αποτελεσματικό έλεγχο » της τηρήσεως των κανόνων περί τιμών ( 4η αιτιολογική σκέψη) δηλαδή ο φάκελος πρέπει να είναι πλήρης και όχι παραπλανητικός. Ο δεύτερος άλλωστε ισχυρισμός αναιρείται ρητά από το άρθρο 3 της απόφασης, που ορίζει ότι« οι ποινές που προβλέπει το άρθρο 47, παράγραφος 3, της Συνθήκης εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις που δεν εκπληρούν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από την παρούσα απόφαση ».
Όπως ήδη ανέφερα, τα ελαττώματα της δεύτερης κατηγορίας αφορούν την αιτίαση ότι η προσφεύγουσα τηρούσε μυστικά λογιστικά βιβλία για να συγκαλύψει τις εκπτώσεις που παρείχε εμπιστευτικά. Κατά την επιχείρηση Krupp, η Επιτροπή ήταν εν γνώσει των εκπτώσεων αυτών τις είχε μάλιστα εγκρίνει στο πλαίσιο συγκεκριμένης συμφωνίας. Συνεπώς η επιχείρηση δεν είχε λόγο να της αποκρύπτει τις εκπτώσεις αυτές τηρώντας παράλληλα λογιστικά βιβλία.
Νομίζω ότι ο ισχυρισμός της επιχείρησης Krupp είναι κατά μεγάλο μέρος βάσιμος. Απαντώντας σε ερώτηση που της υπέβαλε το Δικαστήριο, η Επιτροπή παραδέχτηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 1980 μέχρι 30 Ιουνίου 1981 επέτρεψε στις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα που πλήττονταν από την κρίση να παρέχουν εκπτώσεις ίσου ύψους για κάθε ομάδα καταναλωτών που παρουσίαζαν τα ίδια χαρακτηριστικά. Η συμφωνία προέβλεπε ότι, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 60 της Συνθήκης, οι εκπτώσεις δεν θα δημοσιεύονταν και δεν θα κοινοποιούνταν εντούτοις, οι επιχειρήσεις έπρεπε να τις γνωστοποιήσουν στους ελεγκτές της Επιτροπής, οι οποίοι έτσι θα μπορούσαν να ελέγξουν αν τηρήθηκαν οι κανόνες που απαγορεύουν τις πρακτικές που δημιουργούν διακρίσεις.
Συνεπώς, κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία διενεργήθηκε ο έλεγχος, οι εκπτώσεις ήταν νόμιμες ούτε είναι δυνατό να λεχθεί ότι δημιουργούσαν διακρίσεις, όπως άλλωστε αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν έκρινε ότι έπρεπε να λάβει ειδική απόφαση κατά της επιχείρησης Krupp. Γιατί λοιπόν κατηγορήθηκε η προσφεύγουσα ότι τηρούσε μυστικά λογιστικά βιβλία; Κατά την προφορική διαδικασία διασαφηνίστηκε αυτή η πλευρά της υπόθεσης. Πράγματι, φαίνεται ότι, ίσως λόγω υπερβολικής στεγανοποιήσεως των υπηρεσιών της Επιτροπής, οι ελεγκτές δεν είχαν γνώση της συμφωνίας περί εκπτώσεων τις έκριναν συνεπώς παράνομες και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το σύστημα τηρήσεως λογιστικών βιβλίων που χρησιμοποιούσε η επιχείρηση Krupp είχε ως σκοπό να τις συγκαλύψει. Υπ' αυτές τις συνθήκες, οι λόγοι για τους οποίους η επιχείρηση Krupp υιοθέτησε το σύστημα αυτό μπορεί ίσως να κινήσουν το ενδιαφέρον των γερμανικών αρχών. Αλλά για τον κοινοτικό δικαστή, το επιχείρημα που προβάλλει η επιχείρηση πετυχαίνει το σκοπό του.
Τέλος, θα εξετάσω την τρίτη κατηγορία ελαττωμάτων. Συνίσταται: α) στο γεγονός ότι η Επιτροπή θεώρησε ως « εμπόδιο » στους ελέγχους των εκπροσώπων της αυτό που κατά τη διάρκεια του πρώτου σταδίου του ελέγχου ήταν μόνο μια διαφορά όσον αφορά την έκταση των εξουσιών ελέγχου της Επιτροπής. Η άρνηση να γίνουν δεκτοί οι ελεγκτές στα αρχεία όπου φυλάσσονταν τα έγγραφα βασιζόταν σε συγκεκριμένες διατάξεις του γερμανικού δικαίου συνεπώς , η Krupp είχε δικαίωμα να ζητήσει από την Επιτροπή την έκδοση απόφασης που θα διευκρίνιζε το σημείο αυτό και η άσκηση ενός δικαιώματος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως « εμπόδιο ». β) στο γεγονός ότι η επιχείρηση Krupp δεν παρεμπόδισε κατά κανένα τρόπο τον έλεγχο κατά τη διάρκεια του δεύτερου σταδίου του ελέγχου. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι, μετά έστω από μια « έντονη συζήτηση », οι ελεγκτές μπόρεσαν να ελέγξουν όλα τα έγγραφα.
Η αιτίαση που διατυπώνεται στο σημείο α) είναι βάσιμη. Δεν θα εξετάσω σε βάθος το ζήτημα που αφορά το δικαίωμα των ελεγκτών να εισέρχονται στο χώρο όπου φυλάσσονται τα αρχεία. Πράγματι, το ζήτημα αυτό επιλύθηκε με την απόφαση της 22ας Ιουνίου 1981, με την οποία συμμορφώθηκε η επιχείρηση Krupp, μολονότι με κάποιους δισταγμούς. Αντίθετα, θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σε όσα παραδέχτηκε η καθής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Αναγνωρίζει στις επιχειρήσεις το δικαίωμα να ζητήσουν την έκδοση απόφασης η οποία θα καθορίζει το περιεχόμενο και τα όρια των εξουσιών ελέγχου που διαθέτει η Επιτροπή ( δικαίωμα που εξάλλου το ίδιο το Δικαστήριο δέχτηκε ότι έχουν οι επιχειρήσεις με την απόφαση της 4ης Απριλίου 1960, υπόθεση 31/59, Acciaierie e Tubificio di Brescia κατά Ανωτάτης Αρχής, Race. 1960, σ. 147). Δηλώνει επίσης ότι τα γεγονότα που την ώθησαν να εκδώσει την απόφαση της 22ας Ιουνίου 1981 δεν αποτελούν το αντικείμενο της απόφασης της 13ης Ιουλίου 1983. Νομίζω ότι αυτό αρκεί για να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι η τελευταία αυτή απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, κατά το μέρος που προσάπτει στην επιχείρηση Krupp ότι εμπόδισε τους ελέγχους ( άρθρο 1 ) εμποδίζοντας στους ελεγκτές « να εισέλθουν στους χώρους όπου τηρούνταν τα έγγραφα » και υποχρεώνοντας την Επιτροπή να « εκδώσει ατομική απόφαση ».
Αντίθετα, η αιτίαση που διατυπώνεται στο σημείο β ) είναι αβάσιμη. Κατά την επιχείρηση Krupp, κατά το δεύτερο στάδιο του ελέγχου δεν παρεμβλήθηκε κανένα εμπόδιο, πράγμα που επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η Επιτροπή μπόρεσε να διαπιστώσει την ύπαρξη παράλληλης τήρησης λογιστικών βιβλίων. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Όπως έγινε γνωστό κατά τη διάρκεια της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, οι ελεγκτές στους οποίους έπρεπε να παραδοθούν τα σχετικά με τις εκπτώσεις έγγραφα αντιμετώπισαν μεγάλες δυσκολίες, αν μη τι άλλο και από μόνο το γεγονός ότι τα έγγραφα αυτά φυλάσσονταν σε ειδικούς χώρους, ορισμένα δε εκτός της έδρας της επιχείρησης. Αποτελεί όμως γενική αρχή ότι οι συμφωνίες πρέπει να εκτελούνται καλοπίστως: κατά συνέπεια η υποχρέωση επιδείξεως των λογιστικών εγγραφών που αφορούν τις εκπτώσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εκπληρώνεται παρά μόνο με την άμεση και αυθόρμητη εγχείριση των εγγράφων στους ελεγκτές και επειδή αυτό δεν συνέβη στην υπό κρίση υπόθεση, πρέπει να θεωρηθεί ότι η επιχείρηση Krupp παραβίασε τη συμφωνία με την οποία είχε επιβληθεί η υποχρέωση αυτή. Εξάλλου, η ίδια η προσφεύγουσα βεβαίωσε ότι τα έγγραφα τέθηκαν στη διάθεση των ελεγκτών μόνο μετά από « έντονη συζήτηση » και η παραδοχή αυτή εκ μέρους της προσφεύγουσας επιβεβαιώνει την κατηγορία ότι παρεμπόδισε τις δραστηριότητες ελέγχου κατά παράβαση του άρθρου 47 της Συνθήκης Ε Κ ΑΧ και της απόφασης 14/64.
4.
Με τον τελευταίο λόγο ( κατάχρηση εξουσίας κατά τον καθορισμό του προστίμου ), η προσφεύγουσα προβάλλει τρία ελαττώματα: 1) τον πεπλανημένο χαρακτήρα του κριτηρίου που επελέγη για τον καθορισμό της ποινής 2) την παράλειψη εκτιμήσεως ή κακή εκτίμηση της βαρύτητας των παραβάσεων 3 ) την παράλειψη μνείας του κριτηρίου για την κατανομή του προστίμου 4) το δυσανάλογο ύψος του εν λόγω προστίμου. Στην παρούσα παράγραφο θα ασχοληθώ με το πρώτο και το τρίτο ελάττωμα, ενώ τις δύο άλλες αιτιάσεις θα εξετάσω στο κεφάλαιο σχετικά με το αίτημα της μειώσεως του προστίμου.
Η πρώτη αιτίαση αφορά συνεπώς τη μέθοδο που χρησιμοποίησε η καθής για να καθορίσει το πρόστιμο. Υπενθυμίζω ότι με την απόφαση το πρόστιμο καθορίζεται στο 0.1 % του κύκλου εργασιών που η επιχείρηση Krupp πραγματοποίησε κατά τη διάρκεια του έτους 1981 από τα προϊόντα που υπάγονται στη Συνθήκη ΕΚΑΧ. Κατά την προσφεύγουσα, η μέθοδος αυτή είναι εσφαλμένη, επειδή: α) γενικά, ο κύκλος εργασιών δεν είναι το κατάλληλο κριτήριο για να εξακριβωθεί η οικονομική κατάσταση μιας επιχειρήσεως β ) ειδικότερα, και λαμβανομένων υπόψη των διακυμάνσεων τις οποίες υφίσταται η αγορά χάλυβα, ο κύκλος εργασιών του 1981 δεν αντικατοπτρίζει την κατάσταση της επιχείρησης Krupp γ ) ακόμη και αν θεωρηθεί ως ορθή η μέθοδος που χρησιμοποίησε η Επιτροπή, ο υπολογισμός έπρεπε να γίνει βάσει του κύκλου εργασιών που πραγματοποιήθηκε από τις συναλλαγές που αποτελούσαν το αντικείμενο του ελέγχου δ) το ποσοστό 0,1 % είναι αυθαίρετο.
Καμία όμως από τις αιτιάσεις αυτές δεν ευσταθεί μετά από μια έστω και όχι διεξοδική εξέταση. Όσον αφορά το σημείο α ), διαπιστώνω ότι το κριτήριο του ετήσιου κύκλου εργασιών θεσπίζεται από το άρθρο 47 της Συνθήκης. Ως προς το σημείο β ), παρατηρώ ότι. για να εκτιμηθεί η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης Krupp ενόψει του προστίμου, η αναφορά στον κύκλο εργασιών του 1981 φαίνεται ορθή: πράγματι, κατά τη διάρκεια του έτους αυτού διενεργήθηκε ο έλεγχος και το πρώτο εξάμηνο του εν λόγω έτους αποτελεί τμήμα της περιόδου για την οποία διενεργήθηκε ο έλεγχος. Όσον αφορά το σημείο γ), νομίζω ότι η φράση « ετήσιου κύκλου εργασιών » που περιέχεται στο άρθρο 47 αναφέρεται στο σύνολο των προϊόντων στα οποία εφαρμόζεται η Συνθήκη' πράγματι, όπως είναι γνωστό, στη Συνθήκη αναφέρεται ρητά πότε για να καθοριστεί ένα πρόστιμο πρέπει να εφαρμοστεί άλλη μέθοδος υπολογισμού ( βλέπε τα άρθρα 54, παράγραφος 6, 58, παράγραφος 4, 59, παράγραφος 7, 64 και 65 , παράγραφος 5 ). Τέλος, ως προς το σημείο δ ), περιορίζομαι να παρατηρήσω ότι η επιλογή ενός ποσοστού επί τοις εκατό δεν είναι καθόλου αυθαίρετη. Το ίδιο το άρθρο 47 χρησιμοποιεί το κριτήριο αυτό για να καθορίσει το ανώτατο ύψος της ποινής.
Με την τρίτη αιτίαση προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε επαρκώς υπόψη το ότι στην επιχείρηση Krupp καταλογίζονται περισσότερες από μία παραβάσεις. Η Επιτροπή δηλαδή έπρεπε κατά την προσφεύγουσα να αναφέρει το τμήμα του προστίμου που αντιστοιχούσε σε κάθε παράβαση' και επειδή δεν ενήργησε με τον τρόπο αυτό, κατέστη αδύνατο για το Δικαστήριο να ελέγξει τη διακριτική εξουσία που απονέμει η Συνθήκη στην Επιτροπή. Αλλά και αυτή η αιτίαση δεν ευσταθεί. Το άρθρο 47 δεν υποχρεώνει την Επιτροπή να επιβάλλει ιδιαίτερο πρόστιμο για κάθε παράβαση. Το να προσάπτεται στην Επιτροπή ότι επιδίωξε να αποφύγει τον έλεγχο του Δικαστηρίου δεν έχει νόημα. Πράγματι, όπως είναι γνωστό σε όλους, στο θέμα των χρηματικών ποινών το Δικαστήριο έχει πλήρη δικαιοδοσία.
5.
Στην αρχή ανέφερα ότι η προσφεύγουσα ζητεί επικουρικά τη μείωση του προστίμου που της επιβλήθηκε. Προς στήριξη του αιτήματος αυτού, προβάλλει δύο επιχειρήματα. Με το πρώτο υποστηρίζει ότι η απόφαση δεν αναφέρεται στη βαρύτητα των αιτιάσεων, κυρίως σε σχέση με τις οικονομικές τους επιπτώσεις' με το δεύτερο, επικρίνει τη δυσαναλογία του προστίμου σε σχέση με τις παραβάσεις που της προσάπτονται. Η Επιτροπή απαντά: α ) ότι για να επιβληθούν τα πρόστιμα που αναφέρονται στο άρθρο 47 της Συνθήκης, δεν είναι αναγκαίο να εκτιμηθούν οι οικονομικές συνέπειες των παραβάσεων β) ότι το πρόστιμο είναι ανάλογο με τις παραβάσεις. Πράγματι, εφόσον νοθεύει τα αποτελέσματα των λογιστικών ελέγχων, η τήρηση μυστικών λογιστικών βιβλίων συνιστά παράβαση εξαιρετικής βαρύτητας. Αξίζει συνεπώς να τιμωρηθεί παραδειγματικά. Η τιμωρία αυτή δικαιολογείται επίσης από το αποτρεπτικό αποτέλεσμα που θα έχει για τις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα κατά το παρόν στάδιο της κρίσης στον εν λόγω τομέα.
Υπό το φως των συλλογισμών που ανέπτυξα στην παράγραφο 3, δεν νομίζω ότι μπορεί να γίνει δεκτή η επιχειρηματολογία αυτή. Από τις δύο αιτιάσεις που η Επιτροπή προσάπτει στην επιχείρηση Krupp — ότι τηρούσε μυστικά λογιστικά βιβλία με σκοπό τη συγκάλυψη εμπιστευτικών εκπτώσεων και ότι παρεμπόδισε τις δραστηριότητες των ελεγκτών της κατά τα δύο στάδια του ελέγχου — νομίζω ότι η πρώτη είναι αβάσιμη και ότι η δεύτερη στερείται ερείσματος ως προς το πρώτο στάδιο του ελέγχου. Υπ' αυτές τις συνθήκες, νομίζω ότι δικαιολογείται η μείωση του προστίμου. Θεωρώ όμως ότι το ποσό του προστίμου πρέπει να παραμείνει υψηλό. Πράγματι, το να μη τίθενται αμέσως και αυτομάτως στη διάθεση των ελεγκτών τα λογιστικά βιβλία συνιστά σοβαρή παράβαση' κυρίως αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η σχετική υποχρέωση απορρέει από μια συμφωνία της οποίας το σημαντικότερο αποτέλεσμα είναι πολύ ευνοϊκό για τις επιχειρήσεις, διότι πρόκειται για μια σοβαρή ( αν και προσωρινή ) παρέκκλιση από τη ρύθμιση περί τιμών που προβλέπει η Συνθήκη.
6.
Για όλους τους λόγους που ανέφερα μέχρι τώρα, προτείνω στο Δικαστήριο, αφού κηρύξει εν μέρει παραδεκτή την προσφυγή που άσκησε στις 26 Αυγούστου 1983 η επιχείρηση Krupp Stahl AG κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων: α ) να ακυρώσει την απόφαση της 13ης Ιουλίου 1983 μόνο κατά το μέρος που προσάπτει στην προσφεύγουσα ότι τηρούσε μυστικά λογιστικά βιβλία με σκοπό τη συγκάλυψη εμπιστευτικών εκπτώσεων και ότι παρεμπόδισε τις πράξεις ελέγχου κατά το πρώτο στάδιο του ελέγχου β) να μειώσει το πρόστιμο στο μισό του αρχικού ποσού.
Ως προς τα έξοδα, προτείνω να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας.
( *1 ) Μετάφραση από ta ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy